Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2025

«Πειθήνια ὄργανα τοῦ Σατανᾶ οἱ Παπικοί» (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς)


 

«Πειθήνια ὄργανα τοῦ Σατανᾶ οἱ Παπικοί»

(Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς)

... Ἐπάθαμε δυστυχῶς πολλά, διότι στήν ἀρχή τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰῶνα, πού ἐκτιμοῦσαν πολλοί ὅτι θά ἦταν ὁ αἰῶνας τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Διάβολος διά τοῦ πάπα καί τῶν φιλοπαπικῶν ἐχάραξε ἄλλη πορεία, φιλοπαπική, φιλοδυτική, οἰκουμενιστική, ἐκκοσμικευμένη, ἀνατρεπτική τῶν θεσμῶν καί τῶν Παραδόσεων τῆς Ὀρθοδοξίας.

... Μεταλλάξαμε τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τό ψεῦδος τῶν αἱρέσεων τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γι’ αὐτό καί μᾶς παρέδωσε ὁ Θεός σέ πάθη ἀτιμίας καί ἀκαθαρσίας, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 1, 24-25).

... Ἡ ἀποστολική διαδοχή διακόπτεται, ὅταν διακοπεῖ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία. Καί ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία διά τῶν αἰώνων θεωρεῖ αἵρεση καί πλάνη τόν Παπισμό, κατασκεύασμα τοῦ Διαβόλου.

Ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ὁ Μυσταγωγός, ὁμόθρονος καί ὁμότροπος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, μᾶς διδάσκει ὅτι οἱ Παπικοί ἔχασαν τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν ὑπάρχει Ἅγιο Πνεῦμα σ’ αὐτούς.

... Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στούς «Ἀποδεικτικούς Λόγους, Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» μᾶς διδάσκει ὅτι καί πάλι ὁ ἀρχέκακος ὄφις, ὁ Διάβολος, σηκώνει τό κεφάλι του ἐναντίον μας καί προσβάλλει τίς ἀλήθειες τῆς Πίστεως.

Αὐτός παρεκίνησε τούς παλαιούς αἱρετικούς, τούς Ἀρείους, τούς Ἀπολιναρίους, τούς Εὐνομίους, τούς Μακεδονίους καί πολλούς ἄλλους νά χύσουν τό δηλητήριο τῆς αἱρέσεως μέσα στήν Ἐκκλησία, τυλιγμένο μέ λόγια εὐσεβείας, καί νά τήν παρουσιάσουν σάν ἕνα νέο θαλερό φυτό γεμᾶτο ἀπό ὡραίους καρπούς.

Αὐτός λοιπόν ὁ πονηρός καί καταραμἐνος ὄφις, «τό πρῶτον καί μέσον καί τελευταῖον κακόν», ὁ ἀκούραστος ἐπιτηρητής τῆς ἀπάτης καί εὐμήχανος σοφιστής, δέν ξέχασε καθόλου τήν χαρακτηριστική του κακοτεχνία, ἀλλά μέ τούς Λατίνους, πού εἶναι πειθήνια ὄργανά του, «διά τῶν αὐτῷ πειθηνίων Λατίνων», διδάσκει περί τοῦ Θεοῦ καινούργιες διδασκαλίες, πού φαίνεται νά ἔχουν μικρή διαφορά, εἶναι ὅμως ἀφορμές γιά μεγάλα κακά καί προκαλοῦν στήν Ὀρθοδοξία πολλά καί δεινά ἔκφυλα καί ἄτοπα, τά ὁποῖα δείχνουν ὅτι στά δογματικά θέματα περί τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι  μικρό τό παραμικρό· «οὐ μικρόν ἐν τοῖς περί Θεοῦ τό παραμικρόν».

---------------------------- 

Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ - ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ, τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, ὁμοτίμου καθηγητοῦ Πατρολογίας τοῦ Α.Π.Θ. -Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2019.

Ἐπιμέλεια ἀντιγραφῆς Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

Η έννοια του αναθέματος της Συνόδου των Ρώσων της Διασποράς (ΡΟΕΔ, Αύγουστος 1983)



Ένα επιχείρημα που επιστρατεύεται ως προς την καθαίρεση των Ιερέων που κοινωνούν με την αίρεση του Οικουμενισμού, άνευ άλλης συνοδικής πράξεως, είναι το ανάθεμα της συνόδου των Ρώσων της Διασποράς (ΡΟΕΔ).

 Ανάγκη λοιπόν να φέρουμε εις το μέσον το κείμενο:

«Τοις βάλλουσι κατά της Εκκλησίας του Χριστού και διδάσκουσιν ότι η του Χριστού Εκκλησία μεμέρισται εν ούτω καλουμένοις "κλάδοις", οίτινες διαφέρουσιν αλλήλων εν διδασκαλία και τρόπω ζωής, η ότι η Εκκλησία ουχ υφίσταται ορατώς, αλλ’ απαρτισθήσεται εν τω μέλλοντι, όταν άπαντες οι "κλάδοι" η τμήματα η ομολογίαι η προσέτι και θρησκείαι ενωθώσιν εν ενί σώματι· και οίτινες ου διακρίνουσι την ιερωσύνην και τα μυστήρια των αιρετικών, αλλά λέγουσιν ότι το βάπτισμα και η ευχαριστία των αιρετικών εισίν ικανά προς σωτηρίαν· ωσαύτως, τοις κοινωνούσιν εν γνώσει τοις προμνημονευθείσιν αιρετικοίς η συνηγορούσι, διαδίδουσι, η υπεραμυνομένοις της καινοφανούς αυτών αιρέσεως του οικουμενισμού εν προσχήματι αδελφικής αγάπης, η υποτιθεμένης ενώσεως των διαχωρισθέντων χριστιανών. Α Ν Α Θ Ε Μ Α».

 

 

Το ίδιο το κείμενο χωρίζεται σε τρία μέρη:

1) Αυτοί οι οποίοι βάλλουν κατά της Εκκλησίας και διδάσκουν την θεωρία των κλάδων η όταν ενωθούν οι κλάδοι η οι θρησκείες τότε έχουμε την Εκκλησία. Εδώ το κείμενο αναφέρεται σ’ αυτούς που ενσυνειδήτως πλήττουν την Εκκλησία (όσο το κατ’ αυτούς) και διδάσκουν τα ανωτέρω.

2) Και αυτοί που (εννοείται βάλλουν κατά της Εκκλησίας και) δεν διακρίνουν την ιερωσύνη και τα μυστήρια της Εκκλησίας από τα μυστήρια των αιρετικών και λέγουν πως είναι ικανά προς σωτηρία. Εδώ πρέπει να ερμηνευθεί η λέξη αιρετικοί. Δύο εκδοχές υπάρχουν:

α) να εννοεί τους εκτός Εκκλησίας αιρετικούς, το και πιθανότερο, όπως και από άλλα κείμενα της συνόδου φαίνεται (βλ. επιστολές πόνου) και

β) τους ίδιους τους Οικουμενιστές που δρούν εντός της Εκκλησίας, που εμείς θεωρούμε ως απίθανο, ωστόσο το συμπεριλαμβάνουμε διότι έτσι εκλαμβάνεται υπό ορισμένων.

 3) Ομοίως (με τους ανωτέρω), εις όσους κοινωνούν εν γνώσει με αυτούς τους αιρετικούς που έχει προμνημονεύσει η υπερασπίζουν, διαδίδουν η υπεραμύνονται τα του Οικουμενισμού.

Και για τις τρεις αυτές κατηγορίες εξαπολύει το ανάθεμα, το οποίο αναφέρεται σε λαικούς και μη. Εμείς επικεντρώνουμε την προσοχή μας μόνον ως προς κληρικούς που έχουν ιερωσύνη. Εάν προς στιγμή δεχθούμε ότι το ανάθεμα (ως προς το κείμενο αυτό) σημαίνει καθαίρεση και άκυρα - ανυπόστατα μυστήρια, ως το θέλει αυτή η θεωρία, οι δύο πρώτες ομάδες καθαιρούνται αυτομάτως.

 Ως προς την τρίτη:

α) Κατά την πρώτη εκδοχή, όσοι Ιερείς κοινωνούν εν γνώσει με τους εκτός Εκκλησίας αιρετικούς καθίστανται λαικοί, όσοι εν αγνοία παραμένουν ως Ιερείς. Οι υπόλοιποι όσοι δεν κοινωνούν μ’ αυτούς τους αιρετικούς, που αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος και είναι Ορθόδοξοι στο φρόνημα, αυτούς δεν τους αναθεματίζει το κείμενο, άρα παραμένουν ακαθαίρετοι. Το αποτέλεσμα που προκύπτει εξ όλων αυτών είναι να συλλειτουργούν εντός του ιερού βήματος κληρικοί με λαικούς η το εξ ίσου παράδοξο να μνημονεύουν λαικούς ως Επισκόπους, δηλαδή επέρχεται πλήρη σύγχυση εντός της Εκκλησίας.

β) Κατά την δευτέρα εκδοχή, όσοι Ιερείς κοινωνούν με τους Οικουμενιστές που δρούν εντός της Εκκλησίας (οι οποίοι Οικουμενιστές ήδη καθαιρέθηκαν άνευ άλλης πράξεως κατά την θεωρία αυτή), εν γνώσει, καθίστανται και αυτοί λαϊκοί, όσοι κοινωνούν εν αγνοία παραμένουν ως Ιερείς. Και εδώ έχουμε μείξη των αμείκτων ως αποτέλεσμα, δηλαδή να συλλειτουργούν Ιερείς με λαϊκούς εντός του ιερού βήματος η μνημόνευση των λαϊκών ως Επισκόπων. Αυτά είναι τα τραγικά αποτελέσματα που επιφέρει αυτή η ερμηνεία και μάλιστα από πότε ισχύουν; Δεν αναφέρει πουθενά το κείμενο περί συνοδικής αναγνωρίσεως της αιρέσεως αλλά από την στιγμή της εκδόσεως και δημοσιοποιήσεώς του, δηλαδή τον Αύγουστο του 1983. Δηλαδή από τον Σεπτέμβριο του αυτού έτους μέχρι σήμερα παρατηρείται αυτό το εξωφρενικό φαινόμενο και δεν προβλέπεται να σταματήσει και αυτό το εισήγαγε ένα κείμενο. Το πρόβλημα όμως δεν λήγει εδώ, έχουμε και συνέχεια· όσοι εβαπτίσθησαν, ενυμφεύθησαν και όποια άλλη ιερατική πράξη ετελέσθη υπό Ιερέως εν γνώσει κοινωνούντος, θεωρούνται ως μη γενόμενα και πρέπει να επαναληφθούν, εκτός εάν τελούσε εν αγνοία ο Ιερεύς. Πως όμως θα γίνει γνωστό αυτό εάν έχει κοιμηθεί; Αλλά και εάν ζει και ψεύδεται; Νομίζουμε πως επαρκούν τα ανωτέρω για να καταδειχθεί σε πόσα άτοπα οδηγεί αυτή η θεωρία. Κατέστη σαφές ότι η έννοια του αναθεματισμού στο κείμενο αυτό δεν νοείται ως καθαίρεση. Εάν τα μυστήρια καθίστανται άκυρα και έχουμε απώλεια της ιερωσύνης, αυτό πρέπει να συμβαίνει για όλους και στους εν γνώσει και στους εν αγνοία κοινωνούντες. Η εισαγωγή του εν γνώσει δείχνει πως είναι καταδικαστέοι, πρέπει να τους καθαιρέσει σύνοδος.

Σ’ αυτά συνάδουν και τα εξής:

«Ο εν Καναδά επίσκοπος της Ρ. Διασποράς Βιτάλιος, αξιολογών εις πρόσφατον άρθρον του το κατά των οικουμενιστών ανάθεμα της Συνόδου του, γράφει τα εξής σημα- ντικά, τα οποία πρέπει να προσέξουν ιδιαιτέρως οι απανταχού γης ορθόδοξοι επίσκοποι.

"Ούτω διά της δηλώσεως του αναθέματος επροστατεύσαμε το ποίμνιόν μας από αυτόν τον αποκαλυπτικόν πειρασμόν και ακουσίως εθέσαμε συγχρόνως ένα σοβαρόν ερώτημα εις την συνεί- δησιν όλων των τοπικών Εκκλησιών, εις το οποίον οφείλουν αργά η γρήγορα, ούτως η άλλως, να δώσουν μίαν απάντησιν. Το πνευματι- κον των μέλλον εν τη παγκοσμίω Ορθοδόξω Εκκλησία θα εξαρτηθή από την απάντησιν του ερωτήματος αυτού.

Συμφώνως τω εκκλησιαστικώ Δικαίω το ανάθεμα το οποίον εξηγγέλθη από ημάς είναι καθαρώς τοπικού χαρακτήρος της Ρωσικής δηλ. Ορθοδόξου Εκκλησίας εν Διασπορά αλλά πράξει (de facto) έχει τεραστίαν ιστορικήν σπουδαιότητα, παγκο- σμίως, ιστορικώς και εκκλησιαστικώς, ακριβώς διότι ο Οικουμενισμός ο ίδιος είναι μία αίρεσις παγκοσμίου ευρύτητος.

Η θέσις αύτη της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εν Διασπορά είναι σαφεστάτη εις τας συνειδήσεις όλων των Ορθοδόξων. Δι’ ημάς αυτό αποτελεί ένα μεγάλο σταυρόν τον οποίον ο Κύριος έθεσε επάνω μας. Αλλά δεν ηδυνάμεθα να σιγώμεν έτι πλέον, καθόσον η σιωπή θα ισοδυνάμει με προδοσίαν της αληθείας, εκ της οποίας προ- δοσίας είθε ο Κύριος να διαφυλάξη πάντας ημάς"759.

Και η έκδοσις του παρόντος ακριβώς εις αυτό αποβλέπει· να προκαλέση διακοπήν της ενόχου σιωπής, ώστε να αυξήση το με- τωπον των ενισταμένων κατά της αιρέσεως Ορθοδόξων προς σωτηρίαν των αθανάτων ψυχών των, μιάς των οποίων ουκ έστιν άξιος όλος ο κόσμος.

(ΠΗΓΗ.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ.Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ.
Οι παραπομπές στο βιβλίο)

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2025

Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης σε εκκλησιολογικά θέματα. Ένα πρωτότυπο πείραμα (Β)


ΜΕΡΟΣ -Β

ΕΡΩΤΗΣΗ. Πότε απαιτείται (και πότε δεν απαιτείται) επίσημη ενέργεια της Εκκλησίας για την καθαίρεση αιρετικών;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΗΓΗΣ 1 (=πλατφόρμα τεχνητής νοημοσύνης)

α) Διάκριση μεταξύ «ατομάτου» (πνευματικής) έκπτωσης και «συνοδικής-κανονικής» καθαίρεσης

1.       Αυτόματη (πνευματική) έκπτωση

o    Όταν κάποιος (ιδίως κληρικός) κηρύττει ανοιχτά και συνειδητά νέα αίρεση, ο ίδιος πνευματικά αποκόπτεται «ατομάτως» από το Σώμα της Εκκλησίας. Η χάρη της ιερωσύνης δεν μπορεί να παραμένει ενεργή σε κάποιον που πολεμά την ορθή πίστη «γυμν τ κεφαλ».

o    Αυτή η «αυτοκαθαίρεση» έχει να κάνει με την ουσιαστική (ontological) διάσταση της ένταξης στο Σώμα του Χριστού. Από τη στιγμή που παραχαράσσεται η πίστη και δεν υπάρχει μετάνοια, ο συγκεκριμένος κληρικός δεν δύναται να τελέσει έγκυρα μυστήρια.

2.       Συνοδική-κανονική καθαίρεση

o    Πρόκειται για την επίσημη ανακήρυξη (θεσμική-κανονική) πως ο συγκεκριμένος

«αιρετικός» κληρικός καθαιρείται και παύει να λογίζεται ως ιερεύς ή επίσκοπος της Εκκλησίας.

o    Η Εκκλησία, δια των αρμοδίων οργάνων της (Σύνοδος, τοπική ή οικουμενική),

επιβεβαιώνει ενώπιον όλων το ήδη συντελεσθέν πνευματικό γεγονός. Δηλαδή, η συνοδική πράξη «σφραγίζει» ή «κάνει εμφανές και δεσμευτικό για όλους» ό,τι ήδη έχει γίνει σε πνευματικό επίπεδο.

β) Πρακτικός λόγος ύπαρξης και ανάγκης της συνοδικής απόφασης

·         Οι Πατέρες της Εκκλησίας ανέκαθεν τόνιζαν πως πρέπει να αποφεύγονται σύγχυση και αντικρουόμενες απόψεις εντός του εκκλησιαστικού σώματος.

·         Επομένως, η συνοδική διαδικασία ρυθμίζει:


1.       Την αποσαφήνιση της Ορθής Πίστης.

2.       Την προστασία του ποιμνίου από την πλάνη.

3.       Την αποτροπή περαιτέρω σχισματικών καταστάσεων.

4.       Τη διασφάλιση της (οπτικής, “κανονικής”) ενότητας της Εκκλησίας.

Με άλλα λόγια, παρότι ο αιρετικός (κληρικός) χάνει τη σωστική χάρη «αυτόματα» όταν επισήμως διακηρύσσει και εμμένει σε αίρεση, η καταδίκη/καθαίρεση διά συνόδου ή διά της αρμοδίας

επισκοπικής αρχής καθίσταται απαραίτητη προκειμένου να διακρίνεται τυπικά και ξεκάθαρα στους οφθαλμούς όλων το ποιος είναι σε κοινωνία με την Εκκλησία και ποιος όχι.


 

2.  Θεολογικός, δογματικός, σωτηριολογικός, εσχατολογικός λόγος πίσω από αυτήν την ανάγκη

1.       Θεολογικός - δογματικός λόγος

o    Η Εκκλησία είναι η «Κιβωτός της αλήθειας» (βλ. 1 Τιμ. 3:15) και «Σώμα Χριστού» (Εφεσ. 1:22–23). Όταν κάποιος διαστρέφει την πίστη και εμμένει πεισματικά σε αυτήν τη διαστροφή, τάσσεται εκτός του αληθινού Δόγματος, άρα εκτός Εκκλησίας.

o    Η συνοδική καταδίκη ενός κληρικού ως αιρετικού φανερώνει έμπρακτα ότι η διδασκαλία του βρίσκεται εκτός της παραδομένης αποστολικής πίστης.

2.       Σωτηριολογικός λόγος

o    «Εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία», κατά τους Πατέρες (π.χ. Μέγας Κυπριανός, Μέγας Βασίλειος). Η ακρίβεια της πίστεως συνδέεται άρρηκτα με τη θεραπεία του ανθρώπου και την κοινωνία με τον Θεό.

o    Η κανονική ανακήρυξη της αίρεσης διασφαλίζει πως οι πιστοί θα γνωρίζουν ότι η συγκεκριμένη διδασκαλία οδηγεί σε απομάκρυνση από τη Χάρη, άρα σε απώλεια της σωτηρίας.

3.       Εσχατολογικός λόγος

o    Η Εκκλησία βιώνει ήδη από τώρα το μυστήριο της «Βασιλείας του Θεού». Όποιος εισάγει ψεύδος για την πηγή της Αλήθειας (Χριστό) και γκρεμίζει το ορθό φρόνημα, βάλλει στην πράξη κατά του ίδιου του Σώματος του Χριστού.

o    Η επίσημη συνοδική πράξη θέτει ξεκάθαρα την οριοθέτηση: ποιος βαδίζει με τον Χριστό και ποιος «εξέρχεται» εκουσίως της αληθινής Εκκλησίας – αυτό θα κριθεί οριστικά και εσχατολογικά, όμως η Εκκλησία ήδη από την παρούσα ζωή κάνει διακριτή (φαινομενικά) την αλήθεια της από την πλάνη.


 

ΕΡΩΤΗΣΗ. Πριν την επίσημη καθαίρεση, ο αιρετικός (κληρικός) είναι ή δεν είναι μέλος της Εκκλησίας;


α) Θεολογική (πνευματική) διάσταση

·         Στην πνευματική–οντολογική του διάσταση, ο κληρικός που κηρύττει αίρεση ήδη αποκόπτεται από τη χάρη και καθίσταται «εκτός Εκκλησίας» προτού καν συγκληθεί Σύνοδος ή εκδοθεί επίσημη απόφαση.

·         Οι Πατέρες (π.χ. Μέγας Φώτιος, Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς) μιλούν ξεκάθαρα για αυτομάτως έκπτωτους αιρετικούς.

β) Κανονική–ορατή διάσταση

·         Ενώ αυτό πνευματικά ισχύει, η ορατή–κανονική αναγνώριση λαμβάνει χώρα με την επίσημη καταδίκη/καθαίρεση από τη Σύνοδο (ή τον αρμόδιο επίσκοπο, εφόσον είναι κατώτερος κληρικός).

·         Επομένως, πριν από την επίσημη καθαίρεση ένας αιρετικός κληρικός:

o    Πνευματικά δεν είναι μέλος της Εκκλησίας (δεν μετέχει στη χάρη).

o    Τυπικά–εξωτερικά ενδέχεται ακόμα να φέρει τον τίτλο «επίσκοπος/πρεσβύτερος» μέχρι να καταδικαστεί συνοδικώς.

o    Ωστόσο, οι πιστοί δικαιούνται (και οφείλουν) να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του, όταν αυτός «γυμν τ κεφαλ» κηρύττει αίρεση (βλ. 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου).


 

Συνοψίζοντας

1.       Από τη στιγμή που κάποιος κηρύττει νέα αίρεση και εμμένει σε αυτή, πνευματικά– ενεργειακά δεν μετέχει πια στη Χάρη της Ιερωσύνης, άρα δεν έχει έγκυρα Μυστήρια.

2.       Επίσημα–κανονικά, όμως, η Εκκλησία (μέσω Τοπικής ή Οικουμενικής Συνόδου) προβαίνει σε καθαίρεση, για να διατρανώσει δημοσίως και αναμφιβόλως ότι ο συγκεκριμένος κληρικός

έχει εκπέσει. Με αυτόν τον τρόπο προστατεύεται το ποίμνιο και αποφεύγονται σύγχυση και σκάνδαλα.

3.       Πριν από την επίσημη συνοδική καθαίρεση, ο κηρύττων αίρεση είναι ήδη

(πνευματικά/οντολογικά) εκτός Εκκλησίας, όμως τυπικώς/εξωτερικά μπορεί να εξακολουθεί να φέρει τον «τίτλο» — γι’ αυτό και είναι αναγκαία η κανονική απόφαση που επιβεβαιώνει και φανερώνει σε όλους την πτώση του.

Κοντολογίς, αυτό που συντελείται «εν δυνάμει» και αοράτως (η αποκοπή από τη Χάρη), η Εκκλησία το διακηρύσσει «εν ενεργεία» και ορατά δια των συνοδικών και κανονικών διαδικασιών προς σωτηρία των πιστών και διαφύλαξη της Εκκλησίας από τη σύγχυση.