Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Περί του Αγίου Κωνσταντίνου ( Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου)


              

____________________

«Tην οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω Κτίστη σου», με αυτό τον λόγο το Δοξαστικό των Στιχηρών, της ακολουθίας του Εσπερινού, από την εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης,  ο υμνογράφος αποδίδει το «ισαπόστολον κάλλος» και το μέγεθος του έργου του Αγίου Κωνσταντίνου, έργο το οποίο την απαρχή είχε από το Διάταγμα των Μεδιολάνων με το οποίο «έκανε ένα σημαντικό βήμα προς την αναγνώριση της Χριστιανικής Πίστης, ως επίσημης θρησκείας της αυτοκρατορίας ευνοώντας έμπρακτα τους Χριστιανούς», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, η καθηγήτρια της Ιστορίας στο King’s College του Λονδίνου, Judith Herrin στο σύγγραμμα της «Τι είναι το Βυζάντιο».

Οι διωγμοί τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, ήταν πολύ μεγάλοι. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρούσε η Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος επί τη1700ετηρίδι από της εκδόσεως του Διατάγματος των Μεδιολάνων, ‘’Μέχρι της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η ιστορία του κόσμου, του προ Χριστού «παλαιού Ισραήλ», αλλά και μετά την θεανθρώπινην ένσαρκον παρουσίαν του «καινού Ισραήλ» και η ελευθέρα έκφρασις της συνειδητής πίστεως του ανθρώπου ήτο πλήρης διώξεων και διωγμών μέχρι μαρτυρίου αίματος υπέρ της αληθείας’’. 

Μετά από τρεις αιώνες διωγμών, ο Μέγας Κωνσταντίνος, ως αυτοκράτορας της Ανατολής και ο Λικίνιος ως αυτοκράτορας της Δύσεως εξέδωσαν το έτος 313 μ.Χ το Διάταγμα των Μεδιολάνων περί της ελευθερίας της θρησκευτικής πίστης.

Κατά καιρούς όμως, εκφράστηκαν και εκφράζονται «απόψεις», οι οποίες εδράζονται κυρίως σε αντιεκκλησιαστικές πολεμικές, αθεμελίωτες ιστορικά, οι οποίες αμφισβητούν τα ειλικρινή κίνητρα του Αγίου Κωνσταντίνου, όσον αφορά την έκδοση του Διατάγματος των  Μεδιολάνων, θεωρώντας τα ως πολιτικά κίνητρα. 

Ο εθνικός ιστορικός Ζώσιμος (425-518) μ.Χ,, ο οποίος ήταν φανατικός ειδωλολάτρης, στο έργο του «Ιστορία Νέα», έγραψε για τον Άγιο Κωνσταντίνο, ότι «εγκατέλειπε το πάτριον δόγμα και ησπάσθη την ασέβειαν».  Τα περί πολιτικών κινήτρων καταρρίπτονται από το γεγονός, ότι ο Άγιος ασπάστηκε την αληθινή Πίστη.  

Συνειρμικά λοιπόν, έρχεται κατά νου το αναφερόμενο στην Ακολουθία της Εορτής των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, «επειδήπερ ειδώλων κατεφρόνησεν», καθώς και αυτό που ψάλουμε  εις το Δοξαστικό των Στιχηρών προσομοίων «…εξ απιστίας εις πίστην Θεότητος μετοχετευθείς». 

Αξίζει να αναφέρουμε τα λόγια του Χάϊνριχ Κράφτ, ο οποίος τονίζει ότι, ‘’ο Ρωμαϊκός κόσμος ήταν ώριμος να γίνει χριστιανικός και ο Κωνσταντίνος ανταποκρίθηκε στην ανάγκη της εποχής, επειδή θεωρούσε τον εαυτό του χριστιανό’’ (1).

Εάν όντως συνέβαινε αυτό που οι αμφισβητούντες λέγουν, πως λοιπόν ένας αυτοκράτορας, ο οποίος αναμφισβήτητα για την εποχή του ήταν ο πανίσχυρος αυτοκράτορας της Οικουμένης, θα κατεδείκνυε ως άλλος Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος εμπράκτως, το «εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι» Ιω.3,30, αποποιούμενος το παλαιόν έθος, της θεοποίησης του αυτοκράτορα και ανταλλάσσοντας την βασιλική αλουργίδα με το λευκό του Αγίου Βαπτίσματος ένδυμα, το οποίο διατήρησε μέχρι τον θάνατό του;  

Είναι άξια αναφοράς τα λόγια του Ρούντολφ Χέρνεγκερ, ο οποίος σημειώνει ότι ‘’δεν υπάρχει στην Ιστορία σχεδόν καμία άλλη προσωπικότητα που η ακτινοβολία της να διαρκεί αδιάκοπα επί δεκαεπτά αιώνες‘’.  Και το μεγαλείο τούτο αφορά τον καθοριστικό ρόλο του Αγίου Κωνσταντίνου στην εξάπλωση του Χριστιανισμού.

Η μετέπειτα πορεία των δύο αυτοκρατόρων, του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του Λικινίου αποδεικνύει την πρόθεση, καθώς και τα κίνητρα ενός εκάστου.  Το κίνητρο της πολιτικής σκοπιμότητος, θα μπορούσε κάποιος να το αποδώσει κάλλιστα στον Λικίνιο, ο οποίος παρεβίασε το Διάταγμα των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκείας, μετά την ήττα του από τον Άγιο Κωνσταντίνο στην Κάτω Παννονία και τη απόσυρση του στο Σύρμιο, διώκοντας και πάλι τους Χριστιανούς.

Αντιθέτως η μετέπειτα στάση του Αγίου Κωνσταντίνου του Πρώτου Χριστιανού Αυτοκράτορα, του «μεγαλύτερου ηγέτη της Ρωμιοσύνης», όπως τον καλεί ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, αποδεικνύει  ότι η υποστήριξη προς τους χριστιανούς, κάθε άλλο παρά επιφανειακή ήταν και ο κατ’ εξοχήν λόγος, ήταν η πίστις του Αγίου Κωνσταντίνου στον Χριστό. 

‘’Τα φιλάνθρωπα διατάγματα και οι γενναιόδωροι νόμοι, που έβγαλε είναι στοιχεία αποδεικτικά της μεγάλης του ευσεβείας’’ (2).   Αν οι λόγοι ήταν πολιτικοί, και όχι προσωπικοί, η ενέργεια αυτή θα ήταν επιφανειακή και κατά συνέπεια θα ήταν παροδική.

Όταν εγκαινίαζε ο Μέγας Κωνσταντίνος τη Νέα Ρώμη, η αφιέρωση στην αναθηματική ιδρυτική στήλη ανέγραφε τα εξής : ‘’Σοι Χριστέ Κόσμου Βασιλεύς και δεσπότης, σοι προστίθημι την δε την δούλην πόλιν και σκήπτρα της δε και το παν Ρώμης Κράτος, φύλαττε ταύτην, σώζε δ’ εκ πάσης βλάβης’’. 

Ο καθιερωθείς επίσης τίτλος του κάθε βυζαντινού αυτοκράτορος, όπως τούτο σημειώνει η Ελένη Γλυκατζή –Αρβελέρ στο πόνημά της «Γιατί το Βυζάντιο», είναι «Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων», τίτλος ο οποίος  διατηρήθηκε μέχρι την άλωση της Πόλης.  Είναι χαρακτηριστικό το πρώτιστο στοιχείο του τίτλου αυτού «Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς», όπως   επίσης και το γεγονός ότι «γρήγορα η Κωνσταντινούπολη ονομάστηκε εκτός από Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ και Νέα Σιών», όπως αναφέρει η ίδια συγγραφεύς.

Με την ενέργεια αυτή του Αγίου  Κωνσταντίνου, το Κράτος των Ρωμιών, έγινε το «πρώτον πιστεύσαν εις τον Δεσπότην Χριστόν Κράτος», όπως αναφέρει ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης, ο οποίος έζησε τον 6ο αιώνα.  Και έγινε τούτο το Κράτος των Ρωμιών,  «Έθνος Χριστιανών», όπως αποκάλεσε τους Βυζαντινούς ο Λέων ο Στ΄ ο Σοφός. 

‘’Οπωσδήποτε, αυτά τα δύο σημαντικότατα γεγονότα, η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και η αποδοχή του Χριστιανισμού, οφείλονται σ’ έναν μόνο άνθρωπο, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο’’ (3).

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης στο βιβλίο του «Ρωμιοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη», σημειώνει τα ακόλουθα : ‘’Αφ’ ενός μεν οι Ρωμαίοι έγιναν Έλληνες, αφ’ ετέρου δε οι Έλληνες έγιναν Ρωμαίοι.  Ακολουθούν πως το παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου, το έθνος των Χριστιανών εταυτίσθη με το έθνος των Ρωμαίων, ιδίως εν τω προσώπω του Μεγάλου Κωνσταντίνου και ούτως εγεννήθη ή ετελειοποιήθη η Ρωμαιοσύνη ή ο Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός με κέντρον την Κωνσταντινούπολιν νέαν Ρώμην’’.

Επιπρόσθετη απόδειξη, ότι είναι παντελώς λανθασμένη η άποψη ότι ο Άγιος  Κωνσταντίνος εξέδωσε το Διατάγμα  των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκείας με σκοπό να κερδίσει τη εύνοια των χριστιανών, είναι το γεγονός ότι οι χριστιανοί αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στην Αυτοκρατορία τον καιρό εκείνο της έκδοσης του διατάγματος.

O βυζαντινολόγος Steven Runciman στο βιβλίο του «Η Βυζαντινή Θεοκρατορία», αναφέρει τα εξής : ‘’Εχει υπολογιστεί ότι την εποχή του Διατάγματος των Μεδιολάνων το 313, όταν η Χριστιανική Εκκλησία απέκτησε πλήρη ελευθερία λατρείας και νομική υπόσταση, οι χριστιανοί δεν αριθμούσαν περισσότερο από το ένα έβδομο του πληθυσμού της αυτοκρατορίας’’. 

Πως ήταν δυνατό λοιπόν, τα ελατήρια του Αγίου Κωνσταντίνου να ήταν πολιτικά, εφ’ όσον οι Χριστιανοί αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στην αυτοκρατορία;  Συνεπώς είναι παράλογο να υποθέσει κανείς, ότι το έπραξε τούτο με ιδιοτελή σκοπό, για να κερδίσει την εύνοια των χριστιανών. 

Το τι φρονεί η Μία Αγία Εκκλησία για τον Άγιο Κωνσταντίνο, εκφράζεται στην Ιερή Υμνωδία της, στην Ακολουθία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.  Ο Άγιος Κωνσταντίνος καλείται Ισαπόστολος στα Στιχηρά Ιδιόμελα της Λιτής.  

‘’Χρεωστικώς εκτελούμεν την μνήμην σου, Κωνσταντίνε Ισαπόστολε…’’, ψάλουμε στην Εκκλησία μας.  Στα Στιχηρά Προσόμοια, καλείται ‘’Πρώτος Βασιλεύς Χριστιανών’’.  Στον Εσπερινό,  στα Στιχηρά των Αγίων ψάλουμε, «Πρώτος καθυπέταξας, την αλουργίδα αείμνηστε, βασιλεύ εκουσίως Χριστώ, αυτόν επιγνούς Θεόν και παμβασιλέα…’’ και ‘’…την οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω κτίστη σου, και πόλιν βασιλεύουσαν θεοσεβή…’’.  

Στη Λιτή, στα Στιχηρά Ιδιόμελα ψάλουμε, ‘’…πάσαν εφαίδρυνας την Εκκλησίαν του Χριστού…» και «ουκ εξ ανθρώπων την κλήσιν έλαβες, αλλ’ ως  ο θεσπέσιος Παύλος, έσχες μάλλον ένδοξε ταύτην εξ ύψους, Κωνσταντίνε Ισαπόστολε, παρά Χριστού του Θεού’’.

Πραγματοποιείται λοιπόν, στο πρόσωπο του Αγίου Κωνσταντίνου, αυτό το οποίο ο Προφήτης Ησαΐας λέγει, ‘’Και πορεύσονται βασιλείς τω φωτί σου και έθνη τη λαμπρότητι σου» Ησ.60,1-3.  Όντως ο πρώτος βασιλεύς της Ρωμιοσύνης, τω Φωτί του Φωτοδότου Χριστού επορεύθη και το έθνος των Ρωμιών τη λαμπρότητι αυτού.

(1) Τα λόγια τούτα του Χάϊνριχ Κραφτ αναφέρονται προλογικά στο βιβλίο του Έμπερχαρντ Χορστ «Μέγας Κωνσταντίνος -Βιογραφία»

(2) Ευσεβίου «Εκκλησιαστική Ιστορία», «Εις τον Βίον Κωνσταντίνου».

(3)«Η πολιτική ιδεολογία  της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», Ελένης Γλυκατζή-Αρβελέρ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου