Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Η εγκυρότητα των Ορθόδοξων Μυστηρίων και η πνευματική μόλυνση μέσω της Μνημόνευσης αιρετικού Επισκόπου.


Για να διερευνήσουμε το θέμα, που σχετίζεται με ορθόδοξους βαπτισμένους χριστιανούς, θα πρέπει να εξετάσουμε τα εξής:

Α. Ποιο Μυστήριο είναι ΕΓΚΥΡΟ και ποιες είναι οι  προϋποθέσεις συμμετοχής σε ΕΓΚΥΡΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ, ορθοδόξων βαπτισμένων χριστιανών.

Β. Πότε το Μυστήριο έχει σωτηριολογικές διαστάσεις.

Γ. Τι σημαίνει πνευματικός μολυσμός και πως προκύπτει.

------------------------------------------

Α. Η βασική θεολογική αρχή είναι ότι ο πραγματικός τελετουργός των μυστηρίων είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μέσω του Αγίου Πνεύματος. Ο ιερέας δανείζει απλώς τα χέρια και τη φωνή του («Ο προσφέρων και προσφερόμενος...»).

Ένα μυστήριο θεωρείται έγκυρο, αν πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

1.      Ο λειτουργός κληρικός έχει ΚΑΝΟΝΙΚΗ χειροτονία.

2.      Τηρείται το τυπικό  που έχει καθιερώσει η Εκκλησία

3.     Η πνευματική καθαρότητα του εκτελεστή και του συμμετέχοντος.   Οι Πατέρες τονίζουν ότι η έγκυρη τέλεση των μυστηρίων συνδέεται όχι μόνο με την τελετουργική ορθότητα, αλλά και με την πνευματική καθαρότητα του εκτελεστή (ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΩΛΥΜΜΑΤΑ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ)  και του συμμετέχοντος. Για παράδειγμα, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει ότι η Θεία Κοινωνία είναι ένωση με τον Χριστό και κανείς δεν πρέπει να κοινωνεί αμαρτωλός ή αιρετικός χωρίς μετάνοια.

-----------------------------------------------------------

Β.  Στην Ορθόδοξη θεολογία, το Μυστήριο αποκτά  σωτηριολογικές διαστάσεις (δηλαδή συμβάλλει στη σωτηρία και τη θέωση του ανθρώπου) όταν δεν αποτελεί μια απλή τελετή, αλλά μια πραγματική συνάντηση Θεού και ανθρώπου που μεταμορφώνει την ύπαρξη. 

Οι βασικές προϋποθέσεις για να έχει ένα μυστήριο σωτηριολογικό χαρακτήρα είναι οι εξής:

1. Η Συνέργεια (Θεία Χάρη και Ανθρώπινη Θέληση)

Το μυστήριο δεν ενεργεί «μαγικά». Απαιτείται η συνέργεια δηλ. η προσφορά της άκτιστης Θείας Χάρης από τον Θεό και η ελεύθερη αποδοχή και ΟΡΘΟΔΟΞΗ πίστη από τον άνθρωπο. Χωρίς τη μετάνοια και την ειλικρινή διάθεση του πιστού, το μυστήριο παραμένει ανενεργό για τη σωτηρία του. 

2. Η Πίστη ως Δεσμός με το Μυστήριο

Η Ορθόδοξη πίστη δεν είναι απλώς μια διανοητική παραδοχή, αλλά η ομολογία που εντάσσει τον άνθρωπο στην Εκκλησία. Χωρίς η συμμετοχή στα μυστήρια —ειδικά στη Θεία Ευχαριστία— δεν επιτρέπεται, καθώς το μυστήριο είναι η επισφράγιση της ήδη υπάρχουσας ΟΡΘΟΔΟΞΗ  πίστης και όχι ένα μέσο για την επίτευξή της. 

3.Ενεργός Πνευματική Ζωή: Η πίστη πρέπει να συνοδεύεται από έργα και μετάνοια για να είναι «σωτήρια»

4. Στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η μνημόνευση του ορθόδοξου επισκόπου από τον ιερέα κατά την τέλεση των μυστηρίων δεν είναι μια απλή τυπική διαδικασία, αλλά θεμελιώδης προϋπόθεση για την εγκυρότητα και τη σωτηριολογική τους διάσταση.

Γ. Το μυστήριο θεωρείται «μολυσμένο» όταν τελείται εκτός των ορίων της Αλήθειας (Αίρεση) ή εκτός των ορίων της Τάξης (Σχίσμα/Καθαίρεση), καθώς και όταν ο πιστός συμμετέχει σε αυτό με συνείδηση που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού.

Η  μνημόνευση ενός επισκόπου που κηρύττει αίρεση «γυμνή τη κεφαλή» (δημόσια και απροκάλυπτα) θεωρείται από πολλούς Πατέρες ως κοινωνία με την πλάνη.  Ο πιστός που ακολουθεί συνειδητά έναν αιρετικό επίσκοπο κινδυνεύει να αλλοιώσει το ορθόδοξο φρόνημά του. Η μνημόνευση δηλώνει ενότητα πίστης. Αν ο επίσκοπος είναι αιρετικός, η μνημόνευση δημιουργεί μια εκκλησιολογική ψευδαίσθηση. Εμφανίζει την αίρεση ως τμήμα της Εκκλησίας. Αυτό, κατά τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, συνιστά «κοινωνία με το σκότος», διότι η Θεία Ευχαριστία δεν μπορεί να καλύπτει τη δογματική απόκλιση.

Η συμμετοχή σε μυστήρια όπου μνημονεύεται αιρετικός επίσκοπος μπορεί να παραμένει «έγκυρη» θεσμικά (μέχρι τη συνοδική καταδίκη), αλλά γίνεται πνευματικά επικίνδυνη. Ο πιστός καλείται να διατηρεί το «ορθόδοξο αισθητήριο» και να θέτει την πίστη πάνω από τη διοικητική νομιμοφροσύνη, καθώς η Εκκλησία συγκροτείται από την Ομολογία και όχι μόνο από τον θεσμό.

Δ. Υπάρχουν δύο ειδών αιρετικοί επίσκοποι. Αυτοί που κρίθηκαν από Ορθόδοξες Συνόδους και καθαιρέθηκαν και αυτοί που είναι ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ αλλά δεν έχουν κριθεί από Ορθόδοξη Σύνοδο. Και οι δύο περιπτώσεις ονομάζονται εκκλησιαστικά ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΟΙ. Όταν ένας επίσκοπος κηρύττει διδασκαλία αντίθετη με τα δόγματα της Εκκλησίας, και  σύμφωνα με τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, αν η αίρεση είναι ήδη καταδικασμένη από προηγούμενες Συνόδους, ο επίσκοπος αυτός θεωρείται ουσιαστικά «ακοινώνητος» από την ίδια την αλήθεια των πραγμάτων, ακόμη και πριν την επίσημη συνοδική πράξη.

Ε. Στο πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας (όπως αυτή αναλύεται και στις σύγχρονες θεολογικές μελέτες ), ένας αιρετικός επίσκοπος θεωρείται ότι «μολύνει», όχι όμως με τη μαγική έννοια της λέξης, αλλά με εκκλησιολογικό και σωτηριολογικό τρόπο.

Ο «μολυσμός» αυτός εκδηλώνεται σε τρία επίπεδα:

1. Μολυσμός της Ομολογίας (Η Ψευδής Μαρτυρία)

Το μεγαλύτερο «μόλυσμα» είναι η αλλοίωση της Αλήθειας. Επειδή η Εκκλησία συγκροτείται πάνω στην ορθή πίστη, ο επίσκοπος που κηρύττει αίρεση εισάγει ένα «ξένο σώμα» στη διδασκαλία.

  • Όταν ένας ιερέας μνημονεύει έναν τέτοιο επίσκοπο, βεβαιώνει ψευδώς ότι ο επίσκοπος αυτός «ορθοτομεί τον λόγον της αληθείας».
  • Αυτή η ψευδής ομολογία μολύνει την πνευματική ακεραιότητα της τοπικής εκκλησίας, καθώς η Θεία Ευχαριστία τελείται πάνω στο ψεύδος και όχι στην Αλήθεια.

2. Πνευματικός Μολυσμός των Πιστών (Κοινωνία με την Πλάνη)

Σύμφωνα με τους Πατέρες (όπως ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης), η κοινωνία με έναν αιρετικό επίσκοπο δεν είναι μια απλή διοικητική πράξη, αλλά μια πνευματική συμμετοχή στην πλάνη του.Ο πιστός που ακολουθεί συνειδητά τον αιρετικό, «μολύνεται» επειδή δέχεται ως αληθινό κάτι που είναι ψεύτικο. Αυτό αλλοιώνει το ορθόδοξο κριτήριό του (το αισθητήριο της πίστης). Ενώ η χάρη του μυστηρίου μπορεί να παραμένει έγκυρη θεσμικά (μέχρι τη συνοδική καταδίκη), ο πιστός που αποδέχεται την αίρεση παύει να συνεργάζεται με τη χάρη, με αποτέλεσμα το μυστήριο να μην ενεργεί σωτηριολογικά γι' αυτόν.

ΣΤ. Σύμφωνα με την αυστηρή πατερική γραμμή, ο μολυσμός μεταδίδεται μέσω της μνημόνευσης και της κοινωνίας (συμμετοχής στα μυστήρια):

  1. Από τον Επίσκοπο στον Ιερέα: Μέσω της μνημόνευσης του ονόματος του αιρετικού επισκόπου.
  1. Από τον Ιερέα στον Πιστό: Μέσω της συμμετοχής του πιστού στη Λειτουργία όπου μνημονεύεται ο αιρετικός και της αποδοχής της διδασκαλίας του.

Για την αποφυγή αυτού του μολυσμού, η Εκκλησία προβλέπει την αποτείχιση (15ος Κανόνας Πρωτοδευτέρας). Η διακοπή της κοινωνίας με τον αιρετικό επίσκοπο δεν είναι σχίσμα, αλλά πνευματική απολύμανση: ο πιστός και ο κλήρος διακόπτουν την επαφή με την ασθένεια (αίρεση) για να παραμείνουν υγιή μέλη του Σώματος του Χριστού.

Σύνοψη: Ο αιρετικός επίσκοπος μολύνει επειδή μετατρέπει το μυστήριο από «γεγονός αληθείας» σε «πράξη τυφλής υπακοής» σε μια πλάνη, θέτοντας σε κίνδυνο τη σωτηρία όσων τον ακολουθούν συνειδητά.

Ο ΚΟΙΝΩΝΩΝ ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΩ ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΟΣ ΕΣΤΑΙ.

Συνοπτικά.

Όσοι δέχθηκαν ότι η έννοια του «μη κοινωνούντος» της αρχής «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτἀκοινώνητος ἔστω» ΙΣΧΥΕΙ ΓΙΑ ΑΚΑΤΑΚΡΙΤΟ ΑΙΡΕΤΙΚΟ είναι οι :

Μέγας Αθανάσιος, οι μοναχοί της Ταβέννης (και πίσω από αυτούς όλοι οι μοναχοί και ασκητές της Αιγύπτου, όπως ο όσιος Θεόδωρος ο Ηγιασμένος), Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Ιωάννης Χρυσόστομος, η Οσία Μελάνη η Ρωμαία, ο όσιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων, ο Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο Άγιος Ιωσήφ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και η Σύνοδος που υπέγραψε το συγκεκριμένο κείμενο, ο όσιος Μελέτιος ο Γαλησιώτης, ο Άγιος Αθανάσιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο Ιωσήφ Βρυέννιος, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και ο ιερός Δοσίθεος Πατριάρχης Ιεροσολύμων. Τέλος, όλοι οι Άγιοι, σύμφωνα με τον όσιος Θεόδωρο τον Στουδίτη και τον ιερό Δοσίθεο.

Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος εξηγεί γιατί δεν πρέπει ο αιρετικός να θεωρείται κοινωνικός από τον Ορθόδοξο: επειδή μολύνονται τα μυστήρια από τη κοινωνία (την μνημόνευση) του αιρετικού. Ο «μολυσμός» εδώ δεν σημαίνει την αφαίρεση της ουσίας της ιερωσύνης ούτε την ύπαρξη ανυπόστατων μυστηρίων. Από την ερμηνεία της Ε’ Συνόδου προκύπτει ότι η αρχή «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτἀκοινώνητος ἔστω» ισχύει και για μη καθαιρεμένο («ακατάκριτο») αιρετικό.

Η αρχή αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι ισχύει μόνο μετά τον αφορισμό, όπως λένε οι επίσημοι ερμηνευτές, αλλά και πριν από αυτόν, όπως προκύπτει από τις αποστολικές και πατερικές μαρτυρίες που παρατέθηκαν.

Πρώτη χιλιετηρίδα:
Η εντολή αυτή τηρήθηκε από το ποίμνιο των Ορθοδόξων κατά τις περιόδους των: Μέγα Αθανασίου, Μέγα Βασιλείου, Αγίου Νικηφόρου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Την εποχή αυτή έζησε και ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, και κατά αυτόν το ζήτημα αφορούσε και τους Αγίους Ιεράρχες Γρηγόριο Θεολόγο και Ιωάννη Χρυσόστομο. Σημαντική ήταν και η συνεισφορά της Οσίας Μελάνης της Ρωμαίας, η οποία επιβεβαιώνει τη τήρηση της αρχής από ακατάκριτους αιρετικούς. Σύμφωνα με τον όσιος Θεόδωρο, αυτή η εντολή αφορά όλους τους Αγίους μέχρι την εποχή του, και η τήρησή της από όλους αποτελεί «consensus Patrum» — κοινή αποδοχή των Πατέρων.

Δεύτερη χιλιετηρίδα:
Ηγέτες αυτής της περιόδου ήταν ο Άγιος Ιωσήφ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο Ιωσήφ Βρυέννιος, ο Μάρκος Ευγενικός και ο Μελέτιος Γαλησιώτης. Η αρχή «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτἀκοινώνητος ἔστω» ίσχυσε και σε αυτήν την περίοδο, όχι μόνο για την κοινωνία με τους Παπικούς αλλά και με ακατάκριτους αιρετικούς, όπως φαίνεται από την αποδοχή της επιστολής του Μέγα Βασιλείου προς τους «Μονάζοντας» και από την εφαρμογή της αρχής από τον Άγιο Αθανάσιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Στην εκκλησιαστική ιστορία, αρκετοί Άγιοι και Ομολογητές διέκοψαν τη μνημόνευση (κοινωνία) με Πατριάρχες που δίδασκαν αιρέσεις, προτού αυτοί καθαιρεθούν επίσημα από κάποια Σύνοδο, βασιζόμενοι στην αρχή ότι η αίρεση αποκόπτει τον επίσκοπο από την Εκκλησία «πριν από συνοδική διάγνωση». 
Οι κυριότεροι ομολογητές είναι:

  • Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (7ος αι.): Διέκοψε κάθε κοινωνία με τους Μονοθελήτες Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως (Σέργιο, Πύρρο, Παύλο και Πέτρο) δεκαετίες πριν την επίσημη καταδίκη τους από την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο (680-681). Όταν τον πίεσαν να κοινωνήσει με τον Πατριάρχη, απάντησε: «Αν και όλη η οικουμένη κοινωνήσει με τον Πατριάρχη, εγώ δεν θα κοινωνήσω».
  • Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης (8ος-9ος αι.): Διέκοψε τη μνημόνευση του Πατριάρχη Νικηφόρου Α΄ κατά τη διάρκεια της «Μοιχιανής έριδος» (επειδή ο Πατριάρχης είχε δεχθεί σε κοινωνία ιερέα που είχε τελέσει παράνομο γάμο του αυτοκράτορα), καθώς και κατά την περίοδο της Εικονομαχίας, υποστηρίζοντας την αποτείχιση από αιρετικούς επισκόπους.
  • Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (14ος αι.): Όπως αναφέρθηκε, διέκοψε τη μνημόνευση του Πατριάρχη Ιωάννη ΙΔ΄ Καλέκα το 1344, τρία χρόνια πριν την επίσημη καθαίρεση του Πατριάρχη (1347), επειδή ο τελευταίος υποστήριζε τις αιρετικές απόψεις του Ακινδύνου.
  • Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός (15ος αι.): Μετά τη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1439), διέκοψε κάθε εκκλησιαστική κοινωνία με τον Πατριάρχη Μητροφάνη Β΄ και τους φιλοενωτικούς κληρικούς, θεωρώντας την Ένωση αιρετική, παρόλο που η επίσημη αποκήρυξή της από την Εκκλησία έγινε αργότερα

Συνολικά, η αρχή αυτή αποτελεί αρχαίο και πατερικό έθος, δηλαδή «consensus Patrum», και πρόκειται για εντολή που προέρχεται από μεγάλες μορφές αγιότητας και διατηρείται αναλλοίωτη σε όλους τους αιώνες μέχρι και την εποχή μας.

[Περισσότερα οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρούν στο βιβλίο του Ιερομονάχου Ευγενίου, Η έννοια του μολυσμού. Το βιβλίο διατίθεται δωρεάν με μοναδικά έξοδα τα ταχυδρομικά (5 ευρώ)..Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να στείλουν τα στοιχεία τους στο melitinisdometianos@gmail.com]

 

 

 

 

 

 

 


Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Το όραμα του Αγίου Στεφάνου.


1. Το βιβλικό γεγονός ως θεολογική μαρτυρία

Το όραμα του Αγίου Στεφάνου (Πραξ. 7, 55–56) αποτελεί μοναδικό γεγονός της Καινής Διαθήκης, διότι συνδυάζει μαρτυρία πίστεως, εμπειρία θεώσεως και αποκάλυψη της Αγίας Τριάδας. Η διατύπωση του Λουκά ότι ο Στέφανος ήταν «πλήρης Πνεύματος Αγίου» δηλώνει την ύπαρξη του αγίου σε κατάσταση ενεργούς κοινωνίας με την άκτιστη χάρη του Θεού. Η θεοπτία δεν είναι προϊόν ψυχολογικής εξάρσεως, αλλά καρπός της θεώσεως, δηλαδή της μετοχής του ανθρώπου στις άκτιστες ενέργειες του Θεού.

Η φράση «ατενίσας εις τον ουρανόν» δεν δηλώνει χωρική μετακίνηση, αλλά πνευματική μετάβαση από τον κτιστό στην άκτιστη πραγματικότητα. Οι «ανεωγμένοι ουρανοί» σημαίνουν την άρση του φραγμού μεταξύ Θεού και ανθρώπου, που επιτελέσθηκε με τη Σάρκωση του Λόγου.


2. Διάκριση θείας ουσίας και ενεργειών

Κεντρικό στοιχείο της θεολογικής ερμηνείας του οράματος είναι η πατερική διάκριση μεταξύ θείας ουσίας και θείας ενέργειας. Ο Θεός κατά την ουσία Του είναι παντελώς αμέθεκτος και απρόσιτος σε κάθε κτιστό ον. Αντιθέτως, οι άκτιστες ενέργειες του Θεού είναι μεθεκτές και αποτελούν τον τρόπο της θείας παρουσίας και αποκαλύψεως στον κόσμο.

Ο Άγιος Στέφανος δεν βλέπει τη θεία ουσία, αλλά τη «δόξαν Θεού», δηλαδή την άκτιστη ενέργεια της Θεότητας. Η εμπειρία αυτή είναι όμοια με τη θεοφάνεια του Θαβωρίου φωτός και συνιστά αυθεντική θεοπτία, κατά την έννοια της πατερικής θεολογίας.


3. Χριστοκεντρικός χαρακτήρας της θεοπτίας

Στο κέντρο του οράματος βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός, «εστώς εκ δεξιών του Θεού». Η θεοπτία του Στεφάνου είναι κατεξοχήν χριστοκεντρική. Ο Χριστός δεν εμφανίζεται απλώς ως μεσίτης, αλλά ως ο Θεάνθρωπος, δια του οποίου και εντός του οποίου αποκαλύπτεται η Θεότητα.

Η ορατότητα του Χριστού αφορά αποκλειστικά τη δοξασμένη ανθρώπινη φύση Του. Η θεία φύση του Λόγου παραμένει αόρατη. Έτσι, η ανθρώπινη φύση του Χριστού λειτουργεί ως το «όργανο» της αποκαλύψεως της Θεότητας, χωρίς να εξαντλεί ή να περιορίζει το άκτιστο μυστήριο του Θεού.


4. Τριαδολογική διάσταση του οράματος

Το όραμα του Αγίου Στεφάνου αποτελεί πραγματική αποκάλυψη της Αγίας Τριάδας. Η θέα του Υιού «εκ δεξιών του Θεού» και η ρητή αναφορά στην πλήρωση από το Άγιο Πνεύμα φανερώνουν την τριαδική διάσταση της εμπειρίας.

Ο Πατέρας δεν γίνεται άμεσα ορατός, διότι είναι άναρχος και αθέατος. Ο Υιός αποκαλύπτεται ως Θεάνθρωπος, ενώ το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο που καθιστά δυνατή τη θεοπτία. Η γνώση του Πατρός γίνεται πάντοτε δια του Υιού και εν Αγίω Πνεύματι, σύμφωνα με την πατερική αρχή της «τριαδικής οικονομίας της γνώσεως».


5. Χριστολογική θεμελίωση: η ένωση των δύο φύσεων

Η δυνατότητα του οράματος θεμελιώνεται στο χριστολογικό δόγμα της καθ’ υπόσταση ενώσεως. Ο Λόγος του Θεού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση όχι ως αυτοτελή υπόσταση, αλλά εντός της δικής Του θείας Υποστάσεως. Έτσι, δεν προέκυψαν δύο πρόσωπα, αλλά ένας Χριστός «εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως».

Η ανθρώπινη φύση του Χριστού θεώθηκε «εξ άκρας συλλήψεως», όχι κατά φύσιν, αλλά διά της υποστατικής ενώσεως. Αυτό εξηγεί γιατί η ανθρώπινη φύση μπορεί να φανερώνει τη Θεότητα χωρίς να ταυτίζεται με αυτήν.


6. Η έννοια της «δεξιάς του Θεού»

Η έκφραση «εκ δεξιών του Θεού» πρέπει να νοηθεί θεοπρεπώς και όχι χωρικά. Ο Θεός είναι άτοπος και ασώματος. Η «δεξιά» δηλώνει ισοτιμία τιμής, δόξα, εξουσία και κοινωνία βασιλείας.

Η καθέδρα του Χριστού εκ δεξιών του Πατρός δηλώνει ότι η ανθρώπινη φύση Του μετέχει πλήρως στη δόξα της Θεότητας. Η ανθρώπινη φύση δεν απορροφήθηκε από τη θεία, ούτε καταργήθηκε, αλλά συνδοξάστηκε και συμπροσκυνείται με αυτήν.


7. Η θεώρηση ως εμπειρία ακτίστου Φωτός

Κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, η θεώρηση του ακτίστου Φωτός δεν είναι αποτέλεσμα νοητικής συλλάψεως ή αισθητής εμπειρίας, αλλά υπέρβαση τόσο της αισθήσεως όσο και του νου. Το άκτιστο Φως είναι «αυτοοπτικόν και αυτονόητον», δηλαδή γνωρίζεται δια της μετοχής σε αυτό.

Ο Άγιος Στέφανος, μετέχοντας στο άκτιστο Φως, γνωρίζει τον Θεό διά του Θεού. Η θεοπτία αυτή δεν καταλύει την ανθρώπινη φύση, αλλά τη μεταμορφώνει και τη θεώνει κατά χάριν.


8. Εκκλησιολογικές και εσχατολογικές προεκτάσεις

Το όραμα του Αγίου Στεφάνου δεν αποτελεί ιδιωτική εμπειρία, αλλά εκκλησιαστικό γεγονός. Η θεώρηση της δόξας του Θεού είναι καρπός της ζωής μέσα στο Σώμα του Χριστού. Παράλληλα, έχει σαφή εσχατολογικό χαρακτήρα, διότι προεικονίζει τη μέλλουσα δόξα της Βασιλείας του Θεού.

Κατά τη Δευτέρα Παρουσία, οι πιστοί θα μετέχουν στη θέα της δόξας της Αγίας Τριάδας εν Αγίω Πνεύματι, δια της δοξασμένης ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Η εμπειρία του Αγίου Στεφάνου αποτελεί πρόγευση αυτής της εσχατολογικής πραγματικότητας.


9. Συμπέρασμα

Το όραμα του Αγίου Πρωτομάρτυρα Στεφάνου συνιστά κορυφαία σύνθεση βιβλικής μαρτυρίας, δογματικής θεολογίας και εμπειρικής γνώσεως του Θεού. Αποκαλύπτει τον χριστοκεντρικό και τριαδολογικό χαρακτήρα της θεώσεως και φανερώνει ότι ο τελικός σκοπός της ανθρώπινης υπάρξεως είναι η μετοχή στη ζωή και τη δόξα του Τριαδικού Θεού.

 


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Ο Ιαμβικός Κανόνας της εορτής των Χριστουγέννων .(Ερμηνευτική προσέγγιση)


Ποίημα .Ιωάννου Δαμασκηνού

(Απόσπασμα)

Εισαγωγικά 

Τα Χριστούγεννα ψάλλονται δύο κανόνες, ένας "πεζός" και ένας "ιαμβικός", δηλ. με συγκεκριμένο ποιητικό μέτρο (ιαμβικό στίχο). Ο πεζός κανόνας (ο πιο γνωστός) είναι ποίημα του αγίου Κοσμά του Μελωδού, ενώ ο ιαμβικός είναι του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού. Οι κορυφαίοι αυτοί ποιητές και μουσικοί του 8ου αιώνα ήταν θετοί αδελφοί.

Ο  Φώτης Κόντογλου γράφει:

“… Διάβαζα τ' αρχαία τροπάρια, και βρισκόμουνα σε μια κατάσταση που δεν μπορώ να τη μεταδώσω στον άλλον. Προ πάντων ο ιαμβικός Κανόνας ‘Έσωσε λαόν’, με κείνες τις παράξενες και μυστηριώδεις λέξεις, μ' έκανε να θαρρώ πως βρίσκουμαι στις πρώτες μέρες της δημιουργίας, όπως ήταν πρωτόγονη η φύση που μ' έζωνε, ο θεόρατος βράχος, που κρεμότανε απάνω από τη μικρή εκκλησιά, η θάλασσα, τ' άγρια δέντρα και τα χορτάρια, οι καθαρές πέτρες, τα ρημονήσια που φαινότανε πέρα στο πέλαγο, ο παγωμένος βοριάς που φυσούσε κ' έκανε να φαίνουνται όλα κατακάθαρα, τ' αρνιά που βελάζανε, οι τσομπάνηδες ντυμένοι με προβιές, τ' άστρα που λάμπανε σαν παγωμένες δροσοσταλίδες τη νύχτα! Όλα τα ᾽βλεπα μεσ' από τους χριστουγεννιάτικους ύμνους, μεσ' από τα ιαμβικά εκείνα αποκαλυπτικά λόγια, σαν και τούτα: ‘Άγων άπαντας, προς σέλας ζωηφόρον Θεός πεφυκώς, εκ πυλών ανηλίων’, ‘ήκεις πλανήτιν, προν νομήν επιστρέφων την ανθοποιόν, εξ ερημαίων λόφων’. Αυτοί οι ερημαίοι λόφοι, σαν το βουνό που ζούσα πάνω του, τι μυστικό αντίλαλο είχανε μέσα στην ψυχή μου! Ω, τι είναι αυτή η γλώσσα! Λόγια είναι αυτά η αντιφεγγίσματα από έναν άλλον κόσμο, γεμάτον από τη μυστική φωτοχυσία της αθανασίας! … Πως να μεταφράσω αυτά τα αμετάφραστα;”.

Αλλά αυτά τα αρχαία τροπάρια με τις μυστηριώδεις λέξεις κρύβουν το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως και χρειάζεται υποβοηθητική ερμηνευτική απόδοση, ώστε το περιεχόμενό τους να καταστεί προσιτό σε όσους δυσκολεύονται. Χρειάζεται ερμηνεία, όχι μετάφραση, γιατί η μετάφραση «σκέτη» αδυνατεί να μεταδώσει το νόημά τους. Όπως παλιότερα έχουμε υποστηρίξει, “χρειάζεται πρωτίστως ερμηνεία θεολογική, ιστορική, πραγματολογική τις περισσότερες φορές, στα λειτουργικά κείμενα. Απαιτείται για ένα τεράστιο όγκο δεδομένων διερμηνεία και εξήγηση, ώστε ακόμα και οι ‘κατανοητές’, ήδη μεταφρασμένες, λέξεις να μεταδίδουν πραγματικά ένα κατανοητό μήνυμα”.

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809), ο “θεόπνους διδάσκαλος της ευσεβείας” έχει ερμηνεύσει με εκτενή θεολογική και φιλολογική ερμηνεία όλους τους ασματικούς Κανόνες των Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών. Και μάλιστα για τους δύο της Χριστού Γεννήσεως σημειώνει χαρακτηριστικά:

“Καθώς γαρ οι Άγγελοι πρότερον κατ’ αυτήν την νύκτα της Γεννήσεως του Κυρίου, εξήγησαν εις τους ποιμένας και αγροίκους ανθρώπους το παράδοξον τούτο Μυστήριον, ούτω και ημείς θέλομεν εξηγήση εις τους Χριστιανούς, οι οποίοι είναι αγροικότεροι εις την κατανόησιν των γλαφυροτέρων ρημάτων και νοημάτων”.

Η εξήγηση και ερμηνεία αυτή είναι απαραίτητη για την προσβαση στα νοήματα αλλά δεν ταυτίζεται με την «μετάφραση των λειτουργικών κειμένων», που μερίδα θεολόγων αθεολογήτως επιδιώκει και με ιδιότυπο πείσμα προωθεί. Η ερμηνευτική απόδοση χρησιμοποιείται για βοήθημα. Δεν αντικαθιστά ούτε εκτοπίζει τα παραδεδομένα λειτουργικά και υμνολογικά κείμενα. Κι όταν επιτελέσει το έργο της, δηλαδή να εξηγήσει, επιστρέφει ήσυχα και ταπεινά στην θέση της χωρίς άλλες διεκδικήσεις» […]


Βασική Βιβλιογραφία

1.Νίκος Β. Νικολάου, Ιαμβικοί κανόνες και καταβασίες των Χριστουγέννων και του Πάσχα, Εκδόσεις Γρηγόρη. Πρόκειται για ένα χρήσιμο λατρευτικό βοήθημα που περιλαμβάνει ερμηνευτικά και γλωσσικά σχόλια για τα έργα του Ιωάννη Δαμασκηνού και του Κοσμά του Μελωδού.

2.Κωνσταντίνος Στεφ. Παπαγιάννης, Ερμηνεία των ιαμβικών κανόνων των Χριστουγέννων, των Θεοφανείων και της Πεντηκοστής. Μια λεπτομερής ανάλυση των τριών μεγάλων ιαμβικών κανόνων της Εκκλησίας.

3.Περιοδικό "Πεμπτουσία", Οι ιαμβικές Καταβασίες των Χριστουγέννων - Μετάφραση και Ερμηνεία. 

4. Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Καρέα, Ερμηνεία στον Χριστουγεννιάτικο Ιαμβικό Κανόνα. Θεολογική προσέγγιση βασισμένη στην πατερική παράδοση

-------------------------------------------------

Θεολογικός σχολιασμός: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

 

Μεταγραφή στα Νέα Ελληνικά (κατά προσέγγιση):

 

 

Εὐεπίης μελέεσσιν ἐφύμνια ταῦτα λιγαίνει
Υἷα Θεοῦ μερόπων ἕνεκα τικτόμενον
Ἐν χθονί, καὶ λύοντα πολύστονα πήματα κόσμου.
Ἀλλ' Ἄνα ῥητῆρας ῥύεο τῶνδε πόνων.

 

  • "Αυτά τα υμνογραφήματα αντηχούν με εύηχα (όμορφα) μέλη (στίχους)"
  • "για τον Υιό του Θεού, που γεννιέται στη γη για χάρη των ανθρώπων"
  • "και λύνει τα πολλά και οδυνηρά βάσανα του κόσμου."
  • "Αλλά, Κύριε, ρύθμισε (ή σώσε) τους ρήτορες (τους υμνογράφους) από αυτούς τους κόπους

 

Ο υμνογράφος δηλώνει την πρόθεσή του να υμνήσει με ωραία λόγια τον Ιησού Χριστό, ο οποίος γεννήθηκε ως άνθρωπος για να σώσει την ανθρωπότητα από τον πόνο και την αμαρτία. Παράλληλα, ζητά από τον Θεό βοήθεια για να ολοκληρώσει το δύσκολο ποιητικό του έργο.

Λεξιλόγιο

  • Εὐεπίης: Η ωραιότητα του λόγου, η καλλιέπεια.
  • Μελέεσσιν: Με τα μέλη, δηλαδή τους μουσικούς στίχους ή τις στροφές.
  • Ἐφύμνια: Ύμνοι, τραγούδια που ψάλλονται πάνω από κάτι (εδώ πάνω στο γεγονός της Γέννησης).
  • Λιγαίνει: Ψάλλει με γλυκύτητα και καθαρότητα, αντηχεί εύηχα.
  • Υἷα Θεοῦ: Τον Υιό του Θεού.
  • Μερόπων: Των ανθρώπων (στην ομηρική γλώσσα «αυτοί που έχουν έναρθρη φωνή»).
  • Χθονί: Στη γη.
  • Πολύστονα πήματα: Τα γεμάτα στεναγμούς και πόνους βάσανα.
  • Ἄνα: Κλήση του «Άναξ» (Βασιλιά), προσφώνηση προς τον Θεό.
  • Ῥητῆρας: Αυτούς που μιλούν ή υμνούν (εδώ τους υμνογράφους).
  • Ῥύεο: Σώσε, λύτρωσε, απάλλαξε.
  • Πόνων: Των μόχθων, των δυσκολιών (αναφέρεται στον κόπο της συγγραφής του ύμνου).

 

 

ᾨδὴ α'-Ἦχος α'- Ὁ Εἱρμὸς 
«Ἔσωσε λαόν, θαυματουργῶν Δεσπότης,
Ὑγρὸν θαλάσσης κῦμα χερσώσας πάλαι·
Ἑκὼν δὲ τεχθεὶς ἐκ Κόρης, τρίβον βατήν,
Πόλου τίθησιν ἡμῖν· ὃν κατ οὐσίαν,
Ἶσόν τε Πατρί, καὶ βροτοῖς δοξάζομεν».

 

 Ο Δεσπότης Χριστός έσωσε παλιά τον λαό Του (τους Ισραηλίτες) κάνοντας θαύμα, μετατρέποντας το υγρό κύμα της θάλασσας σε ξηρά (κατά την Έξοδο από την Αίγυπτο). Τώρα, αφού γεννήθηκε θεληματικά από την Παρθένο, ανοίγει για εμάς έναν δρόμο βατό προς τον ουρανό. Αυτόν, που ως προς την ουσία Του είναι ίσος με τον Πατέρα, εμείς οι άνθρωποι Τον δοξάζουμε.

 

Ἤνεγκε γαστὴρ ἡγιασμένη Λόγον,
Σαφῶς ἀφλέκτῳ ζωγραφουμένη βάτῳ,
Μιγέντα μορφῇ, τῇ βροτησίᾳ Θεόν,
Εὔας τάλαιναν, νηδὺν ἀρᾶς τῆς πάλαι,
Λύοντα πικρᾶς, ὃν βροτοὶ δοξάζομεν.

 

Η αγιασμένη κοιλιά (της Παναγίας) βάσταξε τον Λόγο του Θεού, ο οποίος προεικονίστηκε καθαρά από την καιόμενη αλλά μη φλεγόμενη βάτο (του Μωυσή). Ο Θεός ενώθηκε με την ανθρώπινη μορφή και λυτρώνει την ταλαίπωρη κοιλιά της Εύας από την παλιά κατάρα. Αυτόν εμείς οι άνθρωποι δοξάζουμε.

 

Ἔδειξεν ἀστὴρ τὸν πρὸ ἡλίου Λόγον,
Ἐλθόντα παῦσαι τὴν ἁμαρτίαν Μάγοις,
Σαφῶς πενιχρὸν εἰς σπέος τὸν συμπαθῆ,
Σὲ σπαργάνοις ἑλικτόν· ὃν γεγηθότες,
Ἶδον τὸν αὐτόν, καὶ βροτὸν καὶ Κύριον.

 

Το αστέρι υπέδειξε στους Μάγους τον Λόγο που υπήρχε πριν από τον ήλιο, και ο οποίος ήρθε στη γη για να σταματήσει την αμαρτία. Τον έδειξε μέσα σε ένα φτωχικό σπήλαιο, Αυτόν τον συμπαθή, τυλιγμένο με σπάργανα. Οι Μάγοι Τον είδαν με χαρά και αναγνώρισαν ότι ο ίδιος είναι ταυτόχρονα και άνθρωπος και Κύριος.


Σχόλια

Τα τροπάρια επικεντρώνονται στη σύνδεση της Παλαιάς Διαθήκης με τη Γέννηση του Χριστού:

  1. Η Διάβαση της Ερυθράς και ο Ουρανός: Ο υμνογράφος παραλληλίζει το θαύμα της ξηράς στη θάλασσα με τη Γέννηση. Όπως τότε ο Θεός έσωσε τον λαό του, τώρα ο Χριστός, γεννημένος από την Παρθένο, ανοίγει έναν «βατό δρόμο» (τρίβον βατήν) για να ανέβει ο άνθρωπος στον ουρανό (πόλον).
  2. Η Βάτος και η Λύτρωση της Εύας: Η Παναγία συγκρίνεται με την «ἄφλεκτη βάτο» του Μωυσή. Καθώς δέχτηκε το πυρ της Θεότητας χωρίς να καεί, γέννησε τον Θεό σε ανθρώπινη μορφή, λύνοντας έτσι την κατάρα που βάραινε το γένος των γυναικών από την εποχή της Εύας.
  3. Ο Αστήρ και η Διπλή Φύση: Το αστέρι αποκαλύπτει στους Μάγους τον προαιώνιο Λόγο μέσα σε ένα φτωχικό σπήλαιο. Το κεντρικό μήνυμα εδώ είναι η αναγνώριση του Χριστού από τους ανθρώπους ως ταυτόχρονα «βροτό» (θνητό άνθρωπο) και «Κύριο» (Θεό).

 

ᾨδὴ γ', Ἰαμβικός

 


«Νεῦσον πρὸς ὕμνους οἰκετῶν Εὐεργέτα,
Ἐχθροῦ ταπεινῶν τὴν ἐπηρμένην ὀφρύν,
Φέρων τε Παντεπόπτα τῆς ἁμαρτίας,
Ὕπερθεν ἀκλόνητον, ἐστηριγμένους,
Μάκαρ, μελῳδοὺς τῇ βάσει τῆς πίστεως».

 

«Ευεργέτη μας, στρέψε το βλέμμα Σου  προς τους ύμνους των δούλων Σου, ταπεινώνοντας την υπερήφανη έπαρση του εχθρού (του διαβόλου). Εσύ Μακάριε Παντεπόπτη, σήκωσε τους υμνητές Σου πάνω από την αμαρτία και στήριξέ τους ακλόνητους πάνω στη βάση της πίστεως.»

 

Νύμφης πανάγνου τὸν πανόλβιον τόκον
Ἰδεῖν ὑπὲρ νοῦν ἠξιωμένος χορός,
Ἄγραυλος ἐκλονεῖτο, τῷ ξένῳ τρόπῳ.
Τάξιν μελῳδοῦσάν τε τῶν Ἀσωμάτων,
Ἄνακτα Χριστόν, ἀσπόρως σαρκούμενον.

 

«Αυτός που βασιλεύει στα ύψη των ουρανών, από ευσπλαχνία γίνεται τώρα άνθρωπος σαν εμάς από την ανύμφευτη Κόρη. Ενώ προηγουμένως ήταν άυλος (ως Θεός), στους έσχατους χρόνους ο Λόγος πήρε την "παχύτητα" της σάρκας, για να τραβήξει κοντά Του τον πρωτόκτιστο άνθρωπο (τον Αδάμ) που είχε πέσει στην αμαρτία.»

Ὕψους ἀνάσσων οὐρανῶν εὐσπλαγχνίᾳ,
Τελεῖ καθ' ἡμᾶς ἐξ ἀνυμφεύτου Κόρης,
Ἄϋλος ὢν τὸ πρόσθεν· ἀλλ' ἐπ' ἐσχάτων
Λόγος παχυνθεὶς σαρκί, τὸν πεπτωκότα,
Ἵνα πρὸς αὐτὸν ἑλκύσῃ πρωτόκτιστον.

 

«Αυτός που βασιλεύει στα ύψη των ουρανών, από ευσπλαχνία γίνεται τώρα άνθρωπος (τελεί καθ' ημάς, δηλαδή γίνεται όπως εμείς) από την ανύμφευτη (παρθένα) Κόρη. Ενώ προηγουμένως (ως Θεός) ήταν άυλος, τώρα, στους έσχατους καιρούς, ο Λόγος πήρε σάρκα ("παχύνθηκε" σαρκικά) για να τραβήξει κοντά Του τον πρωτόκτιστο άνθρωπο (τον Αδάμ) που είχε πέσει (στην αμαρτία).»

Οι ύμνοι αυτοί εξαίρουν τη συγκατάβαση του Θεού, ο Οποίος γίνεται άνθρωπος για να γκρεμίσει την έπαρση του εχθρού και να υψώσει την ανθρωπότητα στην πρότερη δόξα της.

  1. Ο Ειρμός είναι μια δέηση προς τον «Παντεπόπτη» Θεό να ταπεινώσει την αλαζονεία του διαβόλου («ἐπηρμένην ὀφρύν») και να κρατήσει τους πιστούς σταθερούς και ακλόνητους πάνω στο θεμέλιο της πίστης, μακριά από την αμαρτία.
  2. Περιγράφεται η κατάπληξη του «αγραύλου χορού» (των βοσκών), οι οποίοι αξιώθηκαν να δουν το ακατανόητο μυστήριο της Γέννησης. Το δέος τους προέρχεται από την αντίθεση ανάμεσα στη φτωχική γέννηση και τη μεγαλοπρέπεια των Αγγέλων που υμνούν τον σαρκωμένο Βασιλιά Χριστό.
  3.  Υπογραμμίζεται το δόγμα της Ενανθρώπησης. Ο προαιώνιος και άυλος Λόγος, από ευσπλαχνία, «παχύνεται» (λαμβάνει υλική σάρκα) από την Παρθένο. Σκοπός αυτής της ταπείνωσης είναι να «ελκύσει» (να τραβήξει) ξανά κοντά Του τον πεσμένο άνθρωπο (τον πρωτόκτιστο Αδάμ).

 

 

 

ᾨδὴ δ', Ἰαμβικός- Ἦχος α'

 



Ὁ Εἱρμὸς 
«Γένους βροτείου τὴν ἀνάπλασιν πάλαι,
ᾌδων Προφήτης Ἀββακούμ, προμηνύει,
Ἰδεῖν ἀφράστως ἀξιωθεὶς τὸν τύπον.
Νέον βρέφος γάρ, ἐξ ὄρους τῆς Παρθένου,
Ἐξῆλθε λαῶν, εἰς ἀνάπλασιν Λόγος».

 

«Ο Προφήτης Αββακούμ, ψάλλοντας παλιά, προαναγγέλλει την αναδημιουργία του ανθρώπινου γένους, καθώς αξιώθηκε να δει με τρόπο ανέκφραστο την προτύπωση της Γέννησης. Διότι ο Λόγος του Θεού βγήκε (γεννήθηκε) ως νέο βρέφος από το "όρος" της Παρθένου, για να αναπλάσει και να σώσει όλους τους λαούς.»

 

Ἶσος προῆλθες τοῖς βροτοῖς ἑκουσίως,
Ὕψιστε, σάρκα προσλαβὼν ἐκ Παρθένου,
Ἰὸν καθᾶραι τῆς δρακοντείας κάρας,
Ἄγων ἅπαντας πρὸς σέλας ζωηφόρον,
Θεὸς πεφυκώς, ἐκ πυλῶν ἀνηλίων.

 

«Ω Ύψιστε, ήρθες θεληματικά όμοιος με τους ανθρώπους, παίρνοντας σάρκα από την Παρθένο, για να καθαρίσεις το δηλητήριο του κεφαλιού του δράκοντα (του διαβόλου), οδηγώντας όλους εμάς προς το ζωηφόρο φως, καθώς εκ φύσεως είσαι Θεός, προερχόμενος από τις αθέατες πύλες (του ουρανού ή του Άδη, για να τον καταστρέψεις).»

 

Ἔθνη τὰ πρόσθεν τῇ φθορᾷ βεβυσμένα.
Ὄλεθρον ἄρδην δυσμενοῦς πεφευγότα,
Ὑψοῦτε χεῖρας, σὺν κρότοις ἐφυμνίοις,
Μόνον σέβοντα Χριστόν, ὡς εὐεργέτην,
Ἐν τοῖς καθ ἡμᾶς συμπαθῶς ἀφιγμένον.

 

Όλοι οι λαοί, που προηγουμένως ήσασταν βυθισμένοι στη φθορά, τώρα που αποφύγατε ολοκληρωτικά τον όλεθρο του εχθρού (διαβόλου), σηκώστε ψηλά τα χέρια σας χειροκροτώντας και ψάλλοντας ύμνους. Λατρεύστε μόνον τον Χριστό ως ευεργέτη, ο οποίος από ευσπλαχνία ήρθε και έλαβε τη δική μας ανθρώπινη φύση.»

Ῥίζης φυεῖσα τοῦ Ἰεσσαὶ Παρθένε,
Ὅρους παρῆλθες, τῶν βροτῶν τῆς οὐσίας,
Πατρὸς τεκοῦσα τὸν πρὸ αἰώνων Λόγον.
Ὡς ηὐδόκησεν αὐτός, ἐσφραγισμένην,
Νηδὺν διελθεῖν τῇ κενώσει τῇ ξένῃ.

 

«Ω Παρθένε, εσύ που προήλθες από τη ρίζα του Ιεσσαί, ξεπέρασες τα όρια της ανθρώπινης φύσης, διότι γέννησες τον Λόγο του Θεού που υπήρχε πριν από όλους τους αιώνες. Αυτό έγινε επειδή ο Ίδιος (ο Θεός) ευαρεστήθηκε να περάσει μέσα από την κλειστή (παρθενική) σου μήτρα, με την παράδοξη και ξένη προς τη φύση Του ταπείνωση, να γίνει δηλαδή άνθρωπος.»

 

Ο υμνογράφος συνδέει τη Γέννηση του Χριστού με την προφητεία του Αββακούμ (Αββακούμ γ', 3: "ὁ Θεὸς ἐκ Θαιμὰν ἥξει καἅγιος ἐξ ὄρους φαράν..."). Στην εκκλησιαστική παράδοση, το «κατάσκιο όρος» ερμηνεύεται ως η Παναγία, από την οποία προήλθε ο Χριστός για να φέρει την ανάπλαση (τη νέα δημιουργία) στον φθαρμένο από την αμαρτία άνθρωπο.

Απευθύνεται στα έθνη (τον ειδωλολατρικό κόσμο που δεν γνώριζε τον Θεό) και διακηρύσσει ότι η Γέννηση του Χριστού σήμανε το τέλος της πνευματικής τους υποδούλωσης. Η "συμπάθεια" του Θεού Τον οδήγησε να γίνει άνθρωπος ("ἐν τοῖς καθ' ἡμᾶς"), προσφέροντας μια καθολική σωτηρία που απαιτεί την ενεργή και χαρούμενη συμμετοχή  των πιστών. Αναδεικνύει δύο βασικές πτυχές της θεολογίας των Χριστουγέννων. Την προφητεία: Η Παναγία προέρχεται από τη γενιά του Δαβίδ (μέσω του Ιεσσαί). Το θαύμα: Η παρθενική γέννηση (η "σφραγισμένη νηδύς") και η "κένωση" του Θεού (η θεία ταπείνωση) ξεπερνούν τους φυσικούς νόμους.

 

ᾨδὴ ε', Ἰαμβικός
Ἦχος α'

 


Ὁ Εἱρμὸς 
«Ἐκ νυκτὸς ἔργων, ἐσκοτισμένης πλάνης
Ἱλασμὸν ἡμῖν Χριστὲ τοῖς ἐγρηγόρως,
Νῦν σοι τελοῦσιν ὕμνον, ὡς εὐεργέτῃ,
Ἔλθοις πορίζων εὐχερῆ τε τὴν τρίβον,
Καθ' ἣν ἀνατρέχοντες, εὕροιμεν κλέος».

 

«Χριστέ, Εσύ που είσαι ο Ευεργέτης μας, έλα και χάρισε την εξιλέωση (τον εξαγνισμό) από τα σκοτεινά έργα της πλάνης σε εμάς, που αυτή τη στιγμή ξαγρυπνούμε ψάλλοντας ύμνους προς Εσένα. Έλα να μας προσφέρεις έναν εύκολο δρόμο, μέσα από τον οποίο, ανεβαίνοντας προς Εσένα, θα αξιωθούμε να βρούμε την ουράνια δόξα.»

 

 

Ἀπηνὲς ἔχθος, τὸ πρὸς αὐτὸν Δεσπότης,
Τεμὼν διαμπάξ, σαρκὸς ἐν παρουσίᾳ,
Ἵνα κρατοῦντος ὤλεσε ψυχοφθόρου,
Κόσμον συνάπτων, ταῖς ἀΰλοις οὐσίαις,
Τιθεὶς προσηνῆ, τὸν Τεκόντα τῇ κτίσει.

 

«Ο Δεσπότης Χριστός, με την ενσάρκωσή Του, έκοψε πέρα ως πέρα  και εξαφάνισε τη σκληρή έχθρα που υπήρχε ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Έτσι, κατέστρεψε τη δύναμη του ψυχοφθόρου διαβόλου που κυριαρχούσε, ενώνοντας τον επίγειο κόσμο με τις άυλες αγγελικές δυνάμεις και καθιστώντας τον Πατέρα-Δημιουργό πάλι προσιτό και φιλικό προς όλη την πλάση.»

Ὁ λαὸς εἶδεν, ὁ πρὶν ἠμαυρωμένος,
Μεθ' ἡμέραν φῶς, τῆς ἄνω φρυκτωρίας·
Ἔθνη Θεῷ δέ, κλῆρον Υἱὸς προσφέρει,
Νέμων ἐκεῖσε τὴν ἀπόρρητον χάριν,
Οὗ πλεῖον ἐξήνθησεν ἡ ἁμαρτία

 

«Ο λαός, που προηγουμένως ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι, είδε μέσα στο φως της ημέρας τη λάμψη της ουράνιας πυρκαγιάς (του θείου φωτός). Ο Υιός προσφέρει τώρα τα έθνη ως κληρονομιά στον Θεό, χαρίζοντας σε εκείνους τους τόπους την ανέκφραστη χάρη Του, εκεί ακριβώς όπου προηγουμένως είχε πλεονάσει η αμαρτία.»

 

 

Τα συγκεκριμένα τροπάρια, επικεντρώνονται σε τρεις κεντρικούς άξονες:

  1. Η Μετάβαση από το Σκοτάδι στο Φως: Ο υμνογράφος παρουσιάζει την ανθρωπότητα να εξέρχεται από τη «νύκτα» της πλάνης και το σκοτάδι της αμαρτίας. Η Γέννηση του Χριστού περιγράφεται ως «άνω φρυκτωρία» (ουράνιο σινιάλο φωτός) που φωτίζει τον δρόμο για την πνευματική άνοδο και τη δόξα [1].
  2. Η Κατάργηση της Έχθρας και η Συμφιλίωση: Με την ενανθρώπησή Του, ο Χριστός κόβει σύρριζα («τεμὼν διαμπάξ») την παλιά έχθρα μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Καταργεί την κυριαρχία του διαβόλου («ψυχοφθόρου») και καθιστά τον Θεό-Πατέρα ξανά προσιτό και «προσηνή» (φιλικό) στην κτίση [2].
  3. Η Παγκοσμιότητα της Σωτηρίας: Τονίζεται ότι η χάρη του Θεού δεν περιορίζεται πλέον, αλλά επεκτείνεται σε όλα τα έθνη. Εκεί που κάποτε κυριαρχούσε η αμαρτία, τώρα ανθίζει η «απόρρητος χάρις», ενώνοντας τον υλικό κόσμο με τις άυλες αγγελικές δυνάμεις σε μια κοινή γιορτή [3].

Πρόκειται για έναν θεολογικό ύμνο στον Χριστό ως Ευεργέτη και Ειρηνοποιό, που αναπλάθει τον κόσμο μέσω της αγάπης και του φωτός Του.

 

 

ᾨδὴ ζ',
Ἦχος α'

 

Ὁ Εἱρμὸς 
«Τῷ παντάνακτος ἐξεφαύλισαν πόθῳ,
Ἄπλητα θυμαίνοντος ἠγκιστρωμένοι,
Παῖδες τυράννου δύσθεον γλωσσαλγίαν,
Οἷς εἴκαθε πῦρ ἄσπετον, τῷ Δεσπότῃ,
Λέγουσιν· Εἰς αἰῶνας εὐλογητὸς εἶ».

«Οι Τρεις Παίδες, με τον πόθο τους για τον Βασιλιά των όλων (τον Θεό), εξουδετέρωσαν (την απειλή του τυράννου). Ήταν αγκιστρωμένοι στον Θεό, ενώ ο τύραννος θύμωνε ακόρεστα, και περιφρόνησαν τους υβριστικούς και δυσσεβείς λόγους του. Σε αυτούς τους Παίδες υπάκουσε η άσβεστη φωτιά, και έψαλλαν στον Δεσπότη: Είσαι ευλογητός στους αιώνες.»

Ὑπηρέτας μὲν ἐμμανῶς καταφλέγει,
Σῴζει δὲ παφλάζουσα ῥοιζηδὸν νέους,
Ταῖς ἑπταμέτροις καύσεσι πυργουμένη,
Οὓς ἔστεφε φλόξ, ἄφθονον τοῦ Κυρίου,
Νέμοντος, εὐσεβείας ἕνεκα, δρόσον.

 

«Η φωτιά κατέκαψε μανιωδώς τους υπηρέτες (του βασιλιά), ενώ φουντώνοντας με ορμή και υψωνόμενη σαν πύργος με επταπλάσιες καύσεις, έσωζε τους νέους (τους Παίδες). Η φλόγα στεφάνωνε τα κεφάλια τους, καθώς ο Κύριος έστελνε άφθονη δρόσο χάρη στην ευσέβειά τους.»

 

 

Ἀρωγὲ Χριστέ, τὸν βροτοῖς ἐναντίον,
Πρόβλημα τὴν σάρκωσιν ἀρρήτως ἔχων,
ᾜσχυνας, ὄλβον τῆς θεώσεως φέρων,
Μορφούμενος νῦν· ἧς τινος δι' ἐλπίδα,
Ἄνωθεν εἰς κευθμῶνας ἤλθομεν ζόφου

«Χριστέ βοηθέ μας, Εσύ ντρόπιασες και ταπείνωσες τον εχθρό των ανθρώπων (τον διάβολο), χρησιμοποιώντας την ανέκφραστη ενσάρκωσή Σου ως ακατανίκητο όπλο. Παίρνοντας τώρα ανθρώπινη μορφή, μας προσφέρεις τον πλούτο της θέωσης· εξαιτίας της ελπίδας για αυτή τη θέωση, εμείς που ήμασταν ψηλά (στον Παράδεισο) είχαμε καταλήξει στα σκοτεινά βάθη της φθοράς (αλλά τώρα σωζόμαστε).»

.

Τὴν ἀγριωπόν, ἀκρατῶς γαυρουμένην,
Ἄσεμνα βακχεύουσαν ἐξοιστρουμένου,
Κόσμου καθεῖλες πανσθενῶς ἁμαρτίαν·
Οὓς εἵλκυσε πρίν, σήμερον τῶν ἀρκύων,
Σῴζεις δέ, σαρκωθεὶς ἑκὼν Εὐεργέτα.

 

«Χριστέ Ευεργέτη, Εσύ με την παντοδύναμη ισχύ Σου γκρέμισες την αμαρτία του κόσμου, η οποία εμφανιζόταν με αγριωπό πρόσωπο, κυριαρχούσε με αχαλίνωτη αλαζονεία και ξεσπούσε σε άσεμνες πράξεις σαν σε κατάσταση μανίας. Σήμερα, καθώς σαρκώθηκες με τη θέλησή Σου, σώζεις από τα δίχτυα του διαβόλου όλους εκείνους που προηγουμένως είχε παρασύρει και παγιδεύσει.»

 

Λεξιλόγιο

  • Ἀγριωπόν: Αυτή που έχει άγρια όψη, την αποκρουστική.
  • Ἀκρατῶς γαυρουμένην: Αυτή που υπερηφανεύεται και κομπάζει χωρίς συγκράτηση.
  • Ἄσεμνα βακχεύουσαν: Αυτή που συμπεριφέρεται με αισχρότητα και μανία (σαν σε βακχική τελετή).
  • Ἐξοιστρουμένου: Αυτού που έχει παραφρονήσει, που βρίσκεται σε κατάσταση οίστρου/μανίας (αναφέρεται στον κόσμο της αμαρτίας).
  • Καθεῖλες: Γκρέμισες, κατέστρεψες, ταπείνωσες.
  • Πανσθενῶς: Με όλη Σου τη δύναμη, παντοδύναμα.
  • Εἵλκυσε: Παρέσυρε, τράβηξε (από το ρήμα ἑλκύω).
  • Ἀρκύων: Από τα δίχτυα, τις παγίδες (από τη λέξη ἄρκυς).
  • Σαρκωθεὶς ἑκὼν: Αφού πήρες σάρκα με τη θέλησή Σου (εκουσίως).

Σχολια.

Η Ζ' Ωδή υμνεί τον Χριστό που έρχεται στη γη για να καταργήσει κάθε μορφή τυραννίας και να ανυψώσει τον άνθρωπο από τη φθορά στη θεία δόξα.

Με κεντρικό θέμα το θαύμα των Τριών Παίδων στην κάμινο, ο υμνογράφος τονίζει ότι ο «πόθος» (η αγάπη) για τον Θεό-Παντάνακτα υπερνικά τον φόβο του θανάτου και την οργή του τυράννου. Η φωτιά πειθαρχεί (είκαθε) στην παρουσία των ευσεβών, αναδεικνύοντας τη δύναμη της πίστης.

Η περιγραφή της φλόγας που κατακαίει τους υπηρέτες αλλά «δροσίζει» τους Παίδες λειτουργεί ως προεικόνιση του μυστηρίου της Γέννησης. Όπως η φωτιά δεν έκαψε τους Παίδες, έτσι και το πυρ της Θεότητας δεν έφλεξε τη μήτρα της Παρθένου.

Ο Χριστός αποκαλείται «Αρωγός» που χρησιμοποιεί την ανθρώπινη φύση Του ως πρόβλημα (προκάλυμμα/εμπόδιο) για να νικήσει τον διάβολο. Η Γέννηση παρουσιάζεται ως η μοναδική οδός που βγάζει την ανθρωπότητα από τα σκοτεινά βάθη (κευθμῶνας ζόφου) και την οδηγεί στον πλούτο της θέωσης.