Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Ποια μυστική πανάρχαια επίκληση λέμε "όταν λέμε την αλφάβητο" και τι σημαίνει;


visit counter



Κοντοζίδη Πολυκάρπου 
Φοιτητή Η΄ εξ. Ι.Σ. Α.Ε.Α.Θ.

 Η ελληνική μας γλώσσα είναι η τελειότερη που έχει δημιουργηθεί στα χρονικά της ανθρώπινης ιστορίας. Πρόκειται για μια γλώσσα που έχει αναπτυχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να έχει άμεση σχέση με τη μαθηματική γλώσσα και να περικλείει μια "αφανή αρμονία". Όπως έγραψε ο Ιάμβλιχος στα "Θεολογούμενα της αριθμητικής" ("Περί δεκάδος" 64-15,20): "Ακόμα η δεκάδα γεννά τον (αριθμό) 55, ο οποίος περιέχει θαυμαστά κάλλη. Εάν δε υπολογίσεις τα ψηφία της λέξης 'εν' (δηλ. ένα) σε αριθμούς, βρίσκεις άθροισμα 55".

Οι ελληνική αριθμοί δεν είναι τα ψηφία αλλά τα γράμματα της αλφαβήτου μας τονισμένα ως σύμβολα αριθμών (π.χ. α΄=1, β΄=2 κ.ο.κ.). Όπως είδαμε προηγουμένως, με αυτό τον τρόπο οι λέξεις μπορούν να αναλυθούν σε αριθμούς σχηματίζοντας τους "λεξαρίθμους". Έτσι καθετί προσλάμβανε ξεχωριστή σημασία μέσα από έναν συνδυασμό μαθηματικών και ονομάτων. Για παράδειγμα, ο αριθμός της χρυσής τομής προκύπτει από τους λόγους ΑΠΟΛΛΩΝ : ΑΡΤΕΜΙΣ, ΕΣΤΙΑ: ΗΛΙΟΣ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ : ΖΕΥΣ.
Θα πρέπει να προσέξουμε κάτι ιδιαίτερο το οποίο συμβαίνει με το ελληνικό αλφάβητο κρύβει μια μυστική επίκληση! Εάν πάρουμε τα γράμματά του και τα θέσουμε στη σειρά, ως δια μαγείας εμφανίζεται μια αρχαία προσευχή που εξυμνεί το Φως και την Ψυχή! Έχουμε, λοιπόν:
"Αλ φα, βη τα Γα! Αμα δε Ελ, τα εψ ιλών. Στη ίγμα, (ίνα) ζη τα, η τα, θη τα Ιώτα κατά παλλάν Δα. (Ινα) μη νυξ η, ο μικρόν (εστί) πυρός δε ίγμα ταφή εψ ιλών, φυ (οι) Ψυχή, ο μέγα (εστί)!"
Η μετάφραση έχει ως εξής: "Νοητέ ήλιε, εσύ που είσαι το φως, έλα στη Γη! Κι εσύ, ήλιε ορατέ, ρίξε τις ακτίνες σου στον πηλό που ψήνεται. Ας γίνει ένα καταστάλαγμα για να μπορέσουν τα Εγώ να ζήσουν, να υπάρξουν και να σταθούν πάνω στην παλλόμενη Γη. Ας μην επικρατήσει η νύχτα, που είναι το μικρόν, και κινδυνεύσει να χαθεί το καταστάλαγμα της φωτιάς μέσα στην αναβράζουσα λάσπη, κι ας αναπτυχθεί η Ψυχή, που είναι το μέγιστο, το σημαντικότερο όλων!"
Τη μυστική αυτή επίκληση μαθαίνουμε να κάνουμε όλοι ασυνείδητα από την ώρα που μαθαίνουμε το ελληνικό αλφάβητο! Επίσης έρευνες δείξανε πως οι μελέτη της αρχαιοελληνικής γλώσσας, διευρύνει τον νου! Δεν είναι τυχαίο, που σε έρευνα Αμερικανών για την τεχνητή νοημοσύνη, διαπιστώσανε πως για να επικοινωνήσουν δύο υπολογιστές μεταξύ τους και να έχουν μία λογική συζήτηση, χρειάζεται να χρησιμοποιήσουν την αρχαία Ελληνική γλώσσα και μόνο! Τελευταία καταμέτρηση μάλιστα έδειξε πως η Ελληνική γλώσσα συν της αρχαιοελληνικής, περιέχει πάνω από 6.000.000(!) λέξεις και πολλές που ακόμα δεν γνωρίζουμε ενώ π.χ. η Αγγλική φτάνει μόλις τις 40000.
Τελικά πόσα ακόμη μυστικά μπορεί να κρύβει η ελληνική γλώσσα;Πολύ περισσότερα από όσα πιστεύουμε και σίγουρα ακόμα περισσότερα από όσα μπορεί να χωρέσουν στις σελίδες ενός αφιερώματος.

Πηγές: http://www.mylady.gr/arthra/2013/01/14-fovero!!!-poia-mustiki-panarhaia-epiklisi-leme-en-agnoia-mas-otan-leme-tin-alfavito-kai-ti-simainei/
strangehellas.blogspot.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Ἀ­να­ζη­τών­τας ἀ­παν­τή­σεις στήν ὑ­παρ­ξια­κή ἀ­γω­νί­α τῶν ἐ­φή­βων



visit counter


π. Χρι­στό­δου­λος Μπί­θας
Κα­θώς ἡ οἰ­κου­μέ­νη κι ἡ Ἑλ­λά­δα πού ξέ­ρα­με ἀλ­λά­ζουν ρα­γδαῖ­α, μα­ζί κι ἐ­μεῖς, πα­ρα­τη­ροῦ­με ἀ­μή­χα­νοι τίς με­γά­λες ἀλ­λα­γές στήν σκέ­ψη καί τήν συμ­πε­ρι­φο­ρά τῶν ἐ­φή­βων. Ὁ κό­σμος μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο ζοῦν τούς βιά­ζει νά με­γα­λώ­σουν ἀ­φύ­σι­κα γρή­γο­ρα, πρίν τήν ὥ­ρα τους, κι ἐ­κεῖ­νοι μέ τήν σει­ρά τους, ἔκ­πλη­κτοι μι­κρο­μέ­γα­λοι, προ­σπα­θοῦν νά ἀ­φο­μοι­ώ­σουν συ­ναι­σθή­μα­τα, γε­γο­νό­τα καί κα­τα­στά­σεις πού τούς ξε­περ­νοῦν κα­τά πο­λύ. Καί κα­θώς συμ­βαί­νει αὐ­τό, φουν­τώ­νουν μέ­σα τους ἕ­να σω­ρό ὑ­παρ­ξια­κά ἐ­ρω­τή­μα­τα, πού στίς πα­λι­ό­τε­ρες γε­νι­ές ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν πιό φυ­σι­κά τά στά­δια τῆς ἀ­νά­πτυ­ξης.

Τά παι­διά κι οἱ ἔ­φη­βοι ἀν­τι­γρά­φουν τόν δι­κό μας κό­σμο, τίς δι­κές μας συ­νή­θει­ες, τά λά­θη μας, τίς φο­βί­ες μας, τήν δι­κή μας ἁ­μαρ­τί­α κι ἀ­στο­χί­α. Τά ζο­φε­ρά προ­βλή­μα­τα πού συσ­σω­ρεύ­τη­καν τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια στήν πα­τρί­δα μας - ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη με­τα­νά­στευ­ση, ἐγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τα, ἔλ­λει­ψη ἀ­στυ­νό­μευ­σης, πι­θα­νοί κίν­δυ­νοι μέ τούς κά­θε λο­γῆς γεί­το­νές μας, κα­τάρ­ρευ­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς σκη­νῆς, μό­νι­μη κρί­ση στήν παι­δεί­α, ἀ­κραῖ­ος λα­ϊ­κι­σμός, ἀ­νερ­γί­α, φτώ­χεια καί τό­σα ἄλ­λα - ἔ­χουν τρο­μά­ξει τούς ἀν­θρώ­πους. Σέ αὐ­τό τό δια­ρκῶς με­τα­βαλ­λό­με­νο καί ἀ­να­σφα­λές πε­ρι­βάλ­λον, τά παι­διά με­γα­λώ­νουν μέ ἄγ­χος κι ἀ­γω­νί­α γιά τό σή­με­ρα καί τό αὔ­ριο. Ἔ­χον­τας σάν μό­νι­μο ρε­φραίν στ’ αὐ­τιά τους ἀ­πό τά μι­κρά­τα τους τόν ἦ­χο τῶν κι­νού­με­νων κε­φα­λῶν τῆς τη­λε­ό­ρα­σης, τήν ἀ­κα­τά­σχε­τη πο­λι­τι­κο­λο­γί­α, τήν κιν­δυ­νο­λο­γί­α, τόν φό­βο, τήν γκρί­νια καί τόν αὐ­το­κα­τα­στρο­φι­κό μη­δε­νι­σμό γιά ὁ­τι­δή­πο­τε ἀ­φο­ρᾶ τήν ἑλ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κα­τα­φεύ­γουν στόν δι­κό τους κό­σμο ὅ­που ἀ­να­ζη­τοῦν κα­τα­φύ­γιο. Τά δι­α­δι­κτυα­κά παι­χνί­δια, τά κοι­νω­νι­κά δί­κτυ­α, τό lifestyle, ὁ ἐμ­πο­ρι­κός κι­νη­μα­το­γρά­φος, ἡ δι­σκο­γρα­φί­α καί ἡ μό­δα, ἀ­πο­τε­λοῦν τόν τό­πο ὅ­που ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν μέ τούς δι­κούς τους κώ­δι­κες καί δι­α­μορ­φώ­νουν τήν φαν­τα­σί­α τους ἀ­νά­λο­γα.

Ὅ­σο ὅ­μως κι ἄν κρύ­βον­ται ἀ­πό τόν κό­σμο τῶν ἐ­νη­λί­κων, αὐ­τός τούς κα­θο­ρί­ζει, αὐ­τός τούς δι­α­μορ­φώ­νει καί τούς κα­τευ­θύ­νει. Κι ὅ­σο οἱ με­γά­λοι, ἐ­μεῖς δη­λα­δή, δέν ἔ­χου­με νό­η­μα ζω­ῆς νά μᾶς κι­νεῖ καί νά μᾶς ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀ­πό τό ὑ­παρ­ξια­κό μας κε­νό, τό­σο θά συ­σκο­τί­ζου­με τίς ἐ­φη­βι­κές ψυ­χές. Ὅ­σο κι ἄν τούς βομ­βαρ­δί­ζου­με μέ κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κές ἤ θρη­σκευ­τι­κές θε­ω­ρί­ες, αὐ­τά, φο­βι­σμέ­να, ἀγ­χω­μέ­να κι ἀ­να­σφα­λῆ, θά ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πό ὑ­παρ­ξια­κή ἀ­γω­νί­α, πού ἔμ­με­σα ἤ ἄ­με­σα τούς κτυ­πᾶ δια­ρκῶς τήν πόρ­τα.

Ὅ­ταν ἐ­πι­χει­ρή­σου­με νά ρω­τή­σου­με τούς ἐ­φή­βους σχε­τι­κά μέ τά βα­σι­κά ὑ­παρ­ξια­κά προ­βλή­μα­τα, θά ἀ­κού­σου­με ἀ­παν­τή­σεις πού φα­νε­ρώ­νουν τήν ρευ­στό­τη­τα τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Οἱ ἔ­φη­βοι εἶ­ναι βυ­θι­σμέ­νοι μέ­σα σέ ἕ­να κυ­κε­ῶ­να συγ­κρη­τι­σμοῦ. Ὅ­λα παί­ζουν κι ὅ­λα ἀ­κού­γον­ται. Ἡ θρη­σκευ­τι­κή δει­σι­δαι­μο­νί­α τῆς κα­λῆς για­γιᾶς, ἡ πει­στι­κή δι­δα­σκα­λί­α τοῦ πο­λι­τι­κῶς ὀρ­θοῦ κα­θη­γη­τῆ, ἡ ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη ἀν­τί­λη­ψη τοῦ πα­τέ­ρα, τά ὡ­ραῖ­α λό­για τοῦ κα­λοῦ θε­ο­λό­γου, οἱ βου­δι­στι­κές ἀ­πό­ψεις πού δι­ά­βα­σε στό δι­α­δί­κτυ­ο, τό τε­λευ­ταῖ­ο ἄρ­θρο τοῦ Dawkins ἐ­νάν­τια στίς θρη­σκεῖ­ες, ἡ φαι­δρή πα­ρου­σί­α κά­ποι­ου ἱ­ε­ρω­μέ­νου στήν τη­λε­ό­ρα­ση, ἡ θε­ω­ρί­α συ­νω­μο­σί­ας σ’ ἕ­να ντο­κυ­μαν­τέρ, ὁ κα­λός πα­πᾶς τῆς ἐ­νο­ρί­ας, οἱ ἐ­πα­να­στα­τι­κοί στί­χοι ἑ­νός ρόκ τρα­γου­διοῦ, ὁ κα­λός καί ἰ­δα­νι­κός ἥ­ρω­ας στήν τε­λευ­ταί­α Ἀ­με­ρι­κά­νι­κη ται­νί­α πού ὄ­μως σκο­τώ­νει 100 ἐ­χθρούς σέ δύ­ο ὧρες, ὁ ἐν­τυ­πω­σια­σμός ἀ­πό τήν συ­νέν­τευ­ξη ἑ­νός πόπ ἰν­δάλ­μα­τος καί οὕ­τω κα­θ’ ἑ­ξῆς.

Μιά ὑ­παρ­ξια­κή σα­λά­τα ἀ­να­πα­ρά­γε­ται στό μυα­λό τῶν παι­δι­ῶν πού συ­σκο­τί­ζει τά πάν­τα, τά μπερ­δεύ­ει, τά κά­νει θο­λά καί ἀ­σα­φῆ. Ἄν στίς προ­η­γού­με­νες δε­κα­ε­τί­ες ὁ ἰ­δε­α­λι­σμός τῶν ἐ­φή­βων εὕ­ρι­σκε δι­έ­ξο­δο στίς πο­λι­τι­κές ἰ­δε­ο­λο­γί­ες ἤ στήν πα­ρα­δο­σια­κή θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, σή­με­ρα, τί­πο­τε ἀ­πό αὐ­τά δέν εἶ­ναι βέ­βαι­ο. Ἐν­νο­εῖ­ται, πώς αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς στρε­βλῆς καί συγ­κε­χυ­μέ­νης ταυ­τό­τη­τας τοῦ Νε­ο­έλ­λη­να, πού δέν ξέ­ρει ποι­ός εἶ­ναι καί ποῦ πά­ει. Ἀ­νά­με­σα ἀ­πό Ἀ­να­το­λή καί Δύ­ση, ἀ­πό τήν ἀ­πο­δό­μη­ση τῶν πάν­των καί τούς ἐ­θνι­κούς μύ­θους, ἀ­πό τήν ξε­νο­μα­νί­α καί τόν στεῖ­ρο ἐ­θνι­κι­σμό, ἀ­πό τήν συν­τη­ρη­τι­κό­τη­τα καί τόν ψευ­δο­μον­τερ­νι­σμό, ἀ­πό τήν ξύ­λι­νη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα καί τήν ὀρ­θή πί­στη, ἀ­κό­μα ψά­χνει νά βρεῖ ποι­ός εἶ­ναι, ἄν πο­τέ βέ­βαι­α τά κα­τα­φέ­ρει.

Πα­ράλ­λη­λα, τά θέ­μα­τα σχε­τι­κά μέ τόν ἔ­ρω­τα καί τό γε­νε­τή­σιο ζή­τη­μα, χα­ρα­κτη­ρί­ζουν σέ ὑ­περ­βο­λι­κό βαθ­μό - ἔμ­με­σα ἤ ἄ­με­σα - τήν συμ­πε­ρι­φο­ρά τους, πρίν κα­λά-κα­λά ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ δι­α­μόρ­φω­ση τῆς ἀ­φη­ρη­μέ­νης σκέ­ψης. Βα­σα­νί­ζον­ται ὑ­περ­βο­λι­κά μέ τήν ἐμ­φά­νι­σή τους κι ἀ­να­ζη­τοῦν ὄ­χι μό­νο τό φλέρτ ἀλ­λά καί πολ­λά πα­ρα­πά­νω, σέ ἡ­λι­κί­ες πού ἐ­μεῖς παί­ζα­με ἀ­κό­μα στρα­τι­ω­τά­κια καί κοῦ­κλες. Πολ­λά παι­διά πρίν ἀ­κό­μα μποῦν στό Γυ­μνά­σιο, ἔ­χουν δεῖ στό δι­α­δί­κτυ­ο εἰ­κό­νες ἐ­ρω­τι­κῶν πε­ρι­πτύ­ξε­ων πού οἱ πα­λι­ό­τε­ρες γε­νι­ές δέν μπο­ρού­σα­με κἄν νά φαν­τα­στοῦ­με ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν, τοὐ­λά­χι­στον προ­τοῦ τε­λει­ώ­σου­με τό σχο­λεῖ­ο. Εἶ­ναι ἑ­πό­με­νο, πολ­λά ἀ­πό αὐ­τά, ὅ­ταν φουν­τώ­σει ἡ ἐ­φη­βεί­α μέ­σα τους, νά πα­σχί­ζουν νά τά κά­νουν πρά­ξη μέ κά­θε τρό­πο ἤ νά αἰ­σθά­νον­ται ἄ­σχη­μα ἄν δέν τό ἔ­χουν ἤ­δη πραγ­μα­το­ποι­ή­σει.

Νά το­νί­σου­με ἐ­δῶ, πώς τίς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες, τά παι­διά με­γα­λώ­νουν μέ­σα σέ ἕ­ναν ὀρ­γι­ώ­δη κα­τα­να­λω­τι­σμό, ὅ­που ἡ εὐ­δαι­μο­νί­α ὁ­ρί­ζε­ται μέ τήν ἀ­πό­κτη­ση ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν. Στά χρό­νια πού πέ­ρα­σαν, ὅ­λα τά κα­λά τοῦ κό­σμου ὑ­πῆρ­ξαν μέ­σα στά σπί­τια, ἀ­κό­μα καί τῶν ἀ­σθε­νέ­στε­ρων οἰ­κο­νο­μι­κά κοι­νω­νι­κῶν στρω­μά­των καί τά παι­διά μά­θαι­ναν ἀ­πό τούς γο­νεῖς καί ἀ­πό τήν δια­ρκῆ ἔκ­θε­ση στήν δι­α­φή­μι­ση, ὅ­τι ἄν ἔ­χεις εἶ­σαι κά­ποι­ος, κι ὅ­τι ὅ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα ἔ­χεις τό­σο πιό πο­λύ προ­σεγ­γί­ζεις τήν εὐ­δαι­μο­νί­α. Τό αἴ­τη­μα τῆς σο­φί­ας, πού ἐ­πί αι­ῶ­νες ὑ­πῆρ­χε ὡς στό­χος τῆς ζω­ῆς στόν ἀν­θρώ­πι­νο πο­λι­τι­σμό, καί βέ­βαι­α τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος, μοιά­ζει νά ἔ­χει ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀ­πό τό λε­ξι­λό­γιο τῶν Νε­ο­ελ­λή­νων καί συ­νε­πῶς καί τῶν παι­δι­ῶν, καί πα­ρα­μέ­νει μό­νο στό ἀ­μή­χα­νο τρα­γου­δά­κι τῶν γε­νε­θλί­ων.

Κα­θώς οἱ ὁρ­μό­νες ἐ­κρή­γνυν­ται στά σω­μα­τά τους, οἱ ἔ­φη­βοι ἀ­να­ζη­τοῦν νό­η­μα στήν ζω­ή, πα­σχί­ζουν νά δι­α­μορ­φώ­σουν ταυ­τό­τη­τα, μπερ­δεύ­ον­ται καί ἀγ­χώ­νον­ται, φο­βοῦν­ται καί λυ­ποῦν­ται, ἀ­πο­ροῦν καί ἐ­ξί­σταν­ται, προ­σπα­θοῦν νά ἀ­ρέ­σουν, ὑ­πο­φέ­ρουν γιά τό ἄν εἶ­ναι ὄ­μορ­φοι καί ἀ­πο­δε­κτοί, περ­νοῦν ὧ­ρες ὁ­λά­κε­ρες μπρο­στά στόν κα­θρέ­φτη πα­ρα­τη­ρῶν­τας ἀ­τέ­λει­ες, φαν­τα­σι­ώ­νον­ται ἰ­δα­νι­κές κα­τα­στά­σεις, δη­μι­ουρ­γοῦν ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα, ἀν­τι­δροῦν, πα­ρα­σύ­ρον­ται ἀ­πό συ­ναι­σθή­μα­τα καί πα­ρορ­μή­σεις, πέ­φτουν σέ κυ­κλο­θυ­μί­α, κραυ­γά­ζουν καί ὀ­νει­ρεύ­ον­ται. Ἄν ὁ γο­νιός δέν στα­θεῖ μέ ἐ­πί­γνω­ση καί προ­σο­χή δί­πλα στό παι­δί του, τά ἐ­φη­βι­κά προ­βλή­μα­τα δι­ογ­κώ­νον­ται, τό ἄγ­χος, ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα κι ἡ ἔλ­λει­ψη αὐ­το­πε­ποί­θη­σης ἀ­πο­δι­ορ­γα­νώ­νουν κι ἐ­ξου­θε­νώ­νουν τόν ἔ­φη­βο.
Κι ἄν οἱ με­γά­λοι ἀρ­χί­σουν τήν ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση, τά παι­διά ὑ­πο­φέ­ρουν καί ἀγ­χώ­νον­ται ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο. Πολ­λοί ἀν­τι­δροῦν ἔν­το­να στήν κο­σμο­θε­ω­ρί­α τῶν γο­νι­ῶν τους για­τί ἔ­τσι αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι συγ­κρο­τοῦν τήν δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα. Ἄλ­λοι προ­σπα­θοῦν ἀ­πε­γνω­σμέ­να νά ταυ­τι­στοῦν μέ τόν γο­νιό γιά νά νοι­ώ­σουν ἀ­πο­δο­χή. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, πάν­τως, κι­νοῦν­ται ἀ­νά­με­σα στά δύ­ο ἄ­κρα, τοῦ ἀν­τι­δρα­στι­κοῦ καί τοῦ κα­λοῦ παι­διοῦ, μιά κι ἡ σύγ­χρο­νη οἰ­κο­γέ­νεια τό εὐ­νο­εῖ. Ἀρ­κε­τοί γο­νεῖς γί­νον­ται ὑπερ­προ­στα­τευ­τι­κοί, μέ ἀ­φορ­μή τούς δι­α­φό­ρους καί πολ­λούς κιν­δύ­νους τῆς ἐ­πο­χῆς καί πνί­γουν τά παι­διά τους.
Καί τό­τε εἶ­ναι πιό εὔ­κο­λο ὁ ἀ­πε­γνω­σμέ­νος ἔ­φη­βος νά ζη­τή­σει νά ἐν­τα­χθεῖ σέ δι­α­φό­ρων εἰ­δῶν ὀ­μά­δες - πολ­λές φο­ρές ἐ­πι­κίν­δυ­νες - ὅ­που θά βρεῖ τήν ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση πού τοῦ ἀρ­νοῦν­ται οἱ δι­κοί του.

Καί ἄν ὅ­λα αὐ­τά ἰ­σχύ­ουν γιά τόν μέ­σο Νε­ο­έλ­λη­να ἔ­φη­βο, μέ τά παι­διά τῆς ἐκ­κλη­σί­ας τί γί­νε­ται; Ἄν ἀ­φή­σου­με στήν ἄ­κρη τῆς με­γα­λο­στο­μί­ες καί τήν εἰ­κο­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πού πολ­λές φο­ρές χα­ρα­κτη­ρί­ζει τόν τρέ­χον­τα ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό λό­γο, θά δι­α­πι­στώ­σου­με ὅ­τι μᾶλ­λον καί στίς Χρι­στι­α­νι­κές οἰ­κο­γέ­νει­ες ἰ­σχύ­ουν πε­ρί­που τά ἴ­δια. Πολ­λοί γο­νεῖς προ­φυ­λάσ­σουν τά παι­διά τους ἀ­πό τό πε­ρι­βάλ­λον γιά νά μήν «ξε­φύ­γουν», ὅ­μως ἀρ­γά ἤ γρή­γο­ρα θά γο­η­τευ­τοῦν κι αὐ­τά ἀ­πό τόν κό­σμο τοῦ­το καί κά­ποι­α θά πέ­σουν ἵ­σως καί μέ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὄ­ρε­ξη στόν κα­τα­να­λω­τι­κό πα­ρά­δει­σο. Λί­γοι εἶ­ναι κα­τ’ ού­σίαν ὅ­σοι με­γα­λώ­νουν τά παι­διά τους μέ τέ­τοι­ο τρό­πο πού νά δί­νει κα­τεύ­θυν­ση καί νό­η­μα ζω­ῆς κι ὄ­χι μιά ἐ­πι­φα­νεια­κή θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα. Στα­δια­κά, μέ­σα στά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, ὅ­λο καί πιό γρή­γο­ρα ἀ­πό τίς ἀρ­χές τοῦ Γυ­μνα­σί­ου, τά παι­διά τῶν χρι­στι­α­νι­κῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν ἐκ­φρά­ζουν πολ­λές ἀμ­φι­βο­λί­ες, ἐ­πη­ρε­ά­ζον­ται κι αὐ­τά ἀ­πό τό πε­ρι­βάλ­λον γύ­ρω τους καί τέ­λος ἐγ­κα­τα­λεί­πουν τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή, στήν προ­σπά­θεια νά συγ­κρο­τή­σουν τήν ταυ­τό­τη­τά τους.
Καί βέ­βαι­α, δέν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα κα­κό αύ­τό, ἀ­φοῦ ἡ πί­στη δέν ἀ­πο­κτᾶ­ται κλη­ρο­νο­μι­κά, ὅ­μως δέν εἶ­ναι κα­θό­λου σί­γου­ρο ὅ­τι ἡ μέ­ση θρη­σκευ­τι­κή δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση, μπο­ρεῖ νά ἐ­πη­ρε­ά­σει ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά τήν ἀλ­λοί­ω­ση πού φέρ­νει στόν ἔ­φη­βο ὁ σύγ­χρο­νος τρό­πος ζω­ῆς. Στά χρό­νια πού πέ­ρα­σαν, ἀρ­κε­τοί Ὀρ­θό­δο­ξοι ζή­σα­με ἕ­να ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νο μον­τέ­λο Χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στης, ὅ­που ἄλ­λοι ἀ­πό ἐ­μᾶς, εἴ­τε μέ ὑ­ψη­λές τά­χα θε­ω­ρη­τι­κο­λο­γί­ες εἴ­τε μέ τήν ἀ­γρο­τι­κοῦ τύ­που δει­σι­δαι­μο­νί­α πού πα­ρα­λά­βα­με ἀ­πό τούς πα­λι­ό­τε­ρους (ἀλ­λά χω­ρίς τήν εὐ­σέ­βειά τους), κα­τα­φέ­ρα­με νά ζοῦ­με ὅ­πως κι οἱ ἐ­κτός ἐκ­κλη­σί­ας, χω­ρίς με­τά­νοι­α καί οὐ­σι­α­στι­κό νό­η­μα ζω­ῆς, πε­ρισ­σό­τε­ρο σάν φα­ρι­σαῖ­οι καί λι­γό­τε­ρο ὡς ἅ­λας τῆς γῆς. Κα­τα­να­λώ­σα­με με­τά μα­νί­ας, χτί­σα­με πο­λυ­τε­λῆ σπί­τια, πο­λι­τι­κο­λο­γή­σα­με ἐ­παρ­κῶς, αὐ­το­δι­και­ω­θή­κα­με ἠ­θι­κο­λο­γι­κά καί στά παι­διά δώ­σα­με πα­ρά­δειγ­μα τέ­τοι­ο, πού εἶ­χε, ὄ­χι δι­πλό, ἀλ­λά πολ­λα­πλό μή­νυ­μα καί τά μπερ­δέ­ψα­με πο­λύ. Κι ἔ­τσι, ὅ­ταν πα­σχί­ζα­με νά τά ἀ­πο­τρέ­ψου­με ἀ­πό τήν σα­γή­νη τοῦ κό­σμου τού­του, δέν μπο­ρού­σα­με νά πεί­σου­με, για­τί εἴ­χα­με γλῶσ­σα θρη­σκευ­τι­κή κι ὄ­χι πα­ρά­δειγ­μα.
Εἶ­ναι ἡ ἀ­στο­χί­α μας πού τούς τα­ρά­ζει, τούς φο­βί­ζει, τούς ἐ­ξα­γρι­ώ­νει. Εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς πού τούς λέ­με ψέμ­μα­τα, δέν τούς δί­νου­με πα­ρά­δειγ­μα, δρό­μο πρός τήν Ἀ­λή­θεια. Κι ὅ­ταν αὐ­τοί πο­νᾶ­νε, ἀν­τί νά τούς δεί­ξου­με ὅ­τι πα­ρό­μοι­α ἀ­γω­νί­α ἔ­χου­με γιά τήν ζω­ή - ἁ­πλῶς σέ ἄλ­λη φά­ση εἴ­μα­στε - τούς κου­νᾶ­με τό δά­χτυ­λο δι­δα­κτι­κά. Μό­νο πού δέν βλέ­που­με αὐ­τό πού ἐ­κεῖ­νοι βλέ­πουν, δη­λα­δή τήν γυ­μνή μας πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δέν ὑ­πάρ­χει χά­σμα γε­νε­ῶν, ἀλ­λά τό χά­σμα πού δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ ἁ­μαρ­τί­α στούς ἀν­θρώ­πους. Ἄν ἐ­μεῖς οἱ με­γά­λοι ἤ­μα­σταν πιό δι­α­κρι­τι­κοι, πιό σο­φοί, πιό ἀ­γα­πη­τι­κοί, πε­ρισ­σό­τε­ρο Ἅ­γιοι, οἱ ἔ­φη­βοι θά ἦ­ταν πιό ἥ­συ­χοι μέ­σα στά ἰ­δι­αί­τε­ρα προ­βλή­μα­τά τους.

***

Γιά νά ὁ­λο­κλη­ρώ­σου­με, τήν εἰ­σή­γη­σή μας, πραγ­μα­το­ποι­ή­σα­με μέ τήν βο­ή­θεια τῶν κα­τη­χη­τῶν τοῦ να­οῦ μας, ἀλ­λά καί ἀ­δελ­φῶν κα­θη­γη­τρι­ῶν, μί­α ἔ­ρευ­να [1] σχε­τι­κά μέ τίς ὑ­παρ­ξια­κές ἀ­γω­νί­ες τῶν ἐ­φή­βων σή­με­ρα.
Ἡ ἔ­ρευ­να εἶ­χε σάν σκο­πό νά δι­ε­ρευ­νή­σει σέ ἕ­να πρῶ­το ἐ­πί­πε­δο τίς τά­σεις πού ὑ­πάρ­χουν στούς νέ­ους ἀν­θρώ­πους, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾷ συγ­κε­κρι­μέ­να ὑ­παρ­ξια­κά ἐ­ρω­τή­μα­τα Τά σχο­λεῖ­α πού συμ­με­τεῖ­χαν, εἶ­ναι τό Λύ­κει­ο Μάν­δρας (31 παι­διά), ἕ­να ἰ­δι­ω­τι­κό λύ­κει­ο στά Πα­τή­σια (24 παι­διά) καί τό Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κό Λύ­κει­ο Πει­ραι­ᾶ (37 παι­διά). Ἀ­πό τό κά­θε σχο­λεῖ­ο ἐ­πι­λέ­χθη­κε μί­α τά­ξη.
Προ­σθέ­σα­με στήν ἔ­ρευ­νά μας καί παι­διά ἴ­διας ἠ­λι­κί­ας ἀ­πό τήν κα­τη­χη­τι­κή συν­τρο­φιά τοῦ Ἱ. Να­οῦ Παμ­με­γί­στων Τα­ξια­ρχῶν Μο­σχά­του, ὅ­που δι­α­κο­νοῦ­με. Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό ἐ­πι­τεύ­χθη­κε μί­α σχε­τι­κή ποι­κι­λο­μορ­φί­α ἀ­παν­τή­σε­ων, ἡ ὁ­ποί­α κα­τά τή γνώ­μη μας εἶ­ναι πο­λύ χρή­σι­μη γιά τήν ἐ­ξα­γω­γή συμ­πε­ρα­σμά­των, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾷ τούς νέ­ους των ἡ­λι­κι­ῶν αὐ­τῶν καί σί­γου­ρα ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­φε­τη­ρί­α γιά πε­ραι­τέ­ρω ἔ­ρευ­να πά­νω στό συγ­κε­κρι­μέ­νο ζή­τη­μα.

Οἱ ἐ­ρω­τή­σεις πού τούς θέ­σα­με ἦ­ταν οἱ ἑ­ξῆς:


Τί σέ φο­βί­ζει;
Τί σέ ἀγ­χώ­νει;
Τί εἶ­ναι ὁ θά­να­τος καί τί συμ­βαί­νει με­τά ἀ­π’ αὐ­τόν;
Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο νό­η­μα στήν ζω­ή;
Για­τί ὑ­πάρ­χει πό­νος καί ἀ­δι­κί­α;
Τί εἶ­ναι ὁ Θε­ός γιά σέ­να;

Στήν ἔρευνά μας, [2] φαί­νε­ται τό μέλ­λον νά εἶ­ναι ἡ κύ­ρια πη­γή ἄγ­χους τῶν ἐ­φή­βων, βρα­χυ­πρό­θε­σμα (τό σχο­λεῖ­ο) ἤ μα­κρο­πρό­θε­σμα (ἡ δου­λειά).
Πη­γές φό­βου ἀ­πο­τε­λοῦν κυ­ρί­ως ἡ μο­να­ξιά, οἱ δι­ά­φο­ρες με­μο­νω­μέ­νες φο­βί­ες (ὕ­ψος, σκο­τά­δι, ἐρ­πε­τά κ.α.) καί ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα γιά τό μέλ­λον.
Ὑ­πάρ­χουν σο­βα­ρές ἐν­δεί­ξεις ὅ­τι οἱ αἰ­τί­ες φό­βου τῶν ἐ­φή­βων πα­ρου­σιά­ζουν δι­α­κυ­μάν­σεις μέ βά­ση τά δη­μο­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, δη­λα­δή πι­θα­νόν νά ὑ­πάρ­χει μί­α τά­ση, ὅ­σο με­γα­λώ­νουν τά παι­διά καί ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­έρ­χον­ται ἀ­πό οἰ­κο­νο­μι­κά ὑ­πο­δε­έ­στε­ρες οἰ­κο­γέ­νει­ες, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο νά αὐ­ξά­νε­ται ὁ φό­βος καί ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα γιά τό μέλ­λον, ἐ­νῷ ἀν­τί­στοι­χα σέ μι­κρές ἡ­λι­κί­ες παί­ζει ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ρό­λο ὁ φό­βος τῆς ἀ­πόρ­ρι­ψης καί τῆς μο­να­ξιᾶς.

Οἱ ἔ­φη­βοι σέ με­γά­λο βαθ­μό πι­στεύ­ουν στήν με­τά θά­να­το ζω­ή, ὡ­στό­σο δέν ἔ­χουν κά­ποι­α συγ­κρο­τη­μέ­νη ἄ­πο­ψη γιά τό τί συμ­βαί­νει, ἐ­νῷ ἐ­κεῖ­νοι πού ἐν­σω­μα­τώ­νουν χρι­στι­α­νι­κές ἀ­πό­ψεις στίς ἀ­παν­τή­σεις τους εἶ­ναι λί­γοι. Ἐ­πί­σης, εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό τό πο­σο­στό πού πι­στεύ­ει ὅ­τι ὁ θά­να­τος εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιά φυ­σι­κή δι­α­δι­κα­σί­α. Καί πά­λι ἐ­ξε­τά­ζε­ται ἡ συ­σχέ­τι­ση δη­μο­γρα­φι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν μέ τήν ἀν­τί­λη­ψή τους γιά τόν θά­να­το.
Ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση κά­νει ἡ πί­στη στήν με­τεμ­ψύ­χω­ση πού πα­ρου­σιά­ζει τό δεῖγ­μα ἀ­πό τό Ἰδιωτικό Λύκειο - πι­θα­νό­τα­τα ἔ­χει νά κά­νει μέ τό ὑ­ψη­λό οἰ­κο­νο­μι­κό ἐ­πί­πε­δο τῶν γο­νι­ῶν τους. Ση­μαν­τι­κό πο­σο­στό ἀ­παν­τή­σε­ων μέ χρι­στι­α­νι­κές ἀ­πό­ψεις πα­ρου­σιά­ζει τό δεῖγ­μα ἀ­πό τό Λύ­κει­ο τῆς Μάν­δρας, γε­γο­νός τό ὁ­ποῖ­ο πι­θα­νόν νά ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀ­πό τό ὅ­τι πρό­κει­ται γιά πιό πα­ρα­δο­σια­κό, μή ἔν­το­να ἀ­στι­κο­ποι­η­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον.

Στό νό­η­μα τῆς ζω­ῆς, προκαλεῖ τό ἐνδιαφέρον τό ἐ­ξαι­ρε­τι­κά χα­μη­λό πο­σο­στό τῶν ἐ­φή­βων πού θε­ω­ροῦν ὡς νό­η­μα κά­τι τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἔ­ξω ἀ­πό τόν ἑαυτό τους, εἴ­τε αὐ­τό ἀ­φο­ρᾷ πρό­σω­πα πού ἀ­γα­ποῦν, εἴ­τε τό εὐ­ρύ­τε­ρο κοι­νω­νι­κό σύ­νο­λο, εἴ­τε ἀ­φο­ρᾷ τήν ἀ­φο­σί­ω­σή τους σέ κά­ποι­α ἰ­δέ­α, ἰ­δε­ο­λο­γί­α, ἀ­νώ­τε­ρη δύ­να­μη ἤ θρη­σκεί­α. Ἀν­τί­στοι­χα, τό πο­σο­στό τῶν παι­δι­ῶν πού ἔ­χουν σάν νό­η­μα ζω­ῆς κά­τι πού ἔ­χει νά κά­νει μέ τήν προ­σω­πι­κή τους ὁ­λο­κλή­ρω­ση καί ἰ­κα­νο­ποί­η­ση τῶν ἐ­πι­θυ­μι­ῶν τους εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα με­γά­λο.

Ἐ­πί­σης, συ­χνά ἑρ­μη­νεύ­ουν τήν ἀ­δι­κί­α πού ὑ­πάρ­χει στόν κό­σμο ὡς ἐμπειρία πού ὀδηγεῖ στήν προ­σω­πι­κή τους ὁ­λο­κλή­ρω­ση καί ὡ­ρί­μαν­ση, ἐν­δέ­χε­ται ὡ­στό­σο ὅ­σο με­γα­λώ­νουν νά ἀλ­λά­ζουν τήν στά­ση τους στό συγ­κε­κρι­μέ­νο ζή­τη­μα καί νά κα­τα­λή­γουν στό ὅ­τι, "ἔ­τσι εἶ­ναι ἡ ζω­ή".

Τά παι­διά δεί­χνουν νά πι­στεύ­ουν στήν ὕ­παρ­ξη τοῦ Θε­οῦ σέ πο­λύ με­γά­λο πο­σο­στό, ἐν­σω­μα­τώ­νον­τας στοι­χεῖ­α ἐγ­γύ­τη­τας στήν ἀν­τί­λη­ψή τους γιά Ἐ­κεῖ­νον (τόν ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο σάν προ­στά­τη καί βο­η­θό, σάν κά­ποι­ον δι­κό τους), πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ὅ­τι στοι­χεῖ­α πού δεί­χνουν ἀ­πό­στα­ση (Θε­ός δη­μι­ουρ­γός, δυ­νά­στης, κρι­τής). Ἐν­τυ­πω­σια­κό εἶ­ναι ὅ­μως, ὅ­τι στό ἰ­δι­ω­τι­κό σχο­λεῖ­ο, 33% τῶν ἐ­φή­βων δη­λώ­νουν ὅ­τι δέν ξέ­ρουν ἤ δεν πι­στεύ­ουν ὅ­τι ὑ­πάρ­χει Θε­ός.

Ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον νά σχο­λι­ά­σου­με ξε­χω­ρι­στά τίς ἀ­παν­τή­σεις τῶν ἐ­φή­βων τῆς κα­τη­χη­τι­κῆς μας συν­τρο­φιᾶς, ἀ­φοῦ πα­ρου­σιά­ζουν με­γά­λο βαθ­μό ὁ­μοι­ο­γέ­νειας. Προ­φα­νῶς, ἡ δι­α­φο­ρά στίς ἀ­παν­τή­σεις, προ­έρ­χε­ται ἀ­πό το ὅ­τι ἔ­χουν συ­νη­θί­σει νά συμ­με­τέ­χουν σέ ὁ­μα­δι­κές συ­ζη­τή­σεις, ἀλ­λά καί τό ὅ­τι προ­έρ­χον­ται ἀ­πό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές οἰ­κο­γέ­νει­ες.
Στήν ἐ­ρώ­τη­ση, τί σέ φο­βί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἐν­τύ­πω­ση προ­ξε­νεῖ ὅ­τι τά μι­σά παι­διά ἀ­νέ­φε­ραν τόν θά­να­το, ἐ­νῷ τά ἄλ­λα μι­σά τήν μο­να­ξιά.
Ὅσον ἀφορᾶ τό ἄγχος, ἔ­χουν με­γά­λες ὁ­μοι­ό­τη­τες μέ τά παι­διά τῶν 3 σχο­λεί­ων, δη­λα­δή κυ­ρια­ρχεῖ τό βρα­χυ­πρό­θε­σμο καί τό μα­κρο­πρό­θε­σμο μέλ­λον.
Ἐδῶ, εἶναι ἀξιοσημείωτο τό σχε­τι­κά ὑ­ψη­λό πο­σο­στό τῶν ἐ­φή­βων πού ὡς νό­η­μα τῆς ζωῆς τους, δη­λώ­νουν κά­τι τό ὑ­περ­βα­τι­κό, ἐ­νῷ οἱ μι­σοί δή­λω­σαν ὡς νό­η­μα ζω­ῆς τήν σχέ­ση μέ τούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Κα­νείς δέν ἀνέφερε ὡς νό­η­μα ζω­ῆς κά­τι πού ἔ­χει νά κά­νει μέ τόν ἑ­αυ­τό του, ὅπως ἀπάντησαν τά παι­διά τῶν σχο­λεί­ων.

Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾷ τήν με­τά θά­να­τον ζω­ή, ὅ­λα τα παι­διά δη­λώ­νουν τήν πί­στη τους σέ αὐ­τή, ὡ­στό­σο ἑ­στιά­ζουν κυ­ρί­ως στόν πό­νο τοῦ ἴ­διου τοῦ θα­νά­του.
Στήν ἐ­ρώ­τη­ση γιά τόν Θε­ό, ἐν­σω­μα­τώ­νουν στίς ἀ­παν­τή­σεις τους σχε­δόν ὅ­λοι, στοι­χεῖ­α ἐγ­γύ­τη­τας, θε­ω­ρών­τας τόν Θε­ό ὡς προ­στά­τη καί βο­η­θό, ἐ­νῷ ἐν­τύ­πω­ση κά­νει τό ὅ­τι ἀ­κό­μη καί τά παι­διά πού δη­λώ­νουν ὅ­τι δέν ξέ­ρουν τί ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ὁ Θε­ός, ἀ­πο­τυ­πώ­νουν ταυ­τό­χρο­να καί τήν προ­σω­πι­κή τους σχέ­ση μα­ζί του. (Πα­ρά­δειγ­μα "Εἶ­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο νά ὁ­ρί­σω τί εἶ­ναι ὁ Θε­ός γιά μέ­να. Πῶς μπο­ρεῖ νά ὁ­ρί­σει κα­νείς τί εἶ­ναι ὁ Θε­ός; Νο­μί­ζω πώς εἶ­ναι μιά βα­θύ­τε­ρη ἀ­νάγ­κη μου στό νά πι­στεύ­ω ὅ­τι κά­ποι­ος ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πό τούς πάν­τες μπο­ρεῖ νά μέ βο­η­θή­σει, νά μοῦ δώ­σει δύ­να­μη, νά μέ προ­φυ­λά­ξει…").

Παραθέσαμε με­ρι­κά μόνο ἀ­πό τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἔ­ρευ­νάς μας, ἀφοῦ ὁ χρόνος δέν ἐπαρκεῖ νά εἴμαστε πιό ἀναλυτικοί. Αὐτό πού φαίνεται, εἶναι ὅτι οἱ ἔ­φη­βοί μας εἶ­ναι κα­λοί κι εὐ­αί­σθη­τοι, ἀ­νή­συ­χοι καί ἀγ­χω­μέ­νοι, προ­βλη­μα­τι­σμέ­νοι καί μπερδεμένοι. Στά λὀγια τους φαί­νε­ται τό χνά­ρι τῶν γο­νι­ῶν τους καί ἡ δυ­σκο­λί­α τῆς ἐ­πο­χῆς. Φοβοῦνται τό αὔριο καί ἀνησυχοῦν γιά τό σήμερα.

Πρίν βιαστοῦμε νά τούς κρίνουμε ὅμως, ἄς ἀναλογιστοῦμε: Τόν ἴ­διο κό­σμο μοι­ρα­ζό­μα­στε μέ τούς ἐφήβους, ἐ­μεῖς τούς τόν φτι­ά­ξα­με καί μό­νο ἄν κα­τα­λά­βου­με ὅ­τι τό ὑ­παρ­ξια­κό ζή­τη­μα κοι­νό εἶ­ναι σέ ὅ­λους μας, μι­κρούς καί με­γά­λους, κι ὅ­τι μό­νο ἡ ζων­τα­νή καί ἔμ­πρα­κτη σχέ­ση μέ τόν Χρι­στό καί τόν πλη­σί­ον μπο­ρεῖ νά δώ­σει κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς μας ἀ­παν­τή­σεις, τό­τε θά μπο­ρέ­σου­με νά δι­α­λε­χτοῦ­με μα­ζί τους. Καί γιά νά συμ­βεῖ αὐ­τό, πρέ­πει νά με­τανο­ή­σου­με ἐ­μεῖς πρῶ­τα, ὥ­στε νά μπο­ροῦ­με νά κοι­τά­ξου­με τά παι­διά στά μά­τια, κα­θώς προ­σπα­θοῦ­με νά τούς δώ­σου­με ἀ­παν­τή­σεις.

Τί ἀπαντήσεις, λοιπόν, νά δώσουμε στούς ἐφήβους; Πῶς νά ἐ­πι­κοι­νω­νή­σου­με μα­ζί τους; Πῶς νά καλ­λι­ερ­γή­σου­με ἕ­να γό­νι­μο λό­γο πού θά ἀ­πευ­θύ­νε­ται στά παι­διά τοῦ σή­με­ρα καί θά συλ­λαμ­βά­νει τήν ἀ­γω­νί­α τους καί τήν ἀ­σφυ­ξί­α τους; Πῶς νά τούς μι­λή­σου­με γιά Θε­ό κι ἐλ­πί­δα χω­ρίς νά ἀ­παν­τοῦ­με μέ ταυ­το­λο­γί­ες ἤ μέ αὐ­τα­ρέ­σκεια νά τούς πα­ρου­σι­ά­ζου­με μιά εἰ­κο­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πού ἐ­κεῖ­να δέν μπο­ροῦν νά δοῦν; Ὅ­ταν ἐ­πι­χει­ρή­σου­με νά συ­ζη­τή­σου­με μα­ζί τους, δι­α­πι­στώ­νου­με ὅ­τι ἔ­χουν μιά μπερ­δε­μέ­νη ψευ­δαί­σθη­ση γνώ­σης πού δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ ὑ­περ­πλη­ρο­φό­ρη­ση. Ἄν τούς μι­λή­σου­με σάν αὐ­θεν­τί­ες δέν μᾶς ἀ­κοῦ­νε κι ἄν προ­σπα­θή­σου­με νά κου­βεν­τι­ά­σου­με μα­ζί τους εἰ­λι­κρι­νά, δι­α­κρί­νου­με τήν ἀμ­φι­βο­λί­α στά μά­τια τους. Ἴσως ἡ κρίση νά δημιουργήσει νέα δεδομένα κι ἡ ἀκούσια ταπείνωση πού θά ὑποστοῦμε ὅλοι νά δημιουργήσει νέες δυναμικές, νά στρέψει καί πάλι κάποτε τούς ἀνθρώπους στήν ἀναζήτηση ἀξιῶν.

Τί νά ποῦμε ἄραγε στούς ἐφήβους; Μά τήν ἀλήθεια! Νά τούς μιλήσουμε τήν γλῶσσα τῆς καρδιᾶς. Νά παραδεχτοῦμε ὅτι κι ἐμεῖς ἀνησυχοῦμε, κι ἐμεῖς φοβόμαστε, κι ἐμεῖς ἀγχωνόμαστε! Νά ὀμολογήσουμε τήν φθορά, τούς συμβιβασμούς, τήν ἀστοχία μας. Ἀλλά συνάμα νά τούς θυμίσουμε τήν χαρά τῆς ζωῆς καί τῆς δημιουργίας. Νά μάθουμε μαζί τους νά διαβάζουμε τόν κόσμο, νά συμμετέχουμε στόν πολιτισμό, νά χαιρόμαστε τήν ἔμπνευση πού φέρνει τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς ἀνθρώπους σ’ ἕνα κόσμο κακογουστιᾶς καί φθηνοῦ θεάματος. Νά τούς πιάσουμε ἀπό τό χέρι καί νά τούς δείξουμε τόν παράδεισο πού ἔπλασε ὁ Θεός γιά μᾶς, αὐτόν πού ἀποκαλύπτεται μόνο ὅταν μάθουμε νά εὐχαριστοῦμε γιά τήν κάθε στιγμή, τήν κάθε ἡμέρα. Νά τούς φανερώσουμε μέσα ἀπό τήν δική μας ζωή, μέ τό δικό μας παράδειγμα, τί ἐννοεῖ ἡ φράση «πάντοτε χαίρετε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε», τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Νά τούς διδάξουμε ὡς ποιμένες, ὡς γονεῖς, ὡς διδάσκαλοι, τό πώς μπορεῖς σ’ ἕνα κόσμο μιζέριας καί γκρίνιας νά ζεῖς μ’ αὐτό τό «Δόξα τῷ Θεῷ, πάντων ἔνεκεν» πού ἔλεγε ὁ Χρυσόστομος στόν δρόμο πρός τήν ἐξορία καί τόν θάνατο.
Νά ψηλαφήσουμε μαζί τους τόν τρόπο τῆς ἀνάληψης τῶν εὐθυνῶν μας, τό τί σημαίνει νά ἔχεις ἦθος, τί πάει νά πεῖ νά γίνεσαι σοφότερος ἀπό τά λάθη καί τις πτώσεις σου, τί σημαίνει περιχώρηση καί συγχώρεση.
Νά τούς μάθουμε μέ τό δικό μας παράδειγμα πώς, ζωή σημαίνει συμπόρευση, ἀλληλεγγύη, νοιάξιμο, ἀγάπη γιά τόν πλησίον, μέσα σ’ ἕνα κόσμο ἀτομισμοῦ, ἰδιοτέλειας, μίσους κι ἀφόρητης μοναξιᾶς.

Δέν εἶναι οὐτοπικά ὅλα αὐτά, ἀρκεῖ νά τά σκεφτόμαστε ὁ καθένας γιά τόν ἑαυτό του καί νά μήν βαυκαλιζόμαστε μέ μαζικές λύσεις, περιμένοντας ἀπό τούς ἄλλους. Ἄς ἀλλοιωνόμαστε ἐμεῖς γιά νά ἀλλάζουν μαζί μας κι ἄλλοι, ὅπως εἶπε ὁ Ἅγιος. Ὅ­σο ἐ­μεῖς γι­νό­μα­στε ἀ­λη­θι­νοί, εἰ­λι­κρι­νεῖς, πραγ­μα­τι­κά με­τα­νο­οῦν­τες, οἱ ἔ­φη­βοι θά βλέ­πουν, θά πα­ρα­τη­ροῦν, θά ἐμ­πνέ­ον­ται, θά ἀ­κο­λου­θοῦν μέ­σα στήν δι­κή τους μο­να­δι­κό­τη­τα.
Πάνω ἀπ’ ὅλα, νά τούς θυμίσουμε πώς ὑπάρχουν καλά νέα, πώς ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος καί μᾶς κάλεσε νά γίνει ἡ ζωή μας, ζωή Του. Ἔτσι, θἀ’χουμε τήν ἐλπίδα, πώς ὅ­ταν πε­ρά­σει τό ξέ­σπα­σμα τῆς ἐ­φη­βεί­ας, θά ἀ­να­τεί­λει ἡ ὀ­μορ­φιά τοῦ νέ­ου ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος θά ἀ­κο­λου­θή­σει τόν δρό­μο πού ἐ­λεύ­θε­ρα ἔ­χει ἐ­πι­λέ­ξει.

Θά τε­λει­ώ­σω μέ λί­γα λό­για τοῦ Ἁ­γί­ου Γέ­ρον­τα Πορ­φυ­ρί­ου πρός τούς γο­νεῖς σχε­τι­κά μέ τά παι­διά τους:

«Γί­νε­τε ἅ­γιοι καί δέν θά ἔ­χε­τε κα­νέ­να πρό­βλη­μα μέ τά παι­διά σας. Ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα τῶν γο­νέ­ων ἀ­παλ­λάσ­σει τά παι­διά ἀ­π’ τά προ­βλή­μα­τα… Κι ὅ­ταν κά­νουν ἀ­τα­ξί­ες, νά παίρ­νε­τε κά­ποι­α παι­δα­γω­γι­κά μέ­τρα, ἀλ­λά νά μήν τά πι­έ­ζε­τε. Κυ­ρί­ως νά προ­σεύ­χε­σθε… Ὅ­ταν τά παι­διά ἀ­να­πτύσ­σον­ται μέ­σα στήν ἐ­λευ­θε­ρί­α, βλέ­πον­τας συγ­χρό­νως τό κα­λό πα­ρά­δειγ­μα τῶν με­γά­λων, χαι­ρό­μα­στε νά τά βλέ­πο­με. Αὐ­τό εἶ­ναι τό μυ­στι­κό, νά εἶ­σαι κα­λός, νά εἶ­σαι ἅ­γιος, γιά νά ἐμ­πνέ­εις, νά ἀ­κτι­νο­βο­λεῖς. Ἡ ζω­ή τῶν παι­δι­ῶν φαί­νε­ται νά ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἀ­π’ τήν ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τῶν γο­νέ­ων [3]».

* * *
[1] Ἐ­πει­δή σκο­πός δέν ἦ­ταν ἡ ἐ­ξα­γω­γή πο­σο­τι­κῶν συμ­πε­ρα­σμά­των καί συ­σχε­τί­σε­ων γιά τόν πλη­θυ­σμό τῶν ἐ­φή­βων ἀ­πό 14 ἕ­ως 17 ἐ­τῶν, ἀλ­λά ἡ κα­τα­γρα­φή κά­ποι­ων τά­σε­ων καί ὁ προ­βλη­μα­τι­σμός ἐ­πά­νω σε αὐ­τές, δέν δό­θη­κε ἔμ­φα­ση στήν ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα τοῦ δείγ­μα­τος, ἀλ­λά στήν με­λέ­τη τῶν δι­α­φό­ρων ἀ­παν­τή­σε­ων τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων παι­δι­ῶν. Γιά τήν πιό σφαι­ρι­κή ἀ­πο­τύ­πω­ση τῶν τά­σε­ων, ἐ­πι­λέ­χθη­καν 3 δι­α­φο­ρε­τι­κά σχο­λεῖ­α στά ὁ­ποῖ­α τά δη­μο­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά εἶ­ναι σέ με­γά­λο βαθ­μό ἀ­νό­μοι­α καί προ­έρ­χον­ται ἀ­πό δι­α­φο­ρε­τι­κές το­πο­θε­σί­ες τῆς Ἀτ­τι­κῆς. Γιά νά μπο­ρέ­σου­με νά ἀ­πο­κτή­σου­με μιά γε­νι­κή εἰ­κό­να, ὅ­σο εἶ­ναι δυ­να­τόν, κά­να­με μιά συμ­βα­τι­κή ὁ­μα­δο­ποί­η­ση τῶν ἀ­παν­τή­σε­ων καί με­τρή­σα­με τά ἀν­τί­στοι­χα πο­σο­στά πού συγ­κεν­τρώ­νει ἡ κά­θε ὁ­μά­δα. Ὑ­πῆρ­ξαν καί ἀ­παν­τή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες δέν μπο­ροῦ­σαν νά ὁ­μα­δο­ποι­η­θοῦν καί γι’ αὐ­τό ἐ­ξε­τά­στη­καν με­μο­νω­μέ­να.

[2] Ἄς ἀ­να­φερ­θοῦ­με σέ πιό συγ­κε­κρι­μέ­να στοι­χεῖ­α: Στήν Μάν­δρα, στήν πρώ­τη θέ­ση τῶν πη­γῶν φό­βου βρί­σκου­με ἀ­παν­τή­σεις σχε­τι­κές μέ τήν μο­να­ξιά καί ἀ­παν­τή­σεις σχε­τι­κές μέ τό μέλ­λον καί τήν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή ἀ­πο­κα­τά­στα­ση (22.5% τοῦ δείγ­μα­τος ἑ­κα­τέ­ρω­θεν). Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τό ἄγ­χος, τό 35% τοῦ δείγ­μα­τος ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι ἀγ­χώ­νε­ται μέ τό μέλ­λον, ἐ­νῷ τό 29% μέ τά μα­θή­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου.
Στό Ἰδιωτικό Λύκειο ἀν­τί­στοι­χα, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τόν φό­βο, στήν πρώ­τη θέ­ση βρί­σκον­ται ἀ­παν­τή­σεις σχε­τι­κές μέ τήν μο­να­ξιά καί τήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἀ­πό συ­νο­μη­λί­κους, σέ πο­λύ με­γά­λο βαθ­μό σέ σχέ­ση μέ τίς ὑ­πό­λοι­πες ἀ­παν­τή­σεις (41,7% τοῦ δείγ­μα­τος) ἐ­νῷ στήν δεύ­τε­ρη θέ­ση βρί­σκον­ται δι­ά­φο­ρες φο­βί­ες (φί­δια, σκο­τά­δι, ὕ­ψος καί ἄλ­λα μέ 33% τοῦ δείγ­μα­τος).
Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τό τί τούς ἀγ­χώ­νει, τό 58% ἀγ­χώ­νε­ται γιά τά μα­θή­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου, ἐ­νῶ μό­νο 29% τοῦ δείγ­μα­τος ἀ­να­φέ­ρε­ται στό μέλ­λον.
Στό ΕΠΑΛ, στήν πρώ­τη θέ­ση βρί­σκε­ται ἡ φο­βί­α γιά τό μέλ­λον καί τήν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή ἀ­πο­κα­τά­στα­ση (24% τοῦ δείγ­μα­τος), ἐ­νῷ στήν δεύ­τε­ρη θέ­ση βρί­σκον­ται δι­ά­φο­ρες φο­βί­ες (19% τοῦ δείγ­μα­τος). Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τό ἄγ­χος, στό ΕΠΑΛ, τό 24% ἀγ­χώ­νε­ται γιά τό μέλ­λον, ἐ­νῷ τό 29%, ἀγ­χώ­νε­ται γιά τά μα­θή­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου.
Ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το εἶ­ναι τό γε­γο­νός, ὅ­τι ὁ φό­βος τοῦ θα­νά­του πα­ρου­σιά­ζει πα­ρό­μοι­α πο­σο­στά καί στά 3 δείγ­μα­τα (8-16%).

* Τά στοιχεῖα τῆς ἔρευνας ἐπεξεργάσηκε ὁ Ζήσης Κτενίδης, κάτοχος μεταπτυχιακοῦ τίτλου ΜΒΑ, Ο.Π.Α.

[3] «Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου-Βίος καί Λόγοι», Ἱερά Μονή Χρυσοπηγῆς Χανίων, 2007.

Πρωϊνή προσευχή Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ


visit counter




Αἰώνιε Κύριε, Δημιουργέ τῶν ἁπάντων ὁ καλέσας μέ εἰς τήν ζωήν ταύτην τή ἀνεξερευνήτω Σου ἀγαθότητις δούς μοί τήν Χάριν τοῦ Βαπτίσματος καί τήν σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ κοσμήσας μέ τή ἐπιθυμία τοῦ ἀναζητεῖν Σέ, τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν, ἐπάκουσον τῆς δεήσεώς μου.

Ὁ Θεός μου, οὐκ ἔχω ζωήν, φῶς, χαράν, σοφίαν, δύναμιν ἄνευ Σου.
Ἀλλά Σύ εἴπας τοῖς μαθηταίς Σου: «Πάντα ὅσα ἐάν αἰτήσητε ἐν τή προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε».
Ὅθεν τολμῶ ἐπικαλεῖσθαι Σέ, καθάρισον μέ ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος.

Δίδαξον μέ πώς δεῖ προσεύχεσθαι.
Εὐλόγησον τήν ἡμέραν ταύτην ἤν ἐχάρισας μοί, τῷ ἀναξίω δούλω Σου.
Ἰκάνωσον μέ τή δυνάμει τῆς Χάριτός Σου ἀδιαλείπτως ὁμιλεῖν καί ἐργάζεσθαι πρός τήν Σήν δόξαν ἐν πνεύματι καθαρότητος, ταπεινώσεως, ὑπομονῆς, ἀγάπης, εὐγενείας, εἰρήνης, ἀνδρείας καί σοφίας, ἐπιγινώσκειν ἀεί τήν ἁπανταχοῦ παρουσίαν Σου.

Κύριε ὁ Θεός, δεῖξον μοί τήν ὁδόν τοῦ θελήματός Σου ἐν τή ἀπείρω Σου ἀγαθότητι καί ἀξίωσον μέ πορεύεσθαι ἐνώπιόν Σου χωρίς ἁμαρτίας.
Καρδιογνώστα Κύριε, Σύ ἐπιγινώσκεις πάσαν μου ἔνδειαν, Σύ γινώσκεις τήν τυφλότητα καί τήν ἄγνοιάν μου, Σύ γινώσκεις τήν ἀστάθειαν καί τήν διαφθοράν τῆς ψυχῆς μου.

Ἀλλ' οὔδ' ὁ πόνος οὐδ' ἡ ἀγωνία ἡ ἐμή κεκρυμμένα Σοί τυγχάνει. Ἐπάκουσον τῆς δεήσεώς μου καί δίδαξον μέ τῷ Πνεύματί Σου τῷ Ἁγίω, ὁδόν ἐν ἤ πορεύσομαι.
Μή ἐγκαταλείψης μέ, ὅτι ἡ διεφθαρμένη μου θέλησις ὁδηγήση μέ πρός ἄλλας ὁδούς, ἀλλά βιαίως ἐπαναγαγέ μέ πρός Σέ.

Δός μοί, τή δυνάμει τῆς Σῆς ἀγάπης, στερεωθῆναι μέ εἰς τό ἀγαθόν.
Φύλαξον μέ ἀπό παντός λόγου ἤ ἔργου ψυχοφθόρου, ἀπό πάσης ἐσωτερικῆς καί ἐξωτερικῆς κινήσεως μή εὐαρέστου ἐνώπιόν Σου καί ἐπιβλαβοῦς διά τόν ἀδελφόν μου.

Δίδαξον μέ πῶς δεῖ καί τί μέ δεῖ λαλεῖν.
Ἐάν τό Σόν θέλημά ἐστι τοῦ μή ἀποκριθῆναι μέ δός μοί πνεῦμα εἰρηναίας σιωπῆς, ἀλύπου καί ἀκινδύνου διά τόν ἀδελφόν μου.
Νομοθέτησον μέ ἐν τή τρίβω τῶν ἐντολῶν Σου καί ἕως ἐσχάτης μου ἀναπνοῆς μή ἐπιτρέψης παρεκκλίναι μέ ἀπό τοῦ Φωτός τῶν προσταγμάτων Σου, ἕως ὅτου καταστῶσιν ὁ μοναδικός νόμος πάσης ὑπάρξεώς μου, προσκαίρου τέ καί αἰωνίου.

Δέομαί Σου ὁ Θεός ἐλέησον μέ.
Λύτρωσαι μέ ἀπό τῆς θλίψεως καί ἀθλιότητός μου καί μή ἀποκρύψης ἀπ' ἐμοῦ τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας.
Ἐν τή ἀφροσύνη μου, ὁ Θεός, περί πολλῶν καί μεγάλων δέομαί Σου, γινώσκων ἀεί τήν ἐμήν κακότητα, τήν ἀδυναμίαν καί φαυλότητα κράζω Σοί, ἐλέησον μέ.

Μή ἀπορρίψης μέ ἀπό τοῦ Προσώπου Σου ἕνεκεν τῆς ἀλαζονείας μου.
Δός καί αὔξησον ἐν ἐμοί τῷ ἀχρείω τήν δύναμιν τοῦ ἀγαπᾶν Σέ, κατά τάς ἐντολᾶς Σου, ἐξ ὅλης της καρδίας μου, ἐξ ὅλης της ψυχῆς μου, ἐξ ὅλης της διανοίας μου, ἐξ ὅλης της ἰσχύος μου, καί δί' ὅλου του εἶναι μου.
Ναί, ὁ Θεός, δίδαξον μέ δικαίαν κρίσιν καί γνῶσιν τῷ Πνεύματί Σου τῷ Ἁγίω.

Δός μοί τοῦ γνῶναι τήν Ἀλήθειάν Σου προτοῦ μέ ἀπελθεῖν ἐκ τῆς ζωῆς ταύτης.
Παράτεινον τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου ἕως ὅτου Σοί προσφέρω μετάνοιαν ἀληθινήν.
Μή ἀναγάγης μέ ἐν ἠμίσει ἡμερῶν μου μηδέ ἐν ὤ ὁ ἐμός νοῦς τετυφλωμένος ἐστι.

Καί ὅταν εὐδοκήσης ἐλθεῖν τό τέλος τῆς ζωῆς μου προγνώρισον μοί τόν θάνατον, ἴνα ἡ ψυχή μου ἑτοιμασθῆ πρός συνάντησίν Σου.
Ἔσο μετ' ἐμοῦ, Κύριε, ἐν ἐκείνη τή ὥρα τή φοβερά καί ἀπόδος μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ Σωτηρίου Σου.

Καθάρισον μέ ἀπό παντός ἁμαρτήματος φανεροῦ καί ἀποκρύφου, ἀπό πάσης ἀνομίας κεκρυμμένης ἐν ἐμοί καί δώρησον μοί καλήν ἀπολογίαν ἐνώπιόν του φοβεροῦ βήματός Σου.
Ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί τήν ἄμετρον φιλανθρωπίαν Σου, ἐπάκουσον τῆς δεήσεώς μου.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ












Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Η Ουσία των Χριστουγέννων


visit counter



7510
Στη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, στα απλά και δύσκολα προβλήματά του, στη γενική προσπάθεια για το περιβάλλον και την επιβίωση του, τα Χριστούγεννα φαντάζουν ως η μερική έξοδος από το άγχος και η είσοδος της χαράς στη ζωή μας.
Ωστόσο η Ορθόδοξη Εκκλησία, η Εκκλησία των Πατέρων μας, αιώνες τώρα, μιλά για την ενανθρώπιση του Θεού, για να δώσει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να γίνει Θεός. Μας λέει ότι ο Θεός μας δεν είναι απρόσιτος, άγνωστος και μια «ανώτερη δύναμη», αλλά ένας Θεός – πρόσωπο που έρχεται κοντά μας και γίνεται «ως εις εξ ημών», διαλέγεται, μας αγαπά, νοιάζεται για μας. Μας αποκαλύπτει μια νέα ζωή, τη ζωή των αγίων, που, ενώ δεν αρνείται ότι έχει σχέση με τα ανθρώπινα και την ύλη, – πώς άλλωστε θα γινόταν αυτό, αφού ο Θεός μας δεν την αρνήθηκε αλλά τη προσέλαβε κι άρα την αγίασε; – όμως δεν απολυτοποιεί τη ζωή αυτή και την ύλη ως να είναι αιώνια.
Όλα όσα μας περιτριγυρίζουν εδώ και αρκετές μέρες πριν τα Χριστούγεννα μας σπρώχνουν να χαρούμε με εξωτερικά μέσα τη γιορτή, όπως π.χ. δώρα, φαγητά, διασκέδαση, ντύσιμο κλπ. Γι αυτό και μετά τη γιορτή κυριαρχεί την καρδιά μας κάτι σαν μελαγχολία…… Απολαμβάνουμε αλλά δεν χαιρόμαστε, ευχαριστιόμαστε αλλά δεν αναπαυόμαστε. Γιατί η καρδιά ζητά κάτι βαθύτερο. Ζητά τη συνάντηση με το Θεάνθρωπο Κύριο καθώς ο Κύριος με τη γέννηση Του ζητά τη συνάντηση μαζί μας. Ζητά μια ζωή ειλικρίνειας, αλήθειας, ουσιαστική. Το ψεύτικο, το τυπικό, το επιφανειακό, δεν μπορεί να ικανοποιήσει το βάθος της ύπαρξης μας.
Η Εκκλησία, με τη θεολογία της που γίνεται βίωμα, μας καλεί σε κάθε γιορτή της να αφουγκραστούμε το βαθύτερο νόημα και μήνυμα της γιορτής. Έτσι και στη «Μητρόπολη των εορτών», τα Χριστούγεννα, μας καλεί να μην μείνουμε στην επιφάνεια, στα εξωτερικά, στους τύπους – αναγκαία κι αυτά ως έκφραση της ουσίας – αλλά να αφήσουμε την καρδιά μας να ζήσει τον ερχομό του Χριστού. Τότε η γέννηση Του δεν θα είναι απλά ένα ιστορικό γεγονός αλλά συγχρόνως θα γίνει και προσωπικό γεγονός.
Ως Χριστιανοί ας αντισταθούμε στο κοσμικό πνεύμα των ημερών που θεωρεί τα Χριστούγεννα μέσο χαλάρωσης και κατανάλωσης. Ας αφήσουμε χώρο καρδιακό και χρόνο να συλλογιστούμε το δώρο της ζωής μας που έχει ημερομηνία λήξης κι άρα να τη ζήσουμε ουσιαστικά. Ας αρχίσουμε να ευχαριστούμε τον Κύριο της Ζωής, ζώντας τη Ζωή Του ως ζωή μας, για να νικήσουμε το φόβο του θανάτου. Ας γιορτάσουμε Χριστούγεννα με Χριστό, καλλιεργώντας μέσα μας τη μετάνοια ως επιθυμία για αλλαγή, την ταπείνωση ως γνώση του Χριστού του «ταπεινού τη καρδία» και την αγάπη ως άνοιγμα προς τους ανθρώπους, τις ωραίες εικόνες του ενανθρωπήσαντος Θεού μας.
π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

Πηγή: isagiastriados.com/index.php

Χριστός, ο μεγάλος άγνωστος των Χριστουγέννων


visit counter



dimitriados_ignatios6
Του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου
Δεν υπάρχει γιορτή σαν τα Χριστούγεννα, γιορτή, που καταφέρνει να ενώνει με το ίδιο πνεύμα και την ίδια χαρά, τόσα εκατομμύρια ανθρώπους. 2012 χρόνια από τη γέννηση ενός ασήμαντου, εκ πρώτης όψεως, βρέφους σε κάποιο περιφρονημένο εβραϊκό χωριό της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η μισή ανθρωπότητα συνεχίζει να διακηρύσσει, έστω και μια φορά τον χρόνο ως Χριστιανοσύνη, πως τη νύχτα εκείνη ανέτειλε μια ρεαλιστική ελπίδα αναγέννησης του ανθρώπου και ολόκληρου του κόσμου.
    Από την Αυστραλία μέχρι την Αλάσκα και από το Περού μέχρι τις στέπες της Σιβηρίας, οι άνθρωποι αναζητούν τη χριστουγεννιάτικη χαρά, μέσα σε μια παγκοσμιοποιημένη ατμόσφαιρα, με ίδιες μελωδίες, ίδιες γεύσεις, ίδια διακόσμηση, ίδιες διαφημίσεις, αλλά με πολλούς και διάφορους «Χριστούς».Διότι, πίσω από τη βιτρίνα των Χριστουγέννων, ο Χριστός, ο μεγάλος πρωταγωνιστής  -και πολλές φορές, ο μεγάλος Απών- συνεχίζει, εδώ και δυο χιλιετίες, να ρωτάει:
«Τίνα με λέγουσιν ονθρωποι εναι;» (Ματθ.16, 13)
«Ποιος λένε οι άνθρωποι πως είμαι;»
          Πολλές οι απαντήσεις μέσα στους αιώνες, πολλές οι απαντήσεις και σήμερα. Άλλοι εκφράζουν τον θαυμασμό τους για τα λόγια Του, άλλοι τον σεβασμό τους για τη θυσία Του, άλλοι τον ενθουσιασμό τους για το κοινωνικό Του μήνυμα.Λίγοι όμως είναι εκείνοι, που παραδίδουν στα άχραντα χέρια Του τις  προσωπικές τους αγωνίες, τους φόβους και τα αδιέξοδά τους,  με την πεποίθηση πως Αυτός και μόνον Αυτός μπορεί να χαρίσει φως στη σκοτεινή νύχτα  των ανθρώπων.
    Αλλά ακόμη και εκείνοι, που πιστεύουν στην παντοδυναμία και την αγάπη Του, καθώς οι ανάγκες γίνονται αφόρητες, καθώς η αδικία οργιάζει και καθώς οι προοπτικές ξεθωριάζουν, φτάνουν κάποτε να αναρωτηθούν,:
«Πού είναι ο Θεός; Γιατί δεν φαίνεται; Γιατί δεν ενεργεί;»
    Σε εποχές ατομικών διαδρομών, ατομικών επιδιώξεων, ακόμη και ατομικών προσευχών, ο ίδιος ο Χριστός, μας δείχνει τον δρόμο προς Εκείνον:
        «Ο γάρ εσι δύο  τρες συνηγμένοι ες τμν νομα, κε εμι ν μέσ ατν». (Ματθ. 18, 20)
«Όπου είναι μαζεμένοι δυο ή τρεις στο όνομά μου, εγώ είμαι ανάμεσά τους».
    Να λοιπόν η απάντηση: Κάθε Χριστούγεννα υποδεχόμαστε στη γη τον Θεό της ενότητας, τον Θεό της αλληλεγγύης, τον Θεό του «μαζί». Η παρουσία Του στη γη και η λυτρωτική Του επέμβαση περνάει μέσα από την συμπόνια και την αγάπη των ανθρώπων, που διακηρύσσουν πως Τον πιστεύουν και Τον μιμούνται.
    Εκατομμύρια φάτνες στήνονται κάτω από χριστουγεννιάτικα δέντρα, σε πλατείες, σε βιτρίνες. Μέσα σ΄ αυτές, φαίνεται να ξαναγεννιούνται πολλοί «Χριστοί»: Ο Χριστός της παιδικής μας ηλικίας, ο Χριστός ενός γλυκού συναισθηματισμού, ακόμη και ο Χριστός των εορταστικών αγορών μας.Στον αληθινό, όμως, Χριστό, στον Χριστό της αγάπης, εμείς οι ίδιοι, με το πνεύμα και τις πράξεις μας, κλείνουμε ερμητικά την πόρτα.
    Και φέτος όμως, Αυτός ο αληθινός Χριστός θα ξαναχτυπήσει την πόρτα μας. Σιωπηλός, χωρίς εφέ και επικοινωνιακούς εντυπωσιασμούς, θα μας καλέσει να Τον ακολουθήσουμε πίσω από τις φωταγωγίες και τα ρεβεγιόν, για να μας δείξει το κατάντημα μιας ανθρωπότητας χωρίς Εκείνον. Μιας ανθρωπότητας βουτηγμένης στην αρπαγή, το ψέμα και τη σκληροκαρδία.Μιας ανθρωπότητας, που αντικατέστησε τον ουρανό με πίνακες χρηματιστηρίων και βιβλιάρια καταθέσεων.
    Όσο τα Χριστούγεννα θα  ντύνουν μόνο τη μελαγχολία μας, όσο τα ψεύτικα άστρα θα υποκαθιστούν το φως της ελπίδας για εκατομμύρια φτωχούς και άστεγους, όσο οι Χριστουγεννιάτικες μελωδίες θα κρύβουν την κραυγή τής οργής ολόκληρων λαών για την εξαθλίωσή τους, ο Χριστός θα παραμένει ο μεγάλος άγνωστος των Χριστουγέννων.
    Πολλοί μπορεί να πιστεύουν πως κάθε τέτοια μέρα, επαναλαμβάνεται μια γραφική ιστορία. Αυτό όμως που επαναλαμβάνεται είναι η ουσία εκείνης της νύχτας, αλλά και όλης της ζωής Του: Ο Χριστός, το ίδιο αφανής, το ίδιο ξένος, όπως τότε, θα αποστρέφει πάντα το βλέμμα από τις γιορτές της κατανάλωσης των -ακόμη- εξασφαλισμένων και θα επιλέγει για φάτνη Του τις καρδιές εκείνων, που ακόμη μπορούν να αγαπούν και να μοιράζονται, ίσως  ταπεινοί και καταφρονεμένοι από την αυθαιρεσία των ισχυρών, γι΄ αυτό όμως και αξιόπιστοι στη διακήρυξή τους «τι τέχθη μν σήμερον Σωτήρ…» (Λουκ. 2, 10-11).
    Μαζί μ΄ αυτούς θα βρεθεί ο Εμμανουήλ ( που σημαίνει: ο Θεός μαζί μας) αυτά τα Χριστούγεννα, δίνοντάς τους δύναμη να σταθούν όρθιοι και ενωμένοι στο δικό Του όνομα, για να ετοιμάσουν μαζί Του το ξημέρωμα ενός καινούργιου κόσμου.
Άρθρο στην Εφημ. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 15/12/2012

Χριστός γεννάται, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου


visit counter



365391-nativityΜυστήριο παράξενο και παράδοξο αντικρίζω.


Βοσκών φωνές φτάνουν στ’ αυτιά μου. Δεν παίζουν σήμερα με τις φλογέρες τους κάποιον τυχαίο σκοπό. Τα χείλη τους ψάλλουν ύμνο ουράνιο.


Οι άγγελοι υμνολογούν, οι αρχάγγελοι ανυμνούν, ψάλλουν τα Χερουβείμ και δοξολογούν τα Σεραφείμ. Πανηγυρίζουν όλοι, βλέποντας το Θεό στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς.


Σήμερα ή Βηθλεέμ μιμήθηκε τον ουρανό: Αντί γι’ αστέρια, δέχτηκε τους αγγέλους” αντί για ήλιο, δέχτηκε τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Και μη ζητάς να μάθεις το πώς. Γιατί όπου θέλει ό Θεός, ανατρέπονται οι φυσικοί νόμοι. Εκείνος λοιπόν το θέλησε. Και το έκανε. Κατέβηκε στη γη κι έσωσε τον άνθρωπο. Όλα συνεργάστηκαν μαζί Του γι’ αυτόν το σκοπό.


Σήμερα γεννιέται Αυτός που υπάρχει αιώνια, και γίνεται αυτό πού ποτέ δεν υπήρξε. Είναι Θεός και γίνεται άνθρωπος! Γίνεται άνθρωπος και πάλι Θεός μένει!


Όταν γεννήθηκε, οι Ιουδαίοι δεν δέχονταν την παράδοξη γέννηση Του:
Από τη μια οι Φαρισαίοι παρερμήνευαν τα ιερά βιβλία” κι από την άλλη οι γραμματείς δίδασκαν αλλά αντί άλλων. Ό Ηρώδης πάλι, ζητούσε να βρει το νεογέννητο Βρέφος όχι για να το τιμήσει, μα για να το θανατώσει.


Ε λοιπόν, όλοι αυτοί σήμερα τρίβουν τα μάτια τους, βλέποντας το Βασιλιά τ’ ουρανού να βρίσκεται στη γη μ’ ανθρώπινη σάρκα, γεννημένος από παρθενική μήτρα.


Και ήρθαν οι βασιλιάδες να προσκυνήσουν τον επουράνιο Βασιλιά της δόξας.

Ήρθαν οι στρατιώτες να υπηρετήσουν τον Αρχιστράτηγο των ουράνιων Δυνάμεων.

Ήρθαν οι γυναίκες να προσκυνήσουν Εκείνον πού μετέβαλε τίς λύπες της γυναίκας σε χαρά.

Ήρθαν οι παρθένες να προσκυνήσουν Εκείνον πού δημιούργησε τους μαστούς και το γάλα, και τώρα θηλάζει από Μητέρα Παρθένο.

Ήρθαν τα νήπια να προσκυνήσουν Εκείνον πού έγινε νήπιο, για να συνθέσει δοξολογικό ύμνο «από τα στόματα των νηπίων» (Ψαλμ. 8:3).

Ήρθαν τα παιδιά να προσκυνήσουν Εκείνον πού ή μανία του Ηρώδη τα ανέδειξε σε πρωτομάρτυρες.

Ήρθαν οι ποιμένες να προσκυνήσουν τον καλό Ποιμένα, πού θυσίασε τη ζωή Του για χάρη των προβάτων.

Ήρθαν οι ιερείς να προσκυνήσουν Εκείνον πού έγινε αρχιερέας όπως ό Μελχισεδέκ (Έβρ. 5:10).

Ήρθαν οι δούλοι να προσκυνήσουν Εκείνον πού πήρε μορφή δούλου, για να μετατρέψει τη δουλεία μας σ’ ελευθερία.

Ήρθαν οι ψαράδες να προσκυνήσουν Εκείνον πού τους μετέβαλε σε «ψαράδες ανθρώπων»
(Ματθ. 4:19)

Ήρθαν οι τελώνες να προσκυνήσουν Εκείνον πού από τους τελώνες ανέδειξε ευαγγελιστή.

Ήρθαν οι πόρνες να προσκυνήσουν Εκείνον που παρέδωσε τα πόδια του στα δάκρυα μιας πόρνης.

365370-291313-_1_~1Κοντολογίς, ήρθαν όλοι οι αμαρτωλοί να δουν τον Αμνό του Θεού, πού σηκώνει στους ώμους Του την αμαρτία του κόσμου:

Οι μάγοι για να Τον προσκυνήσουν

οι ποιμένες για να Τον δοξολογήσουν

οι τελώνες για να Τον κηρύξουν

οι πόρνες για να Του προσφέρουν μύρα’

ή Σαμαρείτισσα για να ξεδιψάσει”

ή Χαναναία για να ευεργετηθεί.


Αφού λοιπόν όλοι σκιρτούν από χαρά, θέλω κι εγώ να σκιρτήσω, θέλω να χορέψω, θέλω να πανηγυρίσω. Δίχως κιθάρα, δίχως αυλό, δίχως λαμπάδες αναμμένες στα χέρια μου. Πανηγυρίζω κρατώντας, αντί γι’ αυτά, τα σπάργανα του Χριστού.

Αυτά είναι ή ελπίδα μου, αυτά ή ζωή μου, αυτά ή σωτηρία μου, αυτά ό αυλός μου, αυτά ή κιθάρα μου. Γι’ αυτό τα ‘χω μαζί μου: Για να πάρω από τη δύναμη τους δύναμη, για να φωνάξω μαζί με τους αγγέλους, «δόξα στον ύψιστο Θεό», και με τους ποιμένες, «και ειρήνη στη γη, ευλογία στους ανθρώπους» (Λουκ. 2:14).


Και ξέρετε γιατί; Γιατί Εκείνος πού προαιώνια γεννήθηκε από τον Πατέρα ανεξήγητα, γεννιέται σήμερα από παρθένα υπερφυσικά. Το πώς, το γνωρίζει ή χάρη του Αγίου Πνεύματος. Εμείς μόνο τούτο μπορούμε να πούμε: Πώς αληθινή είναι και ή ουράνια γέννηση του, αδιάψευστη είναι και ή επίγεια. Αλήθεια είναι ότι γεννήθηκε Θεός από Θεό, αλήθεια είναι και ότι γεννήθηκε άνθρωπος από παρθένα.

Στον ουρανό είναι ό μόνος πού γεννήθηκε από τον Πατέρα μόνο, γιος Του μονογενής. Και στη γη είναι ό μόνος πού γεννήθηκε από την Παρθένο μόνο, γιος της μονογενής. Όπως στην περίπτωση της ουράνιας γεννήσεως Του είναι ασέβεια να σκεφτούμε μητέρα, έτσι και στην περίπτωση της επίγειας γεννήσεως Του είναι βλασφημία να υποθέσουμε πατέρα. Ό Θεός Τον γέννησε με τρόπο θεϊκό. Ή Παρθένος Τον γέννησε με τρόπο υπερφυσικό. Έτσι, ούτε ή ουράνια γέννηση Του μπορεί να εξηγηθεί, ούτε ή ενανθρώπηση Του μπορεί να ερευνηθεί. Το ότι Τον γέννησε ή Παρθένος σήμερα το γνωρίζω. Το ότι Τον γέννησε ό Θεός προαιώνια το πιστεύω. Κι έχω μάθει να τιμώ σιωπηλά τη γέννηση Του, χωρίς φιλοπερίεργες έρευνες κι ανώφελες συζητήσεις. Γιατί, σ’ ό,τι άφορα το Θεό, δεν πρέπει να στέκεται κανείς στη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, αλλά να πιστεύει στη δύναμη Εκείνου πού κατευθύνει τα πάντα.


Τι φυσικότερο από το να γεννήσει μια παντρεμένη γυναίκα; Άλλα και Τι πιο παράδοξο από το να γεννήσει παιδί μια παρθένα, δίχως άνδρα, και να παραμείνει παρθένα;


Τι αυτό λοιπόν μπορούμε να ερευνούμε ό,τι γίνεται σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους. Ό,τι όμως συμβαίνει με τρόπο υπερφυσικό, ας το σεβόμαστε σιωπηλά. Όχι γιατί είναι επικίνδυνο, αλλά γιατί είναι ανερμήνευτο.

365888-17Φόβο νιώθω μπροστά στο θείο μυστήριο.
Τι να πω και Τι να λαλήσω;


Βλέπω εκείνη πού γέννησε. Βλέπω κι Εκείνον πού γεννήθηκε. Άλλα τον τρόπο της γεννήσεως δεν μπορώ να τον καταλάβω. Όπου θέλει, βλέπετε, ό Θεός, νικώνται οι φυσικοί νόμοι. Έτσι έγινε κι εδώ: Παραμερίστηκε ή φυσική τάξη και ενέργησε ή θεία θέληση.
Πόσο ανέκφραστη είναι ή ευσπλαχνία του Θεού!


Ο προαιώνιος Υιός του Θεού, ό άφθαρτος και αόρατος και ασώματος, κατοίκησε μέσα στο φθαρτό και ορατό σώμα μας. Για ποιο λόγο; Να, όπως ξέρετε, εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε περισσότερο σ’ ό,τι βλέπουμε παρά σ’ ό,τι ακούμε. Στα ορατά πιστεύουμε. Στ’ αόρατα όχι. Έτσι δεν πιστεύαμε στον αόρατο αληθινό Θεό, αλλά λατρεύαμε ορατά είδωλα με μορφή ανθρώπων.


Δέχτηκε λοιπόν ό Θεός να παρουσιαστεί μπροστά μας με ορατή μορφή ανθρώπου, για να διαλύσει μ’ αυτόν τον τρόπο κάθε αμφιβολία για την ύπαρξη Του. Κι ύστερα, αφού μας διδάξει με την αισθητή και αναμφισβήτητη παρουσία Του, να μας οδηγήσει εύκολα στην αληθινή πίστη, στ’ αόρατα και υπερφυσικά.
Κατάπληξη με γεμίζει το θαύμα!

366212-9425_1056201624101_1797672678_117950_2429974_nΠαιδί βλέπω τον προαιώνιο Θεό!
Σε φάτνη αναπαύεται, Αυτός πού έχει θρόνο τον ουρανό!
Χέρια ανθρώπινα αγγίζουν τον απρόσιτο κι ασώματο!
Με σπάργανα είναι σφιχτοδεμένος, Αυτός πού σπάει τα δεσμά της αμαρτίας!


Όμως… τούτο είναι το θέλημα Του: Την ατιμία να μεταβάλει σε τιμή” με δόξα να ντύσει την ευτέλεια” και την προσβολή σ’ αρετή να μεταπλάσει.


Πήρε το σώμα μου. Μου προσφέρει το Πνεύμα Του. Μου χαρίζει το θησαυρό της αιώνιας ζωής, παίρνοντας αλλά και δίνοντας μου: Παίρνει τη σάρκα μου για να με αγιάσει” μου δίνει το Πνεύμα Του για να με σώσει.


«Να, ή παρθένος θα μείνει έγκυος» (Ήσ. 7:14).
Τα λόγια είναι της συναγωγής, μα το απόκτημα της Εκκλησίας.
Η συναγωγή έθαψε το νήμα” Η Εκκλησία φόρεσε τη βασιλική στολή.
Ή Ιουδαία Τον γέννησε ή οικουμένη Τον υποδέχτηκε.
Η συναγωγή Τον θήλασε και Τον έθρεψε” ή Εκκλησία Τον παρέλαβε και ωφελήθηκε.
Στη συναγωγή βλάστησε το κλήμα εμείς όμως απολαμβάνουμε τα σταφύλια της αλήθειας.
Ή συναγωγή τρύγησε τα σταφύλια οι ειδωλολάτρες όμως πίνουν το μυστικό πιοτό.
Εκείνη έσπειρε στην Ιουδαία το σπόρο” οι ειδωλολάτρες όμως θέρισαν το στάχυ με το δρεπάνι της πίστεως. Αυτοί έκοψαν με σεβασμό το ρόδο, και στους Ιουδαίους έμεινε το αγκάθι της απιστίας.
Το πουλάκι πέταξε, κι αυτοί οι ανόητοι κάθονται και φυλάνε ακόμα τη φωλιά.
Οι Ιουδαίοι πασχίζουν να ερμηνεύσουν το βιβλίο του γράμματος, και οι ειδωλολάτρες τρυγούν τον καρπό του Πνεύματος.
«Να, ή παρθένος θα μείνει έγκυος».

365654-jpg_00003055

Πες μου, Ιουδαίε, πες μου λοιπόν, ποιόν γέννησε;
Δείξε, σε παρακαλώ, θάρρος, έστω και σαν εκείνο που έδειξες μπροστά στον Ηρώδη. Αλλά δεν έχεις θάρρος. Και ξέρω γιατί. Γιατί είσαι επίβουλος. Στον Ηρώδη μίλησες για να Τον εξολοθρεύσει και σ’ εμένα δεν μιλάς για να μην Τον προσκυνήσω.


Ποιόν λοιπόν γέννησε; Ποιόν;


Το Δημιουργό της κτίσεως. Κι αν εσύ σωπαίνεις, ή φύση το βροντοφωνάζει. Τον γέννησε λοιπόν με τον τρόπο πού ό ίδιος θέλησε να γεννηθεί. Στη φύση δεν υπήρχε ή δυνατότητα μιας τέτοιας γεννήσεως. Εκείνος όμως, ως κύριος της φύσεως, επινόησε τρόπο γεννήσεως παράδοξο. Κι έδειξε έτσι ότι, και άνθρωπος πού έγινε, δεν γεννήθηκε σαν άνθρωπος, μα όπως μόνο σε Θεό ταιριάζει.


Εκείνος πού έπλασε τον Αδάμ από παρθένα γη, Εκείνος πού από τον Αδάμ κατόπιν έκαμε γυναίκα, γεννήθηκε σήμερα από παρθένα κόρη πού νίκησε τη φύση, ξεπερνώντας το νόμο του γάμου.
Ο Αδάμ τότε, χωρίς να έχει γυναίκα, γυναίκα απόκτησε.
Η Παρθένος τώρα, χωρίς να έχει άνδρα, άνδρα γέννησε.
Και γιατί έγινε αυτό; Να γιατί:


Οι γυναίκες είχαν ένα παλαιό χρέος προς τους άνδρες, αφού από τον Αδάμ είχε βλαστήσει γυναίκα χωρίς τη μεσολάβηση άλλης γυναίκας. Για αυτό ή Παρθένος σήμερα, ξεπληρώνοντας στους άνδρες το χρέος της Εύας, γέννησε χωρίς άνδρα, δείχνοντας έτσι την ισοτιμία της φύσεως.
Σώος έμεινε ό Αδάμ μετά την αφαίρεση της πλευράς του.
Αδιάφθορη έμεινε κι ή Παρθένος μετά τη γέννηση του Βρέφους.
Άλλα πρόσεξε και κάτι ακόμα:
Δεν έπλασε ό Κύριος κάποιο άλλο σώμα για να εμφανιστεί στη γη. Πήρε το σώμα του ανθρώπου, για να μη φανεί ότι περιφρονεί την ύλη από την οποία δημιουργήθηκε ό Αδάμ. Ήρθαν έτσι, Θεός και άνθρωπος, σε μυστική ένωση. Κι ό διάβολος, πού είχε υποδουλώσει τον άνθρωπο, τράπηκε σε φυγή.


Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, αλλά γεννιέται ως Θεός. Αν προερχόταν, όπως εγώ, από έναν κοινό γάμο, πολλοί θα θεωρούσαν απάτη τη γέννηση Του. Γι’ αυτό γεννιέται από παρθένα”
Γι` αυτό διατηρεί τη μήτρα της άθικτη” γι’ αυτό διαφυλάσσει την παρθενία της ακέραιη: Για να γίνει ό παράξενος τρόπος της γεννήσεως αιτία ακλόνητης πίστεως.
Σ’ αυτόν λοιπόν πού θ’ αμφισβητήσει την άσπορη γέννηση του Λόγου του Θεού, θα επικαλεστώ ως μάρτυρα την αμόλυντη σφραγίδα της παρθενίας.


Πες μου λοιπόν, Ιουδαίε, γέννησε ή Παρθένος ή όχι; Κι αν μεν γέννησε, γιατί δεν ομολογείς την υπερφυσική γέννηση; Αν πάλι δεν γέννησε, γιατί εξαπάτησες τον Ηρώδη; Όταν εκείνος ζητούσε να μάθει πού θα γεννηθεί ό Χριστός, εσύ δεν είπες «στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας» (Ματθ. 2:4); Μήπως εγώ γνώριζα την πόλη ή τον τόπο; Μήπως εγώ γνώριζα την αξία του Βρέφους πού ήρθε στον κόσμο; Ό Ησαΐας και οι προφήτες σας δεν μίλησαν γι’ Αυτό; Κι εσείς, οι αγνώμονες εχθροί, δεν εξηγήσατε την αλήθεια; Εσείς, οι γραμματείς κι οι Φαρισαίοι, οι ακριβείς φύλακες του νόμου, δεν μας διδάξατε για το Χριστό; Εσείς δεν ερμηνεύσατε τις Γραφές; Μήπως εμείς γνωρίζαμε τη γλώσσα σας; Και όταν γέννησε , ή Παρθένος, εσείς δεν παρουσιάσατε στον Ηρώδη τη μαρτυρία του προφήτη Μιχαία, «Άλλ’ από σένα, Βηθλεέμ, πόλη της περιοχής του Εφραθά, αν και είσαι μια από τις μικρότερες πόλεις του Ιούδα, θα αναδειχθεί αρχηγός του Ισραήλ» (Μιχ. 5:1);
366774-45965-BETHLEHEM 25.DEC.2006 (65)Πολύ καλά είπε ό προφήτης «από σένα». Από σας προήλθε και παρουσιάστηκε σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Παρουσιάστηκε ως άνθρωπος, για να καθοδηγήσει τους ανθρώπους. Παρουσιάστηκε ως Θεός, για να σώσει την οικουμένη.


Μα Τι ωφέλιμοι εχθροί πού είστ’ εσείς! Τι φιλάνθρωποι κατήγοροι!
Εσείς κατά λάθος δείξατε πώς το νεογέννητο της Βηθλεέμ είναι Θεός. Εσείς Τον κηρύξατε χωρίς να το θέλετε. Εσείς Τον φανερώσατε, πασχίζοντας να Τον κρύψετε. Εσείς Τον ευεργετήσατε, επιθυμώντας να Τον βλάψετε.


Τι αστοιχείωτοι δάσκαλοι είστε, αλήθεια; Εσείς πεινάτε, και τρέφετε άλλους. Εσείς διψάτε, και ποτίζετε άλλους. Πάμφτωχοι είστε, και πλουτίζετε άλλους.


Ελάτε λοιπόν να γιορτάσουμε! Ελάτε να πανηγυρίσουμε! Είναι παράξενος ό τρόπος της γιορτής -όσο παράξενος είναι κι ό λόγος της γεννήσεως του Χριστού.


Σήμερα λύθηκαν τα μακροχρόνια δεσμά.
Ο διάβολος καταντροπιάστηκε.
Οι δαίμονες δραπέτευσαν.
Ο θάνατος καταργήθηκε.
Ο παράδεισος ανοίχτηκε.
Η κατάρα εξαφανίστηκε.
Η αμαρτία διώχτηκε.
Η πλάνη απομακρύνθηκε.
Η αλήθεια αποκαλύφθηκε.
Το κήρυγμα της ευσέβειας ξεχύθηκε και διαδόθηκε παντού.
Η βασιλεία των ουρανών μεταφυτεύθηκε στη
Οι άγγελοι συνομιλούν με τους ανθρώπους.

366775-bethl_doorΌλα έγιναν ένα.
Γιατί;


Γιατί κατέβηκε ό Θεός στη γη κι ό άνθρωπος ανέβηκε στους ουρανούς. Κατέβηκε ό Θεός στη γη και πάλι βρίσκεται στον ουρανό. Ολόκληρος είναι στον ουρανό κι ολόκληρος στη γη. Έγινε άνθρωπος κι είναι Θεός. Είναι Θεός και πήρε σάρκα. Κρατιέται σε παρθενική αγκαλιά και στα χέρια Του κρατάει την οικουμένη.
Τρέχουν κοντά Του οι μάγοι. Τρέχουμε κι εμείς. Τρέχει και τ’ αστέρι για να φανερώσει τον Κύριο τ’ ουρανού. Μα… κι Εκείνος τρέχει. Τρέχει προς την Αίγυπτο. Και φαίνεται βέβαια, πώς πηγαίνει εκεί για ν’ αποφύγει την επιβουλή του Ηρώδη. Όμως τούτο γίνεται για να εκπληρωθούν τα προφητικά λόγια: «Την ήμερα εκείνη ό ισραηλιτικός λαός θα πάρει τρίτος, μετά τους Ασσυρίους και τους Αιγυπτίους, την ευλογία του Θεού πάνω στη γη» (Ήσ. 19:24).


Τι λες, Ιουδαίε; Εσύ πού ήσουν πρώτος έγινες τρίτος; Οι Αιγύπτιοι και οι Ασσύριοι μπήκαν μπροστά, και ό πρωτότοκος Ισραήλ πήγε πίσω;


Ναι. Έτσι είναι. Οι Ασσύριοι θα γίνουν πρώτοι, επειδή αυτοί πρώτοι με τους μάγους τους προσκύνησαν τον Κύριο. Πίσω τους οι Αιγύπτιοι, πού Τον δέχτηκαν, όταν κατέφυγε στα μέρη τους για ν’ αποφύγει την επιβουλή του Ηρώδη. Τρίτος και τελευταίος ό Ισραηλιτικός λαός, πού γνώρισε τον Κύριο από τους αποστόλους, μετά τη βάπτιση Του στον Ιορδάνη.


Τι άλλο μένει να πω;
Δημιουργό και φάτνη βλέπω… Βρέφος και σπάργανα… Λεχώνα παρθένα, περιφρονημένη. Φτώχεια πολλή… Ανέχεια πολλή…


Είδες όμως Τι πλούτος μέσα στη μεγάλη φτώχεια; Ό Πλούσιος έγινε φτωχός για χάρη μας. Δεν έχει ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα. Μέσα σε ταπεινό παχνί Του έχουν αποθέσει…


Ω φτώχεια, πλούτου πηγή!
Ω πλούτε αμέτρητε, κρυμμένε μες στη φτώχεια!


Μέσα στη φάτνη κείτεσαι και την οικουμένη σαλεύεις.
Μέσα σε σπάργανα τυλίγεσαι και σπας τα δεσμά της αμαρτίας.


Λέξη ακόμα δεν άρθρωσες και δίδαξες στους μάγους τη θεογνωσία.


Τι να πω και Τι να λαλήσω;
Να Βρέφος σπαργανωμένο!
Να ή Μαρία, Μητέρα και Παρθένος μαζί!
Να ό Ιωσήφ, πατέρας τάχα του Παιδιού!
Εκείνη ή γυναίκα, αυτός ό άνδρας. Νόμιμες οι ονομασίες, αλλά χωρίς περιεχόμενο.


Ο Ιωσήφ μνηστεύθηκε μόνο τη Μαρία, και το Άγιο Πνεύμα την επισκίασε. Έτσι, γεμάτος απορία, δεν ήξερε Τι να υποθέσει για το Βρέφος: Να πει πώς ήταν καρπός μοιχείας, δεν τολμούσε. Να προσφέρει λόγο βλάσφημο εναντίον της Παρθένου, δεν μπορούσε. Ούτε πάλι δεχόταν το Παιδί σαν δικό του, γιατί του ήταν άγνωστο το πώς και από ποιόν γεννήθηκε.
Άλλα να, πού, πάνω στη σύγχυση του, παίρνει απάντηση από τον ουρανό, με τη φωνή του αγγέλου: «Ιωσήφ, μη διστάσεις να πάρεις στο σπίτι σου τη Μαριάμ, γιατί το παιδί πού περιμένει προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα» (Ματθ. 1:20). Και φανέρωσε έτσι σ’ εκείνον και σ’ εμάς ότι το Άγιο Πνεύμα επισκίασε την Παρθένο.


Γιατί όμως ό Χριστός θέλησε να γεννηθεί από παρθένα, αφήνοντας αβλαβή την παρθενία της;


Να γιατί:
Κάποτε ό διάβολος εξαπάτησε την παρθένα Εύα. Τώρα ό άγγελος έφερε το λυτρωτικό μήνυμα στην Παρθένο Μαριάμ.
Κάποτε ή Εύα ξεστόμισε λόγο, πού έγινε αιτία θανάτου. Τώρα ή Μαρία γέννησε το Λόγο, πού έγινε αιτία αιώνιας ζωής.


Ο λόγος της Εύας έδειξε το δέντρο, πού έβγαλε τον Αδάμ από τον παράδεισο.
Ο Λόγος της Μαρίας έδειξε το Σταυρό, πού έβαλε τον Αδάμ πάλι στον παράδεισο.


Σ’ αυτόν λοιπόν, το Λόγο του Θεού και Υιό της Παρθένου, πού άνοιξε δρόμο μέσα σε τόπο αδιάβατο, ας αναπέμψουμε δοξολογία μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στους αιώνες των αιώνων.

Αμήν

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ.
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.