Τετάρτη 28 Ιουνίου 2023

Η ιερωσύνη των Παπικών


visit counter


.

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Αποστολική διαδοχή και Παπισμός

Επειδή εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχουν μυστήρια, γι’ αυτό και οι Κληρικοί των Παπικών και αυτός ο Πάπας, για μας τους Ορθοδόξους, δεν έχουν ιεροσύνη, δηλαδή έχει διακοπεί σε αυτούς η Αποστολική Διαδοχή. Αυτό, βέβαια, μπορεί να ακούγεται λίγο παράξενα, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, βάσει της Ορθοδόξου Θεολογίας.

Η αποστολική διαδοχή δεν είναι απλώς μια σειρά χειροτονιών, αλλά συγχρόνως και μετοχή στην αποκαλυπτική αλήθεια. Όταν μια Εκκλησία αποκόπτεται από τον κορμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, λόγω δογματικών διαφορών, αυτό σημαίνει ότι υπολείπεται και στο μυστήριο της ιεροσύνης. Δηλαδή, όταν χάνεται η αποκαλυπτική αλήθεια και υιοθετούνται αιρετικές απόψεις, αυτό έχει συνέπειες και στην αποστολική διαδοχή. Διότι οι άγιοι Απόστολοι μετέδιδαν το χάρισμα της ιεροσύνης, αλλά ταυτόχρονα παρέδιδαν, δια της αναγεννήσεως, και όλη την αποκαλυπτική παράδοση. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε την διδασκαλία του αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λυώνος, στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία συνδέεται στενότατα με την Ορθοδοξία και την θεία Ευχαριστία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όταν χάνεται η Ορθόδοξη πίστη, τότε δεν υπάρχει ούτε Εκκλησία ούτε και θεία Ευχαριστία. Οπότε ο Κληρικός που χάνει την ορθόδοξη πίστη αποκόπτεται από την Εκκλησία και, βεβαίως, τότε δεν υφίσταται και η αποστολική παράδοση και αποστολική διαδοχή. Το ότι ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την αποστολική διαδοχή όχι μόνον με την χειροτονία, αλλά και με την διατήρηση της αληθούς πίστεως, φαίνεται από ένα χωρίο: «Δια τούτο τοις εν τη Εκκλησία πρεσβυτέροις υπακούειν δει, τοις την διαδοχήν έχουσιν από των αποστόλων, καθώς επεδείξαμεν, τοις συν τη επισκοπική διαδοχή το χάρισμα της αληθείας ασφαλές, κατά την ευδοκίαν του Πατρός ειληφόσι».       

Επειδή, λοιπόν, δεν υπάρχει ιεροσύνη στους Παπικούς, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν μυστήρια, και όσα τελούνται δεν είναι αγιαστικά μυστήρια.

 Φαίνεται τελικά πως η Σύνοδος της Κρήτης έχει αποδυθεί a priori σ’ έναν αγώνα της πάση θυσίας αναγνωρίσεως βαπτίσματος και ιερωσύνης των παπικών. Είναι ομολογουμένως άχαρο το  έργο να προσπαθείς ν’ αποδείξεις τα αυτονόητα στους ετσιθελικά επιμένοντας, οι οποίοι μάλιστα σεμνύνονται με βαρύγδουπους  θεολογικούς τίτλους και επισκοπικές θέσεις…

Η άρνηση ιερωσύνης στους πάσης φύσεως και αποχρώσεως αιρετικούς και κυρίως στους παπικούς, είναι έργο θεολογικής δικαιοσύνης, αφού αυτοί οι ίδιοι απέκοψαν εαυτούς από τους κρουνούς της θείας χάριτος που εκπηγάζουν από το Σώμα του ζώντος Χριστού την Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Αλλά είναι και έργο αγάπης διότι έτσι κεντούν την συνείδησή τους, ότι βρίσκονται σε λάθος κατεύθυνση και χρήζουνε θεραπείας και επιστροφής στην αρχέγονη αγάπη της εκκλησίας μας.

Εάν οι παπικοί έχουν ιερωσύνη τότε κάθε τους ιεροπραξία είναι έγκυρη. Αλλά μπορούν να μας υποδείξουν και αποδείξουν ότι ο αγιασμός τους των Θεοφανείων, ή και ένας καθημερινός «μικρός» αγιασμός παραμένει αναλλοίωτος και διαυγέστατος για πολλά χρόνια;

Εάν οι παπικοί έχουν ιερωσύνη και επομένως πλουσία την χάρη των μυστηρίων, που είναι τότε οι αγιασμένες και θεωμένες υπάρξεις οι διορατικοί και προορατικοί, οι ασώματοι ασκητές τους, τα ευωδιάζοντα χαριτόβρυτα λείψανα και το «νέφος» των μαρτύρων;

Σύμφωνα  δε την παρατήρηση του πατερικού θεολόγου Νικολάου Π. Βασιλειάδη «Μόνον η Ορθοδοξία έχει Μάρτυρες…διότι  μόνον οι Ορθόδοξοι Μάρτυρες ομολογούν άχραντη ανόθευτη, απαραχάρακτη την πίστη της ευαγγελικής αληθείας. Μόνον αυτοί χύνουν το αίμα τους, για να μένουν αμόλυντα τα θεοπαράδοτα Μυστήρια της Μιας Εκκλησίας». Οι παπικοί –όσο και εάν ενοχλεί η υπενθύμιση αυτή- οντολογικά και θεολογικά στερούνται ιερωσύνης. 

«Κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η υπό των ετεροδόξων τελουμένη θεία Ευχαριστία δεν θεωρείται ως τοιαύτη, η δε συμμετοχή εις αυτήν μελών της ορθοδόξου Εκκλησίας δεν είναι δυνατόν να θεωρηθή ουδέ ως «κατ’ οικονομίαν» επιτρεπομένη» (Ιερώνυμος Κοτσώνης).

Γενικότερα δε κατά τον καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα «…όσοι ενόθευσαν την διδασκαλία της Εκκλησίας παρεισάγοντες ιδικής των επινοήσεως διδάγματα και παρέμενον αμετακίνητοι εις τα εσφαλμένα δόγματά των, απεκόπτοντο και εξεβάλλοντο του σώματος της Εκκλησίας».

Αφελή ίσως για πολλούς τα ως άνω ερωτήματα. Όμως όλα αυτά και άλλα παραπλήσια συν Θεώ θα τα θεμελιώσουμε αποστολικοπατερικά, δογματικά, ηθικά και εκκλησιαστικά με το αιώνιο και αδιαπραγμάτευτο κύρος των Οικουμενικών μας Συνόδων.

Κομβικό σημείο επαναδιαπραγμάτευσης σχέσεων Ανατολής και Δύσεως, θεωρείται -η κατά το παρελθόν άγνωστος  ορολογία- η λεγόμενη βαπτισματική θεολογία. Κατά τους ισχυρισμούς των ενθέρμων ορθοδόξων οικουμενιστών, η αναγνώρισης του βαπτίσματος των παπικών και όχι μόνον, συνεπάγεται και αναγνώριση της ιεροσύνης. Οι σοφιστείες αυτές του βαπτίσματος απορρίπτονται ασυζητητί. Ο λόγος εμφανής και απλός. Το βάπτισμα είναι έγκυρο μόνο με την τριπλή κατάδυση-βύθισμα εις την κολυμβήθρα και την επίκληση της Αγίας Τριάδος. Αυτό είναι απαρασάλευτο και αδιαπραγμάτευτο ορθόδοξο δόγμα.

Όμως η αιρετική και βλάσφημη διδασκαλία του filioque ανατρέπει εκ βάθρων όλο το μυστήριο της αγίας Τριάδος και κάθε επομένως επίκλησή της είναι άκαιρη, άκυρη και αιρετική.
Ο καθηγητής κ. Βασίλειος Γιούλτσης βαθύτατος μελετητής του ιερού Φωτίου και της περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού διδασκαλίας γράφει: «Δια τον Φώτιον, ως και δι’ όλους τους ορθοδόξους, το δόγμα αποτελεί κυρίως έκφρασιν του περιεχομένου της πίστεως και κανόνα ζωής των ομολογούντων την πίστιν ταύτην. Όθεν απόκλισις εκ του ορθού δόγματος συνεπάγεται ουχί απλώς αλλοίωσιν των υπό της Εκκλησίας κηρυσσομένων αληθειών, αλλ’ εν ταυτώ διατάραξιν της ζωής των πιστών και διασάλευσιν των εν τη εκκλησιαστική κοινότητι διαμορφωθεισών σχέσεων…Η δυτική άποψις υποστηρίζουσα δια το άγιον Πνεύμα εκπόρευσιν εκ του Πατρός και του Υιού υποβιβάζει αυτό έναντι των ως άνω θείων προσώπων και διασπά ούτω την τριαδικήν ενότητα των ισαξίων και ισοσθενών υποστάσεων…Η ενότης δόγματος και ήθους απετέλει δια τους ορθοδόξους, γενικώς θεμελιώδη αρχήν, άνευ της οποίας ήτο αδιανόητος η θέσις του πιστού εντός του εκκλησιαστικού σώματος…». Επομένως δεν ημπορούν ατιμωρητί να παραβιάζονται τα δόγματα αφού κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη  οι ιεροί και θείοι Κανόνες είναι «αι πηγαί των πνευματικών και ζωηρρύτων υδάτων και τα νοητά θεμέλια, δια των οποίων η Παναγία Τριάς «συνέστησε και συνέπηξε» την Καθολικήν Εκκλησίαν.

Σχετικά με την ιερωσύνη των Παπικών παλιότερα ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου  ‘εγραψε;

«Σε ένα προηγούμενο κείμενό μου έγραφα ότι ο Πάπας και οι Παπικοί δεν έχουν Ιερωσύνη, γιατί με την αιρετική διδασκαλία του Filioque και τόσες άλλες αιρέσεις που δημιούργησαν, αποκόπηκαν από την Εκκλησία του Χριστού και, επομένως, διακόπηκε  η αποστολική παράδοση και διαδοχή. Αυτό ξένισε μερικούς που ισχυρίζονται ότι ο Πάπας έχει ιερωσύνη.

Θα ήθελα να κάνω μερικές συμπληρωματικές επεξηγήσεις πάνω στην άποψη αυτή.

Ο Μ. Βασίλειος αντιμετώπισε στην εποχή του διάφορα προβλήματα για το πώς θα δέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία στους κόλπους της τους αιρετικούς. Αφού κάνει την διάκριση μεταξύ αιρέσεως, σχίσματος και παρασυναγωγής, αναφερόμενος στους αιρετικούς που έχουν αποκλίνει, όπως λέγει ο Γεννάδιος Σχολάριος, “κατ’ ευθείαν ή πλαγίως”, “περί τι των άρθρων της πίστεως”, γράφει ότι “οι δε της Εκκλησίας αποστάντες, ουκ έτι έσχον την Χάριν του Αγίου Πνεύματος αφ’ εαυτούς· επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπήναι την ακολουθίαν”. Δηλαδή, όσοι απομακρύνθηκαν από την Εκκλησία, λόγω διαφοράς πίστεως, έχασαν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορούν να την μεταδώσουν, γιατί διακόπηκε η αποστολική διαδοχή. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης παρατηρεί: “Καθώς έν μέλος κοπή από το σώμα, νεκρούται παρευθύς με το να μη μεταδίδεται πλέον εις αυτό ζωτική δύναμις· τοιουτοτρόπως και αυτοί αφ’ ου μίαν φοράν εσχίσθηκαν παρευθύς και την πνευματικήν χάριν και ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος έχασαν, μη μεταδιδομένης ταύτης εις αυτούς δια των αφών και συνδέσμων, ήτοι δια της κατά Πνεύμα ενώσεως”.

Επομένως, εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν ενεργούν μυστήρια, ούτε υπάρχει ιερωσύνη, ούτε γίνεται αληθής θεία Λειτουργία. Σε αυτό το σημείο στηρίζονται και όλοι οι ιεροί Κανόνες για την απαγόρευση της συμπροσευχής με αιρετικούς.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τηρεί αυτήν την αρχή στην πράξη και αυτό φαίνεται από το εξής απλό γεγονός. Όταν ένας Παπικός “Ιερεύς” ή “Επίσκοπος” θέλει να γίνει Ορθόδοξος, δεν δεχόμαστε την “ιερωσύνη” που είχε, αλλά τον ξαναχειροτονούμε. ….Αυτό σημαίνει ότι εάν ο Πάπας μετανοήσει και θελήσει να γίνει Ορθόδοξος, τότε, επανερχόμενος στην Εκκλησία, πρέπει να ξαναχειροτονηθεί , αφού κατά τον Αριστηνό “αιρετικός, ο κατά την πίστιν αλλότριος· ο δε κατά τι ιάσιμον ζήτημα, σχισματικός”.

Αυτή είναι η βασική εκκλησιολογική θέση όπως την εκφράζει ο Μ. Βασίλειος και η όλη πρακτική της Εκκλησίας. Εφ’ όσον δεν δεχόμαστε την “ιερωσύνη” των αιρετικών, δεν δεχόμαστε και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την “ιερωσύνη” τους. Γι’ αυτόν τον λόγο και ο Πάπας δεν θεωρείται διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, έστω και αν στην σημαία του Βατικανού τίθενται τα κλειδιά της Βασιλείας των Ουρανών, με την παρερμηνεία που δίδουν οι Παπικοί στον σχετικό λόγο του Χριστού (Ματθ. ις’, 13-20).

 


Τρίτη 27 Ιουνίου 2023

Η ΟΥΝΙΑ

 

                      

Πρωτοπρσεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ-Α

         

          Η λέξη Ουνία είναι πολωνική με λατινική ρίζα και σημαίνει Ένωση και κάθε ένας που ανήκει στην Ουνία λέγεται Ουνίτης ή Ελληνοκαθολικός. Χρησιμοποιήθηκε από την ΡΚαθολική «εκκλησία», για να δηλώσει κυρίως τους Ορθόδοξους εκείνους, οι οποίοι αναγνώρισαν το πρωτείο του Πάπα στην Εκκλησία και έχουν εκκλησιαστική κοινωνία με την ΡΚαθολική «εκκλησία».

Είναι μια από τις κακοδοξίες του Παπισμού και μάλιστα η πιο ύπουλη και θεωρείται ο δούρειος ίππος του Παπισμού. Είναι η πραγμάτωση του πρωτείου εξουσίας του Πάπα σ’ ολόκληρη την Εκκλησία. Η επιδίωξη αυτή ξεκινάει ήδη από τον 1ο αιώνα και κορυφώνεται τον 5ο και 6ο αιώνα συχνά με την ανοχή της Εκκλησίας. Η επιδίωξη αυτή εντάθηκε μετά το Σχίσμα του 1054 και ειδικά στη σύνοδο του Λατερανού το 1215 και στην παπική βούλα του Πάπα Ιννοκέντιου Δ΄ και εφαρμόστηκε δυναστικά σε όλες τις φραγκοκρατούμενες περιοχές της περιόδου των Σταυροφοριών (12ος-14ος αιώνας). Η επίσημη όμως εφαρμογή της Ουνίας γίνεται μετά την «ενωτική» σύνοδο Φλωρεντίας του 1439, όπου δημιουργήθηκε η ομάδα εκείνη των «Ορθοδόξων», που δέχτηκαν το πρωτείο εξουσίας του Πάπα Ρώμης σ’ ολόκληρη την Εκκλησία. Τότε δημιουργήθηκε μια οργανωμένη λατινική προπαγάνδα, σύμφωνα με την οποίαν οι Ορθόδοξοι που προσχωρούσαν στην Ουνία μπορούσαν να διατηρήσουν την ιδιαιτερότητα των παραδοσιακών τους στοιχείων στην οργάνωση, στη θεία λατρεία, στα έθιμα και στην πνευματικότητα.

 Προκειμένου να παραπλανηθούν οι Ορθόδοξοι, οι ουνίτες «κληρικοί» λαμβάνουν το Ορθόδοξο σχήμα με ράσα και άμφια πανομοιότυπα με αυτά των Ορθοδόξων κληρικών. Χτίζουν ναούς βυζαντινού ρυθμού, τους αγιογραφούν με εικόνες αυστηρής βυζαντινής τεχνοτροπίας, ενώ  έχουν εξοβελίσει τα αγάλματα, τα οποία θυμίζουν παπικούς ναούς. Χρησιμοποιούν ιερά σκεύη Ορθόδοξα, ακολουθούν με ακρίβεια το Ορθόδοξο λειτουργικό τυπικό και  εορτάζουν τις εορτές των Ορθοδόξων  μαζί με αυτούς. Δεν διαφέρουν εξωτερικά σε τίποτε από τους Ορθοδόξους κληρικούς και μάλιστα παρουσιάζονται συχνά πιο παραδοσιακοί από αυτούς. Η μόνη διαφορά τους είναι, ότι αναγνωρίζουν τον πάπα ως πνευματικό τους ηγέτη και τον μνημονεύουν στις λατρευτικές τους συνάξεις. Παράλληλα ακολουθούν συγκεκαλυμμένα τα αιρετικά δόγματα και όλες τις κακοδοξίες του παπισμού.  Δυστυχώς η σατανική αυτή εφεύρεση απέδωσε καρπούς. Χιλιάδες Ορθόδοξοι έχουν πέσει στην παγίδα και προσχώρησαν σε αυτό το δόλιο και σατανικό τερατούργημα. Ο δόλος της Ουνίας έχει διπλό χαρακτήρα.

Πρώτον να προσελκύσει ανυποψίαστους Ορθοδόξους, οι οποίοι εκλαμβάνουν τους παπικούς «κληρικούς» ως Ορθοδόξους.

Δεύτερον να «ικανοποιεί» όσους πιστούς θεωρούν κώλυμα την ένωσή τους με την παπική «εκκλησία» την ορθόδοξη παράδοση. Ωστόσο, όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί, «οι τύποι και οι ρυθμοί, αποκοπτώμενοι από την πίστιν, χάνουν την ψυχήν των και παραμένουν νεκροί».  Τις δόλιες μεθόδους προσηλυτισμού της Ουνίας αναγνωρίζουν και ομολογούν και οι ίδιοι οι Ρωμαιοκαθολικοί. Ο Γάλλος θεολόγος Louis Bouyer, διατελέσας και μέλος της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, γράφει σχετικά με την Ουνία: «Τίποτε δεν αποδεικνύει καλύτερον την αθεράπευτον πονηρίαν εκείνων, που θέλουν να χρησιμοποιούν την βυζαντινήν λειτουργίαν χωριστά από το όλον σώμα της, διά να ελκύσουν τους Ανατολικούς εις τον λατινικόν Χρισταινισμόν. Τοιούτος χωρισμός είναι αδιανόητος. Δεν ημπορούμεν να πάρωμεν την λειτουργίαν του Βυζαντίου, χωρίς να πάρωμε ολόκληρο τον βυζαντινό Χριστιανισμό. Άλλως εκείνο που θα πάρωμε ομοιάζει τόσον ολίγον προς την λειτουργία  της Αγίας Σοφίας, ή των Αγίων Αποστόλων, όσον το ανδρείκελον προς τον άνθρωπον».

          Η Ουνία άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά στην Πολωνία ήδη από το 1587 και ειδικά μετά την ουνίτικη σύνοδο της Βρέστης (Brest-Litovsk) του 1596, οπότε έγινε αυτή το σύμβολο του αγώνα της Ουνίας να εξουδετερώσει με βίαιους και απαράδεκτους τρόπους την Ορθόδοξη ιεραρχία σε όλες τις ελεγχόμενες από το Πολωνο-Λιθουανικό βασίλειο ρωσικές περιοχές, η δε Ακαδημία του Κιέβου έγινε κέντρο της ουνίτικης θεολογικής προπαγάνδας στη Ρωσία κατά τον 17ο αιώνα. Η ουνίτικη δραστηριότητα επεκτάθηκε στη Μολδαβία με οδυνηρές συνέπειες για την Ορθοδοξία στην ευρύτερη περιοχή, καθώς επίσης και στη Λιθουανία και τη δυτική Ουκρανία, ενώ από τον 18ο αιώνα υπήρξε επέκταση στη Συρία, Παλαιστίνη και Αίγυπτο μεταξύ των Ορθοδόξων και των προχαλκηδόνιων «εκκλησιών» με συνέπεια την οργάνωση μικρών ουνίτικων «εκκλησιών».

Για τη συστηματικότερη ενεργοποίησή της, το 1622 εντάχθηκε στη διαβόητη Προπαγάνδα της Πίστεως (Propaganda Fidei), τον πρώτο στην ανθρώπινη ιστορία μηχανισμό ιδεολογικής προπαγάνδας και μεθοδικής «πλύσης εγκεφάλου» των μαζών.

Η εποπτεία και προώθηση της Ουνίας ανατέθηκε στους Ιησουίτες μοναχούς. Αυτοί, πιστοί στο δόγμα τους «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», εργάζονταν με ανένδοτο πείσμα, αναπτύσσοντας μια παροιμιώδη για τη δολιότητά της δράση: εκμεταλλεύονταν την ανέχεια εμπερίστατων ορθοδόξων πληθυσμών και ασκούσαν φιλανθρωπικό έργο, δημιουργούσαν αντιθέσεις και φανατισμούς, προσεταιρίζονταν δυσαρεστημένους ή φιλόδοξους κληρικούς, εξαγόραζαν συνειδήσεις κ.ά. αναφέρονται δε δυο παραδείγματα των ουνίτικων μεθοδεύσεων:

 

          α/ Το 1577 ιδρύεται στη Ρώμη το Ελληνικό Κολλέγιο του αγίου Αθανασίου, για την προσφορά ανώτερης παιδείας στα υπόδουλα Ελληνόπουλα. Οι απόφοιτοι του Κολλεγίου δηλώνουν υποταγή στον Πάπα και, στη συνέχεια, εργάζονται στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, για τον εξουνιτισμό των συμπατριωτών τους. 

 

          β/ Το 1596 (Σύνοδος του Μπρεστ), με την ισχυρή επιρροή ιησουιτών μοναχών, ο βασιλιάς της Πολωνίας επιβάλλει με τη βία την Ουνία στους ορθόδοξους Πολωνούς, Λιθουανούς και Ουκρανούς. Εκατομμύρια Ορθοδόξων έγιναν Ουνίτες, ενώ όσοι αρνήθηκαν υπέστησαν πρωτοφανείς διώξεις. Η Ουνίτικη Σύνοδος του Μπρεστ έγινε απαρχή απερίγραπτων δεινών για τους Ορθοδόξους, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα σε αρκετές περιοχές (Ουκρανία, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Μέση Ανατολή κ.ά.).

 

          Η Ουνία προβλήθηκε από τον Παπισμό ως μοντέλο ενώσεως των Χριστιανών. Οι Ορθόδοξοι λαοί, όμως, που γνώρισαν το αληθινό της πρόσωπο, την απέκρουσαν με βδελυγμία, ενώ σύσσωμη η Ορθόδοξη Εκκλησία την απέρριψε για τους εξής δυο λόγους:

 

          Α. Δεν δικαιολογείται εκκλησιολογικά η ύπαρξη των Ουνίτικων «εκκλησιών», γιατί, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν ένα τμήμα της Παπικής «εκκλησίας», θέλουν να εμφανίζονται ως επιμέρους Ανατολικές Εκκλησίες.

 

          Β. Πρόκειται για ύπουλη και ανέντιμη προσηλυτιστική μέθοδο, η οποία αποτελεί ένα Δούρειο Ίππο στα σπλάγχνα της Ορθοδοξίας με σκοπό την άλωσή της. Γι’ αυτό και η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1838 χαρακτηρίζει την Ουνία «μέθοδο απόκρυφη και όργανο καταχθόνιο» και τους Ουνίτες «προβατόσχημους λύκους, δόλιους και απατεώνες».

 

          Το Βατικανό επιμένει πεισματικά να ενισχύει και σήμερα την Ουνία. Κι αυτό γιατί η Ουνία αποδεικνύεται ο ευκολότερος τρόπος προσηλυτισμού των Ορθοδόξων. Επίσης, παρέχει στον Παπισμό μια ψευδαίσθηση καθολικότητας, αφού περιλαμβάνει στους κόλπους του Χριστιανούς, σε Δύση και Ανατολή, που χρησιμοποιούν είτε τον ορθόδοξο είτε τον λατινικό ρυθμό. Επιπλέον, διευκολύνει τη διεθνή πολιτική του Βατικανού και προωθεί τους πολιτικοοικονομικούς του στόχους. Τέλος, οι Ουνίτες, επειδή κυριαρχούνται νομοτελειακά από το σύνδρομο του γενιτσαρισμού, μισούν θανάσιμα τους πρώην ομοπίστους τους και αναδεικνύονται οι φανατικότεροι υποστηρικτές του παπικού θεσμού. Και αυτό, ιδιαίτερα σήμερα, το έχει ανάγκη ο Πάπας.

 

          Αντίθετα, η Ορθόδοξη Εκκλησία αγωνίστηκε με όλες της τις δυνάμεις και σε πολύ δύσκολους καιρούς (τουρκοκρατία κ.λπ.) καταδίκασε με σειρά μεγάλων συνόδων (ως ανωτέρω), την αθέμιτη άσκηση προσηλυτισμού σε βάρος των Ορθοδόξων και σκλήρυνε τη στάση της έναντι της ΡΚαθολικής «εκκλησίας» προβάλλοντας τις αιρετικές της κακοδοξίες, για να εμποδίσει την προσχώρηση των Ορθοδόξων στη λατινική Ουνία. Οι εξελίξεις αυτές επηρέασαν σοβαρά τις σχέσεις Ορθοδοξίας και Παπισμού, ιδιαίτερα δε τον διεξαγόμενο θεολογικό διάλογο μεταξύ των δυο. Εξ αυτού του λόγου, της ύπαρξης της Ουνίας, εμποδίζεται η αποκατάσταση της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

 

          Πάντως, η πραγματικότητα, ανεξάρτητα από τις επίσημες διακηρύξεις, είναι τελείως διαφορετική και δικαιολογεί την διατυπωθείσα ρήση, ότι «η εκδυτικοποίηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι σχεδόν συντελεσμένη». Πράγματι, αν κάποιος βρεθεί σε Ορθόδοξο χώρο, θα διαπιστώσει τόσες πολλές δυτικές επιδράσεις, ώστε, όταν γνωρίζει επακριβώς την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση, τότε θα αισθανθεί, ότι δεν βρίσκεται πραγματικά σε χώρο Ορθόδοξο, αλλά σε χώρο ουνίτικο (π.χ. Σύρος, κ.λπ.).

συνεχίζεται

 

 

ΜΕΡΟΣ-Β

          -------------------------------------------------------------------------

 

Η Ουνία στους Θεολογικούς Διαλόγους

Η Β΄ «Σύνοδος» του Βατικανού (1962-1965)  όχι μόνον  δεν κατεδίκασε αλλ’ απεναντίας επεκύρωσε και επεδοκίμασε τις ραδιουργίες και τα απιστεύτου ωμότητος διαπραχθέντα υπό της Ουνίας εγκλήματα. Με το γνωστό Διάταγμά της «Orientalium Ecclesiarum», το «Διάταγμα για τις Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες», (δηλαδή τις Ουνιτικές), αναβάθμισε το ρόλο και την αποστολή της μέ κάθε επισημότητα . Ο από το 1980 αρξάμενος Θεολογικός διάλογος μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών απεκάλυψε με τον πιό ξεκάθαρο τρόπο, ότι ο  Διάλογος αυτός απ την πλευρ του Βατικανού δεν είναι δυνατόν να έχει ως προοπτικ την αποκατάστασι της ενότητος των Εκκλησιών «κατ το πρότυπο της αρχαίας αδιαίρετης Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας» αλλ της Ουνίας! Τα ίδια τα γεγονότα μαρτυρούν του λόγου το ασφαλές: Την κατά την ΣΤ΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής στο Freising του Μονάχου (1990) επιτευχθείσα καταδίκη της Ουνίας και του προσηλυτισμού, δεν απεδέχθη το Βατικανό και εζήτησε την επανεξέταση του θέματος στην επόμενη Ζ΄ Γενική Συνέλευση (1993) στο Balamand του Λιβάνου. Στη Συνέλευση αυτή το Βατικανό επέτυχε να  ανατρέψει τις αποφάσεις του Freising με νέες αποφάσεις, στις οποίες η Ουνία πανηγυρικά αθωώνεται και επί πλέον οι Ουνίτες αποκτούν το δικαίωμα να συμμετέχουν στο διάλογο με εκπροσώπους τους. Το κείμενο του Balamand παρ᾿ ότι υποκριτικ «καταδικάζει» την Ουνία ως μέθοδο ενώσεως των Εκκλησιών (βλ.§1), την επιβεβαιώνει αναγνωρίζοντας την ύπαρξι των Ουνιτικών κοινοτήτων (βλ.§31), κα ενισχύοντας ποικιλοτρόπως την παρουσία και δραστηριοποίησή τους μέσα στα κανονικ όρια των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Επομένως λοιπόν «είναι ηλίου φαεινότερον ότι η Ουνία καταδικάζεται μεν διά των λόγων ως μέθοδος ενώσεως, επιβάλλεται όμως υπό των Ρωμαιοκαθολικών ως μοναδική οδός πραγματώσεως της ενώσεως, συμφώνως προς τας αρχάς της Β΄ Βατικανείου και γίνεται ανεκτή υπό των Ορθοδόξων».  Νέα συζήτησις επί του θέματος της Ουνίας στη Βαλτιμόρη το 2000, καταλήγει σε ναυάγιο, χάρη στην πεισματώδη αντίδραση του Βατικανού. Ο τότε Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β´ με εμπιστευτική του επιστολ στον τότε Ρωμαιοκαθολικ συμπρόεδρο του Διαλόγου Καρδινάλιο Edward Cassidy έγραφε: «Πρέπει (στη διάσκεψη της Βαλτιμόρης), ν δηλωθή εις τους Ορθοδόξους ότι ο Ανατολικς Καθολικς (=Ουνιτικς) Εκκλησίες μέσα στην Εκκλησία της Ρώμης χαίρουν της αυτής εκτιμήσεως ως και πάσα άλλη Εκκλησία, που τελεί εις κοινωνίαν προς την Ρώμην».  Το γεγονός αυτό επέφερε την δικαία αγανάκτησι και παραίτησι απ την συμπροεδρία του Σεβ. Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού, ο οποίος έκαμε την ιστορική διαπίστωση, ότι ο διεξαγόμενος Θεολογικός Διάλογος είναι ένα «ανούσιο παίγνιο». Το Βατικανό, μετά το ναυάγιο της Βαλτιμόρης, επιτυγχάνει νέα επανέναρξη του διαλόγου το 2006 με άλλη θεματολογία, χωρίς βέβαια να έχει λυθεί το πρόβλημα της Ουνίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες σύρονται κυριολεκτικά και πάλι στο διάλογο, αθετούντες την απόφαση της Γ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως, κατά την οποία: «Ουνία και Διάλογος είναι ασυμβίβαστα ταυτοχρόνως»   και διαψευδόμενοι με όσα εδήλωσαν  στο κοινό «Μήνυμά» τους το 1992 στο οποίο απερίφραστα καταδικάζουν την Ουνία .

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος (1972-1991) συγκάλεσε έκτακτη Σύσκεψη στο Φανάρι (11-12/12/1990), η οποία διαπίστωνε «καταστάσεις και γεγονότα εις βάρος των Ορθοδόξων διαδραματιζόμενα, τα οποία υπερβαίνουν πάσαν φαντασίαν», καθώς επίσης «κατάφωρον παραβίασιν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της θρησκευτικής ελευθερίας ... διά χρήσεως αμέσου βίας εναντίον ατόμων, διά της καταχρήσεως νομοθετικών ρυθμίσεων» κ.α. Ωστόσο, στην επόμενη Ζ΄ Ολομέλεια (Balamand 1993) η ρωμαιοκαθολική πλευρά πέτυχε την έκδοση κειμένου, το οποίο καταδίκαζε μεν την Ουνία ως μέθοδο του παρελθόντος, αλλά αναγνώριζε την εκκλησιαστική της υπόσταση και την ύπαρξή της στο παρόν. Το κείμενο του Balamand δεν έγινε αποδεκτό από πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες, η δε Ορθόδοξη πλευρά θεωρούσε το θέμα της Ουνίας ακόμη ανοικτό.

Στην επόμενη Η΄ Ολομέλεια στη Βαλτιμόρη των Η.Π.Α (2000), με προσωπική παρέμβαση του Πάπα Ιωάννου Παύλου Β΄ υπέρ των «Ανατολικών Καθολικών Εκκλησιών» (Ουνιτών), ο Διάλογος κατέληξε σε πλήρες ναυάγιο. Σε Δήλωσή της η Ορθόδοξη αντιπροσωπία θεωρούσε όσα συνέβησαν στο Balamand «ως μη γενόμενα» και ότι η συζήτηση για την Ουνία επιστρέφει «εις μηδενικήν βάσιν». Με την επανέναρξη του Διαλόγου έξι χρόνια μετά την πλήρη διακοπή του (2006) το ζήτημα της Ουνίας έπαψε πλέον να συζητείται τουλάχιστον αυτόνομα και ανεξάρτητα, η δε Ουνία συνεχίζει ανενόχλητη τη δράση της στις Ορθόδοξες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Η Ουνία ως μέθοδος ενώσεως

 Από τα παραπάνω διαπιστώνεται η επιμονή του Βατικανού να διατηρεί, αλλά και να ενισχύει, έναν θεσμό καθαρά προσηλυτιστικό, έναν μηχανισμό υποταγής Ορθοδόξων και άλλων πληθυσμών, μια μέθοδο επανειλημμένα καταδικασμένη ακόμη και από επιφανείς εκπροσώπους του στον Διάλογο με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η ύπαρξη της Ουνίας δεν έχει κανένα εκκλησιολογικό, κανονικό και δογματικό έρεισμα στην Παράδοση της αρχαίας

ενωμένης Εκκλησίας των δέκα πρώτων αιώνων, η δε χρήση κάθε μορφής βίας (χαρακτηριστικό γνώρισμα των ουνιτικών κοινοτήτων, με την ανοχή ή την υποκίνηση της Ρώμης μέχρι σήμερα) είναι εντελώς ασυμβίβαστη με τη χριστιανική ιδιότητα (ίσως για το Βατικανό να είναι θεμιτή, γιατί την έχει χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν!). Όπως έχει γίνει αποδεκτό και από τις δύο πλευρές, η Ουνία όχι μόνο δεν προσέφερε τίποτε στο ζήτημα της ενώσεως, αλλά, αντίθετα, προκάλεσε επιπλέον διαιρέσεις, σχίσματα και συγκρούσεις και πολλαπλασίασε τα προβλήματα. Βέβαια, ο κατ’ εξοχήν σκοπός της Ουνίας, η ένωση («ουνία» σημαίνει «ένωση»), είναι κοινός και για την Ορθοδοξία.

Η Εκκλησία μας συνεχώς εύχεται «υπέρ της των πάντων ενώσεως» και η προσευχή του Ιησού είναι «ίνα πάντες εν ώσι» (Ιω. 17,21). Όμως διαφορετικά θεωρεί το ζήτημα η Ορθόδοξη Εκκλησία και διαφορετικά, απ’ ο,τι φαίνεται, η ρωμαιοκαθολική πλευρά.

Κατά την Ορθοδοξία, αλλά και κατά την κοινή Παράδοση της πρώτης Εκκλησίας, η ένωση υπάρχει στη μία πίστη, στη μία Αλήθεια που δίδαξε ο Χριστός, και στη συνέχεια στο ένα Βάπτισμα, στη μία Θεία Ευχαριστία κ.λπ. Η αλλοίωση της πίστεως συνιστά την αίρεση, η οποία είναι κατάσταση που αποκόπτεται άμεσα από το Σώμα της Εκκλησίας και μέθοδος που δεν οδηγεί στη σωτηρία. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει ένωση με διαφορές στην πίστη, ένωση χωρίς κοινή πίστη, είναι δε γεγονός ότι μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού υπάρχουν όντως σημαντικές διαφορές στην ίδια την πίστη. Κοινή πίστη δεν υπάρχει! Από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά, αντίθετα, παρατηρείται η τάση να υποτιμηθούν αυτές οι διαφορές και να θεωρηθούν δυό θεμιτές όψεις του ίδιου πράγματος, ώστε σε μια ενδεχόμενη ένωση κάθε πλευρά να διατηρήσει την «παράδοσή της», ακόμη και τη δογματική! Αυτό, όμως, σημαίνει ότι το πρότυπο ενώσεως που έχει το Βατικανό και προβάλλει μέχρι σήμερα, δεν είναι άλλο από αυτό της Ουνίας.

 

 

Άλλα σημαντικά ιστορικά στοιχεία

Ο πρώην Πάπας Βενέδικτος ο ΙΣΤ´, ακολουθών την γραμμή των προκατόχων του, ευλογεί και συγχαίρει την Ουνιτικ «Εκκλησία» στην Ουκρανία. Με επιστολή του προς τον Ουνίτη «Αρχιεπίσκοπο» της Ουκρανίας Λιουμπομίρ Χούζαρ εγκωμιάζει τους αγώνες των Ουνιτών για την διατήρηση της ιδιοπροσωπίας τους και προσθέτει υπέρ της Ουνίας τα εξής: «Μέσα στην κοινωνία με τους Διαδόχους των Αποστόλων, των οποίων την ορατή ενότητα την εγγυάται ο Διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, η Ουκρανική Καθολική Κοινότητα, κατόρθωσε να διατηρήσει ζωντανή την Ιερή Παράδοση, στήν ακεραιότητά της. Για να παραμείνει άθικτη σε όλο της τον πλούτο η πολύτιμη αυτή κληρονομιά της “Παραδόσεως” επιβάλλεται να εξασφαλίσουμε την παρουσία και των δύο μεγάλων φορέων της μοναδικής Παραδόσεως του (λατινικού και του ανατολικού)… Διπλή είναι η αποστολή, που έχει ανατεθεί στην Ελληνοκαθολική Εκκλησία, που βρίσκεται σε πλήρη κοινωνία με τον διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου• από τη μία πλευρά να διατηρήσει ορατή μέσα στην Καθολική Εκκλησία την ανατολική παράδοση• από την άλλη πλευρά να ευνοήσει τη σύγκλιση των δύο παραδόσεων, μαρτυρώντας ότι αυτές όχι μόνο συνδυάζονται μεταξύ τους, αλλά και αποτελούν μία βαθιά ενότητα μέσα στην ποικιλία τους». 

-Ο ίδιος «Πάπας» κ. Βενέδικτος δέχθηκε τον εν Ελλάδι Ουνίτη «επίσκοπο» Γρατιανουπόλεως, κ. Δημήτριο Σαλάχα με την ομάδα των παπικών Ελλήνων επισκόπων, ο οποίος φωτογραφήθηκε μαζί τους με εμφάνιση Ορθοδόξου «αρχιερέως».  Επίσης, από την Έφεσο, κατά την επίσκεψη του κ. Βενεδίκτου τό 2006 στην Τουρκία και το Φανάρι, υποστήριξε την Ουνία, λέγοντας ότι: «κατ’ αυτόν ο καλύτερος τρόπος διά την ενότητα εις την Εκκλησίαν είναι αυτός της Ουνίας».  Η επιμονή του Παπισμού όχι μόνο να διατηρεί την Ουνία, αλλά και να την δραστηριοποιεί στην Αθήνα μέσω της Ουνιτικής «ενορίας» της Αγίας Τριάδος υπό την ηγεσία Ουνίτου «επισκόπου» (σαν να μην έφθανε ο Λατίνος «επίσκοπος» Αθηνών και ο νούντσιος του πάπα) αποτελεί σκάνδαλο γιά τους Ορθοδόξους, όχι μικρότερης σημασίας από το σκάνδαλο της Ιεράς Εξετάσεως και της συνυπάρξεως κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, παρά την ρητή εντολή του Κυρίου «απόδοτε ούν τα καίσαρος καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Μρκ.12,17).

Το γεγονός ότι ο Παπισμός εγκατέστησε Ουνιτικές «Εκκλησίες» και μεταξύ όλων των αρχαίων αιρετικών κοινοτήτων της Ανατολής (Κοπτών, Αρμενίων, Μελχιτών, Συροϊακωβιτών, Αβησσυνών, Ινδών του Μαλαμπάρ) αποδεικνύει, πέραν της δολιότητος των ιδρυσάντων και διατηρούντων την Ουνία, και την πρόθεση του Παπισμού να διατηρήσει την Ουνία ως μέθοδο, πρότυπο «ενώσεως» και επανόδου των Ορθοδόξων και των λοιπών ανατολικών Χριστιανών στην Ρώμη.  Αλλά και ο νυν «Πάπας» Φραγκίσκος ο Α΄ δεν ήταν δυνατόν να χαράξει άλλη γραμμή στο θέμα της Ουνίας, παρά αυτή των προκατόχων του. Η προκλητική συμμετοχή του Ουνίτου ψευδοδιακόνου και των Ουνιτών ψευδεπισκόπων, η ανάγνωση του Ευαγγελίου στα Ελληνικά από Ουνίτη «κληρικό», η παρουσία των Ουνιτών στην κατακόμβη της βασιλικής του Αγίου Πέτρου,  κατά τήν «ενθρόνισή» του, γιά μία εισέτι φορά επέρρωσαν το διαρκές έγκλημα της Ουνίας και τον αντίχριστο βιασμό της αμωμήτου μας Εκκλησίας.

-Γι να μη διακοπεί δήθεν ο Θεολογικς Διάλογος, έγιναν και γίνονται εκ μέρους Ορθοδόξων Προκαθημένων και θεολόγων απαράδεκτες υποχωρήσεις. Αναφέρουμε ένα σχετικά πρόσφατο παράδειγμα: Την ενέργεια του νυν Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου να προσφέρει στον Ουνίτη «επίσκοπο» των Αθηνών κ. Δημήτριο Σαλάχα τον Μάϊο του 2008 ένα άγιο Ποτήριο ως συμβολικό δώρο,  με το οποίο αποδεικνύει στην πράξη, ότι όχι μόνο αμνηστεύει αλλά και πανηγυρικά αναγνωρίζει την Ουνία.  

Συμπεράσματα

Το εκκλησιολογικό σχήμα της Ουνίας στην ουσία επιβεβαιώνει και στηρίζει το δόγμα του πρωτείου του «Πάπα» σε Ορθόδοξες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες. Το δόγμα αυτό, εδραιωμένο από δεκατέσσερες «Οικουμενικές Συνόδους» του Παπισμού και ενισχυμένο ακόμη περισσότερο από την τελευταία, την Β΄ «Σύνοδο» του Βατικανού,  παραμένει μέχρι σήμερα ο ακρογωνιαίος λίθος, που στηρίζει όλο το οικοδόμημα του Παπισμού. Δεν μας ξενίζει λοιπόν, ούτε μας ξαφνιάζει το γεγονός αυτό. Εκείνο που μας θλίβει και προξενεί πικρία και λύπη αφόρητη μέσα μας, είναι η μέχρι τώρα στάση της Ορθοδόξου εκκλησιαστικής Ηγεσίας, η στάση των ημετέρων «Ορθοδόξων» Οικουμενιστών Αρχιερέων. Οι αλλεπάλληλες υποχωρήσεις και συμβιβασμοί των και γενικά η οικουμενιστικ ανοχ των έναντι της Ουνίας είναι εκκλησιολογικώς άκρως προβληματική. 

Η Ουνία εξακολουθεί να ενισχύεται από το Βατικανό με ποικίλους τρόπους. Σημαντικός αριθμός εισηγήσεων αφιερώθηκε στην εξέταση της ιστορικής εξελίξεως και της σημερινής δράσεως της Ουνίας, με το συμπέρασμα ότι η Ρώμη δεν αφίσταται των προσηλυτιστικών και επεκτατικών της βλέψεων εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την οποία υποκριτικά ονομάζει και δέχεται ως «αδελφή εκκλησία». Δεν δέχθηκε την καταδίκη της Ουνίας που υπέγραψαν ομόφωνα Ορθόδοξοι και Παπικοί θεολόγοι μέλη της «Διεθνούς Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας» κατά την Στ' Συνέλευση της Ολομελείας στο Freising του Μονάχου (6-15 Ιουνίου 1990), απόδειξη περί του πόσο σέβεται και πόσο θα σεβασθεί τα αποτελέσματα του οποιουδήποτε διαλόγου, όταν θίγουν τις επιδιώξεις της. Για να εξαφανίσει δε τελείως αυτήν την καταδίκη, παρέσυρε τους Ορθοδόξους σε νέα συζήτηση του θέματος στο Balamand του Λιβάνου (17-24 Ιουνίου 1993), όπου αθωώθηκε και νομιμοποιήθηκε η Ουνία με τις υπογραφές αντιπροσώπων εννέα αυτο­κεφάλων και αυτονόμων εκκλησιών (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ρωσίας, Ρουμανίας, Κύπρου, Πολωνίας, Αλβανίας, Φινλανδίας), ενώ δεν έλαβαν μέρος αρνούμενες την μεθόδευση έξι εκκλησίες (Ιεροσολύμων, Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Ελλάδος, Τσεχοσλοβακίας).