Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025
Ένα δημοσίευμα της Le Figaro για την Μονή της Αγίας Αικατερίνης Σινά και δύο ερωτήσεις.
Η «In unitate fidei»
Βασικά στοιχεία
-
Η «In unitate fidei» εκδόθηκε στις 23 Νοεμβρίου 2025, ανήμερα της εορτής του Χριστού Βασιλέως. vaticannews.va+2press.vatican.va+2
-
Αντικείμενο της είναι η συμπλήρωση των 1700 ετών από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος της Νικαίας (325 μ.Χ.). Φως Φαναρίου+2The Middle East Council of Churches+2
-
Η επιστολή χωρίζεται σε 12 σημεία. vaticannews.va+2nyxthimeron.com+2
-
Ο Πάπας Λέων δηλώνει ότι σκοπός της είναι να ενθαρρύνει όλη την Εκκλησία — πιστούς και ιεραρχία — να «ανανεώσουν τον ενθουσιασμό τους για την ομολογία της πίστης». nyxthimeron.com+2press.vatican.va+2
🎯 Κύριες θεματικές και στόχοι της εγκυκλίου
• Έννοια πίστης ως κοινή κληρονομιά
Η εγκύκλιος αναδείχνει το σύμβολο της πίστεως (το Συμβόλαιο/Σύμβολο της Νίκαιας) ως «κοινό τόπο» όλων των Χριστιανών — ανεξάρτητα δογματικών διαφορών — και ως θεμέλιο ενότητας. press.vatican.va+2osservatoreromano.va+2
Θεωρεί ότι αυτή η «ενότητα της πίστης», όπως εκφράστηκε στη Νίκαια, παραμένει σήμερα καθοριστική για τη συνοχή της Εκκλησίας. nyxthimeron.com+2The Middle East Council of Churches+2
• Κάλεσμα σε οικουμενισμό και ειρήνη
Ο Λέων XIV προσκαλεί τους Χριστιανούς να πορευθούν μαζί — με σεβασμό στη θε legitimate διαφορετικότητα — προς «ενότητα και συμφιλίωση», αφήνοντας πίσω «θεολογικές διαμάχες».
Η Επιστολή βλέπει τη χριστιανική κοινότητα ως «παγκόσμιο σώμα» — δυνατό σημείο ειρήνης και συμφιλίωσης σε έναν διχασμένο κόσμο.
• Πίστη ως βίωμα και δημόσια μαρτυρία
Σύμφωνα με την Εγκύκλιο, η πίστη δεν είναι μόνο θεωρητική διδασκαλία ή παρελθόν, αλλά πρακτική και βιωματική πραγματικότητα: πίστη που ζει καθημερινά, διαμορφώνει τη σχέση με τον Θεό, καλεί σε φιλανθρωπία, αφοσίωση και κοινωνική μαρτυρία.
Η ενανθρώπηση του Χριστού — «κατέβηκε από τον ουρανό για τη σωτηρία μας» — επαναπροβάλλεται ως καρδιά της χριστιανικής πίστης αλλά και ως πρόσκληση σε κοινή ζωή και αγάπη.
• Επαναπροσέγγιση του Συμβόλου της Πίστεως με σύγχρονη συνείδηση
Η εγκύκλιος παροτρύνει τους πιστούς να “επανακερδίσουν” το Σύμβολο της Νίκαιας — όχι απλώς ως ιστορικό κείμενο, αλλά ως ζωντανή αναφορά ταυτότητας και πίστις.
Με αυτό ως βάση, προτείνει μια θεολογική αλλά και κοινοτική ανανέωση — κατάλληλη για τις νέες προκλήσεις της εποχής.
Βασικά στοιχεία
- Η
«In unitate fidei» εκδόθηκε στις 23 Νοεμβρίου 2025, ανήμερα της εορτής του
Χριστού Βασιλέως.
- Αντικείμενο
της είναι η συμπλήρωση των 1700 ετών από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος της
Νικαίας (325 μ.Χ.).
- Η
επιστολή χωρίζεται σε 12 σημεία.
- Ο
Πάπας Λέων δηλώνει ότι σκοπός της είναι να ενθαρρύνει όλη την Εκκλησία —
πιστούς και ιεραρχία — να «ανανεώσουν τον ενθουσιασμό τους για την
ομολογία της πίστης».
🎯 Κύριες θεματικές και
στόχοι της εγκυκλίου
• Έννοια πίστης ως κοινή κληρονομιά
Η εγκύκλιος αναδείχνει το σύμβολο της πίστεως (το
Συμβόλαιο/Σύμβολο της Νίκαιας) ως «κοινό τόπο» όλων των Χριστιανών — ανεξάρτητα
δογματικών διαφορών — και ως θεμέλιο ενότητας.
Θεωρεί ότι αυτή η «ενότητα της πίστης», όπως εκφράστηκε στη Νίκαια, παραμένει
σήμερα καθοριστική για τη συνοχή της Εκκλησίας.
• Κάλεσμα σε οικουμενισμό και ειρήνη
Ο Λέων XIV προσκαλεί τους Χριστιανούς να πορευθούν μαζί —
με σεβασμό στη θε legitimate διαφορετικότητα — προς «ενότητα και συμφιλίωση»,
αφήνοντας πίσω «θεολογικές διαμάχες».
Η Επιστολή βλέπει τη χριστιανική κοινότητα ως «παγκόσμιο σώμα» — δυνατό σημείο
ειρήνης και συμφιλίωσης σε έναν διχασμένο κόσμο.
• Πίστη ως βίωμα και δημόσια μαρτυρία
Σύμφωνα με την Εγκύκλιο, η πίστη δεν είναι μόνο θεωρητική
διδασκαλία ή παρελθόν, αλλά πρακτική και βιωματική πραγματικότητα: πίστη που
ζει καθημερινά, διαμορφώνει τη σχέση με τον Θεό, καλεί σε φιλανθρωπία, αφοσίωση
και κοινωνική μαρτυρία.
Η ενανθρώπηση του Χριστού — «κατέβηκε από τον ουρανό για τη σωτηρία μας» —
επαναπροβάλλεται ως καρδιά της χριστιανικής πίστης αλλά και ως πρόσκληση σε
κοινή ζωή και αγάπη.
• Επαναπροσέγγιση του Συμβόλου της Πίστεως με σύγχρονη
συνείδηση
Η εγκύκλιος παροτρύνει τους πιστούς να “επανακερδίσουν”
το Σύμβολο της Νίκαιας — όχι απλώς ως ιστορικό κείμενο, αλλά ως ζωντανή αναφορά
ταυτότητας και πίστις.
Με αυτό ως βάση, προτείνει μια θεολογική αλλά και κοινοτική ανανέωση —
κατάλληλη για τις νέες προκλήσεις της εποχής.
Τα πιο προβληματικά σημεία της In Unitate Fidei
(όπως θα τα έβλεπε μια Ορθόδοξη ή
Παραδοσιακή/αντι-οικουμενιστική θεώρηση)
1. Η θεώρηση του Συμβόλου της Πίστεως ως “κοινής βάσης
για όλους τους Χριστιανούς”
Από Ορθόδοξη σκοπιά:
- Δεν
υπάρχει κοινή πίστη με Ομολογίες που έχουν αλλοιώσει το Σύμβολο (π.χ.
Filioque).
- Η
Νίκαια δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί “οικουμενιστικά” χωρίς την πλήρη
επιστροφή στο γνήσιο Νικαϊκό-Κωνσταντινουπολίτικο Σύμβολο.
2. Η ιδέα ότι “η ενότητα ήδη υπάρχει λόγω βαπτίσματος και
ομολογίας”
Προβληματικό γιατί:
- Η
Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί ότι η Μία Εκκλησία υπάρχει μόνον
εντός της Ορθοδοξίας και όχι “κατακερματισμένη” σε διάφορες ομολογίες.
- Η
“βαπτισματική θεολογία της ενότητας” συνδέεται συχνά με οικουμενιστικές
προσεγγίσεις (π.χ. BEM – Faith and Order).
3. Η εξίσωση ή αποδοχή της “θεμιτής ποικιλίας παραδόσεων”
Από παραδοσιακή σκοπιά:
- Η
Εκκλησία έχει μία Παράδοση, όχι πολλές “θεμιτές” παράλληλες.
- Ο
κίνδυνος: σχετικοποίηση των δογματικών διαφορών (ενέργεια–ουσία,
εκκλησιολογία, μυστήρια κ.λπ.).
4. Η πρόσκληση σε “κοινή πορεία, κοινή προσευχή, κοινή
μαρτυρία”
Για τους παραδοσιακούς:
- Η
κοινή προσευχή με αιρετικούς ήταν απαγορευμένη από Ιερούς Κανόνες
(Λαοδικείας, Καρθαγένης, Πενθέκτης).
- Η
“κοινή μαρτυρία” θεωρείται άτοπο όσο οι θεολογικές διαφορές παραμένουν.
5. Η παπική αντίληψη ενότητας (Primus sine paribus)
Από Ορθόδοξη πλευρά:
- Κάθε
κείμενο από Ρώμη που μιλά για “ενότητα” συχνά εννοεί ένταξη στην παπική
εκκλησιολογία.
- Η
Ορθόδοξη Εκκλησία δεν δέχεται πρωτείο εξουσίας, αλλά μόνο πρωτείο τιμής
(“πρώτος μεταξύ ίσων”).
6. Η λεγόμενη “συμφιλίωση” ως προϋπόθεση ενότητας
Από παραδοσιακή σκοπιά:
- Δεν
υπάρχει συμφιλίωση χωρίς ομολογία της αλήθειας· δεν είναι θέμα
ψυχολογικής διάθεσης.
- Ο
“θετικός οικουμενισμός” μπορεί να κρύβει θεολογικό μινιμαλισμό.
7. Η πρόσκληση σε θεολογικό διάλογο χωρίς αναφορά στην
ανάγκη δογματικής συμφωνίας
Από Ορθόδοξους και παραδοσιακούς:
- Ο
διάλογος δεν μπορεί να είναι “ανοικτός” προς αλλαγές της Πίστεως.
- Η
αλήθεια δεν διαπραγματεύεται· η δογματική ταυτότητα δεν είναι προϊόν
διαλόγου αλλά αποκάλυψης.
8. Η απουσία ξεκάθαρης θέσης για το Filioque, τα
μυστήρια, το πρωτείο
Θεωρείται ότι:
- Η
εγκύκλιος θίγει ενότητα, αλλά σιωπά για τα κεντρικά σημεία της
διαίρεσης.
- Αυτό
επιτρέπει “οικουμενιστική ασάφεια”.
🔍 Συγκριτική θεώρηση: In Unitate Fidei (2025) vs Ut Unum
Sint (1995)
Παρακάτω υπάρχει μια καθαρή, συστηματική και θεολογικά ακριβή
σύγκριση της In Unitate Fidei (2025, Λέων XIV) με την Ut Unum Sint
(1995, Ιωάννης Παύλος Β’), το πιο σημαντικό παπικό κείμενο για την ενότητα του
χριστιανικού κόσμου μετά τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο.
1. Εκκλησιολογικό υπόβαθρο
Ut Unum Sint
- Παρουσιάζει
ξεκάθαρα τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως substantially την Μία
Εκκλησία του Χριστού, που όμως αναγνωρίζει «στοιχεία αγιασμού και
αλήθειας» στις άλλες κοινότητες.
- Θεωρεί
ότι η ενότητα είναι επιστροφή στην πλήρη κοινωνία με τον Πάπα.
- Προβάλλει
ισχυρά το παπικό πρωτείο, αλλά ζητά «διάλογο για τις μορφές άσκησής του».
In Unitate Fidei
- Δίνει
πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην κοινή πίστη στο Σύμβολο της Νίκαιας ως
αρχή ενότητας.
- Μιλάει
για κοινή πορεία βασισμένη στη κοινή πίστη, όχι στην άμεση επιστροφή σε
παπική κοινωνία.
- Το
πρωτείο δεν παρουσιάζεται ως εμπόδιο αλλά ως υπηρεσία ενότητας, με
πιο ήπιο και πνευματικό τόνο.
- Δεν
υπάρχει η ρητή έννοια της “επανένταξης” (reconciliation with the Church of
Rome).
→ Συμπέρασμα:
Η In Unitate Fidei υιοθετεί πολύ “μαλακότερη” εκκλησιολογία σε σχέση με
την Ut Unum Sint.
2. Τι θεωρείται «κοινό σημείο εκκίνησης» για την ενότητα
Ut Unum Sint
- Βασίζεται
στη Β΄ Βατικανή· κοινή βάση = Βάπτισμα + μερική κοινωνία.
- Θεωρεί
την πλήρη ενότητα ως αποκατάσταση εκκλησιολογικής κοινωνίας υπό το
πρωτείο.
In Unitate Fidei
- Κάνει
το Σύμβολο της Νικαίας το κεντρικό θεμέλιο ενότητας, ανεξαρτήτως
εκκλησιολογικής κοινωνίας.
- Η
ενότητα ορίζεται πρωτίστως ως κοινότητα πίστεως και όχι (μόνο) διοικητική
ή ιεραρχική.
→ Καινοτομία:
Για πρώτη φορά το Βατικανό παρουσιάζει δογματικό κείμενο (Νικαία) ως
κύριο σημείο σύγκλισης, όχι απλώς την κοινή ταυτότητα μέσω Βαπτίσματος.
3. Ο ρόλος του διαλόγου
Ut Unum Sint
- Θεσμικός
διάλογος με σκοπό την άρση δογματικών διαφορών.
- Εξετάζει
λεπτομερώς τη δυνατότητα θεολογικής προσέγγισης (Filioque, Πρωτείο,
Εκκλησιολογία).
- Αναγνωρίζει
δυσκολίες και όρια.
In Unitate Fidei
- Υπογραμμίζει
κυρίως τον πνευματικό, υπαρξιακό και ποιμαντικό διάλογο: κοινή
μαρτυρία, κοινή πίστη, κοινή προσευχή.
- Λιγότερη
αναφορά στις δογματικές λεπτομέρειες που χωρίζουν τις Εκκλησίες.
- Περισσότερο
εμπνευστικό/ποιμαντικό παρά δογματικό κείμενο.
→ Αξιολόγηση:
Η In Unitate Fidei μετακινεί το κέντρο του διαλόγου από «δογματικό» σε
«κοινό βίωμα πίστεως».
4. Στάση gegenüber στις Ορθόδοξες Εκκλησίες
Ut Unum Sint
- Τονίζει
τις συμφωνίες και διαφορές αναλυτικά.
- Αναγνωρίζει
πλήρως τη μυστηριακή ζωή των Ορθοδόξων.
- Βλέπει
την Ορθοδοξία ως μοντέλο προς εξέταση για ανανέωση του παπικού πρωτείου.
In Unitate Fidei
- Εστιάζει
περισσότερο στην κοινή θεμελιώδη πίστη της Νικαίας.
- Προβάλλει
τη Νίκαια ως σημείο συμβολικής επιστροφής στη μία αρχαία ενότητα.
- Αποφεύγει
συγκεκριμένες αναφορές σε επίμαχα θέματα (Filioque, πρωτείο,
εκκλησιολογία), αφήνοντας τα “ανοιχτά”.
→ Συμπέρασμα:
Η In Unitate Fidei είναι πιο “φιλική” προς την Ορθόδοξη οπτική, αλλά και
θεολογικά λιγότερο ακριβής από την Ut Unum Sint.
5. Τόνος και θεολογικό ύφος
Ut Unum Sint
- Θεολογικό,
ακαδημαϊκό, συστηματικό.
- Λεπτομέρειες,
τεχνικοί όροι, πατρολογικές αναφορές.
- Επιχειρεί
να απαντήσει σε ενστάσεις non-Catholics.
In Unitate Fidei
- Ποιμαντικό,
μυσταγωγικό, εμπνευστικό.
- Η
γλώσσα θυμίζει περισσότερο Ομιλία Μεγάλων Εορτών παρά δογματικό
κείμενο.
- Απευθύνεται
στο πλήρωμα, όχι μόνο σε θεολόγους.
→ Παρατήρηση:
Η In Unitate Fidei μοιάζει με πνευματικό κείμενο πάνω στην κοινή πίστη·
η Ut Unum Sint είναι το επίσημο “οικουμενικό εγχειρίδιο” της Ρώμης.
6. Η αιτία και η αφορμή έκδοσης
Ut Unum Sint
- Επιστέγασμα
της Β΄ Βατικανής για την ενότητα.
- Θεολογικό
πρόγραμμα ενότητας “σε βάθος”.
In Unitate Fidei
- Επετειακό
κείμενο για τα 1700 χρόνια από τη Νίκαια.
- Χρησιμοποιεί
τη Νίκαια ως πρότυπο ενότητας και θεολογικής συμφωνίας.
🧭 Γενικό συμπέρασμα
Αν η Ut Unum Sint είναι το θεολογικό και δογματικό
manual του Καθολικού οικουμενισμού,
η In Unitate Fidei είναι περισσότερο μια βαθιά πνευματική πρόσκληση
ενότητας μέσω της κοινής πίστεως της Νικαίας.
Η δεύτερη είναι σημαντικά πιο «ήπια», λιγότερο δεσμευτική
και πιο “πανχριστιανική”, περίπου σαν ένα οικουμενικό κάλεσμα με βάση τον
κοινό Χριστολογικό πυρήνα.
Αν θέλεις, μπορώ να σου ετοιμάσω:
🔸 πίνακα σύγκρισης
(side-by-side)
🔸 ορθόδοξη θεολογική
κριτική σημείο προς σημείο
🔸 πατρολογική τεκμηρίωση
για τα κρίσιμα ζητήματα (πρωτείο, Filioque, Σύμβολο)
🔸 σύγκριση και με άλλα
κείμενα (π.χ. Unitatis Redintegratio, Dominus Iesus)
Τι προτιμάς;
Είπες:
σύγκριση και με άλλα κείμενα
Το ChatGPT είπε:
Ωραία — σου ετοιμάζω μια συστηματική, θεολογικά καθαρή
και περιεκτική σύγκριση της In Unitate Fidei (2025) με τα τέσσερα
βασικά παπικά/ρωμαιοκαθολικά οικουμενικά κείμενα της σύγχρονης εποχής:
- Unitatis
Redintegratio (1964 — Β΄ Βατικανή)
- Ut
Unum Sint (1995 — Ιωάννης Παύλος Β’)
- Dominus
Iesus (2000 — Ratzinger)
- Lumen
Gentium (1964 — Εκκλησιολογικό θεμέλιο)
και μετά σου δίνω σύντομη αξιολόγηση από
ορθόδοξη/παραδοσιακή σκοπιά.
📘 1. Σύγκριση με Unitatis Redintegratio
(1964)
Η Unitatis Redintegratio είναι το «σύνταγμα» του
καθολικού οικουμενισμού.
Κύρια χαρακτηριστικά του κειμένου του 1964
- Βασίζεται
στη θεωρία της «μερικής κοινωνίας» (communio imperfecta).
- Αναγνωρίζει
«στοιχεία ἁγιασμοῦ καὶ ἀληθείας»
σε άλλες Εκκλησίες.
- Στόχος:
η πλήρης αποκατάσταση της ενότητας μέσω συμφωνίας στην πίστη και
υπακοής στο Πρωτείο.
- Τονίζει
πολύ την ανανέωση της καθολικής Εκκλησίας προς χάρη της ενότητας.
Σε σχέση με την In Unitate Fidei
- Το
κείμενο του 2025 αποφεύγει εντελώς τη γλώσσα της “μερικής κοινωνίας”.
- Δεν
γίνεται αναφορά στο ότι οι άλλες Εκκλησίες υστερούν εκκλησιολογικά.
- Η
βάση ενότητας είναι η κοινή πίστη της Νικαίας, όχι η επιστροφή στην
παπική κοινωνία.
- Ο
τόνος της In Unitate Fidei είναι πνευματικός, όχι
κανονικός/εκκλησιολογικός.
👉 Συμπέρασμα: Η In
Unitate Fidei βρίσκεται εμφανώς πέρα από τη θεολογική γλώσσα της Β΄
Βατικανής, αλλά χωρίς να τη διαψεύδει.
📗 2. Σύγκριση με Ut
Unum Sint (1995)
Το πιο «θεολογικά γεμάτο» κείμενο για τον οικουμενισμό.
Χαρακτηριστικά του 1995
- Δίνει
κεντρική θέση στο παπικό πρωτείο.
- Ζητά
από τις άλλες Εκκλησίες να «προτείνουν μορφές άσκησης» του πρωτείου.
- Μιλά
για αμοιβαία μεταστροφή (conversion), όχι απλώς για συνεργασία.
- Εξετάζει
συγκεκριμένα doctrinal gaps (Filioque, πρωτείο, εκκλησιολογία).
Σε σχέση με την In Unitate Fidei
- Το
2025 αποφεύγει εντελώς το “πρωτείακο” περιεχόμενο της Ut Unum
Sint.
- Η
ενότητα δεν παρουσιάζεται ως «κοινωνία με τον Πάπα», αλλά ως κοινή
ομολογία Χριστού.
- Δεν
υπάρχει η ρητή προτροπή σε δογματικό διάλογο επί των διαφορών.
- Το
πρωτείο παρουσιάζεται μόνο ως «διακονία ενότητας» — όχι θεσμική
απαίτηση.
👉 Συμπέρασμα: Η In
Unitate Fidei είναι πολύ πιο «ανοικτή» προς την Ορθοδοξία από την Ut
Unum Sint.
📙 3. Σύγκριση με Dominus
Iesus (2000)
Το πιο αυστηρό κείμενο της σύγχρονης Καθολικής
εκκλησιολογίας.
Χαρακτηριστικά του 2000
- Τονίζει
ότι μόνο η Καθολική Εκκλησία έχει «πληρότητα σωτηρίας».
- Οι
Ορθόδοξες Εκκλησίες αναγνωρίζονται ως «αληθινές Εκκλησίες», αλλά χωρίς
πλήρη κοινωνία.
- Προσεγγίζει
αυστηρά τον θρησκευτικό συγκρητισμό.
- Είναι
αντι-οικουμενιστικό σε τόνο, αν και ορθοδοξο-συμβατό σε πολλά σημεία.
Σε σχέση με την In Unitate Fidei
- Η
εγκύκλιος του 2025 αποφεύγει πλήρως τη γλώσσα «πληρότητας» και
«έλλειψης».
- Δε
χρησιμοποιεί εκκλησιολογικούς όρους που ιεραρχούν τις Εκκλησίες.
- Δεν
γίνεται καμία διάκριση «Εκκλησίες» vs «εκκλησιαστικές κοινότητες».
- Δίνει
σχεδόν πρωτο-πατερικό ύφος: «αυτή η κοινή πίστη μας ενώνει».
👉 Συμπέρασμα: Σε
τόνο και προσέγγιση, η In Unitate Fidei είναι η αντιστροφή της Dominus
Iesus.
📕 4. Σύγκριση με Lumen
Gentium (1964)
Το θεμέλιο της σύγχρονης καθολικής εκκλησιολογίας.
Χαρακτηριστικά
- Το
«subsistit in» (η Εκκλησία του Χριστού υποστασιάζεται στην Καθολική
Εκκλησία).
- Θεωρητική
βάση της οικουμενικής προσέγγισης του Καθολικισμού.
- Η
ενότητα ταυτίζεται κατ’ αρχήν με την πλήρη κοινωνία με τον Πάπα.
Σε σχέση με την In Unitate Fidei
- Η
νέα εγκύκλιος δεν αναφέρει καν το subsistit in.
- Εισάγει
ένα είδος κοινού σημείου αναφοράς πέρα από εκκλησιολογικές
αυτοκατανοήσεις: τη Νίκαια.
- Δεν
μιλά για «οικονομία της σωτηρίας», αλλά για «ομολογία πίστεως».
👉 Συμπέρασμα: Η In
Unitate Fidei δεν αμφισβητεί τη Lumen Gentium, αλλά μοιάζει να την
υπερβαίνει ποιμαντικά.
🧭 Συνολική θεώρηση
Αν τα προηγούμενα κείμενα είχαν συγκεκριμένο θεολογικό
στόχο:
|
Κείμενο |
Τι προσπαθεί να θεμελιώσει |
|
Lumen Gentium |
Την καθολική αυτοκατανόηση |
|
Unitatis Redintegratio |
Τη βάση του οικουμενικού διαλόγου |
|
Dominus Iesus |
Τα όρια του οικουμενισμού |
|
Ut Unum Sint |
Το πρακτικό πρόγραμμα ενότητας |
τότε η In Unitate Fidei παρουσιάζει έναν νέο τύπο
οικουμενισμού:
➤ βασισμένο όχι σε εκκλησιολογία,
➤ αλλά σε κοινή χριστολογία και
σε «επιστροφή στη Νίκαια».
Πρακτικά, εισάγει μια πατροκεντρική – προδρομιακή
προσέγγιση ενότητας.
🕊️ Πώς φαίνεται αυτό από
ορθόδοξη / παραδοσιακή σκοπιά;
Θετικά:
- Επιστροφή
στη Νίκαια = κοινός δογματικός τόπος.
- Προσωρινή
απομάκρυνση από την κατηγορική γλώσσα τύπου Dominus Iesus.
- Λιγότερη
“πρωτείακη” πίεση.
- Τόνωση
της χριστολογικής βάσης (που είναι κοινή).
Προβληματικά:
- Αποφυγή
των πραγματικών δογματικών διαφορών = ενδεχόμενη συγκεχυμένη
εκκλησιολογία.
- Η
ενότητα ερμηνεύεται περισσότερο υπαρξιακά παρά κανονικά.
- Η
Νίκαια παρουσιάζεται σχεδόν ως «οικουμενικός ομπρέλα-τόπος» χωρίς τα
συμφραζόμενα της παράδοσης.
- Η
απουσία αναφοράς σε Filioque, πρωτείο, χάρις, εκκλησιολογία μπορεί να
θεωρηθεί σιωπηρή παράκαμψη της παράδοσης.
Ο Αρχιμ.Σπυρίδων Μπιλάλης για την άρση των ναθεμάτων
Απόσπασμα από το βιβλίο «ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΠΙΣΜΟΣ»
«Από ορθόδοξη θεολογική άποψη, η πρωτοβουλία του Πατριάρχη να αρθεί το ανάθεμα θεωρείται απαράδεκτη τόλμη και αντίθεση προς την αυθεντία των Οικουμενικών Συνόδων, αν και παρουσιάστηκε ως θρίαμβος της αγάπης από θεολόγους που δεν είχαν πλήρη θεολογική κατάρτιση και από εξωθεολογικούς κύκλους. Βάσει της παράδοσης των θεοφόρων Πατέρων, πιστεύουμε ότι η αγάπη που συγχωρεί την πλάνη και υπονομεύει την ορθόδοξη πίστη δεν έχει καμία σχέση με την αληθινή εντολή της αγάπης που κήρυξε ο Κύριος, ο οποίος είπε ότι είναι «ο δρόμος και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14:6).
Με την άρση του αναθέματος κατά της Ρώμης, υπονοήθηκε έμμεσα ότι το ανάθεμα που εξέδωσε ο Μιχαήλ Κηρουλάριος κατά των πλανεμένων παπικών υπήρξε άδικο. Η πατριαρχική εξήγηση για τη σημασία της άρσης των Αναθεμάτων του 1054 προσθέτει ότι το γεγονός αυτό «ήταν και μια πράξη συνειδητοποίησης της αδικίας που είχε γίνει εννέα αιώνες πριν σε βάρος της ενότητας της Εκκλησίας».
Αν η Ρώμη αντιλαμβανόταν το έγκλημα των απεσταλμένων παπικών το 1054 κατά της ενότητας της Εκκλησίας, θα έπρεπε εδώ και καιρό να είχε αποκηρύξει το ανάθεμα κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, όμως, τι αδίκημά της έπρεπε να συνειδητοποιήσει με την άρση του αναθέματος κατά της παπικής Εκκλησίας, στην οποία ο Πατριάρχης Αθηναγόρας προχώρησε με τόση ευκολία και βιασύνη;
Το λατινικό ανάθεμα κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κρίνοντας από την ουσία του, ποτέ δεν βάρυνε την ορθόδοξη συνείδηση, αφού ο Μιχαήλ Κηρουλάριος, κατά του οποίου πρωτίστως εκτοξεύτηκε το ανάθεμα, ήταν Πατριάρχης απολύτως ορθόδοξος. Η Ορθοδοξία, διατηρώντας αλώβητη την πίστη στον Χριστό, δεν πλήγηκε ποτέ από το παπικό ανάθεμα. Η «μάχαιρα» του ρωμαϊκού αναθέματος αποδείχθηκε ανίσχυρη να τραυματίσει την Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, που πάντα προβάλλει «τον θώρακα της πίστης» (Α’ Θεσ. 5:8).
Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός Β’ (1222-1240) παρατηρεί σωστά απευθυνόμενος στον Πάπα Γρηγόριο Θ’: «Εμείς οι Έλληνες είμαστε απλήγωτοι και άθικτοι από τη μάχαιρα του αναθέματος· ενώ οι Ιταλοί και οι Λατίνοι πλήττονται έντονα…»
Ο Π. Τρεμπέλας χαρακτηρίζοντας το λατινικό ανάθεμα του 1054 άξιο περιφρόνησης ρωτά: «Τι θα σήμαινε, λοιπόν, για την Εκκλησία μας αν δεν είχε αρθεί πλήρως το γελοίο, αδύναμο και ανεδαφικό αυτό ανάθεμα που εξέδωσε αυθαίρετα κάποιος καρδινάλιος;» Αντιθέτως, τι όφελος θα είχε η Ρώμη από την άρση του αναθέματος κατά της Λατινικής Εκκλησίας; Θα συνέρχονταν η Ρώμη ή θα εδραιωνόταν στην πεποίθηση ότι κατέχει όλη την αλήθεια και θα έχανε την ελπίδα επιστροφής στην ορθή πίστη, από την οποία βασικά είχε παραστρατήσει;
Ο Π. Τρεμπέλας παρατηρεί σχετικά: «Υπέρ τίνος η άρση αυτή δημιουργεί πραγματικά ή κυρίως φανταστικά πλεονεκτήματα; Υπέρ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας;… Η άρση του αναθέματος, τη στιγμή που η Δυτική Εκκλησία παραμένει επίμονα στις πλάνες της, αποτελεί έμμεση αναγνώριση από εμάς ότι αυτές οι πλάνες δεν είναι άξιες βαριάς καταδίκης. Δεν προχωρήσαμε, λοιπόν, πολύ σε εκδηλώσεις πραγματικής αγάπης προς τη Δυτική Εκκλησία; Και δεν είναι πλέον καιρός να σταματήσουμε, περιμένοντας εκ μέρους της ίση εκδήλωση αγάπης;»
Ο Πατριάρχης δεν ανέμενε, όπως όφειλε, τη συγκατάθεση των άλλων αυτοκεφάλων Εκκλησιών, αλλά ανακοίνωσε την απόφαση της άρσης, η οποία πλέον είχε προγραμματιστεί επισήμως από κοινού μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Ρώμης. Ο Αθηναγόρας στηρίχτηκε στην τολμηρή πρωτοβουλία του στην απόφαση της Γ’ Πανορθόδοξης Συνόδου στη Ρόδο, που όριζε: «Κάθε μία από τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες είναι ελεύθερη να συνεχίσει, από μόνη της και όχι εξ ονόματος όλης της Ορθοδοξίας, να καλλιεργεί φιλικές σχέσεις με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία».
Κρίνοντας την απόφαση της Ρόδου, ο αείμνηστος Χρυσόστομος Β’, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, γράφει: «Δεν γνωρίζουμε καμία διάταξη των Ιερών Κανόνων που να επιτρέπει σε μία Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία να κοινωνεί από μόνη της και όχι εξ ονόματος όλης της Ορθοδοξίας με οποιαδήποτε ετεροδόξου Εκκλησία… Ο θεσμός αυτός είναι κανονικά άγνωστος, και ούτε η μόνη κατ’ έθιμο προεξάρχουσα Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης έχει το δικαίωμα να ενεργεί εξ ονόματος όλης της Ορθοδοξίας. Είναι κανονικά απαγορευμένο για κάθε Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία να ενεργεί μόνη της και να διατηρεί σχέσεις με ετεροδόξους. Πολύ φοβόμαστε ότι η απόφαση αυτή της Γ’ Πανορθόδοξης Συνόδου μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία σχίσματος στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, επειδή διακρίνει την Ορθοδοξία συνολικά από την κάθε τοπική Εκκλησία. Μία είναι η Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη και μία η Εκκλησία που τελεί τη λατρεία της, η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού».
Αλλοίμονο, αν το πνεύμα της απόφασης μιας Πανορθόδοξης Συνόδου ευνοήσει την ανάληψη αντικανονικών πρωτοβουλιών από οποιαδήποτε Ορθόδοξη Εκκλησία, που μπορεί να έρθουν σε αντίθεση με αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων, όπως συνέβη με την απόφαση του Πατριάρχη για την άρση των αφορισμών του 1054!
Επιπλέον, η απόφαση της Ρόδου ελήφθη βιαστικά, χωρίς ευρεία συζήτηση, αν και είχαν εκφραστεί σοβαρές επιφυλάξεις. Ο καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης, παρών στη Σύνοδο, γράφει: «Είχαμε επιφυλάξεις και θέλαμε να γίνουν διευκρινίσεις επί όλης της διατύπωσης του κειμένου, αλλά δεν ήταν πλέον δυνατό να προκαλέσουμε γενική συζήτηση λόγω της προχωρημένης ώρας και της έντασης. Σοβαρές αποφάσεις δεν πρέπει να παίρνονται βιαστικά και με τον τρόπο που ελήφθη αυτή, χωρίς μακρά ελεύθερη συζήτηση όλων των συνέδρων και χωρίς τα κείμενα να έχουν διανεμηθεί εγκαίρως για μελέτη και διόρθωση».
Ο Μητροπολίτης Φιλάρετος, πρόεδρος της Αρχιερατικής Συνόδου της υπερορίως Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, επισημαίνει τον κίνδυνο διάσπασης της ενότητας των Ορθοδόξων Εκκλησιών από την άρση των αφορισμών του 1054, σε επιστολή του προς τον Πατριάρχη Αθηναγόρα:
«Αν το σχίσμα με τη Ρώμη ξεκίνησε πρωτίστως στην Κωνσταντινούπολη, στη συνέχεια όμως το αποδέχθηκε όλη η Ορθόδοξη Εκκλησία και έγινε θέμα όλου του ορθοδόξου κόσμου. Καμία Τοπική Εκκλησία, ακόμη και η τιμώμενη από όλους Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, από την οποία η Ρωσική Εκκλησία πήρε τον θησαυρό της Ορθοδοξίας, δεν μπορεί να αποφασίσει μόνη της χωρίς τη συγκατάθεση όλων. Πολύ περισσότερο δεν μπορούμε εμείς, οι νυν διοικούντες επίσκοποι, να πάρουμε αποφάσεις αντίθετες προς τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, ιδίως όταν το ζήτημα αφορά τη Δύση, όπως τους Αγίους Φώτιο Κωνσταντινουπόλεως και Μάρκο Εφέσου.
Με βάση αυτές τις αρχές, θεωρούμε χρέος μας να διαμαρτυρηθούμε αποφασιστικά κατά της πράξης της Παναγιότητάς σας, σχετικά με την πανηγυρική δήλωση μαζί με τον Πάπα της Ρώμης για άρση του αφορισμού. Η πράξη αυτή δεν συμφωνεί με τη στάση όλης της Εκκλησίας μας απέναντι στον ρωμαιοκαθολικισμό. Δεν πρόκειται για προσωπικές διαφορές με τον Πάπα ή τον Καρδινάλιο Ουμβέρτο. Το ζήτημα αφορά τις παρεκκλίσεις από την Ορθοδοξία που ρίζωσαν στη Ρωμαϊκή Εκκλησία κατά τους αιώνες. Η δήλωση σας και του Πάπα αναγνωρίζει σωστά ότι η «αμοιβαία συγχώρεση» δεν επαρκεί για την άρση των παλαιών και πρόσφατων διαφωνιών. Αλλά και αυτό δεν αρκεί: η πράξη αυτή εξισώνει το ψέμα με την αλήθεια.
Καθ’ όλη τη ροή των αιώνων, η Ορθόδοξη Εκκλησία πίστευε σωστά ότι δεν παρέκκλινε από τη διδασκαλία των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, ενώ η Ρωμαϊκή Εκκλησία εισήγαγε καινοτομίες αντίθετες προς την Ορθοδοξία. Όσο περισσότερες καινοτομίες εισήγαγε, τόσο μεγαλύτερο γινόταν το σχίσμα Ανατολής και Δύσης».
Και καταλήγει ο Μητροπολίτης Φιλάρετος:
«Θερμά παρακαλούμε την Παναγιότητά σας να βάλει τέλος στον σκανδαλισμό, γιατί η οδός που επιλέξατε, ακόμη κι αν οδηγούσε σε συμφιλίωση με τους ρωμαιοκαθολικούς, θα προκαλέσει τη διαίρεση του ορθόδοξου κόσμου, αφού πολλοί από τα πνευματικά σας τέκνα θα προτιμήσουν την πίστη στην Ορθοδοξία ή την οικουμενική ιδέα της συμβιβαστικής ένωσης με ετεροδόξους χωρίς πλήρη ομοφωνία στην αλήθεια».
Η Άρση τῶν Αναθεμάτων μεταξύ Ρώμης καὶ Κωνσταντινουπόλεως (1965) (Σύντομη ιστορική και θεολογική παρουσίαση)
Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθνασίου
1. Εισαγωγή
Η άρση των αναθεμάτων του 1054, που πραγματοποιήθηκε
στις 7 Δεκεμβρίου 1965 από τον Πάπα Παύλο ΣΤ΄ και τον Οικουμενικό
Πατριάρχη Αθηναγόρα Α΄, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες στιγμές στις
σχέσεις Ορθόδοξης Εκκλησίας και Ππαισμού κατά τον 20ό αιώνα.
Σύντομα
ιστορικά στοιχεία
2. Ιστορική προετοιμασία (1964–1965)
2.1. Η συνάντηση Ιεροσολύμων (5–6
Ιανουαρίου 1964)
Η προσωπική συνάντηση Αθηναγόρα–Παύλου ΣΤ΄ στα
Ιεροσόλυμα αποτέλεσε κομβικό ιστορικό γεγονός:
- σηματοδότησε
το τέλος εκατονταετιών επίσημης σιωπής,
- άνοιξε
δρόμους θεολογικού και διπλωματικού διαλόγου,
- έθεσε
τη βάση για συστηματική διαδικασία συμφιλίωσης.
2.2. Το 1964: αλληλογραφία και θεολογική
προεργασία
Ακολούθησαν:
- ανταλλαγές
επιστολών Ρώμης–Φαναρίου,
- σύσταση
μεικτών επιτροπών για την προετοιμασία κειμένου άρσης,
- συστηματικές
επεξεργασίες από εξέχοντες θεολόγους (Bea, Willebrands, Ζηζιούλας, Χρήστου
κ.ά.).
2.3. Ιανουάριος–Νοέμβριος 1965: τελικές
διαπραγματεύσεις
- έναρξη
επίσημων διμερών συνομιλιών,
- ανταλλαγή
και αναθεώρηση προσχεδίων,
- ενημέρωση
της Α΄ Πανορθόδοξης Διασκέψεως στη Ρόδο (Ιούνιος 1965),
- ποιμαντικές
δηλώσεις του Πάπα (Σεπτέμβριος 1965) περί «λύσεως ιστορικών παρεξηγήσεων»,
- οριστικοποίηση
του τελικού κειμένου το Νοέμβριο.
Η διαδικασία κορυφώνεται με την προετοιμασία
ταυτόχρονης αναγνώσεως σε Ρώμη και Φανάρι.
3. Η ἡμέρα τῆς ἄρσεως: 7 Δεκεμβρίου
1965
3.1. Στο Φανάρι
Στον Πατριαρχικό Ναό Αγίου Γεωργίου συνήλθε η
Πατριαρχική και Συνοδική Σύνοδος. Αναγνώσθηκε το Συνοδικό Μήνυμα:
«Ἄρονται
οἱ ἀφορισμοί τῆς 1054 ἔριδος.»
3.2. Στη Ρώμη
Την ίδια στιγμή, στη Βασιλική Αγίου Πέτρου ο Πάπας
Παύλος ΣΤ΄ ανακοίνωσε ενώπιον της Β΄ Βατικανής Συνόδου την αντίστοιχη άρση:
οι αμοιβαίοι αφορισμοί του 1054 «ἀφαιροῦνται ἐκ τῆς μνήμης τῆς Ἐκκλησίας».
Ακολούθησε επίσημη δημοσίευση σε όλες τις Ορθόδοξες
Εκκλησίες, Καθολικές επισκοπές και στον διεθνή τύπο.
3.3. Μεταγενέστερες επικυρώσεις
- 15
Δεκεμβρίου 1965: Πανορθόδοξες ενημερώσεις από το
Φανάρι.
- 26
Δεκεμβρίου 1965: Εγγραφή του κειμένου στα Acta
Apostolicae Sedis (θεσμική παπική κατοχύρωση).
4. Τὸ περιεχόμενο τῆς κοινῆς δηλώσεως
Η κοινή δήλωση Αθηναγόρα–Παύλου ΣΤ΄ υπογράμμισε
τέσσερα σημεία:
- Άρση
των αφορισμών του 1054.
- Αναγνώριση
ότι τα αναθέματα είχαν ανθρώπινο και πολιτικό χαρακτήρα.
- Διευκρίνιση
ότι δεν αίρεται το Σχίσμα ούτε
αποκαθίσταται ευχαριστιακή κοινωνία.
- Κάλεσμα
σε διάλογο, ειρήνη και αδελφική προσέγγιση.
4.1. Το ζήτημα του όρου
“excommunication”
Αξίζει να επισημανθεί ότι στο λατινικό κείμενο
της «άρσεως των αναθεμάτων» υπάρχει ο
όρος excommunication=ακοινωνησία, ο οποίος στην επίσημη μετάφραση του
Οικουμενικού Πατριαρχείου μεταφράζεται ως «αναθέματα» (βλ. σχ.Τόμος Αγάπης,
Vatican- Phanar (1958- 1970), Rome- Instabul 1971, σελ. 286-287). Το κείμενο, δηλαδή, μιλούσε για «άρση της
ακοινωνησίας». «Οι New York Times
μετέφρασαν την από κοινού αγγελίαν του Βατικανού και του Φαναρίου της 7ης
Δεκεμβρίου 1965 δια την άρσιν του excommunicatio (της ακοινωνησίας του
Λατινικού κειμένου) εις την πρώτην σελίδα, ως το τέλος του σχίσματος του 1054
και ως την επανέναρξιν της μυστηριακής κοινωνίας που είχε τότε δήθεν διακοπεί.
Φαίνεται πλέον σαφώς ότι το Ελληνικόν κείμενον, που αναγγέλει την «αρσιν των
αναθεμάτων» ήτο τεχνηέντως παραπλανητικόν. Φαίνεται ότι είχε σκοπόν να αμβλύνει
ενδεχομένας αρνητικάς αντιδράσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών» (π. Ιω. Ρωμανίδου,
Ορθόδοξος και βατικάνειος συμφωνία περί Ουνίας).
Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι «ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ πριν
επισκεφθεί το Φανάρι (30-11-79)…εξέφρασε τη βεβαιότητά του ότι η ενότητα έχει
αποκατασταθεί στην πράξη (In Tat war der wiederhesteung der Einheit der
Christen)’”
Το νέο
οικουμενιστικό δόγμα, που διαμορφώνεται μεταξύ Βατικανού και Φαναρίου στα μέσα
του 20ου αιώνα, θεωρεί αμελητέες τις δογματικές διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και
Ρωμαιοκαθολικισμού, αποδίδει το Σχίσμα και την διακοπή της εκκλησιαστικής
κοινωνίας σε πολιτικούς λόγους και την έλλειψη αγάπης εκατέρωθεν. Με βάση αυτή την λογική, λοιπόν, αυτό που
χρειαζόταν για την αποκατάσταση της ενότητος ήταν η άρση του Σχίσματος και «να
αγαπηθούμε», κατά τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, αφού «έως το 1054 είχαμε πολλάς
διαφοράς…Αλλά ηγαπώμεθα. Και όταν
αγαπώνται οι άνθρωποι, διαφοραί δεν υπάρχουν.
Αλλά το 1054 που επάυσαμεν να αγαπώμεθα, ήλθαν όλες οι διαφορές. Ηγαπώμεθα και είχομεν το ίδιον
μυστήριον. Το ίδιον βάπτισμα, τα ίδια
μυστήρια, και ιδιαιτέρως το ίδιο ΄Αγιο ποτήριον. Τώρα που ξαναγυρίσαμεν εις το 1054, διατί δεν
ξαναγυρίζομεν και εις το ΄Αγιον Ποτήριον;»
Ο στόχος, λοιπόν, είναι δεδομένος: η πλήρης «ένωση», το κοινό Ποτήριο…
Κατ΄αρχήν,
δεν συμφωνούμε με τον χαρακτηρισμό του Σχίσματος για τον προσδιορισμό της
σχέσεως της Ορθόδοξης Ανατολής με την Λατινική Δύση. Με τον χαρακτηρισμό αυτό
ελαχιστοποιούνται οι διαφορές μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, ενώ είναι
γνωστό ότι πρόκειται για μεγάλες δογματικές διαφορές.
Επί των
ημερών μας, δυστυχώς, λείπει το Πνεύμα, με το οποίο διαπραγματεύτηκε την ένωση
των Εκκλησιών ο ΄Αγιος Μάρκος ο Ευγενικός στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, όταν
προέβαλε ευθύς εξ αρχής ως βάσιν συζητήσεως το ακαινοτόμητον του Συμβόλου και
την Ορθόδοξο ερμηνεία του (τουτέστιν ενότης εν Αληθεία). Λείπει το εκκλησιολογικό φρόνημα των
συνοδικών αποφάσεων των Πατριαρχών της Ανατολής επί τουρκοκρατίας. Λείπει το
πνεύμα της ευθύτητος, με το οποίο ομιλεί ο ΄Αγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως στο
έργο του Περί των αιτίων του σχίσματος…
5. Θεολογικές και εκκλησιολογικές
ενστάσεις παραδοσιακών Ορθοδόξων
Δεν αποδεχόμαστε την άρση για τέσσερις θεμελιώδεις λόγους:
Α. Τα αναθέματα του 1054 δεν αφορούσαν
πρόσωπα αλλά δόγματα
Οι διαφορές του 1054 δεν ήταν προσωπικές αλλά δογματικές
και λειτουργικές, όπως:
- το
Filioque,
- το
παπικό πρωτείο / αλάθητο,
- τα
άζυμα,
- η
μεταβολή της Παράδοσης από τη Ρώμη.
Κατά την πατερική παράδοση:
Δόγμα = αλήθεια περί Θεού· δεν αναιρείται χωρίς συνοδική μετάνοια και
ομολογία.
Επομένως, θεωρείται ότι «Δεν μπορεί να αρθεί ανάθεμα
που στηρίζεται σε δογματική απόκλιση χωρίς επίλυση της δογματικής αιτίας.»
Β. Δεν υπήρξε συνοδική μετάνοια ή
αναθεώρηση των λατινικών δογμάτων
Η Ορθόδοξη Εκκλησία αίρει αναθέματα όταν:
- ο
καταδικασμένος ομολογήσει Ορθόδοξη πίστη, ή
- αποδειχθεί
ότι η καταδίκη ήταν άδικη.
Η Ρώμη όμως δεν αναίρεσε:το Filioque, το παπικό
αλάθητο (1870), το πρωτείο δικαιοδοσίας, τις νεότερες δογματικές θέσεις (άσπιλη
σύλληψη, καθαρτήριο κ.ά.).
Άρα: «Δεν αίρεται το ανάθεμα όσο παραμένει η
αίρεση.»
Γ. Η άρση δεν έγινε Πανορθοδόξως
Το γεγονός περιορίστηκε στη Σύνοδο του Οικουμενικού
Πατριαρχείου και στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο. Δεν συμμετείχαν:
Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα, Ρωσία, Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Γεωργία
κ.ά.
Αυτό θεωρείται εκκλησιολογική ανεπάρκεια,
διότι σε θέματα πανορθοδόξου βαρύτητας απαιτείται Πανορθόδοξη Σύνοδος.
Δ. Κίνδυνος σύγχυσης στον πιστό λαό
(«σκανδαλισμός»)
Η άρση χωρίς δογματική συμφωνία δημιουργεί εντύπωση
ότι η Ρώμη βρίσκεται «κοντά» στην Ορθοδοξία, αφήνει να υπονοηθεί ότι η
Εωσφορική αλλοίωση του Filioque δεν αποτελεί εμπόδιο κοινωνίας.
Το εκκλησιαστικό σώμα συνηθίζει σε διπλωματικές
κινήσεις, κοινές δηλώσεις, «αδελφοσύνη» χωρίς ομολογία πίστεως.
Αυτό θεωρείται πνευματικά επικίνδυνο.
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης υπενθυμίζει:
«Τὰ
τείχη τῶν
δογμάτων οὐ
καταλύεσθαι δέον, ἀλλὰ φυλάττεσθαι.»
Ε. Η πράξη θεωρήθηκε κυρίως πολιτική,
όχι θεολογική
Επισημαίνεται ότι η άρση εντάχθηκε στο πλαίσιο της Β΄
Βατικανής Συνόδου, εξυπηρετούσε ψυχροπολεμικές ισορροπίες και βελτίωση
διεθνών σχέσεων, δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστικό δογματικό διάλογο.
Η Ορθόδοξη εκκλησιολογία απορρίπτει τη
διπλωματική θεολογία, γεγονός που τροφοδοτεί αντιδράσεις.
6. Ο νέος οικουμενιστικός λόγος του
Φαναρίου και του Βατικανού
Σύμφωνα με κριτικές αναλύσεις οι δογματικές διαφορές
παρουσιάζονται ως «δευτερεύουσες», το Σχίσμα αποδίδεται στη «έλλειψη αγάπης»
και σε πολιτικές συνθήκες, δίνεται έμφαση στην «επιστροφή στο 1054», όπως
τόνιζε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας:
«Όταν αγαπώνται οι άνθρωποι, διαφοραί δεν υπάρχουν… Τώρα που ξαναγυρίσαμεν
εις το 1054, γιατί δεν ξαναγυρίζομεν και εις το Άγιον Ποτήριον;»
Κατά τους επικριτές, η προοπτική αυτή οδηγεί
νομοτελειακά σε πλήρη “ένωση” και κοινό Ποτήριο, χωρίς επίλυση
δογματικών διαφορών.
Συνολική θεολογική αποτίμηση
Η άρση των αναθεμάτων από
θεολογική άποψη θεωρείται ανεπαρκής διότι:
- Δεν
αφορούσε δόγματα αλλά μόνο τη μνήμη των γεγονότων.
- Δεν
συνοδεύτηκε από δογματική συμφωνία ή ομολογία της Ορθοδόξου Πίστεως από τη
Ρώμη.
- Παραβίασε
την πανορθόδοξη συνοδικότητα.
- Δημιούργησε
σύγχυση στον πιστό λαό ως προς το τι είναι Εκκλησία.
- Ενίσχυσε
την οικουμενιστική θεώρηση ότι η αγάπη προηγείται της αληθείας.

