Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)


visit counter


«Ιδών δε την πίστιν αυτών είπε τω παραλυτικώ: Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου…» (Μάρκ. 2, 5)

α. Η Β΄ Κυριακή Νηστειών αποτελεί ως γνωστόν συνέχεια της προηγουμένης, της Κυριακής της Ορθοδοξίας. Η  Εκκλησία μας έθεσε, κατ’ αυτήν, ως τρόπον τινά δεύτερη Κυριακή της Ορθοδοξίας,  να εορτάζεται ο μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλός της άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος συνόψισε σύνολη την Πατερική Παράδοση την προ αυτού και φανέρωσε με δύναμη την ορθόδοξη πίστη, όταν αυτή αμφισβητήθηκε από Δυτικούς χριστιανούς, ιδίως δε τον Βαρλαάμ. Η συμβολή του αγίου Παλαμά έγκειτο κυρίως στην προβολή της αλήθειας ότι ο Θεός μας είναι ουσία και (άκτιστη) ενέργεια, απρόσιτος και προσιτός, μακριά μας και πολύ κοντινός μας, συνεπώς δημιουργεί τις συνθήκες πραγματικής και όχι φανταστικής σωτηρίας μας. Η σωτηρία μας μάλιστα σχετίστηκε με την κατεξοχήν ενέργεια του Θεού, τον ερχομό Του στον κόσμο ως ανθρώπου εν προσώπω Ιησού Χριστού, με τον οποίο απαλλάσσει τον κόσμο από την αμαρτία και τις συνέπειές της τη φθορά και τον θάνατο και τον ενώνει με τον Ίδιο. Το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα δείχνει ακριβώς το πώς ο Χριστός θεραπεύει τον άνθρωπο και ψυχικά (άφεση αμαρτιών) και σωματικά (υγεία).

β. 1. Θα πρέπει να θυμηθούμε καταρχάς ότι η αμαρτία δεν συνιστά μία απλή παράβαση ή μία παρέκκλιση από κάποιον κανόνα, δεν πρόκειται δηλαδή για κάτι δευτερεύον. Αποτελεί την επανάσταση του ανθρώπου κατά του ίδιου του Θεού: της πηγής της ζωής του, η οποία ως αποτέλεσμα φέρει τη διαστροφή του ανθρώπου, την εισαγωγή του θανάτου με όλα τα παρεπόμενα της φθοράς στη ζωή του, την ανώμαλη και παρά φύσιν πορεία του έκτοτε μέσα στον κόσμο. «Διά της αμαρτίας ο θάνατος» σημειώνει ο λόγος του Θεού. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να «παίζει» κανείς με την αμαρτία, της οποίας την τραγικότητα περιγράφει μεταξύ άλλων η ιστορία του αδελφοκτόνου Κάιν στην Παλαιά Διαθήκη: στιγματίζεται καίρια ώστε να μην ησυχάζει όπου κι αν σταθεί, και ο απόστολος Παύλος στο έβδομο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής: «ποιος θα με σώσει από τον θάνατο της αμαρτίας;»

2. Ο Χριστός λοιπόν, ο ενανθρωπήσας Θεός μας, ήλθε για να μας επαναφέρει στον δρόμο του Θεού, γινόμενος ο Ίδιος «δρόμος» και αίροντας και καθαρίζοντας την ανθρώπινη φύση και την αμαρτία του κόσμου. Είναι ο μόνος ως Θεός που μπορεί να συγχωρήσει και να διαγράψει τις αμαρτίες, γι’ αυτό και καθένας που προσεγγίζει τον Χριστό (και τότε που ήλθε και μετέπειτα έως της συντελείας του αιώνος) λαμβάνει την άφεση των αμαρτιών του, αναπαύεται και παρηγορείται πραγματικά και ουσιαστικά. «Ίνα δε ειδήτε ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει την εξουσίαν επί της γης αφιέναι αμαρτίας». Κι αυτή η άφεση προσφέρεται βεβαίως δυνάμει όλης της ζωής Του, ιδίως όμως της Σταυρικής Θυσίας Του, κάτι που συνεχίζεται αενάως μέσα στο Σώμα Του την Εκκλησία εν Πνεύματι Αγίω και δη μέσα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
 
3. Όμως, ενώ δόθηκε η συγνώμη και η άφεση και επήλθε η πλήρης αποκατάσταση (ας δούμε την παραβολή του ασώτου), δεν εισπράττεται αυτή από τον κάθε άνθρωπο, διότι πρέπει και ο ίδιος να ανταποκριθεί. Η προσφορά υπάρχει, η αποδοχή χωλαίνει. Κι η ανταπόκριση του ανθρώπου είναι η πίστη του. Η πίστη αποτελεί στην ουσία το άνοιγμα της καρδιάς στον Θεό – ανταπόκριση στου Θεού το άνοιγμα -, η συγκατάθεση του ανθρώπου προκειμένου να δεχθεί τις δωρεές της αφέσεως. Χωρίς την πίστη αυτή η χάρη του Θεού παραμένει ανενέργητη.
 
4. Στο σημερινό Ευαγγέλιο όμως τονίζεται και κάτι άλλο πέραν της πίστεως του ανθρώπου: η δύναμη της κοινής πίστεως. «Ιδών την πίστιν αυτών» σημειώνει ο Ευαγγελιστής για τον Κύριο, είδε την πίστη και του παραλυτικού αλλά και των φίλων του. Και πρέπει εδώ να εννοήσουμε τη δύναμη της Εκκλησίας. Όχι μόνο η ατομική θα λέγαμε πίστη, αλλ’ η κοινή, η εκκλησιαστική, είναι ό,τι κατεξοχήν επισύρει την ενέργεια της χάρης του Θεού. Κι αυτό θα πει: ένα πρόβλημα, όσο μεγάλο κι αν είναι, μπορεί να ξεπεραστεί με την πίστη βεβαίως του ανθρώπου στον Χριστό, κυρίως όμως όταν γίνει από ατομικό κοινό πρόβλημα, όταν λειτουργήσει η εκκλησιαστική συνείδηση.
Ας θυμηθούμε: - οι απόστολοι καλούσαν τους Χριστιανούς να προσεύχονται στην Εκκλησία για τα προβλήματά τους, κοινά ή ατομικά.
- Ο απόστολος Πέτρος όταν συνελήφθη για τη δράση του και φυλακίστηκε, απελευθερώθηκε μετά από σεισμό μάλιστα, γιατί γινόταν εκτενής δέηση προς τον Θεό υπέρ αυτού από το εκκλησιαστικό σώμα.
  – Ο απόστολος Ιάκωβος γράφει για την προσευχή της Εκκλησίας σε αρρώστους, μιλώντας για το ευχέλαιο, προσευχή που μπορεί να σώσει από την αρρώστια. «Και η ευχή της πίστεως (της Εκκλησίας δηλαδή) σώσει τον κάμνοντα (τον άρρωστο)».      
– Η προτροπή των αποστόλων να προσεύχεται ο ένας για τον άλλον, προκειμένου να γιατρευόμαστε και ψυχικά και σωματικά. «Εύχεσθε υπέρ αλλήλων, όπως ιαθήτε».

γ. Το μεγαλύτερο πρόβλημα του ανθρώπου δεν είναι το οικονομικό του πρόβλημα ούτε ακόμη και το όποιο πρόβλημα υγείας μπορεί να έχει. Το μεγαλύτερο πρόβλημα γιατί έχει αιώνιο αντίκτυπο είναι η αμαρτία, όταν βεβαίως ο άνθρωπος δεν μετανοεί. Η διέξοδος είναι μονόδρομος: η στροφή εν μετανοία στον Χριστό, η ένταξη στον εκκλησιαστικό ρυθμό ζωής που είναι ρυθμός μετανοίας. Σ’ αυτόν τον ρυθμό που στρέφει τον άνθρωπο εν προσευχή στον Κύριο και εν αγάπη στον συνάνθρωπο βρίσκεται και η μεγαλύτερη δύναμη, γιατί ενεργοποιεί την παντοδύναμη χάρη του Θεού. Είναι πολύ ωραίο αυτό που κάνουν ήδη πολλοί εν Χριστώ αδελφοί: όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα κινητοποιούν και άλλους. Το λένε στους ιερείς, στα μοναστήρια, σε άλλους πιστούς. Προκαλούμε με τον τρόπο αυτόν πιο έντονα τον Χριστό για να εκφράσει τη δεδομένη έτσι κι αλλιώς απέναντί μας αγάπη Του. Αυτό δεν κάνουμε άλλωστε και με τους αγίους μας, ιδίως με την Παναγία μας; Τους παρακαλούμε να μεσιτεύσουν για εμάς στον Κύριο. Το παράδειγμα του παραλύτου σήμερα που η πίστη του αλλά και η πίστη των φίλων του έφεραν το ποθούμενο γι’ αυτόν αποτελεί σήμα καθοδηγητικό.
πηγη.ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών


visit counter


Ποια είναι η διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών


Ποια είναι η διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών
Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου

Νομίζω την βασική διαφορά μπορούμε να την κατανοήσωμε, αν πάρωμε για παράδειγμα την Ιατρική επιστήμη. Εκεί έχομε τους γιατρούς που ανήκουν στον Ιατρικό Σύλλογο. Αν δεν είναι κάποιος γιατρός μέλος του Ιατρικού Συλλόγου, δεν μπορεί να εξασκήση το επάγγελμα του γιατρού. Για να είναι ένας γιατρός νόμιμος, πρέπει όχι μόνο να είναι απόφοιτος μιας ανεγνωρισμένης Ιατρικής Σχολής, αλλά και μέλος του Ιατρικού Συλλόγου. Τα ίδια ισχύουν και για τους δικηγόρους. Στις επιστήμες αυτές υπάρχει μία συνεχής δοκιμασία· διότι, αν παρεκτραπή κάποιος, ως προς την ορθή εξάσκηση του επαγγέλματός του, τότε δικάζεται από το αρμόδιο όργανο του επαγγελματικού Συλλόγου στον οποίο ανήκει και αποβάλλεται του επαγγελματικού Σώματος.
Το ίδιο όμως συμβαίνει και στην Εκκλησία. Η αντίστοιχη διαδικασία μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας, η αποβολή δηλαδή ή αποκοπή κάποιου μέλους Της, ονομάζεται αφορισμός· προκειμένου δε περί εκκλησιαστικού αξιώματος, καθαίρεσις. Έτσι οι αιρετικοί αφορίζονται από το Σώμα της Εκκλησίας. Όπως στον ιατρικό χώρο σε έναν κομπογιαννίτη (ψευτογιατρό) δεν είναι δυνατόν να του επιτραπή να θεραπεύη, έτσι και στην Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να επιτραπή σε έναν αιρετικό να θεραπεύη τις ψυχές των ανθρώπων. Διότι, επειδή είναι αιρετικός δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να θεραπεύη. Οπότε, όπως δεν είναι δυνατόν να γίνη ποτέ ένωση μεταξύ κάποιου Συλλόγου κομπογιαννιτών γιατρών και του Ιατρικού Συλλόγου, έτσι δεν είναι ποτέ δυνατόν να γίνη ένωσις μεταξύ των Ορθοδόξων και των αιρετικών. Ένας πραγματικός γιατρός δεν είναι εκείνος που απλώς διαβάζει πολλά ιατρικά βιβλία, αλλά εκείνος που έχει μεν αποφοιτήσει από την Ιατρική Σχολή ενός Πανεπιστημίου, συγχρόνως όμως έχει μαθητεύσει για ένα σημαντικό διάστημα κοντά σε έναν πεπειραμένο καθηγητή αποδεδειγμένης ικανότητος να θεραπεύη αρρώστους.

Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Καθηγητού Πανεπιστημίου από το βιβλίο «Πατερική Θεολογία»

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΥΠΟ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΛΑΥΡΙΩΤΟΥ


visit counter




Συ­να­ξά­ρι­α εἰς τὰς ἐ­πι­σή­μους ἡ­μέ­ρας τοῦ Τρι­ω­δί­ου. Συν­­τε­θέν­τα μὲν ἀ­ρί­στως ὑπὸ τοῦ Σο­φω­τά­του κυ­ρί­ου Νι­κη­φό­ρου τοῦ Ξαν­θο­πού­λου· συν­τμη­θέν­τα δὲ νῦν λί­αν συ­νε­πτυγ­μέ­νως πα­ρά­τι­νος πά­νυ ἀ­μα­θοῦς ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου Λαυ­ρι­ώ­του.

Ἐκδίδονται ἀπό τόν κώδ. Σκήτης Καυσοκαλυβίων 107, φφ. 39α-39β

Τῇ Κυριακῇ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ συ­νέ­τυ­χε καὶ ἡ πρώ­τη Κυ­ρι­α­κὴ τῶν
παν­σέ­πτων νη­στει­ῶν, ἐν ᾗ φαι­δρῶς ἑ­ορ­τά­ζο­μεν
τὴν ἀ­να­στή­λω­σιν τῶν θεί­ων καὶ ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων.
Στίχοι: Τὰς οὐ πρεπόντως ἐξορίστους εἰκόνας,
χαίρω πρεπόντως προσκυνουμένας βλέπων.


Τῇ πρώ­τῃ Κυ­ρι­α­κῇ τῶν νη­στει­ῶν, τὴν ὀρ­θο­δο­ξί­αν καὶ τὴν ἀ­να­στή­λω­σιν τῶν ἁ­γί­ων καὶ σε­πτῶν εἰ­κό­νων, ἅ­πα­σα ἡ εὐ­σε­βε­στά­τη τοῦ Χρι­στοῦ ἐκ­κλη­σί­α ἑ­ορ­τά­ζειν πα­ρέ­λα­βε, γε­νο­μέ­νην πα­ρὰ τῆς ἁ­γί­ας καὶ μα­κα­ρί­ας Θε­ο­δώ­ρας βα­σι­λίσ­σης, καὶ τοῦ ἁ­γί­ου Με­θο­δί­ου πα­τρι­άρ­χου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Καὶ γὰρ κα­κῶς τε­λευ­τή­σαν­τος τοῦ δυ­σε­βοῦς ἐ­κεί­νου βα­σι­λέ­ως Θε­ο­φί­λου, ἡ τού­του σύ­ζυ­γος βα­σί­λισ­σα Θε­ο­δώ­ρα, εὐ­θὺς νό­μῳ συ­νο­δι­κῷ καὶ ψή­φῳ παν­τὸς τοῦ κλή­ρου, τὸν ἱ­ε­ρὸν ἐ­κεῖ­νον καὶ ἅ­γι­ον Με­θό­δι­ον, κα­νο­νι­κὸν Πα­τρι­άρ­χην τί­θη­σι. Ἔ­πει­τα συ­να­γα­γόν­τες οὗ­τοι οἱ δύ­ο, ἡ βα­σί­λισ­σα καὶ ὁ πα­τρι­άρ­χης τὸν λα­ὸν ἅ­παν­τα, καὶ τὸν κλῆ­ρον ὁ­μοῦ, ἐν τῇ τοῦ Θε­οῦ Λό­γου με­γά­λῃ ἐκ­κλη­σί­ᾳ πα­ρα­γί­νον­ται, καὶ κοι­νὴν οἱ πάν­τες δέ­η­σιν ποι­οῦν­ται ὑπὲρ τοῦ Θε­ο­φί­λου βα­σι­λέ­ως ἐν ὅ­λῃ τῇ πρώ­τῃ ἑ­βδο­μά­δι τῶν νη­στει­ῶν. Τό­τε ἡ βα­σί­λισ­σα Θε­ο­δώ­ρα βλέ­πει ἐν ὀ­νεί­ρῳ εἰς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς // ὅ­τι εὑ­ρέ­θη εἰς τὸν στύ­λον τοῦ Φό­ρου, καὶ ἔ­βλε­πεν με­ρι­κοὺς ἀ­περ­χο­μέ­νους με­τὰ πολ­λοῦ θο­ρύ­βου βα­στά­ζον­τες δι­ά­φο­ρα ὄρ­γα­να καὶ ἐρ­γα­λεῖ­α κο­λα­στι­κά, καὶ ἐν τῷ μέ­σῳ αὐ­τῶν δέ­σμι­ον εἶ­χον καὶ πε­ρι­ηγ­κω­νι­σμέ­νον αὐ­τὸν τὸν Θε­ό­φι­λον. Καὶ ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σαν εἰς τὴν Χαλ­κὴν πύ­λην, εἶ­δεν ἕ­να ἄν­δρα θαυ­μά­σι­ον κα­θή­με­νον ἔμ­προ­σθεν τῆς εἰ­κό­νος τοῦ δε­σπό­του Χρι­στοῦ. Τού­του προ­σέ­πε­σεν εἰς τοὺς πό­δας ἡ βα­σί­λισ­σα καὶ ἐ­πα­ρα­κά­λει αὐ­τὸν διὰ τὸν Θε­ό­φι­λον. Ὁ δὲ θαυ­μά­σι­ος ἐ­κεῖ­νος λέ­γει αὐ­τῇ, «Με­γά­λη σου ἡ πί­στις γύ­ναι. Γί­νω­σκε λοι­πὸν ὅ­τι διὰ τὰ δά­κρυ­ὰ σου καὶ διὰ τὴν πί­στιν σου καὶ διὰ τὴν δέ­η­σιν τῶν ἱ­ε­ρέ­ων μου, ἰ­δοῦ συγ­χω­ρῶ τὸν Θε­ό­φι­λον». Καὶ ταῦ­τα ἡ βα­σί­λισ­σα Θε­ο­δώ­ρα ἔ­βλε­πεν ἐν ὀ­νεί­ροις. Ὁ δὲ Πα­τρι­άρ­χης Με­θό­δι­ος γρά­ψας ἐν χάρ­τῃ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν βα­σι­λέ­ων καὶ αὐ­τοῦ τοῦ Θε­ο­φί­λου, τὰ ἔ­βα­λεν ὑ­πο­κά­τω τῆς ἁ­γί­ας τρα­πέ­ζης. Εἰς δὲ τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς, καὶ αὐ­τὸς ὁ­ρᾶ προ­σευ­χό­με­νος καὶ βλέ­πει ἄγ­γε­λον φο­βε­ρὸν λέ­γον­τα αὐ­τῷ, «Εἰ­ση­κού­σθη ἡ δέ­η­σίς σου ἐ­πί­σκο­πε. Ὁ βα­σι­λεὺς Θε­ό­φι­λος ἐ­συγ­χω­ρή­θη. Ὅ­μως ἄλ­λην φο­ρὰν διὰ τοι­αῦ­τα μὴ πει­ρά­ζε­τε τὸν Θε­όν». Ἀ­κού­σας ταῦ­τα ὁ θεῖ­ος Με­θό­δι­ος, λα­βὼν τὸν χάρ­την ἐν ᾧ 
ἔ­γρα­ψε τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν βα­σι­λέ­ων, βλέ­πει καὶ παν­τε­λῶς δὲν ἦ­τον γε­γραμ­μέ­νον τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­ο­φί­λου, ἐ­πει­δὴ εὐ­θὺς καὶ τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ ἐξα­λεί­φθη ἀπὸ τῆς στά­σε­ως τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν. Τό­τε θαυ­μά­σαν­τες ἅ­παν­τες τὴν φι­λαν­θρω­πί­αν τοῦ Θε­οῦ, ἐ­ποί­η­σαν λι­τα­νεί­αν με­τὰ τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων καὶ με­τὰ τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, προ­πο­ρευ­ο­μέ­νης τῆς βα­σι­λίσ­σης με­τὰ τοῦ υἱ­οῦ αὐ­τῆς Μι­χα­ήλ, [καί] τοὺς μὲν εἰ­κο­νο­μά­χους ἅ­παν­τες ἀ­να­θε­μά­τι­σαν, τοὺς δὲ εὐ­σε­βεῖς εὐ­φή­μη­σαν. Καὶ τό­τε ὥ­ρι­σαν οὖ­τοι οἱ ἅ­γι­οι Πα­τέ­ρες, ἵ­να καθ΄ ἕ­κα­στον ἐ­νι­αυ­τὸν τὴν τοι­αύ­την πα­νή­γυ­ριν ποι­ῶ­σιν οἱ εὐ­σε­βεῖς, δο­ξά­ζον­τες καὶ ὑ­μνοῦν­τες τὸν Θε­ὸν εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας. Ἀμήν.

Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:
«Ὁ ἁ­γι­ο­ρεί­της λό­γι­ος Κύ­ριλ­λος Λαυ­ρι­ώ­της καὶ τὰ ἀ­νέκ­δο­τα Συ­να­ξά­ρι­α τοῦ Τρι­ω­δί­ου καὶ τοῦ Πεν­τη­κο­στα­ρί­ου. Συμ­βο­λὴ στὴ με­λέ­τη τοῦ ἔρ­γου του», πού δημοσιεύτηκε στό περιοδικόΓρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς 844 (2012) 27-72.
ΠΗΓΗ.ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς - ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


visit counter

(Ἀποσπάσματα)

Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

      Σήμερα, ἀδελφοί καί ἀδελφές, εἶναι ἡ ἁγία Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, μία ἀπό τίς πενήντα δύο Κυριακές τοῦ ἔτους πού ὀνομάζεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.
     Μεγάλη καί ἁγία Κυριακή. Κυριακή, κατά τήν ὁποία ἑορτάζεται ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψεύδους, ἐναντίον κάθε ἀναλήθειας, ἐναντίον κάθε αἱρέσεως, ἐναντίον κάθε ψευδοθεοῦ· νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψευδοῦς διδασκαλίας, ἐναντίον κάθε ψευδοῦς φιλοσοφίας, ἐπιστήμης, πολιτισμοῦ, εἰκόνος. Ἁγία νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί αὐτό σημαίνει ἁγία νίκη τῆς Παναληθείας.
      Ποιός ὅμως εἶναι ἡ Παναλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Ποιός εἶναι ἡ Ἀλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Αὐτός πού εἶπε γιά τόν ἑαυτό Του: Ἐγώ εἰμί ἡ ἀλήθεια! Ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
      Ὁ Θεός ἐν σαρκί. Νά, αὐτή εἶναι ἡ Ἀλήθεια στόν γήινο κόσμο μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια γιά τόν ἄνθρωπο. «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἔλαβε σῶμα, ὥστε μέ τό σῶμα μας νά εἰπῇ σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τί εἶναι ἀλήθεια, πῶς ζῆ κανείς ἐν ἀληθείᾳ, πῶς πεθαίνει γι’ αὐτήν, καί πῶς δι’ αὐτῆς ζῆ αἰωνίως. Ὁ Χριστός συνεκέντρωσε ὅλες τίς ἀλήθειες καί μᾶς ἔδωσε τήν Παναλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. [σελ. 81-82]
Ὅταν ὁ Θεός κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, Αὐτός ἔγινε ὁρατός γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός ἔγινε ὁρατός. Καί ἐμεῖς βλέποντάς Τον, στήν πραγματικότητα βλέπουμε τόν Ζῶντα Θεό. Αὐτός εἶναι ἡ ζῶσα Εἰκών τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.
      Διαφυλάσσοντας τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διεφύλαξε τόν ἄνθρωπο, διεφύλαξε τόν Χριστό ὡς ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά βρῆ σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τήν θεία Εἰκόνα, τήν ζῶσα θεία Εἰκόνα, τήν ὁποία ἐμεῖς ἀμαυρώσαμε μέ τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, τήν παραμορφώσαμε, τήν καταξέσαμε ὅλη μέ τήν ἁμαρτωλή ζωή μας.
      Ὅπως λέγεται στούς θαυμάσιους ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, ὁ Κύριος κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος, «ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ Εἰκόνα», νά ἀνακαινίσῃ τήν Ἰδική Του Εἰκόνα στόν ἄνθρωπο· «φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι», πού ἐφθάρη δηλαδή μέ τά ἐλαττώματά μας καί μέ τίς ἁμαρτίες μας, καί ὁ ἄνθρωπος ἔγινε μία παραμορφωμένη, μία δύσμορφη, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ Θεός, κατεβαίνοντας σέ αὐτόν τόν κόσμο σάν καθαρή, ὁλοκάθαρη Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς Θεός, ἔδειξε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τί εἶναι ὁ τέλειος ἄνθρωπος, πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο. [σελ. 83]
      Πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο;
Ἐμεῖς σέ αὐτόν τόν κόσμο πραγματικά πολεμᾶμε, συνέχεια πολεμᾶμε γι’ αὐτήν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας.
       Ποιός μᾶς τήν κλέβει;
Ὅλοι οἱ εἰκονομάχοι.
      Πρῶτος εἰκονομάχος εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία δέν θέλει τόν Θεό. Δέν θέλει τόν Θεό οὔτε μέσα στόν ἄνθρωπο, οὔτε μέσα στόν κόσμο γύρω ἀπό τόν ἄνθρωπο. Καί διά τῆς ἁμαρτίας κατεξοχήν εἰκονομάχος εἶναι ὁ Σατανᾶς καί οἱ ἄγγελοί του, οἱ ἀπαίσιοι δαίμονες. Ἐκεῖνοι εἶναι πού κλέβουν τήν ψυχή μας, πού σωρεύουν ἁμαρτίες στήν ψυχή μας καί κατακαλύπτουν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα μας. Μέ τό μαῦρο κατράμι τῆς ἁμαρτίας ἀλοίφουν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας. Καί ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ζῆ ἀμετανόητος μέσα στήν ἁμαρτία, ὅταν δέν πολεμᾶ κατά τῶν ἁμαρτιῶν του, ὅταν μένει σέ αὐτές, ὅταν δέν τίς ἐξομολογῆται, τί ἀπομένει ἀπό τήν ψυχή του; Ἀπομένει ἡ θεία Εἰκόνα πασαλειμένη μέ τό μαῦρο πῦον τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθῶν, τοῦ θανάτου. Φρικτό θέαμα, φοβερή ντροπή!
      Τί σημαίνει λοιπόν νά εἶσαι Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ;
Σημαίνει, ἀδελφοί, τό ἑξῆς:
      Ἐμεῖς ἔχουμε νοῦ, ἀλλά ὁ νοῦς μας εἶναι εἰκόνα τοῦ νοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα μας.
    Ἐμεῖς ἔχουμε θέλησι, ἀλλά ἡ θέλησις εἶναι εἰκόνα τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ μέσα μας.
    Ἐμεῖς ἔχουμε αἴσθησι, ἔχουμε καρδιά, ἀλλά αὐτά εἶναι εἰκόνα θείων αἰσθήσεων μέσα μας.
     Ἐμεῖς ζοῦμε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ.
      Ἐμεῖς  εἴμαστε  ὡσάν  εἰκόνες  τοῦ  Θεοῦ  ἀθάνατες,  ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ἀθανασίας τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε θεοειδεῖς, γιά νά ζοῦμε μέσα σέ αὐτόν τόν κόσμο δι’ Αὐτοῦ, γιά νά σκέπτεται πάντοτε ὁ νοῦς μας: πρόσεχε ἀπό Ποιόν εἶσαι, εἶσαι ἀπό τόν Θεό, νά κάνῃς καθαρές σκέψεις, σκέψεις θεϊκές.
    Τότε τό θέλημά μας εἶναι τέλειο καί ὑγιές, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρός τό πρωτότυπό του. Ἡ αἴσθησίς μας τότε εἶναι καθαρή, ὑγιής, θεϊκή, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τήν αἴσθησι τοῦ Θεοῦ.[σελ. 87]
     Ἄς μᾶς καθαρίσῃ Αὐτός ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἀπό κάθε πάθος, ἀπό κάθε θάνατο. Ἄς μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό κάθε διάβολο, γιά νά μποροῦμε νά εἴμαστε πραγματικά ζῶσες εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, γιά νά μπορῇ ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι ἐπί τῆς γῆς ἕνα θεῖο μεγαλεῖο.
      Ἄνθρωπε! Ἀδελφέ! Ποτέ μήν ξεχνᾶς ὅτι εἶσαι μικρός Θεός μέσα στήν λάσπη! Μέσα στήν λάσπη τοῦ σώματός σου ἐσύ ἔχεις τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Πρόσεχε πῶς ζῆς. Πρόσεχε τί κάνεις μέ τήν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μέσα σου. Πρόσεχε, –ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! Διότι ἡ ζωή μας ξεκινᾶ ἀπό τήν γῆ καί καταλήγει στό πάμφωτο πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά νά δώσουμε ἐκεῖ ἀπολογία τί κάναμε μέ τήν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὅσο ἤμασταν σέ αὐτόν τόν κόσμο.
     Εὔχομαι ὁ Ἀγαθός Κύριος νά χαρίσῃ στήν καρδιά τοῦ καθενός μας ὅλα τά οὐράνια δῶρα, ὅλες τίς εὐαγγελικές ἀρετές: τήν πίστι καί τήν ἀγάπη καί τήν ἐλπίδα καί τήν προσευχή καί τήν νηστεία καί τήν ὑπομονή καί τήν πραότητα καί τήν ταπείνωσι, ὥστε νά μπορέσουμε νά ἀντέξουμε ὅλο αὐτόν τό φοβερό ἐπίγειο ἀγῶνα, νά διαφυλάξουμε στήν ψυχή μας τήν θεία μορφή καί νά μετατεθοῦμε ἀπό τόν κόσμο αὐτό πρός τόν Ἀναστάντα Κύριο σέ ἐκεῖνο τόν κόσμο.
     Ἀλλά μέχρι τότε ἡ ἁγία νηστεία ἄς μᾶς ὁδηγῇ πρός τό Ἅγιον Πάσχα, τήν Ἁγία Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, γιά νά προσκυνήσουμε, ὅσο εἴμαστε ἀκόμη μέ τό σῶμα μας, Αὐτόν, τόν Ἀναστάντα Κύριο, τόν Νικητή τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου καί τοῦ διαβόλου, Αὐτόν πού ἐξασφάλισε τήν Αἰώνιο Ζωή γιά τό σῶμα μας καί γιά τήν ψυχή μας.


    Σέ Αὐτόν, μόνο σέ Αὐτόν, ἀποκλειστικά σέ Αὐτόν, ἀνήκει αἰώνιος δόξα καί τιμή, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Εγκύκλιος Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ για την Κυριακή της Ορθοδοξίας 2015


visit counter

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΦΑΛΗΡΟΥ, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ ΕΠΙ ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 2015
Τέκνα μου ἀγαπητά καί περιπόθητα,
Ὄντως «ἡμέρα χαρμόσυνος καί εὐφροσύνης ἀνάπλεως» ἀνέτειλε σήμερα, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ χαρά ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων συνίσταται στό γεγονός ὅτι σήμερα ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας ἀπέφυγε τόν κίνδυνο τοῦ ἐξανατολισμοῦ, δηλ. τῶν αἱρέσεων ἀπό τήν Ἀνατολή, ἀπό ἰουδαϊκές καί ἰσλαμικές ἐπιρροές. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας εἶχε τίς ρίζες της στόν Ἰσλαμισμό καί τόν Ἰουδαϊσμό, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀνεικονικές θρησκεῖες, δέν ἔχουν εἰκόνες. Οἱ εἰκονομάχοι προσπάθησαν νά περάσουν τό μένος τους ἐναντίον τῶν ἁγίων εἰκόνων μέσα στήν πίστη μας, τήν ἁγία Ὀρθοδοξία. Ὅμως, οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ἀγωνιζόμενοι ἐναντίον τῶν χριστιανοκατηγόρων εἰκονομάχων, τό ἀπέτρεψαν αὐτό καί ἔτσι ἀποφεύχθηκε ὁ ἐξανατολισμός τῆς Ὀρθοδοξίας, δηλ. τό νά μᾶς παρασύρει ἡ Ἀνατολή, οἱ Μουσουλμάνοι καί οἱ Ἑβραῖοι.
Ἡ χαρά ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων δικαιολογεῖται, ἐπίσης, καί ἀπό τό γεγονός ὅτι σήμερα ἐπιβεβαιώνεται τό γεγονός ὅτι τό ψεῦδος δέν ἐπεκράτησε καί δέν πρόκειται νά κυριαρχήσει ὁριστικά ἐπί τῆς ἀληθείας τῶν δογμάτων τῆς πίστεως, ἔστω καί ἄν ταλαιπώρησε καί ταλαιπωρεῖ ἀκόμη τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐπί μακρό χρονικό διάστημα, ὅπως συνέβη παλαιά, τόν 8ο καί 9ο αἰώ., μέ τήν αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, καί ὅπως συμβαίνει καί σήμερα, τόν 20ο καί 21ο αἰώ., μέ τήν παναίρεση τοῦ συγκρητιστικοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαχριστιανικοῦ οἰκουμενισμοῦ. Ἡ φαιδρότης τῶν ἀληθεστάτων δογμάτων τῆς πίστεως πάντοτε φανερώνεται, μέ συνέπεια ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ νά ἀστράπτει καί νά λάμπει μέσα στό φῶς τῆς Ἀληθείας.
Ὁ σκοπός τῆς καθιερώσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τούς τότε ὁμολογητές ἐπισκόπους καί μοναχούς, ὅπως μᾶς λέει τό Συναξάρι τῆς ἑορτῆς[1], ἦταν τό νά ἀνακηρυχθοῦν ὀνομαστικά καί νά ἐπαινεθοῦν οἱ εὐσεβεῖς καί ὀρθόδοξοι, ἐνῶ ἀντιθέτως οἱ ἀσεβεῖς καί κακόδοξοι νά κατακριθοῦν καί νά ἀναθεματιστοῦν ὀνομαστικά, ὄχι βεβαίως ἀπό κακία, ἐμπάθεια καί μίσος ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, ἀλλά ἀπό παιδαγωγική καί ποιμαντική φροντίδα καί ἀγάπη, ὥστε οἱ μέν αἱρετικοί, ἐλεγχόμενοι, νά μετανοήσουν καί νά ἀποκηρύξουν τήν πλάνη τους, νά προφυλαχθοῦν δέ κυρίως οἱ ὑπόλοιποι πιστοί ἀπό τό νά ἀκολουθήσουν τήν πλάνη. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας εἶχαν πραγματική καί εἰλικρινή ἀγάπη, καί ὄχι τήν ψευδοειρήνη καί τήν ψευδοαγάπη τῶν οἰκουμενιστῶν, πού ἐνοχλοῦνται ἀπό τά ἀναθέματα καί παρουσιάζονται ἔτσι δῆθεν «καλύτεροι» ἀπό τους Ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς Ἁγίους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἀπό ἀγάπη ἐλέγχουν καί παιδαγωγοῦν[2].
Αὐτήν τήν ἀνακήρυξη καί τόν ἔπαινο τῶν εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων ἀπό τή μιά, καί τήν κατάκριση μαζί μέ τόν ἀναθεματισμό τῶν ἀσεβῶν, τῶν κακοδόξων καί τῶν αἱρετικῶν ἀπό τήν ἄλλη, τόν βλέπουμε πολύ παραστατικά στό ἐξαίσιο κείμενο ὁμολογίας τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, πού λέγεται «Συνοδικόν τῆς Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Ζ΄ Συνόδου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας», ἀποσπάσματα τοῦ ὁποίου διαβάζονται κατά τή διάρκεια τῆς λιτανεύσεως τῶν ἁγίων καί ἱερῶν εἰκόνων, σήμερα, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.  
Τί εἶναι, ὅμως, τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας;
Λέγοντας Συνοδικό[3] ἐννοοῦμε τήν ἀπόφαση μιᾶς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί κυρίως Οἰκουμενικῆς Συνόδου, στήν ὁποία περιλαμβάνονται, ἐκτός ἀπό τούς κανόνες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, καί οἱ θεολογικές ἀλήθειες, πού καθορίζουν τά ὅρια τῆς πίστεως, τά δόγματα δηλ. τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, καί καταδικάζουν τίς αἱρέσεις, τόσο ὡς πρός τή στρεβλή διδασκαλία τους, ὅσο καί ὡς πρός τά ὀνόματα τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι συνταράσσουν τήν Ἐκκλησία μέ τήν παρανόηση καί διαστρέβλωση τοῦ περιεχομένου τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, ἀλλά καί γενικότερα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
Τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας περιέχεται στό λειτουργικό βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ὀνομάζεται Τριώδιο[4]. Στό κυριότερο μέρος του περιλαμβάνει τίς ἀποφάσεις τῆς ἐνδημούσης ἐν Κων/λει Συνόδου τοῦ 843, ἡ ὁποία ἀναστήλωσε τίς ἱερές εἰκόνες καί στηρίχθηκε στήν Ζ΄ ἐν Νικαία Οἰκουμενική Σύνοδο τοῦ 787. Περιέχει, ἐπίσης, καί ἀποφάσεις τῶν τοπικῶν Συνόδων, μετά τήν Σύνοδο τοῦ 843, κατά πασῶν ἐν γένει τῶν αἱρέσεων, ἀλλά ἰδιαίτερα κατά τῆς εἰκονομαχίας[5].
Πιθανός συντάκτης τῆς ἀρχικῆς μορφῆς του εἶναι ὁ Πατριάρχης Μεθόδιος. Πρώτη φορά ἀναγνώσθηκε κατά τήν παννυχίδα καί τήν ὁριστική ἀναστήλωση,  τιμητική προσκύνηση καί λιτάνευση τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἀπό τήν αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, γεγονός πού συνέπεσε τότε μέ τήν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν (11-3-843), ἡ ὁποία γι’αὐτό ὀνομάσθηκε Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας[6].
Οἱ μετέπειτα συμπληρώσεις καί προσθήκες στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας ἔχουν γίνει σέ διάφορα στάδια τῆς ἱστορίας, σύμφωνα μέ τήν πορεία τοῦ ἀγώνα τῆς Ἐκκλησίας κατά τῶν αἱρέσεων, οἱ ὁποῖες παρουσιάστηκαν μετά τήν εἰκονομαχία μέχρι καί τό κίνημα τοῦ Ἡσυχασμοῦ στά τέλη τοῦ 14ου αἰώ.
Στό Προοίμιο τοῦ Συνοδικοῦ γίνεται λόγος γιά χειμώνα, ὁ ὁποῖος ἐνέσκηψε στήν Ἐκκλησία, μέ τόν ὁποῖο ἐννοεῖται σαφῶς ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, ἡ ὁποία ἀναφέρεται καί ὡς «κάκωσις». Ἐπιπλέον, ἀναφέρονται τά ὀνόματα μεγάλων Πατριαρχῶν, οἱ ὁποῖοι στάθηκαν πρόμαχοι τῆς ἀληθείας καί στή συνέχεια διακηρύττεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας ἡ ἁγιότητά τους : «Γερμανοῦ, Ταρασίου, Νικηφόρου, Μεθοδίου…, Ἰγνατίου, Φωτίου, Στεφάνου, Ἀντωνίου καί Νικολάου». Παράλληλα, ἀναφέρονται καί ὀνόματα ἄλλων ἀρχιερέων, ἱερομονάχων καί μοναχῶν, ὅπως τῶν ὁσίων Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου καί Συμεών τοῦ Στυλίτου, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίσθηκαν ὅλοι μαζί καί ἀναδείχθηκαν ὁμολογητές τῆς Πίστεως, συντελώντας στό νά συγληθεῖ ἡ Ζ΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος ἀπό τήν αὐτοκράτειρα Εἰρήνη, ἡ ὁποία μνημονεύεται στό τέλος τοῦ Συνοδικοῦ μαζί μέ ὅλους τούς ὀρθοδόξους Βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑπερμάχησαν για τήν τιμή τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ὅπου παρέχεται μάλιστα ἡ πληροφορία ὅτι ἔλαβε καί τό μοναχικό σχῆμα.
Ἰδιαιτέρως μνημονεύονται στό Συνοδικό οἱ βασιλεῖς ἐκεῖνοι, ὅπως καί οἱ Ἐπίσκοποι, πού συνετέλεσαν στήν ἀποκάλυψη τῆς ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, ἀλλά καί κατά τήν περίοδο τῶν λεγομένων Ἡσυχαστικῶν ἐρίδων, μεταξύ τῶν ὁποίων πρωτεύουσα θέση κατέχει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Θεσ/κης, ὁ θεατής τοῦ ἀκτίστου Φωτός καί κήρυξ τῆς ἀκτίστου Θείας Χάριτος.
Στό Συνοδικό περιέχονται καί ὀνόματα διαφόρων αἱρεσιαρχῶν, πού εἶχαν προηγηθεῖ τῆς εἰκονομαχίας, καί ὅλων τῶν ἄλλων μεταγενεστέρων αἱρέσεων : «Ἀρείω τῶ πρώτω θεομάχω καί ἀρχηγῶ τῶν αἱρέσεων…, Νεστορίω τῶ θεηλάτω…, Διοσκόρω Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας καί Σεβήρω τῶ δυσσεβεῖ…, ὅλοις τοῖς Εὐτυχιανισταῖς καί Μονοθελίταις καί Ἰακωβίταις καί Ἀρτζιβουρίταις καί ἁπλῶς πάσιν αἱρετικοῖς, Ἀνάθεμα».
Αὐτή ἡ ἀναφορά ὅλων τῶν ἀνωτέρω ὀνομάτων, ὅπως καί τῶν αἱρέσων, πού φαινομενικά δέν ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τήν εἰκονομαχία, δέν γίνεται τυχαῖα. Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἀντιμετωπίζεται συνολικά καί ὄχι ἀποσπασματικά. Κάθε νέα αἵρεση ἀποτελεῖ στήν πραγματικότητα μία διαφορετική ἔκφραση καί ἔκφανση τῆς μιᾶς καί μοναδικῆς αἱρέσεως καί λανθασμένης διδασκαλίας, δηλ. τῆς μή ὀρθῆς κατανοήσεως τοῦ γεγονότος τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μᾶς πείθει ὅτι ὅλες οἱ αἱρέσεις ἔχουν ὡς ἀρχή τους τήν αἵρεση τῆς ἀρνήσεως τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ καί ἀποτελοῦν συνέπειά της. Γι’αυτό τό Συνοδικό ὁριοθετεῖ μέ σαφήνεια τήν Ἀλήθεια ἀπό τό ψεῦδος, τήν Πίστη ἀπό τήν ἀπιστία καί τήν Θεολογία ἀπό τήν ἀνθρώπινη φιλοσοφία.
Ὡς πρός τήν θεολογία τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τό Συνοδικό διακηρύσσει  ὅτι ἡ τιμή τους ἀποτελεῖ συνέχεια καί συνέπεια τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τιμή στό ἴδιο τό γεγονός τῆς ἐνσαρκώσεως. Ἀντίθετα, ἡ ἄρνηση τιμῆς στίς ἱερές εἰκόνες συνεπάγεται στήν πραγματικότητα ἄρνηση τῆς σωτηρίας.
Τό Συνοδικό, ὅμως, ἐνῶ ἀφορμᾶται ἀπό τήν ὑπεράσπιση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, προχωρᾶ καί στήν ἐπαναδιατύπωση τῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας περί τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, περί τῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων στόν Χριστό, περί τῆς Θείας Εὐχαριστίας, περί τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, περί τῆς Θείας Λατρείας γενικότερα καί περί τῆς Ἀναστάσεως, τά ὁποία προσπάθησαν νά στρεβλώσουν οἱ διάφοροι αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι καί κατονομάζονται.
Τέλος, διατυπώνει μέ σαφήνεια στά «κατά Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου κεφάλαια» τήν θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας περί τῶν ἀκτίστων Θείων ἐνεργειῶν, στίς ὁποῖες μετέχει ὁ ἄνθρωπος καί τίς ὁποῖες διακρίνει ἀπό τήν ἄκτιστη Θεία οὐσία, τήν ὁποία ὀνομάζει καί θεωρεῖ «ἄληπτον καί ἀμέθεκτον», ἐνῶ κάνει λόγο καί γιά τό Θεῖο Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως, ὀνομάζοντάς το «ἄκτιστον καί φυσικήν χάριν καί ἔλλαμψιν καί ἐνέργειαν, ἐξ αὐτῆς τῆς θείας οὐσίας ἀχωρίστως ἀεί προϊοῦσαν».
Τά μηνύματα τοῦ Συνοδικοῦ ἐκφέρονται μέ ἀναφωνήσεις τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ, ὅπως εἶναι οἱ μακαρισμοί τῶν εὐσεβῶν Βασιλέων, Πατριαρχῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν ὀνομαστικά, μέ τήν ἀναφώνηση «αἰωνία ἡ μνήμη», ἀλλά καί ὁ  ἀναθεματισμός τῶν ἀπ'αἰῶνος αἱρετικῶν, μέ τήν ἀναφώνηση «ἀνάθεμα».
Τί εἶναι, ὅμως, τό ἀνάθεμα;
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀναφέρει ὅτι ἀνάθεμα λέγεται ἐκεῖνο, πού χωρίζεται ἀπό τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία τῶν Χριστιανῶν, καί ἀφιερώνεται στόν διάβολο. Κανένας δέν τολμᾶ νά συναναστραφεῖ καί νά συγκοινωνήσει μέ ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπο, πού ἔχει χωρισθεῖ ἀπό τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία καί ἔχει γίνει ἀνάθεμα στόν διάβολο, ἀλλά ὅλοι οἱ πιστοί χωρίζονται ἀπ’αὐτόν[7]. Τό ἀνάθεμα παντελῶς χωρίζει καί ἀποκόπτει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Χριστό.
Ὁ ἅγιος Ταράσιος, Πατριάρχης Κων/λεως, στόν ἀπολογητικό τῆς Ζ΄ ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρει : «Δεινόν εἶναι τό ἀνάθεμα, ἐπειδή μακράν τοῦ Θεοῦ ποιεῖ τόν ἄνθρωπον καί ἀπό τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἐκδιώκει καί πέμπει αὐτόν εἰς τό σκότος τό ἐξώτερον»[8].
Ὁ Ἀπ. Παῦλος λέει : «εἰ τίς οὐ φιλεῖ τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, εἴτω ἀνάθεμα»[9].Ὅλοι ὅσοι πολιτεύονται ἔξω ἀπό τήν ἀποστολική διδασκαλία καί παράδοση τοῦ θείου Παύλου, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ἡ διδασκαλία καί ἡ παράδοση τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, δέν ἀγαποῦν ἐν ἀληθεία τόν Κύριο. Ὅσοι δέν ἀγαποῦν ἐν ἀληθεία τόν Κύριο, αὐτοί εἶναι ἀνάθεμα, δηλ. χωρισμένοι ἀπό τόν Κύριο[10].
Ὁ ὅρος ἀνάθεμα ἀναφέρεται ἀπό τόν Ἀπ. Παῦλο καί στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή ἐναντίον ἐκείνων, πού εὐαγγελίζονται ἔξω ἀπό τά παραδεδομένα : «ἀλλά καί ἄν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζεται ὑμῖν παρ’ὅ εὐαγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»[11].
Τά ἀναθέματα στήν Ἐκκλησία δέν ἀποτελοῦν ἐκφράσεις ὀργῆς ἤ κατάρας ἤ ὕβρεως, ἀλλά πανηγυρικές διακηρύξεις ὅτι οἱ ἀναθεματισμένοι δέν ἀνήκουν στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ καλεῖται νά ἐπιτείνει τήν προσοχή του σ' αὐτό καί νά μήν συμφύρεται μέ τούς ἀναθεματιζομένους, γιά νά μήν ἀπολέσει τήν ὑγιαίνουσα διδασκαλία, χωρίς τήν ὁποία δέν ὑφίσταται σωτηρία. Ἑπομένως, τά ἀναθέματα ἀποτελοῦν, εἰδικότερα στήν σημερινή ἐποχή τῆς ὁμογενοποιήσεως καί τοῦ συγκρητισμοῦ, ἔξοχο ἀμυντικό μηχανισμό καί παιδαγωγικό τρόπο γιά τήν  διασφάλιση τῆς Ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας καί ἀληθείας…»[12]. Τά ἀναθέματα ἀποτελοῦν ποιμαντικό μέτρο ἀγάπης καί διασφάλιση τῆς Ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας καί ἀληθείας. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅταν στίς Συνόδους ἀναθεμάτιζαν τούς αἱρετικούς, δέν τό ἔκαμαν ἀπό μίσος πρός αὐτούς, ἀλλά μέ πόνο ψυχῆς ἀπέκοπταν αὐτούς, «ὡς ἀνιάτως νοσήσαντας», ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἀκριβῶς ὁ χειροῦργος ἀποκόπτει τό σεσηπός καί νεκρό μέλος τοῦ σώματος, γιά νά μήν μεταδοθεῖ ἡ σῆψη καί στό ὑπόλοιπο σῶμα. Ἑπομένως, ἀνάθεμα ἔχουμε κυρίως ὅταν ὑπάρχει αἵρεση. Ὁ ἀναθεματισμός εἶναι ὁ ἀποχωρισμός, ἡ ἀποκοπή μέ δυσμενεῖς ἐκφράσεις ἀπό τό κοινό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, ἡ αἵρεση εἶναι ἡ διάσπαση αὐτῆς τῆς Θεανθρωπίνης κοινωνίας μέσα στό κοινό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί γι’αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο καταδικάζεται καί ἀναθεματίζεται ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους.
Πολλές φορές, ὅταν λέγονται αὐτά τά πράγματα, ἀλλά καί ὅταν διαβάζονται – ἄν διαβάζονται – τά ἀναθέματα τήν Κυριακή τῆς  Ὀρθοδοξίας, οἱ πιό αὐθόρμητοι σοκάρονται καί λένε : «Ε, τώρα, ποῦ ζοῦμε; Στόν Μεσαίωνα; Μιλᾶμε γιά ἀναθεματισμούς καί ἀφορισμούς; Αὐτά δέν εἶναι πράγματα, πού ἁρμόζουν στήν Ἐκκλησία». Δυστυχῶς, αὐτή ἡ νοοτροπία ἔχει ἐπηρεάσει πολλούς. Νομίζουν δηλ. ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι συνεχῶς καί μόνο ἀγάπη. Αὐτοί, ὅμως, οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄγευστοι. Δέν ἔχουν καταλάβει τί εἶναι Ὀρθοδοξία καί δέν ἔχουν κατανοήσει ὅτι αὐτό τό Σῶμα εἶναι ἀγαπητικό. Ἄν δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία «ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν»[13], τότε ἡ ἔλλειψη ἀγάπης σημαίνει τήν ἀποστασιοποίηση. Γιατί, ὅταν κάποιος ἀγαπᾶ πολύ κάτι, ἔρχεται σέ ἀγαπητική σχέση μ’αὐτό. Ὅταν, ὅμως, ἀποστασιοποιεῖται, ὄχι μόνο περιστασιακῶς, ἀλλά καί θεσμικῶς, τότε ἡ Ἐκκλησία τοῦ βεβαιώνει, μ’ἕνα θεσμικό τρόπο, αὐτό, πού ἔχει πάθει. Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, ὅταν λέει σέ κάποιον «ἀνάθεμα», οὐσιαστικά τοῦ πιστοποιεῖ, τοῦ δίνει τήν ληξιαρχική πράξη, τήν πιστοποίηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, πού ἔχει ὑποστεῖ. Αὐτό, ὅμως, σήμερα δέν γίνεται κατανοητό, ἐπειδή δέν βιώνεται καί ἐπειδή δέν ὑπάρχει ἡ προϋπόθεση τῆς καθαρότητος, τήν ὁποία οἱ πολλοί ὑστεροῦνται. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά ζωντανή πραγματικότητα. Ὅταν ὁ πιστός ἔχει καθαρότητα, τότε ἔχει σχέση μέ τήν  Ἐκκλησία, νιώθει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐκφράζει. Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἐλλείψεως βιωματικῆς ἐμπειρίας φθάνουμε σήμερα στό σημεῖο νά λέγεται ὅτι «τά ἀναθέματα καί οἱ ἀφορισμοί δέν ἰσχύουν σήμερα. Θά τ’ἀλλάξουμε. Ζοῦμε σέ ἄλλη ἐποχή». Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, παραμένει πάντα ὁ ἴδιος. Ὁ Χριστός μία φορά ἐκπλήρωσε τό μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριο γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν ἐποχῶν. «Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αιώνας»[14]. Γίνεται, λοιπόν, ἀντιληπτό ὅτι, ὅταν παραβιάζεται ἡ ἀγαπητική σχέση, τότε ὑπάρχει ὁ ἀφορισμός, μέ τόν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ἐπικυρώνει τήν προϋπάρχουσα κατάσταση.
Ὀλ’ αὐτά, τά ὁποία σήμερα ἠχοῦν φονταμενταλιστικά, γιά τούς πιστούς μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι σημεῖα, τά ὁποῖα συμπυκνώνουν τήν ἀγάπη, ὁριοθετοῦν καί σημειώνουν ὅτι ἡ ἀγαπητική σχέση μέσα στά πλαίσια τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι κάτι τό δευτερεῦον ἤ τό τριτεῦον, ἀλλά εἶναι τό οὐσιῶδες συστατικό της. Αὐτά τά πράγματα τά ἐξέφρασε ἡ Ἐκκλησία μέ τόν ἴδιο δυναμισμό, ὅταν θέλησε νά ἐκφράσσει τήν ἀκοινωνησία, μέ τήν ὁποία δίνει τήν ληξιαρχική πράξη ὅτι κάποιος ἔχει πεθάνει ἀπό πλευρᾶς ἀγαπητικῆς. Αὐτό τό Σῶμα, μέσα στό ὁποῖο ἀνήκουμε εἶναι μυστηριακό μέν, ἀγαπητικό δέ. Ἄν δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀγαπητική σχέση καί αὐτός ὁ ἀγαπητικός πόθος, πού νά ἐκφράζεται καί στήν πράξη, τότε διαψεύδεται.
Τό Συνοδικό της Ὀρθοδοξίας, ὅταν γράφτηκε γιά πρώτη φορά τό 843 ἀπό τούς ἁγίους πατέρες τῆς Ζ΄ ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μετά τό τέλος τῆς δευτέρας φάσεως τῆς εἰκονομαχίας, περιελάμβανε ἀναθέματα γιά ὅλους τούς αἱρετικούς, ἀπό τόν Ἄρειο μέχρι καί τούς εἰκονομάχους. Ἀπό τόν 9ο αἰώ. κι ἔπειτα, ἐπειδή ἔκαναν τήν ἐμφάνισή τους κι ἄλλες αἱρέσεις, ἰδίως ἡ αἱρετική παρασυναγωγή τοῦ Παπισμοῦ, ἡ Ἐκκλησία ἀπεφάσισε τόν 14ο αἰώ. νά ἐμπλουτίσει τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας μέ νέα ἀναθέματα, ὁπότε προστέθηκαν τά «Κεφάλαια κατά Βαρλαάμ καί ‘Ακινδύνου», μέ τά ὁποία ἀναθεματίζεται, στά πρόσωπα τοῦ Βαρλαάμ Καλαβροῦ καί τοῦ Γρηγορίου Ακινδύνου, ἡ αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ. Ἀπό τήν παραπάνω τακτική διαπιστώνουμε ὅτι τό Συνοδικό τῆς Όρθοδοξίας εἷναι ἀναπροσαρμοζόμενο καί ὅτι ἡ προσθήκη καινούργιων ἀναθεμάτων ἦταν καί εἶναι συνήθης τακτική τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως, εἶναι ἀνεπίτρεπτο νά κατηγοροῦν κάποιοι τούς ἁγίους Πατέρες ὅτι δῆθεν εἶναι πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί δέν κάνουν ὑπακοή, διότι προσέθεσαν νέα ἀναθέματα.
Ἄλλωστε, τό ἴδιο τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναφέρει σέ ἕνα σημεῖο του˙«ὅλοις τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα»[15], ἀνάθεμα σέ ὅλους τούς αἱρετικούς, καί στούς παλαιούς καί τούς νέους, τούς συγχρόνους, σ΄αὐτούς πού ὑπῆρξαν, ὑπάρχουν καί θά ὑπάρξουν μέχρι συντελείας αἰώνων.  Ἡ ἀνωτέρω τακτική δέν ἀποτελεῖ οὔτε πρωτοτυπία, οὔτε καινοτομία, οὔτε πρόταξη ὑπεράνω Συνόδων καί Ἐκκλησίας, ἀλλά ἁπλῶς ταπεινή ἀκολουθία τῆς συνήθους ἐκκλησιαστικῆς τακτικῆς, καί τήρηση τῆς τάξεως τοῦ λειτουργικοῦ βιβλίου τοῦ Τριωδίου, ἡ ὁποία καί βεβαίως ἰσχύει μέχρι καί σήμερα. Ὁ ποιμαντικός σκοπός καί στόχος της ἐκφωνήσεως τῶν ἀναθεμάτων εἶναι διφυής, διττός : Ἀπό τή μιά ἡ μετάνοια τῶν ἀναθεματισμένων, καί ἀπό τήν ἄλλη ἡ προφύλαξη τοῦ ποιμνίου του ἀπό τίς αἱρέσεις, παλαιές καί νέες,  οἱ ὁποῖες στερροῦν τήν σωτηρία ἀπό τούς ἀνθρώπους. Ἔτσι, δέν πρέπει νά σπεύσουν νά ἐκτοξεύσουν μομφές καί κατηγορίες οἱ Οἰκουμενιστές, πού, μέ τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ καί κατά τό ἀνθρώπινο δυνατό, ἐπιδεικνύεται ἐπαγρύπνηση καί ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον γιά τό ποίμνιο καί δέν ἀφήνονται οἱ λύκοι νά καταφᾶνε καί νά κατασπαράξουν τά πρόβατα.
Ἀντιθέτως, οἱ Οἰκουμενιστές πρέπει νά κατηγοροῦνται, ἐπειδή ἀφήνουν τά πρόβατα νά γίνονται βορά στά στόματα τῶν λύκων τῶν βαρέων[16], τῶν ποικίλων αἱρετικῶν. Ἡ ποιμαντική καί παιδαγωγική ὀρθότητα τῶν μέτρων τῆς Ἐκκλησίας φαίνεται καί ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ Οἰκουμενιστές δέν ἀντέχουν τήν δύναμη τῶν ἀναθεμάτων, δέν ἀντέχουν, ἐλεγχόμενοι, τήν ἀντιαιρετική καί ἐπικριτική διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, δέν ἀντέχουν κἄν τήν ἔννοια τῆς αἱρέσεως. Γι'αὐτό κατήργησαν τήν ἀνάγνωση τῶν ἀναθεμάτων συνοδικῶς ἀπό τό 2005. Γι'αὐτό παραμερίζουν μέ τήν μεταπατερική, νεοπατερική, συναφειακή καί μετακανονική αἵρεση τούς Ἁγίους Πατέρες, πού καταγγέλλουν ὀνομαστικά καί ἀποκαλύπτουν τούς αἱρετικούς. Γι'αὐτό κατήργησαν τήν ἔννοια τῆς αἱρέσεως, δεχόμενοι ὡς «ἰσότιμες, ἰσάξιες καί ἀδελφές ἐκκλησίες» τίς σύγχρονες μεγάλες αἱρετικές παρασυναγωγές τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἀλλά καί τήν παλαιά, ἀρχαῖα αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ[17].
Τέκνα μου ἀγαπητά καί περιπόθητα,
Τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἕνα κείμενο, τό ὁποῖο διατυπώνει καί ἐκφράζει τήν καθολική πίστη καί τό δόγμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Περιέχει δηλ. τήν διδαχή της γιά τό ἴδιο τό περιεχόμενο τῆς ζωῆς της. Τό δόγμα διασώζει τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πληροφορεῖ τόν κόσμο γι'αὐτή τή ζωή, ἐνῶ παράλληλα καταγράφει καί τήν ἱστορική μαρτυρία καί συνείδηση αὐτῆς τῆς ζωῆς. Γι’αὐτό καί ἡ  Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας ἐνέταξε τό Συνοδικό στήν λατρεία της σήμερα, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, ὥστε νά διαβάζεται σέ στάση προσοχῆς καί προσευχῆς ὡς ἱερό δογματικό κείμενο. Ἀμήν.
Ἔτη πολλά καί εὔδρομος ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή!
Μετά πατρικῶν εὐχῶν
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ὁ Πειραιῶς Σεραφείμ


[1] Τριώδιον, ἐκδ. «Φῶς Χ.Ε.Ε.Ν.», Ἀθήνα  2010, σ. 618.
[2] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Στόν Πειραιά γιορτάσθηκε αὐθεντικά ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας», Θεοδρομία ΙΔ1 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2012) 3-4.
[3] Σχ. βλ. ΑΡΧΙΜ. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ, Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, Ὁμιλία στόν Κατανυκτικό Ἑσπερινό στήν Φλώρινα τήν Κυριακή 9-3-2014 (Α΄ Νηστειῶν).
[4] Τριώδιον Κατανυκτικόν, ἐκδ. Φῶς ΧΕΕΝ, Ἀθήνα 2001, σσ. 618-635.
[5] Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Μτφρ. Ἠ.Γ.ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ἐπιμέλεια-σχόλια ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2006, σ. 11.
[6] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, Πηγές Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας,ἐκδ. Ἀρμός, Ἀθήνα 19982, σ. 118.
[7] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 396-398.
[8] Β΄ Τόμος Συνοδικῶν, σ. 724.
[9] Α΄ Κορ. 16, 22.
[10] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ἑρμηνεία εἰς τάς ΙΔ΄ ἐπιστολάς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τ. Α΄, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 1989, σ. 697.
[11] Γαλ. 1, 8. Ἔνθ'ἀνωτ., τ. Β΄, Θεσ/κη 1990, σσ. 248-249.
[12] Σχ. βλ. ἡμέτερον κείμενον μέ θέμα «Διευκρινήσεις γιά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας», 14-3-2012, http://www.impantokratoros.gr/64EFF01C.el.aspx
[13] Ρωμ. 5, 5.
[14] Εβρ. 13, 8.
[15] Τριώδιον, ἐκδ. «Φῶς Χ.Ε.Ε.Ν.», Ἀθήνα 2010, σ. 628.
[16] Πράξ. 20, 29.
[17] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, ἔνθ'ἀνωτ., σ. 5.

Τί εἶναι ἕνα Ἀνάθεμα; (ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου)


visit counter


fileskiriaki_orthodoksias_763172860

Σπανίως τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, τό ὁποῖο τώρα ἐπιτελεῖται, λαμβάνει χώρα ἄνευ ἐπικρίσεων καί ἐπιτιμήσεων ἐκ μέρους κάποιου. Καί ἀνεξαρτήτως ἀπό τό πόσες ὁμιλίες γίνονται ἐξηγώντας ὅτι στό σημεῖο αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ σοφῶς γιά τή σωτηρία τῶν παιδιῶν της, παρά ταῦτα οἱ δυσαρεστημένοι ἁπλῶς συνεχίζουν νά ἐπαναλαμβάνουν τό στίχο τους. Εἴτε δέν ἀκοῦν τίς ὁμιλίες, εἴτε αὐτές οἱ ὁμιλίες δέν «χτυποῦν κέντρο» ὅσον ἀφορᾷ στίς παρεξηγήσεις τοῦ τελευταίου, ἤ ἴσως ἔχουν διαμορφώσει τή δική τους ἀντίληψη περί τοῦ Συνοδικοῦ αὐτοῦ καί δέν θέλουν νά τήν ἐγκαταλείψουν, ἀνεξαρτήτως ἀπό τό τί τούς λέγεις.Τά ἀναθέματά μας σέ κάποιους ἀνθρώπους φαίνονται ἀπάνθρωπα, σέ ἄλλους περιοριστικά. Τέτοιες κατηγορίες μπορεῖ νά ἰσχύουν σέ ἄλλες περιστάσεις, ἀλλά μέ κανένα τρόπο δέν μποροῦν νά ἐφαρμοσθοῦν στό δικό μας Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας. Θά διευκρινήσω γιά χάρη σας ἐν συντομίᾳ γιατί ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ ἔτσι, καί νομίζω ὅτι καί ἐσεῖς οἱ ἴδιοι θά συμφωνήσετε μαζί μου ὅτι ἡ Ἐκκλησία πράττοντας ἔτσι, ἐνεργεῖ μέ σοφό τρόπο.

Ἡ Ἐκκλησία ὡς κοινότητα ὁμοφρόνων πιστῶν
Τί εἶναι ἡ ἁγία Ἐκκλησία; Εἶναι μία κοινότητα πιστευόντων, ἑνωμένων μεταξύ τους μέ μία ἑνότητα ὁμολογίας θεϊκῶς ἀποκαλυμμένων ἀληθειῶν, μέ μία ἑνότητα ἐξαγιασμοῦ μέσῳ θεϊκῶς καθιερωμένων Μυστηρίων, καί μέ μία ἑνότητα διοικήσεως καί καθοδηγήσεως ἀπό ποιμένες δοσμένους ἀπό τόν Θεό. Ἡ ἑνότητα τῆς ὁμολογίας, τοῦ ἐξαγιασμοῦ καί τῆς διοικήσεως συνιστᾷ τόν κανονισμό αὐτῆς τῆς κοινότητας, πού εἶναι ὑποχρεωτικός γιά ὁποιονδήποτε ἐντάσσεται σέ Αὐτήν. Ἡ ἰδιότητα τοῦ μέλους σέ αὐτή τήν κοινότητα ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀποδοχή αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ καί τήν συμφωνία μέ αὐτόν· ἡ παραμονή σέ αὐτήν τήν κοινότητα ἐξαρτᾶται ἀπό τήν τήρησή του. Ἄς δοῦμε πῶς ἡ ἁγία Ἐκκλησία ἀναπτύχθηκε καί πῶς συνεχίζει νά ἀναπτύσσεται. Οἱ ἱεροκήρυκες κηρύττουν. Μερικοί ἀπό τούς ἀκροατές δέν παραδέχονται τό κήρυγμα καί φεύγουν· ἄλλοι τό ἀποδέχονται καί σάν ἀποτέλεσμα τῆς ἀποδοχῆς του ἁγιάζονται ἀπό τά ἅγια Μυστήρια, ἀκολουθοῦν τήν καθοδήγηση τῶν ποιμένων, καί ἔτσι ἐνσωματώνονται μέσα στήν ἁγία Ἐκκλησία – ἐκκλησιοποιοῦνται. Αὐτός εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἰσάγονται σέ Αὐτήν. Κατά τήν εἰσαγωγή τους, μείγνυνται μέ ὅλα τά μέλη Της, ἑνώνονται μαζί τους, καί παραμένουν στήν Ἐκκλησία μόνον καθ΄ὅσον συνεχίζουν νά εἶναι ἕνα μέ αὐτά ὅλα.

Κάθε κοινότητα ἔχει θεμελιακούς κανονισμούς
Ἀπό αὐτή τήν ἁπλῆ ἔνδειξη σχετικῶς μέ τό πῶς σχηματίζεται ἡ Ἐκκλησία, μπορεῖτε νά δεῖτε ὅτι ὡς μία κοινότητα, ἡ ἁγία Ἐκκλησία ἦλθε στήν ὕπαρξη καί συνεχίζει νά ὑφίσταται καθώς κάθε ἄλλη κοινότητα. Καί ἔτσι νά Τήν βλέπετε, καθώς θά βλέπατε κάθε ἄλλη, καί μή Τήν ἀποστερεῖτε ἀπό τά δικαιώματα πού ἀνήκουν σέ κάθε κοινότητα. Ἄς πάρουμε, γιά παράδειγμα, μία ἀντι-αλκοολική κοινότητα. Ἕχει κανονισμούς πού κάθε μέλος πρέπει νά ἐκπληρώνει. Καί κάθε μέλος της εἶναι μέλος ἀκριβῶς ἐπειδή ἀποδέχεται καί τηρεῖ τούς κανονισμούς της. Τώρα ὑποθέστε ὅτι κάποιο μέλος ὄχι μόνον ἀρνεῖται νά τηρεῖ τούς κανονισμούς, ἀλλά διατηρεῖ καί πολλές ἀπόψεις ἐντελῶς ἀντίθετες πρός ἐκεῖνες τῆς κοινότητας καί ἀκόμη ἐξεγείρεται ἐναντίον τοῦ ἰδίου τοῦ σκοποῦ της. Ὄχι μόνον δέν τηρεῖ ὁ ἴδιος ἐγκράτεια, ἀλλά μάλιστα διαβάλλει τήν ἴδια τήν ἐγκράτεια καί διασπείρει ἰδέες πού μπορεῖ νά βάλουν ἄλλους σέ πειρασμό καί νά τούς παρασύρουν μακριά ἀπό τήν ἐγκράτεια. Τί κάνει κατά κανόνα ἡ κοινότητα μέ τέτοιους ἀνθρώπους; Πρῶτα, τούς προειδοποιεῖ καί ἔπειτα τούς ἀποβάλλει. Ἐκεῖ ἔχεις ἕνα «ἀνάθεμα»! Κανείς δέν διαμαρτύρεται γι΄ αὐτό, κανείς δέν ἐπικρίνει τήν κοινότητα, ὅτι εἶναι ἀπάνθρωπη. Ὅλοι ἀποδέχονται ὅτι ἡ κοινότητα ἐνεργεῖ μέ τρόπο τελείως νόμιμο καί ὅτι ἄν ἦταν νά πράξει διαφορετικῶς, δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρξει.

Τό παράδειγμα τοῦ Ἀρείου
Συνεπῶς, γιά τί μπορεῖ νά ἐπικρίνει κανείς τήν ἁγία Ἐκκλησία ὅταν ἐνεργεῖ παρομοίως; Στό τέλος τῆς γραφῆς, ἕνα «ἀνάθεμα» εἶναι ἀκριβῶς χωρισμός ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἤ ἀποκλεισμός ἀπό αὐτήν ὅσων δέν πληροῦν τίς προϋποθέσεις τῆς ἑνότητας μέ Αὐτήν καί ἀρχίζουν νά σκέπτονται διαφορετικῶς ἀπό τόν τρόπο πού Αὐτή σκέπτεται, διαφορετικῶς ἀπό τόν τρόπο πού αὐτοί οἱ ἴδιοι ὑποσχέθηκαν νά σκέπτονται κατά τήν ἔνταξή τους σέ Αὐτήν. Θυμηθεῖτε πῶς συνέβη! Ἐμφανίσθηκε ὁ Ἄρειος, ὁ ὁποῖος διατηροῦσε ἀσεβεῖς γνῶμες ὅσον ἀφορᾷ στόν Χριστό τόν Σωτῆρα, ὥστε μέ ἐκεῖνες τίς ἀπόψεις διαστρέβλωνε αὐτή τήν ἴδια τήν πράξη τῆς σωτηρίας μας. Τί ἔγινε μέ αὐτόν; Πρῶτα προειδοποιήθηκε, καί προειδοποιήθηκε πολλές φορές μέ κάθε δυνατό μέσο πειθοῦς καί συναισθήματος. Ἀλλ΄ ἐφ΄ ὅσον πεισμωδῶς ἐπέμεινε στήν ἄποψή του, καταδικάσθηκε καί ἔγινε ἀκοινώνητος ἀπό τήν Ἐκκλησία – δηλαδή: «ἀποβάλλεται ἀπό τήν κοινότητά μας. Προσέξτε, μή ἔχετε κοινωνία μέ αὐτόν καί μέ τούς ὁμοίους του. Μή κρατεῖτε οἱ ἴδιοι τέτοιες ἀπόψεις, καί μή ἀκούετε ἤ μή ἀποδέχεσθε ἐκείνους πού τό κάνουν». Ἔτσι ἔπραξε ἡ ἁγία Ἐκκλησία μέ τόν Ἄρειο· ἔτσι ἔχει πράξει καί μέ ὅλους τούς ἄλλους αἱρετικούς· καί ἔτσι θά κάνει καί τώρα, ἐπίσης, ἐάν κάποιος ἐμφανισθεῖ κάπου μέ ἀσεβεῖς ἀπόψεις. Λοιπόν, πεῖτε μου, τί εἶναι ἀξιόμεμπτο ἐδῶ; Τί ἄλλο θά μποροῦσε νά κάνει ἡ ἁγία Ἐκκλησία; Καί θά μποροῦσε νά συνεχίσει νά ὑπάρχει ἐάν δέν ἐφάρμοζε τέτοια αὐστηρότητα καί δέν προειδοποιοῦσε τά παιδιά Της μέ τόση φροντίδα ἔναντι ἐκείνων πού μπορεῖ νά τά διαφθείρουν καί νά τά καταστρέψουν;

Ἡ προστασία τῶν σωτηρίων ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων
Ἄς δοῦμε: ποιές ψευδεῖς διδασκαλίες καί ποιοί ψευδεῖς διδάσκαλοι γίνονται ἀκοινώνητοι; Ἐκεῖνοι πού ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, τή θεία Πρόνοια· ἐκεῖνοι πού δέν ὁμολογοῦν τήν Παναγίαν Τριάδα, Πατέρα, Υἱόν, καί Ἅγιον Πνεῦμα, τόν ἕνα Θεόν· ἐκεῖνοι πού δέν ἀναγνωρίζουν τή Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τή σωτηρία μας μέσῳ τοῦ θανάτου Του ἐπί τοῦ Σταυροῦ· ἐκεῖνοι πού ἀρνοῦνται τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τά θεῖα μυστήρια πού τήν παρέχουν, καί οὕτω καθεξῆς. Βλέπετε, τίνος εἴδους θεμάτων ἅπτονται; Αὐτά εἶναι θέματα τά ὁποῖα συνιστοῦν τήν ἴδια τήν αἰτία πού ἡ ἁγία Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀρχές ἐπί τῶν ὁποίων εἶναι θεμελιωμένη καί ἄνευ τῶν ὁποίων δέν θά μποροῦσε νά εἶναι αὐτό πού εἶναι. Ὡς ἐκ τούτου, ἐκεῖνοι πού ἐξεγείρονται ἐναντίον τέτοιων ἀληθειῶν εἶναι γιά τήν Ἐκκλησία, ὅ,τι εἶναι γιά μᾶς στήν καθημερινή ζωή ἐκεῖνοι πού κάνουν ἀπόπειρες κατά τῆς ζωῆς μας καί τῆς περιουσίας μας. Ληστές καί κλέπτες, στό κάτω-κάτω, πουθενά δέν ἐπιτρέπεται νά συνεχίζουν ἐλευθέρως καί νά  φεύγουν ἀτιμώρητοι. Καί ὅταν δένονται καί παραδίδονται στό νόμο καί τήν τιμωρία, κανείς δέν τό θεωρεῖ αὐτό ἀπάνθρωπο ἤ παραβίαση τῆς ἐλευθερίας. Ἀντιθέτως, οἱ ἄνθρωποι βλέπουν στό ἴδιο αὐτό πρᾶγμα ἐξ ἴσου μία πράξη ἀγάπης γιά τόν ἄνθρωπο, καί διαφύλαξη τῆς ἐλευθερίας – ἀναφορικῶς πρός ὅλα τά μέλη τῆς κοινωνίας. Ἐάν ἔτσι κρίνετε ἐδῶ, παρομοίως νά κρίνετε σχετικῶς καί μέ τήν κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοί οἱ ψευδο-διδάσκαλοι, καθώς οἱ κλέπτες καί οἱ ληστές, λεηλατοῦν τήν περιουσία τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας καί τοῦ Θεοῦ, διαφθείροντας τά τέκνα της καί καταστρέφοντάς τα. Σφάλλει ἡ ἁγία Ἐκκλησία κρίνοντάς τους, δένοντάς τους, καί πετώντας τους ἔξω; Καί θά ἦταν πράγματι ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο, ἐάν αὐτή θά ἔβλεπε τίς ἐνέργειες τέτοιων ἀνθρώπων μέ ἀδιαφορία καί τούς ἄφηνε ἐν ἐλευθερίᾳ νά καταστρέψουν κάθε ἄλλον; Μία μητέρα θά ἐπέτρεπε σέ ἕνα φίδι ἐλευθέρως νά σκαρφαλώσει καί νά δαγκώσει τό παιδάκι της; Ποιός δέν κατανοεῖ τόν κίνδυνο; Ἐάν κάποια ἀνήθικα πρόσωπα ἦταν νά ἀποκτήσουν πρόσβαση στήν οἰκογένειά σας καί νά ἀρχίσουν νά ἐκπειράζουν τήν κόρη σας, ἤ τόν γυιό σας, θά μπορούσατε νά δεῖτε μέ ἀδιαφορία τίς πράξεις καί τούς λόγους τους; Φοβούμενοι μήπως ἀποκτήσετε τή φήμη ἀπανθρώπου καί «παλαιῶν ἀρχῶν», θά δένατε τά χέρια σας; Δέν θά σπρώχνατε ἕνα τέτοιο πρόσωπο ἔξω ἀπό τήν πόρτα καί θά τήν κλείνατε πίσω του γιά πάντα; Θά ἔπρεπε νά δεῖτε τίς ἐνέργειες τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μέ τόν ἴδιο τρόπο. Βλέπει Αὐτή ὅτι ἐμφανίζονται ἄτομα μέ διεφθαρμένο νοῦ, καί διαφθείρουν ἄλλους – καί ἐξεγείρεται ἐναντίον τους, τούς ἀποδιώκει, καί φωνάζει σέ ὅλους ἐκείνους πού εἶναι δικοί Της: προσέξτε – ἔτσι καί ἔτσι, ἄνθρωποι τέτοιοι καί τέτοιοι θέλουν νά καταστρέψουν τίς ψυχές σας. Μή τούς ἀκούσετε· φύγετε ἀπό αὐτούς. Ἔτσι ἐκπληρώνει τό καθῆκον τῆς μητρικῆς ἀγάπης, καί συνεπῶς ἐνεργεῖ μέ ἀγάπη – ἤ, ὅπως τό λέτε – ἀνθρωπιστικῶς.

Καί στή σημερινή ἐποχή ἀπαραίτητα τά ἀναθέματα
Στό παρόν, ἔχουμε μία ἁλματώδη ἐξάπλωση μηδενιστῶν, πνευματιστῶν καί ἄλλων ἐπιζήμιων ἔξυπνων πού παρασύρονται ἀπό τούς ψευδο-διδασκάλους τῆς Δύσεως. Νομίζετε ἀληθῶς ὅτι ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία θά τηροῦσε σιωπή καί δέν θά ὕψωνε τή φωνή Της γιά νά καταδικάσει καί νά τούς ἀναθεματίσει, ἐάν οἱ καταστροφικές διδασκαλίες τους ἦταν κάτι νέο; Μέ κανένα τρόπο. Θά συγκαλεῖτο κάποια Σύνοδος, καί στή Σύνοδο ὅλοι αὐτοί μαζί μέ τίς διδασκαλίες τους θά παρεδίδοντο σέ ἀνάθεμα, στό δέ τωρινό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας θά προσετίθετο ἕνα ἐπιπρόσθετο κεφάλαιο: «Στόν Φόϋερμπαχ, τόν Μποῦχνερ καί τόν Ρενάν, στούς πνευματιστές, καί ὅλους τούς ἀκολούθους τους – στούς μηδενιστές – “ἔστω ἀνάθεμα”». Ἀλλά δέν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη γιά τέτοια Σύνοδο καί δέν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ἐπίσης γιά τέτοια προσθήκη. Οἱ ψευδο-διδασκαλίες τους ἔχουν ἤδη ὅλες ἀναθεματισθεῖ ἐκ τῶν προτέρων σέ ἐκεῖνα τά σημεῖα ὅπου ἐκφέρεται ἀνάθεμα γιά ἐκείνους πού ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ, τήν πνευματικότητα καί ἀθανασία τῆς ψυχῆς, τίς διδαχές πού ἀφοροῦν στήν Παναγία Τριάδα καί πού ἀφοροῦν στή Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δέν βλέπετε μέ πόση σοφία καί προνοητικότητα δρᾷ ἡ ἁγία Ἐκκλησία, ὅταν μᾶς ὑποχρεώνει νά τελέσουμε τήν παροῦσα διακήρυξη καί νά τήν ἀκούσουμε; Καί ὅμως λένε: «Αὐτό εἶναι παρωχημένο». Ἀλλά εἶναι ἀκριβῶς τώρα πού εἶναι ἐπίκαιρο! Ἴσως πρό 100 ἐτῶν δέν ἦταν ἐπίκαιρο. Ἀντιθέτως, κάποιος πρέπει νά πεῖ σχετικῶς μέ τήν ἐποχή μας, ὅτι ἄν δέν ὑπῆρχε μέχρι τώρα Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, θά ἦταν ἀναγκαῖο νά εἰσαχθεῖ ἕνα καί νά τελεῖται ὄχι μόνον στίς κυριότερες πόλεις, ἀλλά σέ ὅλες τίς περιοχές καί σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες: ὥστε νά συναχθοῦν ὅλες οἱ διδασκαλίες τοῦ κακοῦ πού ἀντιτίθενται στόν Λόγο τοῦ Θεοῦ καί νά καταστοῦν γνωστές σέ ὅλους, ὥστε ὅλοι νά μποροῦν νά γνωρίζουν τί εἶναι ἀναγκαῖο νά προσέχουν καί ποιοῦ εἴδους διδασκαλίες νά ἀποφεύγουν. Πολλοί ἔχουν διαφθαρεῖ στό νοῦ, ἀποκλειστικῶς καί μόνον λόγῳ ἀγνοίας, ἐνῷ μία δημόσια καταδίκη τῶν καταστροφικῶν διδασκαλιῶν θά τούς ἔσωζε ἀπό τήν ἀπώλεια.
Συνεπῶς, ἡ Ἐκκλησία καθιστᾷ ἀκοινώνητους, ἐξορίζει ἀπό τίς τάξεις της (ὅταν λέγεται, «Ἀνάθεμα στόν τάδε καί τόν δεῖνα», αὐτό σημαίνει τό ἴδιο πρᾶγμα μέ τό «Ὁ τάδε καί ὁ δεῖνα, ἔξω ἀπό ἐδῶ!»), ἤ ἀναθεματίζει γιά τόν ἴδιο λόγο πού τό πράττει ὁποιαδήποτε κοινότητα. Καί εἶναι ὑποχρεωμένη νά τό κάνει γιά νά αὐτο-διατηρηθεῖ καί νά διατηρήσει τά τέκνα της ἀπό τήν καταστροφή. Γιά αὐτόν τόν λόγο,  δέν ὑπάρχει τίποτε ἀξιόμεμπτο ἤ ἀκατανόητο σχετικῶς μέ αὐτό τό παρόν Συνοδικόν. Ἐάν κάποιος φοβεῖται τήν ἐνέργεια τοῦ ἀναθέματος, ἄς ἀποφύγει τίς διδασκαλίες πού εἶναι ἡ αἰτία αὐτός νά τό ὑποστεῖ. Ἐάν κάποιος τό φοβεῖται γιά ἄλλους, ἄς τούς ἀποκαταστήσει στήν ὑγιῆ διδασκαλία. Ἀλλά ἄν ἔχεις ἤδη ἐγκαταλείψει τήν ὑγιῆ διδασκαλία, τότε τί δουλειά ἔχεις μέ τό τί γίνεται στήν Ἐκκλησία ἀπό αὐτούς πού δέν τήν ἔχουν ἐγκαταλείψει [τήν ὑγιῆ διδασκαλία] ; Καί μόνον ἀπό τό ἴδιο τό γεγονός ὅτι ἔχεις συλλάβει μία διαφορετική ἄποψη γιά τά πράγματα ἀπό ἐκείνη πού τηρεῖται στήν Ἐκκλησία, ἔχεις ἤδη διαχωρίσει τόν ἑαυτό σου ἀπό τήν Ἐκκλησία. Δέν εἶναι ἡ καταγραφή στούς βαπτισματικούς καταλόγους πού καθιστᾷ κάποιον μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τό πνεῦμα καί τό περιεχόμενο τῶν ἀπόψεών του. Εἴτε ἡ διδασκαλία σου καί τό ὄνομά σου προφέρονται σάν νά εἶναι ὑπό τό ἀνάθεμα εἴτε ὄχι, ἤδη ὑπόκεισαι σέ αὐτό, ὅταν οἱ ἀπόψεις σου ἀντιτίθενται σέ ἐκεῖνες τίς Ἐκκλησίας, καί ὅταν ἐπιμένεις σέ αὐτές. Εἶναι φοβερό τό ἀνάθεμα. Ἐγκατάλειψε τίς κακές σου ἀπόψεις. Ἀμήν.


[Μετάφραση (ἑλληνική ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ) και πηγή ηλ. κειμένου:  Ι. Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου, Πρωτότυπο κείμενο (ρωσσικό): στό περιοδικό Pravoslavnaya Rus ( Ὀρθόδοξη Ρωσσία), #4, 1974, Ἀγγλικό κείμενο: https://groups.google.com/forum/#!topic/alt.religion.christian.east-orthodox/xNL7b6YRnMg ]