Πέμπτη 20 Μαρτίου 2025

Η ύπαρξη του μολυσμού από μαρτυρίες στην Γραφή, στις Οικουμενικές Συνόδους και στους Αγίους Πατέρες (Δ)




ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ 

 Υπενθυμίζουμε στους αναγνώστες του ιστολογίου ότι υβριστικά σχόλια ή σχόλια που θυμίζουν εκθέσεις ιδεών, χωρίς την απαραίτητη θεολογική τεκμηρίωση, ΔΕΝ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ.

 

ΜΕΡΟΣ Δ-

Ὁ ὅσιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων λέγει: «Ὁ συνευχόμενος αἱρετικῷ ἐν ἐκκλησίᾳ ἢ ἐν οἴκῳ, ἀκοινώνητος ἔστω καὶ αὐτός».

Ἐφαρμόζοντας τὴν ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ ἐκ τοῦ ὅλου τὸ μέρος, σ’ αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα τοῦ ὁσίου Σωφρονίου προκύπτει ὅτι ἀναφέρεται ὡς πρὸς ἀκαταγνώστῳ «αἱρετικῷ». Καὶ τοῦτο διότι λίγο κατωτέρω λέγει: «ὡς γὰρ ὅσιοι ἱερεῖς ἁγιάζουσιν οὕτως οἱ ἐναγεῖς (Ἱερεῖς σ.σ.) μιαίνουσι» (τὸν τόπο διὰ τῆς ἀσεβείας τους). Ἀναφέρεται σὲ μὴ κα- θηρημένους καθὼς τοὺς ἀποκαλεῖ ὡς Ἱερεῖς. Καὶ ἐὰν δὲν μπορεῖτε οὔτε σὲ οἶκο οὔτε σὲ Ἐκκλησία νὰ συναθροισθεῖτε, «ὦ ἐπίσκοπε», τό- τε ὁ καθένας νὰ ψάλλει, ἀναγιγνώσκει, προσεύχεται μόνος του. «εἰ δὲ μήτε ἐν οἴκῳ ἅμα μήτε ἐν ἐκκλησίᾳ δυνατὸν συναθροισθῆναι, ἕκαστος ἑαυτῷ ψαλλέτω, ἀναγινωσκέτω, προσευχέσθω...». Γιατί ὅμως πρέπει νὰ προσεύχεται ὁ καθένας μόνος του; Διότι στὴν ἀντίθετη περίπτωση, ἐὰν συμπροσευχηθεῖ μὲ τὸν αἱρετικό, καθιστᾶ τὸν ἑαυτό του ἀκοινώνητο ὑποπίπτοντας στὴν ἀκοινωνησία ποὺ ἐπιβάλλει ὁ Ὅσιος ὡς ἐπιτίμιο καὶ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ αὐθαιρεσία, ἀλλὰ κα ταγράφει τὴν ἀποστολικὴ παράδοση ὅπως φαίνεται ἐξ ὅλων τῶν Ἐξαγγελιῶν του. «Ὁ συνευχόμενος αἱρετικῷ ἐν ἐκκλησίᾳ ἢ ἐν οἴκῳ ἀκοινώνητος ἔστω καὶ αὐτός». Ἑρμηνεύοντας ἔτσι τὸ «ἀκοινωνήτῳ» τοῦ 10ου Ἀποστολικοῦ ὅτι ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς ἀνεξέλεγκτο.

… Μία ἀπόδειξη ὅτι ὄντως ἀποτελεῖ τὸ «consensus Patrum» ἡ ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω», ἀπὸ ἀκατάκριτο

«ἀκοινωνήτῳ» εἶναι ἡ ἐπομένη παράθεση τοῦ ἱεροῦ Δοσιθέου Πα- τριάρχου Ἱεροσολύμων, τὸν 17ο αἰῶνα: «...ἐνταῦθα μνημονευτέον καὶ οὗπερ γράφει ὁ Βασίλειος ἐπιστολῇ τετάρτῃ πρὸς Μελέτιον, ἔδοξε παρακαλέσαι τοὺς ἐν Δύσει μὴ ἀκρίτως δέχεσθαι τὰς κοινωνί- ας τῶν ἐκ τῆς Ἀνατολῆς ἀφικνουμένων, ἀλλ’ ἐκ τῆς μαρτυρίας τῶν κανονικῶν προσλαμβάνεσθαι, καὶ μὴ παντὶ γράφοντι πίστιν ἐπὶ προφάσει τῆς ὀρθοδοξίας προστίθεσθαι, οὕτω γὰρ εὑρεθήσονται τοῖς μαχομένοις κοινωνοῦντες. ταῦτα ὁ Βασίλειος. ἐν οἷς σημείωσαι πρῶτον, ὅτι οὐ καινοτομῶν ὁ μέγας Βασίλειος, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἀρχαῖον καὶ πάτριον ἔθος ἔγραψε τοῖς Δυτικοῖς φυλάττεσθαι μὴ δέχεσθαι τοὺς Αἱρετικούς, μήτε πιστεύειν αὐτοῖς, ἵνα μὴ κοινωνοὶ γίνωνται αὐτοῖς, καὶ γίνονται καὶ αὐτοὶ οἱ Δυτικοὶ ἀκοινώνητοι κοινωνοῦντες τοῖς ἀκοινωνήτοις».Ἀποτελοῦσε  λοιπὸν «Ἀρχαῖον καὶ πάτριον ἔθος (=συνήθεια)» ἡ ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» ἀπὸ ἀκαταγνώστῳ «ἀκοινωνήτῳ».

Συνοψίζοντας, αὐτοὶ ποὺ ἐξέλαβαν τὸ «ἀκοινωνήτῳ» τῆς ἀρχῆς

«ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» ἀπὸ ἀνεξέλεγκτο αἱρετικὸ εἶναι οἱ: Μ. Ἀθανάσιος, οἱ Ταβεννησιῶτες μοναχοὶ (καὶ πίσω ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς μοναχοὺς καὶ ὁ ὅσιος Θεόδωρος Ἡγιασμένος καὶ ὅλοι οἱ τότε μοναχοὶ-ἀσκητὲς τῆς Αἰγύπτου), Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁσία Μελάνη ἡ Ρωμαία, ὅσιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, ἅγιος Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητὴς Πατριάρχης Κπόλεως, ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ἅγιος Ἰωσὴφ Πατριάρχης Κπόλεως καὶ ὅλη ἡ Σύνοδος ποὺ ὑπέγραψε τὸ συγκεκριμένο κείμενο ποὺ καταχωρήθηκε ἀνωτέρω, ὅσιος Μελέτιος ὁ Γαλησιώτης, ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Πατριάρχης Κπόλεως , Ἰωσὴφ Βρυέννιος, ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ἱερὸς Δοσί-θεος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων. Καὶ τέλος, ὅλοι οἱ Ἅγιοι κατὰ τὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη καὶ τὸν ἱερὸ Δοσίθεο.

Ἡ δὲ Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐξηγεῖ τὸ γιατὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι κοινωνικὸς ὁ αἱρετικὸς ὑπὸ τοῦ ὀρθοδόξου. Διότι μολύνονται τὰ μυστήρια ἐκ τῆς κοινωνίας (μνημονεύσεώς) του - ὁ μολυσμὸς αὐτὸς δὲν ἔχει τὴν ἔννοια τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ἐνυποστάτου τῆς ἱερωσύνης καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ ἔχουμε ἀνυπόστατα μυστήρια .Αὐτὰ τῆς Ε’ ἑρμηνεύουν ὅτι ἡ ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς μὴ κατεγνωσμένῳ «ἀκοινωνήτῳ».

Ἡ ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς μόνον μετὰ ἀπὸ τὸν ἀφορισμό, ὡς λέγουν οἱ ἐπίσημοι ἑρμηνευτές, ἀλλὰ καὶ πρὸ αὐτοῦ, ὡς ἐξάγεται ἀπὸ τῶν ἀποστολικῶν καὶ πατερικῶν μαρτυριῶν ποὺ παρετέθησαν.

Ὡς πρὸς τὴν πρώτη χιλιετηρίδα: ἡ ἐντολὴ αὐτὴ τηρήθηκε ἀπὸ τὸ ποίμνιο τῶν Ὀρθοδόξων τὶς περιόδους ἐπὶ Μ. Ἀθανασίου, ἐπὶ Μ. Βασιλείου, ἐπὶ ἁγίου Νικηφόρου Πατριάρχου Κπόλεως· τὴν περίοδο αὐτὴ τοῦ ἁγίου Νικηφόρου ἔζησε καὶ ὁ ἄλλος μέγιστος ἡγέτης τῶν Ὀρθοδόξων, ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν Ὅσιο τὸ ζήτημα ποὺ ἐξετάζεται σ’ αὐτὴν τὴν συνάφεια ἀφορᾶ καὶ τοὺς ἁγίους Ἱεράρχες Γρηγόριο Θεολόγο καὶ Ἰωάννη Χρυσόστομο. Συνεπῶς πρέπει νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ αὐτὲς οἱ περίοδοι αὐτῶν τῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν. Ἄλλωστε σύγχρονη μὲ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο ἦταν καὶ ἡ ὁσία Μελάνη ἡ Ρωμαία, ἡ ὁποία ἐπιβεβαιώνει τὴν τήρηση τῆς ἀξωματικῆς ἀρχῆς «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» ἀπὸ ἀκατάκριτο «ἀκοινωνήτῳ». Ἀλλὰ κατὰ τὸν ὅσιο Θεόδωρο, αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀφορᾶ καὶ ὅλους τοὺς Ἁγίους μέχρι τὴν ἐποχή του, οἱ ὁποῖοι Ἅγιοι ἐντέλλονται τὴν τήρησή του, πάντα κατὰ τὸν αὐτὸν ὅσιο Πατέρα καὶ κατὰ συνέπεια αὐτὴ ἡ ἐντολὴ ἀποτελεῖ τὸ

«consensus Patrum».

Ὡς πρὸς τὴν δευτέρα χιλιετηρίδα: ἡγέτες ἦταν ὁ ἅγιος Ἰωσὴφ Πατριάρχης Κπόλεως, ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος, ὁ Μᾶρκος Εὐγενικός, ὁ Μελέτιος Γαλησιώτης· καὶ ὅτι ἰσχύει καὶ σ’ αὐτὲς τὶς περιόδους ἡ ἀνωτέρω ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω», ὄχι μό- νον ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν Παπικῶν ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀκατάγνωστο  «ἀκοινωνήτῳ», φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀποδοχὴ τῆς ἐντολῆς τοῦ Μ. Βασι- λείου (σ’ αὐτὸν τὸν Ἱεράρχη ἐπιγράφουν τὴν πρὸς «Μονάζοντας» ἐπιστολὴ) ποὺ ἔκαναν οἱ Ἅγιοι αὐτῆς τῆς χιλιετηρίδος, [ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ποὺ πραγματοποίησε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Πατριάρχης Κπόλεως στὸν ἑαυτό του, ( βλ. ὑποσ. 427)]. Ἄλλωστε δἐν θἀ μποροῦσαν παρὰ νἀ ἀκολουθήσουν τὴν διδασκαλία καὶ πράξη τοῦ συνόλου τῶν Ἅγίων τῆς πρώτης χιλιετηρίδος.

Τὸ ὅτι ἰσχύει ἡ ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» ἀπὸ ἀκρίτῳ «ἀκοινωνήτῳ» στὶς περιόδους ὅλων τῶν αἰώνων -πρώτης καὶ δευτέρας χιλιετηρίδος- καταδει- κνύεται καὶ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ὁ ἄλλος ἡγέτης τῶν Ὀρθοδόξων Δοσίθεος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων τὸν 17ο αἰῶνα λέγει ὅτι τοῦτο ἀποτελοῦσε ἀρχαῖο καὶ πατερικὸ ἔθος (=συνήθεια), δηλαδὴ μὲ ἄλλα λόγια τὸ «consensus Patrum». Καὶ ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι πρόκειται περὶ ἐντολῆς, μίας ἐντολῆς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τέτοια ἀναστήματα ἁγιότητος καὶ πίσω ἀπ’ αὐτοὺς ἀσφαλῶς ὑποκρύπτεται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ ἡ ὁποία ἐντολὴ διέρχεται δι’ ὅλων τῶν αἰώνων καὶ καταφθάνει καὶ στὴν ἐποχή μας.

 

(Ιερομονάχου Ευγενίου .Η  έννοια του μολυσμού. Οι παραπομπές των κειμένων βρίσκονται στο βιβλίο. Ευχαριστούμε τον Γέροντα για την άδεια δημοσίευσης αποσπασμάτων του βιβλίου του.)

 


ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΜΟΛΥΣΜΟ (Α)


 


Άποψη πρώτη.

 Οι Αγιορείτες Πατέρες επί  Μιχαήλ Η Παλαιολόγου γράφουν τα εξής:  «...τὴν   ἐπὶ   τῶν   ἀδύτων ἀναφορὰν...συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο». Δηλαδή οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐξηγοῦν γιὰ ποιὸ λόγο μνημονεύουμε τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιερέα κατὰ τὴν θεία Λειτουργία. Αὐτὸ γίνεται, ὄχι γιατὶ χωρὶς τὴν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέα δὲν ἐπιτελεῖται τὸ μυστήριο, κατὰ τὴν σφαλερὴ γνώμη μερικῶν συγχρόνων, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανεῖ ἡ "τέλεια συγκοινωνία", ἡ ταυτότητα πίστεως τοῦ μνημονεύοντος καὶ τοῦ μνημονευομένου. Ἀναφέρουν μάλιστα καὶ τὴν ἐξήγηση τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Θεοδώρου Ἀνδίδων, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ἱερουργὸς ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιερέως γιὰ νὰ δείξει ὅτι κάνει ὑπακοὴ στὸν προϊστάμενό του, ὅτι ἔχει τὴν ἴδια πίστη μὲ αὐτὸν καὶ ὅτι εἶναι διάδοχος τῶν θείων μυστηρίων.

Σχόλιο.

Τὸ λεγόμενο παραπάνω  ὡς πρὸς τὸν Θεόδωρο Ἀνδίδων, γιὰ νὰ δείξει ὅτι ἔχει τὴν ἴδια πίστη μ’ αὐτόν, δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ ὀρθὸ ὡς πρὸς Ὀρθοδόξους. Τὸ ὀρθὸ εἶναι ὅτι ἡ διαμνημόνευση τοῦ Ἀρχιερέως στὴν ἁγία ἀναφορὰ δεικνύει ὅτι κοινωνός ἐστι τῆς πίστεως, δηλαδὴ ὁ μνημονεύων μετέχει στὴν πίστη τοῦ μνημονευομένου. Ἂν ὁ Θεόδωρος ἤθελε νὰ πεῖ περὶ μόνον μίας καταδείξεως τῆς ἰδίας πίστεως, δὲν ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιήσει τὶς λέξεις «κοινωνός ἐστι» ἀλλὰ ὁμόφρων ἢ ὁμόδοξος ἢ σύμφωνός ἐστι. Σ’ αὐτὸ συντείνουν τὰ λεχθέντα: τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων μὲ τὴν σχετικὴ ἑρμηνεία τους, τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (ποὺ ἐπικαλοῦνται οἱ Ἁγιορεῖτες), τοῦ Προφήτου Ἰεζεκιὴλ κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν ἁγίων Πατέρων, τῆς Ε’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τοῦ ἱεροῦ Γενναδίου τοῦ Σχολαρίου.

Συνεπῶς τὸ τῆς απόψεως: «καὶ γιὰ νὰ δείξει... ὅτι ἔχει τὴν ἴδια πίστη μ’ αὐτόν», δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ ὀρθὸ ὡς πρὸς Ὀρθοδόξους. Τὸ ὀρθὸ εἶναι, ὅτι ἡ ἀναφορὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιερέως ἀποτελεῖ «τελείαν ἕνωσιν...καὶ κοινωνίαν»· καὶ τὸ ἄλλο: «γιὰ νὰ φανεῖ "ἡ τέλεια συγκοινωνία" ἡ ταυτότητα πίστεως τοῦ μνημονεύοντος καὶ τοῦ μνημονευομένου». Ἡ ὀρθὴ διατύπωσή του εἶναι: γιὰ νὰ δειχθεῖ "ἡ τέλεια συγκοινωνία", δηλαδὴ ἡ (τέλεια) συγκοινωνία-συμμετοχὴ (καὶ ὄχι ἡ ταυτότητα) τῆς πίστεως, τοῦ (ὀρθοδόξου) μνημονεύοντος καὶ τοῦ (ἀκαθαιρέτου αἱρετικοῦ) μνημονευομένου -στὴν ἀποκλίνουσα πίστη του- ἐξ αἰτίας τῆς διαμνημονεύσεως, τοῦτ’ ἔστιν ἀρχὴ συγκοινωνούντων δοχείων· κατὰ τὸν νοῦν τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, τοῦ Θεοδώρου Ἀνδίδων, τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ὡς ἤδη ἐλέχθη, καὶ τελικὰ τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, κατὰ τό:

« Ἄνωθεν (=ἀπ’ ἀρχῆς) γὰρ ἡ τοῦ Θεοῦ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τὴν ἐπὶ τῶν ἀδύτων ἀναφορὰν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο».

Άποψη δεύτερη

«Ἡ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς φαίνεται νὰ ἀπασχόλησε ἰδιαίτερα τοὺς Πατέρες τῶν συνόδων. Καὶ ἡ προτροπὴ γιὰ ἀποφυγή τους ἀπέβλεπε στὴν προφύλαξη τῶν πιστῶν ἀπὸ πιθανοὺς κινδύνους: πρῶτον γιατὶ ἡ συνεύρεση μὲ τοὺς αἱρετικοὺς θὰ μποροῦσε νὰ δώσει τὴν εἰκόνα τῆς ἀναγνώρισής τους, τῆς παραδοχῆς τους καὶ δεύτερον γιατὶ μὲ τὸ νὰ κρατοῦν περιχαρακωμένη τὴν πίστη τους θὰ ἦταν δυσκολότερο νὰ παρασυρθοῦν ὁρισμένοι πιστοὶ ἀπὸ τὰ αἱρετικὰ δόγματα».

 

Σχόλια

 

Τα παραπάνω  εἶναι μὲν ὀρθὰ ἀλλὰ δὲν καλύπτουν τὸ ὅλο θέμα τοῦ γιατὶ οἱ Πατέρες καὶ οἱ Σύνοδοι διόρισαν νὰ ἀποφεύγεται μὲ κάθε τρόπο καὶ «πάσῃ δυνάμει» ἡ κοινωνία μὴ καταδικασθέντων αἱρετικῶν. Ὁ πρωτεύων λόγος εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τοῦ συμμολυσμοῦ ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἑτεροδόξων στοὺς Ὀρθοδόξους.

Ἡ  άποψη  στὴν συνέχεια μνημονεύει Ἀποστολικοὺς καὶ ἄλλους ἱεροὺς Κανόνες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν 9ο Τιμοθέου. Ἡ ἐρώτηση ποὺ τέθηκε στὸν Ἀρχιεπ. Τιμόθεο, ὡς φαίνεται ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἱερὸ Κανόνα, εἶναι ἡ ἐξῆς:

«Εἰ ὀφείλει Κληρικὸς εὔχεσθαι, παρόντων Ἀρειανῶν, ἢ ἄλλων αἱρετικῶν· ἢ οὐδὲν αὐτὸν βλάπτει, ὁπόταν αὐτὸς ποιῇ τὴν εὐχήν, ἤγουν τὴν προσφοράν;».

 Ὁ ἱερὸς Κανόνας ὁμιλεῖ γιὰ βλάβη καὶ μάλιστα ὄχι ὑπὸ τῆς διδασκαλίας τοῦ αἱρετικοῦ ἀλλὰ ἀπὸ μόνης τῆς παρουσίας του στὴν θεία Λειτουργία. Διότι ἀναφέρεται συγκεκριμένα ὡς πρὸς τὸν χρόνο ποὺ τελεῖ τὴν προσφορὰ ὁ Ἱερεύς, δηλαδὴ τὴν ἀναίμακτο ἱερουργία κατὰ τὸν ὅσιο Νικόδημο καὶ ὅταν εὔχεται ὁ Ἱερεὺς δὲν μπορεῖ νὰ διδάξει ὁ αἱρετικὸς τὴν αἵρεσή του. Ἄλλωστε ἡ ἐρώτηση ἀναφέρεται στὸ ἐὰν βλάπτει τὸν ἴδιο τὸν κληρικὸ ἡ παρουσία τοῦ αἱρετικοῦ ἐν ὥρᾳ θείας λειτουργίας καὶ ὄχι τὸν λαό. Καὶ ὁ ἱερὸς Τιμόθεος ἀπαντᾶ ὅτι ὁ Διά κονος προσφωνεῖ «οἱ ἀκοινώνητοι περιπατήσατε», δηλαδὴ οἱ ἀκοινώνητοι ἀποχωρήσατε· αὐτὸ ὁ Βαλσαμὼν καὶ ὁ ὅσιος Νικόδημος τὸ ἀποδίδουν μὲν ὡς πρὸς τοὺς κατηχουμένους, τοῦτ’ ἔστι τοὺς ἀβαπτίστους, ὑπονοοῦν δὲ στοὺς κατηχουμένους καὶ τοὺς προσωπικῶς ἀκρίτους αἱρετικούς.

Ὁ δὲ Ἀρχιεπ. Τιμόθεος καὶ αὐτὸς τὸ ἀναφέρει καὶ ὡς πρὸς τοὺς βαπτισμένους καὶ ἀκατακρίτους Ἀρειανοὺς καὶ ἄλλους αἱρετικοὺς . Τὸ ὅτι τὸ «ἀκοινώνητοι» ἔχει καὶ αὐτὴν τὴν ἔννοια προ κύπτει καὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τὸν ἅγιο Συμεὼν Θεσ- σαλονίκης. Καὶ καταλήγει ὁ ἱερὸς Τιμόθεος στὸν ἀνωτέρω ἱερὸ Κανόνα του (9ο ), ὅτι δὲν μποροῦν νὰ παρευρίσκονται οἱ αἱρετικοὶ ἐν ὥρᾳ θείας Λειτουργίας, τὸ ἐὰν βλάπτει ὅμως δὲν ἀπάντησε ἄμεσα ἀλλα ἔμμεσα, ὅτι ναὶ βλάπτει ἡ παρουσία τους.

Αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἀποδεικνύεται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐκ τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν, στὶς ὁποῖες λέγεται ὅτι συμμιαίνονται οἱ Ὀρθόδοξοι ἐὰν συμπροσευχηθοῦν μετὰ τῶν αἱρετικῶν.

Αὐτὸν τὸν συμμολυσμὸ τὸν ἑρμηνεύει ἡ Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος , ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες (βλ. καὶ ποιοὶ ἄλλοι Πατέρες, σσ. 182κ.ἑ., ἀλλ’ ἑρμηνεύεται καὶ ἀπὸ ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση). Ἀλλὰ καὶ ὁ 15ος ἱερὸς Κανόνας τῆς ΑΒ’ Συνόδου ὁμιλεῖ γιὰ σχίσμα ποὺ εἰσαγάγει ὁ ἀκατάγνωστος αἱρετικὸς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐνδεικτικῶς, ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης λέγει: «Λαὸς δὲ ἅπας, ὀρθῶς ἔχων περὶ τὴν πίστιν προθέσει ψυχῆς, τοῖς μελωδοῦσι συνάπτεται, τὸν ἀπὸ Θεοῦ ἐκκαλούμενος ἔλεον. Ἐμφαίνει δ’ οὗτος τὴν τελευταίαν τάξιν μεθ’ ὧν οὐ θέμις συνίστασθαι ἢ κακεργάτην ἢ ἑτερόδοξον. Οὐ γὰρ συγκοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος. Εἰ δέ τις ἐπιστραφείη πρὸς τὸ φῶς, τότε δεκτέος τοῖς τοῦ φωτός...»405. Δὲν πρέπει νὰ παρευρίσκεται μετὰ τῶν Ὀρθοδόξων ἐντὸς τοῦ ναοῦ οὔτε ὁ ἐργάτης τοῦ κακοῦ - τῆς ἁμαρτίας ὅπως λέγει ἀλλοῦ - οὔτε καὶ ὁ ἑτερόδοξος - καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς κακοδοξίας ἀποτελεῖ ἁμαρτία καὶ γιὰ τὸν ἱερὸ Συμεὼν καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους Πατέρες - . Καὶ ἀλλοῦ ὁ κλεινὸς Ἱεράρχης ἐξηγεῖ γιατὶ δὲν πρέπει νὰ μνημο- νεύεται στὴν ἱερὰ προσκομιδὴ οὔτε ὁ «κακεργάτης», οὔτε ὁ «ἑτερόδοξος», διότι κατακρίνονται καὶ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος ποὺ μνημονεύονται, ἀλλὰ συγκατακρίνεται καὶ ὁ Ἱερεὺς ποὺ τοὺς μνημονεύει. Δηλαδὴ ἀρχὴ συγκοινωνούντων δοχείων, αὐτὸ λέγουν ὅλοι οἱ Πατέρες· οἱ ὁποῖοι δίδαξαν ἢ βίω σαν αὐτὴν τὴν ἀρχή, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὴν διαμνημόνευση ἀλλὰ καὶ στὴν γενικώτερη ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία ἀκατακρίτου αἱρετικοῦ.

(Ιερομονάχου Ευγενίου .Η  έννοια του μολυσμού. Οι παραπομπές των κειμένων βρίσκονται στο βιβλίο. Ευχαριστούμε τον Γέροντα για την άδεια δημοσίευσης αποσπασμάτων του βιβλίου του.