visit counter
Tο Παπικό
πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)
Έρευνα: Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
Τί είναι
το Παπικό Πρωτείο
Το παπικό πρωτείο είναι μια θεωρία, η οποία αναπτύχθηκε κυρίως
από τον 5ο αιώνα στη Ρώμη (χωρίς να λείπουν και προγενέστερες προσπάθειες), για
την εξαιρετική αυθεντία του Πάπα σε ολόκληρη την Εκκλησία. Ο Πάπας της Ρώμης
είχε τιμηθεί με τα πρώτα «πρεσβεία τιμής» (κανόνες ς΄ της Α΄, γ΄ της Β΄, κη΄
της Δ΄ και λς΄ της Πενθέκτης) μεταξύ των πέντε πατριαρχών και χαρακτηριζόταν ως
πρώτος μεταξύ ίσων (primus inter pares).
Η θεωρία του παπικού πρωτείου θεμελιώθηκε στην διαμόρφωση μιας
νέας διδασκαλίας για το ιδιαίτερο «λειτούργημα του Πέτρου» (officium Petri) στο
χορό των Αποστόλων. Σύμφωνα με την διδασκαλία αυτή, ο απόστολος Πέτρος παρέλαβε
από το Χριστό το πλήρωμα της αποστολικής εξουσίας, την οποίαν μετεβίβασε και
στους άλλους αποστόλους. Υπό το πνεύμα αυτό, ο Πάπας της Ρώμης ως διάδοχος του
Πέτρου (successor Petri) προβλήθηκε και ως συνεχιστής του λειτουργήματος του
Πέτρου στην Εκκλησία, ενεργώντας ως τοποτηρητής του (vicarius Petri) ή και ως ο
ίδιος ο Πέτρος (Petrus ipse) και διαιωνίζοντας το λειτούργημα του Πέτρου στη
ζωή της Εκκλησίας. Με τη θεωρία αυτή, ο Πάπας διεκδικούσε την υπεροχή της
αυθεντίας του και έναντι της Οικουμενικής Συνόδου, ενώ από τον 11ο αιώνα
επεξέτεινε την αξίωση αυτή και έναντι των φορέων της πολιτικής εξουσίας. Σύμφωνα
με την εξουσία των δυο ξιφών, ο Πάπας παραλαμβάνει από τον Χριστό τόσο την
ιερατική, όσο και την πολιτική εξουσία. Την μεν πρώτη, για να την ασκεί ο
ίδιος στην Εκκλησία, την δε άλλη για να την αναθέτει στους κοσμικούς άρχοντες,
με το δικαίωμα ελέγχου του τρόπου ασκήσεώς της (θεωρία των δυο ξιφών). Η
Ορθόδοξη Εκκλησία αποδοκίμαζε πάντοτε τη θεωρία του παπικού πρωτείου, η οποία
υπήρξε η κύρια αιτία του Σχίσματος του 1054.
Ο Απόστολος Πέτρος και τα πρωτεία της
Αποστολικότητας
Τα σπέρματα της θεωρίας αυτής του παπικού πρωτείου βρίσκονται
στα Ευαγγέλια και στις Πράξεις των Αποστόλων. Ο απόστολος Πέτρος θεωρείται ο
κορυφαίος των αποστόλων και από τον Παπισμό, ως ο ιδρυτής της Εκκλησίας της
Ρώμης. Απλός αγράμματος ψαράς με το όνομα Συμεών ή την ελληνική εκδοχή Σίμων,
κλήθηκε από τον Χριστό να γίνει μαθητής του, ως δευτερόκλητος μετά τον αδελφό
του απόστολο Ανδρέα. Υπήρξε η δεσπόζουσα μορφή της πρώτης Εκκλησίας ως το
θάνατό του το 64 μ.Χ. Ο Χριστός τον ονόμασε Κηφά, δηλ. βράχο/λίθο, από όπου η
ονομασία του Πέτρος στην ελληνική και Petrus στη λατινική, όπου η αραμαϊκή λέξη
kepha αντιστοιχεί στη λέξη petra. Ήταν γιος του Ιωνά και νυμφευμένος και
συνεργάτης με τους Ιάκωβο και Ιωάννη. Ήταν μια σύνθετη και πολύ ανθρώπινη
προσωπικότητα, ταλαντευόμενος και ασταθής, παρορμητικός και βίαιος, ευερέθιστος
και με συχνές εκρήξεις θυμού. Ευγενικός και ικανός για μεγάλη πίστη και αγάπη.
Μάθαινε αργά και αρκετές φορές έσφαλλε, αργότερα όμως, όταν ανέλαβε ευθύνες,
απέδειξε ωριμότητα και ικανότητα, η δε ισχυρή προσωπικότητά του πρέπει ασφαλώς
να έπαιξε κάποιο ρόλο στο προβάδισμά του έναντι των άλλων Αποστόλων.
Τα συνοπτικά Ευαγγέλια γενικά συμφωνούν και τονίζουν με την
ίδια έμφαση την πρωτοκαθεδρία του Πέτρου ανάμεσα στους δώδεκα Αποστόλους.
Επίσης συμφωνούν στο γεγονός, ότι ο Πέτρος μιλούσε εξ ονόματος της ομάδας και
απέλαυνε κάποιας πρωτοκαθεδρίας έναντι των άλλων μαθητών, το δε όνομά του
αναφέρεται πρώτο στη σειρά. Ήταν ο εκπρόσωπος και ο συλλογικός εκφραστής των
μαθητών. Η εντολή του Χριστού «ποίμενε τα πρόβατά μου» και «βόσκε τα αρνία μου»
επιβεβαιώνει το μεγάλο κύρος του Πέτρου στην Αποστολική Εκκλησία, το οποίον
διαφαίνεται στη Σύνοδο των Ιεροσολύμων. Σ’ αυτόν πρώτον από τους δώδεκα
Αποστόλους εμφανίστηκε ο Χριστός μετά την Ανάσταση. Από τα Ευαγγέλια, τα τρία
πρώτα τονίζουν ακριβώς αυτή την πρωτοκαθεδρία του Πέτρου, ενώ το τέταρτο του
Ιωάννη έμμεσα την αμφισβητεί. Ο Ιωάννης καταγράφει, ότι ήταν αυτός που γνώρισε
τον Πέτρο στο Μεσσία, αυτός ήταν ο μαθητής «ον
ηγάπα» ο Ιησούς και τη στενή σχέση του με τον Χριστό. Παρ’ όλα αυτά, δεν
αρνείται το μεγάλο κύρος του Πέτρου αναφέροντας τα λόγια του Χριστού «ποίμαινε τα πρόβατά μου» και «βόσκε τα αρνία μου» (Ιω. 21. 15-16),
παρ’ όλον ότι σ’ ολόκληρο το ευαγγέλιο φαίνεται να μοιράζεται ο Πέτρος την
πρωτοκαθεδρία του με τον Ιωάννη .
Κήρυξε στη Σαμάρεια, στη Λύδδα, στην Ιόπη, στην Καισάρεια και
στα Ιεροσόλυμα, όπου παρέδωσε αργότερα την εκεί διαποίμανση στον Ιάκωβο. Στην
αποστολική του δραστηριότητα συνοδευόταν από τη σύζυγό του (Κορ. Α΄ 9. 5) αγία
Περπέτουα (30 Ιουνίου). Ο ίδιος στην Α΄ επιστολή του αναφέρει αποστολική
περιοδεία στον Πόντο, Γαλατία, Καππαδοκία, Ασία και Βιθυνία. Μαρτύρησε στη Ρώμη
το 64, με το διωγμό του Νέρωνα, σταυρώθηκε δε με την κεφαλή προς τα κάτω,
σύμφωνα με δική του θέληση, σαν ένδειξη σεβασμού προς τον Κύριό του. Η μνήμη
του εορτάζεται στις 29 Ιουνίου μαζί με τον απόστολο Παύλο, η δε προσκύνηση των
αλυσίδων του αποστόλου Πέτρου εορτάζεται στις 16 Ιανουαρίου. Επίσης, η θυγατέρα
του αποστόλου Πέτρου, οσία Πετρονίλλα, εορτάζει στις 31 Μαΐου.
Σε κανένα βιβλίο της Κ. Διαθήκης δεν αναφέρεται σαφώς η
παρουσία του Πέτρου στη Ρώμη. Όμως η αναφορά του ιδίου στην Α΄ επιστολή στους «εν Βαβυλώνι» είναι μια αρκετά αξιόπιστη
ένδειξη, ότι ο Πέτρος κάποια περίοδο της ζωής του διέμεινε στη Ρώμη (Πέτρ. Α΄
5. 13). Η ισχυρότερη ένδειξη σε ενίσχυση της θέσης, ότι ο Πέτρος μαρτύρησε στη
Ρώμη βρίσκεται στην προς Ρωμαίους επιστολή του Ρώμης Κλήμη Α΄ το 96 (5. 1- 6.
4). Αλλά και μεταγενέστερες μαρτυρίες συνηγορούν στο ότι ο Πέτρος μαρτύρησε στη
Ρώμη επί Νέρωνα, όπως: Στις Αποστολικές
Διαταγές, στο Πασχάλιο Χρονικό της
Εκκλησίας Ιεροσολύμων, στην Επιστολή του
Ρώμης Κλήμη Α΄ προς τον Ιεροσολύμων Ιάκωβο, στον Κύπρου Επιφάνιο, στον Ευσέβιο,
στον Λουγδούνου Ειρηναίο, στον Κορίνθου άγιο Διονύσιο, στον Γάϊο τον πρεσβύτερο, στον Συναξαριστή,
στο Απολυτίκιο
του αγίου και στις ιστοσελίδες των Πατριαρχείων
Αλεξανδρείας και Αντιοχείας.
Ο Πέτρος αναδείχθηκε, αμέσως μετά το θάνατο του Χριστού, ως ο
ηγέτης της πρώτης Εκκλησίας. Επί 15 περίπου χρόνια μετά την Ανάσταση, η μορφή
του Πέτρου κυριάρχησε στην κοινότητα. Προΐσταται στην εκλογή του Ματθία ως
αποστόλου. Ήταν ο πρώτος που έλαβε το λόγο και κήρυξε την ημέρα της
Πεντηκοστής. Επίσης μίλησε εξ ονόματος των αποστόλων στο ιουδαϊκό θρησκευτικό
δικαστήριο, στην Ιερουσαλήμ. Ο Πέτρος οδήγησε τους δώδεκα στη διεύρυνση της
Εκκλησίας «δια πάντων» (Πράξ. 9. 32).
Από την παράθεση στοιχείων, αγιογραφικών, αγιοπατερικών και
ιστορικών, μάλλον οδηγούμεθα στο συμπέρασμα, ότι υπήρχε εκκλησιαστική (όχι
απαραίτητα ρωμαϊκή) παράδοση, περί της καταφανούς ανωτερότητας του Πέτρου
έναντι όλων των άλλων Αποστόλων και της παρουσίας του στη Ρώμη, στα οποία
στηρίζονται οι παπικοί, για να θεμελιώσουν το πρωτείο τους.
Στα αγιογραφικά στοιχεία, πράγματι φαίνεται, ότι υπάρχει μια
ιδιαίτερη προτίμηση στον Πέτρο, έναντι των άλλων αποστόλων. Π.χ. στο «συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα
οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής. Και δώσω σοι τας κλεις της βασιλείας των
ουρανών…..» (Ματθ. 16. 18-19),
στο «ποίμαινε τα πρόβατά μου»
(Ιω. 21. 15-17), στο «αλλ’ υπάγετε είπατε
τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω…..»
(Μάρκ. 16. 7) ή στο «και συ ποτε
επιστρέψας στήριξον τους αδελφούς σου»
(Λουκ. 22. 32), δείχνεται μια ιδιαίτερη προτίμηση προς τον Πέτρο, πράγμα που
δεν δείχνεται στους άλλους μαθητές, όπως π.χ. στον Ιωάννη, τον μαθητή «ον ηγάπα». Στην προηγούμενη δε
αποστροφή, η αναφορά ιδιαίτερα στον Πέτρο και συλλήβδην στους άλλους μαθητές,
δείχνει αυτή την ιδιαιτερότητα. Εξ άλλου, η Εκκλησία θεωρεί τον Πέτρο ως τον
κορυφαίο μαθητή και όχι μόνο. Επίσης αναφέρεται, ότι είναι εκείνος που αγάπησε
το Θεό περισσότερο από κάθε άλλον: «Δεν είμαστε πιο δυνατοί από το Σαμψών, ούτε
σοφώτεροι από τον Σολομώντα, ούτε πιο γνωστικοί από τον θεϊκό Δαβίδ, ούτε αγαπάμε τον Θεό περισσότερο από τον
κορυφαίο Απόστολο Πέτρο…..» (αγίου Ησυχίου Ιεροσολύμων, Κεφάλαια Αντιρρητικά,
Α΄ Εκατοντάς. ΕΠΕ – Φ 13. 471).
Αλλά και από την πλευρά του αποστόλου Πέτρου έχουμε προσπάθεια
εξάσκησης πρωτείου (η οποία δεν ευδοκίμησε), στην περίφημη Σύνοδο των
Ιεροσολύμων το 50 μ.Χ για το θέμα της
σωτηρίας ή μη των εξ εθνών Χριστιανών (μη περιτετμημένων), καθώς και κατά των
αιρετικών Σίμωνα του μάγου και Κηρίνθου. Στη Σύνοδο αυτή συγκεντρώθηκαν όλοι οι
απόστολοι και οι πρεσβύτεροι, ο Παύλος και ο Βαρνάβας. Αφού έγινε συζήτηση για
τα θέματα αυτά σηκώθηκε ο Πέτρος και τους είπε: «Αδελφοί, εσείς ξέρετε καλά ότι
ο Θεός από παλιά με διάλεξε από όλους
μας εμένα, για ν’ ακούσουν οι εθνικοί από το στόμα μου το λόγο του ευαγγελίου
και να πιστέψουν». (Πράξεις 15. 7). Ο Πέτρος λοιπόν είναι ο απόστολος των
εθνών, κατά τα λεγόμενά του και όχι ο Παύλος, είναι αυτός που θα είναι ο
ποιμένας όλων των εθνών, μιας και ο ίδιος ο Θεός του εμπιστεύθηκε αυτό το ρόλο μεταξύ όλων των αποστόλων, πράγμα που
είναι απότοκο της εντολής του Κυρίου «ποίμαινε
τα πρόβατά μου» (Ιω. 21. 16).
Αλλ’ εκτός των αγιογραφικών παραπομπών,
υπάρχουν και οι αγιοπατερικές και οι ιστορικές, που ανυψώνουν τον Πέτρο σε
υψηλότερο βάθρο, δηλαδή μπορούμε να πούμε, σ’ αυτό του πρωτείου διαποίμανσης
και διδασκαλίας και όχι μόνο του πρωτείου τιμής, δόθηκε δε αυτό το προνόμιο και
στον εκάστοτε Πάπα με ένα ιδιάζοντα καταστατικό τρόπο, από Συνόδους, Αγίους και
αυτοκράτορες: Από τον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη και το Μ. Βασίλειο, από τις Συνόδους
Σαρδικής, Γ΄ Οικουμενική, Δ΄
Οικουμενική, Καρθαγένης και την Ιγνατιανή. Επίσης υπάρχει νομοθετική
κύρωση του πρωτείου με τον 131 νόμο του Ιουστινιανού Α΄. Το πρωτείο
αναγνωρίζουν, άμεσα ή έμμεσα επίσης, οι άγιοι της Εκκλησίας μας: πάπας
Κλήμης Α΄, Αντιοχείας Ιγνάτιος, Λουγδούνου (Λυών) Ειρηναίος, πάπας Ανίκητος, πάπας Στέφανος Α΄, Ιερώνυμος,
Ιππώνος Αυγουστίνος, πάπας
Κελεστίνος Α΄, Αλεξανδρείας Κύριλλος
Α΄, πάπας Λέοντας Α΄, Κων/πόλεως Ανατόλιος, πάπας Αγαπητός Α΄, πάπας
Γρηγόριος Α΄ Διάλογος, πάπας Μαρτίνος Α΄, αυτοκράτορας Μαρκιανός, αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄, πάπας Αγάθωνας,
άγιος Θεόδωρος Στουδίτης, άγιος Ιγνάτιος
Κων/πόλεως, Μ. Φώτιος.
Συνεχίζεται
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου