Παρασκευή 26 Μαΐου 2023

ΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΕΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ 1895 – 1902 και 1904


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου(χημικού-βιοχημικού).

Εισαγωγικά

Η  Ορθόδοξη Εκκλησία από τον 15ο ως τα τέλη του 19ου αιώνα παρέμεινε αμετακίνητη στη στάση της απέναντι στον δυτικό χριστιανισμό, τον παπισμό και τον προτεσταντισμό (λουθηρανισμό, καλβινισμό, κ.λπ.) και τον αγγλικανισμό, που χαρακτηρίζονται σαφώς ως αιρετικές εκπτώσεις από τη Μία Εκκλησία.

Η αταλάντευτη αυτή στάση της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ηγεσίας απέναντι στην ετερόδοξη Δύση άλλαξε επίσημα στις αρχές του 20ου αιώνα, επί πατριαρχίας Ιωακείμ του Γ΄(+1912). Αυτό σημαίνει ότι με πνεύμα θετικό εγκαινιάζεται στο εθναρχικό κέντρο μία νέα στάση απέναντι στην αποκρουόμενη έως τότε Δύση, κατά το πνεύμα του φιλοδυτικισμού και των «οικουμενικών σχέσεων». Το κύριο σημείο αναφοράς δεν θα είναι πλέον η Ανατολή, αλλά η Δύση, με ο,τι αυτή εκφράζει. Η αλλαγή αυτή οριοθετείται από τρία σπουδαία κείμενα του Οικουμενικού Θρόνου, την Εγκύκλιο του πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ το 1902 , το Διάγγελμα του 1920  και την Εγκύκλιο του 1952 . Η πρώτη πραγματοποιεί το οικουμενιστικό άνοιγμα στη Δυτική Χριστιανοσύνη, ενώ τα άλλα έχουν καθαρά προγραμματικό χαρακτήρα, εγκαινιάζοντας και προωθώντας την πορεία προς τον Οικουμενισμό με την «Οικουμενική Κίνηση». Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου σ’ αυτήν οδήγησε στις σημερινές ελεγχόμενες από την ορθόδοξη συνείδηση σχέσεις. Αυτό όμως συνδέεται άμεσα με την προοδευτική εξίσωση των δυτικών ομολογιών με τη Μία Εκκλησία, την Ορθοδοξία.

Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1895

Είναι χαρακτηριστικό ότι επτά μόλις χρόνια πριν την έκδοση της εγκυκλίου του 1902, εκδόθηκε η Πατριαρχική εγκύκλιος του 1895 η οποία αποτελούσε την απάντηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τον Πάπα Λέοντα τον ΙΓ καί η οποία μας περιγράφει ανάγλυφα και αποκαλυπτικά το επίπεδο των σχέσων και το κλίμα που επικρατούσε μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών εκείνη την περίοδο, τις αιρετικές πλάνες του παπισμού και την ύπουλη διείσδυσή του στους κόλπους της Ορθοδοξίας μέσω της Ουνίας.

Συγκεκριμένα στις 20 Ιουνίου του 1894 ο Πάπας Λέων ο ΙΓ΄ απηύθηνε την εγκύκλιο «Praeclara gratulationis» «προς τους ηγεμόνας και τους λαούς της οικουμένης» με την οποία καλούσε την Ορθόδοξη Εκκλησία σε μία ουνιτικού τύπου ένωση με το Βατικανό. Αναγνώριζε δηλαδή στους Ορθοδόξους το δικαίωμα να διατηρήσουν το λειτουργικό τυπικό και τις παραδόσεις τους, αρκεί να αναγνωρίσουν την εξουσία του Πάπα και μάλιστα ως αλάθητου, όπως πρόσφατα είχε θεσπισθεί και με την μορφή δόγματος από τους Ρωμαιοκαθολικούς στην Α΄ Βατικανή Σύνοδο το 1870. Ταυτόχρονα οργάνωσε με δυναμικώτερο τρόπο και μεγαλύτερη ένταση την δράση των Ουνιτών στην Ορθόδοξη Ανατολή και τον εις βάρος των ορθοδόξων πιστών προσηλυτισμό.

Μπροστά σ’ αυτή την απροκάλυπτη επίθεση των παπικών το Οικουμενικό Πατριαρχείο αμύνεται υπέρ της ακεραιότητος του ορθοδόξου ποιμνίου το οποίο επιχειρεί να ενημερώσει και να προστατεύσει με την εγκύκλιο του 1895, όπου γίνεται εκτενής ανάλυση των παπικών πλανών.

Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1895 αποτυπώνει, επίσης, με χαρακτηριστικό τρόπο το κλίμα που επικρατούσε την περίοδο εκείνη στις σχέσεις Ορθοδόξων και Pωμαιοκαθολικών και τις βλέψεις του Βατικανού έναντι των Ορθοδόξων:

«Εν εσχάτοις δε χρόνοις ο πονηρός διέσπασεν από της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού και έθνη ολόκληρα της Δύσεως, εμφυσήσας τοις επισκόποις της Ρώμης φρονήματα υπερφιάλου αλαζονείας, ποικίλας γεννησάσης καινοτομίας αθέσμους και αντευαγγελικάς. Και ου μόνον τούτο, αλλά δη και παντί τρόπω αγωνίζονται οι κατά καιρόν Πάπαι της Ρώμης, ίνα υποτάξωσιν εις τας εαυτών πλάνας την ακραδάντως ανά την Ανατολήν τη πατροπαραδότω της πίστεως ορθοδοξία στοιχούσαν Καθολικήν Εκκλησίαν του Χριστού, ενώσεις κατά την ιδίαν φαντασίαν επιδιώκοντες απλώς και αβασανίστως» (Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Εν Αθήναις 1953, σελ. 933).

Η Πατριαρχική εγκύκλιος του 1902

Αντίθετα, επτά μόλις χρόνια μετά και έχοντας να αντιμετωπίσει μία τέτοια πολεμική του Βατικανού εις βάρος της Ορθοδοξίας, ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ , παραβλέποντας όλα τα θεολογικά και ιστορικά δεδομένα, θεωρεί την στιγμή κατάλληλη για προσέγγιση με τους Ρωμαιοκαθολικούς και αναζητά τρόπους «πως αν είη δυνατόν προλεάναι την προς τοιούτο τέρμα άγουσαν ανώμαλον, το γε νυν, οδόν, εξευρείν τε σημεία συναντήσεως και επαφής, η και αμοιβαίων θεμιτών παροράσεων, μέχρι της δια του χρόνου του όλου έργου τελειώσεως, δι’ ης πληρωθήσεται προς κοινήν ευφροσύνην και ωφέλειαν η περί μιας ποίμνης και ενός ποιμένος ρήσις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού».

Το ερώτημα αυτό απευθύνει με την εγκύκλιό του του 1902 προς όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες από τις οποίες ζητά να εκφέρουν την άποψή τους για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Η στροφή αυτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο ζήτημα των σχέσεων με τους ετεροδόξους είναι εμφανώς επηρεασμένη από ανάλογες ζυμώσεις που πραγματοποιούνται την ίδια περίοδο στον χώρο του Προτεσταντισμού, ο οποίος βιώνοντας τον συνεχή κατακερματισμό του αναζητά την πολυπόθητη «ενότητα» μέσω του Οικουμενισμού. Από τα τέλη, άλλωστε, του 19ου αιώνα η Οικουμενική Κίνηση εκδηλώνεται και βρίσκει μεγάλη ανταπόκριση στην Δύση, όχι μόνο στον θεολογικό χώρο, αλλά και στον αντίστοιχο κοινωνικοπολιτικό, από τον οποίο και υποστηρίζεται.

Η στροφή προς την Δύση θεωρείται αναγκαία και για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που αντιμετωπίζει την ίδια περίοδο (και από την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως ακόμη) την αυξανόμενη καχυποψία των τουρκικών αρχών και την σταδιακή περιστολή των προνομίων του. Το 1882 ξεσπά το γνωστό «προνομιακό ζήτημα» με τραγικές συνέπειες στα δικαιώματα και την λειτουργία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

(Η περί των σχέσεων των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών και περί άλλων γενικών ζητημάτων Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος του 1902, αι εις αυτήν απαντήσεις των Αγίων Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών και η ανταπάντησις του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εν Κωνσταντινουπόλει, εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, 1904, σελ. 9).

Περιεχόμενο εγκυκλίου 1902

Ο  Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ αποστέλλει εγκύκλιο γράμμα προς τις Ορθόδοξες Εκκλησίες με το οποίο τις καλεί να διατυπώσουν τη γνώμη τους σχετικά με τέσσερα σοβαρά ζητήματα.

-Το πρώτο αφορούσε την ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

«Ἡ ἀπευθυνομένη πρὸς ἡμᾶς καὶ τὰς λοιπὰς Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας κλῆσις ὑμῶν πρὸς εἰρήνην καὶ ἀδελφικὴν ἀγάπην καὶ ἀμοιβαίαν κοινωνίαν ζωηρὰν εὑρήσει ἀπήχησιν καὶ συμπάθειαν ἐν ταῖς καρδίαις πάντων τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, τῶν εἰλικρινῶς ἀφωσιωμένων τῇ μητρὶ αὐτῶν Ἐκκλησίᾳ. Κεχωρισμέναι διὰ τῆς ἱστορίας καὶ τῆς διαφορᾶς τῶν γλωσσῶν καὶ τῶν ἐθνικοτήτων αἱ ἅγιαι τοῦ Θεοῦ τοπικαὶ Ἐκκλησίαι, εὑρίσκουσι τὴν ἑαυτῶν ἑνότητα ἐν τῇ ἀμαιβαίᾳ ἀγάπῃ, ἐν τῇ στενῇ δὲ πρὸς ἀλλήλας κοινωνίᾳ θάρρος καὶ δύναμιν ἀρύονται εἰς προκοπὴν ἐν τῇ πίστει καὶ τῇ θεογνωσίᾳ, ἀπόκρουσιν τῶν μεθοδειῶν τοῦ πολεμίου καὶ παγκόσμιον κήρυξιν τοῦ Εὐαγγελίου». Τὸ αὐτὸ δὲ τῆς φιλαδελφίας καὶ τῆς ἑνότητος πνεῦμα, ἀπὸ τῆς θεορρύτου πηγῆς τοῦ Εὐαγγελίου ἐκπηγάζον, ἐπιπνέει ζωηρῶς δι’ ὁμοίων καὶ λέξεων καὶ ἐννοιῶν ἐν τοῖς τιμίοις γράμμασι καὶ πασῶν τῶν ἄλλων ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, θάρρος ὄντως καὶ δύναμιν ἡμῖν μεταδίδον, εὐλόγούς τε τὰς ἀφορμὰς παρέχον, ὅπως πρὸς τῷ καλῶς ἔκπαλαι κρατοῦντι ἐθίμῳ τῶν τῆς φιλαδελφίας καὶ τῆς ἀγάπης προσαγορεύσεων καὶ τὰς πεπνυμένας αὐτῶν γνώμας ἐκζητῶμεν ἑκάστοτε ἐπὶ ζητήμασιν, ἐφ’ ὧν ἡ ἀπὸ κοινοῦ μελέτη καὶ κρίσις ἠδύνατ’ ἂν θεωρηθῆναι ὑπὸ τῶν Ἐκκλησιῶν εὔκαιρος, ἅμα δὲ καὶ τελεσιουργὸς ἔργων ἀγαθῶν πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν τῶν τε ἀπὸ μέρους καὶ τῆς καθόλου Ἐκκλησίας, ἧς κεφαλὴ ὁ Χριστός.

Ἀπὸ τοιαύτης τοίνυν ὄντως ἀδελφικῆς ἐνισχύσεως εὐλόγως ἐπιρρωνύμενοι καὶ ἐν νῷ ἔχοντες τὴν τοῦ ἀποστόλου Παύλου παραίνεσιν πρὸς τοὺς Κορινθίους καὶ πρὸς πάντας πάντων τῶν αἰώνων τοὺς εἰς Χριστὸν πιστεύοντας, «παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ᾖτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ τῇ αὐτῇ γνώμῃ», ἔγνωμεν προτεῖναι τῇ περὶ ἡμᾶς ἱερᾷ Συνόδῳ πρὸς διάσκεψιν, ὅπερ τὸ ἐφ’ ἡμῖν ἐκρίναμεν μελέτημα πρέπον καὶ ἅγιον, ἐμβριθοῦς τε ἐπιστάσεως ἄξιον, εἴ γε δηλονοῦν ἡ καθ’ ἡμᾶς ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία εὔκαιρον λογίζεται ἐπιζητῆσαι ἀνταλλαγὴν σκέψεων μετὰ τῶν ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν καὶ τῶν σεβασμιωτάτων Προέδρων τῶν Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν ἐπί τινων θεμάτων καθόλου μὲν εἰπεῖν θρησκευτικῆς οὐσίας καὶ ἰδιότητος, πολλῆς δὲ σημασίας καὶ σπουδαιότητος, ὧν διάγραμμα πρὸς σαφεστέραν διατύπωσιν καὶ εὐχερεστέραν μελέτην ἀνεκοινωσάμεθα τοῖς περὶ ἡμᾶς σεβασμίοις καὶ περισπουδάστοις ἐν Χριστῷ συνοδικοῖς ἀδελφοῖς.

Μετὰ τὴν ἐπιγενομένην τοίνυν ἐπισταμένην μελέτην καὶ δοκιμασίαν, συναινοῦσαν ἔχοντες τὴν ὁμόφωνον συνοδικὴν διαγνώμην τῶν περὶ ἡμᾶς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι λίαν ἡμῖν ἀγαπητῶν καὶ περισπουδάστων ἀδελφῶν ἁγίων ἀρχιερέων, ἀλλὰ μὴν καὶ τῷ ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἐκκλησίᾳ κρατοῦντι ἔθει στοιχοῦντες, καθ’ ὃ οἱ τῶν Ἐκκλησιῶν θεοφιλῶς προστατοῦντες ἐπίσκοποι τὰς ἑαυτῶν ἀπορίας καὶ τὰς τούτων λύσεις διὰ γραμμάτων ἀλλήλοις ἀνεκοινοῦντο, ἐπιμελῶς καὶ φιλαδέλφως προσέχοντες ἐπιζητεῖν τὴν ἐν λόγοις καὶ ἔργοις ὁμοφροσύνην, προαγόμεθα εἰς ὑποτύπωσιν τῶν συνοδικῶς ἐγκριθέντων ἐρωτημάτων, οὐ καινά τινα ἀνακινοῦντες ζητήματα, ἀλλὰ τὰ ἀφ’ ἱκανοῦ χρόνου ὑφιστάμενα εἰς κοινὴν προβαλλόμενοι μελέτην, πρὸς ἀμοιβαίαν διαφώτισιν τῶν κατὰ τόπους ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, αἵπερ ὁμοίων πάντως ἐμφρούμεναι παγκοίνου ὠφελείας προθέσεων, ἡδέως, πεποίθαμεν, ἀποδέξονται καὶ ἐπίκαιρον κρινοῦσιν ἐπευρῦναι τὸν κύκλον τῆς πνευματικῆς ἐπικοινωνίας εἰς ἐπισκόπησιν, οὐ μόνον ὑπὸ τῆς πορείας τῶν πραγμάτων ἐνδεικνυμένην, ἀλλὰ καὶ ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῆς κλήσεως, ἧς ἐκλήθημεν ἐν Χριστῷ πάντες, ὅσοι, εὐδοκίᾳ καὶ χάριτι Θεοῦ, τεταγμένοι ἐσμὲν εἰς προστασίαν τῶν ἁγίων Αὐτοῦ Ἐκκλησιῶν ἐπὶ τῷ προσέχειν ἑαυταῖς καὶ ἐκ καθήκοντος μεριμνᾶν περὶ τῆς σωτηρίας πάντων. Χρεὼν γὰρ ὄντως τοῖς ἄνωθεν εἰς πνευματικὴν τῶν πιστῶν διακυβέρνησιν τεταγμένοις, καὶ τῷ χριστωνύμω πληρώματι μέγα ὄφελος τὸ ἐπιμέλεσθαι, ὅπως ἂν τὸ τιμιώτατον τῆς ἀγάπης κεφάλαιον πλείονας δυνηθείη καρποὺς φέρειν κατὰ τὸ ἅγιον τοῦ Κυρίου θέλημα. Διὸ ἐκ τῶν πρωτίστως ἐξερευνητέον ἐλογισάμεθα τί ποτε ἄρα δοκεῖ τοῖς γερασμίοις Προέδροις τῶν ἁγιωτάτων Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν ὅ,τι ὠφέλιμον ἦν γενέσθαι, οὐχ ἐγένετο δέ, τί δ’ ἀπὸ τοῦ νῦν τὸ προσῆκον καὶ δυνατὸν γενέσθαι, πρὸς τὴν τῶν ὀρθοδόξων λαῶν ἐν τῇ ἑνότητι τῆς πίστεως καὶ ἐν τῇ πρὸς ἀλλήλους ἀγάπῃ καὶ ὁμοφροσύνῃ συνάντησιν, καὶ τί τὸ μετὰ ταῦτα ποιητέον πρὸς τὴν ἐπὶ μᾶλλον στερέωσιν τῆς ἁγίας καὶ ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως καὶ πρὸς κρείττονα ἄμυναν τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν κατὰ τοῦ ἐπιφερομένου ἐναντίου πνεύματος τοῦ αἰῶνος τούτου.

 

- Το δεύτερο αφορούσε τις σχέσεις με τους ετεροδόξους, Καθολικούς και Προτεστάντες, που τις ονομάζει «δύο μεγάλες «αναδενδράδες»(=κλάδοι)  του Χριστιανισμού,

Θεοφιλὲς ἔτι καὶ εὐαγγελικόν ἐστιν ἐπιζητῆσαι τὰ δοκοῦντα ταῖς ἁγιωτάταις Αὐτοκεφάλοις Ἐκκλησίαις περὶ τῶν ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δύο μεγάλων τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀναδενδράδων, τῆς Δυτικῆς δηλονοῦν καὶ τῆς τῶν Διαμαρτυρομένων Ἐκκλησίας. Καὶ γνωστὸν μέν, ὅτι διηνεκοῦς εὐχῆς καὶ δεήσεως ὑποκείμενον διατελεῖ ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίᾳ καὶ παντὸς γνησίου χριστιανοῦ τῇ εὐαγγελικῇ τῆς ἑνότητος διδασκαλίᾳ στοιχοῦντος πόθος εὐσεβὴς καὶ ἐγκάρδιος ἡ ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ πίστει μεθ’ ἡμῶν ἕνωσις αὐτῶν καὶ πάντων τῶν εἰς Χριστὸν πιστευόντων, ἀλλ’ οὐκ ἀγνοοῦμεν ἅμα, ὅτι προσκόπτει ὁ θεοφιλὴς πόθος οὗτος πρὸ τῆς ἀδιασαλεύτου τῶν Ἐκκληοιῶν τούτων ἐμμονῆς ἐν δοξασίαις, ἐφ’ ὧν, ὡς ἐπὶ βάθρου, συμπαγοῦς διὰ τοῦ χρόνου καταστάντος, ἐστηκυῖαι, ὅλως ἀπρόθυμοι φαίνονται προσχωρῆσαι εἰς ὁδὸν ἑνώσεως, οἵα ὑπὸ τῆς εὐαγγελικῆς καὶ τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας ἐνδείκνυται, ἢ ἐκδηλοῦσι μὲν προθυμίαν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅροις καὶ βάσεσιν, ἐφ’ οἷς ἡ ποθεινὴ δογματικὴ ὁμοφροσύνη καὶ κοινωνία τυγχάνει οὖσα ἡμῖν ἀπαράδεκτος. Περιττὸν δ’ ἐπίσης εἰπεῖν πρὸς εἰδότας, ὅτι ἡ ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν Ἀποστόλων ἱδρυθεῖσα καὶ ὑπὸ θειοτάτων καὶ θεοφόρων Πατέρων ἐν Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις στερεωθεῖσα, κεφαλὴν ἔχουσα αὐτὸν τὸν ἀρχιποίμενα Χριστόν, τὸν τῷ ἰδίῳ αἵματι περιποιησάμενον αὐτήν, οὖσα δέ, κατὰ τὸν θεόπνευοτον καὶ οὐρανοβάμονα Ἀπόστολον, «στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» καὶ «σῶμα Χριστοῦ», ἡ ἁγία, λέγομεν, Ἐκκλησία μία ἐστὶ πράγματι ἐν ταυτότητι πίστεως καὶ ὁμοιότητι ἠθῶν καὶ ἐθίμων, συνῳδὰ ταῖς ἀποφάσεσι τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ μία ὀφείλει εἶναι, ἀλλ’ οὐ πολλαὶ καὶ διαφέρουσαι πρὸς ἀλλήλας κατά τε τὰ δόγματα καὶ τοὺς θεμελιώδεις θεσμοὺς τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακυβερνήσεως. Εἰ δέ, ὡς περὶ παντὸς πράγματος, ἀδυνάτου μὲν παρὰ ἀνθρώποις, δυνατοῦ δὲ παρὰ τῷ Θεῷ, οὕτω καὶ περὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως ἐλπίζειν ἔνεστιν ὡς δυνατῆς ποτε ἐσομένης, τῆς θείας μὲν χάριτος ἐπιφοιτώσης καὶ συναιρομένης, τῶν ἀνθρώπων δὲ εἰς τρίβους εὐαγγελικῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης κατευθυνομένων, ἄρα σκεπτέον καὶ φροντιστέον, κατὰ τὸ ἐνόν, πῶς ἂν εἴη δυνατὸν προλειᾶναι τὴν πρὸς τοιοῦτο τέρμα ἄγουσαν ἀνώμαλον, τό γε νῦν, ὁδόν, ἐξευρεῖν τε σημεῖα συναντήσεως καὶ ἐπαφῆς, ἢ καὶ ἀμοιβαίων θεμιτῶν παροράσεων, μέχρι τῆς διὰ τοῦ χρόνου τοῦ ὅλου ἔργου τελειώσεως, δι’ ἧς πληρωθήσεται πρὸς κοι¬νὴν εὐφροσύνην καὶ ὠφέλειαν ἡ περὶ μιᾶς ποίμνης καὶ ἑνὸς ποιμένος ῥῆσις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅθεν καὶ εὐπρόσδεκτον τοῖς ἁγιωτάτοις ἀδελφοῖς ἔσεσθαι ὑπολαμβάνοντες τὴν περὶ τοιαύτης σκέψεως πρότασιν, θαρρούντως καὶ τὸ ἀδελφικὸν τόδε προτιθέμεθα ἐρώτημα, εἴ γε δηλονοῦν ἐπίκαιρος τὰ νῦν κρίνεται προδιάσκεψίς τις περὶ τούτου ἐπὶ τῷ παρασκευάσαι πεδίον ὁμαλὸν φιλικῆς ἀμοιβαίας προσπελάσεως, καὶ καθορίσαι ἐν κοινῇ ὁμοφωνίᾳ τῶν μελῶν τῆς καθόλου Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας τὰς βά¬σεις, τὰ μέτρα καὶ τὰ μέσα, τὰ ὡς ἄριστα κριθησόμενα.

 

-Το τρίτο την σχέση  με τους Παλαιοκαθολικούς και

Συναφῆ τῇ χριστιανικῇ ἑνότητι πρόκεινται καὶ τὰ περὶ τῶν ἀπὸ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας οὐ πρὸ πολλοῦ ἀποχωρησάντων δυτικῶν χριστιανῶν, οἱ τὴν προσωνυμίαν παλαιῶν καθολικῶν ἀναλαβόντες καὶ λέγοντες ἀποδέχεσθαι τὰ ὑπὸ τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας μέχρι τοῦ θ΄ περίπου αἰῶνος δεδογμένα, καὶ τὰς τῶν ἑπτὰ ἁγίων καὶ πανσέπτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων διατάξεις, ἑαυτοὺς ὡς ὄντας ἤδη ἐν τῇ καθόλου Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ διακηρύττουσι καὶ τὴν μετ’ αὐτῆς ἕνωσιν καὶ κοινωνίαν ὡσπερεὶ τυπικῆς διακανονίσεως ὑπολειπόμενον ἔργον ἐπιζητοῦσι. Καὶ ἐπαινετὸς μὲν πάντως τῶν φιλοθέων τούτων χριστιανῶν ὁ θερμουργὸς τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας καὶ τῆς εὐαγγελικῆς ἀγάπης ζῆλος, οὗ περ ἐμπεψορημένοι φαίνονται ὄντες ἐν τῷ καλῷ αὐτῶν ἀγῶνι, γνωσταὶ δὲ τῷ χριστιανικῷ κόσμῳ αἱ τῶν συνεδρίων αὐτῶν διαγνῶμαι καὶ πράξεις, καὶ ἡ ἐν κατηχητικοῖς καὶ συμβολικοῖς βιβλίοις δογματικὴ καὶ τελετουργικὴ διδασκαλία.

Ἐπειδὴ δὲ περὶ τῆς ὑπ’ αὐτῶν ἐκφερομένης ὁμολογίας τῆς πίστεως οὕπω σαφής τις καὶ κοινὴ πρυτανεύει ἐν ἡμῖν γνώμη, ἀλλὰ διαφόρως τὰ περὶ ταύτης κρίνονται ὑπὸ τῶν εἴτε ἐγγύθεν τὰ κατ’ αὐτοὺς γνόντων εἴτε ἄπωθεν ἐκμελετησάντων ἡμετέρων ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν, ὧν τινες μὲν περὶ τῆς ὁμολογίας ταύτης ὡς ἐν σημείοις δογματικοῖς τῆς τελείας ὀρθοδοξίας οὐσιωδῶς ἔτι ἀπεχούσης ἀποφαίνονται, τινὲς δὲ τουναντίον ταύτην κρίνουσιν ὡς μὴ περιέχουσαν διαφορὰς οὐσιώδεις, τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν κωλυούσης, ἀλλ’ ὡς μονονοὺ συμπεπληρωμένην τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἀποχὴν τῆς ὅλης ὑγιαινούσης ὀρθοδόξου διδασκαλίας καὶ περὶ παραδόσεως, καλὸν ἡγησάμεθα, ἵνα καὶ περὶ τούτου τοῦ σπουδαίου μελετήματος ἐπικαλεσώμεθα τὴν εὐσεβῆ καὶ φιλάδελφον γνώμην τῶν ἁγιωτάτων ὁμοδόξων Ἐκκλησιῶν, εἴγε εὔκαιρον αὐταῖς δοκεῖ καὶ κατὰ τίνα τρόπον βουλεύσασθαί τι ἀγαθὸν καὶ εὐπρόσδεκτον ἐπὶ τῷ διευκολῦναι τὴν πραγμάτωσιν τοῦ πρὸς τὴν μεθ’ ἡμῶν τελείαν ἕνωσιν πόθου τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος χριστιανῶν, ὡς εὐοίωνον ἀπαρχὴν τῆς ἐλπιζομένης καὶ ποθητῆς παγκοσμίου χριστιανικῆς ἑνότητος

 

 

-το τέταρτο την δυνατότητα ή όχι της τροπο ποιήσεως του ισχύοντος ημερολογίου.

Οὐχ ἥττονος προσοχῆς ἄξια λογιζόμεθα καὶ τὰ περὶ κοινοῦ ἡμερολογίου ἀφ’ ἱκανοῦ ἤδη χρόνου λεγόμενά τε καὶ γραφόμενα, ἐν οἷς ἰδίᾳ τὰ προτεινόμενα συστήματα μεταρρυθμίσεως τοῦ ἀπ’ αἰώνων κρατοῦντος ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου, ἢ ἀποδοχῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ, ἐκείνου μὲν ὡς ἐλλιπεστέρου ἐπιστημονικῶς, τούτου δ’ ὡς ἀκριβεστέρου, νομιζομένων καὶ περὶ τῆς κατ’ ἀναγκαίαν ἀκολουθίαν μεταστάσως τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἐκκλησιαστικοῦ πασχαλίου.

Καὶ ἐν ταῖς τοῦ θέματος τούτου μελέταις διχαζομένας βλέπομεν τὰς παρὰ τοῖς εἰδικῶς ἐγκύψασιν ἡμετέροις ὀρθοδόξοις κρατοῦσας γνώμας. Τινὲς μὲν γὰρ τούτων τὸ ἐν ἡμῖν ἔκπαλαι παραδεδεγμένον ὡς μόνον ἁρμόζον τῇ Ἐκκλησίᾳ κρίνουσι διὰ τὸ εἶναι πατροπαράδοτον καὶ ἐκκλησιαστικῶς ἀνέκαθεν κεκυρωμένον, ἥκιστα δ’ ἀναγκαίαν τὴν τούτου μεταρρύθμισιν, ἀλλὰ καὶ φευκτέαν μᾶλλον, θεωροῦσι, διὰ λόγους οὓς ἀναπτύσσουσιν· ἔνιοι δ’ ἀκρίβειαν χρονομετρικὴν ὅσον ἔνεστι πληρεστέραν, ἢ καὶ τὴν τοῦ ὁμοιομόρφου καινὴν χρησιμότητα προβαλλόμενοι, ὑπέρμαχοι τοῦ τῶν δυτικῶν ἡμερολογίου καὶ τῆς παρ’ ἡμῖν εἰσαγωγῆς αὐτοῦ ἀποφαίνονται, συνηγορούντων αὐτοῖς, ὡς εἰκός, καὶ τῶν ἐκ τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας, ἐπὶ προσδοκίᾳ ἴσως ἐνδεχομένων θρησκευτικῶν, κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῶν ἐπόψεις, ὠφελειῶν. Οὕτω δ’ ἐπιτεινομένης ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν τῆς συζητήσεως, καθ’ ἣν ἑκατέρωθεν ἐμμόνως προτάσσονται ποικίλοι καὶ σπουδῆς ἄξιοι ἰσχυρισμοί, πρός τε τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν θρησκείαν ταυτοχρόνως ἀναφερόμενοι, ἐνῷ συνάμα ἔν τισι τῶν ὀρθοδόξων χωρῶν ἔφεσίς τις ἐκδηλοῦται προσχωρήσεως εἰς τὴν γνώμην τῆς τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἡμερολογίου μεταλλαγῆς, ἢ τινος αὐτοῦ διαρρυθμίσεως, πρόσφορον ἐπίσης ἡμῖν δοκεῖ, ἅτε δὴ τοῦ ζητήματος τούτου σὺν τῇ ἐπιστημονικῇ μορφῇ προφανῆ ἔχοντος σημασίαν ἐκκλησιαστικήν, διαμείψασθαι πρὸς ἀλλήλας τὰς ἁγίας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας σχετικὰς ἀνακοινώσεις, ἵνα καὶ περὶ τούτου διαμορφωθῇ κοινὸν ἐν αὐταῖς φρόνημα, μία δὲ γνώμη καὶ ἀπόφασις τῆς κα¬θόλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ᾗ μόνη ἀπόκειται ἡ περὶ τούτου κρίσις καὶ ἡ ἐξεύρεσις, ἐν ἀνάγκῃ, τρόπου συνδυάζοντος κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὴν ἐπιζητουμένην σχετικὴν ἐπιστημονικὴν ἀκρίβειαν πρὸς τὴν ποθουμένην τήρησιν καθιερωμένων ἐκκλησιαστικῶν ὁρισμῶν.

Ταύτην τοίνυν τὴν ἐπὶ τῶν προεκτεθέντων σημείων ἀνταλλαγὴν σκέψεων ὡς ἁπτὴν ἔνδειξιν πνευματικῆς καὶ πραγματικῆς ἐπικοινωνίας καὶ ὡς συνεκτι¬κὴν τῆς ἐν πᾶσι κοινοῖς ζητήμασι τηρητέας ἑνότητος ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία τὰ μάλιστα ἀνύσιμον τῇ Ὀρθοδοξίᾳ κρίνουσα, χρηστὰς τρέφει ἐλπίδας, ὅτι ἡ ἀδελφικὴ αὐτῆς ἥδε φροντὶς καὶ παράκληοις, πρὸς ὅσια καὶ εὐαγγελικὰ κατατείνουσα τέλη, συμπαθῆ ἔξει ἀπήχησιν ἐν τῇ καρδίᾳ τῶν γερασμίων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν καὶ συναινοῦσαν εὑρήσει τὴν φιλαδελφίαν αὐτῶν πρὸς ἀνακοίνωσιν τῆς περὶ ἑκάστου γνώμης τῶν ὧν θεοψιλῶς προΐστανται Ἐκκλησιῶν

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

1. . Ο Πατριάρχης Ιωακείμ υιοθέτησε «την θεωρία των κλάδων» του Οικουμενισμού, που φαίνεται ότι τότε είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στους σκοτεινούς θαλάμους της Μασονίας.Είναι ο πρώτος Ορθόδοξος, που το 1902 στην Εγκύκλιό του προς τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, για το θέμα του Ημερολογίου, χαρακτήρισε τους Παπικούς και Προτεστάντες, ως «αναδενδράδες», δηλ. κλάδους του δένδρου της Εκκλησίας!

Παράλληλα, ο Ιωακείμ άρχισε να χειροτονεί τους πρώτους μασόνους επισκόπους του Πατριαρχείου. Την περίοδο αυτή άρχισαν να μυούνται στη Μασονία οι Ιεράρχες του Οικουμενικού Θρόνου. Η εξήγηση που μπορεί να δοθεί τόσο για την εξάπλωση στο Πατριαρχείο του Οικουμενισμού, όσο και την Μασονίας, είναι ότι ο Ιωακείμ, αλλά και οι άλλοι Ιεράρχες παρεκινούνταν από λόγους εθνικούς! Αυτό όμως δεν τους απαλλάσσει από τις ευθύνες τους, όπως δεν απαλλάγηκαν από τις δικές τους ευθύνες οι φιλενωτικοί αυτοκράτορες. Μεταξύ των επισκόπων που χειροτόνησε ο Ιωακείμ Γ΄το έτος 1902 ήταν και ο  Χρυσόστομος Σμύρνης. Ούτος, μετά από λίγα χρόνια έστρεψε τα βέλη εναντίον του Ιωακείμ, αποκαλώντας τον «ξόανον» και «κιβδηλότατον των Πατριαρχών», επειδή δεν συμφωνούσε με την καταστροφική εθνοφυλετική γραμμή του, χάριν της οποίας πρόδωσε την Ορθοδοξία του !

2.Η εγκύκλιος, η οποία απευθύνεται προς όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, καλεί, ως προς το τέταρτο θέμα, να προβληματιστούν οι Εκκλησίες για το αν  είναι εφικτή και ωφέλιμη μία τροποποίηση του ημερολογίου και του εξ αυτού  εξαρτημένου Πασχαλίου. Τονίζει ότι εδώ και καιρό γράφονται και λέγονται  πολλά σχετικά με την ακρίβεια των ημερολογίων και ότι δεν υπάρχει επιστημονική συμφωνία (την εποχή εκείνη), καθότι οι γνώμες διχάζονταν. Αναφέρει  επίσης ότι υπάρχουν δύο πλευρές σχετικά με το ζήτημα, με τη μία να είναι υπέρμαχος της αλλαγής και την άλλη να υποστηρίζει ότι αυτό αντίκειται στην παράδοση. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι παρατηρεί πως, πέραν του επιστημονικού χαρακτήρα, το θέμα έχει συνάμα και εκκλησιαστική διάσταση. Μάλιστα, κλείνοντας την εγκύκλιο, εύχεται να βρεθεί μία λύση η οποία να συνδυάζει, «τὴν ἐπιζητουμένην σχετικὴν ἐπιστημονικὴν ἀκρίβειαν πρὸς τὴν ποθουμένην τήρησιν καθιερωμένων ἐκκλησιαστικῶν ὁρισμῶν».

3. Το 1902 έγινε το πρώτο ρήγμα στο μέτωπο της Ορθοδοξίας για το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Ενώ ο Πατριάρχης Άνθιμος Ζ΄ είχε απαγορεύσει κάθε συζήτηση για το θέμα της αλλαγής του ημερολογίου, ο Ιωακείμ Γ΄ το κατέστησε αντικείμενο νέου διαλόγου. Μέχρι τότε, το θέμα αυτό ήταν αδιαπραγμάτευτο για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ήταν λυμένο με αποφάσεις τόσων Συνόδων. Αυτό το ρήγμα, που επέφερε ο Ιωακείμ Γ΄ στη στάση της Ορθοδοξίας, ήταν η μεγάλη του προσφορά στις αντορθόδοξες αυτές δυνάμεις, που εξυπηρέτησε.

Με την ενέργειά του αυτή ο Ιωακείμ κατέστησε τα «αναντίρρητα», όπως είναι η απόρριψη του Γρηγοριανού ημερολογίου από τις Συνόδους, «αμφίβολα», όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος. Κατέστησε τα αδιαπραγμάτευτα ζητήματα της Εκκλησίας, συζητήσιμα. Το λάθος του, λοιπόν ήταν ότι ο Ιωακείμ Γ΄ ζήτησε από τους Προκαθημένους των Ορθοδόξων Εκκλησιών τη γνώμη τους, αν μπορεί η Εκκλησία ν’ αλλάξει το ημερολόγιο. Στο ερώτημα απάντησαν όλοι οι Προκαθήμενοι, πλην του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και Κύπρου. Οι περισσότεροι απάντησαν αρνητικά. Κι’ ο Ιωακείμ Γ΄ το 1904 με Εγκύκλιό του απέρριψε το Γρηγοριανό ημερολόγιο.

4. «Η Εγκύκλιος του 1902 άνοιξε τον δρόμο στη συμμετοχή μας στην Οικουμενική Κίνηση, το Διάγγελμα του 1920 προετοίμασε την είσοδό μας στο ΠΣΕ, ενώ η επί Πατριάρχου Αθηναγόρα Εγκύκλιος του 1952  λειτούργησε ως ολοκλήρωση και επισφράγιση της προγραμματισμένης αυτής πορείας. Γι’ αυτό μεγάλοι ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως ο Ιωάννης Καρμίρης και ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, παρά την αφοσίωσή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, δεν παρέλειψαν να εκφράσουν τον δισταγμό τους στα ανοίγματα αυτά και τις επιφυλάξεις τους για τις μέσω αυτών δρομολογημένες εξελίξεις».(π.Γεώργιος Μεταλληνός)

Οι απαντήσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών

Η απάντηση των Ορθοδόξων Εκκλησιών υπήρξε ξεκάθαρη. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι Εκκλησίες δήλωσαν προς τον Πατριάρχη ότι η χρονική στιγμή ήταν η πλέον ακατάλληλη για μια προσέγγιση με τους ετεροδόξους (Παπικούς και Προτεστάντες).

 


Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στην απάντησή του θεωρεί άκαιρη και ατελέσφορη μία προσπάθεια προσεγγίσεως εκείνη την χρονική περίοδο: «ειδικώς εν τω παρόντι επί του αντικειμένου τούτου κοινή συσκέψασθαι των ουκ αναγκαίων είναι νομίζομεν, μηδέν τι θετικόν αποτέλεσμα εκ της τοιαύτης προδιασκέψεως προσδοκήσαι δυνάμενοι» (ο.π., σελ. 17). Τονίζει ότι καμμία ανάλογη προσέγγιση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν εκλείψει το μεγάλο πρόβλημα του προσηλυτισμού εις βάρος των ορθοδόξων: «Αναγκαίον δ’ άρα προ πάσης περί προσεγγίσεως των διισταμένων Εκκλησιών διασκέψεως, καταργηθήναι και εντελώς εκ του μέσου αρθήναι το σκάνδαλον του προσηλυτισμού, το εξαναγκάζον την ορθόδοξον και τας λοιπάς εν Ανατολή αρχαίας Εκκλησίας εν καταστάσει εμπολέμω αεί διατελείν». Χρησιμοποιεί δε σκληρή γλώσσα περιγράφοντας τις ενέργειες αυτών που ασκούν τον προσηλυτισμό εις βάρος των ορθοδόξων αποκαλώντας τους «λύκους» και «όφεις» που κατασπαράσσουν το ορθόδοξο ποίμνιο: «Λυπηρόν γαρ δη και απαίσιον ... τό χριστιανούς χριστιανοίς δίκην λύκων επιπίπτειν η δίκην όφεων υπεισέρπειν και πάση δυνάμει και παντί τρόπω και μέσω αγωνίζεσθαι ποιήσαι ένα προσήλυτον» (ο.π., σελ.18).

 


Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η απάντηση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία «κατέληξεν εις το συμπέρασμα, ότι αι παρούσαι καιρικαί περιστάσεις όλως ακατάλληλοί εισι προς εξέτασιν και επίλυσιν του ζητήματος της ενώσεως των Εκκλησιών καθόλου» (ο.π., σελ. 39). Στην συνέχεια της απαντήσεώς της η Ιερά Σύνοδος τονίζει πως και άλλες ανάλογες προσπάθειες στο παρελθόν στάθηκαν ατελέσφορες λόγω διαφόρων αιτίων τα οποία «υφίστανται έτι και νυν, αλλά και εφ’ όσον εν τω μέλλοντι εξακολουθήσουσιν υφιστάμενα, πάσα σκέψις και απόπειρα εις πραγματοποίησιν της ενώσεως των Εκκλησιών αποβήσεται ματαία» (ο.π., σελ. 39).

 


 

Του αυτού πνεύματος είναι και η απάντηση της Εκκλησίας της Ρωσίας η οποία αναφέρεται με έμφαση στις επιβουλές των Παπικών και των Προτεσταντών εις βάρος των ορθοδόξων πιστών και την ανάγκη προστασίας του ορθοδόξου ποιμνίου: «εν τω παρόντι εσμέν ηναγκασμένοι ίνα σκεπτώμεθα ου τοσούτον περί της απαλύνσεως των ημετέρων σχέσεων προς τους χριστιανούς της Δύσεως και της φιλαδέλφου προσελκύσεως των κοινοτήτων αυτών εις την μεθ’ ημών ενότητα, όσον περί ακαταπαύστου και αγρύπνου υπερασπίσεως των πεπιστευμένων ημίν λογικών προβάτων από των αδιαλείπτων επιβουλών και πολυειδών δελεασμάτων των λατίνων και των προτεσταντών» (ο.π., σελ. 28).

 



Στην απάντηση της Ρωσικής Εκκλησίας γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην πρακτική και τους σκοπούς του Βατικανού για την άλωση της Ορθοδόξου Ανατολής. «Τοις αγαπητοίς ημών και σεβασμίοις πατράσι και αδελφοίς γνωστοί εισιν οι αιώνιοι της Ρώμης πόθοι, οίτινές ποτε και υπήρξαν η αιτία της αποστασίας αυτής· γνωσταί εν τη ιστορία εισί και αι διάφοροι αυτής μεθοδείαι, αι τε φανεραί και αι κρύφιαι, αι προς καθυπόταξιν της ορθοδόξου Ανατολής τείνουσαι... Δι­ό, οσονδήποτε και αν ώσι φιλειρηνικοί οι των λατίνων λόγοι, οσονδήποτε επιμελώς και αν επιδεικνύωσιν ούτοι και παντοιοτρόπως τονίζωσι την ιδιαιτέραν αυτών αγάπην και σεβασμόν προς την ορθόδοξον Εκκλησίαν και ιδιαιτέρως προς το ρωσσικόν έθνος και κράτος, οι λόγοι ούτοι ουδαμώς οφείλουσιν ουδέ δύνανται αποκρύψαι από της ημετέρας προσοχής τους πραγματικούς υπούλους σκοπούς της Ρώμης» (ο.π., σελ. 19-20).

 

Η ανταπάντηση του Πατριαρχείου με το εγκύκλιο γράμμα του 1904

Στις 12 Μαΐου 1904, μετά τις απαντητικές επιστολές των Εκκλησιών, ακολούθησε νέο Πατριαρχικό εγκύκλιο γράμμα προς τις Εκκλησίες . Στην ανταπάντησή του το Πατριαρχείο αναφέρει ότι η γνώμη του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι πως το καθορισμένο και κυρωμένο με την διαρκή πράξη της Εκκλησίας Πασχάλιο δεν πρέπει να καινοτομηθεί. Δηλαδή το Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Το να διατηρήσουμε δε το Ιουλιανό ημερολόγιο και το εορτολόγιο αμετάβλητα υπερπηδώντας μόνο 13 ημέρες ώστε να συμπίπτουν οι εορτές των δύο ημερολογίων θεωρείται άσκοπο, αφού δεν επιβάλλεται από κανένα λόγο ούτε επιστημονικό ούτε πρακτικό. Σημειώνεται επίσης ότι από το 2100 και μετά η διαφορά των δύο ημερολογίων θα αυξηθεί και θα γίνει 14 ημέρες.

Το Πατριαρχείο θεωρεί πρόωρη την όποια μεταρρύθμιση του ημερολογίου, αφού δεν είμαστε υποχρεωμένοι εκκλησιαστικά να το αλλάξουμε, καθότι, όπως ισχυρίζεται, ακόμα και η επιστήμη δεν αποφάνθηκε οριστικώς σχετικά με τον υπολογισμό του τροπικού έτους . Παρατηρούμε εδώ ότι υπάρχει μία διαφοροποίηση της αρχικής τοποθετήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αν και αφιστάμενη της αρχικής εγκυκλίου, η νέα εγκύκλιος μάλλον συγκεφαλαίωνε τις τοποθετήσεις των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, κάποιες από τις οποίες νόμιζαν ότι υποκρίπτετο προσηλυτιστικός κίνδυνος από την Καθολική Εκκλησία, ότι θα παραβιαζόταν ο κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και ότι ήταν μη αναγκαία η ημερολογιακή μεταρρύθμιση, κυρίως λόγω των διαφαινομένων ενδοεκκλησιαστικών ανωμαλιών τις οποίες πιθανότατα θα δημιουργούσε μία τέτοια αλλαγή. Πάντως είναι γεγονός ότι στην πρώτη πανορθόδοξη νηφάλια προσέγγιση του ημερολογιακού ζητήματος μετά από αιώνες διαπιστώνεται η διπλή προσέγγιση του ζητήματος. Από την μία υπάρχει η επιστημονική προσέγγισή του, για την οποία η Εκκλησία δηλώνει αναρμόδια, και από την άλλη η θρησκευτική-θεολογική προσέγγιση, η οποία απαιτεί μεγάλη προσοχή και διορθόδοξη συνεννόηση καθότι διακυβεύεται η ενότητα της κοινωνίας της Εκκλησίας.


Πέμπτη 25 Μαΐου 2023

Το σχίσμα μεταξύ Φλωρινιακών και Ματθαιικών και μερικά ερωτήματα.

IΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΩΝ ΓΟΧ-


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Το πρώτο σχίσμα που στην κυριολεξία συντάραξε τις τάξεις των Γ.Ο.Χ. και απέβη καθοριστικό για το μέλλον της ιστορικής τους πορείας είναι το ματθαιικό. Κατά την περίοδο 1924-1935 ποιμαίνονταν μόνο από ιερείς, καθώς κανείς αρχιερεύς δεν είχε συμφωνήσει με την απόσχισή τους από την Εκκλησία. Το 1935 τρεις μητροπολίτες  της Ελλαδικής Εκκλησίας, οι Δημητριάδος Γερμανός, πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος και Ζακύνθου Χρυσόστομος αποκήρυξαν την εκκλησιαστική τους αρχή και ανέλαβαν την ηγεσία του παλαιοημερολογιτικού λαού. Οι τρεις μητροπολίτες  προέβησαν αμέσως σε χειροτονίες τεσσάρων νέων αρχιερέων, οι δύο όμως από τους οποίους -μαζί με τον Ζακύνθου Χρυσόστομο- έκαναν πολύ σύντομα αίτησι επιστροφής στους κόλπους της Εκκλησίας.

Την παλαιοημερολογιτική ηγεσία αποτελούσαν λοιπόν κατά τα έτη 1935-1937 εκτός από τους Γερμανό και Χρυσόστομο οι Κυκλάδων Γερμανός και Βρεσθένης Ματθαίος.

Δύο έτη μετά την χειροτονία τους (1937) οι επίσκοποι Κυκλάδων και Βρεσθένης αποκήρυξαν με την σειρά τους τους επισκόπους που τους χειροτόνησαν με το εξής αιτιολογικό: Όταν οι επίσκοποι Δημητριάδος και πρώην Φλωρίνης ανέλαβαν την ηγεσία των Γ.Ο.Χ., διεκήρυξαν προς τον πιστό λαό, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος λόγω της αλλαγής του ημερολογίου κατέστη άμεσα σχισματική, οι δε «σχισματικοί λειτουργοί» της έχασαν την «χάριν του Παναγίου Πνεύματος».

Δυστυχώς οι επίσκοποι Δημητριάδος και πρώην Φλωρίνης προοδευτικά αθέτησαν την ανωτέρω ομολογία τους και «ήρχισαν να αποδέχωνται πάντα τα μυστήρια, τα τελούμενα υπό των ν/των κακοδόξων ως έγκυρα και μετέχοντα της θείας χάριτος». Είναι χαρακτηριστικοί οι όροι, που οι επίσκοποι Κυκλάδων και Βρεσθένης έθεταν προς επανένωση με τους Δημητριάδος και πρώην Φλωρίνης κατά το έτος 1942.

Οι τελευταίοι όφειλαν να ομολογήσουν:

«1) Ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δια της παραδοχής του Παπικού Εορτολογίου κατέστη Σχισματική.

2) τα Μυστήριά της είναι άκυρα.

3) το μύρο  της δεν έχει την αγιαστική  χάρη   και

4) τα παιδιά  των κακοδόξων ερχόμενα εις την Ορθόδοξη  Εκκλησία  πρέπει να αναμυρώνωνται».

 

Οι χειροτονίες των Φλωρινιακών Γ.Ο.Χ.

Το μεγάλο κενό που άφησε ο θάνατος του Χρυσοστόμου (1955) στην ηγεσία των Γ.Ο.Χ. έσπευσαν να καλύψουν άμεσα οι κληρικοί της παρατάξεώς του. Οι Φλωρινιακοί έως το 1960 διοικούντο και πάλι από επιτροπή ιερέων.

Έπειτα από επίμονες προσπάθειες οι Γ.Ο.Χ. απέκτησαν το 1960 τον πρώτο τους επίσκοπο. Ο αρχιμανδρίτης Ακάκιος Παπάς χειροτονήθηκε στην Αμερική ως επίσκοπος Ταλαντίου από τους επισκόπους Σικάγου Σεραφείμ και Ντητρόιτ Θεόφιλο, οι οποίοι ανήκαν στην λεγομένη Σύνοδο των Ρώσων της Διασποράς(ΡΟΕΔ).

1. Η χειροτονία πραγματοποιήθηκε παρά την ρητή απαγόρευση της Ρωσικής Συνόδου.

2. Στην χειροτονία συμμετείχαν μόνο δύο επίσκοποι.

3. Η χειροτονία τελέστηκε  υπερορίως με την πρόφαση, ότι όλοι οι νεοημερολογίτες  επίσκοποι της Ελλάδος ήταν σχισματικοί και στερημένοι της θείας Χάριτος.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η Σύνοδος των Ρώσων της Διασποράς:

α΄. Είχε επί δεκαετίες διακόψει κάθε σχέση με το πατριαρχείο της Μόσχας, το οποίο κατηγορούσε για σύμπραξη με τους Κομμουνιστές. Παρά ταύτα είχε πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία με όλες τις Εκκλησίες που ακολουθούσαν το νέο ημερολόγιο  και με όλες τις Εκκλησίες που συμμετείχαν στην Οικουμενική Κίνηση και ιδίως με τους Αθηναγόρα Κωνσταντινουπόλεως και Ιάκωβο Αμερικής , τους οποίους οι Γ.Ο.Χ. θεωρούν αιρεσιάρχες.

β΄. Είχε ενορίες και με το ιουλιανό και με το νέο ημερολόγιο.

γ΄. Δεν ήταν άμοιρη συμπροσευχών με αιρετικούς. Αναφέρουμε ενδεικτικά την παρουσία (1951) Αγγλικανού αρχιερέως με πλήρη αρχιερατική στολή στο ιερό Βήμα κατά την χειροτονία του επισκόπου Βιταλίου. Επίσης την συμμετοχή του επισκόπου Φιλαρέτου σε λιτανεία μαζί με παπικό επίσκοπο και την τέλεση παρακλήσεως σε παπικό ναό (δεκαετία του 1960)51. Οι Ρώσοι έστειλαν επίσης κατόπιν παπικών προσκλήσεων τρεις παρατηρητάς στην μεγάλη παπική Σύνοδο του Βατικανού.

δ. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Σεραφείμ ο «Θεόφιλος ακολουθούσε  το νέον ημερολόγιο... Ο εν Detroit Καθεδρικός ναός (στον οποίο έγινε η χειροτονία), λειτουργεί με το νέο  ημερολόγιο .

Βάσει των ανωτέρω στοιχείων οι Γ.Ο.Χ. καλούνται να απαντήσουν στο εξής ερώτημα.

 Η χειροτονία του Ακακίου από ένα νεοημερολογίτη επίσκοπο και από ένα παλαιοημερολογίτη, ο οποίος όμως κοινωνούσε πλήρως με τους Νεοημερολογίτας, δεν πρέπει να θεωρηθεί άκυρη, καθώς κατά την εποχή εκείνη (1960) οι Γ.Ο.Χ. και ιδίως ο Ακάκιος διεκήρυτταν, ότι τα Μυστήρια των Νεοημερολογιτών στερούνται της θείας Χάριτος;

Θα πρέπει άλλωστε να σημειωθεί, ότι ο Ακάκιος ήταν ένας από τους πλέον φανατικούς υποστηρικτές των ματθαιικών κακοδοξιών. Ο Ακάκιος υποστήριζε πάντοτε, ότι οι νεοημερολογίτες  επίσκοποι είναι σχισματικοί, ότι τα Μυστήριά τους είναι άμοιρα της θείας Χάριτος και ότι οι Νεοημερολογίται που προσχωρούν στους Γ.Ο.Χ. πρέπει οπωσδήποτε να αναμυρώνωνται, τακτική άλλωστε που ο ίδιος διαρκώς εφήρμοζε.

Ο Ακάκιος επίσης έως το 1945 αποκαλούσε τον υποστηρικτή των αντιθέτων, εκκλησιολογικών φρονημάτων πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο «ανισόρροπον, φρενοβλαβή, παλίμβουλον, ακατάρτιστον και αμαθέστατον θεολογικώς και εκκλησιαστικώς, πεπλανημένον, κακόδοξον, ψευδοδιδάσκαλον, ψευδαπόστολον, ψευδεπίσκοπον, ανατροπέα των εκκλησιαστικών παραδόσεων»!

Το 1962 ο Ακάκιος χειροτόνησε νέους επισκόπους με την σύμπραξη  του επισκόπου της Ρωσικής Διασποράς Λεοντίου Χιλής, ο οποίος ενήργησε και πάλι κρυφά από την προϊσταμένη του αρχή. Το κύρος των χειροτονιών του 1960 και 1962 αναγνώρισε η Σύνοδος των Ρώσων  της Διασποράς μόλις το 1969, η οποία δήλωσε ταυτόχρονα στον τότε αρχιεπίσκοπο των Γ.Ο.Χ. Αυξέντιο, ότι «θεωρεί την υμετέραν Ιεραρχίαν, ως αδελφούς εν Χριστώ, οι οποίοι θα είναι εν πλήρει επικοινωνία μεθ' ημών».

Οι Γ.Ο.Χ. δέχθηκαν με ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση την ανωτέρω αναγνώριση  από τους Ρώσους, οι οποίοι μετά το 1965 διέκοπταν προοδευτικά την εκκλησιαστική κοινωνία με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες που συμμετείχαν στην Οικουμενική Κίνηση. Φυσικά οι Ρώσοι κατά το 1969 δεν είχαν διακόψει την κοινωνία με όλες τις Τοπικές Εκκλησίες, όπως π.χ. με την Εκκλησία της Σερβίας, με την οποία μάλιστα δεν διέκοψε ποτέ την εκκλησιαστική κοινωνία. Το γεγονός αυτό απεδείκνυε, ότι αν όχι άμεσα τουλάχιστον έμμεσα τόσο οι Ρώσοι όσο και οι Γ.Ο.Χ. κοινωνούσαν και με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες και ιδίως με τις Εκκλησίες του νέου ημερολογίου.

Αυτό βέβαια δεν απασχολούσε τους Γ.Ο.Χ., οι οποίοι ήδη από το 1960 είχαν αποδείξει ότι είναι τελείως ανειλικρινείς και ασυνεπείς προς την εκκλησιολογία τους, και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η πάση θυσία συντήρηση  του αντικανονικού σχίσματός τους. Η ανειλικρίνειά τους αυτή γινόταν περισσότερο εμφανής, όταν σε κάθε ευκαιρία διεκήρυτταν επίσημα το φρόνημά τους περί απουσίας θείας Χάριτος από τα Μυστήρια των Νεοημερολογιτών ( Περιοδικό Κήρυξ Γνησίων Ορθοδόξων) -με τους οποίους φυσικά έμμεσα ή άμεσα κοινωνούσαν- αδιαφορώντας για την τελείως αντίθετη άποψη των Ρώσων(.Ιωάσαφ Ανάγνου, Βίγλα Ορθοδοξίας, σελ. 27)

(Απόσπασμα από σχετική εργασία μας για το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ)


Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ 37ΟΥ ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ ΕΝ ΛΑΟΔΙΚΕΙΑ ΣΥΝΟΔΟΥ.


Yahoo/Απεσταλμέν
  • Δευ 22 Μαΐ στις 9:37 π.μ.


    Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.


    Ο 37ος κανόνας της Εν Λαοδικεία Συνόδου λέει:

    «Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν, τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ

     

    λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζειν αὐτοῖς.(37Ος ΚΑΝΟΝΑΣ).

     

    Οπότε το πρόβλημα είναι ποια είναι η ερμηνεία του «συνεορτάζειν».

    ΣΤΟ ΠΗΔΆΛΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ ο κανόνας αυτός συνδέεται

    Α. Με τον ΜΕ΄ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΚΑΝΟΝΑ ο οποίος λεει:

     

    «Επίσκοπος ή πρεσβύτερος η διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος,

     

    μόνον αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς ως κληρικοίς ενεργήσαι

     

    τις,καθαιρέσθω.

     

    Β. Με τον -Ό (70ο ) - ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΚΑΝΟΝΑ ο οποίος λέει:

    «Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου.

     

    τῶν κληρικῶν, νηστεύοι μετὰ Ἰουδαίων, ἢ ἑορτάζοι μετ᾿ αὐτῶν, ἢ

     

    δέχοιτο παρ᾿ αὐτῶν τὰ τῆς ἑορτῆς ξένια, οἷον ἄζυμα ἤ τι τοιοῦτον,

     

    καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκὸς εἴη, ἀφοριζέσθω.

     

     

     

    Επομένως η ερμηνεία του «συνεορτάζειν» θα πρέπει να γίνει σε συνδυασμό με τους κανόνες ΜΕ ΚΑΙ Ό (70) ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥΣ.

    Ο συνεορτασμός με τους Ιουδαίους αφορά μόνο την εορτή του Πάσχα και αυτός έχει λυθεί από τους Όρους της Α Οικουμενικής για τον καθορισμό της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα.  Στην ερμηνεία του Ο Αποστολικού κανόνα ο Άγιος Νικόδημος επικεντρώνεται ως επί το πλείστον στον συνεορτασμό του Πάσχα ΟΡΘΟΔΌΞΩΝ και ΙΟΥΔΑΙΩΝ.

    Το ΣΥΝΕΟΡΤΑΖΕΙΝ με τους άλλους αιρετικούς περιλαμβάνει:

    1.ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ (συνευξάμενος)

    2.ΑΠΟΔΟΧΗ ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΩΝ ΔΩΡΩΝ (της εορτής ξένια).Εδώ ο Άγιος Νικόδημος κάνει αναφορά στα κουρμπάνια των Αγαρηνών και ΣΤΑ ΑΖΥΜΑ ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΩΝ. Πουθενά στην ερμηνεία του κανόνα δεν ταυτίζεται ο ΣΥΝΕΟΡΤΑΣΜΟΣ με την ΙΔΙΑ ημερομηνία της εορτής.

    Χαρακτηριστικά αναφέρουν: «Οι τοιαύτα δεχόμενοι και συνηστεύοντες και συνεορτάζοντες δεν είναι ομόφρονες με τους Ιουδαίους (διότι αν ήταν τοιούτοι δεν έπρεπε να καθαιρεθούν η να αφορισθούν,άλλα και τω αναθέματα να παραδοθούν κατά τον κθ της Λαοδικείας). Δίδουσι όμως ΚΑΙ ΥΠΟΨΙΑΝ  ΌΤΙ ΤΙΜΏΣΙ ΤΩΝ Ιουδαίων τας τελετάς το οποίον είναι των ορθοδόξων αλλότριον.(ζ Αποστολικός κανόνας).

    Αν συνέβαινε αυτό τότε τα έτη π.χ 1974-1977-1980-1984-1987-1990-2001-2004-2007-2010-2011-2014-2017-κατά τα οποία  ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΩΝ συνέπιπτε την ίδια ημερομηνία με το ΠΑΣΧΑ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ τότε όλο ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΙΕΡΑΤΕΙΟ  ΝΕΟΥ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ θα ήταν ΑΦΟΡΙΣΜΕΝΟ.

    π.Δημήτριος Αθανασίου

Κυριακή 21 Μαΐου 2023

ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΓΙΟΜΑΧΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΤΩΝ ΓΟΧ ( ΜΕΡΟΣ Β)


Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερου  Δημητρίου  Αθανασίου (χημικού-βιοχημικού)

Συνεχίζουμε την παρουσίαση Αγίων του ν.η  που μερίδα των ΓΟΧ αμφισβητούν την αγιότητά τους. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με ο,τι αναφέραμε προηγουμένως  τα γνωρίσματα ή κριτήρια των προσώπων, προκειμένου να καταχωρισθούν στα δίπτυχα των αγίων της Εκκλησίας, είναι τα εξής:

α) το Ιερό Βάπτισμα

β) το ορθόδοξο φρόνημα

γ) ο ενάρετος βίος

δ) οι εξαιρετικές υπηρεσίες και η προσφορά στην Εκκλησία

ε) η θαυματουργία

στ) τα Ιερά Λείψανα.

ΟΣΙΟΣ  ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ-

Ο Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής (κατά κόσμον Φραγκίσκος Κόττης), από τις Λεύκες της νήσου Πάρου, προσήλθε στο Άγιον Όρος για να μονάσει το 1921, σε ηλικία 24 ετών. Τότε, στο Άγιον Όρος, όλοι οι Πατέρες ήταν ενωμένοι και αγαπημένοι και δεν υπήρχε ο λεγόμενος «ζηλωτισμός», ο οποίος δημιουργήθηκε με τη διόρθωση του Ιουλιανού Ημερολογίου το 1923 .

Ο Άγιος Ιωσήφ με τους γέροντές του και με τον πατέρα Αρσένιο, τον συνασκητή του, εντάχθηκαν στη χορεία των λεγόμενων «ζηλωτών» Πατέρων, οι οποίοι δεν μνημόνευαν το όνομα του Πατριάρχη στις ακολουθίες και δεν είχαν επικοινωνία με τις Μονές του Αγίου Όρους που εξακολουθούσαν να τον μνημονεύουν κανονικά. Μετά το 1935, που οι λεγόμενοι «παλαιοημερολογίτες» της Ελλάδος απέκτησαν «Ιεραρχία», ο Άγιος Ιωσήφ εντάχθηκε στην ομάδα των λεγόμενων «Ματθαιικών» συμμετέχοντας στην γραπτή αποκήρυξη των Αρχιερέων.

Όταν μάλιστα κάποιοι καλοί Ζηλωτές Πατέρες της μετριοπαθούς γραμμής προσπάθησαν να μεταπείσουν τον Γέροντα Ιωσήφ για την στάση του εκείνη, αυτός τους απεδίωξε με ταραχή. Όμως, την νύχτα εκείνη στην συνηθισμένη προσευχητική αγρυπνία του  δεν μπορούσε να προσευχηθεί καθαρά. Και όταν τον πήρε ο ύπνος,  είδε ότι βρισκόταν σε ένα μικρό βράχο μέσα στην άγρια θάλασσα  και η ακτή, ένα μεγάλο βουνό, φαινόταν να βρίσκεται σε απόσταση. Τότε τον κατέλαβε μεγάλη αγωνία και προσπαθούσε να βρει  τρόπο να πλησιάσει στην ακτή και να πηδήσει σε αυτήν για να  γλυτώσει από τον προφανή κίνδυνο. Ώσπου τελικά συνέβη αυτό  προς μεγάλη του ανακούφιση. Τούτο όμως το θεώρησε ως «σημείον» ότι δεν βάδιζε σωστά. Ο δε π. Εφραίμ προσευχόμενος για  το ίδιο θέμα, άκουσε –κατά βεβαίωσή του- φωνή που του έλεγε:

«Εν τω προσώπω του Φλωρίνης απεκήρυξες όλην την Εκκλησίαν». Το συμπέρασμά τους ήταν ότι ακολούθησαν εσφαλμένη πορεία  και ότι η ομολογιακή στάση και τοποθέτηση του Αγίου Πρώην  Φλωρίνης Χρυσοστόμου ήταν εκκλησιαστική και θεάρεστη, και  όχι βεβαίως σχισματική και εξωεκκλησιαστική.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Από το βιβλίο - Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ (1897-1959)- (Γέροντος Εφραίμ Φιλοθείτου).   Έκδοσις ιεράς μονής Αγίου Αντωνίου Αριζόνας USA 2008 ) πληροφορούμαστε τα εξής:

«Ο όσιος Ιωσήφ ο ησυχαστής ήταν ματθαιίτης, μετά φλωρινικός λόγω των ματθαιικών χειροτονιών του 1948, και το 1950 λόγω της εγκυκλίου που έβγαλε ο πρ. φλωρίνης έφυγε και από αυτόν και εκκλησιαζόταν στο κυριακό της Αγίας Αννης το οποίο δεν μνημόνευε τον πατριάρχη εκείνη την περίοδο.

Η  αλλαγή στην στάση των Γερόντων έναντι του πρώην Φλωρίνης και της Εκκλησίας του Παλαιού Ημερολογίου έγινε εξ αιτίας του ότι τον Μάιο του 1950 υπεγράφη η γνωστή Εγκύκλιος περί ακυρότητος Μυστηρίων των Νεοημερολογιτών και περί Μυρώσεώς τους σε περίπτωση προσχωρήσεως στο Παλαιό..

Ο Γέροντας δεν είχε πανεπιστημιακό πτυχίο διανοητικής θεολογίας. Ήταν όμως πραγματικά θεοδίδακτος και ως θεόπτης ήταν κάτοχος της πραγματικής θεολογίας. Ποτέ μου δεν τον θυμάμαι να ενήργησε χωρίς να έχει πληροφορία. Σ' αυτό το σημαντικώτατο ζήτημα μας έβαλε όλους μας και κάναμε τριήμερο νηστεία και προσευχή. Για τρεις μέρες δεν φάγαμε τίποτε, μόνο νεράκι ήπιαμε.

Την τρίτη μέρα κλείστηκε ο Γέροντας μέσα στην καλύβα του όλη τη νύκτα κάνοντας δακρύβρεχτη ικευτική προσευχή, κι εμείς απ' έξω τον περιμέναμε σαν τον Μωυσή να βγει και να μας πει τα αποτελέσματα της "συνόδου". Μετά την προσευχή φαίνεται θα είδε αποκαλυπτική οπτασία και βγαίνοντας μας λέει:

- Όσοι πιστοί! Πατέρες, τέρμα. Η πληροφορία είναι να προχωρήσουμε με τα μοναστήρια κι αυτή είναι η αλήθεια! Οι ζηλωταί είναι πλανεμένοι!

Ήταν πράγματι μεγάλη και απότομη η στροφή του Γέροντος, διότι ήταν ζηλωτής και μάλιστα αυστηρός. Μέχρι τότε ήμασταν όλοι ζηλωτές: Ο Γέρο-Αρσένιος, ο πατήρ Ιωσήφ ο νεώτερος, εγώ, ο παπά-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, ο Γέρο-Νικηφόρος και άλλοι... Μία τόσο, λοιπόν, απότομη μεταστροφή του Γέροντος Ιωσήφ στάθηκε <<κεραυνός εν αιθρία>>. Αλλά επειδή ο Γέροντας ουδέποτε υπήρξε φανατικός και ουδέποτε ακολούθησε κάτι με εμπάθεια, κατάλαβε αμέσως πως εκείνο που μας έλεγε είναι η αλήθεια και η Ορθοδοξία.

- Γέροντα, τι είδες;

- Δεν θα σας το πω. Το θέμα τελείωσε. Θα προχωρήσουμε με τα μοναστήρια και θα μνημονεύσουμε τον Πατριάρχη. (σημ: εννοεί τον Αθηναγόρα)

Πετάγεται ο πατήρ Αθανάσιος.

-Εγώ δεν μνημονεύω τον Πατριάρχη. Είναι αιρετικός!

Ο Γέρο-Αρσένιος, πήγε πίσω από τον γέροντα και του λέει:

- Γέροντα, πολλοί πλανήθηκαν ακόμα και μεγάλοι Άγιοι.

- Πάτερ Αρσένιε, αυτός ο δρόμος πάει προς τα εδώ και ο άλλος πάει προς

τα εκεί, όποιον θέλεις διάλεξε ή θα πειθαρχήσεις ή θα πάρεις τον δρόμο

σου. Εγώ θα ακολουθήσω τα μοναστήρια.

-Γέροντα εγώ δυσκολεύομαι.

-Πάτερ Αρσένιε ένα και ένα κάνουν δυο πάρε δρόμο και φύγε!

Αμέσως όλοι κοκαλώσαμε. Μόλις άκουσε έτσι ο π. Αρσένιος λέει στον

γέροντα: Ευλόγησον! Ευλόγησον!

…………………………………………………………………..

Να παρεμβάλλω εδώ, πως σαν πέρασε κάμποσος καιρός, ο Γέροντας μας εκμυστηρεύτηκε το περιεχόμενο της οπτασίας, που τον πληροφόρησε για το θέμα του ημερολογίου:

Προσευχόμενος είδε μια φωτισμένη ωραία Εκκλησία, που είχε μια μικρή έξοδο, όπου απ' αυτήν έβγαιναν όλοι. Στην αυλή όμως μάλωναν και φώναζε ένας πιστός στον άλλον:

- Εγώ είμαι σωστός!

- Εγώ είμαι σωστότερος! φώναζε ο δεύτερος.

- Εμείς είμαστε η Εκκλησία! φώναζε ο τρίτος.

Και μας εξήγησε ο Γέροντας:

 -Αυτό φανερώνει ότι ναι μεν μάλωναν, αλλά ανήκαν στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Είχαν κοινό το δόγμα και κοινή την Χάρη, αλλά δεν είχαν ελεύθερο Πνεύμα και αγιασμό , οπότε μάλωναν.  Πως μπορώ να πω εγώ τώρα ότι η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος είναι κακόδοξη και ότι δεν έχει την Χάρη του Θεού; Να τη πω κακόδοξη για το ημερολόγιο και μόνον; Και να πω ότι ο Δεσπότης είναι κολασμένος; Είμαι με το παλιό, αλλά δεν φρονώ όπως φρονούν οι ζηλωτές.

Είναι τον καιρό που υπογράφηκε η βλάσφημη εγκύκλιο του 1950 από τον Χρυσόστομο Καβουρίδη μετά από πιέσεις ακραίων ζηλωτών.

Η εξήγηση της οπτασίας έχει ως εξής: Η ωραία Εκκλησία που είδε ο γέροντας είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Τα πρόσωπα που βγαίνουν, δεν ξέρω τι σημασία έχουν για αυτό δεν θα προσπαθήσω να τα χαρακτηρίσω.

Το σημαντικό κομμάτι είναι το επόμενο, ο γέροντας είδε στον προαύλιο χώρο της Εκκλησίας μάλωναν κάποια άτομα (δεν ξέρουμε πόσα είναι ίσως τρία από τα λεγόμενα του γέροντα), σχετικά με το ποιος είναι ο σωστός, δηλαδή ποιος είναι η Εκκλησία. Αυτό φανερώνει από τα λεγόμενα του γέροντα ότι και οι τρεις ανήκαν στην Εκκλησία μιας και ήταν στο προαύλιό της. Ας προσέξουμε τον αριθμό τρία (αν πράγματι ήσαν τρεις) ίσως να δηλώνει τις παρατάξεις στις οποίες είχε σπάσει η Εκκλησία νέοημερολογίτες, παλαιοημερολογίτες μετριοπαθείς (Φλωρινικοί), παλαιοημερολογίτες ακραίοι (Ματθαϊκοί).

Σύμφωνα με τον γέροντα: Αυτό φανερώνει ότι ναι μεν μάλωναν, αλλά ανήκαν στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Είχαν κοινό το δόγμα και κοινή την Χάρη, αλλά δεν είχαν ελεύθερο Πνεύμα και αγιασμό , οπότε μάλωναν.

Αυτό θεωρώ ότι είναι αρκετοί εξήγηση για να αποστομώσει διάφορους ακραίους ημερολογιολάτρες, τόσο στο χώρο του νέου ημερολογίου όσο και στου παλαιού και δείχνει ότι , παρ’ όλες τις αδυναμίες και διαφορές μας ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός δεν μας εγκατέλειψε και ποτέ δεν πάψαμε όλοι μαζί να αποτελούμε την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία Του.

Τελικά όμως, ο Γέροντας Ιωσήφ με την Συνοδία του στρέφονται προς τις Μονές  και  απομακρύνονται  από  τους  Ζηλωτές το Φθινόπωρο του έτους εκείνου (1951), διότι τον Οκτώβριο δέχθηκε χειροτονία από τον εφησυχάζοντα στο Άγιον Όρος επίσκοπο Μιλητουπόλεως Ιερόθεο ο υποτακτικός του Γέροντος π. Χαράλαμπος, ο εκ Δράμας καταγόμενος, ακόλουθος του Παλαιού  Ημερολογίου από την εποχή που ήταν λαικός, ο οποίος αργότερα έγινε Ηγούμενος της Μονής Διονυσίου και κοιμήθηκε  σε  γήρας βαθύ το 2001

Άλλα ιστορικά στοιχεία για τον όσιο Ιωσήφ τον Ησυχαστή

Η μητέρα του Αγίου Ιωσήφ, καθώς και οι δύο αδελφές του, εκάρησαν μοναχές από παλαιοημερολογίτη ιερέα και εκοιμήθησαν, μονάζοντας κατ’ οίκον με το παλαιό ημερολόγιο.

Η ανιψιά του, Βαρβάρα, κόρη της αδελφής του Εργίνας, εκάρη μοναχή με το όνομα Βρυαίνη στο παλαιοημερολογίτικο Μοναστήρι Κοιμήσεως της Θεοτόκου Θρακομακεδόνων. Τον γέροντά της Παρθένιο Σκουρλή (μετά ταύτα «επίσκοπο Κυκλάδων» του Παλαιού Ημερολογίου) και την Ηγουμένη Ευθυμία σεβόταν υπερβαλλόντως μέχρι το τέλος της ζωής του ο Άγιος. Η Βρυαίνη, μετά ταύτα, έχτισε δικό της μοναστήρι της Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης στη Σταμάτα Δροσιάς Αττικής, όπου εκοιμήθη και υπάρχει μέχρι σήμερα και το οποίο ανήκει σε Σύνοδο ΓΟΧ.

Από τους πρώτους υποτακτικούς του γέροντα ήταν ο πατήρ Εφραίμ Καραγιάννης, ο οποίος έγινε ιερεύς (δεν μας είναι γνωστό ποιος τον χειροτόνησε), εκοιμήθη και τάφηκε  στον κόσμο στο μοναστήρι της Μυρτιδιωτίσσης, όπου εφημέρευε. Το 1934 προσήλθε ο νεότερος αδελφός του Αγίου Ιωσήφ, Νικόλαος, ο οποίος εκάρη μοναχός με το όνομα Αθανάσιος.

ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ

Το 1935 ο Όσιος Ιωσήφ γνωρίστηκε με τον ιερομόναχο Εφραίμ Κατουνακιώτη εκ της Καλύβης του Αγίου Εφραίμ. Ο πνευματικός αυτός σύνδεσμος ήταν τόσο δυνατός, ώστε ο λεγόμενος παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτης -σήμερα Άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης- τον θεωρούσε κατ’ εξοχήν διδάσκαλό του στην πνευματική ζωή.

Ο παπα-Εφραίμ χειροτονήθηκε ιερεύς το 1936 από τον Επίσκοπο Κυκλάδων Γερμανό Βαρυκόπουλο, ο οποίος ήταν παλαιοημερολογίτης «αρχιερεύς» και ο οποίος είχε καθαιρεθεί από την επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος μαζί με τους χειροτονήσαντας αυτόν «αρχιερείς». Οι γονείς του όντως χαριτωμένου και Αγίου Εφραίμ του Κατουνακιώτου έγιναν και οι δύο μοναχοί. Ο μεν πατέρας του, Ιώβ μοναχός, εκάρη στα Κατουνάκια και εκοιμήθη εκεί, όντας με τους ζηλωτές Πατέρες, ενώ η μητέρα του, Μαρία μοναχή, εκάρη στο παλαιοημερολογίτικο Μοναστήρι της Κερατέας, όπου και ετάφη και της οποίας το λείψανο ευωδίασε.

Η χειροτονία εις διάκονον και ιερέα του Αγίου Εφραίμ ήταν η δεύτερη χειροτονία του Κυκλάδων Γερμανού, ενώ τρίτη ήταν αυτή του ιερομονάχου Ανανία εκ της αδελφότητος Αναναίων της Ιεράς Σκήτης Αγίας Άννης. Ο παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτης υπήρξε επί πολλά έτη ο εφημέριος του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού και της συνοδείας του. Ας σημειωθεί ότι τότε στις ερημικές εκείνες περιοχές του Άθωνα σχεδόν όλοι ήταν ζηλωτές. Ο μόνος στα Κατουνάκια που δεν έγινε ποτέ ζηλωτής ήταν ο Όσιος Δανιήλ ο Κατουνακιώτης.

Κάποιοι όμως Πατέρες αμφέβαλλαν για την κανονικότητα της χειροτονίας του, γι’ αυτό κι εκείνος απευθύνθηκε στον προϊστάμενο της κυρίαρχης Μονής Μεγίστης Λαύρας, όπου ανήκε και η Σκήτη της Αγίας Άννης, γέροντα Πλάτωνα, για να πληροφορηθεί τι έπρεπε να κάνει.

Εκείνος απευθύνθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας απάντησε σε αυτόν: «Δεχόμεθα τον αδελφόν ως έχει». Τα ανωτέρα διηγούνταν ο ίδιος ο Άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης.

-----------------------------------------------------------------------------

 

Ο Όσιος Εφραίμ Κατουνακιώτης δια το δυσώδες του Οικουμενισμού

 Η στάση συγχρόνων Αγίων μας αποτελεί φρένο στον κατήφορο των οικουμενιστικών ατοπημάτων. Είναι άξια αναφοράς για παράδειγμα, η στάση του Οσίου Εφραίμ Κατουνακιώτη για τον Οικουμενισμό, μια στάση που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, ήταν απλά ως μια γνώμη του Οσίου αυτού για το θέμα τούτο, αλλά ήταν αποτέλεσμα πληροφορίας μετά από θερμή προσευχή.  Και φυσικά όσο και να αποφεύγουν να αναφέρονται σ’ αυτό το γεγονός, δεν αποτολμάται η αμφισβήτησή του.

 Σε βίντεο που προβλήθηκε από τον διαδικτυακό ιστότοπο pemptousia.gr, με τίτλο ‘’Βιώματα από τον Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη’’, ο ιατρός κ. Βασίλειος Φωτιάδης καταθέτει μια συγκλονιστική μαρτυρία’’.  Αυτή η μαρτυρία δόθηκε κατά τη συζήτηση που έγινε ‘’στο πλαίσιο ομιλίας που πραγματοποιήθηκε με θέμα : «Ο Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης 1912-1998» στο Πνευματικό Κέντρο του Ι. Ναού Παναγίας Λαοδηγήτριας στη Θεσσαλονίκη 23 Απριλίου 2017’’ (όπως αναφέρει η ιστοσελίδα αυτή).

 Στο εν λόγω βίντεο ο ιατρός κ. Βασίλειος Φωτιάδης αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής:  ‘’Σ’ ένα πανηγύρι στη Μικρά Αγία Άννα, ήταν ένας διανοούμενος, της Εκκλησίας θα λέγαμε, όχι κληρικός, ο οποίος πρωτοστατούσε για τον Οικουμενισμό.  Είχε κάποιες θέσεις ή απόψεις, έλεγε στον Γέροντα Γεράσιμο «θέλω να πάω στον παπά Εφραίμ, αλλά δεν δέχεται.  Του υπέδειξε ο Γέροντας Γεράσιμος να ακολουθήσει τον γιατρό και θα ανοίξει κι η πόρτα.  Τον είδε ο παππά Εφραίμ και του είπε «Γέροντα πρέπει να προσέξουμε αυτό, πρέπει να προσέξουμε εκείνο.  Παρών εγώ.  Σε κάποια φάση λέει (ο Γέροντας) «Δεν ακούω καλά.  Έλα πιο κοντά να μου το πεις και πλησίασε».  «Φύγε αυτή τη στιγμή από δω γρήγορα».  Σοκαρίστηκε αυτός, έπαθα κι εγώ.  «Αυτή τη στιγμή που σου λέω.  Αυτά που θέλεις, αυτές οι δοξασίες είναι πλάνες».  «Μα, λέει Γέροντα».  «Πλάνες…έξω…έξω».  Σοκαρίστηκε ο άνθρωπος, βγήκε έξω, τελείως έξω.  Ρώτησε μετά τον π. Ιωσήφ, τον νυν γέροντα, λέει «δεν μπορώ να κάνω τίποτα, αφού ο Γέροντας…».  «Λέω Γέροντα τι έγινε, δεν αισθάνομαι καλά κι εγώ που τον έφερα…».  «Να σου πω παιδάκι μου», μου λέει, «εγώ παιδάκι μου καταλαβαίνω κι αλλιώς τους ανθρώπους.  Δεν καταλάβαινα τι έλεγε και έκανα μια προσευχή μέσα μου να δω τι γίνεται κι εκείνη τη στιγμή τον πλησίασα να δω τι ανέδιδε».  «Δυσοσμία», μου λέει, «βρωμιά και κατάλαβα ότι όλα αυτά που έχει είναι πλάνες».  Βγήκε έξω και έκλαιγε ο άνθρωπος αυτός και λέει «πιθανόν να κάνω λάθος».   Μπήκε μέσα μετά και  του λέει (ο Γέροντας) «Παιδάκι μου θα χάσεις την ψυχή σου, πρόσεξε καλά».  Και πράγματι μετανόησε.  Και έκανε μια τέτοια θερμή προσευχή γι’ αυτόν τον άνθρωπο εκεί μπροστά που λιώσαμε κι εμείς στην κυριολεξία.  Κι από τότε αυτός ο άνθρωπος διατήρησε μια επικοινωνία με τον Άγιο Εφραίμ’’.

Παρόμοια εμπειρία κατέγραψε και ο καθηγητής κ. Δ. Τσελεγγίδης, όπου ο Όσιος Εφραίμ Κατουνακιώτης κατόπιν προσευχής αισθάνθηκε τη δυσωδία του Οικουμενισμού, αναφέροντας ότι ‘’ο Οικουμενισμός έχει δαιμόνια’’.

 Είναι αλήθεια πως όσοι επιμένουν στη στρέβλωση του Οικουμενισμού, ούτε ακροθιγώς δεν αναφέρονται στην προσευχητική αυτή εμπειρία του Οσίου Εφραίμ του Κατουνακιώτη, που μετά από θερμή προσευχή, του φανερώθηκε το δυσώδες του Οικουμενισμού.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το ερώτημα όμως παραμένει. Γιατί δεν τους αποδέχονται οι ΓΟΧ ως Αγίους τα πρόσωπα που αναφέραμε;;;Ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται σε μια εισήγηση του  Θεοφιλ. Ἐπισκόπου Χριστιανουπόλεως κ. Γρηγορίου (ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ)

στην Ε´ Πανελλήνια Σύναξη Κληρικών. Γράφει λοιπόν ο Θεοφιλέστατος:

«Ένα άλλο θλιβερό σημείο είναι ότι η κρατούσα Εκκλησία προπαγανδίζει νέα σύγχρονα πρόσωπα των τελευταίων δεκαετιών του περασμένου αιώνα ότι ήταν άγιοι. Αυτό το επιτυγχάνει μέσω ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, εντύπων, βιβλίων και διαδικτύου. Τα πρόσωπα αυτά που προβάλλονται ως «άγια», πράγματι έχουν δείξει στην βιοτή τους ότι είχαν μία πνευματική ζωή που -τολμάμε να πούμε- ότι ήταν και υποδειγματική σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Δεν είναι όμως άγιοι, διότι δεν υπάρχει η ανάδειξη της αγιότητος αυτών από τον Θεό. Ιερά Λείψανα άφθαρτα που να ευωδιάζουν και να θαυματουργούν δεν υπάρχουν. Επίσης σε μερικούς τίθεται θέμα της ορθής πίστεως, διότι το φανερώνει η βιοτή τους. Επομένως γίνεται μία προσπάθεια τον καλό άνθρωπο να τον κάνουν Άγιο. Αυτό είναι εκτροπή από τα της Ορθοδόξου Παραδόσεως και των κριτηρίων αγιότητος».

Αν κατανοούμε σωστά και οι Όσιοι ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, ΠΑΪΣΙΟΣ, Ιωσήφ Ησυχαστής και Εφραίμ Κατουνακιώτης ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΟΡΘΗ ΠΙΣΤΗ !!!!!!!!!!!!Και ποια είναι η ΟΡΘΗ ΠΙΣΤΗ; Να ακολουθήσουν την νοοτροπία και τις πάψεις των ΓΟΧ; Όμως οι αναφερόμενοι Άγιοι κινήθηκαν μακριά από Ζηλωτικές πρακτικές. Ιδιαίτερα οι όσιοι Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Εφραίμ Κατουνακιώτης τους ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΑΝ ΕΠΙΣΗΜΑ και ΜΕ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ, επειδή τον περισσότερο χρόνο της ζωής τους τον πέρασαν στις ζηλωτικές παρατάξεις Ματθαιϊκων και Φλωρινικών. Παραθέσαμε αδιάσειστα ιστορικά στοιχεία ότι οι προσναφερθέντες Άγιοι ήταν αντι-οικουμενιστές και αντι-αιρετικόί.Άρα είχαν ορθή πίστη.Όμως επειδή ήταν και άνθρωποι φυσικά θα είχαν υποπέσει σε διάφορα λάθη γιατί ΑΛΑΝΘΑΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Ο ΘΕΟΣ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπήρξε αγιότητα σε αυτούς; Αυτό το μαρτυρούν τα θαύματα αλλά και η ΚΟΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ που τους αποδέχτηκε και τους ανακήρυξε ως Αγίους.

Τώρα αν υπήρχαν φορείς που με διάφορους τρόπους εκμεταλλεύτηκαν τους Αγίους αυτό είναι άλλο θέμα. Εχω μαρτυρία κληρικού που ήταν πολλά χρόνια δίπλα στον Άγιο Παϊσιο και μάλιστα ήταν ένα από τα πρόσωπα που βοήθησε τον Άγιο να φτιάξει τον τάφο του δίπλα στο κελί στην Παναγούδα. Το γιατί τάφηκε εκτός Αγίου όρους είναι ένα θέμα που όποιος το ψάξει εύκολα βρίσκει την εξήγηση. Για τα λείψανα του Αγίου Πορφυρίου έγινε ιδιαίτερος λόγος στην ανακομιδή των λειψάνων του.

Επίσης υπάρχουν ευωδιάζοντα λείψανα τον Οσίων Ιωσήφ του Ησυχαστή και Εφραίμ Κατουνακιώτη.

Από την εκταφή του Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή. Ευωδίαζε η κάρα του Γέροντα

Όταν κάναμε την εκταφή του Γέροντος, τρία χρόνια μετά την κοίμησή του, τον βγάλαμε κεχριμπάρι, αυτό είναι σημείο αγιότητος. Όλα τα άγια λείψανά του ήσαν όπως το κεχριμπάρι.

Στην εκταφή, όλοι οι παραδελφοί έλεγαν, εγώ θα πάρω αυτό, εγώ θα πάρω το άλλο κι’ εγώ έλεγα μέσα μου: «Εγώ δεν θα μιλήσω καθόλου, ο,τι μου δώσουν».

Ο πατήρ Αθανάσιος πήρε το χέρι του, λέγοντας:

-Αυτό το χεράκι με έσωσε, με τις μπαταριές που έτρωγα!

Και ενώ όλοι έπαιρναν κάποιο κομμάτι από το άγιο Λείψανό του για ευλογία, εγώ καθόμουν παράμερα. Γυρνάει τότε ο Γερο-Αρσένιος και λέει:

-Την κάρα να την δώσετε στον παπα-Εφραίμ.

-Να ’ναι ευλογημένο. Σ’ ευχαριστώ πολύ.

Άλλος είχε σκοπό να την πάρη, γιατί όλοι της συνοδείας μας είμαστε εκεί. Έτσι δεν έβαλα θέλημα πουθενά και πήρα την κάρα του αγίου Γέροντός μου.

Η κάρα του αγιορείτου γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού (+1959) βρίσκεται στην Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου στην Αριζόνα (περιοχή Φλόρανς) των ΗΠΑ.

Στη Νέα Σκήτη την έβαλα στο παρεκκλήσι δίπλα στο κελλί μου. Στην Ιερά Μονή Φιλοθέου την είχα στο κελί μου και τώρα στην Αριζόνα είναι τοποθετημένη στο παρεκκλήσι του αγίου Παντελεήμονος και ευωδιάζει, από την Νέα Σκήτη μέχρι σήμερα συνεχώς. Και είναι πολύ παράδοξο μυστήριο, ότι όσο περνούν τα χρόνια, ευωδιάζει και περισσότερο.

Και ξεκινώντας είτε την αγρυπνία μου είτε την θεία Λειτουργία είτε οποιαδήποτε διακονία, πηγαίνω βάζω μετάνοια, παίρνω την ευχή του και κάνω υπακοή ακόμα και σήμερα.

Τα λείψανα του αγιασμένου Γέροντος Ιωσήφ, όπου κι’ αν υπάρχουν, παντού ευωδιάζουν και κάνουν θαύματα σε όσους τα προσκυνούν ανάλογα με την πίστη που έχει ο καθένας.

Πάντοτε στην γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου κάνουμε πανηγύρι και το απόγευμα της ίδιας ημέρας κάνουμε το μνημόσυνο για τον Γέροντά μας, που τον πιστεύουμε απόλυτα ως σύγχρονο Άγιο.

Κάποτε στη Μονή Φιλοθέου, όταν βγάλαμε την κάρα του από την στολισμένη θήκη της, για να κάνουμε το μνημόσυνο, ευωδίαζε πολύ και μάλιστα μπροστά στο στόμα.

Απορούσαμε γιατί στο στόμα περισσότερο και τότε πετάγεται ένα καλογέρι και μου λέει:

-Γέροντα, ξέρεις γιατί ευωδιάζει απ’ το στόμα; Γιατί έλεγε την ευχή συνέχεια μ’ αυτό.

Πράγματι, είχε δίκιο, αυτή είναι η αλήθεια! Διότι θες η ευχή, που με το στόμα έλεγε, θες τα σωτήρια λόγια του Θεού, που πάντα αυτό το στόμα έβγαζε για την ωφέλεια όλων, θες η παντελής αποφυγή της αργολογίας και της κατακρίσεως, θες τα παιδαγωγικά του λόγια για την τελείωσι των υποτακτικών του, θες το μελίρρυτο ψάλσιμό του, που από τον Θεό έλαβε, όλα από το στόμα του έβγαιναν. Ευλογημένο λοιπόν και τρισευλογημένο. Γι’ αυτό και στην κάρα του το στοματάκι του ευωδιάζει πολύ περισσότερο από κάθε άλλο μέρος της. 

(Πηγή: Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης, Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης (1897-1959).

 

------------------------------------------------------------------------------------------------

Κλείνοντας το αφιέρωμα στον Άγιο Ιωσήφ του Ησυχαστή αναφέρουμε και τα πρόσωπα εκείνα που είχαν πνευματική επικοινωνία με τον Όσιο και βοήθησαν στην ανάκαμψη του Αγιορείτικου μοναχισμού.

Ο πρώτος συνασκητής του Γέροντα Ιωσήφ, ο Γέροντας Αρσένιος, μαζί με τον παπαΧαράλαμπο και την συνοδεία του μετακινήθηκαν το 1967 στο Μπουραζέρι και τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1979, ως συνοδεία εικοσιένα μελών στην Ιερά Μονή Διονυσίου, όπου ο παπαΧαράλαμπος έγινε ηγούμενος.

Ο παπα Εφραίμ, τώρα προηγούμενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου, πήγε με την συνοδεία του το 1967 στο Κελλί του Αγίου Αρτεμίου της Σκήτης της Προβάτας, και το 1973 πλαισιούμενος από την εικοσιεξαμελή συνοδεία του ανέλαβε την ηγουμενία της Ιεράς Μονής Φιλοθέου, η οποία μετατράπηκε από ιδιόρρυθμη σε κοινοβιακή. Το 1979 δωδεκαμελής ομάδα της διευρυμένης πλέον αδελφότητας της Φιλοθέου εγκαταστάθηκε στην Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου. Το 1980 ένα από τα πνευματικά τέκνα του παπαΕφραίμ, ο ήδη μακαριστός Εφραίμ ο νεώτερος, πλαισιούμενος από εικοσαμελή ομάδα της Φιλοθέου, ανέλαβε την ηγουμενία της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου, που επίσης μετατράπηκε σε κοινοβιακή, ενώ το 1981 μια δωδεκαμελής ομάδα επάνδρωσε την Ιερά Μονή Καρακάλλου. Εξάλλου ο προηγούμενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου ίδρυσε και καθοδηγεί αρκετά γυναικεία και ανδρικά μοναστήρια στην Ελλάδα, όπως και δεκαοκτώ στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τον Καναδά, με κεντρικό το μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου της Αριζόνας, όπου και εγκαταβιώνει.

Ο Γέροντας Ιωσήφ, τώρα Βατοπαιδινός, εγκαταστάθηκε το 1975 στο Κουτλουμούσι, ακολούθως στην Κύπρο, από όπου επέστρεψε το 1981 στο Κελλί του Ευαγγελισμού της Καψάλας, για να αναλάβει και να επανδρώσει τελικά με συνοδεία που απαρτιζόταν από εικοσιτρία μέλη την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, η οποία ήταν επίσης ιδιόρρυθμη και είχε φτάσει σε πλήρη σχεδόν διάλυση. Το 1990 η Μονή μετατράπηκε σε κοινοβιακή και εκλέχθηκε ηγούμενος ο Γέροντας Εφραίμ, και ήδη αριθμεί περί τα εκατό μέλη.

Τέλος το έτος 2001 οκταμελής συνοδεία μοναχών με τον πρώην ηγούμενο της Ιεράς Μονής Φιλοθέου Εφραίμ τον νεώτερο εγκαταστάθηκε στην Βατοπαιδινή Σκήτη του Αγίου Ανδρέου στις Καρυές και έχει ήδη εξελιχθεί σε εικοσαμελή αδελφότητα.

Ένα άλλο πνευματικό τέκνο του Γέροντα Ιωσήφ ήταν ο ερημίτης Γεώργιος Βίτκοβιτς . Αυτός έμεινε έξι μήνες μαζί του διδασκόμενος την αδιάλειπτη προσευχή και ακολούθως εγκαταστάθηκε στο Παλαιό Ρωσικό, αλλά επισκεπτόταν τον Γέροντα Ιωσήφ κατά περιόδους και βρέθηκε δίπλα του κατά την κοίμησή του. Ο ερημίτης αυτός προώθησε την παράδοση του διδασκάλου του στον σερβικό μοναχισμό.

Αρκετά τέλος πνευματικά τέκνα και έκγονα του Γέροντα Ιωσήφ ίδρυσαν και καθοδηγούν γυναικεία και ανδρικά μοναστήρια σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος και του εξωτερικού. Υπολογίζεται ότι από την ρίζα του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού προέρχονται άμεσα ή έμμεσα περισσότεροι από χίλιους μοναχοί και μοναχές

(πηγή:  Αρχιμ. Εφραίμ, Καθηγουμένου Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίου, Αίσθησις ζωής αθανάτου, Ομιλίες για τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2005, σ. 79 και 184-185).