Πέμπτη 20 Μαρτίου 2025

ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΜΟΛΥΣΜΟ (Α)


 


Άποψη πρώτη.

 Οι Αγιορείτες Πατέρες επί  Μιχαήλ Η Παλαιολόγου γράφουν τα εξής:  «...τὴν   ἐπὶ   τῶν   ἀδύτων ἀναφορὰν...συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο». Δηλαδή οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐξηγοῦν γιὰ ποιὸ λόγο μνημονεύουμε τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιερέα κατὰ τὴν θεία Λειτουργία. Αὐτὸ γίνεται, ὄχι γιατὶ χωρὶς τὴν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέα δὲν ἐπιτελεῖται τὸ μυστήριο, κατὰ τὴν σφαλερὴ γνώμη μερικῶν συγχρόνων, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανεῖ ἡ "τέλεια συγκοινωνία", ἡ ταυτότητα πίστεως τοῦ μνημονεύοντος καὶ τοῦ μνημονευομένου. Ἀναφέρουν μάλιστα καὶ τὴν ἐξήγηση τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Θεοδώρου Ἀνδίδων, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ἱερουργὸς ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιερέως γιὰ νὰ δείξει ὅτι κάνει ὑπακοὴ στὸν προϊστάμενό του, ὅτι ἔχει τὴν ἴδια πίστη μὲ αὐτὸν καὶ ὅτι εἶναι διάδοχος τῶν θείων μυστηρίων.

Σχόλιο.

Τὸ λεγόμενο παραπάνω  ὡς πρὸς τὸν Θεόδωρο Ἀνδίδων, γιὰ νὰ δείξει ὅτι ἔχει τὴν ἴδια πίστη μ’ αὐτόν, δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ ὀρθὸ ὡς πρὸς Ὀρθοδόξους. Τὸ ὀρθὸ εἶναι ὅτι ἡ διαμνημόνευση τοῦ Ἀρχιερέως στὴν ἁγία ἀναφορὰ δεικνύει ὅτι κοινωνός ἐστι τῆς πίστεως, δηλαδὴ ὁ μνημονεύων μετέχει στὴν πίστη τοῦ μνημονευομένου. Ἂν ὁ Θεόδωρος ἤθελε νὰ πεῖ περὶ μόνον μίας καταδείξεως τῆς ἰδίας πίστεως, δὲν ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιήσει τὶς λέξεις «κοινωνός ἐστι» ἀλλὰ ὁμόφρων ἢ ὁμόδοξος ἢ σύμφωνός ἐστι. Σ’ αὐτὸ συντείνουν τὰ λεχθέντα: τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων μὲ τὴν σχετικὴ ἑρμηνεία τους, τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (ποὺ ἐπικαλοῦνται οἱ Ἁγιορεῖτες), τοῦ Προφήτου Ἰεζεκιὴλ κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν ἁγίων Πατέρων, τῆς Ε’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τοῦ ἱεροῦ Γενναδίου τοῦ Σχολαρίου.

Συνεπῶς τὸ τῆς απόψεως: «καὶ γιὰ νὰ δείξει... ὅτι ἔχει τὴν ἴδια πίστη μ’ αὐτόν», δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ ὀρθὸ ὡς πρὸς Ὀρθοδόξους. Τὸ ὀρθὸ εἶναι, ὅτι ἡ ἀναφορὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιερέως ἀποτελεῖ «τελείαν ἕνωσιν...καὶ κοινωνίαν»· καὶ τὸ ἄλλο: «γιὰ νὰ φανεῖ "ἡ τέλεια συγκοινωνία" ἡ ταυτότητα πίστεως τοῦ μνημονεύοντος καὶ τοῦ μνημονευομένου». Ἡ ὀρθὴ διατύπωσή του εἶναι: γιὰ νὰ δειχθεῖ "ἡ τέλεια συγκοινωνία", δηλαδὴ ἡ (τέλεια) συγκοινωνία-συμμετοχὴ (καὶ ὄχι ἡ ταυτότητα) τῆς πίστεως, τοῦ (ὀρθοδόξου) μνημονεύοντος καὶ τοῦ (ἀκαθαιρέτου αἱρετικοῦ) μνημονευομένου -στὴν ἀποκλίνουσα πίστη του- ἐξ αἰτίας τῆς διαμνημονεύσεως, τοῦτ’ ἔστιν ἀρχὴ συγκοινωνούντων δοχείων· κατὰ τὸν νοῦν τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, τοῦ Θεοδώρου Ἀνδίδων, τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ὡς ἤδη ἐλέχθη, καὶ τελικὰ τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, κατὰ τό:

« Ἄνωθεν (=ἀπ’ ἀρχῆς) γὰρ ἡ τοῦ Θεοῦ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τὴν ἐπὶ τῶν ἀδύτων ἀναφορὰν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο».

Άποψη δεύτερη

«Ἡ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς φαίνεται νὰ ἀπασχόλησε ἰδιαίτερα τοὺς Πατέρες τῶν συνόδων. Καὶ ἡ προτροπὴ γιὰ ἀποφυγή τους ἀπέβλεπε στὴν προφύλαξη τῶν πιστῶν ἀπὸ πιθανοὺς κινδύνους: πρῶτον γιατὶ ἡ συνεύρεση μὲ τοὺς αἱρετικοὺς θὰ μποροῦσε νὰ δώσει τὴν εἰκόνα τῆς ἀναγνώρισής τους, τῆς παραδοχῆς τους καὶ δεύτερον γιατὶ μὲ τὸ νὰ κρατοῦν περιχαρακωμένη τὴν πίστη τους θὰ ἦταν δυσκολότερο νὰ παρασυρθοῦν ὁρισμένοι πιστοὶ ἀπὸ τὰ αἱρετικὰ δόγματα».

 

Σχόλια

 

Τα παραπάνω  εἶναι μὲν ὀρθὰ ἀλλὰ δὲν καλύπτουν τὸ ὅλο θέμα τοῦ γιατὶ οἱ Πατέρες καὶ οἱ Σύνοδοι διόρισαν νὰ ἀποφεύγεται μὲ κάθε τρόπο καὶ «πάσῃ δυνάμει» ἡ κοινωνία μὴ καταδικασθέντων αἱρετικῶν. Ὁ πρωτεύων λόγος εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τοῦ συμμολυσμοῦ ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἑτεροδόξων στοὺς Ὀρθοδόξους.

Ἡ  άποψη  στὴν συνέχεια μνημονεύει Ἀποστολικοὺς καὶ ἄλλους ἱεροὺς Κανόνες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν 9ο Τιμοθέου. Ἡ ἐρώτηση ποὺ τέθηκε στὸν Ἀρχιεπ. Τιμόθεο, ὡς φαίνεται ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἱερὸ Κανόνα, εἶναι ἡ ἐξῆς:

«Εἰ ὀφείλει Κληρικὸς εὔχεσθαι, παρόντων Ἀρειανῶν, ἢ ἄλλων αἱρετικῶν· ἢ οὐδὲν αὐτὸν βλάπτει, ὁπόταν αὐτὸς ποιῇ τὴν εὐχήν, ἤγουν τὴν προσφοράν;».

 Ὁ ἱερὸς Κανόνας ὁμιλεῖ γιὰ βλάβη καὶ μάλιστα ὄχι ὑπὸ τῆς διδασκαλίας τοῦ αἱρετικοῦ ἀλλὰ ἀπὸ μόνης τῆς παρουσίας του στὴν θεία Λειτουργία. Διότι ἀναφέρεται συγκεκριμένα ὡς πρὸς τὸν χρόνο ποὺ τελεῖ τὴν προσφορὰ ὁ Ἱερεύς, δηλαδὴ τὴν ἀναίμακτο ἱερουργία κατὰ τὸν ὅσιο Νικόδημο καὶ ὅταν εὔχεται ὁ Ἱερεὺς δὲν μπορεῖ νὰ διδάξει ὁ αἱρετικὸς τὴν αἵρεσή του. Ἄλλωστε ἡ ἐρώτηση ἀναφέρεται στὸ ἐὰν βλάπτει τὸν ἴδιο τὸν κληρικὸ ἡ παρουσία τοῦ αἱρετικοῦ ἐν ὥρᾳ θείας λειτουργίας καὶ ὄχι τὸν λαό. Καὶ ὁ ἱερὸς Τιμόθεος ἀπαντᾶ ὅτι ὁ Διά κονος προσφωνεῖ «οἱ ἀκοινώνητοι περιπατήσατε», δηλαδὴ οἱ ἀκοινώνητοι ἀποχωρήσατε· αὐτὸ ὁ Βαλσαμὼν καὶ ὁ ὅσιος Νικόδημος τὸ ἀποδίδουν μὲν ὡς πρὸς τοὺς κατηχουμένους, τοῦτ’ ἔστι τοὺς ἀβαπτίστους, ὑπονοοῦν δὲ στοὺς κατηχουμένους καὶ τοὺς προσωπικῶς ἀκρίτους αἱρετικούς.

Ὁ δὲ Ἀρχιεπ. Τιμόθεος καὶ αὐτὸς τὸ ἀναφέρει καὶ ὡς πρὸς τοὺς βαπτισμένους καὶ ἀκατακρίτους Ἀρειανοὺς καὶ ἄλλους αἱρετικοὺς . Τὸ ὅτι τὸ «ἀκοινώνητοι» ἔχει καὶ αὐτὴν τὴν ἔννοια προ κύπτει καὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τὸν ἅγιο Συμεὼν Θεσ- σαλονίκης. Καὶ καταλήγει ὁ ἱερὸς Τιμόθεος στὸν ἀνωτέρω ἱερὸ Κανόνα του (9ο ), ὅτι δὲν μποροῦν νὰ παρευρίσκονται οἱ αἱρετικοὶ ἐν ὥρᾳ θείας Λειτουργίας, τὸ ἐὰν βλάπτει ὅμως δὲν ἀπάντησε ἄμεσα ἀλλα ἔμμεσα, ὅτι ναὶ βλάπτει ἡ παρουσία τους.

Αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἀποδεικνύεται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐκ τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν, στὶς ὁποῖες λέγεται ὅτι συμμιαίνονται οἱ Ὀρθόδοξοι ἐὰν συμπροσευχηθοῦν μετὰ τῶν αἱρετικῶν.

Αὐτὸν τὸν συμμολυσμὸ τὸν ἑρμηνεύει ἡ Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος , ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες (βλ. καὶ ποιοὶ ἄλλοι Πατέρες, σσ. 182κ.ἑ., ἀλλ’ ἑρμηνεύεται καὶ ἀπὸ ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση). Ἀλλὰ καὶ ὁ 15ος ἱερὸς Κανόνας τῆς ΑΒ’ Συνόδου ὁμιλεῖ γιὰ σχίσμα ποὺ εἰσαγάγει ὁ ἀκατάγνωστος αἱρετικὸς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐνδεικτικῶς, ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης λέγει: «Λαὸς δὲ ἅπας, ὀρθῶς ἔχων περὶ τὴν πίστιν προθέσει ψυχῆς, τοῖς μελωδοῦσι συνάπτεται, τὸν ἀπὸ Θεοῦ ἐκκαλούμενος ἔλεον. Ἐμφαίνει δ’ οὗτος τὴν τελευταίαν τάξιν μεθ’ ὧν οὐ θέμις συνίστασθαι ἢ κακεργάτην ἢ ἑτερόδοξον. Οὐ γὰρ συγκοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος. Εἰ δέ τις ἐπιστραφείη πρὸς τὸ φῶς, τότε δεκτέος τοῖς τοῦ φωτός...»405. Δὲν πρέπει νὰ παρευρίσκεται μετὰ τῶν Ὀρθοδόξων ἐντὸς τοῦ ναοῦ οὔτε ὁ ἐργάτης τοῦ κακοῦ - τῆς ἁμαρτίας ὅπως λέγει ἀλλοῦ - οὔτε καὶ ὁ ἑτερόδοξος - καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς κακοδοξίας ἀποτελεῖ ἁμαρτία καὶ γιὰ τὸν ἱερὸ Συμεὼν καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους Πατέρες - . Καὶ ἀλλοῦ ὁ κλεινὸς Ἱεράρχης ἐξηγεῖ γιατὶ δὲν πρέπει νὰ μνημο- νεύεται στὴν ἱερὰ προσκομιδὴ οὔτε ὁ «κακεργάτης», οὔτε ὁ «ἑτερόδοξος», διότι κατακρίνονται καὶ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος ποὺ μνημονεύονται, ἀλλὰ συγκατακρίνεται καὶ ὁ Ἱερεὺς ποὺ τοὺς μνημονεύει. Δηλαδὴ ἀρχὴ συγκοινωνούντων δοχείων, αὐτὸ λέγουν ὅλοι οἱ Πατέρες· οἱ ὁποῖοι δίδαξαν ἢ βίω σαν αὐτὴν τὴν ἀρχή, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὴν διαμνημόνευση ἀλλὰ καὶ στὴν γενικώτερη ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία ἀκατακρίτου αἱρετικοῦ.

(Ιερομονάχου Ευγενίου .Η  έννοια του μολυσμού. Οι παραπομπές των κειμένων βρίσκονται στο βιβλίο. Ευχαριστούμε τον Γέροντα για την άδεια δημοσίευσης αποσπασμάτων του βιβλίου του.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας χωρὶς τὸ Συνοδικόν της. Ἐκκλησία χωρίς Χριστό.


Εικόνα που περιέχει ρουχισμός, άτομο, κτίριο, κουστούμι

Το περιεχόμενο που δημιουργείται από τεχνολογία AI ενδέχεται να είναι εσφαλμένο.

Γεώργιος Κ. Τζανάκης Ἀκρωτήρι Χανίων

Γιατὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐθέσπισαν τὸν ἐορτασμὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν νηστειῶν;

Γιατὶ ἡ σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία ἀπεχθάνεται, περιφρονεῖ καὶ κυρίως διαστρέφει καὶ ἀναποδογυρίζει ἐντελῶς τὴν σημασία αὐτῆς τῆς ἑορτῆς;

Γιατὶ πέταξαν ἔξω τὸ Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας; Ἡ ἑορτὴ θεσπίστηκε καὶ ἔλαβε τὴν συγκεκριμένη μορφὴ ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀκούῃ ὁ λαὸς ὅσα ὑπάρχουν στὸ Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐκεὶ θὰ ἀκούσουμε καὶ γιὰ τὴν εἰκονομαχικὴ αἵρεσι, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες αἱρέσεις καὶ τοὺς ἀντορθοδόξους τρόπους σκέψεως καὶ ζωῆς.

Οἱ Πατέρες ἐθέσπισαν αὐτὴ τὴν ἑορτὴ γιὰ νὰ μᾶς δείξουν πῶς πρέπει νὰ σκεφτόμαστε, νὰ φρονοῦμε, πῶς πρέπει νὰ μιλοῦμε καὶ πῶς νὰ κηρύττουμε. Πώς; Ὅπως εἶπαν οἱ Προφῆτες ποὺ εἶδαν, ὅπως διδάξανε οἱ ἀπόστολοι, ὅπως παρέλαβε ἀπὸ αὐτοὺς ἡ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἐδογμάτισαν οἱ διδάσκαλοι τῆς πίστεως, ὅπως συμφώνησε ὅλη ἡ οἰκουμένη. Ἔτσι πρέπει. Γιατί; Διότι αὐτὸ τὸ ἔδειξε ἡ Χάρις ποὺ ἔλαμψε διὰ τῶν ἁγίων καὶ ἀπεδείχθη  ἡ ἀλήθεια ἐνῷ ἀπομακρύνθηκε τὸ ψεῦδος. Καὶ ὁ ἀγώνας τῶν Πατέρων βραβεύθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ἡ κατά Θεὸν σοφία κυριάρχησε.

«Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἐβράβευσεν· οὕτῳ φρονοῦμεν, οὕτῳ λαλοῦμεν, οὕτῳ κηρύσσομεν». Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐθέσπισαν αὐτὴν τὴν ἑορτή. Ὅσους ἀκολουθοῦν αὐτὸν τὸν δρόμο ἡ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τιμᾷ τὴν μνήμη τους καὶ τοὺς μακαρίζει, ὅσους τὸν ἀφήνουν καὶ τὸν διαστρέφουν, ἀκολουθῶντας τὶς δικὲς τους αὐθαίρετες τροχιὲς, τοὺς ἀναθεματίζει.

Ἄ!!! Φοβερὸ!!! Πού ζοῦμε; Σὲ ποιόν σκοτεινὸ μεσαίωνα; Νὰ ἀκούγονται ἀναθέματα μέσα στὶς ἐκκλησίες; Ἐκεὶ ὅπου διδάσκεται ἡ ἀγάπη καὶ ἡ καταλλαγἠ καὶ ἡ ἀνοχή, ἀνεξαρτήτως «γλώσσας, φυλῆς, πίστεως καὶ πάσης ἄλλης ἰδιαιτερότητος καὶ μαλακίας;» Βαβαί!!!, παπαί !!!. Στὸν 21ο αἰῶνα; Στὴν Εὑρώπη τῶν δικαιωμάτων νὰ συμβαίνουν τέτοια πράγματα; Γίνεται;

Ὅπως βλέπετε δὲν γίνεται. Τώρα καὶ μιὰ εἰκοσαετία σχεδὸν τίποτα δὲν ἀκούγεται ἀπὸ τὸ Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας στὶς ἐκκλησίες.

Γιατί νὰ μακαρίζουμε ἀνθρώπους ποὺ πολέμησαν τὶς ἀπόψεις τῶν συνανθρώπων τους; Αὑτὸ δὲν ἔκαναν οἱ ἅγιοι ποὺ ἀντιτάχθηκαν στὶς αἱρέσεις; Πολεμική δὲν ἔκαναν; Καὶ καλά, αὐτὰ ἔγιναν κάποτε, πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Σήμερα τί νόημα ἔχουν; Στὴν ἐποχὴ τῆς ἀνεκτικότητος καὶ τῆς ἐλευθέρας ἐπιλογῆς ἀκόμη καὶ … φύλλου; Στὴν ἐποχὴ τῆς πανθρησκείας καὶ τῆς μεγάλης ἐπανεκίνησης;

Διότι, λένε οἱ ἅγιοι στὸ Συνοδικό, οἱ φωνὲς αὐτὲς, -οἱ τῶν πιστῶν φωνὲς «Αἰωνία ἡ μνήμη» γιὰ τοὺς Πατέρες καὶ τοὺς πιστούς, ποὺ ἀγωνίστηκαν καὶ βασανίστηκαν καὶ θυσιαστηκαν γιὰ νὰ κρατηθῇ ἡ πίστις- μεταβαίνουν ἀπὸ τοὺς Πατέρες σὲ μᾶς τοὺς υἱούς τους, ποὺ ζηλοῦμε τὴν εὐσέβειά τους.

«Αὗται ὡς εὐλογίαι πατέρων ἀπ᾿ αὐτῶν εἰς ἡμᾶς τοὺς υἱοὺς ζηλοῦντας αὐτῶν τὴν εὐσέβειαν διαβαίνουσιν·» Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἄντε, καὶ καλὰ οἱ μακαρισμοὶ τῶν πατέρων. Οἱ ἀφορισμοὶ καὶ οἱ κατάρες γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς; Ταιριάζουν; Γιατί; Δὲν εἶναι μίσος, δὲν εἶναι ἐχθροπάθεια;

Ὄχι, λένε οἱ πατέρες στὸ Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας. Οἱ ἴδιοι, οἱ αἱρετικοὶ δηλαδὴ, ὑπέβαλαν τοὺς ἑαυτοὺς τους στὴν κατάρα, περιφρόνησαν τῆς ἐντολὲς τοῦ δεσπότου Χριστοῦ καὶ ἔγιναν πατροκτόνοι (πατραλοίαι). Γι᾿ αὐτὸ ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ, ὅσοι ἀποτελοῦμε τὸ εὐσεβὲς πλήρωμα, ξαναλέμε σ᾿ αὐτοὺς τὴν κατάρα τὴν ὁποία οἱ ἴδιοι  ντύθηκαν.

«Ὡσαύτως δὲ καὶ αἱ ἀραὶ τοὺς πατραλοίας καὶ τῶν δεσποτικῶν ἐντολῶν ὑπερόπτας καταλαμβάνουσι· διὸ κοινῇ πάντες, ὅσον εὐσεβείας πλήρωμα, οὕτως αὐτοῖς τὴν ἀρὰν ἥν αὐτοὶ ἑαυτοὺς ὑπεβάλοντο ἐπιφέρομεν». Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἴσως καὶ μόνον ἀπὸ αὐτὰ ἀντιλαμβάνεται καὶ ὁ πλέον ἀνυποψίαστος, γιατί οἱ σημερινοὶ ἐπιβήτορες τῶν ἐπισκοπικῶν θρόνων δὲν θέλουν κἄν νὰ ἀκοῦνε γιὰ τέτοια πράγματα. Διότι καὶ οἱ ἴδιοι ὑπόκεινται στὰ ἀναθέματα. Ξακάθαρα ἀναφέρεται: Ὅλα ὅσα ἔχουν καινοτομηθῇ πέρα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοσι καὶ τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων πατέρων καὶ ὅσα στὸ μέλλον θὰ καινοτομηθοῦν, ἀνάθεμα.

«Ἅπαντα τὰ παρὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν καὶ τὴν διδασκαλίαν καὶ ὑποτύπωσιν τῶν ἁγίων καὶ ἀοιδίμων πατέρων καινοτομηθέντα ἢ μετὰ τοῦτο πραχθησόμενα, ἀνάθεμα». Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τί ἔχουν ἀφήσει ἀνέγγιχτο ἀπὸ τὶς διδασκαλίες τῶν Πατέρων εἴτε διὰ τῶν λόγων τους, εἴτε διὰ τῶν πράξεών τους;

Καὶ πιὸ συγκεκριμένα: Ὅσοι δὲν ἀποδέχονται ὀρθῶς τὶς  θεϊκὲς φωνὲς τῶν ἁγίων διδασκάλων τῆς τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας, καὶ ὅσα ἔχουν λεχθῇ μὲ τὴν χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος ξεκάθαρα καὶ μὲ σαφήνεια προσπαθοῦν νὰ τὰ παρερμηνεύσουν καὶ νὰ τὰ διαστρέψουν, ἀνάθεμα.

«Τοῖς μὴ ὀρθῶς τὰς τῶν ἁγίων διδασκάλων τῆς τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας θείας φωνὰς ἐκλαμβανομένοις καὶ τὰ σαφῶς καὶ  ἀριδήλως  ἐν αὐταῖς δια τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος χάριτος εἰρημένα παρερμηνεύειν τε καὶ περιστρέφειν πειρωμένοις, ἀνάθεμα». Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ὅταν ἀκοῦμε γιὰ μεταπατερικὲς θεολογίες, ὅτι οἱ πατέρες ἦταν «θύματα τοῦ ἀρχεκάκου» καὶ βλέπουμε τὰ ὅσα συμβαίνουν γύρω μας (μολυσμὸς ναῶν καὶ μυστηρίων, κουταλάκια, μουρόπανα, κολυμπάρια, πρωτεία, κεφαλές καὶ … ἄλλα μέλη τῆς ἐκκλησίας, δεκτικὴ οἰκουμενικότης καὶ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη λεγεώνα τῶν καινοτομιῶν) πὼς οἱ αὐτουργοὶ αὐτῶν τῶν ὕβρεων θὰ ἀνεχτοῦν νὰ ἀκούγονται ἐντὸς τῶν ναῶν ἐνώπιόν τους οἱ φωνὲς τῶν Πατέρων καὶ τὰ ἀναθέματα, τὰ ὁποία ἀναθεματίζουν τοὺς ἰδίους;

Ἐδὼ βέβαια, γίνεται ἀπλῶς μιὰ ὑπενθύμισις καὶ ὅχι συστηματικὴ καὶ ἀναλυτικὴ παρουσίασις τῶν ὅσων ἐμπεριέχονται στὸ Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας –καὶ δὲν εἴμαστε καὶ ἰκανοὶ γιὰ κάτι τέτοιο, οὔτε εἶναι δυνατὸν, ὅπως γράφουμε στὸ γόνατο- ἀλλὰ ὅποιος θέλει ἄς προστρέξει καὶ θὰ δῇ ὅτι γίνονται ἀναφορὲς καὶ γιὰ τὶς φιλοσοφικὲς προσεγγίσεις τοῦ κόσμου, τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ γιὰ τὴν ἐκ τοῦ μηδενὸς δημιουργία, καὶ γιὰ τὴν προΰπαρξι τῶν ψυχῶν, καὶ τὴν μετενσάρκωσι καὶ γιὰ τὸν ρόλο τῆς παιδείας ἐν σχέσι μὲ τὴν πίστι. Θὰ δῇ ὅτι ἀκόμη καὶ ὅσοι δὲν δέχονται τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων μὲ καθαρὴ πίστι καὶ μὲ ἀπλὴ καὶ ὁλόψυχη καρδιά, ἀλλὰ προσπαθοῦν μὲ λόγους καὶ σοφιστεῖες νὰ τὰ κατηγορήσουν ὡς ἀδύνατα ἤ νὰ τὰ παρερμηνεύσουν κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ νὰ τὰ συνδυάσουν κατὰ τὴ γνώμη τους , ἀναθεματίζονται.

«Τοῖς μὴ πίστει καθαρᾷ καὶ ἁπλῇ καὶ ὁλοψύχῳ καρδίᾳ τὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν καὶ Θεοῦ καὶ τῆς ἀχράντως αὐτὸν τεκούσης δεσποίνης ἡμῶν  θεοτόκου καὶ τῶν λοιπῶν ἁγίων ἐξαίσια θαύματα δεχομένοις, ἀλλὰ πειρωμένοις ἀποδείξεσι καὶ λόγοις σοφιστικοῖς ὡς ἀδύνατα διαβάλλειν ἢ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς παρερμηνεύειν καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν γνώμην συνιστᾶν, ἀνάθεμα». Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὴν δυσκολία αὐτῶν ποὺ ἔχουν ἀναγάγει τοὺς κάθε «εἰδικούς» ὡς ρυθμιστὲς τῆς ζωῆς τῆς ἐκκλησίας, ποὺ τρέχουν στὰ μασωνοκρατούμενα παναπιστήμια καὶ ἀναγορεύονται ἐπίτιμοι διδάκτορες κλπ, νὰ ἀκοῦνε ἐντὸς τῶν ναῶν αὐτὰ τὰ ἀναθέματα. Αὐτοὺς ποὺ διαχειρίζονται κατὰ τὸ δοκοῦν τὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ «σκασίλα τους» γιὰ τὰ ἀποτελέσματα.

Μήν ξεχνᾶτε ὅτι εὑκαίρως ἀκαίρως δηλώνουν τὴν ὑποταγή τους στὴν Δύσι καὶ τὸν διαφωτισμό καὶ τὴν ὀρθόδοξο πίστι τὴν ἀντιλαμβάνονται ὡς μιὰ βαρειὰ καὶ ἀπεχθὴ κληρονομιὰ φανατισμοῦ καὶ ὀπισθοδρομήσεως.

Αὑτοὶ εἶναι ποὺ ποτίζουν σήμερα τὴν ἄμπελο τῆς κακίας ποὺ φυτεύτηκε στὸν ἀγρὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ὁμοϊδεάτες προκατόχους τους. Καὶ ἄπλωσε τὰ κλήματά της ἀσεβείας καὶ μεγάλωσαν τὰ πικρά σταφύλια της καὶ τὸ κρασί τους εἶναι θυμὸς δαιμονικός. Μὲ αὐτὸν ἐπότισαν τὸν λαό τοῦ Θεοῦ, μὲ αὐτὴ τὴν θολή κακόνοια.

«Ἡ ἄμπελος τῆς κακίας ἐξέτεινε τὰ κλήματα τῆς ἀσεβείας καὶ τὸν βότρυν τὸν πικρὸν ἐξήνθησε, καὶ θυμὸς δράκοντειος, ὁ οἷνος αὐτῶν· ἐξ οὖ τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου ἐπότισαν ὄντως, τὴν θολερὰν κακόνοιαν». ᾨδὴ δ΄ κανόνος ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας.

Καὶ τώρα βλέπουμε γύρω μας  αὐτὸ, τὸ βακχικὸ ὄργιο τῶν μεθυσμένων ψυχῶν. Ὄχι. Δέν ἀνήκουμε σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄμπελο, τὴν διαφωτισμένη, τὴν δαιμονικὴ τὴν καμπαλιστική. Δὲν εἴμαστε κλήματα καμμιᾶς δύσης. Ὁ πρωθυπουργεύων τῆς χώρας καὶ οἱ ὅμοιοί του, πράγματι ἀνήκουν ἐκεὶ, ὅπως λέει, ἀλλὰ ὄχι ἐμεῖς.

Δὲν λέγει ψέμματα ὁ εἰπῶν: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, καὶ ὁ πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστι. Πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μὴ φέρον καρπόν, αἴρει αὐτό, καὶ πᾶν τὸ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπὸν φέρῃ». (Κατὰ Ἰωάννην ΙΕ΄ 1-2) 

Ἄς λένε ὅτι θέλουνε οἱ θλιβεροὶ οἰκουμενιστές. Ἄς κάμουνε ὅσα ὄργια προλαβαίνουν. Ὅλα στὸ πὺρ θὰ δοκιμαστοῦν καὶ ὅλα ἐκεὶ θὰ καοῦν καὶ τότε θὰ δοῦμε τὶς ἀμπελοφιλοσοφίες τους καὶ τὰ δαιμονοδίδακτα ροκανίδια τοῦ μυαλοῦ τους.

«Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν. Ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται». (Κατὰ Ἰωάννην ΙΕ΄ 5-6)

Γεώργιος Κ. Τζανάκης Ἀκρωτήρι Χανίων.