Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Η Πνευματική Προσωπογραφία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά σύμφωνα με την υμνογραφία της Κυριακής Β Νηστειών



Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Εισαγωγικά.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (14ος αι.), κορυφαίος θεολόγος και φιλόσοφος, υπέστη σφοδρούς διωγμούς από την εκκλησιαστική ηγεσία της εποχής του. Παρά τα αξιώματά τους, ο Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας και η τότε Σύνοδος τον αφόρισαν και τον εξόρισαν ως «αιρετικό», ενώ στην πραγματικότητα εκείνοι παρέκλιναν από την Ορθοδοξία.

Απαντώντας στους διώκτες του, ο Άγιος διετύπωσε μια θεμελιώδη αλήθεια για τη φύση της Εκκλησίας:«Η Εκκλησία είναι "στύλος και εδραίωμα της αλήθειας". Όσοι ανήκουν στην Εκκλησία του Χριστού, ανήκουν στην Αλήθεια. Όσοι δεν ακολουθούν την Αλήθεια, δεν ανήκουν στην Εκκλησία, ακόμη κι αν αυτοαποκαλούνται ιεροί ποιμένες. Ο Χριστιανισμός δεν χαρακτηρίζεται από τα πρόσωπα και τα αξιώματα, αλλά από την αλήθεια και την ακρίβεια της πίστεως.»

1. Ο Φωστήρας της Ορθοδοξίας και η Θεολογία των Ακτίστων Ενεργειών

Η υμνογραφία της Β’ Κυριακής των Νηστειών συνθέτει μια πολυδιάστατη προσωπικότητα, παρουσιάζοντας τον Άγιο Γρηγόριο πρωτίστως ως το «Φως της Ορθοδοξίας» και το «στήριγμα των Εκκλησιών». Οι χαρακτηρισμοί αυτοί δεν αποτελούν απλά εγκωμιαστικά επίθετα, αλλά εδράζονται στη θεμελιώδη θεολογική του συμβολή: τη διάκριση μεταξύ της απρόσιτης ουσίας και των μεθεκτών ακτίστων ενεργειών του Θεού. Για την Εκκλησία, ο Παλαμάς είναι ο «φωστήρας» που διέλυσε το σκοτάδι της πλάνης, βεβαιώνοντας ότι το Θαβώρειο Φως της Μεταμορφώσεως είναι η ίδια η άκτιστη θεία ενέργεια στην οποία καλείται να μετάσχει ο άνθρωπος.

2. Ο Αήττητος Πυλώνας της Πίστεως και το Θαύμα της Θεολογίας

«φθης τς εσεβείας ήττητον στήριγμα, τν δογμάτων τς πίστεως πρόμαχος προσμάχητος· δι τς κκλησίας τ πλήρωμα, Γρηγόριε, γεραίρει σε, κα σο τν τόκον τν λόγων ς μέλι γλυκάζοντα, πόθ ε τρυγ

 

Ως «Αήττητον στήριγμα των θεολόγων», ο Άγιος αναδεικνύεται σε πνευματικό πυλώνα που παρέμεινε αμετακίνητος απέναντι σε φιλοσοφικές προκλήσεις και διώξεις. Η υμνογραφική γλώσσα υπογραμμίζει ότι η θεολογία του δεν ήταν προϊόν διανοητικής επινόησης, αλλά καρπός αγιότητας. Αυτή η εμπειρική διάσταση επιβεβαιώνεται από τον τίτλο του «Θαυματουργού», ο οποίος στην περίπτωση του Παλαμά προσλαμβάνει ένα βαθύτερο νόημα: το μεγαλύτερο «θαύμα» του είναι η ανάδειξη της δυνατότητας της θέωσης. Παράλληλα, ως «Δόξα της Θεσσαλονίκης», η προσωπικότητά του συνδέεται με την ιστορική του διακονία, μετατρέποντας την πόλη σε τόπο φανερώσεως της θείας χάριτος.

3. Ο Ησυχαστής ως Πρότυπο Ασκητικής Ζωής

σοπτρον Θεο, γνου Γρηγριε· τ κατ εκνα γρ σπιλον τρησας νον δ΄γεμνα, κατ παθν σαρκικν νδρικς νστησμενος, τ καθομοωσιν, νελβου· θεν οκος γγονας τς γας Τριδος λαμπρτατος.

 

Η πνευματική του ταυτότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιδιότητα του Ασκητή. Οι ύμνοι τον προβάλλουν ως «φίλο της ησυχίας» και μύστη της νοεράς προσευχής, ο οποίος πέτυχε την κάθαρση της καρδιάς. Ο ησυχασμός δεν παρουσιάζεται ως μια απομονωμένη πρακτική, αλλά ως το στοιχείο που εγγυάται την ενότητα πίστης και ζωής. Στο πλαίσιο του Τριωδίου, η προβολή του κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή λειτουργεί παιδαγωγικά: επιβεβαιώνει ότι ο αγώνας της νηστείας και της ασκήσεως είναι ο δρόμος που οδηγεί βιωματικά στο Φως της Αναστάσεως.

4. Υπερασπιστής της Αλήθειας ενάντια στη Διανοητική Πλάνη

Δρεπν τν λγων σου, κα ερος συγγρμμασιν τεμες αρσεις κανθδεις, κα ζιζανων νθα βλαστματα, τς ρθοδοξας δ΄ εσεβ κατεβλου σπρματα, ερρχα Γρηγριε.

 

Ως Υπερασπιστής της Πίστης, ο Άγιος Γρηγόριος ύψωσε ανάστημα ενάντια σε μια θεολογία που περιόριζε τη σωτηρία σε μια απλή διανοητική κατανόηση. Υπερασπιζόμενος τη μέθεξη των ακτίστων ενεργειών, διέσωσε το σωτηριολογικό βάθος της Ορθοδοξίας, διδάσκοντας ότι η σωτηρία είναι πραγματική ένωση με τον Θεό κατά χάριν. Γι' αυτό και αποκαλείται «Πυλώνας της Πίστεως», καθώς διαφύλαξε την αλήθεια ότι η γνώση του Θεού δεν επιτυγχάνεται μέσω λογικών συλλογισμών, αλλά μέσω καθάρσεως και φωτισμού.

Ὀρθοδοξίας τὰ δόγματα κατεφύτευσας, κακοδοξίας Μάκαρ ἐκτεμῶν τὰς ἀκάνθας, καὶ Πίστεως τὸν σπόρον πληθύνας καλῶς, τῇ ἑπομβρίᾳ τῶν λόγων σου, ἑκατοστεύοντα στάχυν ὡς πρακτικὸς γεωργὸς Θεῷ προσήνεγκας.

 

Η αντιπαράθεση μεταξύ του Βαρλαάμ του Καλαβρού και του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά κατά τον 14ο αιώνα δεν υπήρξε μια απλή ακαδημαϊκή διαμάχη, αλλά μια καθοριστική σύγκρουση δύο εκ διαμέτρου αντίθετων κοσμοθεωριών σχετικά με τη φύση του Θεού, τη δυνατότητα του ανθρώπου να Τον γνωρίσει και το αληθινό νόημα της σωτηρίας.

4.1. Βαρλαάμ ο Καλαβρός: Ο Σχολαστικός Ορθολογισμός

«Τν τς εσεβείας κήρυκα, κα τς σεβείας ντίπαλον, τν τς κκλησίας γλυκασμόν, τν μέγαν εράρχην κα διδάσκαλον... τν Βαρλαμ τν παράφρονα καταβαλόντα, κα τς πλάνης τν φρν κτεμόντα...»

 

Ο Βαρλαάμ, μοναχός από την Καλαβρία της Ιταλίας με βαθιά κλασική παιδεία, μετέφερε στο Βυζάντιο το πνεύμα του δυτικού Σχολαστικισμού. Η κεντρική του θέση βασιζόταν στην απόλυτη υπερβατικότητα του Θεού: πίστευε ότι ο Θεός είναι οντολογικά απρόσιτος και ότι η γνώση Του μπορεί να επιτευχθεί μόνο έμμεσα, μέσω της λογικής, της φιλοσοφίας και της μελέτης της κτίσης. Στο πλαίσιο αυτό, επιτέθηκε με δριμύτητα στους Ησυχαστές μοναχούς, ειρωνευόμενος τις μεθόδους προσευχής τους και αποκαλώντας τους «ομφαλοσκόπους». Για τον Βαρλαάμ, η θέα του θείου φωτός από τους μοναχούς ήταν αδύνατη, χαρακτηρίζοντας τις εμπειρίες τους ως ψευδαισθήσεις, καθώς θεωρούσε ότι κάθε τι που γίνεται ορατό από τις ανθρώπινες αισθήσεις είναι εξ ορισμού «κτιστό» και προσωρινό.

4.2. Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: Η Βιωματική Θεολογία

Απέναντι στον ορθολογισμό του Βαρλαάμ, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ως εκφραστής της αγιορείτικης παράδοσης, υπερασπίστηκε τη δυνατότητα της άμεσης κοινωνίας με τον Θεό. Η θεολογική του απάντηση στηρίχθηκε στη διάκριση μεταξύ της Θείας Ουσίας (που παραμένει αμέθεκτη και ακατάληπτη) και των Θείων Ενεργειών (που είναι άκτιστες και μεθεκτές από τον άνθρωπο). Ο Παλαμάς δίδαξε ότι το Φως της Μεταμορφώσεως στο όρος Θαβώρ δεν ήταν ένα κτιστό φαινόμενο ή ένα σύμβολο, αλλά η ίδια η άκτιστη ενέργεια του Θεού. Με αυτή τη διδασκαλία, ο Άγιος απέδειξε ότι ο Θεός δεν είναι μια μακρινή ιδέα, αλλά ένα Πρόσωπο που εισέρχεται στην ιστορία και επιτρέπει στον άνθρωπο να ενωθεί μαζί Του.

4.3. Το Σημείο της Σύγκρουσης: Η Σωτηρία ως Μεταμόρφωση

Το λεπτότερο σημείο της διαφοράς τους εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τη σωτηρία. Για τον Βαρλαάμ, η σωτηρία ήταν κυρίως μια ηθική και διανοητική βελτίωση, μια προσέγγιση του Θείου μέσω της γνώσης των βιβλίων. Αντίθετα, για τον Άγιο Γρηγόριο, η σωτηρία είναι η Θέωση: μια πραγματική, υπαρξιακή και βιωματική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό κατά χάριν. Ενώ ο Βαρλαάμ περιόριζε τη σχέση Θεού-ανθρώπου σε μια νοητική διεργασία, ο Παλαμάς την επέκτεινε σε ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη —σώμα και ψυχή— η οποία μέσω της κάθαρσης και της νοεράς προσευχής γίνεται «δοχείο» του ακτίστου φωτός.

 

 

4.4. Η Ιστορική Δικαίωση και η Διάσωση της Ορθοδοξίας

Τν πλνην κατφλεξας, τν κακοδξων Σοφ τν πστιν τρνωσας, τν ρθοδξων καλς, κα κσμον φτισας· θεν τροπαιοφρος νικητς νεδεχθης, στλος τς κκλησας, ληθς ερρχης, πρεσβεων μ λλπς Χριστ, σωθναι πντας μς.

 

Η σύγκρουση αυτή κρίθηκε οριστικά στις μεγάλες Ησυχαστικές Συνόδους της Κωνσταντινούπολης (1341, 1347, 1351), οι οποίες δικαίωσαν πανηγυρικά τον Άγιο Γρηγόριο και ανακήρυξαν τη διδασκαλία του ως επίσημο δόγμα της Εκκλησίας.

Ἐρράγη μάταιον φρύαγμα καὶ γλῶσσα Βαρλαὰμ τοῦ παράφρονος, λόγοις καὶ δόγμασι, καὶ διανοίας ὀξύτητι τοῦ σοφοῦ Βασιλέως καὶ σοῦ Γρηγόριε.

 

 Ο Βαρλαάμ, ηττημένος, επέστρεψε στη Δύση, όπου εντάχθηκε στη Παπική αίρεση. Η νίκη του Παλαμά δεν ήταν μια απλή επικράτηση σε μια εκκλησιαστική διαμάχη, αλλά η διάσωση του προσωπικού και εμπειρικού χαρακτήρα της χριστιανικής πίστης. Χάρη στον Άγιο Γρηγόριο, η Ορθοδοξία απέφυγε τη μετατροπή της σε μια ξηρή θρησκεία της λογικής, παραμένοντας μια οδός ζωής όπου ο άνθρωπος μπορεί να συναντήσει αληθινά και προσωπικά τον ζωντανό Θεό.

 

5. Ο Προφήτης της Θέωσης και η Καρδιακή Θέα του Θεού

Βασικό μήνυμα της υμνογραφίας είναι ότι ο Γρηγόριος δεν δίδαξε απλώς με λόγια, αλλά έζησε τη «Θέωση». Παρουσιάζεται ως ένας πνευματικός οδηγός προς το άκτιστο φως, ένας άνθρωπος που συνάντησε τον Θεό μέσα από την καρδιακή προσευχή. Η θέωση, για τον Παλαμά, δεν είναι μια ιδεολογική κατάσταση αλλά μια υπαρξιακή μεταμόρφωση — η αποκατάσταση της εικόνας του Θεού μέσα στον άνθρωπο.

Η Θέωση ως Υπαρξιακή Μεταμόρφωση και το Άκτιστο Φως

«Χαίροις, Πατέρων δόξα, Θεολόγων τ στόμα, συχίας τ σκήνωμα, τς σοφίας οκος, τν διδασκάλων κρότης, πέλαγος τ το λόγου, πράξεως κφάντωρ, τ θεί φωτ τς θεωρίας λλαμφθείς...»

 

Στην πατερική παράδοση, την οποία ανακεφαλαιώνει με μοναδικό τρόπο ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, η θέωση παύει να είναι μια αφηρημένη έννοια ή μια μελλοντική υπόσχεση μετά θάνατον και αναδεικνύεται σε ένα ζωντανό, υπαρξιακό γεγονός που ξεκινά από το «εδώ και τώρα». Αυτή η διαδικασία συνεπάγεται την άρση της αλλοτρίωσης του ανθρώπου· δεν πρόκειται για μια απλή αλλαγή συμπεριφοράς ή έναν ηθικιστικό προσανατολισμό, αλλά για την ουσιαστική θεραπεία της ανθρώπινης φύσης. Η εικόνα του Θεού, η οποία αμαυρώθηκε από την πτώση, καθαρίζεται μέσω της χάριτος και αρχίζει να λάμπει ξανά στο εσωτερικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Παλαμάς αντιτάχθηκε σθεναρά στην ιδέα ότι ο Θεός είναι μια «ανώτερη αξία» ή μια φιλοσοφική ιδέα, υποστηρίζοντας ότι η σωτηρία είναι η πραγματική, οργανική ένωση του κτιστού δημιουργήματος με τον Άκτιστο Δημιουργό. Αν η θέωση παρέμενε σε επίπεδο ιδεολογίας, ο άνθρωπος θα ήταν καταδικασμένος να παραμείνει εγκλωβισμένος στα στενά όρια της θνητότητάς του.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή την πορεία παίζει η «καρδιακή θέα» του Θεού, με τον Άγιο Γρηγόριο να αναδεικνύεται στον κατεξοχήν διδάσκαλο της νοεράς προσευχής. Η υμνογραφία τον εξυμνεί επειδή κατόρθωσε να «επιστρέψει τον νου στην καρδία», αποκαθιστώντας την ορθόδοξη ανθρωπολογία που θέλει την καρδιά όχι ως κέντρο συναισθημάτων, αλλά ως το πνευματικό κέντρο της ύπαρξης και τον τόπο συνάντησης με τη θεία χάρη. Μέσα από τη μέθοδο της ιεράς ησυχίας, ο νους παύει να διασκορπίζεται στα εξωτερικά αντικείμενα του κόσμου και, μέσω της αδιάλειπτης επίκλησης του ονόματος του Ιησού, εισέρχεται στο μυστικό «ταμιείον» της καρδιάς. Σε αυτή την κατάσταση, ο άνθρωπος δεν «σκέφτεται» απλώς τον Θεό ούτε Τον προσεγγίζει διανοητικά, αλλά Τον βλέπει πραγματικά με τα μάτια της ψυχής, βιώνοντας μια άμεση προσωπική κοινωνία.

Αυτή η πνευματική εμπειρία κορυφώνεται με τη θέα του Ακτίστου Φωτός, καθιστώντας τον Παλαμά «Προφήτη» που προείδε και βίωσε τη δόξα της Βασιλείας των Ουρανών ήδη από την παρούσα ζωή. Η θέωση ταυτίζεται με την εμπειρία αυτού του φωτός, το οποίο δεν είναι φυσικό (ηλιακό) ούτε προϊόν ψυχολογικής αυταπάτης, αλλά η ίδια η αΐδια δόξα του Θεού που περιέβαλε τον Χριστό κατά τη Μεταμόρφωσή Του στο όρος Θαβώρ. Η υμνογραφία παρουσιάζει τον Άγιο ως «φωστήρα», ακριβώς επειδή ο ίδιος μεταμορφώθηκε από αυτή τη θεία ενέργεια. Η θέωση καθιστά τον άνθρωπο «φωτοφόρο» και «όλο φως», καθώς η θεία χάρη δεν διαποτίζει μόνο την ψυχή, αλλά αγιάζει και το ίδιο το σώμα, καθιστώντας το ναό του Αγίου Πνεύματος.

Τελικά, η θεολογική προσωπογραφία του Αγίου Γρηγορίου καταλήγει στην εκπλήρωση του αρχικού σκοπού της δημιουργίας: την αποκατάσταση του «κατ' εικόνα» και την πορεία προς το «καθ' ομοίωσιν». Η εικόνα του Θεού αποτελεί το πνευματικό «κεφάλαιο» που δόθηκε στον άνθρωπο κατά την πλάση του, ενώ η θέωση είναι ο «τόκος», η ολοκλήρωση και η δυναμική εκπλήρωση αυτής της πορείας. Ως αυθεντικός πνευματικός οδηγός, ο Άγιος Γρηγόριος υποδεικνύει ότι ο δρόμος προς τη θέωση δεν είναι μια ατομική διανοητική κατάκτηση, αλλά ένα δώρο που προσφέρεται μέσα από την ταπείνωση, τη νήψη και την αγάπη. Είναι η χαρισματική κατάσταση που απολαμβάνει όποιος, με την καθοδήγηση της Εκκλησίας, καθαρίζει τον εαυτό του από τα πάθη και ανοίγεται στη μεταμορφωτική δύναμη του Αγίου Πνεύματος.

6. Το Μαρτύριο της Συνειδήσεως και η Πνευματική Θεραπεία

«Τν πλάνην κατέφλεξας τν κακοδόξων, τν πίστιν πύρσευσας τν ρθοδόξων, κα κόσμον φώτισας διδάγμασι, Θεσσαλονίκης τ κλέος, εραρχν τν καλλονήν, Γρηγόριε πανεύφημε· δι πρέσβευε Χριστ τ Θε, δωρήσασθαι μν τ μέγα λεος.»

 

Τέλος, ο Άγιος τιμάται ως «Μαρτυρας της αλήθειας», καθώς υπέμεινε το «μαρτύριο της συνειδήσεως» μέσα από συκοφαντίες και εξορίες, παραμένοντας σταθερός στην εν Χριστώ ζωή. Οι διδασκαλίες του χαρακτηρίζονται «θαυματουργικές» διότι οδηγούν στην πνευματική θεραπεία και την αναγέννηση του πιστού. Η προσωπογραφία του στο Τριώδιο αποτελεί την επιτομή της Ορθόδοξης πνευματικότητας: μια σύνθεση άσκησης και θεολογίας που καλεί κάθε άνθρωπο σε μια προσωπική συνάντηση με τη θεία δόξα.

Τὴν ῥομφαίαν καὶ τὰ τόξα κακοδόξων τε, ὅλως συνέτριψας καὶ τὴν ὀφρὺν Βαρλαάμ, καὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν αἱρετικῶν ὡς ἱστόν, διεσκόρπισας, οἷά περ λίθος μέγιστος τῆς ἀράχνης Ἱεράρχα.

 

Συμπεράσματα

Η ιστορία και η θεία χάρις δικαίωσαν τον Άγιο, του οποίου το άφθαρτο λείψανο στη Θεσσαλονίκη θαυματουργεί έως σήμερα. Από τη στάση του προκύπτουν τα εξής:

  • Η παραμονή στην Εκκλησία δεν είναι ζήτημα τυπικής ένταξης ή θρόνου, αλλά ταύτισης με την Αλήθεια του Χριστού.
  • Εκείνοι που κηρύττουν αιρέσεις ή αλλοιώνουν το δόγμα θέτουν τους εαυτούς τους αυτόματα εκτός Εκκλησίας, ανεξάρτητα από συνοδικές αποφάσεις.
  • Ο πιστός οφείλει να αναζητά τα «καθαρά νάματα» της παράδοσης και να μην παρασύρεται από πρόσωπα που θυσιάζουν την πίστη στον βωμό του συγκρητισμού ή του Παπισμού.

Ο Άγιος Γρηγόριος παραμένει, μαζί με τον Μέγα Φώτιο και τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, ένας από τους «νέους Τρεις Ιεράρχες» και αδιαπραγμάτευτος πρόμαχος της Ορθοδοξίας έναντι των καινοτομιών της Δύσης.

 


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησιολογία τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ καί αἱ καινοτομίαι τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε καί τοῦ Πουσάν


ἅγιος Κυπριανός, τονίζει ἤδη τόν 3ον αἰῶνα, τήν ἑνότητα περί τόν Ἐπίσκοπον, περί τήν εὐχαριστίαν καί ἐν τὀρθοδοξίᾳ· γράφει ἅγιος Πατήρ: «Ὁ Θεός ἐστιν εἷς, καί ὁ Χριστός εἷς, καί μία Ἐκκλησία Aὐτοῦ, καί ἡ πίστις μία, καί ἡ ποίμνη μία ἡνωμένη διά τῆς κόλλας τῆς ὁμοφωνίας εἰς τήν στερεάν ἑνότητα τοῦ Σώματος». Ἀλλ’ ἡ  Ὀρθοδοξία διά τόν ἅγιον Κυπριανόν δέν ἀποτελεῖ Πίστιν ἀποφασιζομένην ἑκάστοτε κοινῇ συναινέσει ὑπό τῶν  Ἐπισκόπων, ἀλλά τήν ἀπ΄ ἀρχῆς παραδοθεῖσαν ὑπό τῶν Ἀποστόλων  τοιαύτην. Χάριν αὐτῆς ἅγιος Κυπριανός, δέν ἐσεβάσθη τήν δικαιοδοσίαν ἤ τήν ἄποψιν τοἘπισκόπου Ρώμης Στεφάνου, ἀλλά συνίστα τήν ἀνυπακοήν πρός αὐτόν, διότι ὁ Στέφανος ἐνήργει κατά παράβασιν τῆς ἀποστολικῆς Πίστεως (Epistola LXXIV, Ad Pompeium contra Epistolam Stephani) !  Ἡ αὐστηρά ἐκκλησιολογική διδασκαλία τοἁγίου Κυπριανοῦ περί μή σωτηρίας ἐκτός Ἐκκλησίας (“extra Ecclesiam nulla salus”) εἶναι, κατά τόν Καθηγητήν Βλάσιον Φειδᾶν, ἡ κατ΄ ἐξοχήν και κατά παράδοσιν ὀρθόδοξος. Ἀντιθέτως, ἡ αὐγουστίνειος ἐκκλησιολογία, ὁποία ἀποδέχεται στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητος ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας καί ἀποτελεῖ οὕτω τήν βάσιν τοῦ κειμένου τῆς Ραβέννας καί τῶν  τελευταίων κειμένων τοῦ Π.Σ.Ε. (Πόρτο Ἀλέγκρε καί Πουσάν) συνιστᾷ καινοτομίαν, καί ὡς γνωστόν, πᾶσα ἐπίμονος καί ἀμετανόητος δογματική καινοτομία ἀποτελεῖ διά τήν Ὀρθοδοξίαν αἵρεσιν!

ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΦΩΝΗ 

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

ΠΕΡΙ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ



ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ

«Οι Προφήται ως είδον, οι Απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι ∆ιδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η Οικουμένη ως συμπεφρόνηκεν, η χάρις ως έλαμψεν· η αλήθεια ως αποδέδεικται, το ψεύδος ως απελήλαται, η σοφία ως επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν· ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν, Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών».

Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (787),   κλήθηκε να αντιμετωπίσει με εκκλησιαστικό τρόπο την αίρεση της εικονομαχίας και τις ποικίλες συνέπειές της.Για την ιστορια θα αναφερουμε τα εξης.

Οταν βασιλευσε ο  Λέων ο Ίσαυρος, που από εκεί που ήταν ονηλάτης και χωρικός, έγινε βασιλιάς, αμέσως κάλεσε τον άγιο Γερμανό, που μόλις είχε γίνει Πατριάρχης και του είπε: «Όπως εγώ νομίζω, δέσποτα, οι άγιες Εικόνες δεν διαφέρουν καθόλου από τα είδωλα. Πρόσταξε, λοιπόν, να τις απομακρύνουν το γρηγορότερο. Αν πάλι είναι αληθινές οι μορφές των Αγίων, ας κρεμαστούν ψηλά, για να μη τις μολύνουμε προσκυνώντας τες, καθώς είμαστε πάντοτε μέσα στις αμαρτίες». 

Ο Πατριάρχης προσπάθησε να τον αποτρέψει από τέτοιο ανόσιο έργο λέγοντάς του: «Μη το κάνεις αυτό, βασιλιά μου. Γιατί έχουμε ακούσει πως κάποιος πρόκειται κάποτε να λυσσάξει εναντίον των αγίων Εικόνων, και θα τον λένε Κόνωνα». Και εκείνος αποκρίθηκε: «Μα εγώ μικρός έτσι λεγόμουν».

Επειδή λοιπόν ο πατριάρχης δεν πειθόταν να συμφωνήσει, ο βασιλιάς τον εξόρισε και τον αντικατέστησε με τον ομόφρονά του Αναστάσιο. Και έτσι ξεκίνησε φανερά τον πόλεμο εναντίον των αγίων Εικόνων. Λένε μάλιστα ότι πρώτα κάποιοι Εβραίοι του υπέδειξαν αυτό το ανόσιο έργο, καθώς με κάποια μαγική τέχνη του προείπαν ότι θα γίνει βασιλιάς, όταν αυτός ήταν φτωχός και για να ζει εργαζόταν μαζί τους ως ονηλάτης.

Όταν ο Λέων πέθανε με κακό τρόπο, ο γιος του Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος, που ήταν πιο ωμός από τον πατέρα του, τον διαδέχτηκε όχι μόνο στη βασιλεία αλλά πολύ περισσότερο στη λύσσα εναντίον των αγίων Εικόνων. Αλλά και εκείνος είχε χειρότερο τέλος, και έγινε βασιλιάς ο γιος του από τη Χαζάρα σύζυγο (ο Λέων ο Δ’). 

Όταν και αυτός πέθανε με άθλιο τρόπο, κληρονόμησαν τη βασιλεία η σύζυγός του Ειρήνη και ο γιος του Κωνσταντίνος. Αυτοί, καθοδηγούμενοι από τον αγιότατο Πατριάρχη Ταράσιο, συνεκάλεσαν την έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και η Εκκλησία του Χριστού έλαβε πάλι τις άγιες Εικόνες.

Ύστερα απ’ αυτούς ανέβηκε στον θρόνο ο Νικηφόρος, που προηγουμένως είχε το αξίωμα του Γενικού, έπειτα ο γιος του Σταυράκιος, και μετά απ’ αυτόν ο Μιχαήλ ο Ραγκαβές, που όλοι τους σέβονταν τις άγιες Εικόνες.

Τον Μιχαήλ τον διαδέχτηκε ο θηριώδης Λέων ο Αρμένιος, ο οποίος, αφού απατήθηκε δολερά από κάποιον αιρετικό έγκλειστο μοναχό, ξεκίνησε τη δεύτερη Εικονομαχία, και η Εκκλησία του Θεού πάλι απογυμνώθηκε από τον στολισμό της.

Αυτόν τον διαδέχτηκε ο Αμοραίος Μιχαήλ (Μιχαήλ Β’ ο Τραυλός) και αυτόν ο γιός του Θεόφιλος, ο οποίος τους ξεπέρασε όλους στη μανία κατά των Εικόνων. Αυτός λοιπόν ο Θεόφιλος βασάνισε πολλούς από τους αγίους πατέρες με ποινές και τιμωρίες ποικίλες για χάρη των σεπτών Εικόνων, όμως ιστορείται ότι και τη δικαιοσύνη αγαπούσε πολύ, ώστε κάποια μέρα θέλησε να μάθει, αν υπήρχε κανείς μέσα στην πόλη που να ενοχλούσε τον πλησίον του, και αφού αυτή η αναζήτηση κράτησε για πολλές μέρες, δεν βρέθηκε κανείς.

Όταν, μετά από δώδεκα χρόνια βασιλείας, αρρώστησε από δυσεντερία και έμελλε να πεθάνει, το στόμα του άνοιξε τόσο πολύ, ώστε φαίνονταν και αυτά τα εντόσθιά του. Από το γεγονός αυτό πόνεσε πολύ η βασίλισσα Θεοδώρα. Και μόλις την πήρε λίγο ο ύπνος, είδε σε όνειρο την άχραντη Θεοτόκο με το προαιώνιο βρέφος στην αγκαλιά της, περικυκλωμένη από λαμπρούς αγγέλους, οι οποίοι έδερναν και μάλωναν τον Θεόφιλο, τον σύζυγό της.

Όταν αυτή ξύπνησε, συνήλθε λίγο και ο Θεόφιλος και φώναξε: «Αλίμονό μου τον άθλιο, για τις άγιες Εικόνες με δέρνουν». Τοτε  η βασίλισσα έβαλε πάνω του την εικόνα της Θεοτόκου και την παρακαλούσε με δάκρυα. Ο Θεόφιλος, αν και ήταν σε τέτοια κατάσταση, βλέποντας έναν από τους παρευρισκομένους να έχει στον λαιμό του ένα εγκόλπιο, άπλωσε το χέρι του, το άρπαξε και το καταφιλούσε.

 Αμέσως το στόμα του που είχε λυσσάξει εναντίον των αγίων Εικόνων και ο ορθάνοιχτος λάρυγγας γύρισαν στη φυσική τους κατάσταση, και αυτός, απαλλαγμένος από το φοβερό βάσανό του, αποκοιμήθηκε ομολογώντας πως πρέπει να τιμούμε και να σεβόμαστε τις άγιες Εικόνες. Η βασίλισσα λοιπόν έβγαλε τις σεπτές και άγιες Εικόνες από εκεί που τις έκρυβε και έκανε τον Θεόφιλο να τις τιμά και να τις ασπάζεται με όλη του την ψυχή.

Μετά από λίγο πέθανε ο Θεόφιλος και η Θεοδώρα ανακάλεσε όλους, όσους ήταν σε εξορία ή στις φυλακές λόγω της εικονομαχίας και διέταξε να ζουν ανενόχλητοι. Ταυτόχρονα γκρεμίστηκε από τον πατριαρχικό θρόνο ο Ιωάννης, ο λεγόμενος και Ιαννής (όνομα ενός από τους μάγους του Φαραώ), και ήταν μάλλον μαντιάρχης και δαιμονιάρχης παρά πατριάρχης. Και στον θρόνο ανέβηκε ο ομολογητής του Χριστού Μεθόδιος, ο οποίος προηγουμένως έπαθε πολλά και φυλακίστηκε ζωντανός σε τάφο.

Ενώ τα πράγματα στη βασιλεύουσα ήταν έτσι, έγινε θεία επίσκεψη στον μέγα Ιωαννίκιο, που ασκήτευε στον Όλυμπο (της Βιθυνίας). Ήλθε δηλαδή σ’ αυτόν ο μέγας ασκητής Αρσαάκιος και του είπε: «Ο Θεός μ’ έστειλε σε σένα, για να πάμε μαζί στον οσιότατο Ησαΐα που ζει έγκλειστος στη Νικομήδεια, και να μάθουμε απ’ αυτόν το θέλημα του Θεού και το συμφέρον της Εκκλησίας».

 Όταν πήγαν στον οσιότατο Ησαΐα, αυτός τους είπε: «Αυτά λέει ο Κύριος: Ιδού, έφτασε το τέλος των εχθρών της εικόνας μου. Εσείς λοιπόν να πάτε στη βασίλισσα Θεοδώρα, αλλά και στον πατριάρχη Μεθόδιο, και να του πείτε: «Να παύσεις όλους τους ανίερους (τους εικονομάχους κληρικούς) και έτσι μαζί με τους αγγέλους να μου προσφέρεις θυσία, σεβόμενος την εικόνα της μορφής μου και του Σταυρού».

Αφού άκουσαν αυτά τα λόγια, αμέσως πήγαν στην Κωνσταντινούπολη και τα φανέρωσαν στον πατριάρχη Μεθόδιο και σε όλους τους εκλεκτούς. Και αυτοί πήγαν όλοι μαζί στη βασίλισσα και την βρήκαν πρόθυμη σε όλα, γιατί από μικρή ήταν ευσεβής και φιλόθεη. Αμέσως η βασίλισσα έβγαλε την εικόνα της Θεοτόκου που είχε κρεμασμένη στον λαιμό της και ενώπιον όλων άρχισε να την ασπάζεται λέγοντας: «Όποιος δεν προσκυνεί τις Εικόνες και δεν τις ασπάζεται με πόθο, τιμητικά και όχι λατρευτικά, όχι ως θεούς αλλά ως απεικονίσεις των αρχετύπων, αυτός ας έχει το ανάθεμα». Και όλοι χάρηκαν πάρα πολύ.

Τους ζήτησε τότε και αυτή να κάνουν δέηση για τον Θεόφιλο τον άνδρα της. Εκείνοι, αν και δεν ήθελαν, όμως βλέποντας την πίστη της πείσθηκαν. Και ο άγιος Μεθόδιος συγκέντρωσε στη Μεγάλη Εκκλησία όλο τον λαό, όλο τον κλήρο και τους αρχιερείς, και πήγε εκεί και ο ίδιος. 

Μεταξύ των άλλων ήταν και οι διακεκριμένοι αυτοί γέροντες από τον Όλυμπο, δηλαδή ο μέγας Ιωαννίκιος και ο Αρσάακιος, όπως επίσης και ο Ναυκράτιος, οι μαθητές του Θεοδώρου του Στουδίτου, οι ομολογητές Θεοφάνης του Μεγάλου Αγρού και Θεόδωρος οι λεγόμενοι Γραπτοί, ο σύγκελλος Μιχαήλ ο Αγιοπολίτης και πολλοί άλλοι. Όλοι αυτοί έκαναν ολονύχτια δέηση προς τον Θεό για την ψυχή του Θεοφίλου και όλοι προσεύχονταν με δάκρυα και θέρμη. Και αυτό το έκαναν όλη την πρώτη εβδομάδα των Νηστειών, ενώ και η ίδια η βασίλισσα Θεοδώρα έκανε το ίδιο με τις γυναίκες της αυλής και τον υπόλοιπο λαό.

ΤΟ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ

Ενώ γίνονταν αυτά, η βασίλισσα Θεοδώρα κατά το χάραμα της Παρασκευής αποκοιμήθηκε για λίγο, και της φάνηκε πως βρέθηκε κοντά στην κολόνα του Σταυρού και ότι από εκεί περνούσαν με θόρυβο κάποιοι που είχαν διάφορα όργανα βασανισμού, και ανάμεσά τους είδε τον βασιλιά Θεόφιλο να τον σέρνουν με τα χέρια δεμένα πίσω. 

Τους ακολούθησε και αυτή, και όταν έφτασαν στην Χαλκή Πύλη είδε κάποιον με υπερφυσική όψη που καθόταν μπροστά στην εικόνα του Χριστού, και μπροστά του έστησαν τον Θεόφιλο. Η βασίλισσα έπεσε τότε στα πόδια του και παρακαλούσε για τον βασιλιά. Αυτός κάποια στιγμή της είπε: «Γυναίκα, μεγάλη η πίστη σου! Να ξέρεις ότι για τα δάκρυά σου και την πίστη σου, αλλά και για τις δεήσεις και ικεσίες των δούλων μου και των ιερέων μου, συγχωρώ τον Θεόφιλο τον άνδρα σου». Έπειτα είπε στους φρουρούς: «Λύστε τον και δώστε τον στη γυναίκα του». Εκείνη τον πήρε και έφυγε χαρούμενη, και αμέσως ξύπνησε.

Αυτά είδε η βασίλισσα Θεοδώρα. Ο δε Πατριάρχης Μεθόδιος, τον καιρό που γίνονταν οι δεήσεις και οι προσευχές για τον Θεόφιλο, πήρε ένα λευκό χαρτί και έγραψε τα ονόματα όλων των αιρετικών βασιλέων, όπως και του Θεοφίλου, και έβαλε το χαρτί κάτω από την αγία Τράπεζα. Κατά την Παρασκευή βλέπει και αυτός έναν φοβερό άγγελο να μπαίνει μέσα στη Μεγάλη Εκκλησία, να τον πλησιάζει και να του λέει: «Η δέησή του εισακούστηκε, επίσκοπε, και ο βασιλιάς Θεόφιλος συγχωρήθηκε. Πάψε πλέον να ενοχλείς τον Θεό γι’ αυτόν».

Ο Πατριάρχης, θέλοντας να δει, αν το όραμα ήταν αληθινό, κατέβηκε από το θρόνο και πήρε το χαρτί, το ξεδίπλωσε και -ω τα ακατάληπτα κρίματα του Θεού!- βρήκε σβησμένο εντελώς το όνομα του Θεοφίλου με θεϊκό τρόπο. Όταν το έμαθε αυτό η βασίλισσα χάρηκε πάρα πολύ και μήνυσε στον Πατριάρχη να συγκεντρώσει όλο τον λαό με τους τιμίους Σταυρούς και τις αγίες Εικόνες στη Μεγάλη Εκκλησία, ώστε να αποδοθεί σε αυτή ο στολισμός των αγίων Εικόνων και να γίνει γνωστό σε όλους το μεγάλο και παράδοξο θαύμα. 

Και αφού όλοι σχεδόν συγκεντρώθηκαν στην Εκκλησία με κεριά, ήλθε και η βασίλισσα με τον γιό της. Έκαναν τότε λιτανεία με τις άγιες Εικόνες και με τα θεία και σεβάσμια ξύλα του Σταυρού και με το ιερό και θείο Ευαγγέλιο και έφθασαν μέχρι το λεγόμενο Μίλιο, κράζοντας το «Κύριε ελέησον».

Στη συνέχεια επέστρεψαν στην Εκκλησία και τέλεσαν τη θεία Λειτουργία, αφού πρώτα οι άγιοι άνδρες αναστήλωσαν τις άγιες και σεβάσμιες Εικόνες, και έγινε τιμητική ανακήρυξη των ευσεβών και ορθόδοξων, ενώ οι αντίθετοι ασεβείς που απέρριπταν την τιμή των αγίων Εικόνων αποκηρύχθηκαν και παραδόθηκαν στο ανάθεμα.

ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

῾Ο μακάριος Γέρων εἴπε στον βασιλια Θεοφιλο : «« ῞Οποιος δὲν ἀποτίει τὴν ὀφειλόμενη τιμὴ στὶς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων, δὲν θὰ μπορέσει νὰ γίνει δεκτὸς στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀκόμη καὶ ἄν ἑζησε μιὰ κατὰ τὰ ἄλλα ἐνάρετη ζωή. ῞Οπως ἀκριβῶς ὅσοι περιφρονοῦν τὴ δική σου εἰκόνα, βασιλέα, τιμωροῦνται αὐστηρά, τὸ ἴδιο καὶ ὅσοι ἐμπαίζουν τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ θὰ ριφθοῦν στὸ αἰώνιο πῦρ.»»

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Τα ιεραποστολικά μηνύματα απο το Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής της Ορθοδοξίας.

 

Εαγγέλιο μοίως: ω. α´, 44-52: «44 Τ παύριον θέλησεν ησος ξελθεν ες τν Γαλιλαίαν, κα ερίσκει Φίλιππον κα λέγει ατ· κολούθει μοι. 45 ν δ Φίλιππος π Βηθσαϊδά, κ τς πόλεως νδρέου κα Πέτρου. 46 ερίσκει Φίλιππος τν Ναθαναλ κα λέγει ατ· ν γραψε Μωϋσς ν τ νόμ κα ο προφται, ερήκαμεν, ησον τν υἱὸν το ωσφ τν π Ναζαρέτ. 47 κα επεν ατ Ναθαναήλ· κ Ναζαρτ δύναταί τι γαθν εναι; λέγει ατ Φίλιππος· ρχου κα δε. 48 εδεν ησος τν Ναθαναλ ρχόμενον πρς ατν κα λέγει περ ατο· δε ληθς σραηλίτης ν δόλος οκ στι. 49 λέγει ατ Ναθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις; πεκρίθη ησος κα επεν ατ· Πρ το σε Φίλιππον φωνσαι, ντα π τν συκν εδόν σε. 50 πεκρίθη Ναθαναήλ κα λέγει ατ· Ραββί, σ ε υἱὸς το Θεο, σ ε βασιλες το σραήλ. 51 πεκρίθη ησος κα επεν ατ· τι επόν σοι, εδόν σε ποκάτω τς συκς, πιστεύεις; μείζω τούτων ψ. 52 κα λέγει ατ· μν μν λέγω μν, π ρτι ψεσθε τν ορανν νεγότα, κα τος γγέλους το Θεο ναβαίνοντας κα καταβαίνοντας π τν υἱὸν το νθρώπου».

 

Το περικοπή από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (α΄ 44-52) είναι ένα από τα πιο πυκνά κείμενα όσον αφορά τη θεολογία της ιεραποστολής και της προσωπικής μαρτυρίας. Μέσα από τις κινήσεις του Φιλίππου και του Ναθαναήλ, αναδεικνύονται διαχρονικά μηνύματα για το πώς μεταδίδεται η πίστη.

Ακολουθούν τα βασικά ιεραποστολικά μηνύματα του κειμένου:


1. Η Προσωπική Κλήση και η Άμεση Ανταπόκριση

Η ιεραποστολή ξεκινά από τον ίδιο τον Χριστό. Το «κολούθει μοι» προς τον Φίλιππο δείχνει ότι η πρωτοβουλία ανήκει στον Θεό.Ο ιεραπόστολος δεν ενεργεί αυτοβούλως, αλλά ως ανταπόκριση σε μια προσωπική πρόσκληση. Η άμεση αποδοχή του Φιλίππου υπογραμμίζει την ετοιμότητα που απαιτείται για το ιεραποστολικό έργο.

2. Η Ιεραποστολή ως «Αλυσίδα» Σχέσεων

Μόλις ο Φίλιππος γνωρίζει τον Χριστό, δεν κρατά τη χαρά για τον εαυτό του· τρέχει να βρει τον φίλο του, τον Ναθαναήλ. Η πίστη μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω της προσωπικής σχέσης και της φιλίας. Η ιεραποστολή δεν είναι μόνο κήρυγμα σε πλήθη, αλλά κυρίως η μοιρασιά της αλήθειας με τον «πλησίον» μας.

3. «ρχου κα δε»: Η Εμπειρία πάνω από τα Επιχειρήματα

Όταν ο Ναθαναήλ εκφράζει αμφιβολίες («κ Ναζαρτ δύναταί τι γαθν εναι;»), ο Φίλιππος δεν αναλώνεται σε φιλοσοφικές αναλύσεις ή λογομαχίες. Απαντά με τη φράση-κλειδί της χριστιανικής μαρτυρίας: «ρχου κα δε» (Έλα και δες). Η ιεραποστολή δεν στοχεύει στην πειθώ μέσω της λογικής, αλλά στην πρόσκληση για μια βιωματική εμπειρία. Ο άνθρωπος καλείται να γνωρίσει τον Χριστό προσωπικά, όχι απλώς να ακούσει πληροφορίες γι' Αυτόν.

4. Η Σύνδεση με την Παράδοση

Ο Φίλιππος παρουσιάζει τον Ιησού ως Εκείνον για τον οποίο «γραψε Μωϋσς ν τ νόμ κα ο προφται». Το ιεραποστολικό κήρυγμα έχει ρίζες. Δεν είναι κάτι καινοφανές ή ξεκομμένο, αλλά η εκπλήρωση των υποσχέσεων του Θεού στην ιστορία. Η γνώση των Γραφών είναι απαραίτητο εφόδιο για τη σωστή μαρτυρία.

5. Η Καθαρότητα της Καρδιάς (Αδολοσύνη)

Ο Χριστός επαινεί τον Ναθαναήλ ως «ληθς σραηλίτην ν δόλος οκ στι». Για να δεχθεί κάποιος το ιεραποστολικό μήνυμα, απαιτείται ειλικρίνεια και καθαρή πρόθεση. Παράλληλα, ο ιεραπόστολος οφείλει να αναζητά και να εκτιμά την καλή προαίρεση στους ανθρώπους που συναντά, ακόμα και αν εκείνοι είναι αρχικά δύσπιστοι.

6. Η Υπόσχεση της Αποκάλυψης

Το κείμενο κλείνει με την υπόσχεση ότι οι πιστοί θα δουν «τν ορανν νεγότα». Ο τελικός σκοπός της ιεραποστολής είναι η ένωση της γης με τον ουρανό. Ο Χριστός είναι η «κλίμακα» (σκάλα) που συνδέει τον άνθρωπο με τον Θεό, και αυτή η ελπίδα είναι το επίκεντρο του χριστιανικού μηνύματος προς τον κόσμο.

Η ιεραποστολή κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη είναι η πρόσκληση σε μια ζωντανή σχέση («Έλα και δες»), η οποία ξεκινά από μια προσωπική αποκάλυψη και επεκτείνεται μέσα από την αγάπη για τον αδελφό.

Η φράση «ντα π τν συκν» (ενώ ήσουν κάτω από τη συκιά) δεν είναι μια απλή γεωγραφική αναφορά, αλλά κρύβει ένα βαθύ πνευματικό και ιεραποστολικό περιεχόμενο. Στην ιουδαϊκή παράδοση της εποχής, η συκιά δεν ήταν απλώς ένα δέντρο για σκιά, αλλά ένα σύμβολο με συγκεκριμένες προεκτάσεις.

Ας δούμε τι σημαίνει αυτή η «μυστική» συνάντηση του Ναθαναήλ με τον Θεό πριν καν γνωρίσει τον Ιησού:


1. Ο Τόπος της Προσευχής και της Μελέτης

Στην εποχή του Χριστού, οι ευσεβείς Ιουδαίοι συνήθιζαν να αποσύρονται κάτω από τη σκιά μιας συκιάς για να μελετήσουν τον Νόμο (ΤΟΡΑ) και να προσευχηθούν. Τα πυκνά φύλλα της προσέφεραν την απαραίτητη ιδιωτικότητα. Ο Χριστός λέει στον Ναθαναήλ: «Σε είδα εκεί που κανείς άλλος δεν σε έβλεπε». Του αποκαλύπτει ότι γνωρίζει τις πιο μύχιες πνευματικές του αναζητήσεις. Η ιεραποστολή καρποφορεί σε ανθρώπους που ήδη «διψούν» εσωτερικά και προετοιμάζονται στην ησυχία.

2. Η Προετοιμασία της Καρδιάς

Ο Ναθαναήλ κάτω από τη συκιά πιθανότατα προσευχόταν για την έλευση του Μεσσία. Όταν ο Ιησούς του λέει «σε είδα», ουσιαστικά του λέει: «Άκουσα την προσευχή σου». Πριν ο ιεραπόστολος (Φίλιππος) μιλήσει στον άνθρωπο, ο Θεός έχει ήδη μιλήσει στην καρδιά του. Η «συκιά» συμβολίζει την προσωπική πνευματική εργασία που προηγείται της επίσημης κλήσης.

3. Το Τέλος της Σκιάς και η Έλευση του Φωτός

Στην Παλαιά Διαθήκη, η συκιά ήταν σύμβολο της ειρήνης και της ευημερίας του Ισραήλ. Όμως, η σκιά της ήταν προσωρινή. Ο Χριστός καλεί τον Ναθαναήλ να βγει από τη «σκιά» του παλαιού νόμου (τη συκιά) και να έρθει στο «φως» της νέας πραγματικότητας. Η μετάβαση από τη συκιά στον Χριστό είναι η μετάβαση από την προσδοκία στην εκπλήρωση.

4. Η Θεότητα του Χριστού ως Εγγύηση

Η αντίδραση του Ναθαναήλ («Ραββί, σ ε υἱὸς το Θεο») δείχνει ότι κατάλαβε αμέσως πως ο Ιησούς είναι Καρδιογνώστης. Η ιεραποστολική μαρτυρία δεν βασίζεται σε ανθρώπινα τεχνάσματα, αλλά στην υπερφυσική γνώση και παρουσία του Θεού. Ο Χριστός γνωρίζει τον κάθε άνθρωπο προσωπικά, το παρελθόν του και τις σιωπηλές του στιγμές.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η «συκιά» μας υπενθυμίζει ότι:

  1. Η αληθινή πίστη ξεκινά στην αφάνεια: Εκεί που δεν μας βλέπει κανείς, στις σκέψεις και τις προσευχές μας.
  2. Ο Θεός μας γνωρίζει «πρ το φωνσαι»: Πριν καν ακούσουμε για τον Χριστό από κάποιον τρίτο, Εκείνος μας έχει ήδη δει και μας περιμένει.
  3. Η ειλικρίνεια ανταμείβεται: Ο «άδολος» Ναθαναήλ κάτω από τη συκιά έγινε ο Απόστολος που είδε «ανεωγότα τον ουρανόν».

 


Η Ορθόδοξη εκκλησιολογία του Συνοδικού της Ορθοδοξίας και η εκκλησιολογία της Συνόδου της Κρήτης.

Έρευνα και σύνθεση κειμένων: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου 

Σύντομα και απαραίτητα στοιχεία για την εκκλησιολογία του Συνοδικού της Ορθοδοξίας

Το κείμενο του Συνοδικού της Ορθοδοξίας είναι απολογητική και δογματική ομολογία της Εκκλησίας. Δεν είναι απλώς μια πανηγυρική εορτή, αλλά σαφής καταδίκη κάθε ψευδούς γνώσης (Α΄ Τιμ. 6,20). Η Εκκλησία χαρακτηρίζει την ημέρα αυτή ως «οφειλόμενη ετήσια ευχαριστία προς τον Θεό», επειδή η νίκη της αλήθειας δεν επιτεύχθηκε με στρατιωτική δύναμη ή ανθρώπινη σοφία, αλλά με τη θεία ενέργεια, όπως αυτή φανερώθηκε στους Οσίους Πατέρες μας. Όπως διδάσκει ο Απόστολος Παύλος: «Στήκετε και κρατείτε τις παραδόσεις που διδαχθήκατε» (Β΄ Θεσσ. 2,15), έτσι και η Εκκλησία δεν προσθέτει ούτε αφαιρεί τίποτε, ούτε εισάγει καινοτομίες, αλλά διαφυλάσσει με ακρίβεια ό,τι παρέλαβε από τους Αποστόλους.

Η αναφορά στις «προφητικές ρήσεις», τις «αποστολικές παραινέσεις» και τις «ευαγγελικές ιστορίες» φανερώνει την αδιάσπαστη ενότητα της θείας Αποκαλύψεως. Ό,τι είδαν οι Προφήτες, ό,τι δίδαξαν οι Απόστολοι και ό,τι διατύπωσε δογματικά η Εκκλησία στις Οικουμενικές Συνόδους, είναι ένα και το αυτό. Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας διδάσκει ότι η Παράδοση της Εκκλησίας είναι «η ζωντανή φωνή της αποστολικής διδασκαλίας», ενώ ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τονίζει ότι η αλήθεια δεν χρειάζεται βία, αλλά λάμπει από μόνη της και κατακαίει την πλάνη.

Κεντρικό σημείο του κειμένου είναι η ομολογία της ενανθρώπησης του Θεού Λόγου. Αφού «ο Λόγος έγινε σάρκα και κατοίκησε ανάμεσά μας» (Ιω. 1,14), η απεικόνιση του Χριστού δεν είναι απλό σύμβολο, αλλά ομολογία της πραγματικής Του σάρκωσης. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι «η τιμή της εικόνας μεταβαίνει στο πρωτότυπο», εξηγώντας τη διάκριση ανάμεσα στη λατρεία που ανήκει μόνο στον Θεό και την τιμητική προσκύνηση που αποδίδεται στους Αγίους. Αυτή η διάκριση κατοχυρώθηκε δογματικά από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία καταδίκασε όσους αρνούνται την προσκύνηση των Αγίων Εικόνων.

Η φράση «Οι προφήτες όπως είδαν, οι απόστολοι όπως δίδαξαν, η Εκκλησία όπως παρέλαβε, οι διδάσκαλοι όπως διατύπωσαν, η οικουμένη όπως συμφώνησε» εκφράζει την ενότητα του σχεδίου της σωτηρίας. Η χάρη φανερώθηκε, η αλήθεια αποδείχθηκε και το ψεύδος καταλύθηκε. Η Εκκλησία δεν δημιουργεί νέα πίστη, αλλά φυλάσσει την παρακαταθήκη (Α΄ Τιμ. 6,20) που στήριξε την οικουμένη. Όπως ομολογεί ο Απόστολος Παύλος: «Τον καλό αγώνα αγωνίστηκα, τον δρόμο τελείωσα, την πίστη διατήρησα» (Β΄ Τιμ. 4,7).

 

Αναθεματισμός των σημερινών αιρέσεων

Το κείμενο κορυφώνεται στη διακήρυξη: «Αυτή είναι η πίστη των αποστόλων, αυτή είναι η πίστη των πατέρων, αυτή είναι η πίστη των ορθοδόξων». Η Ορθοδοξία δεν είναι ανθρώπινη ιδεολογία, αλλά ζωντανή εμπειρία του Αγίου Πνεύματος που ενεργεί αδιάκοπα μέσα στην Εκκλησία.

Σε αντίθεση με αυτή την πίστη, αναθεματίζονται:

Πρώτον, τους Οικουμενιστές, που αρνούνται ότι η Εκκλησία είναι μία, αγία, καθολική και αποστολική. Αυτοί μπερδεύουν την αλήθεια με το ψέμα, λέγοντας ότι «όλες οι θρησκείες οδηγούν στον ίδιο Θεό». Έτσι αρνούνται τον μοναδικό Σωτήρα Ιησού Χριστό, που είπε: «Εγώ είμαι ο δρόμος και η αλήθεια και η ζωή· κανείς δεν έρχεται στον Πατέρα παρά μόνο από μένα» (Ιωάννης 14,6).

Δεύτερον, τους Καθολικούς (Παπικούς), που φέρνουν καινούργια πράγματα στην πίστη, βάζοντας το «Filioque» στο Σύμβολο της Πίστεως. Αρνούνται την ουσία του Θεού με τις δικές τους «άκτιστες ενέργειες» και δέχονται ότι ο Πάπας δεν κάνει λάθος. Αυτό είναι ύβρις εναντίον του Αγίου Πνεύματος, που είναι ο μόνος φύλακας της αλήθειας.

Τρίτον, τους Προτεστάντες, που αρνούνται την Παράδοση της Εκκλησίας, τις Άγιες Εικόνες, την μεσιτεία των Αγίων και την θεία Λειτουργία. Έχουν «μορφή ευσέβειας, αλλά αρνούνται την δύναμή της» (Β' Τιμοθέου 3,5). Η Σύνοδος της Κρήτης στήριξε την λειτουργική θεολογία, που είναι η καρδιά της Ορθόδοξης παράδοσης.

Τέταρτον, τους Μονοφυσίτες και Μονοθελήτες, που αρνούνται την τέλεια ανθρωπότητα του Χριστού.

Πέμπτον, όλες τις νέες αιρέσεις, που αρνούνται την άκτιστη θεία ενέργεια, που βλέπουν τον Θεό ως «ον» μεταφυσικό, και που κόβουν την θεολογία από την θέωση. Όπως ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς καταδίκασε τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, έτσι και εμείς.

Η Ορθόδοξη εκκλησιολογία του Συνοδικού της Ορθοδοξίας και η εκκλησιολογία της Συνόδου της Κρήτης.

Α.Η άρνηση της μοναδικότητας της Εκκλησίας

Το Συνοδικό της Ορθοδοξίας διακηρύττει: «Αυτή είναι η πίστη των αποστόλων, αυτή είναι η πίστη των πατέρων, αυτή είναι η πίστη των ορθοδόξων». Η Σύνοδος της Κρήτης αντίθετα μιλάει για «εκκλησίες» στον πληθυντικό, σαν η μία Εκκλησία να χωρίζεται σε «καθολικές ορθόδοξες εκκλησίες». Αυτοί αρνούνται το μυστήριο της ενότητας, όπως το δίδαξε ο Απόστολος Παύλος: «Ένα σώμα, ένα Πνεύμα» (Εφεσ. 4,4).

Η Σύνοδος της Κρήτης αντικατέστησε την εκκλησιολογία της κοινωνίας με την εκκλησιολογία της συνομιλίας, σαν η Εκκλησία να μην είναι σώμα του Χριστού, αλλά διακοινοβουλευτική ένωση θρησκευτικών ομάδων. Αυτό είναι ύβρις εναντίον του Πνεύματος, που ενώνει την Εκκλησία σε ένα σώμα.

 

Β.Η σύγχυση της αλήθειας με το ψέμα

Το Συνοδικό καταδικάζει όσους αρνούνται την προσκύνηση των Εικόνων, τους εικονομάχους, ως αρνητές της σάρκωσης. Η Σύνοδος της Κρήτης δεν καταδίκασε καμία αίρεση, αλλά κάλεσε σε «διάλογο» τους Παπικούς , τους Προτεστάντες, τους Μονοφυσίτες, σαν το ψέμα να μην είναι θανατηφόρο, αλλά άποψη που συζητιέται.

Η Σύνοδος δογμάτισε: «Οι ορθόδοξες εκκλησίες αναγνωρίζουν η μία την άλλη ως μέρη της μίας Εκκλησίας». Αυτό είναι ψέμα· η Εκκλησία δεν είναι συνομοσπονδία μερών, αλλά πλήρωμα του Χριστού. Όπως διδάσκει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Η Εκκλησία είναι ο πλήρης Χριστός», όχι συνέλευση αυτονομημένων τοπικών ταυτοτήτων.

 

Γ.Η άρνηση της αποκλειστικότητας της σωτηρίας

Το Συνοδικό ομολογεί: «Τον αγώνα τον καλόν ηγωνίσμεθα, την πίστιν τετηρήκαμεν» (Β' Τιμ. 4,7). Η Σύνοδος της Κρήτης αρνήθηκε να ομολογήσει ότι «δεν υπάρχει άλλη σωτηρία παρά αυτήν που είναι στον Χριστό». Το κείμενο «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας» μιλάει για «συνάντηση με άλλες χριστιανικές εκκλησίες», σαν οι αιρέσεις να μην αποκόπτονται από την ζωή, αλλά να «υστερούν στην πλήρωση».

Αυτό είναι νέα αίρεση, που προετοιμάζει την ένωση με τον Παπισμό μέσω της άρνησης της μοναδικότητας. Όπως η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε όσους αρνούνται την προσκύνηση, έτσι και εμείς καταδικάζουμε όσους αρνούνται την μοναδικότητα της σωτηρίας μέσα στην Εκκλησία.

Δ. Τα κείμενα που υπογράφηκαν στα συνέδρια του Πουσάν (2013), του Τορόντο (2014), της Πόρτο Αλέγκρε (2015) και της Μπαλαμάντ (2016) αποτελούν προετοιμασία της Συνόδου της Κρήτης και αποκλίνουν από την εκκλησιολογία του Συνοδικού της Ορθοδοξίας. Παρακάτω αναλύουμε τις βασικές διαφορές.

Δ.1Η ενότητα της Εκκλησίας

Το Συνοδικό ομολογεί: «Αυτή είναι η πίστη των αποστόλων, αυτή είναι η πίστη των πατέρων, αυτή είναι η πίστη των ορθοδόξων». Μιλάει για μία Εκκλησία, ενιαία και αδιαίρετη.

Τα κείμενα Πουσάν-Τορόντο-Πόρτο Αλέγκρε-Μπαλαμάντ μιλάνε συνεχώς για «εκκλησίες» στον πληθυντικό. Χρησιμοποιούν όρους όπως «καθολικές ορθόδοξες εκκλησίες», «τοπικές εκκλησίες», «αυτοκέφαλες εκκλησίες». Αυτό δείχνει ότι έχουν χάσει την αίσθηση της μίας Εκκλησίας. Σαν να λένε ότι η Εκκλησία είναι συνομοσπονδία ανεξάρτητων ομάδων, όχι ένα σώμα με ένα κεφάλι, τον Χριστό.

Στο Πουσάν (2013) αναφέρεται ότι οι «ορθόδοξες εκκλησίες» είναι «μέρη της μίας Εκκλησίας». Αυτό είναι λάθος. Η Εκκλησία δεν χωρίζεται σε μέρη. Είναι πλήρωμα Χριστού, όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.

 

Δ.2.Η σχέση με τις αιρέσεις

Το Συνοδικό καταδικάζει σαφώς τις αιρέσεις. Αναθεματίζει τους εικονομάχους, τους αρνητές της σαρκώσεως. Δεν αφήνει κανένα περιθώριο συμβιβασμού με το ψέμα.

Τα κείμενα των συνεδρίων αποφεύγουν να μιλήσουν για αιρέσεις. Χρησιμοποιούν ευγενικούς όρους για τους Παπιστές και τους Προτεστάντες. Στο Τορόντο (2014) μιλάνε για «άλλες χριστιανικές κοινότητες» και «αδελφές εκκλησίες». Στο Πόρτο Αλέγκρε (2015) αναφέρονται σε «κοινή μαρτυρία» με αυτούς που δεν έχουν την ορθόδοξη πίστη.

Αυτό είναι πρόδοση της παράδοσης. Ο Χριστός είπε: «Εγώ είμαι ο δρόμος και η αλήθεια και η ζωή. Κανείς δεν έρχεται στον Πατέρα παρά μόνο από μένα» (Ιωάννης 14,6). Τα κείμενα αυτά σαν να λένε ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι.

Δ.3.Η ιεραρχία και η συνοδικότητα

Το Συνοδικό αναγνωρίζει την Οικουμενική Σύνοδο ως ανώτατη αρχή. Οι αποφάσεις της είναι δεσμευτικές για όλους.

Τα κείμενα των συνεδρίων προωθούν μια νέα έννοια «συνοδικότητας». Λένε ότι όλες οι «τοπικές εκκλησίες» έχουν ίσα δικαιώματα. Στο Τορόντο αναφέρεται ότι «καμία εκκλησία δεν έχει δικαίωμα να επιβάλλει σε άλλη». Αυτό σημαίνει ότι καταργούν την κοινή πίστη. Κάθε «εκκλησία» μπορεί να κάνει ό,τι θέλει.

Αυτό είναι αναρχία, όχι εκκλησιαστική τάξη. Η Εκκλησία δεν είναι δημοκρατία όπου ψηφίζουμε την αλήθεια. Η αλήθεια αποκαλύπτεται από τον Θεό, όχι αποφασίζεται από πλειοψηφίες.

 

Δ.4.Η σωτηρία

Το Συνοδικό είναι σαφές: «Την πίστιν τετήρηκα» (Β' Τιμοθέου 4,7). Κρατάμε την πίστη που παραδόθηκε, χωρίς προσθήκες.

Τα κείμενα των συνεδρίων ανοίγουν την πόρτα στον συγκρητισμό. Στην Μπαλαμάντ μιλάνε για «διάλογο με άλλες θρησκείες» σαν να μην έχει σημασία αν κάποιος είναι χριστιανός ή όχι. Στο Πόρτο Αλέγκρε αναφέρονται σε «κοινές αξίες» με άθεους και ειδωλολάτρες.

Αυτό είναι άρνηση του Χριστού. Ο Απόστολος Πέτρος είπε: «Δεν υπάρχει άλλο όνομα κάτω από τον ουρανό, δοσμένο στους ανθρώπους, με το οποίο να σωθούμε» (Πράξεις 4,12). Τα κείμενα αυτά σαν να λένε ότι υπάρχουν και άλλα ονόματα.

Ε. ΤΟ Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και το Συνοδικό της Ορθοδοξίας

Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) ήταν παρόν στην Σύνοδο της Κρήτης με παρατηρητές. Αυτό από μόνο του είναι σκάνδαλο. Το Συνοδικό της Ορθοδοξίας δεν γνωρίζει «παρατηρητές» από αιρετικές ομάδες. Αναθεματίζει τις αιρέσεις, δεν τις καλεί να παρακολουθήσουν.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΠΣΕ, ο Όλαφ Φίκε Τβέιτ, παρευρέθηκε στις εργασίες. Το ΠΣΕ εκπροσωπεί 350 «εκκλησίες», συμπεριλαμβανομένων Προτεσταντών, Παπικών, Μονοφυσιτών, και ακόμη αιρετικών ομάδων που δεν αναγνωρίζουν την Αγία Τριάδα. Η παρουσία του ήταν βεβήλωση της συνόδου.

Η  Κολυμπάριος Σύνοδος 2016 αποδέχτηκε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) και τις αποφάσεις του.Συμπεριέλαβε στα θέματά της τη σχέση της Ορθοδόξου Εκκλησίας με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Στο κείμενο «Οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο», η Σύνοδος:

  • Επιβεβαίωσε τη συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο οικουμενικό κίνημα και ειδικότερα στο ΠΣΕ, βάσει της Δήλωσης του Τορόντο (1950)
  • Χαιρέτισε θερμά το έργο της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» (Faith and Order) του ΠΣΕ, σημειώνοντας ότι «παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη θεολογική της συνεισφορά μέχρι σήμερα»
  • Αναγνώρισε τη σημαντική συμμετοχή Ορθοδόξων θεολόγων στα θεολογικά κείμενα της Επιτροπής Πίστη και Τάξη

 

Ε.1.Η κοινή εκκλησιολογία ΠΣΕ και Συνόδου Κρήτης

Το ΠΣΕ βασίζεται σε μια συγκεκριμένη εκκλησιολογία: όλες οι «εκκλησίες» είναι μέρη μιας αόρατης ενότητας. Δεν υπάρχει μία αληθινή Εκκλησία, αλλά πολλές «εκκλησίες» που συμπληρώνουν η μία την άλλη.

Η Σύνοδος της Κρήτης υιοθέτησε αυτή την εκκλησιολογία. Μιλάει για «καθολικές ορθόδοξες εκκλησίες» στον πληθυντικό. Λέει ότι οι «ορθόδοξες εκκλησίες» αναγνωρίζουν η μία την άλλη ως «μέρη της μίας Εκκλησίας». Αυτό είναι η γλώσσα του ΠΣΕ, όχι του Συνοδικού.

Το Συνοδικό λέει: «Αυτή είναι η πίστη των αποστόλων, αυτή είναι η πίστη των πατέρων, αυτή είναι η πίστη των ορθοδόξων». Μία πίστη, μία Εκκλησία. Το ΠΣΕ και η Σύνοδος της Κρήτης λένε: πολλές πίστεις, πολλές εκκλησίες, που συναντιούνται σε κάποια κοινά σημεία.

 

Ε.2 Η άρνηση της μοναδικότητας

Το ΠΣΕ δεν πιστεύει ότι η Ορθοδοξία είναι η μόνη αληθινή Εκκλησία. Πιστεύει ότι όλες οι «εκκλησίες» έχουν κομμάτια της αλήθειας.

Η Σύνοδος της Κρήτης δεν τόλμησε να πει ότι η Ορθοδοξία είναι η μόνη σωτηρία. Το κείμενο «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας» μιλάει για «διάλογο με άλλες χριστιανικές εκκλησίες». Σαν να λέει ότι οι Παπικοί και οι Προτεστάντες είναι «εκκλησίες» με κάποια σχέση με τον Χριστό.

Το Συνοδικό είναι σαφές: όσοι αρνούνται την πίστη των αποστόλων είναι έξω από την Εκκλησία. Ο Χριστός είπε: «Κανείς δεν έρχεται στον Πατέρα παρά μόνο από μένα» (Ιωάννης 14,6). Το ΠΣΕ και η Σύνοδος της Κρήτης λένε: πολλοί έρχονται στον Πατέρα με πολλούς τρόπους.

 

Ε.3.Η αντικατάσταση της ομολογίας με τον διάλογο

Το Συνοδικό είναι ομολογία. Ομολογούμε την πίστη, δεν διαπραγματευόμαστε.

Το ΠΣΕ βασίζεται στον διάλογο. Όλα συζητιούνται, τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Η Σύνοδος της Κρήτης υιοθέτησε την λογική του διαλόγου. Δεν καταδίκασε καμία αίρεση. Δεν ομολόγησε την μοναδικότητα της Ορθοδοξίας. Αντίθετα, μιλάει για «κοινή μαρτυρία», «κοινή διακονία», «συνεργασία» με αυτούς που δεν πιστεύουν στην Ορθοδοξία.

Αυτό είναι ΠΡΟΔΟΣΙΑ. Οι άγιοι πατέρες δεν «συνεργάζονταν» με τους αιρετικούς. Τους καλούσαν σε μετάνοια. Η Σύνοδος της Κρήτης τους καλεί σε «διάλογο», σαν να είναι ισότιμοι.

 

Ε.4 .Η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας.

Το ΠΣΕ ασχολείται κυρίως με κοινωνικά θέματα: φτώχεια, περιβάλλον, δικαιώματα, ειρήνη. Αυτά είναι καλά, αλλά δεν είναι το έργο της Εκκλησίας.

Η Σύνοδος της Κρήτης ακολούθησε αυτή την γραμμή. Τα κείμενά της μιλάνε πολύ για «κοινωνική δικαιοσύνη», «προστασία της δημιουργίας», «διαθρησκειακό διάλογο».

Το Συνοδικό τιμά τις Άγιες Εικόνες, την λατρεία, την ζωντανή παράδοση. Η Σύνοδος της Κρήτης, υπό την επιρροή του ΠΣΕ, μετέτρεψε την Εκκλησία σε Μη Κυβερνητική Οργάνωση.


 Επίλογος

 

Η Σύνοδος της Κρήτης, σύμφωνα με τους επικριτές της, εισήγαγε συνοδικώς την «Παναίρεση του Οικουμενισμού» μέσω των εξής κρίσιμων αποφάσεων:

 

Αναγνώριση αιρέσεων ως Εκκλησιών, παραβιάζοντας το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως «Εις Μίαν... Εκκλησίαν».

Αποδοχή του Παπισμού χωρίς απαίτηση μετανοίας για τα δογματικά αιρέσματα (filioque, πρωτείο).

Αναγνώριση του ΠΣΕ και της εκκλησιολογίας της «ισότητας των ομολογιών».

Αλλοίωση της έννοιας του βαπτίσματος, με την αναγνώριση της εγκυρότητας του βαπτίσματος αιρετικών.

Καταδίκη των αντιοικουμενιστών, στοχοποιώντας όσους αγωνίζονται για την προάσπιση της παραδόσεως.

Υιοθέτηση μεταπατερικής θεολογίας, απομακρυνόμενη από την ασκητική εμπειρία των Αγίων Πατέρων.

Η Επαρχία Ράσκας και Πριζρένης χαρακτηρίζει τη Σύνοδο ως «ληστρική» και τις αποφάσεις της ως «οικουμενιστικές και αιρετικές», οι οποίες παρουσιάστηκαν «εγκάρδια μόνο στους ρωμαιοκαθολικούς» . Ο Καθηγητής Κυριάκος Κυριαζόπουλος την χαρακτηρίζει «Ψευδο-Σύνοδο», η οποία «δεν είναι Ορθόδοξη Σύνοδος, αλλά είναι ακυρώσιμη» .

Η Σύνοδος της Κρήτης, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των συμμετεχόντων, φαίνεται να αποτελεί σημείο καμπής στην ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με τις αποφάσεις της να προκαλούν βαθύτατες εκκλησιολογικές συγχύσεις και να απειλούν την ενότητα της Ορθοδοξίας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Αντίθετα με την  πατερική πίστη, όπως ομολογείται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας, καταδικάζουμε την εκκλησιολογία της λεγόμενης «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» της Κρήτης (2016), η οποία μπερδεύει την αλήθεια με το ψέμα και αθετεί την βασική διδασκαλία για την μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (2016)

1. Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος Βλάχος. Η «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» στην Κρήτη: Θεολογικές και εκκλησιολογικές θέσεις

2. Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης:  Μετά την «σύνοδο» της Κρήτης: Η διακοπή μνημοσύνου και η δικαστική μου δίωξη-

Τίτλος: Αγία και Μεγάλη Σύνοδος: Πρέπει να ελπίζουμε ή να ανησυχούμε; 

3. Καθηγητής Δημήτριος Τσελεγγίδης

Σύντομη αποτίμηση της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» στο Κολυμπάρι της Κρήτης (Ιούλιος 2016)

Νέα παρέμβαση για την Πανορθόδοξο σύνοδο της Κρήτης

Ο Καθηγητής Τσελεγγίδης υπήρξε ένας από τους τρεις φορείς «μέσω των οποίων η πανορθόδοξη εκκλησιαστική συνείδηση εκφράστηκε» σε πανορθόδοξο επίπεδο, μαζί με τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου και τον π. Θεόδωρο Ζήση

4. Κυριάκος Κυριαζόπουλος, Νομικός-Θεολόγος

Αξιολόγηση της λεγόμενης «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» της Κρήτης (2016)

Η Ψευδο-Σύνοδος της Κρήτης εισήγαγε «συνοδικώς» την Παναίρεση του Οικουμενισμού

Παύση μνημόνευσης μετά τη Σύνοδο της Κρήτης

Χαρακτηριστική η θέση του: «Η Σύνοδος δεν είναι έγκυρη, ούτε αυτοδικαίως άκυρη, αλλά είναι ακυρώσιμη, ήτοι μπορεί να ακυρωθεί από μια όντως Ορθόδοξη Σύνοδο»

5. Αρχιμανδρίτης Παύλος Δημητρακόπουλος

 Τίτλος: Η Σύνοδος της Κρήτης (2016): Προπαρασκευή – Σύγκληση – Αποφάσεις – Συνέπειες.Έκδοση: 2020

6. Περιοδικό «Θεοδρομία» Τεύχη 2016 (Διπλό τεύχος Ιανουαρίου-Ιουνίου):

Αφιερωματικό τεύχος με κείμενα επίσκοπων, κληρικών, μοναχών και λαϊκών για τη μέλλουσα Σύνοδο

Συμπεριλαμβάνονται κείμενα του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, του Γέροντος Δανιήλ Κατουνακιώτη και του π. Φιλοθέου Ζερβάκου

Τεύχη 2016 (Διπλό τεύχος Ιουλίου-Δεκεμβρίου): Τίτλος εξωφύλλου: «Ούτε Αγία ούτε Μεγάλη ούτε Σύνοδος»

Περιεχόμενα σε τέσσερα μέρη: α) Κείμενα Εκκλησιών, β) Κείμενα αρχιερέων, γ) Κείμενα λοιπών κληρικών και μοναχών, δ) Κείμενα λαϊκών

Συνολική έκταση: 704 σελίδες (τόμος 18 της Θεοδρομίας)

ΒΙΒΛΙΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ

7. Μοναχός Αββακούμ Αγιορείτης.Οικουμενισμός και Ορθοδοξία 

8. Μοναχός Μιχαήλ Αγιορείτης. Οικουμενισμός: Η Ορθοδοξία της νέας εποχής 

9. Μοναχός Νικόδημος Μπιλάλης. Οικουμενισμός και Αλλαγή Πασχαλίου

Εκδόσεις: Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2024

Προλεγόμενα: Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

12. Ιερά Κοινότης Αγίου Όρους

 Τίτλος: Υπόμνημα περί της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.Δημοσίευση: Θεοδρομία 10 (2008), σελ. 206-272

Χαρακτηρισμός: «Αξεπέραστο σε ιστορική και θεολογική επιχειρηματολογία και δύναμη»

13. Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ

Άρθρο: «Να διακοπή ο διάλογος με τον Πάπαν και να αποχωρήσωμεν από το Παγκόσμιον Συμβούλιον “Εκκλησιών”»Δημοσίευση: Θεοδρομία 10 (2008), σελ. 273-274