Δευτέρα 12 Ιουνίου 2023

ΜΙΑ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚA.


AΡXIKO KEIMENO

 

ΚΑΤΑΠΤΥΣΤΕΣ ΑΣΕΒΕΙΕΣ ΚΑΙ ΒΛΑΣΦΗΜΙΕΣ ΜΕΡΙΔΩΝ ΓΟΧ

-----------------------------------------------------------------

Κυκλοφορούν ακόμα στο διαδίκτυο δημοσιεύσεις που αμφισβητούν την αγιότητα του Αγίου Λουκά του ιατρού από μερίδα γοχ. Έναν άγιο που πολλοί πιστοί τον ευλαβούνται, ομολογούν τα θαύματά του και γιορτάζει σήμερα 11 Ιουνίου..

Ιδιαίτερη αλγεινή εντύπωση μας προκάλεσε το έγγραφο με αριθμό πρωτοκόλλου 2179 10/23-6-2015" /Συνόδου ΓΟΧ, που γράφει ότι οι Σεργιανιστές Σομπόλιεφ και ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΟΙ.

Όταν η εκκλησιαστική συνείδηση ανακηρύσσει και αποδέχεται Αγίους με ποιό δικαίωμα είτε μεμομονωμένα πρόσωπα, είτε Σύνοδοι, απορρίπτουν την αγιότητα; Μήπως πρέπει να επανεξετάσουν την θέση τους;

Γιατί εδώ έχουμε οφθαλμοφανέστατα ΑΓΙΟΜΑΧΙΑ που είναι ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.

Τα μαρτύρια που υπέφερε ο Άγιος Λουκάς δεν αποτελούν ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ;;;

Εάν  υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση ενός κράτους ή ένας εισβολέας σφάξει τον περισσότερο κλήρο και χειροτονήσει εγκάθετους και ανάξιους ιερείς με κανονική χειροτονία (γεμάτη η εκκλησιαστική ιστορία) δεν μολύνεται η μυστηριακή και σωτηριολογική δυνατότητα της εκκλησίας , ούτε μετατοπίζεται η υπόσταση της στους διωκόμενους και δεν επιτρέπεται η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ, ΕΦΌΣΟΝ ΔΕΝ ΘΙΓΕΤΑΙ Η ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

Χλευάζουν κάποιοι Γοχ με ευκολία τον Άγιο Λούκα, ως Σεργιανιστη, και σήμερα 

θεωρούνε ως τιμώμενα πρόσωπα (στα Θεοφανεια και σε πολλές άλλες εκδηλώσεις,

που εκείνοι μαγαριζουνε με την παρουσία τους..) τους πολίτικους της αντίχριστης 

εξουσίας. Με την οποία και συναγελάζονται, δεν αντιδρούν σε τίποτα, καμιά συγκέντρωση διαμαρτυρίας δεν γίνεται, με προθυμία υπαχθήκανε στο Θ. Ν. Π. κ. τ. λ. κ. τ. λ.
Ο  Άγιος  Λουκάς τουλάχιστον αγωνίστηκε πολυ΄σκληρα για κάποιο διάστημα 

(ενώ ακόμα και στα χρόνια της υπαγωγής του την Σεργιανιστικη αντιμετώπιζε 

διωγμούς, όμως ήτανε τεράστιο σφάλμα να υπαχθεί εκεί), ενώ κάποιοι άλλοι, απλά καπηλευτηκαν τους αγώνες των προγόνων μας, τους οποίους εκτροχίασαν πλήρως.

 


-------------------------------------------------------------------------------------------------

ΣΧΟΛΙΑ

1.Γράφτηκε ότι: "Ήξερε ο Λουκάς Κριμαίας διά την ύπαρξη της Εκκλησίας του Χριστού 

των  κατακομβών;" με ένα περιστατικό επειδή εκτελούσε εντολή χωρίς αποδεδειγμένα 

να γνωρίζει τα παρασκήνια και την προιστορία η ότι είχε την σωστή πληροφορία, δεν

 τον κάνει συνυπεύθυνο. Σε κάθε περίπτωση με αυτή την λογική, κάθε φορά που η 

κεφαλή (σύνοδος) συνεργαζόταν με τον αυτοκράτορα στο παρελθόν και τα αντίχριστα σχεδία του, σήμερα δεν θα είχαμε καμιά διάδοχη και εκκλησιά. Δεν μπορεί ο καθένας 

αυθαίρετα επειδή μια σύνοδος συνεργάζεται με εξουσία να ακυρώνει την εκκλησιά και 

να την ονομάζει του διαβόλου και ότι δεν σώζει. Ακόμα και πράκτορες δέχονται 

κανονικές χειροτονίες και έχουν μυστήρια και μεταδίδουν την διαδοχή. Και την εποχή 

των  αιρέσεων πριν μετανοήσουν όλοι σχεδόν είχαν ταχθεί με την αίρεση σε συνεργασία με δαιμονισμένους αυτοκράτορες.. Η εκκλησιά όμως δεν εξαλείφθηκε, ούτε θεωρήθηκε 

ανυπόστατη. Επίσης κάλο είναι αυτές οι θέσεις να δωθουν στην τωρινή Ρωσσική 

εκκλησιά για αξιολόγηση και απάντηση, αλλιώς ο καθένας λέει ότι θέλει. 

Το ότι υπήρξαν μεμονομένες αποτειχίσεις, δεν σημαίνει ότι η εκκλησιά μετατοπίστηκε.

Αν διαβάσεις δημοσιευμένα ιστορικά   κείμενα του ιστολογίου…. θα διαπιστώσεις ότι ο Πατριάρχης Τύχων πριν την κοίμηση του αποκατέστησε τον μετανοουντα Σέργιο .
Στη συνέχεια και μετά την κοίμηση του Πατριάρχη, οι ισχυρισμοί δεν είναι αρκετοί για να πείσουν ότι η εκκλησία μετατοπίστηκε. Μπορεί να υπήρξε σχίσμα και αποτοιχίσεις λόγω Δικαιοσύνης και διωγμού αλλά δεν σημαίνει ότι η συνεργασία και υποταγή της διοικούσας εκκλησίας σε άθεη κυβέρνηση καθιστούσε άκυρα τα μυστήρια της.
Συνεπώς οι νοητικές ακροβασίες περί σβησίματος μονοκονδυλιάς της εκκλησίας και "βαπτίσματος" της ως "τέτοια" εκκλησία με τους παρακάτω κοσμικούς διαλογισμούς είναι άκυρες. Όταν δεν υπάρχει δογματική αλλαγή δεν υπάρχει και Ανάθεμα.

…. δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η κρατούσα εκκλησία , παρά τα έκτροπα και την υποστήριξη στους άθεους κρατικούς δολοφόνους είναι με βάση τα εκκλησιαστικα σχισματική. Με δηλώσεις της ΡΟΕΔ περί ευλογίας απίστων κατηγορείς επίσης και άλλες ορθόδοξες τοπικές εκκλησίες που εύχονται στην μνημόνευση για τους άπιστους άρχοντες τους, αλλόδοξους κτλ. Ξεχνάς την δική μας περίοδο τουρκοκρατίας; Και αφού δεν είναι κάτι ξεκάθαρο , ούτε υπήρξε πανορθόδοξη απόφαση και καταδίκη της ρωσικής εκκλησίας, κατηγορείται ο Άγιος 20 έτη μετά τα έκτροπα και μετά τον Β ' παγκόσμιο πόλεμο ..Χωρίς να ξέρεις καν την εξήγηση, σωστή ή λάθος που μπορεί να του είχε δοθεί, την πιθανή εσωτερική αγιοπνευματικη πληροφορία κτλ..Φυσικά πιστεύεις ότι αυτόματα το 1055 κάποιος απομονωμένος γέροντας ασκητής που ανήκε στην έδρα της Ρώμης και εκδημουσε πήγαινε κατευθείαν στα χέρια του Βεελζεβούλ έτσι; Δεν μπορώ τις ακρότητες και ειδικά όταν γνωμοδοτουνται περί της κρίσης του Θεού και τα ελαφρυντικά που μπορεί να έχει ο κάθε άνθρωπος. Εμείς διδάσκουμε τον κανόνα της σωτηρίας , την μοναδικότητα της κιβωτού και την πίστη όπως μας παραδόθηκε. Δεν ξέρουμε ομως ποιος θα θεωρηθεί από Εκείνον ότι ανήκε στην κιβωτό. Δεν κρίνουμε ποιος θα σωθεί και γιατί και σίγουρα δεν μπορούμε να αμφιβάλουμε ποιος θα αγιάσει όταν υπάρχουν τόσες μαρτυρίες υπέρ.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------

2. Ο Σεργιανισμός είναι αίρεση και μάλιστα η χειρότερη
Ο Λουκάς ιατρος είναι καραμπινάτος αιρετικός σεργιανιστής ομοιως και ο Σομπόλιεφ (S.M)

3.Ο Σεργιανισμός είναι αίρεση μη καταδικασμένη, όπως και ο Οικουμενισμός. Την απορρίπτουμε και δεν κοινωνούμε με τους φορείς της, αγωνιζόμενοι για την συνοδική καταδίκη τους από Πανορθόδοξη Σύνοδο χωρίς να είμαστε αρμόδιοι να θεωρούμε ότι όλοι όσοι βρέθηκαν σε κοινωνία με αυτούς καταποντίστηκαν σύσσωμοι μαζί με ολόκληρη την Εκκλησία στην κόλαση!
Η Ρωσική Διασπορά επί Αγίου Φιλαρέτου στον κατάλογο των Ρώσων Νεομαρτύρων συμπεριέλαβε και κοινωνούντες με τους Σεργιανιστές!
Τον Άγιο Λουκά Κριμαίας τον δεχόμαστε, πολύ δε περισσότερο τον Αγιότατο Ομολογητή και θαυματουργό Σεραφείμ Σομπόλιεφ.
Αιρετικός είναι όποιος εξυψώνει σε Δόγμα Πίστεως τα "άκυρα Μυστήρια". Και μάλιστα όχι μόνο αιρετικός, αλλά και γελοίος. Και πως αποδεικνύεται το τελευταίο; Ας εξετάσουμε την Αποστολική Διαδοχή των οπαδών των "ακύρων Μυστηρίων" και εκεί θα γελάσει και το "παρδαλό κατσίκι"!

------------------------------------------------------------------------------

4. Ο Σεργιανισμος ναι είναι αίρεση Πλην όμως ο Αγιος Λουκάς ήταν αποτειχισμένος απο την αίρεση Αποτείχιση δεν είναι μόνο "φεύγω απο τον σατανά " ούτε απλά υψώνω αμυντικό τείχος ενάντια στον σατανά ΑΛΛΑ ΟΧΥΡΏΝΟΜΑΙ στην Ορθοδοξία = Χριστιανισμό .Κολλάω στον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Αυτό μόνο ΕΝ ΑΓΙΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ γίνεται .

------------------------------------------------------------------------------------------------------------

5. Η Σύνοδος των ΓΟΧ μας ενημέρωσε επίσημα με αριθμό πρωτοκόλλου 2179 ότι οι Σεργιανιστές Σόμπολιεφ και Λουκάς ο Ιατρός δεν είναι άγιοι. 10/23-6-2015(+ΙΓΖ).

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------

6.Υπέστη εξορίες σαφώς... αλλα το 1942 προσκύνησε τον Στάλιν και την κομμουνιστική εκκλησία του Σέργιου [ Σεργιανισμός] Το αντίδωρο ήταν ο επισκοπικός θρόνος Κριμαίας
------------------------------------------------------------------------------------------------------------

7.Για τον Λουκά  τον Ιατρό, ο οποίος υπέστη πλήθος βασανιστηρίων και διώξεων, δεν 

μπορώ να εκφέρω γνώμη και νομίζω πρέπει να είναι κάποιος 100% σίγουρος για να πάρει τέτοιο ΒΑΡΟΣ.Προσωπικά με θλίβει αυτή η συζήτηση, για ένα άνθρωπο που τουλάχιστον υπέφερε  τόσα.... η συζήτηση ίσως πρέπει να πάει άλλου. Η σκέψη μου, 

δεδομένου ότι γνωρίζω ότι πράγματι αρκετοί Επίσκοποι ΓΟΧ τον θεωρούν Σεργιανιστη,(δηλαδή υπάκουο αθεας εξουσίας), είναι η εξής:
Λένε λοιπόν αυτά τα πράγματα οι Επίσκοποι για έναν άνθρωπο που υπέστη όλα αυτά και σήμερα τι βλέπουμε; και μάλιστα ακινδύνως; Να μην υπάρχει ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΉ 

αντίδραση στην σημερινή άθεη εξουσία, η οποία προχωράει με γοργούς ρυθμούς τα 

σχέδια της Ν. Τ. Π.

8.Για μένα είναι πολύ δυσάρεστη αυτή η κουβέντα για έναν άνθρωπο που υπέφερε 

πολύ για την Πίστη του, αλλά τελικώς κοινώνησε για πολλά χρόνια με αυτή την 

Σεργιανιστικη Εκκλησιά, ενώ γνώριζε πολύ καλά και το παρελθόν της, αλλά και την 

ύπαρξη της πραγματικής, κατακομβικης Εκκλησίας, στην οποία τα στοιχειά που παρα-τέθηκαν δείχνουνε ότι της έβαζε κι εμπόδια.

Τα προβλήματα στα οποία θα πρέπει να εστιάσουμε είναι:
α) η διγλωσσία των ΓΟΧ, που θέλουνε να τους έχουνε όλους ευχαριστημένους, σε έναν Παλαιοημερολογητικο Οικουμενισμό (που ξεκίνησε με την ένωση του 2014)
έχουνε στα χεριά μας έγγραφο του αρχιγραμματεως Σεβασμιωτατου …. ,

 με ημερομηνία 06/2015, όπου ΔΕΝ αποδέχεται ως Άγιο τον Λούκα, ούτε και τον 

Σεραφείμ Σομπόλιεφ. Κι αναφέρει ότι πολλοί διώχθηκαν στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, αλλά δεν τιμούνται ως Άγιοι. Όμως, απ΄την άλλη, επιτρέπουνε να εορτάζεται ως Άγιος σε πολλούς ναούς ΓΟΧ και να προσκυνούνται ως Αγιά τα Λείψανα του (!!!)

β) ότι άλλοτε κάποιοι υπερζηλωτες χλεύαζαν με ευκολία τον Λουκά, ως Σεργιανιστη, 

και σήμερα θεωρούνε ως τιμώμενα πρόσωπα (στα Θεοφανεια και σε πολλές άλλες εκδηλώσεις, που εκείνοι μαγαριζουνε με την παρουσία τους..) τους πολίτικους της αντίχριστης εξουσίας. Με την οποία και συναγελάζονται, δεν αντιδρούν σε τίποτα, καμιά συγκέντρωση διαμαρτυρίας δεν γίνεται, με προθυμία υπαχθήκανε στο Θ. Ν. Π. κ. τ. λ. 
Ο Λουκάς τουλάχιστον αγωνίστηκε πολυ΄σκληρα για κάποιο διάστημα (ενώ ακόμα και στα χρόνια της υπαγωγής του την Σεργιανιστικη αντιμετώπιζε διωγμούς, όμως ήτανε τεράστιο σφάλμα να υπαχθεί εκεί), ενώ κάποιοι άλλοι, απλά καπηλευτηκαν τους αγώνες των προγόνων μας, τους οποίους εκτροχίασαν πλήρως. Και βλέπουμε σήμερα το χάλι των άλλοτε υπερζηλωτων, που κοκορεύονταν εκ του ασφαλούς...
Ένθερμοι υποστηρικτές (ορθά) της αποτειχισεως για το ημερολόγιο αλλά συκοφάντες και διαστρεβλωτες της θεάρεστης αποτειχισεως απέναντι σε όλα τα αιρετικά και βλάσφημα που εκιενοι αποδέχονται ή πράττουνε (!!!) πράγματι, οι συγκεκριμένοι κατάντησαν ημερολάτρες και δεκατρημεριτες

 

9."Θὰ ἀφήσουν οἱ Μπολσεβίκοι ὀρισμένες ἐκκλησίες νὰ λειτουργοῦν, ἀλλὰ δὲν θὰ 

εἶναι πλέον ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ,  ἀλλὰ ἐκκλησίες ποὺ θὰ εἶναι ὑπόδουλες στοὺς ἄθεους μὲ κληρικοὺς καὶ ἐπισκόπους πράκτορες τοῦ KGB.
Ὑπάρχει σωτηρία σὲ μία τέτοια «ἐκκλησία»; Εἶναι ἡ κιβωτὸς τῆς Σωτηρίας;
Ἴδρυσε ὁ Μητροπολίτης Σέργιος «ἐκκλησία» μὲ θεμέλιο τὸ ἄθεο καθεστώς.
Ἔπεσαν στὸ ἀνάθεμα τοῦ νομίμου καὶ ἁγίου Πατριάρχου Τύχωνος."

------------------------------------------------------------------------------

Ο άγιος Λουκάς ήταν χειροτονία της εκκλησίας των κατακομβών που είχε ευλογία από τον Πατριάρχη Τύχωνα να δρα αναλόγως των περιστάσεων με το ουκάζ(διάταγμα) του 1920. Δεν ήταν χειροτονημένος από τους σεργιανιστές. Στις τρεις εξορίες παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του κατα των σεργιανιστών. Στην τέταρτη όταν επέστρεψε ήταν αλλαγμένος και δεν μιλούσε κατά των σεργιανιστών. Στο γκουλάκ που τον είχαν εξορίσει υπήρχε ο ψυχίατρος Σεργκέι Ιβάνοβιτς Λιουγκάνωφ, που χορηγούσε φάρμακα στος έγκλειστους, σχεδόν όλοι ξαφνικά άλλαζαν και αγαπούσαν το καθεστώς και τους βασανιστές τους. Απόδειξη, ότι τις ίδιες μεθόδους χρησιμοποίησαν και στον π. Δημήτριο Ντούτκο και στον π. Όλεγκ Γιαγκούνιν αρχές δεκετίας του 1980. Αλλά και στον Πρωθιερέα π. Βαλεντίνο Βεντσίτσκι το 1928. Όταν κάποιοι είναι χωρίς ιστορική κατάρτιση και εκφράζουν άποψη το πιθανότερο είναι να βλασφημούν αγίους ανθρώπους του Θεού. Και όποιος βλασφημά το Πνεύμα το Άγιο που αγίασε τους ανθρώπους τούτους και πεθάνει αμετανόητος τον περιμένει φρικτή απολογία. Και την αγία Ματρώνα την τυφλή την έβγαλαν φωτογραφία με το πορτραίτο του στάλιν πίσω από το κρεβάτι της και έλεγαν οι άσχετοι ''να η ρωσίδα που την έχουν για αγία είχε τον στάλιν στο τοίχο της'', αλλά δεν σκέφτηκαν το εξής απλό για μη φανατισμένο χριστιανό, ήταν τυφλή... πώς να ήξερε ότι της έβαλαν τη φωτο του στάλιν στο τοίχο της; Λίγη ντροπή να έχουμε λοιπόν και σταματώ εδώ

ΕΠΊΛΟΓΟΣ
1) Ο Άγιος δεν είναι αλάθητος (ούτε στην ζωή ούτε στις απόψεις του). Αλήθεια θεωρείται ότι συμφωνούν μαζί όλοι οι Άγιοι.
2) Δυστυχώς η εκκλησία του Παλαιού  ημερολογίου στην προσπάθεια της να δείξει ότι εκτός αυτής δεν υπάρχει σωτηρία, αμφισβητεί συστηματικά άγιες μορφές που συνκοινωνούσαν με την Ελλαδική εκκλησία του νέου ημερολογίου.

Αυτή την αίσθηση έχουμε. Είναι λάθος κατά τη γνώμη μας. Δεν σώζει το ημερολόγιο (άλλο αν το επέβαλαν οι οικουμενιστές και είναι καλό να κρατάμε τις παραδόσεις μας, πάντως κάποιος μπορεί να σωθεί και στο νέο και στο παλιό ημερολόγιο).
3) Μετά την ψευδο-Σύνοδο της Κρήτης, δεν ξέρουμε αν πρέπει να θεωρούμε αγίους όσους συνεχίσουν να ακολουθούν την Ελλαδική εκκλησία. Γιατί τώρα δεν μπορούν να πουν ότι δεν ήξεραν. Υπάρχει ιερέας ή μητροπολίτης που μπορεί σήμερα να πει ότι δεν ήξερε, δεν είδε; Ομοίως για τους πιστούς που έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν είδε. Δεν είδαν τον Πάπα μαζί με τον Βαρθολομαίο και τον Ιερώνυμο στη Λέσβο;
4) Κατά την γνώμη μας υπάρχουν Άγιες μορφές και στο νέο και στο παλαιό ημερολόγιο
5) Δυστυχώς επειδή "λύκοι" έχουν καταλάβει δεσποτικούς θρόνους, δεν θα ταν κακοπροαίρετο να αμφισβητούμε τις αγιοποιήσεις που κάνουν πχ Χρυσόστομο Σμύρνης
6) Αντί να κολλάμε σε προσωπικές αντιπαραθέσεις και να διυλίζουμε τον κώνωπα, μήπως έφτασε η ώρα να συγκεντρωθούμε όλοι μαζί -οι αντιοικουμενιστές- σε ένα τραπέζι;;; Αν δεν δείξουμε πραγματικά καλή διάθεση, πως να μας συμπονέσει ο Θεός για τα χάλια μας;


Από την αναβίωση του θεσμού των Διακονισσών στην χειροτονία των γυναικών.


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου 

(χημικού-βιοχημικού)

Η  όψιμη αυτή στροφή προς την «αναβάθμιση» της γυναίκας στην Εκκλησία, με την αναβίωση του θεσμού των διακονισσών, που καλλιεργείται έχει ως απώτερο στόχο την προώθηση και καθιέρωση της γυναικείας Ιερωσύνης και στους δύο επόμενους βαθμούς, του Πρεσβυτέρου και του Επισκόπου, μέσα στο χώρο της Ορθοδοξίας, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα στον Προτεσταντισμό.

Ο προβληματισμός γύρω από το ζήτημα της ιερωσύνης των γυναικών αποτελεί μια ιδέα ξένη προς την ορθόδοξη εκκλησιαστική συνείδηση και εισάγεται στην ορθόδοξη θεολογική προβληματική μέσω των θεολογικών διαλόγων της σύγχρονης Οικουμενιστικής κίνησης.

Θεολόγοι διαφόρων προσανατολισμών επανεξετάζουν και επεξεργάζονται τις θέσεις τους. Όσον αφορά τους Ορθοδόξους και τους ΡΚαθολικούς, το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών μπορεί να γίνει ένα εμπόδιο που δύσκολα θα ξεπεραστεί, στο δρόμου του διαλόγου και της ενότητας της Εκκλησίας. Το ζήτημα γίνεται κατ’ εξοχήν επίκαιρο μέσα στα πλαίσια του διαλόγου με την Αγγλικανική Εκκλησία, καθώς συνάπτεται με το παλαιότερο θέμα της αναγνώρισης των χειροτονιών της Εκκλησίας αυτής.

Οι θεολογικές όμως  παραδοχές του Προτεσταντισμού όσο και του ευρύτερου χώρου του Αγγλικανισμού γύρω από το μυστήριο της ιερωσύνης είναι τελείως ξένες προς το περιεχόμενο της αντίστοιχης διδασκαλίας της Ορθόδοξης εκκλησίας και απορρέουν από διαφορετικές εκκλησιολογικές προϋποθέσεις αξιολόγησης της μυστηριακής εμπειρίας της Εκκλησίας. Στην θεολογία των Προτεσταντών ο όρος χειροτονία προσεγγίζει περισσότερο τους όρους εκλογή ή χειροθεσία του πιστού για την εκτέλεση ειδικών εκκλησιαστικών διακονιών, με σαφή και άμεση συσχέτιση με την γενική ιερωσύνη των πιστών, ενώ στην Ορθόδοξη εκκλησία ο όρος χειροτονία ταυτίζεται με την κανονική μυστηριακή χειροτονία για την μετάδοση της ειδικής ιερωσύνης, της ιερατικής εξουσίας. Η διαφορετική αυτή προσέγγιση και κατανόηση του μυστηρίου της Ιερωσύνης στους προτεσταντικούς κύκλους οφείλεται στην αποδυνάμωση της χριστοκεντρικής οντολογίας της Εκκλησίας που συνδυάζεται με την απόρριψη της χριστοκεντρικής οντολογίας της ιερωσύνης  και την ευρύτερη απόρριψη ολόκληρης της πατερικής παράδοσης γύρω από το μυστήριο της ιερωσύνης και της ιερατικής εξουσίας που οδηγεί και στην δυνατότητα απόρριψης της έννοιας της κανονικής μυστηριακής χειροτονίας.

Η ιερωσύνη υφίσταται μέσα στην Εκκλησία για την Εκκλησία αλλά δεν εξαρτάται από εκείνη παρά μόνον από τον ίδιο το Χριστό, που κατέχει τη μοναδική θέση του Μεγάλου Αρχιερέα ἐν Ἀγίῳ Πνεύματι. Η  προτεσταντική άποψη περί Εκκλησίας δεν αναγνωρίζει ουσιαστική διαφορά μεταξύ Κληρικών και Λαϊκών και διαπιστώνεται μια σύγχυση των πεδίων της Γενικής Ιερωσύνης των Λαϊκών και της Μυστηριακής Ιερωσύνης της Εκκλησίας.

Ανατρέχοντας στην εκκλησιαστική παράδοση των πρώτων χριστιανικών αιώνων, το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών ουδέποτε απασχολεί και προβληματίζει θεσμικά την εκκλησιαστική πράξη, πέρα από ορισμένες αιρετικές ή σχισματικές προκλήσεις. Κατά την αποστολική και μεταποστολική εποχή οι φορείς της ιερατικής εξουσίας και συνεχιστές της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής είναι μόνον άνδρες, χωρίς να τίθεται το ζήτημα της κανονικής δυνατότητας χειροτονίας ή μη των γυναικών. Εκείνοι οι οποίοι προβάλλουν την χειροτονία των γυναικών ως θέμα είναι κυρίως οι Γνωστικοί και οι σχισματικοί Μοντανιστές, καθώς και άλλες αιρετικές ή σχισματικές ομάδες όπως οι Κολλυριδιανοί,  οι Μαρκιωνίτες κ.α , που δίνουν στις γυναίκες τη δυνατότητα να ασκήσουν καθήκοντα τα οποία παρουσιάζουν κάποια αντιστοιχία με εκείνα των φορέων της ιερατικής εξουσίας. Η προσπάθεια αντιμετώπισης των καινοφανών αυτών πράξεων των αιρετικών οδηγεί στην αφύπνιση της εκκλησιαστικής συνείδησης κατά το β΄ μισό του 2ου αιώνα και στην παραγωγή συγκεκριμένων επιχειρημάτων τα οποία κωδικοποιούνται και διασώζονται μέχρι σήμερα, στη συριακή μετάφραση της Διδασκαλίας των Αποστόλων και στις Αποστολικές Διαταγές.

Τα κείμενα των Αποστολικών Διαταγών, αξιοποιούν την Διδασκαλία των Αποστόλων και εξαντλούν την αντιρρητική θεολογική και κανονική επιχειρηματολογία της εκκλησιαστικής παράδοσης και πράξης γύρω από τη σχέση της γυναίκας με την ιερωσύνη. Θεολογική βάση αποτελεί όλη η παύλεια διδασκαλία που καταδεικνύει τη θέση τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας εντός της Εκκλησίας, σε σχέση πάντοτε με τη σχετική διήγηση του βιβλίου της Γένεσης και του μυστηρίου της ἐν Χριστῷ θείας Οικονομίας. Όλα τα στοιχεία που παρατίθενται στα κείμενα των Αποστολικών Διαταγών, καθώς και στην Διδασκαλία των Αποστόλων παρουσιάζουν προγενέστερη θεολογική επεξεργασία επάνω στο ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών.

Σύμφωνα με την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση η αποστολή της γυναίκας δεν περιέχει την ιδιότητα του ιερέα. Η έλλειψη αγιογραφικών κειμένων που να αναφέρονται στην εισδοχή της γυναίκας στο μυστήριο της ιερωσύνης, καθώς και η έλλειψη αντίστοιχων αγιοπατερικών, επιβεβαιώνουν την παραπάνω θέση. Η γυναίκα απολαμβάνει πλήρη ισότητα ως προς τον άνδρα μπροστά στη σωτηρία και η ίδια μπορεί να είναι προφήτης, αγία, Απόστολος αλλά όχι ιερέας. Μέσα στα ιστορικά πλαίσια υπάρχουν γυναικείες μορφές που τιμητικά λαμβάνουν τον τίτλο της ισαποστόλου όπως η αγία Μαγδαληνή, η αγία Θέκλα, η αγία Ελένη η μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η αγία Νίνα η απόστολος της Γεωργίας αλλά καμία δεν εμφανίστηκε ως λειτουργός να ιερουργεί μυστήρια.

Ο Ιησούς Χριστός μέσα στην Καινή Διαθήκη εγκαθιδρύει την ιεραρχία, όπου εκλέγει και καλεί τους Δώδεκα Αποστόλους χωρίς να απευθυνθεί στην μητέρα Του ή σε κάποια άλλη γυναίκα αλλά τις επιτρέπει να Τον ακολουθήσουν.

Στις Πράξεις των Αποστόλων τοποθετεί ο ίδιος ο  Κύριος στη θέση του Ιούδα τον Ματθία ως Απόστολο· οι Απόστολοι στις αποστολικές κοινότητες που ιδρύουν εγκαθιστούν υπεύθυνους, προεστούς και «πρεσβυτέρους – επισκόπους», οι οποίοι χειροτονούνται μέσω της επιθέσεως των χειρών, ο απόστολος Παύλος τους προτείνει για την προεδρία και την ανάληψη των ευθυνών των νέων αποστολικών κοινοτήτων, όμως και στην περίπτωση αυτή όπως και στις προηγούμενες καλούνται αποκλειστικά άνδρες.

Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ιδρύοντας την Εκκλησία του για τη συνέχιση του απολυτρωτικού του έργου, ιδρύει και το μυστήριο της ιερωσύνης, παραδίδοντας το μοναδικό ιερατικό, λειτουργικό και ποιμαντικό αξίωμα στους Αποστόλους και μέσω αυτών στους διαδόχους τους, επισκόπους και λοιπούς κληρικούς. Η άσκηση του ιερού αυτού λειτουργήματος λοιπόν, γίνεται αποκλειστικά από άνδρες, οι οποίοι δέχονται το «χάρισμα τοῦ Θεοῦ» διαμέσου της επιθέσεως των επισκοπικών χειρών και της επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος. Οφείλεται να τονιστεί το γεγονός ότι ούτε κατά τον Μυστικό Δείπνο, που αποτελεί ουσιαστικά την ιδρυτική στιγμή του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, υπάρχει η παρουσία των γυναικών αλλά ούτε στον κύκλο των Δώδεκα καθώς και στον διευρυμένο κύκλο των εβδομήκοντα μαθητών του Κυρίου, αλλά και κατά την πλήρωση της θέσης του αποστολικού αξιώματος του Ιούδα, δεν προτείνονται γυναίκες. Στη συνέχεια ούτε οι διάδοχοι των Αποστόλων και η ευρύτερη αρχαία Καθολική Εκκλησία επιτρέπουν την είσοδο των γυναικών στον ιερό κλήρο, θεσπίζοντας ειδικές διατάξεις που τις κρατούσαν μακριά από το θυσιαστήριο. Ο περιορισμός της χειροτονίας στην ιερωσύνη μόνο στους άνδρες δεν υπονοεί την ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, τη στιγμή που η θεία χάρη οικονομείται δια και εντός των μυστηρίων και χορηγείται εξίσου σε κληρικούς και λαϊκούς, σε άνδρες και γυναίκες.

Οικουμενιστικές αντιλήψεις για την ιερωσύνη των γυναικών.

Στην ιστοσελίδα της Ακαδημίας θεολογικών σπουδών Βόλου ο Κωνσταντίνος Γιοκαρίνης Δρ. θεολογίας Α.Π.Θ., Διδάσκων στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών γράφει τα εξής:

«Είναι γνωστό ότι η Ορθόδοξη και Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τηρούν αρνητική στάση στο θέμα της χειροτονίας των γυναικών, ενώ η Αγγλικανική Εκκλησία και οι Εκκλησίες του ευρύτερου Προτεσταντικού χώρου έχουν προβεί στη χειροτονία γυναικών και στους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης.

Για την Εκκλησία όμως του Θεού της Αγάπης δεν υπάρχουν αδιέξοδα…..Είναι γεγονός ότι η προβαλλόμενη επιχειρηματολογία από μέρους της Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας δεν θεμελιώνεται σε αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων και η Εκκλησία σαφώς δεν αποφαίνεται εν συνεδρίοις, αλλά εν Οικουμενικαίς Συνόδοις. Η επίκληση μιας δισχιλιετούς πρακτικής της Εκκλησίας να επιλέγει μόνον άρρενα μέλη της, για να γίνουν φορείς της μυστηριακής ιερωσύνης, η οποία έτυχε νομοκανονικής κατοχύρωσης και οι αναφορές σε μη πράξεις του Κυρίου σχετικές με το θέμα δεν συνηγορούν αναγκαία υπέρ μιας σαφούς Consensus Ecclesiae, εφόσον δεν υπάρχει απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας των υπερασπιστών της «ανδρικής» ιερωσύνης είναι η πρόσληψη της ανδρώας μορφής του ανθρώπου από τον ενανθρωπήσαντα Θεό Λόγο, καθόσον η ιερωσύνη είναι του Χριστού και ο φορέας αυτής εικονίζει τον Μέγα Αρχιερέα Χριστό, γιατί επί του Σταυρού ο θεάνθρωπος κατέστη θύμα και θύτης. Για να είναι, λοιπόν, ο φορέας φυσικό σημείο μυστηριακής αναφοράς οφείλει ν’ ανταποκρίνεται σε μία φυσική ομοίωση του εικονιζόμενου. Η θέση αυτή εισάγει την έννοια της φυσικής μίμησης του Χριστού, αλλά το ερώτημα είναι κατά πόσον «ο ιερέας είναι ηθοποιός επί σκηνής». Έτσι, η σύνδεση του φύλου με την ιερωσύνη προσανατολίζει τη θεολογική σκέψη στην αναζήτηση των θεολογικών λόγων, που υπαγορεύουν στην Εκκλησία κατά τρόπο προστακτικό και απαράβατο να χρησιμοποιήσει τα βιολογικά γνωρίσματα του ομοούσιου και διφυλικού ανθρώπου, ως κριτήρια καταξίωσης ή απαξίωσης, καταλληλότητας ή μη για την πρόσληψη της Θείας Χάρης από μέρους του φορέα της ιερωσύνης. Και ενώ ο άνθρωπος, ο δημιουργημένος ως άρρην και θήλυς, έχει ένα, κοινό αρχέτυπο, το γνωστό στη θεολογική γλώσσα ως χριστολογικό, μόνο υπό την άρρενα μορφή του μπορεί να εικονίζει το αρχέτυπό του. Και το σημαντικότερο είναι ότι, ενώ στο πρόσωπο του Θεανθρώπου πραγματώνεται η αποκατάσταση της ενότητας του ανθρώπου και του κόσμου, ο εικονισμός Του τελεί υπό τους όρους της διαίρεσης. Άραγε πρόκειται για θεολογικές αντιφάσεις και ασυνέπειες ή για αποπροσανατολισμό λόγω κοινωνικοπολιτισμικών επιδράσεων;

Έτσι, παράγονται πλείστα όσα θεολογικά ερωτήματα, όπως: ποια είναι η φύση της ιερωσύνης; Πώς αυτή λειτουργεί; Τι εικονίζει ο φορέας της; Το πρόσωπο του Θεανθρώπου ή την ανδρώα μορφή της ανθρώπινης φύσης Του, καθ’ όσον παντός εικονιζομένου ουχ η φύσις, αλλ’ η υπόστασις εικονίζεται.

Ακόμη, θα ήταν κατανοητή και η διατύπωση ενός σημαντικότατου θεολογικού ερωτήματος. Για ποιους λόγους το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος προσέλαβε την άρρενα μορφή της ανθρώπινης φύσης; Και κατά προέκταση ποια η φύση του φύλου και η θεολογική σημασία του άρρενος φύλου στην πραγμάτωση της Θείας Οικονομίας; Ίσως ακόμη στο πλαίσιο μιας προβληματικής του είδους αυτού θα ήταν δυνατό να τεθεί το ερώτημα: πώς κατανοούμε τη χρήση των αγιοτριαδικών ονομάτων, Πατήρ, Υιός, που είναι φορτισμένα με άρρενα στοιχεία; Τα ανωτέρω ενδεικτικά ερωτήματα προβάλλουν το πολυδιάστατο χαρακτήρα του όλου θέματος και την αναμφισβήτητη σοβαρότητά του για την πραγμάτωση των στόχων της Βασιλείας του Θεού.

Εφ’ όσον, όμως το κριτήριο του φύλου προβάλλεται ως βασική προϋπόθεση για την επιλογή του φορέα, είναι προσδοκώμενη η αναζήτηση απαντήσεων στο δόγμα της Χαλκηδόνας, που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της Εκκλησίας. Μία προσεκτική ανάγνωσή του θα μας πείσει ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως αναφορά στο άρρεν φύλο, αλλά μόνο στην τέλεια ανθρώπινη φύση του. Αν το φύλο αποτελεί συστατικό στοιχείο της τελειότητας της ανθρώπινης φύσης, γιατί δεν συμπεριελήφθη στο δόγμα της Χαλκηδόνος; Η αποδιδόμενη έμφαση στο άρρεν φύλο οδηγεί κατ’ επέκταση στο ερώτημα της συμπερίληψης ή μη στην τέλεια ανθρώπινη φύση του Θεού Λόγου του θήλεος, γιατί σε αντίθετη περίπτωση, κατά την έκφραση του Γρηγορίου του Θεολόγου το απρόσληπτον και αθεράπευτον……..Είναι προφανές ότι το θέμα της ιερωσύνης των γυναικών εκτείνεται σε όλο το φάσμα της Θεολογίας, γι’ αυτό θα πρέπει να παραμείνει ανοικτό στη θεολογική έρευνα, ώστε στην Εκκλησία, με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος να εκδιπλωθούν νέες πτυχές της αποκαλυμμένης Αλήθειας ως προκοπή και πλουτισμός στην πίστη. Η συντηρούμενη μέχρι σήμερα, αρχές της τρίτης χιλιετίας, ανδροκρατική δομή των κοινωνιών, παρά τα όποια βήματα για την απάλειψη μορφών ανισότητας των δύο φύλων, δεν εκφράζει την ευχαριστιακή και εσχατολογική δομή της Εκκλησίας.

ΣΧΟΛΙΑ. Στις παραπάνω διατυπωμένες απόψεις  γίνεται ένα εσκεμμένο λάθος.Αυτό είναι η αγνόηση της  εκκλησιαστικής ιστορίας των Αποστολικών χρόνων που αποτελεί παράδοση και πίστη. Η προσπάθεια του αρθρογράφου να επιχειρηματολογήσει υπερ. της ιερωσύνης των γυναικών έχοντας ως βάση την ανυπαρξία αποφάσεων Οικουμενικών Συνόδων, ανατρέπεται πλήρως από την πρακτική του Χριστού και των Αποστόλων.

Εξετάζοντας τη ζωή και τη στάση της Παναγίας, συμπεραίνεται ότι αποτελεί το σημαντικότερο πρόσωπο του σχεδίου της θείας Οικονομίας για τη σωτηρίας του ανθρώπου και την διάνοιξη του δρόμου προς τη Βασιλεία του Θεού. Είναι η γυναίκα που δεν επιδιώκει ούτε λαμβάνει επισκοπικούς τίτλους μέσα στον πυρήνα της πρωτοχριστιανικής εκκλησίας, γιατί έχει γνώση της σπουδαιότητας της διακονίας της και τιμά την επιλογή του Υιού της να διορίσει Αποστόλους του, τους δώδεκα μαθητές Του. Η Παρθένος δεν είναι διόλου επίσκοπος, παρόλο που εικονογραφικά συχνά παριστάνεται με ωμοφόριο · αυτό αποτελεί σημείο μόνο της μητρικής της προστασίας χωρίς κανένα ίχνος ιερατικής εξουσίας. Η Θεοτόκος είναι η βοηθός του Χριστού στο λυτρωτικό έργο Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας και ως Μητέρα του Σωτήρος δέχεται να πραγματοποιηθεί η Λύτρωση.

Επίλογος

Η χειροτονία των γυναικών αποτελεί ένα θέμα που διχάζει τις χριστιανικές εκκλησίες και δημιουργεί έντονους προβληματισμούς και σκεπτικισμό. Το παράδειγμα των λουθηρανικών εκκλησιών με την πρώτη χειροτονία στη Σουηδία το 1958 δεν αργούν να ακολουθήσουν και άλλες χριστιανικές κοινότητες, όπως η Αγγλικανική , προκαλώντας αναστάτωση και διχογνωμίες μεταξύ των πιστών τους και παράλληλα ανοίγοντας έναν ατέρμονα κύκλο συζητήσεων για τη λήψη αποφάσεων επί του θέματος.  Οι παγκόσμιες κοινωνικές και θεολογικές εξελίξεις έχουν αντίκτυπο στο Ορθόδοξο περιβάλλον, καθώς εδώ και αρκετά χρόνια βρίσκεται σε διομολογιακό διάλογο στα πλαίσια του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) και καλείται να λάβει ενεργό θέση.

Μέσα από μια σειρά θεολογικών σεμιναρίων, που ξεκίνησαν μέσα στους διορθόδοξους κόλπους, συγκεντρώθηκαν πολλά στοιχεία για τη θέση της γυναίκας μέσα στο σώμα της Εκκλησίας, σε όλη την πορεία της εκκλησιαστικής Παράδοσης, κατανοήθηκε η ανάγκη επανεξέτασης του ρόλου των λαϊκών στην ενεργό ζωή της Εκκλησίας και κατέστη σαφές πως το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών, που τόσο ένθερμα υποστηρίζουν οι δυτικές ομολογιακές χριστιανικές εκκλησίες, ξεκινά από τη θολή και ασαφή εικόνα που έχει δημιουργηθεί για τη γενική και ειδική ιερωσύνη.

Ο προβληματισμός γύρω από το ζήτημα της ιερωσύνης των γυναικών αποτελεί μια ιδέα ξένη προς την ορθόδοξη εκκλησιαστική συνείδηση και εισάγεται στην ορθόδοξη θεολογική προβληματική μέσω των θεολογικών διαλόγων της σύγχρονης Οικουμενιστικής κίνησης. Ανατρέχοντας στην εκκλησιαστική παράδοση των πρώτων χριστιανικών αιώνων, το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών ουδέποτε απασχολεί και προβληματίζει θεσμικά την εκκλησιαστική πράξη, πέρα από ορισμένες αιρετικές ή σχισματικές προκλήσεις.

Ο περιορισμός της χειροτονίας στην ιερωσύνη μόνο στους άνδρες δεν υπονοεί την ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, τη στιγμή που η θεία χάρη οικονομείται δια και εντός των μυστηρίων και χορηγείται εξίσου σε κληρικούς και λαϊκούς, σε άνδρες και γυναίκες. Από το γεγονός αυτό συνάγεται το συμπέρασμα πως η Εκκλησία είναι βαθιά μυσταγωγική και εισέρχεται στις διαστάσεις του χρόνου και του λειτουργικού διαστήματος με τη βοήθεια της θείας χάρης, όπου η εκκλησιαστική εμπειρία προσφέρεται αδιακρίτως σε όλους τους ανθρώπους.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Το αδύνατο της χειροτονίας των γυναικών στην ειδική Ιερωσύνη θεμελιώνεται επί της Αγίας Γραφής και της δισχιλιετούς σταθεράς Εκκλησιαστικής Παραδόσεως και εκδηλώνεται:

α. Εκ  της  φύσεως  της  γυναικός,  η  οποία  αντιβαίνει  στην  έννοια  της «πατρότητος», στην οποία εισέρχεται διά της Ιερωσύνης ο Κληρικός, ο οποίος εκλήθη όχι για να καταλάβη μία βιοποριστική εργασία εκ των υπαρχόντων στην κοινωνία, αλλά για να είναι μέτοχος της Ιερωσύνης του Χριστού, «εις τύπον και τόπον του Θεανδρικού αυτού Προσώπου».

β. επί του παραδείγματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο Οποίος δεν επέλεξε καμία γυναίκα ως μία των Αποστόλων Του.

γ. επί του παραδείγματος της Θεοτόκου, η οποία δεν άσκησε Ιερατικό λειτούργημα στην Εκκλησία, καίτοι αξιώθηκε να γίνη η μητέρα του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού.

δ. επί της Αποστολικής παραδόσεως, κατά την οποία οι Απόστολοι, στοιχούντες τω παραδείγματι του Κυρίου, ουδέποτε χειροτόνησαν γυναίκες στην ειδική Ιερωσύνη της Εκκλησίας.

ε. επί τινων θέσεων της Παυλείου διδασκαλίας, περί της θέσεως των γυναικών στην Εκκλησία και

στ. επί του κριτηρίου της αναλογίας, συμφώνως προς το οποίο, αν επετρέπετο η άσκησις Ιερατικού λειτουργήματος υπό γυναικών, τότε θα έπρεπε να έχη ασκήσει τέτοιο λειτούργημα πρωτίστως η Θεοτόκος.

 Ας μην ξεχνάμε ότι:

«Οι Μυροφόρες γυναίκες έμειναν ανεπανάληπτες στη ζωή της εκκλησίας γι αυτό το διακόνημα. Οι ίδιες όχι μόνον δέχτηκαν τη θεία χάρη, αλλά αντίκρισαν στον άδειο τάφο του Ιησού ,το φως της αναστημένης του δόξας και εξεθαμβήθησαν. Και ας μην είχαν χειροτονία!»….(Δ.Κουκουρα-καθηγήτρια θεολογίας)

Κυριακή 11 Ιουνίου 2023

Ο Θεσμός των Διακονισσών






πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.(χημικού-βιοχημικού).

Εισαγωγικά

Κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ΄80  στην οικουμενιστική κίνηση δέσποζε το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών  και η αναβάθμιση των ποικίλων ρόλων τους, για τα οποία και οι ορθόδοξοι καλούνταν να δώσουν τις απαντήσεις τους.

Μετά την «Σύνοδο» της Κρήτης, στις συνοδικές αποφάσεις της οποίας, ως γνωστόν, το έργο και η «θεολογική» παραγωγή του Π.Σ.Ε. καταφάσκεται και επαινείται, (αντί απορρίψεως), αναζωπυρώθηκε και πάλι το εν λόγω θέμα από γνωστούς κύκλους, στην προσπάθειά τους να φέρουν σε ακόμη μεγαλύτερη προσέγγιση την Ορθοδοξία με τον Προτεσταντισμό. Από τις 31 Ιανουαρίου έως 2 Φεβρουαρίου 2020  πραγματοποιήθηκε, στη Θεσσαλονίκη, ένα Διεθνές Συμπόσιο με τίτλο: «Διακόνισσες: Παρελθόν – Παρόν – Μέλλον». Συγκλήθηκε και πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία, (όχι τυχαία)  από το «Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών “Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου”» (CEMES) και σε συνεργασία με το, (επίσης όχι τυχαία), «Διορθόδοξο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα “Ορθόδοξη Οικουμενική Θεολογία”, και άλλων συνδιοργανωτών. Σύμφωνα με σχετική ανοικτή επιστολή της διοργανωτικής επιτροπής προς τις Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες: «Το συμπόσιο εξέτασε από επιστημονική και εκκλησιαστική προοπτική τον θεσμό των διακονισσών της Εκκλησίας, τόσο κατά τους πρώτους όσο και κατά τους επόμενους αιώνες, καθώς και τις σύγχρονες αντιδράσεις και επιφυλάξεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών και άλλων χριστιανικών παραδόσεων». Μάλιστα ως προοίμιο στην επιστολή τέθηκε το εξής χαρακτηριστικό συμπέρασμα του συμποσίου: «Δεν υπάρχει βιβλικός ή θεολογικός, κανονικός, ή λειτουργικός, πατερικός, ή ποιμαντικός λόγος που να δικαιολογεί την καθυστέρηση, ή την παρεμπόδιση της πλήρους αποκατάστασης του παραδοσιακού θεσμού των διακονισσών από την σύγχρονη Εκκλησία». Σε άλλη παράγραφο της επιστολής τονίζεται ότι: «Το συμπόσιο επικεντρώθηκε κατά κύριο λόγο στη διακονική φύση της χριστιανικής μαρτυρίας και της Ιερωσύνης, η οποία παραθεωρήθηκε από αιώνες πατριαρχικής νοοτροπίας και θεσμικού κληρικαλισμού. Και κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι «η Εκκλησία είναι ένα μυστήριο Ευχαριστίας και όχι μια πυραμίδα εξουσίας». Ακολουθούν στην επιστολή οι λόγοι, οι οποίοι καθιστούν την αναβίωση του θεσμού των διακονισσών ως «επείγουσα ανάγκη». Το συμπόσιο επικαλείται ακόμη τις αποφάσεις «της Διορθόδοξης Συνδιάσκεψης της Ρόδου, που καλούσαν την Εκκλησία να αντιμετωπίσει τις πρωτοφανείς προκλήσεις των καιρών».

Στο παρακάτω άρθρο γίνεται μια  εκλαϊκευμένη προσπάθεια προσέγγισης του θεσμού των διακονισσών. Συν Θεώ θα επανέλθουμε  εξετάζοντας το θεμα-ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΙΕΡΩΣΥΝΗ.

 

Τον 4ο αι μαρτυρείται από τις Αποστολικές Διαταγές η ύπαρξη και η ποιμαντική δραστηριότητα των διακονισσών, που είναι σύνολο γυναικών αφιερωμένων σε εκκλησιαστικά λειτουργήματα και διακονήματα. Στο κείμενο περιγράφεται η χειροτονία τους, αναφέρονται πολλοί τομείς της εργασίας τους και καθορίζεται η θέση τους στην εκκλησιαστική ιεραρχική κλίμακα. Οι Απόστολοι δεν έδωσαν ιερωσύνη στις γυναίκες αν και πολλές από αυτές είχαν διάφορα χαρίσματα, όπως της διδασκαλίας ή της προφητείας . Αντί της ιερωσύνης δόθηκε σ’ αυτές το λειτούργημα της διακόνισσας  για δύο λόγους σύμφωνα με τον καθηγητή Ε.Θεοδώρου ׃ α) για να επιτύχει η Εκκλησία να διεισδύσει στην κλειστή κοινωνική και εκκλησιαστική ζωή των γυναικών εκείνης της εποχής και β) για να βοηθούν τον ανώτερο κλήρο να ετοιμάζει τις ενήλικες γυναίκες που επρόκειτο να βαπτισθούν .

Η διακόνισσα κατατάσσεται, σύμφωνα με τις Αποστολικές Διαταγές στην τάξη των λεγόμενων κατώτερων κληρικών – υποδιάκονοι, αναγνώστες, ψάλτες – οι οποίοι δεν μετέχουν εξίσου με το διάκονο στη διανομή των «εὐλογιῶν», γιατί ουσιαστικά υπηρετούν το διάκονο και οφείλουν να περιορίζονται στα αναγκαία καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί. Η οποιαδήποτε τάση κατανόησης του λειτουργήματος των διακονισσών ως πραγματική ιερατική σχέση με το μυστήριο της ιερωσύνης αποκλείεται όχι μόνον από την απαγόρευση της τέλεσης ιερατικών καθηκόντων, αλλά και από τον ρητό αποκλεισμό ναπροαχθούν με κανονική μυστηριακή χειροτονία στο βαθμό του πρεσβυτέρου, δεδομένου ότι το μυστήριο της ιερωσύνης προϋποθέτει τη δυνατότητα κανονικής προαγωγής και στους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης.

«Εάν η χειροτονία των διακονισσών απετέλει είσοδον εις την ιερωσύνην, τότε θα ήτο άδιανόητος ο αποκλεισμός αυτών εκ της προαγωγής και εις τους άλλους βαθμούς του μυστηρίου» (B.Φειδά Βλ., «Το ανεπίτρεπτον της Ιερωσύνης των γυναικών κατά τους Ιερούς Κανόνας», στο «Η θέσις της γυναικός εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία και τα περί χειροτονίας των γυναικών», εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1994, σ. 282)

Η τάξη δε των διακονισσών, πιθανότατα έχει την αρχή της στην αποστολική εποχή και έπαιξε σημαντικό ρόλο στο ιεραποστολικό έργο του χριστιανισμού. Ο Απόστολος Παύλος μνημονεύει και συνιστά « την Φοίβην, την αδελφήν ημών, ούσαν διάκονον της Εκκλησίας της εν Κεγχρεαίς....», η οποία «προστάτις πολλών εγεννήθη» και αυτού ακόμη του Αποστόλου.( 5 Ρωμ.16,1).

Η Διακόνισσα εκλεγόμενη από κλήρο και λαό χειροτονούνταν μόνο από τον Επίσκοπο, με προσευχή και επίθεση των χειρών, μέσα στο άγιο Βήμα μπροστά στην αγία Τράπεζα  «παρεστώτος του πρεσβυτερίου και των διακόνων και των διακονισσών». Στις Αποστολικές Διαταγές, διασώζεται τυπική διάταξη για τη χειροτονία της διακόνισσας και η ειδική υπό του Επισκόπου «επίκλησις επί χειροτοτονίας διακονίσσης»  : «Ο Θεός ο αιώνιος, ο Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο ανδρός και γυναικός δημιουργός.....,ο μη απαξιώσας τον μονογενή σου Υιόν.....Αυτός και νυν έπιδε επί την δούλην σου τήνδε την προχειριζομένην εις διακονίαν και δος αυτή Πνεύμα άγιον και καθάρισον αυτήν από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος προς το επαξίως επιτελείν αυτήν το εγχειρισθέν αυτή έργον εις δόξαν σην και έπαινον του Χριστού σου.....αμήν»

Η διακόνισσα δεν μετείχε της ιερωσύνης, ούτε συμμετείχε στη διακονία του διακόνου στο θυσιαστήριο ׃ » Διακόνισσα ουκ ευλογεί, αλλ’ ουδέ τι ων ποιούσιν οι πρεσβύτεροι ή οι διάκονοι επιτελεί ....»(Αποστολικές διαταγές 62 8,28,PG 1,1125 A).

Δεν της επιτρεπόταν η τελεσιουργία ιερού Μυστηρίου ή το κήρυγμα σε λατρευτική συνάθροιση, καθώς αυτά ήταν δικαιώματα του ανώτερου κλήρου.

Ο σπουδαιότερος τομέας εργασίας των διακονισσών είναι η άσκηση έργων αγάπης διαμέσου των πράξεων φιλανθρωπίας σε ασθενείς, ενδεείς ανθρώπους που έχουν χτυπηθεί από τον πόνο, που ασκούν σε συνεργασία και επικοινωνία με τον επίσκοπο τον οποίο εκπροσωπούν κυρίως στις τάξεις του γυναικείου φύλου.

Ένα άλλο ξεχωριστό πεδίο δράσης είναι η ιεραποστολή μέσα στον κόσμο με αποδέκτες τις εθνικές γυναίκες που προσελκύουν στη χριστιανική πίστη, η διδασκαλία-κατηχητική των κατηχούμενων γυναικών, οι οποίες διδάσκονται τις αλήθειες του συμβόλου της πίστης, τον τρόπο απάντησης στις ερωτήσεις του εκκλησιαστικού λειτουργού κατά την ώρα του βαπτίσματος, τους κανόνες της χριστιανικής συμπεριφοράς πριν και μετά τη βάπτιση.

Οι διακόνισσες διενεργούν συζητήσεις με πολλές βαπτισμένες γυναίκες είτε ιδιαιτέρως είτε μέσα σε μικρές ομάδες γύρω από διάφορα θέματα ατομικής, οικογενειακής ή κοινωνικής ζωής, καθώς επίσης τα καθήκοντα μιας αφιερωμένης στο Θεό γυναίκας. Επιπλέον αναλαμβάνουν την εκπαίδευση των ορφανών και ορισμένες φορές τη διδασκαλία και κατήχηση των αγοριών και των νέων.

Το κυριότερο καθήκον τους βέβαια είναι η γενική επίβλεψη των χριστιανών γυναικών εντός του ναού, αλλά και εκτός αυτού οπότε συνδυάζεται με την εφαρμογή της εξατομίκευσης του ποιμαντικού έργου κατά την κατ’ οίκον επίσκεψη.

Η πνευματική αναδοχή των βαπτιζομένων γυναικών, η επίβλεψη των εκκλησιαστικών παρθένων και χηρών καθώς και η διεύθυνση οίκων παρθένων και οίκων διακονισσών, πλησίον των μεγάλων ναών αποτελούν επιπλέον λειτουργικούς ρόλους για τις διακόνισσες. Πολλές διακόνισσες ασκούν τα καθήκοντά τους μέσα σε μοναστήρια και συχνά μεγαλόσχημες μοναχές και ηγούμενες χειροτονούνται διακόνισσες και αντιστρόφως, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αγία Ολυμπιάδα, η οποία είναι ηγουμένη στην Κωνσταντινούπολη, σε μοναστήρι που η ίδια ιδρύει κοντά στο ναό της του Θεού Σοφίας. Κατά την ώρα της λατρευτικής συγκέντρωσης, οι διακόνισσες εποπτεύουν τις εκκλησιαζόμενες δίνοντάς τους παράλληλα το σύνθημα να συμμετάσχουν στην ψαλμωδία και να δώσουν το φίλημα της ειρήνης ·Αναμφίβολα εισέρχονται στο ιερό βήμα. Κατά τον Ματθαίο Βλάσταρη επίσης, γίνεται επιτρεπτό στις διακόνισσες να εισέλθουν στο ιερό θυσιαστήριο και στα «τῶν διακόνων ἀνδρῶν παραπλησίως μετιέναι», καταδεικνύοντας ότι η τάξη των διακονισσών έχει πολλά και ποικίλα δικαιώματα, αλλά κανένα έρεισμα που να στηρίζει την υπόθεση ότι οι διακόνισσες όπως και οι διάκονοι διακονούν ενεργά κοντά στο ιερό θυσιαστήριο κατά την τέλεση της αναίμακτης θυσίας. Συνεχίζει ο Βλάσταρης λέγοντας σχετικά ότι «Γυναῖκα δέ τῆς ἱερᾶς καί ἀναιμάκτου γίνεσθαι θυσίας διάκονον οὔ μοι δοκεῖ τό πιθανόν ἔχει».

Σημαντική επίσης η συνεισφορά των διακονισσών στην τελεσιουργία του βαπτίσματος, καθώς βοηθούν «τοῖς πρεσβυτέροις ἐν τῷ βαπτίζεσθαι τάς γυναίκας διά τό εὐπρεπές», καθώς στην αρχαία Εκκλησία δεν επικρατεί ο νηπιοβαπτισμός και λόγω της γυμνότητας του γυναικείου σώματος κατά την τριπλή κατάδυση στο νερό. Η παρουσία της διακόνισσας καθίσταται αναγκαία για την ευπρέπεια του μυστηρίου και την αποφυγή σκανδαλισμού των συνειδήσεων κατά την έκδυση και ένδυση των βαπτιζομένων γυναικών και για την χρίση με έλαιο και μύρο του σώματός τους, καθώς ο λειτουργός χρίει μόνο το μέτωπό τους. Άλλος τομέας της τελετουργικής εργασίας των διακονισσών είναι η μεταφορά και μετάδοση της θείας Κοινωνίας σε ασθενείς γυναίκες που αδυνατούν να μεταβούν στο ναό. Επίσης λαμβάνουν ενεργό ρόλο στο σαβάνωμα, τη διακόσμηση, την κηδεία και τον ενταφιασμό των νεκρών χριστιανών γυναικών.

Όσον αφορά την εκλογή των διακονισσών, η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος στον ιε΄ κανόνα αναφέρει ότι γίνεται «μετ΄ ἀκριβοῦς δοκιμασίας» και επιλέγονται γυναίκες από τις τάξεις των αφιερωμένων παρθένων και των χηρών οι οποίες είναι μονογαμικές, ή είναι σύζυγοι επισκόπων, καθώς επίσης εκλεκτές μεγαλόσχημες μοναχές ή ηγούμενες γυναικείων μοναστηριών. Η ηλικία των εκλεγόμενων διακονισσών, σύμφωνα με την αποστολική διάταξη περί χηρών κατά το Α΄ Τιμ. 5, 9-10 πρέπει να είναι μεγαλύτερη του εξηκοστού έτους, διάταξη η οποία αργότερα εγκαταλείπεται λόγω ύπαρξης εξαιρέσεων, όπως το παράδειγμα της αγίας Ολυμπιάδας η οποία αν και πολύ νέα «χήραν γενομένην…, διάκονον ἐχειροτόνησε Νεκτάριος» και λόγω της απαιτούμενης σωματικής δύναμης και ευκινησίας που απαιτεί η διακονική εργασία. Αργότερα η Πενθέκτη εν Τρούλλω Σύνοδος καθόρισε  σαν  ελάχιστη ηλικία των διακονισσών το τεσσαρακοστό έτος.

Ο θεσμός των διακονισσών (Β)

Ο θεσμός των διακονισσών σήμερα.

Το  Πατριαρχείο Αλεξανδρείας αποφάσισε στις 16 Νοεμβρίου 2016, μετά από την απαραίτητη διαβούλευση, να αναβιώσει η αρχαία τάξη των διακονισσών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν καλύτερα οι ποιμαντικές ανάγκες του συνεχώς αυξανόμενου αριθμού ιεραποστολικών ενοριών της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου, το οποίο διακονεί ολόκληρη ήπειρο της Αφρικής. Υπενθυμίζουμε ότι το ίδιο Πατριαρχείο απέρριψε την ιδέα περί χειροθεσίας διακονισσών, στην Ιερά Σύνοδο τον Οκτώβριο του 2009.Η  τότε σχετική ανακοίνωση ήταν:

«Δεν θεωρείται αναγκαίο και απαραίτητο να θεσμοθετηθεί κάτι τέτοιο στην πράξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Αφρικανική Ήπειρο»

 Στην συνέχεια δημοσιεύουμε κείμενο επιτροπής καθηγητών θεολογίας για το θέμα της αναβίωσης του θεσμού των διακονισσών, μετά την απόφαση του Πατριαρχείου τον Νοέμβριο του 2016.

«Εμείς, οι υπογράφοντες, εν ενεργεία και ομότιμοι Ορθόδοξοι καθηγητές λειτουργικής και λειτουργικής θεολογίας σε διάφορες θεολογικές σχολές και σεμινάρια στην Ελλάδα και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, επιθυμούμε να εκφράσουμε με σεβασμό την υποστήριξή μας προς τον Μακαριότατο Πατριάρχη κ. Θεόδωρο και την περί αυτόν Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, στην προσπάθειά τους να αναβιώσει με σύγχρονη μορφή ο θεσμός των διακονισσών εντός των ορίων του Πατριαρχείου.

Η ιστορική, θεολογική, κανονική και λειτουργική εγκυρότητα του θεσμού των  διακονισσών έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια από Ορθόδοξους ερευνητές και θεολόγους. Παρόλο που η τάξη των διακονισσών σταδιακά παρήκμασε από τα τέλη του 15ου αιώνα, εν τούτοις επέζησε στις Αρχαίες Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες και σε ορισμένες μοναστικές κοινότητες. Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία πριν από την Επανάσταση του 1917, αλλά και πρόσφατα, έχει θεωρήσει την αποκατάσταση της. Αλλά και ο Άγιος Νεκτάριος και άλλοι σύγχρονοι Έλληνες επίσκοποι έχουν χειροτονήσει διακόνισσες. Μάλιστα, η Εκκλησία της Ελλάδας δημιούργησε μια Σχολή Διακονισσών, η οποία τελικά εξελίχθηκε σε Σχολή Κοινωνικών Λειτουργών.

Η αναβίωση της γυναικείας διακονίας δεν αποτελεί καινοτομία, όπως μερικοί θα ήθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε, αλλά εκ νέου ενεργοποίηση μιας ζωντανής και αποτελεσματικής παραδοσιακής διακονίας, προκειμένου να δοθεί η ευκαιρία σε εξειδικευμένες γυναίκες να προσφέρουν στην υπηρεσία του λαού του Θεού την εποχή μας τα μοναδικά και ειδικά χαρίσματα, ως χειροτονημένοι και εξουσιοδοτημένοι εκπαιδευτές, ευαγγελιστές, ιεροκήρυκες, σύμβουλοι, κοινωνικοί λειτουργοί κ.α.

Αρχικά, ο λειτουργικός ρόλος της γυναικείας διακονίας, σύμφωνα με τις πηγές, φαίνεται ότι ήταν περιορισμένος. Οι ίδιες εκείνες πηγές μας πληροφορούν για την τελετή χειροτονίας διακονισσών, η οποία είναι εντυπωσιακά πανομοιότυπη με εκείνη των διακόνων. Εξ ίσου σημαντικό είναι, ότ και τα λειτουργικά άμφια είναι τα ίδια με αυτά των διακόνων. Η απόφαση για το ποιες πρόσθετες λειτουργικές διακονίες θα επιτελούν στην εποχή μας οι διακόνισσες, «παραμένει αποκλειστικά προνόμιο συνοδικών αποφάσεων των επισκόπων», όπως υποστηρίζει σύγχρονος θεολόγος.

Μάλιστα, η ίδια η διαδικασία αναβίωσης της γυναικείας διακονίας απαιτεί προσεκτική εξέταση πολλών άλλων παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της κατάλληλης προετοιμασίας και εκπαίδευσης των μελών των ενοριών, που θα κληθούν να υποδεχθούν, να τιμήσουν και να σεβαστούν τις διακόνισσες, οι οποίες θα υπηρετούν σ’ αυτές. Επίσης σημαντική για τη διαδικασία της αναβίωσης του θεσμού είναι η προσεκτική διατύπωση των αρετών και των χαρισμάτων των υποψηφίων για το λειτούργημα αυτό. Ο Απόστολος Παύλος στις Ποιμαντικές του Επιστολές παρέχει οδηγίες ως προς τα προσόντα που απαιτούνται από τις υποψήφιες. Οι Ιεροί Κανόνες ορίζουν ορισμένα προσόντα, όπως η ελάχιστη ηλικία της υποψηφίας. Ωστόσο, δεν γίνεται λόγος για άλλα προσόντα, όπως η εκπαίδευση και η οικογενειακή κατάσταση της υποψηφίας. Αυτά και άλλα θέματα, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας ενδυμασίας, της αμοιβής και της μεθόδου εκχώρησης και αφαίρεσης της γυναικείας διακονίας, είναι επίσης θέματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Πάνω από όλα, η διαδικασία απαιτεί τον εντοπισμό, τον σωστό καθορισμό και την σαφή αναφορά του ρόλου και των λειτουργιών των διακονισσών.

Η συζήτηση για την αναβίωση της τάξης των διακονισσών υπήρξε αντικείμενο συζητήσεών μας εδώ και αρκετές δεκαετίες. Στην πραγματικότητα, ένα από τα συμπεράσματα (VIII) του Δια-ορθόδοξου συμποσίου, «Ο ρόλος των γυναικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία», που πραγματοποιήθηκε στο νησί της Ρόδου το 1988, αφορούσε αυτό το θέμα. Συμπεριλαμβάνεται σε πολλά σημεία των συμπερασμάτων: «Η αποστολική τάξη των διακονισσών πρέπει να αναβιώσει…Η αναβίωση αυτής της αρχαίας τάξης θα πρέπει να εξεταστεί με βάση τα αρχαία πρότυπα που μαρτυρούνται σε πολλές πηγές … Μια τέτοια αναβίωση θα αποτελούσε θετική ανταπόκριση σε πολλές από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του σύγχρονου κόσμου σε πολλά επίπεδα … και ανταποκρίνεται στις αυξανόμενες ιδιαίτερες ανάγκες της εποχής μας…Η αναβίωση των διακονισσών στην Ορθόδοξη Εκκλησία θα τονίσει με ιδιαίτερο τρόπο την αξιοπρέπεια της γυναίκας και θα αναγνωρίσει τη συμβολή της στο έργο της Εκκλησίας στο σύνολό της».

Σε γενικές γραμμές, είναι απαραίτητο να πούμε ότι μόνο δογματικά κωλύματα και κοινώς αποδεκτά έγκυρα προηγούμενα μπορούν να εμποδίσουν μια αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία να θεσπίσει λειτουργικές μεταρρυθμίσεις εντός της δικαιοδοσίας της. Λειτουργικά και κανονικά ζητήματα που έχουν συνέπειες πέραν ​ των ορίων των τοπικών εκκλησιών, επιλύονται γενικά με συναίνεση όλων των αυτοκέφαλων εκκλησιών. Με την ανασύσταση, όμως, της τάξης των διακονισσών δεν διακυβεύονται ούτε δογματικά ζητήματα, ούτε κανονικά προηγούμενα. Αποτελεί αναζωογονητικό στοιχείο, το ότι μια τοπική Εκκλησία αντιμετώπισε την πρόκληση, μελέτησε προσεκτικά το θέμα, και πρότεινε μέτρα για την εφαρμογή μιας σημαντικής ρύθμισης, της αποκατάστασης της τάξης των διακονισσών, μέσω ενός προσεκτικά σχεδιασμένου προγράμματος.

Υπό το πρίσμα αυτό, υποστηρίζουμε με σεβασμό την απόφαση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας να αποκαταστήσει την γυναικεία διακονία, δίνοντας σάρκα και οστά σε μια ιδέα που έχει συζητηθεί και μελετηθεί από κληρικούς και θεολόγους εδώ και δεκαετίες.


Evangelos Theodorou, Theological School of the University of Athens

Alkiviadis Calivas, Holy Cross Greek Orthodox School of Theology

Paul Meyendorff, St. Vladimir’s Orthodox Theological Seminary

George Filias, Theological School of the University of Athens

Panagiotis Skaltsis, Theological School of the University of Thessaloniki

Stelyios S. Muksuris, Byzantine Catholic Seminary

Nicholas Denysenko, Valparaiso University

Phillip Zymaris, Holy Cross Greek Orthodox School of Theology

John Klentos, Graduate Theological Union

Στις 17 Φεβρουαρίου 2017 έγιναν από τον Πατριάρχη ΑΑλεξανδρείας οι πρώτες χειροθεσίες διακονισσών.

 

Χειροθέτησε την Κατηχήτρια γερόντισσα Θεανώ, από τα πρώτα στελέχη της Ιεραποστολής στο Κολουέζι, σε «Διακόνισσα της Ιεραποστολής» της Ιεράς Μητροπόλεως Κατάνγκα και ανέγνωσε την ευχή εις εισερχομένους «εις διακονίαν εκκλησιαστικήν» σε τρεις Μοναχές και δύο Κατηχήτριες, προκειμένου να εξυπηρετήσουν το ιεραποστολικό έργο της Ιεράς Μητροπόλεως, κυρίως στα Μυστήρια της Βαπτίσεως ενηλίκων και του Γάμου, καθώς και στον Κατηχητικό τομέα της Τοπικής Εκκλησίας. Σημειώνεται πως είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της Ιεραποστολής στην Αφρική που πραγματοποιούνται ανάλογες χειροθεσίες.


Τετάρτη 7 Ιουνίου 2023

Οι εκκλησιολογικές απόψεις του Βρεσθένης Ματθαίου με την ερμηνευτική του Πηδαλίου και την οπτική της εκκλησιαστικής ιστορίας


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Εισαγωγικά

Όπως είπαμε και σε προηγούμενες δημοσιεύσεις οι λόγοι διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας των Τριών ΓΟΧ Αρχιερέων το 1935, δεν εμπίπτουν ούτε σε ότι προβλέπει  ο 31ος  Αποστολικός  κανόνας ούτε σε ότι προβλέπει ο ΙΕ κανόνας της ΑΒ Συνόδου. Οπότε ουσιαστικά δεν υφίσταται λόγος ύπαρξης του άρθρου. Επειδή όμως ασχοληθήκαμε με τις εκκλησιολογικές θέσεις του πρ.Φλωρίνης Χρυσοστόμου, δεόντως θα ασχοληθούμε και τις εκκλησιολογικές θέσεις του Βρεσθένης Ματθαίου.

ΑΠΟΨΗ ΠΡΩΤΗ.

Η Ελλαδική Εκκλησία μετά την ημερολογιακή μεταρρύθμιση το 1924  έγινε εν ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ και όχι ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ σχισματική. Η άποψη του Χρυσοστόμου Καβουρίδη για εν δυνάμει και ενεργεία σχίσματα ισχύει μόνο για τα κανονικά παραπτώματα των κληρικών και όχι για θέματα αιρέσεων και σχισμάτων.

ΣΧΟΛΙΑ.

Η δοτική "δυνάμει" δηλώνει την απλή δυνατότητα για δράση, κάτι που υπάρχει ως δυνατότητα, δυνητικά∙ αντίθετα προς το «ενεργείᾳ» που δηλώνει πραγματική δραστηριότητα και δράση, που οδηγεί σε πράξη, κάτι που υπάρχει ήδη στην πράξη, πραγματικά.

Εξετάζοντας πρώτα τη δυνατότητα ύπαρξης «εν δυνάμει και εν ενεργεία αιρετικών» στα εκκλησιαστικά κείμενα βλέπουμε ότι ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ.

Ο   Άγιος Ιερώνυμος δεν θεωρεί κάποιον που δεν θα πρεσβεύει Ορθόδοξα ως εν δυνάμει (δηλαδή θεωρητικά) αιρετικό, αλλά τον θεωρεί αιρετικό και μόνο (δηλαδή εν ενεργεία). Από τη στιγμή που κάποιος είναι «κάτι», είναι εν ενεργεία «κάτι», παύει πλέον να είναι εν δυνάμει .Όλοι οι Ορθόδοξοι πιστοί από τη στιγμή που εάν κάνουν ένα δογματικό σφάλμα γίνονται αιρετικοί, τότε είμαστε όλοι μας εν δυνάμει αιρετικοί. Επίσης τη στιγμή που έχουμε όλοι τη δυνατότητα να κάνουμε σχίσμα είμαστε όλοι μας «εν δυνάμει σχισματικοί». Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας μαζί με τον Άγιο Κελεστίνο στις επιστολές τους χαρακτηρίζουν τον τότε Πατριάρχη Κων/πόλεως Νεστόριο ως «λύκο» πριν καταδικαστεί από τη Γ’ Οικουμενική σύνοδο. Μήπως ήταν εν δυνάμει λύκος και όχι εν ενεργεία; Επομένως, συμπερασματικά δεν υφίσταται ο διαχωρισμός μεταξύ εν δυνάμει σχισματικών, αιρετικών και εν ενεργεία σχισματικών, αιρετικών ανάλογα με το εάν καταδίκασε η σύνοδος ή όχι τους αιρετικούς ως τέτοιους.

ΑΠΟΨΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Με την αποδοχή της ημερολογιακής μεταρρύθμισης η Ιεραρχία της Ελλαδικής Εκκλησίας έγινε ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ και αιρετική.

ΣΧΟΛΙΑ.

Και ενώ μεν δεν υφίσταται κατά τους Πατέρες, την Γραφή και τους κανόνες της Εκκλησίας ο διαχωρισμός μεταξύ «εν δυνάμει» και «εν ενεργεία αιρετικών», υφίσταται όμως ο διαχωρισμός μεταξύ άκριτων και κεκριμένων αιρετικών. Δηλαδή, αιρετικών που καταδικάστηκαν από τη Σύνοδο ορθοδόξων επισκόπων  και αιρετικών που δεν καταδικάστηκαν ακόμα.

Κληρικός που ξέφυγε από την Ορθοδοξία, μέχρις ότου κριθή από Σύνοδο, μπορεί να θεωρηθεί  «δυνάμει καθηρημένος»· ενεργεία καθηρημένος καθίσταται μόνο μετά από συνοδική κρίσι. Το ίδιο λέει και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο Πηδάλιο (Αθήναι 19829, σ. 4-5).

Συγκεκριμένα ο Άγιος Νικόδημος σε σημείωση στον Ι΄ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΚΑΝΟΝΑ γράφει τα εξής:

««Πρέπει να ηξεύρομεν, ότι τα επιτίμια όπου διορίζουν οι Κανόνες, ηγούν το καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω, και το ανάθεμα έστω, αυτά κατά την γραμματική τέχνην είναι γ΄προσώπου προστακτικού, μη παρόντος. Εις το οποίον δια να μεταδοθεί η προσταγή αυτή, εξ ανάγκης χρειάζεται να είναι β πρόσωπον παρόν. Το εξηγώ καλλιώτερα. Οι κανόνες προστάζουσι την σύνοδον των ζώντων επισκόπων να καθαιρούν τους ιερείς, ή να αφορίζουν, ή να αναθεματίζουν τους λαϊκούς, όπου παραβαίνουν τους κανόνας. Όμως, αν η σύνοδος δεν ενεργήση εμπράκτως την καθαίρεσην των ιερέων, ή τον αφορισμόν, ή αναθεματισμόν των λαϊκών, οι ιερείς αυτοί και οι λαϊκή, ούτε καθηρημένοι είναι ενεργεία, ούτε αφορισμένοι, ούτε αναθεματισμένοι. Υπόδικοι όμως, εδώ μεν εις την καθαίρεσιν και αφορισμὸν ή αναθεματισμόν, εκεί δε εις την θείαν δίκην….. Όθεν σφάλλουσι μεγάλως εκείνοι οι ανόητοι, όπου λέγουσιν, ότι εις τους παρόντας καιρούς όλοι οι παρά τους κανόνας χειροτονηθέντες ιερωμένοι είναι ενεργεία καθηρημένοι…..η προσταγὴ των Κανόνων, χωρὶς την έμπρακτον ενέργειαν του β΄ προσώπου, ήτοι  της Συνόδου είναι ατέλεστος, αμέσως και προ κρίσεως μη ενεργούσα καθ᾿ εαυτήν».  Προκύπτει ότι, ο οποιοσδήποτε πέσει σε ένα σφάλμα για το οποίο επιβάλλεται κάποια τιμωρία, το αρμόδιο όργανο για να του επιβάλλει αυτή την τιμωρία είναι η σύνοδος «των ζώντων επισκόπων», αυτή έχει το δικαίωμα να καθαιρεί, να αφορίζει και να αναθεματίζει τα μέλη της.

Επομένως με βάση τα παραπάνω, εφόσον η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος ΔΕΝ ΚΡΙΘΗΚΕ ΑΠΟ ΣΥΝΟΔΟ,  η άποψη απορρίπτεται.

 

ΑΠΟΨΗ ΤΡΙΤΗ

Τα μυστήρια των αιρετικών ποιμένων είναι  αχαρίτωτα (στερούμενα Θείας Χάριτος) και επομένως παντελώς ανυπόστατα, ασχέτως εάν αυτοί καταδικάστηκαν ή όχι από το αρμόδιο Εκκλησιαστικό όργανο.

ΣΧΟΛΙΑ:

Δεν υφίσταται όπως μας ενημερώνει ο Άγιος Νικόδημος ούτε αυτόματη καθαίρεση, ούτε αυτόματος αφορισμός, ούτε αυτόματα αναθέματα.

Το ίδιο ισχύει ακόμα και στην περίπτωση των αιρετικών. Εξετάζοντας κανείς τον Όρο της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου διαβάζει: «Τοὺς ουν τολμώντας ετέρως φρονείν ή διδάσκειν ή κατὰ τοὺς εναγείς αιρετικοὺς τας εκκλησιαστικὰς Παραδόσεις αθετείν και καινοτομίαν τινὰ επινοείν... επισκόπους μεν όντας ή κληρικοὺς καθαιρείσθαι προστάσσομεν, μονάζοντας δε ή λαϊκοὺς της κοινωνίας αφορίζεσθαι». Προσέχουμε ότι η σύνοδος αναφέρει ως αιρετικούς τους «ουν τολμώντας ετέρως φρονείν ή διδάσκειν ή κατὰ τοὺς εναγείς αιρετικοὺς τας εκκλησιαστικὰς Παραδόσεις αθετείν και καινοτομίαν τινὰ επινοείν», η σύνοδος εννοείται, ότι αναφέρεται σε άκριτους αιρετικούς, δηλαδή που δεν έχουν ακόμα καταδικαστεί από σύνοδο, όμως δεν βλέπουμε να τους ονομάζει εν δυνάμει αιρετικούς, ούτε να αφήνει να εννοηθεί κάτι τέτοιο επειδή ακόμα δεν τους έχει καταδικάσει. Τους αναφέρει ξεκάθαρα ως αιρετικούς και μόνο, καθώς όπως αναφέραμε δεν υπάρχει διαχωρισμός για τους Πατέρες μεταξύ εν δυνάμει και εν ενεργεία αιρετικών. Η ίδια όμως σύνοδος κάνει ξεκάθαρο διαχωρισμό μεταξύ άκριτων και κεκριμένων αιρετικών όταν προστάζει: «επισκόπους μεν όντας ή κληρικοὺς καθαιρείσθαι προστάσσομεν, μονάζοντας δε ή λαϊκοὺς της κοινωνίας αφορίζεσθαι». Με την παραπάνω προσταγή αποδεικνύεται ότι έως ότου οι ποινές που καθόρισε η Ζ’ Οικουμενική σύνοδος επιβληθούν, από τη σύνοδο των ζώντων επισκόπων (κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη), δεν υφίστανται αυτές και οι κατηγορούμενοι είναι ελεύθεροι των επιτιμίων αυτών. Που σημαίνει ότι έχουν το δικαίωμα να ενεργούν όπως και όλοι οι άλλοι πιστοί (ως μέλη της Εκκλησίας), δηλαδή, οι λαϊκοί ως λαϊκοί και οι κληρικοί ως κληρικοί. Είναι δηλαδή ως κάποιος πολίτης ο οποίος διαπράττει ένα έγκλημα αλλά ποτέ δεν συλλαμβάνεται και δεν τιμωρείται για αυτό.

Επομένως, αφού κατά τους Αγίους δεν υπάρχει τιμωρία και οι παραβάτες έως ότου τιμωρηθούν είναι ελεύθεροι να ενεργούν όπως ενεργούσαν. Συμπεραίνεται ότι και οι ιεροπραξίες των αιρετικών ή σχισματικών ποιμένων, από τη στιγμή που δεν τους έχουν επιβληθεί οι απαραίτητες ποινές, είναι έγκυρες και υπαρκτές.

Παραδείγματα από την Εκκλησιαστική ιστορία

1.      Η  Ζ’ Οικουμενική σύνοδος βεβαιώνει για την εγκυρότητα των μυστηρίων των μη καθηρημένων κληρικών μέσω του Προέδρου της Αγίου Ταρασίου. Επί πλέον, η ίδια Σύνοδος που κατέκρινε την εικονομαχική αίρεση, έκανε δεκτούς εικονομάχους επισκόπους, νομιμοποιώντας με αυτόν τον τρόπο τα γενόμενα υπ’ αυτών μυστήρια.(Η Διαχρονική Συμφωνία των Αγίων Πατέρων για το Υποχρεωτικό του 15ου Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου περί Διακοπής Μνημονεύσεως Επισκόπου Κηρύσσοντος επ’ Εκκλησίας Αίρεσιν, Ευθυμίου Τρικαμηνά Iερομονάχου, Degiorgio εκδόσεις, Τρίκαλα 2012).

2.      Η χειροτονία του Αγίου Κύριλλου Ιεροσολύμων δεν θεωρήθηκε ως μη υπάρχουσα, καίτοι έλαβε χειροτονία  επισκοπικὴ  παρὰ του Μητροπολίτου Καισαρείας Ακακίου, ο οποίος ήτο μεν δεδηλωμένος αρειανὸς (καὶ μάλιστα αρχηγὸς μίας μερίδος των αρειανών), αλλ’ ακόμη «διετέλει και ενήργει εντός της Εκκλησίας». Ο μεν Ακάκιος ήταν αιρετικός, όμως το μυστήριο που τέλεσε δεν χαρακτηρίστηκε ως αχαρίτωτο και επομένως μη γενόμενο.

 

3.Ομοίως, ο άγιος Ανατόλιος χειροτονήθηκε  και αυτὸς επίσκοπος (και μάλιστα Πατριάρχης Κων/πόλεως) από τον  Πατριάρχη  Αλεξανδρείας Διόσκορο,  ο οποίος ήτο μεν μονοφυσίτης και μέγας προστάτης του αιρεσιάρχου Ευτυχούς,  αλλὰ δεν είχε ακόμη καταδικασθεί από την  Δ' Οικουμενική  Συνόδο.

4. Ο Άγιος Μελέτιος Πατριάρχης Αντιοχείας είχε λάβει κανονική χειροτονία υπό των Αρειανών επισκόπων. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρήθηκε άκυρο το μυστήριο επειδή αυτοί που το τέλεσαν είχαν αιρετικά φρονήματα. Αναφέρουμε για χάρη της ιστορικής αλήθειας, ότι υπήρχε μερίδα Ορθοδόξων οι οποίοι δεν δέχθηκαν σε κοινωνία τον Άγιο Μελέτιο και όσους τον ακολουθούσαν επειδή, ο μεν πρώτος είχε χειροτονηθεί υπό αιρετικών, όσοι δε τον ακολουθούσαν είχαν βαπτισθεί υπό των αιρετικών αρειανών. Η Εκκλησία όμως δεν δικαίωσε την στάση τους, αφού έκανε δεκτό τον Άγιο Μελέτιο και όσους τον ακολουθούσαν χωρίς να επαναλάβει τα ήδη γενόμενα υπό των αιρετικών μυστήρια.( ΤΟ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΝΟ ΣΧΙΣΜΑ, ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΝΝΗ, ΑΘΗΝΑ 2014).

 

ΑΠΟΨΗ ΤΕΤΑΡΤΗ.

Οι τελεσθείσες υπο του Βρεσθένης χειροτονίες έπρεπε να γίνουν επειδή υπήρχε ο κίνδυνος να πεθάνει ο Ματθαίος και να μείνει η Ορθόδοξη Εκκλησία χωρίς  Ποιμένες

ΣΧΟΛΙΑ.

Η άποψη αυτή ουσιαστικά εμφανίζει τον Βρεσθένης σαν τον Σωτήρα της Εκκλησίας και σας δεύτερο Μεσσία.

Ο Α Αποστολικός κανόνας ορίζει ότι ο Επίσκοπος χειροτονείται υπό επισκόπων ΔΥΟ ή ΤΡΙΩΝ. Ο Δ κανόνας της Α Οικουμενικής ορίζει ότι για λόγους δυσχερείας η εκλογή επισκόπου θα πρέπει να γίνεται τουλάχιστον ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ «: τρεις επί το αυτό συναγομένους, συμψήφων γιγνομένων και των απόντων, και συντιθεμένων διά γραμμάτων»…

«Επίσκοπον προσήκει μάλιστα μεν υπό πάντων των εν τη Επαρχία καθίστασθαι, ει δε δυσχερές είη το τοιούτον ή διά κατεπείγουσαν ανάγκην ή διά μήκος οδού εξ άπαντος τρεις επί το αυτό συναγομένους, συμψήφων γιγνομένων και των απόντων, και συντιθεμένων διά γραμμάτων, τότε την χειροτονίαν ποιείσθαι, το δε κύρος των γινομένων δίδοσθαι καθ' εκάστην... επαρχίαν τω Μητροπολίτη» .

 

Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και οι κανόνες: ΙΘ της εν ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ,ΣΤ της Σαρδικής, ΙΓ της Καρθαγένης.

Στον Κανόνα υπάρχουν και ορισμένες εξαιρέσεις. Κλασική εν προκειμένω περίπτωση  τυγχάνει η των λεγομένων Μελιτιανών χειροτονιών, για τις οποίες αποφάνθηκε η Α Οικουμενική Σύνοδος η οποία αναγνώρισε τους υπό μόνου του επισκόπου Μελετίου χειροτονηθέντας επισκόπους, αφού διέταξε να γίνουν χειροθεσίες επι σχισματικών και όχι αναχειοοτονίες.

Οι Αποστολικές Διαταγές προβλέπουν το ενδεχόμενο χειροτονίας επισκόπου από ένα μόνο και βάζουν ως απαραίτητες προυποθέσεις τις εξής:

«α) εάν ανάγκη καταλάβη διά το μη δύνασθαι πλείονας παραγενέσθαι διωγμού όντος ή άλλης τοιαύτης ανάγκης και β ) εφ' όσον προϋπάρχει ψήφισμα ή εκλογή υπό Επιτροπής πλειόνων Επισκόπων .

Καμία όμως από αυτές δεν υπήρχαν αφού ο Ματθαίος δεν ανήκε σε καμία Σύνοδο. Η άποψη ότι ήταν ο μοναδικός ορθόδοξος επίσκοπος στην Ελλάδα σημαίνει ότι ο Βρεσθένης κήρυξε την «εν Ελλαδι Ορθόδοξη Εκκλησία» ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ.

---------------

 

 

Πηγές

1.    Οι ληστές της Θείας διδασκαλίας Μέρος β’, Δοκίμιο στην Αποτείχιση, Ιωάννου Ε. Ρίζου.

2.    ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΟΥ ΖΗΛΩΤΙΚΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΥ, Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Παπαδάκη, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΡΩΜΑΙΑΣ, ΡΕΘΥΜΝΟΝ 2008.

3.    ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟΝ ΣΧΙΣΜΑ ΔΥΝΑΜΕΙ Η΄ΕΝΕΡΓΕΙΑ; ΑΘΗΝΑ 1973, Θεοδώρητου Μαύρου ιερομονάχου Αγιορείτου.

4.    Περιοδ. «Ορθόδοξος Ένστασις και Μαρτυρία» ἀριθ. 1/᾿Ιανουάριος 2000, σελ. 19-36

5.    Τα Δύο Άκρα («Οικουμενισμός» και «Ζηλωτισμός»), Επιφάνιου Ι. Θεοδωρόπουλου Αρχιμανδρίτου.

6.    ΤΟ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΝΟ ΣΧΙΣΜΑ, ΔΙΔ

ΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΝΝΗ, ΑΘΗΝΑ 2014.

7.    Η Διαχρονική Συμφωνία των Αγίων Πατέρων για το Υποχρεωτικό του 15ου Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου περί Διακοπής Μνημονεύσεως Επισκόπου Κηρύσσοντος επ’ Εκκλησίας Αίρεσιν, Ευθυμίου Τρικαμηνά Iερομονάχου, Degiorgio εκδόσεις, Τρίκαλα 2012.

8.    Απάντηση σε Αγιορείτη μοναχό, Πλείονες αγιοπατερικές Αναφορές και ιστορικὲς Αποδείξεις . http://paterikiparadosi.blogspot.gr/

Αποστασία και διχασμός, Αγιορείτων Πατέρων, Μελέτη -Απάντησις,   Προς θρησκευτικά σωματεία, Αθήναι 1981