Τρίτη 27 Ιουνίου 2023

Η ΟΥΝΙΑ

 

                      

Πρωτοπρσεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ-Α

         

          Η λέξη Ουνία είναι πολωνική με λατινική ρίζα και σημαίνει Ένωση και κάθε ένας που ανήκει στην Ουνία λέγεται Ουνίτης ή Ελληνοκαθολικός. Χρησιμοποιήθηκε από την ΡΚαθολική «εκκλησία», για να δηλώσει κυρίως τους Ορθόδοξους εκείνους, οι οποίοι αναγνώρισαν το πρωτείο του Πάπα στην Εκκλησία και έχουν εκκλησιαστική κοινωνία με την ΡΚαθολική «εκκλησία».

Είναι μια από τις κακοδοξίες του Παπισμού και μάλιστα η πιο ύπουλη και θεωρείται ο δούρειος ίππος του Παπισμού. Είναι η πραγμάτωση του πρωτείου εξουσίας του Πάπα σ’ ολόκληρη την Εκκλησία. Η επιδίωξη αυτή ξεκινάει ήδη από τον 1ο αιώνα και κορυφώνεται τον 5ο και 6ο αιώνα συχνά με την ανοχή της Εκκλησίας. Η επιδίωξη αυτή εντάθηκε μετά το Σχίσμα του 1054 και ειδικά στη σύνοδο του Λατερανού το 1215 και στην παπική βούλα του Πάπα Ιννοκέντιου Δ΄ και εφαρμόστηκε δυναστικά σε όλες τις φραγκοκρατούμενες περιοχές της περιόδου των Σταυροφοριών (12ος-14ος αιώνας). Η επίσημη όμως εφαρμογή της Ουνίας γίνεται μετά την «ενωτική» σύνοδο Φλωρεντίας του 1439, όπου δημιουργήθηκε η ομάδα εκείνη των «Ορθοδόξων», που δέχτηκαν το πρωτείο εξουσίας του Πάπα Ρώμης σ’ ολόκληρη την Εκκλησία. Τότε δημιουργήθηκε μια οργανωμένη λατινική προπαγάνδα, σύμφωνα με την οποίαν οι Ορθόδοξοι που προσχωρούσαν στην Ουνία μπορούσαν να διατηρήσουν την ιδιαιτερότητα των παραδοσιακών τους στοιχείων στην οργάνωση, στη θεία λατρεία, στα έθιμα και στην πνευματικότητα.

 Προκειμένου να παραπλανηθούν οι Ορθόδοξοι, οι ουνίτες «κληρικοί» λαμβάνουν το Ορθόδοξο σχήμα με ράσα και άμφια πανομοιότυπα με αυτά των Ορθοδόξων κληρικών. Χτίζουν ναούς βυζαντινού ρυθμού, τους αγιογραφούν με εικόνες αυστηρής βυζαντινής τεχνοτροπίας, ενώ  έχουν εξοβελίσει τα αγάλματα, τα οποία θυμίζουν παπικούς ναούς. Χρησιμοποιούν ιερά σκεύη Ορθόδοξα, ακολουθούν με ακρίβεια το Ορθόδοξο λειτουργικό τυπικό και  εορτάζουν τις εορτές των Ορθοδόξων  μαζί με αυτούς. Δεν διαφέρουν εξωτερικά σε τίποτε από τους Ορθοδόξους κληρικούς και μάλιστα παρουσιάζονται συχνά πιο παραδοσιακοί από αυτούς. Η μόνη διαφορά τους είναι, ότι αναγνωρίζουν τον πάπα ως πνευματικό τους ηγέτη και τον μνημονεύουν στις λατρευτικές τους συνάξεις. Παράλληλα ακολουθούν συγκεκαλυμμένα τα αιρετικά δόγματα και όλες τις κακοδοξίες του παπισμού.  Δυστυχώς η σατανική αυτή εφεύρεση απέδωσε καρπούς. Χιλιάδες Ορθόδοξοι έχουν πέσει στην παγίδα και προσχώρησαν σε αυτό το δόλιο και σατανικό τερατούργημα. Ο δόλος της Ουνίας έχει διπλό χαρακτήρα.

Πρώτον να προσελκύσει ανυποψίαστους Ορθοδόξους, οι οποίοι εκλαμβάνουν τους παπικούς «κληρικούς» ως Ορθοδόξους.

Δεύτερον να «ικανοποιεί» όσους πιστούς θεωρούν κώλυμα την ένωσή τους με την παπική «εκκλησία» την ορθόδοξη παράδοση. Ωστόσο, όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί, «οι τύποι και οι ρυθμοί, αποκοπτώμενοι από την πίστιν, χάνουν την ψυχήν των και παραμένουν νεκροί».  Τις δόλιες μεθόδους προσηλυτισμού της Ουνίας αναγνωρίζουν και ομολογούν και οι ίδιοι οι Ρωμαιοκαθολικοί. Ο Γάλλος θεολόγος Louis Bouyer, διατελέσας και μέλος της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, γράφει σχετικά με την Ουνία: «Τίποτε δεν αποδεικνύει καλύτερον την αθεράπευτον πονηρίαν εκείνων, που θέλουν να χρησιμοποιούν την βυζαντινήν λειτουργίαν χωριστά από το όλον σώμα της, διά να ελκύσουν τους Ανατολικούς εις τον λατινικόν Χρισταινισμόν. Τοιούτος χωρισμός είναι αδιανόητος. Δεν ημπορούμεν να πάρωμεν την λειτουργίαν του Βυζαντίου, χωρίς να πάρωμε ολόκληρο τον βυζαντινό Χριστιανισμό. Άλλως εκείνο που θα πάρωμε ομοιάζει τόσον ολίγον προς την λειτουργία  της Αγίας Σοφίας, ή των Αγίων Αποστόλων, όσον το ανδρείκελον προς τον άνθρωπον».

          Η Ουνία άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά στην Πολωνία ήδη από το 1587 και ειδικά μετά την ουνίτικη σύνοδο της Βρέστης (Brest-Litovsk) του 1596, οπότε έγινε αυτή το σύμβολο του αγώνα της Ουνίας να εξουδετερώσει με βίαιους και απαράδεκτους τρόπους την Ορθόδοξη ιεραρχία σε όλες τις ελεγχόμενες από το Πολωνο-Λιθουανικό βασίλειο ρωσικές περιοχές, η δε Ακαδημία του Κιέβου έγινε κέντρο της ουνίτικης θεολογικής προπαγάνδας στη Ρωσία κατά τον 17ο αιώνα. Η ουνίτικη δραστηριότητα επεκτάθηκε στη Μολδαβία με οδυνηρές συνέπειες για την Ορθοδοξία στην ευρύτερη περιοχή, καθώς επίσης και στη Λιθουανία και τη δυτική Ουκρανία, ενώ από τον 18ο αιώνα υπήρξε επέκταση στη Συρία, Παλαιστίνη και Αίγυπτο μεταξύ των Ορθοδόξων και των προχαλκηδόνιων «εκκλησιών» με συνέπεια την οργάνωση μικρών ουνίτικων «εκκλησιών».

Για τη συστηματικότερη ενεργοποίησή της, το 1622 εντάχθηκε στη διαβόητη Προπαγάνδα της Πίστεως (Propaganda Fidei), τον πρώτο στην ανθρώπινη ιστορία μηχανισμό ιδεολογικής προπαγάνδας και μεθοδικής «πλύσης εγκεφάλου» των μαζών.

Η εποπτεία και προώθηση της Ουνίας ανατέθηκε στους Ιησουίτες μοναχούς. Αυτοί, πιστοί στο δόγμα τους «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», εργάζονταν με ανένδοτο πείσμα, αναπτύσσοντας μια παροιμιώδη για τη δολιότητά της δράση: εκμεταλλεύονταν την ανέχεια εμπερίστατων ορθοδόξων πληθυσμών και ασκούσαν φιλανθρωπικό έργο, δημιουργούσαν αντιθέσεις και φανατισμούς, προσεταιρίζονταν δυσαρεστημένους ή φιλόδοξους κληρικούς, εξαγόραζαν συνειδήσεις κ.ά. αναφέρονται δε δυο παραδείγματα των ουνίτικων μεθοδεύσεων:

 

          α/ Το 1577 ιδρύεται στη Ρώμη το Ελληνικό Κολλέγιο του αγίου Αθανασίου, για την προσφορά ανώτερης παιδείας στα υπόδουλα Ελληνόπουλα. Οι απόφοιτοι του Κολλεγίου δηλώνουν υποταγή στον Πάπα και, στη συνέχεια, εργάζονται στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, για τον εξουνιτισμό των συμπατριωτών τους. 

 

          β/ Το 1596 (Σύνοδος του Μπρεστ), με την ισχυρή επιρροή ιησουιτών μοναχών, ο βασιλιάς της Πολωνίας επιβάλλει με τη βία την Ουνία στους ορθόδοξους Πολωνούς, Λιθουανούς και Ουκρανούς. Εκατομμύρια Ορθοδόξων έγιναν Ουνίτες, ενώ όσοι αρνήθηκαν υπέστησαν πρωτοφανείς διώξεις. Η Ουνίτικη Σύνοδος του Μπρεστ έγινε απαρχή απερίγραπτων δεινών για τους Ορθοδόξους, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα σε αρκετές περιοχές (Ουκρανία, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Μέση Ανατολή κ.ά.).

 

          Η Ουνία προβλήθηκε από τον Παπισμό ως μοντέλο ενώσεως των Χριστιανών. Οι Ορθόδοξοι λαοί, όμως, που γνώρισαν το αληθινό της πρόσωπο, την απέκρουσαν με βδελυγμία, ενώ σύσσωμη η Ορθόδοξη Εκκλησία την απέρριψε για τους εξής δυο λόγους:

 

          Α. Δεν δικαιολογείται εκκλησιολογικά η ύπαρξη των Ουνίτικων «εκκλησιών», γιατί, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν ένα τμήμα της Παπικής «εκκλησίας», θέλουν να εμφανίζονται ως επιμέρους Ανατολικές Εκκλησίες.

 

          Β. Πρόκειται για ύπουλη και ανέντιμη προσηλυτιστική μέθοδο, η οποία αποτελεί ένα Δούρειο Ίππο στα σπλάγχνα της Ορθοδοξίας με σκοπό την άλωσή της. Γι’ αυτό και η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1838 χαρακτηρίζει την Ουνία «μέθοδο απόκρυφη και όργανο καταχθόνιο» και τους Ουνίτες «προβατόσχημους λύκους, δόλιους και απατεώνες».

 

          Το Βατικανό επιμένει πεισματικά να ενισχύει και σήμερα την Ουνία. Κι αυτό γιατί η Ουνία αποδεικνύεται ο ευκολότερος τρόπος προσηλυτισμού των Ορθοδόξων. Επίσης, παρέχει στον Παπισμό μια ψευδαίσθηση καθολικότητας, αφού περιλαμβάνει στους κόλπους του Χριστιανούς, σε Δύση και Ανατολή, που χρησιμοποιούν είτε τον ορθόδοξο είτε τον λατινικό ρυθμό. Επιπλέον, διευκολύνει τη διεθνή πολιτική του Βατικανού και προωθεί τους πολιτικοοικονομικούς του στόχους. Τέλος, οι Ουνίτες, επειδή κυριαρχούνται νομοτελειακά από το σύνδρομο του γενιτσαρισμού, μισούν θανάσιμα τους πρώην ομοπίστους τους και αναδεικνύονται οι φανατικότεροι υποστηρικτές του παπικού θεσμού. Και αυτό, ιδιαίτερα σήμερα, το έχει ανάγκη ο Πάπας.

 

          Αντίθετα, η Ορθόδοξη Εκκλησία αγωνίστηκε με όλες της τις δυνάμεις και σε πολύ δύσκολους καιρούς (τουρκοκρατία κ.λπ.) καταδίκασε με σειρά μεγάλων συνόδων (ως ανωτέρω), την αθέμιτη άσκηση προσηλυτισμού σε βάρος των Ορθοδόξων και σκλήρυνε τη στάση της έναντι της ΡΚαθολικής «εκκλησίας» προβάλλοντας τις αιρετικές της κακοδοξίες, για να εμποδίσει την προσχώρηση των Ορθοδόξων στη λατινική Ουνία. Οι εξελίξεις αυτές επηρέασαν σοβαρά τις σχέσεις Ορθοδοξίας και Παπισμού, ιδιαίτερα δε τον διεξαγόμενο θεολογικό διάλογο μεταξύ των δυο. Εξ αυτού του λόγου, της ύπαρξης της Ουνίας, εμποδίζεται η αποκατάσταση της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

 

          Πάντως, η πραγματικότητα, ανεξάρτητα από τις επίσημες διακηρύξεις, είναι τελείως διαφορετική και δικαιολογεί την διατυπωθείσα ρήση, ότι «η εκδυτικοποίηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι σχεδόν συντελεσμένη». Πράγματι, αν κάποιος βρεθεί σε Ορθόδοξο χώρο, θα διαπιστώσει τόσες πολλές δυτικές επιδράσεις, ώστε, όταν γνωρίζει επακριβώς την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση, τότε θα αισθανθεί, ότι δεν βρίσκεται πραγματικά σε χώρο Ορθόδοξο, αλλά σε χώρο ουνίτικο (π.χ. Σύρος, κ.λπ.).

συνεχίζεται

 

 

ΜΕΡΟΣ-Β

          -------------------------------------------------------------------------

 

Η Ουνία στους Θεολογικούς Διαλόγους

Η Β΄ «Σύνοδος» του Βατικανού (1962-1965)  όχι μόνον  δεν κατεδίκασε αλλ’ απεναντίας επεκύρωσε και επεδοκίμασε τις ραδιουργίες και τα απιστεύτου ωμότητος διαπραχθέντα υπό της Ουνίας εγκλήματα. Με το γνωστό Διάταγμά της «Orientalium Ecclesiarum», το «Διάταγμα για τις Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες», (δηλαδή τις Ουνιτικές), αναβάθμισε το ρόλο και την αποστολή της μέ κάθε επισημότητα . Ο από το 1980 αρξάμενος Θεολογικός διάλογος μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών απεκάλυψε με τον πιό ξεκάθαρο τρόπο, ότι ο  Διάλογος αυτός απ την πλευρ του Βατικανού δεν είναι δυνατόν να έχει ως προοπτικ την αποκατάστασι της ενότητος των Εκκλησιών «κατ το πρότυπο της αρχαίας αδιαίρετης Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας» αλλ της Ουνίας! Τα ίδια τα γεγονότα μαρτυρούν του λόγου το ασφαλές: Την κατά την ΣΤ΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής στο Freising του Μονάχου (1990) επιτευχθείσα καταδίκη της Ουνίας και του προσηλυτισμού, δεν απεδέχθη το Βατικανό και εζήτησε την επανεξέταση του θέματος στην επόμενη Ζ΄ Γενική Συνέλευση (1993) στο Balamand του Λιβάνου. Στη Συνέλευση αυτή το Βατικανό επέτυχε να  ανατρέψει τις αποφάσεις του Freising με νέες αποφάσεις, στις οποίες η Ουνία πανηγυρικά αθωώνεται και επί πλέον οι Ουνίτες αποκτούν το δικαίωμα να συμμετέχουν στο διάλογο με εκπροσώπους τους. Το κείμενο του Balamand παρ᾿ ότι υποκριτικ «καταδικάζει» την Ουνία ως μέθοδο ενώσεως των Εκκλησιών (βλ.§1), την επιβεβαιώνει αναγνωρίζοντας την ύπαρξι των Ουνιτικών κοινοτήτων (βλ.§31), κα ενισχύοντας ποικιλοτρόπως την παρουσία και δραστηριοποίησή τους μέσα στα κανονικ όρια των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Επομένως λοιπόν «είναι ηλίου φαεινότερον ότι η Ουνία καταδικάζεται μεν διά των λόγων ως μέθοδος ενώσεως, επιβάλλεται όμως υπό των Ρωμαιοκαθολικών ως μοναδική οδός πραγματώσεως της ενώσεως, συμφώνως προς τας αρχάς της Β΄ Βατικανείου και γίνεται ανεκτή υπό των Ορθοδόξων».  Νέα συζήτησις επί του θέματος της Ουνίας στη Βαλτιμόρη το 2000, καταλήγει σε ναυάγιο, χάρη στην πεισματώδη αντίδραση του Βατικανού. Ο τότε Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β´ με εμπιστευτική του επιστολ στον τότε Ρωμαιοκαθολικ συμπρόεδρο του Διαλόγου Καρδινάλιο Edward Cassidy έγραφε: «Πρέπει (στη διάσκεψη της Βαλτιμόρης), ν δηλωθή εις τους Ορθοδόξους ότι ο Ανατολικς Καθολικς (=Ουνιτικς) Εκκλησίες μέσα στην Εκκλησία της Ρώμης χαίρουν της αυτής εκτιμήσεως ως και πάσα άλλη Εκκλησία, που τελεί εις κοινωνίαν προς την Ρώμην».  Το γεγονός αυτό επέφερε την δικαία αγανάκτησι και παραίτησι απ την συμπροεδρία του Σεβ. Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού, ο οποίος έκαμε την ιστορική διαπίστωση, ότι ο διεξαγόμενος Θεολογικός Διάλογος είναι ένα «ανούσιο παίγνιο». Το Βατικανό, μετά το ναυάγιο της Βαλτιμόρης, επιτυγχάνει νέα επανέναρξη του διαλόγου το 2006 με άλλη θεματολογία, χωρίς βέβαια να έχει λυθεί το πρόβλημα της Ουνίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες σύρονται κυριολεκτικά και πάλι στο διάλογο, αθετούντες την απόφαση της Γ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως, κατά την οποία: «Ουνία και Διάλογος είναι ασυμβίβαστα ταυτοχρόνως»   και διαψευδόμενοι με όσα εδήλωσαν  στο κοινό «Μήνυμά» τους το 1992 στο οποίο απερίφραστα καταδικάζουν την Ουνία .

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος (1972-1991) συγκάλεσε έκτακτη Σύσκεψη στο Φανάρι (11-12/12/1990), η οποία διαπίστωνε «καταστάσεις και γεγονότα εις βάρος των Ορθοδόξων διαδραματιζόμενα, τα οποία υπερβαίνουν πάσαν φαντασίαν», καθώς επίσης «κατάφωρον παραβίασιν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της θρησκευτικής ελευθερίας ... διά χρήσεως αμέσου βίας εναντίον ατόμων, διά της καταχρήσεως νομοθετικών ρυθμίσεων» κ.α. Ωστόσο, στην επόμενη Ζ΄ Ολομέλεια (Balamand 1993) η ρωμαιοκαθολική πλευρά πέτυχε την έκδοση κειμένου, το οποίο καταδίκαζε μεν την Ουνία ως μέθοδο του παρελθόντος, αλλά αναγνώριζε την εκκλησιαστική της υπόσταση και την ύπαρξή της στο παρόν. Το κείμενο του Balamand δεν έγινε αποδεκτό από πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες, η δε Ορθόδοξη πλευρά θεωρούσε το θέμα της Ουνίας ακόμη ανοικτό.

Στην επόμενη Η΄ Ολομέλεια στη Βαλτιμόρη των Η.Π.Α (2000), με προσωπική παρέμβαση του Πάπα Ιωάννου Παύλου Β΄ υπέρ των «Ανατολικών Καθολικών Εκκλησιών» (Ουνιτών), ο Διάλογος κατέληξε σε πλήρες ναυάγιο. Σε Δήλωσή της η Ορθόδοξη αντιπροσωπία θεωρούσε όσα συνέβησαν στο Balamand «ως μη γενόμενα» και ότι η συζήτηση για την Ουνία επιστρέφει «εις μηδενικήν βάσιν». Με την επανέναρξη του Διαλόγου έξι χρόνια μετά την πλήρη διακοπή του (2006) το ζήτημα της Ουνίας έπαψε πλέον να συζητείται τουλάχιστον αυτόνομα και ανεξάρτητα, η δε Ουνία συνεχίζει ανενόχλητη τη δράση της στις Ορθόδοξες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Η Ουνία ως μέθοδος ενώσεως

 Από τα παραπάνω διαπιστώνεται η επιμονή του Βατικανού να διατηρεί, αλλά και να ενισχύει, έναν θεσμό καθαρά προσηλυτιστικό, έναν μηχανισμό υποταγής Ορθοδόξων και άλλων πληθυσμών, μια μέθοδο επανειλημμένα καταδικασμένη ακόμη και από επιφανείς εκπροσώπους του στον Διάλογο με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η ύπαρξη της Ουνίας δεν έχει κανένα εκκλησιολογικό, κανονικό και δογματικό έρεισμα στην Παράδοση της αρχαίας

ενωμένης Εκκλησίας των δέκα πρώτων αιώνων, η δε χρήση κάθε μορφής βίας (χαρακτηριστικό γνώρισμα των ουνιτικών κοινοτήτων, με την ανοχή ή την υποκίνηση της Ρώμης μέχρι σήμερα) είναι εντελώς ασυμβίβαστη με τη χριστιανική ιδιότητα (ίσως για το Βατικανό να είναι θεμιτή, γιατί την έχει χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν!). Όπως έχει γίνει αποδεκτό και από τις δύο πλευρές, η Ουνία όχι μόνο δεν προσέφερε τίποτε στο ζήτημα της ενώσεως, αλλά, αντίθετα, προκάλεσε επιπλέον διαιρέσεις, σχίσματα και συγκρούσεις και πολλαπλασίασε τα προβλήματα. Βέβαια, ο κατ’ εξοχήν σκοπός της Ουνίας, η ένωση («ουνία» σημαίνει «ένωση»), είναι κοινός και για την Ορθοδοξία.

Η Εκκλησία μας συνεχώς εύχεται «υπέρ της των πάντων ενώσεως» και η προσευχή του Ιησού είναι «ίνα πάντες εν ώσι» (Ιω. 17,21). Όμως διαφορετικά θεωρεί το ζήτημα η Ορθόδοξη Εκκλησία και διαφορετικά, απ’ ο,τι φαίνεται, η ρωμαιοκαθολική πλευρά.

Κατά την Ορθοδοξία, αλλά και κατά την κοινή Παράδοση της πρώτης Εκκλησίας, η ένωση υπάρχει στη μία πίστη, στη μία Αλήθεια που δίδαξε ο Χριστός, και στη συνέχεια στο ένα Βάπτισμα, στη μία Θεία Ευχαριστία κ.λπ. Η αλλοίωση της πίστεως συνιστά την αίρεση, η οποία είναι κατάσταση που αποκόπτεται άμεσα από το Σώμα της Εκκλησίας και μέθοδος που δεν οδηγεί στη σωτηρία. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει ένωση με διαφορές στην πίστη, ένωση χωρίς κοινή πίστη, είναι δε γεγονός ότι μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού υπάρχουν όντως σημαντικές διαφορές στην ίδια την πίστη. Κοινή πίστη δεν υπάρχει! Από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά, αντίθετα, παρατηρείται η τάση να υποτιμηθούν αυτές οι διαφορές και να θεωρηθούν δυό θεμιτές όψεις του ίδιου πράγματος, ώστε σε μια ενδεχόμενη ένωση κάθε πλευρά να διατηρήσει την «παράδοσή της», ακόμη και τη δογματική! Αυτό, όμως, σημαίνει ότι το πρότυπο ενώσεως που έχει το Βατικανό και προβάλλει μέχρι σήμερα, δεν είναι άλλο από αυτό της Ουνίας.

 

 

Άλλα σημαντικά ιστορικά στοιχεία

Ο πρώην Πάπας Βενέδικτος ο ΙΣΤ´, ακολουθών την γραμμή των προκατόχων του, ευλογεί και συγχαίρει την Ουνιτικ «Εκκλησία» στην Ουκρανία. Με επιστολή του προς τον Ουνίτη «Αρχιεπίσκοπο» της Ουκρανίας Λιουμπομίρ Χούζαρ εγκωμιάζει τους αγώνες των Ουνιτών για την διατήρηση της ιδιοπροσωπίας τους και προσθέτει υπέρ της Ουνίας τα εξής: «Μέσα στην κοινωνία με τους Διαδόχους των Αποστόλων, των οποίων την ορατή ενότητα την εγγυάται ο Διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, η Ουκρανική Καθολική Κοινότητα, κατόρθωσε να διατηρήσει ζωντανή την Ιερή Παράδοση, στήν ακεραιότητά της. Για να παραμείνει άθικτη σε όλο της τον πλούτο η πολύτιμη αυτή κληρονομιά της “Παραδόσεως” επιβάλλεται να εξασφαλίσουμε την παρουσία και των δύο μεγάλων φορέων της μοναδικής Παραδόσεως του (λατινικού και του ανατολικού)… Διπλή είναι η αποστολή, που έχει ανατεθεί στην Ελληνοκαθολική Εκκλησία, που βρίσκεται σε πλήρη κοινωνία με τον διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου• από τη μία πλευρά να διατηρήσει ορατή μέσα στην Καθολική Εκκλησία την ανατολική παράδοση• από την άλλη πλευρά να ευνοήσει τη σύγκλιση των δύο παραδόσεων, μαρτυρώντας ότι αυτές όχι μόνο συνδυάζονται μεταξύ τους, αλλά και αποτελούν μία βαθιά ενότητα μέσα στην ποικιλία τους». 

-Ο ίδιος «Πάπας» κ. Βενέδικτος δέχθηκε τον εν Ελλάδι Ουνίτη «επίσκοπο» Γρατιανουπόλεως, κ. Δημήτριο Σαλάχα με την ομάδα των παπικών Ελλήνων επισκόπων, ο οποίος φωτογραφήθηκε μαζί τους με εμφάνιση Ορθοδόξου «αρχιερέως».  Επίσης, από την Έφεσο, κατά την επίσκεψη του κ. Βενεδίκτου τό 2006 στην Τουρκία και το Φανάρι, υποστήριξε την Ουνία, λέγοντας ότι: «κατ’ αυτόν ο καλύτερος τρόπος διά την ενότητα εις την Εκκλησίαν είναι αυτός της Ουνίας».  Η επιμονή του Παπισμού όχι μόνο να διατηρεί την Ουνία, αλλά και να την δραστηριοποιεί στην Αθήνα μέσω της Ουνιτικής «ενορίας» της Αγίας Τριάδος υπό την ηγεσία Ουνίτου «επισκόπου» (σαν να μην έφθανε ο Λατίνος «επίσκοπος» Αθηνών και ο νούντσιος του πάπα) αποτελεί σκάνδαλο γιά τους Ορθοδόξους, όχι μικρότερης σημασίας από το σκάνδαλο της Ιεράς Εξετάσεως και της συνυπάρξεως κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, παρά την ρητή εντολή του Κυρίου «απόδοτε ούν τα καίσαρος καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Μρκ.12,17).

Το γεγονός ότι ο Παπισμός εγκατέστησε Ουνιτικές «Εκκλησίες» και μεταξύ όλων των αρχαίων αιρετικών κοινοτήτων της Ανατολής (Κοπτών, Αρμενίων, Μελχιτών, Συροϊακωβιτών, Αβησσυνών, Ινδών του Μαλαμπάρ) αποδεικνύει, πέραν της δολιότητος των ιδρυσάντων και διατηρούντων την Ουνία, και την πρόθεση του Παπισμού να διατηρήσει την Ουνία ως μέθοδο, πρότυπο «ενώσεως» και επανόδου των Ορθοδόξων και των λοιπών ανατολικών Χριστιανών στην Ρώμη.  Αλλά και ο νυν «Πάπας» Φραγκίσκος ο Α΄ δεν ήταν δυνατόν να χαράξει άλλη γραμμή στο θέμα της Ουνίας, παρά αυτή των προκατόχων του. Η προκλητική συμμετοχή του Ουνίτου ψευδοδιακόνου και των Ουνιτών ψευδεπισκόπων, η ανάγνωση του Ευαγγελίου στα Ελληνικά από Ουνίτη «κληρικό», η παρουσία των Ουνιτών στην κατακόμβη της βασιλικής του Αγίου Πέτρου,  κατά τήν «ενθρόνισή» του, γιά μία εισέτι φορά επέρρωσαν το διαρκές έγκλημα της Ουνίας και τον αντίχριστο βιασμό της αμωμήτου μας Εκκλησίας.

-Γι να μη διακοπεί δήθεν ο Θεολογικς Διάλογος, έγιναν και γίνονται εκ μέρους Ορθοδόξων Προκαθημένων και θεολόγων απαράδεκτες υποχωρήσεις. Αναφέρουμε ένα σχετικά πρόσφατο παράδειγμα: Την ενέργεια του νυν Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου να προσφέρει στον Ουνίτη «επίσκοπο» των Αθηνών κ. Δημήτριο Σαλάχα τον Μάϊο του 2008 ένα άγιο Ποτήριο ως συμβολικό δώρο,  με το οποίο αποδεικνύει στην πράξη, ότι όχι μόνο αμνηστεύει αλλά και πανηγυρικά αναγνωρίζει την Ουνία.  

Συμπεράσματα

Το εκκλησιολογικό σχήμα της Ουνίας στην ουσία επιβεβαιώνει και στηρίζει το δόγμα του πρωτείου του «Πάπα» σε Ορθόδοξες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες. Το δόγμα αυτό, εδραιωμένο από δεκατέσσερες «Οικουμενικές Συνόδους» του Παπισμού και ενισχυμένο ακόμη περισσότερο από την τελευταία, την Β΄ «Σύνοδο» του Βατικανού,  παραμένει μέχρι σήμερα ο ακρογωνιαίος λίθος, που στηρίζει όλο το οικοδόμημα του Παπισμού. Δεν μας ξενίζει λοιπόν, ούτε μας ξαφνιάζει το γεγονός αυτό. Εκείνο που μας θλίβει και προξενεί πικρία και λύπη αφόρητη μέσα μας, είναι η μέχρι τώρα στάση της Ορθοδόξου εκκλησιαστικής Ηγεσίας, η στάση των ημετέρων «Ορθοδόξων» Οικουμενιστών Αρχιερέων. Οι αλλεπάλληλες υποχωρήσεις και συμβιβασμοί των και γενικά η οικουμενιστικ ανοχ των έναντι της Ουνίας είναι εκκλησιολογικώς άκρως προβληματική. 

Η Ουνία εξακολουθεί να ενισχύεται από το Βατικανό με ποικίλους τρόπους. Σημαντικός αριθμός εισηγήσεων αφιερώθηκε στην εξέταση της ιστορικής εξελίξεως και της σημερινής δράσεως της Ουνίας, με το συμπέρασμα ότι η Ρώμη δεν αφίσταται των προσηλυτιστικών και επεκτατικών της βλέψεων εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την οποία υποκριτικά ονομάζει και δέχεται ως «αδελφή εκκλησία». Δεν δέχθηκε την καταδίκη της Ουνίας που υπέγραψαν ομόφωνα Ορθόδοξοι και Παπικοί θεολόγοι μέλη της «Διεθνούς Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας» κατά την Στ' Συνέλευση της Ολομελείας στο Freising του Μονάχου (6-15 Ιουνίου 1990), απόδειξη περί του πόσο σέβεται και πόσο θα σεβασθεί τα αποτελέσματα του οποιουδήποτε διαλόγου, όταν θίγουν τις επιδιώξεις της. Για να εξαφανίσει δε τελείως αυτήν την καταδίκη, παρέσυρε τους Ορθοδόξους σε νέα συζήτηση του θέματος στο Balamand του Λιβάνου (17-24 Ιουνίου 1993), όπου αθωώθηκε και νομιμοποιήθηκε η Ουνία με τις υπογραφές αντιπροσώπων εννέα αυτο­κεφάλων και αυτονόμων εκκλησιών (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ρωσίας, Ρουμανίας, Κύπρου, Πολωνίας, Αλβανίας, Φινλανδίας), ενώ δεν έλαβαν μέρος αρνούμενες την μεθόδευση έξι εκκλησίες (Ιεροσολύμων, Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Ελλάδος, Τσεχοσλοβακίας).


Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΟΧ




To Παπικό πρωτείο στους θεολογικούς διαλόγους Tο Παπικό πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)-Δ



πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου



Στους λεγόμενους θεολογικούς διαλόγους Ορθοδόξων- Παπικών συζητήθηκε και το θέμα του Παπικού πρωτείου και δημοσιεύτηκαν μέχρι τώρα δύο κείμενα

Α. Το κείμενο της Ραβέννας

Β. Το κείμενο του Κέϊτι 


Αναμένουμε το τελικό κείμενο του θεολογικού διαλόγου που έγινε πριν λίγες στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Στην συνέχεια θα δημοσιεύσουμε κριτικές για τα κείμενα της Ραβέννας και του Κέϊτι.

ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΡΑΒΒΕΝΑΣ (2007)
Εισαγωγικά


Η Ι΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής έλαβε χώρα μεταξύ 8 και 14 Οκτωβρίου 2007 στη Ραβέννα της Ιταλίας με θέμα τη συζήτηση του αναθεωρημένου κειμένου που προέκυψε επί τη βάσει των παρατηρήσεων και των σχολίων που έγιναν στο κείμενο της Μόσχας (1990) κατά τη διάρκεια της συζητήσεώς του στο Βελιγράδι.Από πλευράς της ορθοδόξου αντιπροσωπείας συμμετείχαν στη συνάντηση της Ραβέννας το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας και Γεωργίας, καθώς και οι Εκκλησίες της Κύπρου, της Ελλάδος, της Πολωνίας, της Αλβανίας, της Τσεχίας και Σλοβακίας, της Φιλλανδίας και για πρώτη φορά η Αποστολική Εκκλησία της Εσθονίας. Στη συνάντηση αυτή δεν εκπροσωπήθηκε και πάλι το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας. Από πλευράς της ρωμαιοκαθολικής αντιπροσωπείας συμμετείχαν 27 από τα 30 μέλη της. Και στις δύο αντιπροσωπείες συμμετείχαν ως μέλη εκτός των κληρικών και λαϊκοί θεολόγοι. Συμπρόεδροι και γραμματείς ήταν οι ίδιοι που ορίστηκαν κατά τη συνάντηση του Βελιγραδίου.

Σύντομη κριτική του κειμένου -συμπεράσματα

Ο καθηγητής Γ. Μαρτζέλος σημείωσε τα εξής;

Όσον αφορά το πρωτείο στα διάφορα επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής οι δύο πλευρές διαπιστώνουν ότι:

α) το πρωτείο σε όλα τα επίπεδα αποτελεί πρακτική που είναι σταθερά εδραιωμένη στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας, και β) καίτοι η έννοια του πρωτείου στο παγκόσμιο επίπεδο είναι αποδεκτή τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, εντούτοις υπάρχουν διαφορές κατανοήσεως ως προς τον τρόπο, με τον οποίο πρέπει αυτό να ασκείται, καθώς επίσης και ως προς τη βιβλική και θεολογική θεμελίωσή του (§ 43).


Όσον αφορά εις το πρωτείον επί των διαφόρων επιπέδων, επιθυμούμεν να βεβαιώσωμεν τα εξής σημεία:

1. Το πρωτείον εις όλα τα επίπεδα αποτελεί πρακτικήν σταθερώς εδραιωμένην εις την κανονικήν παράδοσιν της Εκκλησίας.

2. Καίτοι το γεγονός του πρωτείου εις το παγκόσμιον επίπεδον είναι αποδεκτόν τόσον υπό της Ανατολής όσον και υπό της Δύσεως, υφίστανται διαφοραί κατανοήσεως ως προς τον τρόπον, κατά τον οποίον πρέπει αυτό να ασκήται, καθώς επίσης και ως προς την βιβλικήν και θεολογικήν θεμελίωσίν του.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τονίζεται ότι το θέμα σχετικά με το ρόλο του επισκόπου Ρώμης στα πλαίσια της κοινωνίας όλων των Εκκλησιών θα πρέπει να μελετηθεί βαθύτερα. Τα κρίσιμα ερωτήματα που συνδέονται με το θέμα αυτό είναι: α) πώς νοείται η ιδιαίτερη λειτουργία του επισκόπου Ρώμης ως «πρώτου» μέσα στα πλαίσια μιας Εκκλησιολογίας της κοινωνίας και σε συνάρτηση με όσα έχουν διατυπωθεί για τη συνοδικότητα και την αυθεντία στο παρόν κείμενο; και β) πώς θα πρέπει να κατανοηθεί και να περάσει στη ζωή της Εκκλησίας η διδασκαλία της πρώτης και της δεύτερης βατικανής συνόδου για το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης σε παγκόσμιο επίπεδο υπό το φως της εκκλησιαστικής πρακτικής της πρώτης χιλιετίας; Οι απαντήσεις που θα δοθούν στα ερωτήματα αυτά θα καθορίσουν, όπως τονίζεται στο κείμενο και όπως είναι, πιστεύουμε, κατανοητό, την περαιτέρω πορεία του διαλόγου (§ 45). Ωστόσο αποτελεί κοινή πεποίθηση της Μικτής Επιτροπής ότι ήδη το παρόν κείμενο συνιστά σημαντική πρόοδο στο Θεολογικό Διάλογο, δεδομένου ότι πέραν της συμφωνίας των δύο πλευρών για την εκκλησιαστική κοινωνία, τη συνοδικότητα και την αυθεντία μέσα στην Εκκλησία, παρέχει και τη σταθερή βάση για τη μελλοντική συζήτηση του θέματος του «πρωτείου» εντός της Εκκλησίας στο παγκόσμιο επίπεδο (§ 46).

Είναι αλήθεια ότι η ορθόδοξη εκκλησιολογία δεν αμφισβήτησε ποτέ τη θέση του επισκόπου της Ρώμης στο σύστημα της Πενταρχίας του Βυζαντινού κράτους, αλλά η εξήγηση που έδινε ο παπισμός μετά το σχίσμα επί Φωτίου και απροκάλυπτα μετά το 1054, ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν που έδινε η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Οι παπικοί θεωρούσαν το πρωτείο της Ρώμης ως πρωτείο εξουσίας και κοσμοπνευματική επιβολή απέναντι σε όλη την εκκλησία, με το αυθαίρετο και ψευδές επιχείρημα ότι ο Πάπας είναι ο νομιμοποιημένος αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στη Γη (Vicarius Christi), ενώ η Ανατολή έβλεπε την Εκκλησία της Παλαιάς Ρώμης ως «προκαθημένη της αγάπης». Αυτές οι πρακτικές διαφορές δεν άλλαξαν ποτέ ούτε στη Β’ Βατικανή Σύνοδο ούτε δυστυχώς και σήμερα.

Είναι γνωστό ότι, η Β΄ Βατικανή Σύνοδος, μόνο κατ’ όνομα βέβαια είναι Σύνοδος, γιατί, όπως φαίνεται από τα πρακτικά της, υποστηρίζει ο Π. Τρεμπέλας, όχι μόνο δε μειώθηκε το πρωτείο εξουσίας του Πάπα, μέσα στην Παπική «Εκκλησία», αλλά και αυξήθηκε. Θεσμοθετήθηκε μάλιστα η σχέση του με τους λοιπούς επισκόπους σε νέα δεδομένα: Οι επίσκοποι είναι επίσκοποι στο βαθμό που δέχονται την αυθεντία του παπικού Πρωτείου και Αλαθήτου και στο βαθμό που πιστεύουν και θέλουν να εξαρτώνται πνευματικώς από τον Πάπα. Είναι εντελώς αντίθετη αυτή η «Εκκλησιολογία» από αυτήν της Ορθόδοξου Εκκλησίας.

Την ισότητα των επισκόπων μαρτυρεί το παράδειγμα της αρχαίας Εκκλησίας, η συγκρότηση των Οικουμενικών συνόδων και οι κανόνες αυτών.

Στα συγγράμματα των Αποστολικών και των μεταγενεστέρων Πατέρων Ανατολής και Δύσεως η ισότητα μαρτυρείται και κανένα στοιχείο περί πρωτείου απαντάται.

Την ισότητα σεβόμενοι και οι πάπες της αρχαίας Εκκλησίας, , προσηγόρευον τους άλλους επισκόπους Αδελφέ (Father) και ουδέποτε Υιέ (Fili). Οι πάπες Λέων Α΄ και Γρηγόριος Α΄ τον Χριστό κήρυτταν ως Κεφαλήν και Κέντρο ενότητος της Εκκλησίας και όχι τους εαυτούς.

Οι πιστοί δεν είναι πρόβατα, ούτε του Πέτρου ούτε των άλλων Αποστόλων αλλά του Ιησού Χριστού, ως αυτός ο Πέτρος ομολογεί: «ήτε γαρ ως πρόβατα πλανώμενα, αλλ’ επεστράφητε νυν επί τον ποιμένα και επίσκοπον των ψυχών ημών». (Α΄Πετρ. 2,25). Μόνος ο Χριστός είναι ο αληθής και αυτεξούσιος Ποιμήν, ο οποίος περί Εαυτού είπε: «εγώ ειμι ο ποιμήν ο καλός, ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων». (Ιωάν. 10,11). Διά τούτο δεν είπε εις τον Πέτρον, ποίμαινε τα πρόβατά σου, αλλά «ποίμαινε τα πρόβατά μου». (Ιωάν. 21,16). Ο Πέτρος και οι λοιποί Απόστολοι είναι υπηρετικοί ποιμένες και συγχρόνως λογικά πρόβατα της του Χριστού ποίμνης. Τοιαύτην συνείδησιν είχον περί εαυτών οι Απόστολοι, οι διάδοχοι αυτών και οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Ο Ιησούς Χριστός, ο Θεμέλιος λίθος και η Κεφαλή της Εκκλησίας, είναι και το Κέντρον ενότητος της Εκκλησίας». (σελ 16,17)

Είναι διατεθειμένος ο σημερινός Πάπας να δεχθεί αυτήν την εκκλησιολογία, που δέχεται τη Συνοδικότητα ως εικόνα της Τριαδικότητας, ή θα πρέπει τα ορθόδοξα μέλη της Μικτής Επιτροπής να εκπαιδευτούν, και να μάθουν να εκπαιδεύσουν και εμάς στην περίεργη «Παπική Συνοδικότητα»; Χρησιμοποιούμε δηλαδή τις ίδιες λέξεις, τους ίδιους όρους, με διαφορετικό περιεχόμενο, πράγμα που κάνει η νέα τάξη πραγμάτων, η νέα Εποχή, όχι μόνο στο θεολογικό επίπεδο αλλά και σε όλα τα επίπεδα έκφρασης και ζωής, δημιουργώντας μεγάλη σύγχυση.

Ο μακαριστός π.Γεώργιος Καψάνης έγραψε τα εξής σχετικά:

Στο «Κείμενο της Ραβέννας» διαφαίνεται η τάσις να αντιμετωπισθή το ζήτημα του παπικού Πρωτείου ως «διακανονισμός» των παπικών προνομίων και όχι ως βαθύ θεολογικό πρόβλημα που αφορά αυτό τούτο το μυστήριο του Χριστού. Η παραδοχή πρωτείου δικαιοδοσίας επί της καθόλου Εκκλησίας, δηλαδή το να είναι ένας επίσκοπος κεφαλή και αρχή όλης της Εκκλησίας, έστω επιφορτισμένος με ένα ρόλο διακονίας, είναι βλασφημία κατά του Προσώπου του Χριστού ως μοναδικής Κεφαλής του σώματος της Εκκλησίας. Το πρωτείο δικαιοδοσίας συνιστά ανατροπή της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας, σύμφωνα με την οποία υπεράνω πάντων των επισκόπων είναι η Οικουμενική Σύνοδος. Σε αυτήν προεκάθητο μεν εν αγάπη ο επίσκοπος Ρώμης ως ίσος των συνεπισκόπων του, εν τω μέσω όμως των επισκόπων ετοποθετείτο το ιερό Ευαγγέλιο ως σύμβολο της παρουσίας του Χριστού, της μοναδικής Κεφαλής της καθόλου Εκκλησίας. Το μοναδικό προνόμιο του επισκόπου Ρώμης (όταν σημειωτέον ήταν Ορθόδοξος), που είναι αποδεκτό από Ορθοδόξου απόψεως, είναι η εν συνόδοις πρωτοκαθεδρία (πρεσβεία τιμής) μεταξύ των πέντε Ορθοδόξων πατριαρχών και η συνεπεία αυτής μνημόνευσίς του πρώτου μεταξύ των λοιπών πατριαρχών στα Δίπτυχα. Αυτό βεβαιώνεται από το γράμμα και το πνεύμα του 28ου κανόνος της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου. Τα λοιπά προνόμια του επισκόπου Ρώμης και ο ρόλος τους δεν είναι αποδεκτά από την Εκκλησία. Χρειάζεται επομένως πολλή προσοχή στην νοηματοδότησι της φράσεως, που δεσπόζει στο «Κείμενο της Ραβέννας» και διατυμπανίσθηκε στην Εσπερία ως δήθεν αναγνώρισις για πρώτη φορά υπό των Ορθοδόξων του Πρωτείου του Πάπα15. Η περίφημη φράσις λέγει: «οι πρώτοι δέον όπως αναγνωρίζωσι τις εστιν ο πρώτος μεταξύ αυτών» (παράγρ. 10). Η αμφιλογία της εκφράσεως είναι προφανής. Η Εκκλησία πάντοτε ανεγνώριζε πρωτοκαθεδρία στον επίσκοπο Ρώμης, ενόσω βεβαίως αυτός ορθοδοξούσε, ουδέποτε όμως μέχρι σήμερα αποδέχθηκε κάποιο πρωτείο η αυθεντία του εφ' όλης της Εκκλησίας, πολλώ μάλλον εφ' όσον η Εκκλησία της Ρώμης επιμένει στα αιρετικά της δόγματα.


Ο Αποστολικός 34 κανόνας και το κείμενο της Ραβέννας

Επειδή ο ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ-34 είναι η μοναδική ιεροκανονική διάταξη επί της οποίας είναι δομημένο το Κείμενο της Ραβέννας, ας επιτραπεί στο σημείο αυτό σύντομος σχολιασμός του Κειμένου εν σχέσει προς τον κανόνα αυτό.

1. Το Κείμενο της Ραβέννας, ενώ επικαλείται «την κανονική παράδοση της Εκκλησίας» (§ 43), εν τούτοις υπάρχει πλημμελέστατη αναφορά σ’ αυτή. Είναι απορίας άξιο πώς ένα τόσο σημαντικό Κείμενο που αφορά στην εκκλησιαστική πρακτική της α΄ χιλιετίας και αναφέρεται στο κρίσιμο θέμα των εκκλησιαστικών και κανονικών συνεπειών της φύσεως της Εκκλησίας παραπέμπει μόνο στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 χωρίς ούτε καν να αναφερθεί σε άλλους σχετικούς με αυτόν κανόνες ! Τι συνέβη με τίς λοιπές κανονικές διατάξεις ;

2. Στήν § 43 του Κειμένου της Ραβέννας αναφέρεται επί λέξει:


43. Το πρωτείον και η συνοδικότης αλληλεξαρτώνται αμοιβαίως. Διά τούτο το πρωτείον εις τα διάφορα επίπεδα της ζωής της Εκκλησίας, τοπικόν, επαρχιακόν και παγκόσμιον, πρέπει να θεωρήται πάντοτε εις το πλαίσιον της συνοδικότητος, καθώς επίσης και η συνοδικότης εις το πλαίσιον του πρωτείου.

Όσον αφορά εις το πρωτείον επί των διαφόρων επιπέδων, επιθυμούμεν να βεβαιώσωμεν τα εξής σημεία:

1. Το πρωτείον εις όλα τα επίπεδα αποτελεί πρακτικήν σταθερώς εδραιωμένην εις την κανονικήν παράδοσιν της Εκκλησίας.

2. Καίτοι το γεγονός του πρωτείου εις το παγκόσμιον επίπεδον είναι αποδεκτόν τόσον υπό της Ανατολής όσον και υπό της Δύσεως, υφίστανται διαφοραί κατανοήσεως ως προς τον τρόπον, κατά τον οποίον πρέπει αυτό να ασκήται, καθώς επίσης και ως προς την βιβλικήν και θεολογικήν θεμελίωσίν του.


Επί πλέον, σε ολόκληρο το Κείμενο τίθεται παράλληλα το «πρωτείο» στο «τοπικό επίπεδο» με το «πρωτείο» στο «επαρχιακό επίπεδο» και το «πρωτείο» στο «παγκόσμιο επίπεδο».

H διατύπωση αυτή προκαλεί σύγχυση ως προς το περιεχόμενο του όρου «πρωτείον», αφού πρόκειται, κατά την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, για εντελώς διαφορετικά πράγματα :

το «πρωτείο» του «τοπικού επιπέδου», προβλέπει πλήρη και άμεση επισκοπική, κανονική δικαιοδοσία εφ’ όλης της τοπικής Εκκλησίας, ενώ το «πρωτείο» του «επαρχιακού» και «παγκοσμίου επιπέδου», δεν έχει ούτε πλήρη, ούτε άμεση επισκοπική κανονική δικαιοδοσία εφ’ όλης της επαρχίας ή της «παγκοσμίου» Εκκλησίας. Με άλλα λόγια το «πρωτείο» «τοπικού επιπέδου» δεν είναι «πρωτείο τιμής», αλλά «πρωτείο δικαιοδοσίας», ενώ το «πρωτείο» του «επαρχιακού» και «παγκοσμίου επιπέδου», είναι «πρωτείο τιμής» και όχι «πρωτείο δικαιοδοσίας». Η σύγχυση ασφαλώς επιτείνεται από το γεγονός ότι «ο παπικός θεσμός διαμόρφωσε ίδιον τύπον πρώτου εν τη Εκκλησία επί τη βάσει της περί του παπικού πρωτείου διδασκαλίας».

3. Η αποδοχή στο Κείμενο της Ραβέννας του όρου «πρωτείο», αφ’ ενός μεν για να δηλωθεί η υπεροχή της Αρχιερωσύνης του Επισκοπικού λειτουργήματος έναντι της ιερωσύνης των υπ’ αυτόν πρεσβυτέρων στο «τοπικό επίπεδο» (§§ 18-21), και αφ’ ετέρου για να περιγραφεί η σχέση του «πρώτου» και των λοιπών «ομοταγών» του στο «παγκόσμιο επίπεδο», όπου δεν υφίσταται απολύτως καμία υπεροχή ιερατικού βαθμού μεταξύ τους, προκαλεί οπωσδήποτε σύγχιση και οδηγεί σταδιακά σε μία παπική προσέγγιση του λειτουργήματος του «πρώτου».

4. Η χρήση από Ορθοδόξους του όρου «πρωτείο» στο επίπεδο της τοπικής Εκκλησίας (Επισκοπής) είναι μάλλον αδόκιμη, διότι στην παράδοσή μας ο «πρώτος» νοείται πάντοτε σε αναφορά με άλλους «συνθρόνους», ή «ομοτίμους» του (primus inter pares). Και ασφαλώς στο «τοπικό επίπεδο» δεν έχουμε «πρώτον» εν αυτή τη εννοία, διότι δεν υπάρχουν άλλοι «ομότιμοι» αυτού. Η παράγραφος αυτή προφανώς υπονοεί παπική περί «πρωτείου» αντίληψη.

5. Στο Κείμενο της Ραβέννας δε δίδεται απάντηση από τη Ρωμαιοκαθολική πλευρά στο ερώτημα : πώς είναι δυνατόν να υφίσταται στο «επαρχιακό επίπεδο» «πρωτείο» όπως περιγράφεται στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34, και ταυτόχρονα να λειτουργεί και «πρωτείο εξουσίας» στο «παγκόσμιο επίπεδο». Πώς συμβιβάζονται και συνυπάρχουν τα δύο «πρωτεία» ; Πώς λειτουργούν σε περίπτωση κρίσεως ;

6. Η κανονική παράδοση της ενωμένης Εκκλησίας στο «επαρχιακό επίπεδο» απαιτεί από τους Επισκόπους κάθε επαρχίας να αναγνωρίζουν ένα Επίσκοπο ως «πρώτον» και οριοθετεί επακριβώς τα δικαιώματά του («Τοὺς ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους εἰδέναι χρή τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καὶ ἠγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδὲν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» (ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ-34 και άλλοι συναφείς κανόνες). Όμως η ίδια η κανονική παράδοση για το «παγκόσμιο επίπεδο» αρνήθηκε να προβεί όχι μόνο σε καθορισμό των δικαιωμάτων κάποιου «πρώτου» της παγκόσμιας Εκκλησίας, αλλά ούτε καν σε αναγνώριση της υπάρξεως ενός Επισκόπου ως «πρώτου της παγκοσμίου Εκκλησίας». Είναι εντελώς αδιανόητη για την Εκκλησία της α΄ χιλιετηρίδος διάταξη που να προβλέπει: «τους Επισκόπους της παγκοσμίου Εκκλησίας ειδέναι χρη τον εν αυτοίς πρῶτον της παγκοσμίου Εκκλησίας, καὶ ἠγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδὲν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» ! Στην «παγκόσμια εκκλησία» τα δικαιώματα του «πρώτου» ουδέποτε καθορίστηκαν από κανονικές διατάξεις όπως έγινε για τον «πρώτο» του «επαρχιακού επιπέδου».

7. Το Κείμενο της Ραβέννας έρχεται να … «θεραπεύσει» την «έλλειψη» αυτή της εκκλησιαστικής παραδόσεως ! Στην § 10, μετά την αναφορά στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ κανόνα τίθεται η φράση «εις το επίπεδον τούτο (Σ.Σ. το παγκόσμιο), οι πρώτοι πρέπει να αναγνωρίζουν ποίος είναι ο πρώτος μεταξύ αυτών». Η χρήση της φράσεως αυτής, που ουσιαστικά αποτελεί παράφραση του ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ-34 που αφορά σε επαρχιακές συνόδους («τους επισκόπους … εἰδέναι χρή τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον»), αφήνει να εννοηθεί ότι και στο «παγκόσμιο επίπεδο» έχει κανονική ισχύ ο κανόνας αυτός. Έτσι, η σκέψη οδηγείται συνειρμικά στην προσομοίωση των πλήρως καθορισμένων δικαιωμάτων του «πρώτου» της επαρχιακής συνόδου, βάσει του ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ-34, με τα μη καθορισμένα από κανονικές διατάξεις δικαιώματα του «πρώτου» της «παγκοσμίου Εκκλησίας». Δηλαδή με αυτόν τον τρόπο εμέσως πλην σαφώς ο «πρώτος» του «παγκοσμίου επιπέδου» αποκτά τα κανονικά δικαιώματα που προβλέπονται με τον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 !

8. Παραμένουμε στη φράση της §10 του Κειμένου της Ραβέννας «εις το επίπεδον τούτο (Σ.Σ. το παγκόσμιο), οι πρώτοι πρέπει να αναγνωρίζουν ποιος είναι ο πρώτος μεταξύ αυτών». Η πρόταση αυτή υποδηλώνει παπική προβληματική, αλλά πρωτίστως έχει βατικάνεια προοπτική ! Διερωτώμαι όμως γιατί «πρέπει» ; ποιος είναι αυτός που καθορίζει αυτό το «πρέπει» ; γιατί δεν καθορίστηκε αυτό το «πρέπει» από τη μέχρι τώρα κανονική παράδοση, όπως ορίστηκε το «ειδέναι χρή» στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 για το «επαρχιακό επίπεδο» ;

Η Παπική νοοτροπία δίνει βαρύτητα στο ρόλο του Πρώτου επισκόπου χωρίς να τονίζεται επίσης η σημασία της συνεργασίας του με τους άλλους επισκόπους.
Η Ορθόδοξη νοοτροπία, δίνεται από τον Άγιο Νεκτάριο Ερωτά ο αγιος: «και εάν ο Πέτρος μεταξύ των Αποστόλων, και εάν κορυφαίος, και εάν θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας, και εάν κλειδούχος της βασιλείας των ουρανών, και εάν ποιμήν των προβάτων και των αρνίων του πνευματικού ποιμνίου του Σωτήρος, τι κοινόν μεταξύ των αξιωμάτων τούτων και των διαδόχων των υπ’ αυτού προχειρισθέντων επισκόπων; πως δε εκ των θείων αυτών χαρισμάτων το της ιεροκρατίας και κοσμοδεσποτείας ανεβλάστησε σύστημα; πως δε και αι κλείδες της των ουρανών βασιλείας ηνέωξαν τας θύρας της επιγείου βασιλείας; πως τα πνευματικά εις τα υλικά ήγαγον; πως ο ποιμήν εγένετο ηγεμών; πως αι κλείδες εις ξίφος μετεβλήθησαν; πως η πέτρα της πίστεως πέτρα εγένετο σκανδάλου; Αλλά διατί εις προνομιούχος διάδοχος και ουχί πάντες οι την διαδοχήν ομοιογενή έχοντες; μη ένα μόνον ο Πέτρος διά του Ευαγγελίου αυτού εγέννησε; μη μίαν Εκκλησίαν ίδρυσεν; μη ένα επίσκοπον εχειροτόνησεν; διατί εις αντιποιείται την του Πέτρου διαδοχήν;»

Για θέματα τόσο μεγάλα και σοβαρά και για θέματα πίστεως η Εκκλησία του Χριστού, μόνο των Οικουμενικών Συνόδων τις αποφάσεις δέχεται και επικυρώνει.

Εμείς βέβαια ως ορθόδοξοι χριστιανοί και ιερωμένοι λυπούμαστε αφάνταστα για τις εργασίες και τις αποφάσεις ή τα κοινά ανακοινωθέντα αυτών των Διαλόγων, γιατί η Εκκλησία του Χριστού γνωρίζει άλλα συγκεκριμένα θεσμικά διοικητικά όργανα, των οποίων τις αποφάσεις σέβεται, αναγνωρίζει και αποδέχεται ως θεόπνευστες. Για θέματα τόσο μεγάλα και σοβαρά, για θέματα πίστεως, μόνο των Οικουμενικών Συνόδων τις αποφάσεις δέχεται και επικυρώνει.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο εμπειρότατος και πλέον δόκιμος των νεότερων θεολόγων της Εκκλησίας μας, στο επιστημονικό, πρωτότυπο και θεόπνευστο έργο του, το ιερό Πηδάλιο, μας εξηγεί τα περί συστάσεως των Ιερών Συνόδων της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της Ορθόδοξου Εκκλησίας μας. Σ’ αυτές συμμετείχαν μόνο Ορθόδοξοι Ιεράρχες, πρεσβύτεροι και διάκονοι, εκπροσωπούντες τις τοπικές Εκκλησίες όλης της Οικουμένης.

Μολονότι τα μέσα μεταφοράς της εποχής εκείνης (4ου μ.Χ. αιώνος, χρονολογία της 1ης Οικουμενικής Συνόδου μέχρι και της 7ης , 8ου αιώνος μ.Χ.) ήταν δυσκολότερα των σημερινών, όμως όλοι οι επίσκοποι της απανταχού Αγίας Ορθοδοξίας μας, μετά ορισμένους πρεσβυτέρους και διακόνους συνήρχοντο πιστεύοντες ότι πρέπει να συναχθούν, γιατί μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο «πολλής συζητήσεως διεξαγομένης» δίδεται ο φωτισμός και η Θεία Χάρη για τη φανέρωση της εν Χριστώ αληθείας.

Συγκεκριμένα ο Άγιος Νικόδημος στα προλεγόμενα της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου πιστεύει ότι είναι τέσσερα τα συστατικά των Οικουμενικών Συνόδων:

Συναθροίζονται οι Επίσκοποι μετά των συνοδειών τους διά προσταγών όχι Παπικών ή Πατριαρχικών ,αλλά Βασιλικών.

Τα θέματα της Συνόδου πρέπει να είναι τα περί πίστεως. Να γίνεται συζήτηση ελεύθερη, να εκτίθεται απόφαση και όρος δογματικός. Να εξάγονται συγκεκριμένες αποφάσεις σε όλες τις Οικουμενικές με σαφή έκφραση των ιερών δογμάτων.

Οι αποφάσεις τους να είναι Ορθόδοξες, ευσεβείς, σύμφωνες με τις προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους. Πολυθρύλητο είναι το αξίωμα του Αγίου Μαξίμου «Τας γενομένας Συνόδους η ευσεβής πίστις κυροί» και πάλιν « η των δογμάτων ορθότης κρίνει τας Συνόδους».

Τα παρά των Οικουμενικών Συνόδων διορισθέντα και κανονισθέντα, άπαντες οι Ορθόδοξοι Πατριάρχαι και Αρχιερείς της Καθολικής Εκκλησίας, είτε δι’ αυτοπροσώπου παρουσίας αυτών, είτε διά των ιδίων τοποτηρητών ή και τούτων απόντων διά γραμμάτων αυτών αποδέχονται.

Εκ των τεσσάρων συστατικών στοιχείων των Οικουμενικών Συνόδων ο άγιος Νικόδημος εξάγει και τον ορισμό τους:

«Οικουμενική Σύνοδός εστιν η διά προσταγής Βασιλικής συναχθείσα, η περί πίστεως όρον δογματικόν εκθεμένη, η ευσεβή και ορθά και σύμφωνα ταίς αγίαις Γραφαίς, η ταίς προλαβούσαις Οικουμενικαίς διορίζουσα, ην η συμφωνία απάντων της Καθολικής Εκκλησίας Πατριαρχών και Αρχιερέων απεδέξατο είτε δι’ αυτοπροσώπου παρουσίας, είτε διά τοποτηρητών, ή και τούτων απόντων, διά γραμμάτων και υπογραφών αυτών». Αυτά για τις Οικουμενικές Συνόδους. 
 Μια επιτροπή σαν αυτή που διαχειρίζεται το σπουδαίο θέμα του διαλόγου με τους παπικούς, δεν θα πρέπει να διαθέτει κάποια από τα παραπάνω στοιχεία για να θεωρηθεί εκ των υστέρων «αείζωος, ανέκλειπτος, αλάνθαστος και αναμάρτητος» όπως υποστηρίζει ο Άγιος Νικόδημος; Η καθαρότητα των αποφάσεων των επιτροπών αυτών θα έχει τη δύναμη να διαλύει κάθε έριν και φιλονεικίαν των αποδεκτών.

Συμπεράσματα:

· Από το περιεχόμενο του «κειμένου » αποδεικνύεται η παπική μεροληψία. Έντεχνα, παπικώ τω τρόπω, καταβάλλεται η προσπάθεια να φανεί η ομοιότητα της διοίκησης και στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στην Παπική κατά την πρώτη χιλιετία.

· Πρέπει να γίνει σε όλους μας κατανοητή η βεβαιότητα που ιστορικά, επιστημονικά έχει αποδείξει ο άγιος Νεκτάριος και όχι μόνο, ότι ουδέποτε πήγε στη Ρώμη ο Απόστολος Πέτρος.

· Ποτέ η ενωμένη Εκκλησία του Χριστού της πρώτης χιλιετίας, ούτε μεταγενέστερα η Ανατολική Εκκλησία, δεν πίστεψε ότι διοικεί την Εκκλησία του Χριστού ένας πρώτος στην κορυφή κάποιας πυραμίδας.

· Ποτέ η έννοια του πρώτου, του Οικουμενικού στην Ανατολή δεν είχε την ίδια σημασία, όπως ιστορικά, θεσμικά και διοικητικά, διεκδικητικά η μοναρχική θέση του Πάπα στη Δύση. Κλήρος και λαός πολύ θα πρέπει να προσέχουμε για να μην εξισωθεί εκκοσμικευτικά ο παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης μας με την αντίστοιχη θέση, στάση, νοοτροπία του Ρωμαίου Ποντίφηκα, ανά την οικουμένη, μέσα στην οσημέραι παγκοσμιοποιούμενη νέα εποχή.

· Και στις τοπικές Συνόδους, αλλά κυρίως στις Οικουμενικές δεν διακρίνονταν τα τρία επίπεδα συνοδικότητας, το τοπικό, το επαρχιακό και το παγκόσμιο. Θεωρούσαν, όπως φαίνεται απαραίτητο ήδη από την 1η Οικουμενική Σύνοδο, οι κατά τόπους επίσκοποι να έχουν μαζί τους και πρεσβυτέρους και διακόνους για να νομιμοποιείται και να φανερώνεται υπό την ευρύτερη έννοια η καθολική Εκκλησία και να έχει τις προϋποθέσεις, πολλής συζητήσεως γιγνομένης, ελευθέρως του φωτισμού και της επιπνοίας του Αγίου Πνεύματος.

· Αντίθετα ο Παπισμός σκληρά και συστηματικά εργάστηκε για την αυστηρή οργάνωση των τριών επιπέδων διοίκησης της εκκλησίας, του τοπικού, του επαρχιακού και του παγκόσμιου για να δικαιολογεί στην κορυφή, τη συγκέντρωση της εξουσίας στο πρόσωπο του Πάπα. Αιώνες τώρα χαλκεύτηκε το συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης.

· Η καθαρότητα και η ορθότητα του Τριαδικού δόγματος στην Αγία Ορθοδοξία μας δημιούργησε την αληθινή Συνοδικότητα, που δεν έχει καμιά σχέση με την ονόματι μόνο παπική Συνοδικότητα που είναι αποτέλεσμα του παπικού δόγματος του filioque. Το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και ως τελείου Θεού και ως τελείου ανθρώπου ποτέ και πουθενά δεν επέβαλε το θέλημά Του. Σταυρώθηκε, μα δε σταύρωσε κανένα. Μόνο η Αγία Ορθοδοξία μας πολιτεύθηκε κατά το άγιο θέλημά Του.

Ο καθηγητής Σ.Ελευθεριάδης σημειώνει τα παρακάτω.

«Αν συνέβη όμως αυτό το απίθανο γεγονός, δηλαδή ο Πάπας παραιτείται από την εξουσιαστικότητά του πάνω σε όλες τις κατά τόπους εκκλησίες του Χριστού και υπάγεται στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, στις οποίες μετέχει ως Πρώτος μεταξύ ίσων Επίσκοπος, θα πρόκειται σίγουρα περί εξαισίου θαύματος ή, πράγμα που δεν θα ήθελε κανείς καλόπιστος ορθόδοξος να πιστέψει, ότι η Ορθοδοξία υπέστη μια ταπεινωτική ήττα, τουλάχιστον στα σημεία, στη Ραβέννα, αποδεχόμενη το Πρωτείο της Εξουσίας του Ποντίφικα. Οι σκέψεις μου αυτές και η επιφυλακτικότητα που δοκιμάζω θεμελιώνονται στα εξής δύο πρόσφατα γεγονότα: Πρώτον, η παραδοχή του Βατικανού και η νομοκανονική απόφανση του Προκαθημένου της Καθολικής Εκκλησίας, Βενεδίκτου 16ου, είναι ότι ο όρος «Πατριάρχης της Δύσεως» που αναφερόταν στο νομικό σύστημα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας στο παραδοσιακό θέσμιο της Πενταρχίας καταργείται. Έτσι, οι λεγόμενοι Πατριαρχικοί Ναοί της Ρώμης, όπως, για παράδειγμα, η Santa Maria Maggiore παύουν πια να ονομάζονται Chiese cathedrali patriarchali και σήμερα ονομάζονται «Καθεδρικοί παπικοί ναοί» (Chiese cathedrali papali). Και δεύτερον, νωπή είναι (29 Ιουνίου 2007) η «Οδηγία» του Βατικανού, με την οποία επαναλαμβάνεται η πάγια εκκλησιολογική θέση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ότι η Εκκλησία του Χριστού ταυτίζεται αποκλειστικά με την Καθολική Εκκλησία. Όταν ρωτήθηκε τότε ο Καρδινάλιος W. Levada «Πώς πρέπει να νοηθεί η διακήρυξη, κατά την οποία η Εκκλησία του Χριστού «υφίσταται» (subsistit) στην Καθολική Εκκλησία»; εκείνος, χωρίς περιστροφές, έδωσε την εξής απάντηση: «Ο Χριστός ίδρυσε πάνω στη γη μια και μόνη Εκκλησία ... Eίναι η μόνη Εκκλησία του Χριστού, που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως: μια, αγία, καθολική και αποστολική ... Αυτή η Εκκλησία που ιδρύθηκε και οργανώθηκε μέσα στον κόσμο ως κοινωνία «υφίσταται» (subsistit) μέσα στην Καθολική Εκκλησία, την οποία κυβερνά ο Διάδοχος του Πέτρου και οι Επίσκοποι εν κοινωνία με αυτόν...Ο πάπας της Ρώμης δεν είναι απλώς ο κορυφαίος επίσκοπος της Ρωμαϊκής εκκλησίας, ο Πατριάρχης της Δύσης, αλλά ο αρχηγός της οικουμενικής εκκλησίας. Το σώμα των επισκόπων δεν έχει εξουσία αν δεν βρίσκεται σε ενότητα με τον Ρωμαίο Ποντίφικα, διάδοχο του Πέτρου, ο οποίος διατηρεί ακέραια την ισχύ του πρωτείου του επί πάντων είτε ποιμένων είτε πιστών.

Κατά την Kαθολική διδασκαλία, ενώ μπορεί ορθώς να λεχθεί ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι παρούσα και ενεργεί και στις άλλες Εκκλησίες και εκκλησιαστικές Κοινότητες, οι οποίες δεν είναι ακόμη σε πλήρη κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία, χάρη στα στοιχεία αγιασμού και αλήθειας που υπάρχουν σε αυτές».

Αραγε, άρθηκαν οι λόγοι που οδήγησαν τον θεολογικό διάλογο Ορθοδόξων και Καθολικών σε παταγώδη αποτυχία στην τελευταία συνάντηση της Μικτής Επιτροπής στη Βαλτιμόρη (9-19 Ιουλίου 2000); Η συνάντηση αυτή απέδειξε με τον πιο απογοητευτικό τρόπο πόσο οι Ορθόδοξοι είχαν πλανηθεί ως προς τις πραγματικές προθέσεις του Βατικανού. Ενώ μέχρι τότε ο διάλογος είχε κάνει επιτυχή πορεία και οι αντιπροσωπείες είχαν φτάσει σε βαθμό αξιόλογης προσέγγισης, η Ρωμαϊκή Κούρια υπαναχώρησε από τις καίριες θεολογικές θέσεις στις οποίες είχε επέλθει συμφωνία. Όλοι είχαν δεχθεί να απορρίψουν από κοινού την «Ουνία» ως μεθόδο, σε αντιδιαστολή προς τους από αυτήν προκύψαντες ουνίτες, με την ελπίδα ότι η εν λόγω επιβαλλόμενη διάκριση θα διευκόλυνε τη λύση του ακανθώδους αυτού προβλήματος. Όλες οι πλευρές στο διάλογο πίστεψαν ότι με την επαρκή διευκρίνιση των ιστορικών και άλλων συνθηκών, από τις οποίες προέκυψαν οι ουνιτικές εκκλησιαστικές κοινότητες θα ήταν σήμερα ευχερέστερο να αποφασίσουν αυτές αν θα ενσωματωθούν στις Μητέρες εκκλησίες από τις οποίες αποσπάσθηκαν στην Ανατολή ή θα παραμείνουν στην λατινική εκκλησία. Και ενώ όλα πήγαιναν κατ΄ευχήν, λίγο πριν από τη συνάντηση της Βαλτιμόρης, ο πάπας Ιωάννης –Παύλος ο Β’ κυνικότατα έγραψε στον Συμπρόεδρο Καρδινάλιο Edward Cassidy: «πρέπει να δηλωθεί στους ορθοδόξους ότι οι Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες για την Εκκλησία της Ρώμης χαίρουν της αυτής εκτιμήσεως ως και κάθε άλλη Εκκλησία που βρίσκεται σε κοινωνία προς τη Ρώμη». Η στυγνή αυτή δήλωση του Πάπα όπως ήταν φυσικό δεν άφηνε πια κανένα περιθώριο στους Ορθοδόξους για τη συνέχιση ενός διαλόγου, ο οποίος μετά από είκοσι περίπου χρόνια ταλαιπωρίας ήταν πια αναγκαίο να περιοριστεί σε ένα μοναδικό θέμα, την Ουνία και τον συναφή προσηλυτισμό. Τώρα, ύστερα από έξι χρόνια, τι άλλαξε μεταξύ των ορθοδόξων και καθολικών θεολόγων στη συνάντηση της Ραβέννας; Δεν έπρεπε να συνεχίσουν τον πράγματι θεολογικό διάλογο που είχε σταματήσει το 2000; Ήταν άραγε προμελετημένο σχέδιο να νομιμοποιηθεί η παρουσία Ουνιτών Επισκόπων στον μελλοντικό διάλογο; Όλα είναι πιθανά. Η παπική διπλωματία είναι γνωστή σε μας τους Ορθοδόξους από την εποχή τουλάχιστον της Συνόδου Φεράρας- Φλωρεντίας.