Τετάρτη 21 Αυγούστου 2024

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Η ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΡΕΩΣ ΕΝ ΤΟΙΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΙΣ.

------------------------------------------------------------------------------------


Επιμέλεια και επιλογή  κειμένων :πρωτοπρεσβύτερος Δημ.Αθανασίου

-----------------------------------------------------------------

«Άνωθεν γαρ η του Θεού Ορθόδοξος Εκκλησία την επί των αδύτων αναφοράν του ονόματος του αρχιερέως συγκοινωνίαν τελείαν εδέξατο τούτο· γέγραπται γαρ εν τη εξηγήσει της θείας λειτουργίας, ότι αναφέρει ο ιερουργών το του αρχιερέως όνομα, “δεικνύων και την προς το υπερέχον υποταγήν, και ότι κοινωνός εστίν αυτού, της πίστεως και των θείων μυστηρίων διάδοχος”».(Αγιου Νικοδημου Αγιορειτου, Ερμηνεία εις τον Ε´ Αποστολικό Κανόνα, υποσημ. 2, Πηδάλιον, , σ. 399)

Η ερμηνεία του Θεοδώρου Ανδίδων είναι η εξής: «Εν πρώτοις μνήσθητι Κύριε του αρχιεπισκόπου ημών· αφ' ης δείκνυται υποταγή η προς το υπερέχον· και ότι τούτου μνημονευομένου αρχιερέως κοινωνός εστι και ο προσφέρων της πίστεως και της παραδόσεως· των μυστηρίων διάδοχος. Αλλ' ουχί καινός τις μύστης ή ευρετής των παρ᾽ αυτού προσφερομένων συμβόλων».

Κατ' αρχάς η μνημόνευση του ονόματος του Αρχιερέως, δεν συνιστά μία τυπική σχέση, αλλά αποτελεί μία ουσιαστική - πνευματική σχέση ιερέως και Αρχιερέως. Η μνημόνευση του ονόματος του αρχιερέως υπό του ιερέως φανερώνει:

α) Την υποταγή, τον σεβασμό προς τον υπερέχοντα κατά την ιερωσύνη Αρχιερέα.

β) Ο λειτουργών ιερεύς μνημονεύοντας μέσα στα άδυτα, στο ιερό βήμα το όνομα του αρχιερέως, δι' αυτού του τρόπου δεικνύει ότι έχει την ίδια πίστη με τον αρχιερέα του, γίνεται δηλαδή συγκοινωνός στην πίστη του Αρχιερέως, «ότι κοινωνός εστίν αυτού, της πίστεως».

Τα δόγματα είναι το θεμέλιο επάνω στο οποίον οικοδομείται η Εκκλησία και η σχέση ιερέως και αρχιερέως.

Ως εκ τούτου, ο ιερέας μνημονεύων το όνομα του αιρετίζοντος αρχιερέως, γίνεται συγκοινωνός και στην αιρετική πίστη του αρχιερέως, άσχετα αν αυτός ο ιερέας έχει “ορθόδοξον φρόνημα’’ και δηλώνει ότι δεν συμφωνεί με τα αιρετικά φρονήματα του επισκόπου. Αυτό όμως δεν ισχύει μόνον διά τον ιερέα αλλά για όλους τους πιστούς που συμμετέχουν στα μυστήρια..(ΜΟΛΥΣΜΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ)

Όταν μνημονεύουμε το όνομα ενός οικουμενιστού επισκόπου και διά της μνημονεύσεως μόνον αποκτούμε τέλεια συγκοινωνία με την αίρεσή του, και γινόμαστε κοινωνοί της αιρέσεώς του πως μπορούμε τότε να τον μνημονεύουμε ως τον «ορθοτομούντα τον λόγον της σης αληθείας», κάτι το οποίον αναδεικνύει τους ιερείς ως ψευδομένους και υποκριτές ;

«…το συνάπτειν αυτόν ως ορθόδοξον Πατριάρχην μετά των λοιπών ορθοδόξων πατριαρχών. Εν καιρώ φρικτών μυστηρίων σκηνικώς παίξομεν και το μη ον υποκρινώμεθα; Και πως ταύτα ανέξεται ορθόδοξος ψυχή, και ουκ αποστήσεται της κοινωνίας των μνημονευσάντων αυτίκα και καπηλεύσαντας τα θεία τούτους ηγήσεται»;.( Θεοδωρου Ανδιδων, Προθεωρία κεφαλαιώδης περὶ τῶν ἐν τῇ θείᾳ λειτουργίᾳ γινομένων συμβόλων καὶ μυστηρίων, PG 140, 460-461.

«Και ο μέγας πατήρ ημών και ομολογητής Θεόδωρος ο Στουδίτης ταύτα λέγει προς τινα, διά της τιμίας αυτού επιστολής “έφης δε μοι ότι δέδοικας ειπείν τω πρεσβυτέρω σου, μη αναφέρειν τον αιρεσιάρχην· και τοι περί τούτου ειπείν σοι το παρόν, ου καταθαρρώ, πλην ότι μολυσμόν έχει η κοινωνία εκ μόνου του αναφέρειν αυτόν, ουκ αν ορθόδοξος είη ο αναφέρων”

Η εκκλησιαστική κοινωνία ιερέως και αιρετίζοντος επισκόπου, όπως εκφράζεται διά του επισκοπικού μνημοσύνου, αποτελεί μολυσμό και άρνηση της Ορθοδοξίας. Πολλοί ιερείς, σήμερα πιστεύουν ότι η Ορθοδοξία είναι μία εσωτερική προσωπικὴ ὑπόθεσή λέγοντας, ότι «εγώ δεν συμφωνώ με τον Πατριάρχη-επίσκοπο σε αυτά που κηρύττει και πράττει, αλλά τι να κάνω, τον μνημονεύω». Αυτό, μας λέγει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, δεν απαλλάσσει τον ιερέα της ευθύνης του, διότι διά της μνημονεύσεως έχει μολυσμό, «πλην ότι μολυσμόν έχει η κοινωνία εκ μόνου του αναφέρειν αυτόν». Και μόνον εκ της μνημονεύσεως του αιρετικού επισκόπου γίνεται κοινωνός της αιρετικής πίστεώς του και οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ο ιερέας, παύει πλέον να είναι ορθόδοξος, δεν μπορεί να είναι ορθόδοξος «ουκ αν ορθόδοξος είη ο αναφέρων».

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Κατά αδιαμφισβήτητον εκκλησ. αρχήν η ενότης της Εκκλησίας δεν είναι διοικητικής-θεσμικής μορφής. Η Εκκλησία είναι εν Πνεύματι μία· είναι ενωμένη εν τω ονόματι του Χριστού. “Εις Κύριος· μία Πίστις· εν Βάπτισμα· εις Θεός και Πατήρ πάντων, ο επί πάντων και διά πάντων και εν πάσιν ημίν”. Η ενότης αυτή παρασαλεύεται μόνον από τας ετεροδοξίας. Ο ετέρως, παρ’ ο παρέλαβε, φρονών, παύει να έχη την ενότητα της πίστεως και την κοινωνίαν του αγίου Πνεύματος. Διά τούτο κατά την Ε΄ Σύνοδον (Πραξ. Α΄ §3, 17) υπέρτατο χρέος των ιερέων, φυλάκων της Εκκλησίας, είναι η περιφρούρησις της πίστεως.

Η έκπτωσις ιερέων από την ενότητα της πίστεως μιαίνει τα υπ’ αυτών τελούμενα μυστήρια και αίρει από αυτούς το χάρισμα της πνευματικής πατρότητος. Αντί ποιμένων αποβαίνουν λύκοι, κατατρώγοντες το ποίμνιόν τους (βλ. Πραξ. ΣΤ΄ §15, 10 και Πραξ. Α΄ 3, 14). Διά τούτο ο Ιουστινιανός δηλοί (και η Σύνοδος επικυρώνει την ”θέσιν” αυτήν (εν Πράξει Ζ΄ §16, 1-2), ότι ουδέποτε θα ανεχθή να λάβη την θείαν κοινωνίαν από ιερείς υπόπτους επί αιρέσει. Και οι ορθόδοξοι καθ’ όλον το διάστημα του ακακιανού σχίσματος ηρνήθηκαν να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων από χειρών απλώς υπόπτων. “Ακοινώνητοι διά τι μένομεν επί τοσαύτα (35) έτη; Διά τι ου κοινωνούμεν; (Α.C.O. 3, σελ. 72). Ιερείς και πατέρες είναι μόνον οι τηρούντες την πίστιν ανόθευτον (Πραξ. A΄ §3, 14).

 

 

Κάθε ιερεύς τελεί τα άχραντα μυστήρια αξίως και επί αγιασμώ, μόνον εφ΄ όσον είναι ηνωμένος με την πίστιν της Εκκλησίας. Προς δήλωσιν και παραφυλακήν αυτής της ενότητος γίνεται η μνημόνευσις των ιερών διπτύχων. Εις μεν τα δίπτυχα των ζώντων αναγράφονται και εκφωνούνται τα ονόματα των “κοινωνικών” ορθοδόξων αρχιερέων και πατριαρχών. Διά τούτο δε και η Σύνοδός μας, προς περιφρούρησιν της καθαρότητος των αγίων μυστηρίων διαγράφει από τα ιερά δίπτυχα το όνομα του τότε αρχιερατεύοντος πάπα Βιγιλίου (βλ. Πραξ. Ζ΄ §16-17). Εις τα δίπτυχα των κεκοιμημένων μνημονεύονται μόνον οι ορθόδοξοι πατέρες και διδάσκαλοι. Διά τούτο και, όταν διεπιστώθη ότι ο Θεόδωρος εκήρυττεν ετεροδιδασκαλίας, διεγράφη το όνομά του από τα δίπτυχα της εν Μοψουεστία Εκκλησίας. Είναι “αλλότριον των χριστιανών να δέχωνται την ασέβειαν (=αίρεσιν) εξ ίσου με την ορθόδοξον πίστιν” (Πραξ. Α΄ §3, 13). Όλοι οι ιερείς πρέπει να έχουν μία και μόνον γνώμην (Πραξ. Β΄ § 5, 7).

(«Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος» του Μελετίου (Καλαμαρά), μητροπ. Νικοπόλεως, Αθήναι 1985, σελ. 104-17).

 

 

-----------------------------------------------------------------------------------

Απόσπασμα από σχετικό άρθρο του π.Ευθυμίου Τρικαμηνά.

 

«…Τί γίνεται, τώρα, ὅταν ὑπάρχει ἡ αἵρεσις, ἡ ὁποία καλλιεργεῖται καί διαδίδεται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας;

Τά μυστήρια, διδάσκουν οἱ Ἅγιοι, πρέπει νά τά παίρνωμε ἀπό Ὀρθόδοξες πηγές. Ὑπάρχει ἐπί τοῦ θέματος τούτου μία θαυμασία ἐπιστολή τοῦ Ὁσ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου πρός κάποια Σπαθαρία πού ὠνομάζετο Μαχαρᾶ. Αὐτή ἐπί ἔτη μετελάμβανε σπάνια καί ὁ ὅσιος τήν συμβουλεύει ἐπί τοῦ θέματος ὡς ἑξῆς: «Τίνι λόγῳ ἐπιζητείη σου ἡ τιμιότης φάναι με περί τῆς θείας κοινωνίας, καί τίνος χάριν τοσαῦτα ἔτη σπανίως μετέχεις· τοῦτο γάρ λόγον ὀφείλει τινά ἔχειν. Οὐ γάρ τό σπανίως, ἤ τό καθεκάστην ἁπλῶς, ἀλλά τό μετά καθαρᾶς συνειδήσεως μεταλαμβάνειν δέον· Ὁ γάρ ἀναξίως, φησίν, ἐσθίων καί πίνων, κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει, μή διακρίνων τό σῶμα τοῦ Κυρίου. Εἰ οὖν τοιούτῳ τρόπῳ σκοποῦσα τά ἑαυτῆς καί εὐλαβουμένη ἀναμένεις τόν καιρόν, εὖ ἄν ἔχοι, εἴτε συντομώτερον, εἴτε χρονικώτερον· καί ὅρος ἐν τούτῳ ἄλλος οὐκ ἔστιν, ἤ ἡ ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ καθόσον δυνατόν τῷ ἀνθρώπῳ προσέλευσις· ἄν δέ διάπταισμά τις ἔχῃ τό ἀκοινώνητον, δηλονότι τότε ἐκεῖνος κοινωνήσῃ, ὁπότ’ ἄν πληρωθῇ αὐτῷ τό ἐπιτίμιον. Εἰ δέ διακρίνηται αὖ πάλιν δι’ αἵρεσιν, τοῦτο ἀναγκαῖον. Τό γάρ κοινωνεῖν παρά αἱρετικοῦ ἤ προφανοῦς διαβεβλημένου κατά τόν βίον, ἀλλοτριοῖ Θεοῦ, καί προσοικειοῖ τῷ διαβόλῳ.

Σκέψαι οὖν, ὦ μακαρία, ᾧτινι τρόπῳ τῶν εἰρημένων εἴη σου ὁ σκοπός, καί κατ’ αὐτό πρόσιθι τοῖς μυστηρίοις» (P.G. 1668, Φατ. 553, 846, 16).

Ἐδῶ, μέ ὑπέροχο τρόπο ὁ ὅσιος, διδάσκει τόν χρόνο καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο πρέπει νά προσερχώμεθα στή Θ. Κοινωνία. Ὁ τρόπος λοιπόν συνοψίζεται εἰς τό «μετά καθαρᾶς συνειδήσεως μεταλαμβάνειν». Ὁ χρόνος ἔγκειται εἰς τήν προαίρεσι τοῦ καθενός «εἴ τι συντομώτερον, εἴτε χρονιώτερον καί ὅρος ἄλλος ἐν τούτῳ οὐκ ἔστι ἤ ἡ ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ καθ’ ὅσον δυνατόν τῷ ἀνθρώπῳ προσέλευσις». Ἄν ὑπάρχη κανόνας τοῦ πνευματικοῦ, πρέπει νά ἐκπληρωθῆ, καί μετά νά προσέλθωμε στή Θ. Κοινωνία. Ἄν, τονίζει ἐπίσης ὁ ὅσιος, ὑπάρχη αἵρεσις, τότε, εἶναι ἀναγκαῖο νά μείνωμε ἀκοινώνητοι. Διότι αὐτή ἡ μετάληψις μᾶς ἀποξενώνσει ἀπό τόν Θεό καί μᾶς κάνει ὁμοίους μέ τόν διάβολο: «Τό γάρ κοινωνεῖν παρά αἱρετικοῦ ἤ προφανοῦς διαβεβλημένου κατά τόν βίον, ἀλλοτριοῖ Θεοῦ, καί προσοικειοῖ τῷ διαβόλῳ». Σ’ αὐτήν τήν κατηγορία ἀνήκουν καί οἱ δημοσίως διαβεβλημένοι, γιά τούς ὁποίους ὁ ἀπ. Παῦλος διδάσκει ὅτι δέν πρέπει οὔτε νά συντρώγωμε (Α΄ Κοριν. 5,11).

 Στήν προκειμένη περίπτωσι ὁ ὅσιος ἀναφέρεται εἰς τούς αἱρετικούς οἱ ὁποῖοι ἐκινοῦντο μέσα στήν Ἐκκλησία, εἶχαν αἱρετικά φρονήματα καί δέν εἶχαν καταδικασθεῖ ἀπό Σύνοδο οὔτε αὐτοί οὔτε ἡ αἵρεσίς των, ἡ δέ ἐπιστολή αὐτή ἔχει ἀναφορά στή μοιχειανική αἵρεσι.

Εἰς τό σημεῖο αὐτό ἐμπλέκεται καί τό θέμα τῆς μνημονεύσεως. Δηλαδή δέν ἀπαγορεύουν οἱ Πατέρες μόνο νά κοινωνοῦμε ἀπό αἱρετικούς, ἀλλά ἀπαγορεύουν νά κοινωνοῦμε καί στή Θ. λειτουργία πού μνημονεύεται αἱρετικός Ἐπίσκοπος, ἔστω καί ἄν ὁ ἱερεύς, ὁ ὁποῖος τελεῖ τήν Θ. λειτουργία, εἶναι Ὀρθόδοξος. Αὐτό τό ἀναφέρει ὁ ὅσιος ἐν συνεχείᾳ στήν ἴδια ἐπιστολή: «Γνωστόν δέ πᾶσιν ὅτι νῦν αἵρεσις ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίᾳ κατακρατοῦσα τῶν Μοιχιανῶν ἐστι. Φεῖσαι τοίνυν τῆς τιμίας σου ψυχῆς μετά τῶν ἀδελφῶν καί τῆς κεφαλῆς. Ἔφης δέ μοι, ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου, μή ἀναφέρειν τόν αἱρεσιάρχην. Καί τί περί τοῦτου εἰπεῖν σοι τό παρόν, οὐ καθορῶ. Πλήν ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (P.G. 99, 1668 C, Φατ. 553, 847, 31).

Ἐδῶ ὁ ὅσιος ξεκαθαρίζει τό θέμα τῆς μνημονεύσεως καί ἀναφέρει ὅτι μέ τήν μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου μολύνεται ἡ Κοινωνία ἔστω κι ἄν εἶναι Ὀρθόδοξος ὁ προσφέρων τήν θυσία ἱερεύς: «μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων». Ὁ ὅσιος δηλώνει ξεκάθαρα ὅτι ὁ μολυσμός γίνεται μέ τήν ἀναφορά (μνημόνευσι) τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου· εἶναι δηλαδή σά νά βάζωμε μέσα στό ἅγιο ποτήριο μέ τήν μερίδα τοῦ Ἐπισκόπου μία βρωμιά ἤ ἀκαθαρσία.

Ὁ Χριστός βεβαίως εἶναι ἀπαθής καί δέν μολύνεται, οὔτε ὅταν τόν βλασφημοῦμε, οὔτε ὅταν τόν κοινωνοῦμε ἀναξίως, οὔτε ὅταν μνημονεύομε στή Θ. Λειτουργία αἱρετικό Ἐπίσκοπο.

Ἡ μόλυνσις λοιπόν αὐτή ἔχει δύο ἔννοιες. Πρῶτον ὅτι διά τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου ἀσεβοῦμε εἰς τό μυστήριο διότι, ὅπως ἀναφέραμε βάζομε μέσα στό ἅγ. Δισκοπότηρο μία ἀκαθαρσία ὡς πρός τήν πίστι, καί δεύτερον μολυνόμεθα ἐμεῖς πού μετέχουμε (ἐν γνώσει μας) διότι ταυτιζόμεθα μέ τήν πίστι τῆς ὁρατῆς κεφαλῆς, δηλαδή τοῦ Ἐπισκόπου.

Ἐδῶ ἐπιπροσθέτως ἀναφέρομε ὅτι, ἀνέκαθεν ἐδιδαχθήκαμε, πώς στή Θ. Λειτουργία δέν μνημονεύομε αἱρετικούς, διότι τό ἅγιο δισκάριο εἶναι ὁ τύπος τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ αἱρετικοί εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας. Ἄν λοιπόν δέν ἐπιτρέπεται νά μνημονεύωμε τόν οἱονδήποτε αἱρετικό, πολύ περισσότερο δέν μνημονεύομε τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, μέ τήν μνημόνευσι τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, δείχνουμε ὅτι ταυτιζόμεθα εἰς τήν πίστι

Αὐτή ἡ μικρή ἐπιστολή τοῦ ὁσ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου τήν ὁποία καταγράψαμε ἐδῶ σέ δύο τμήματα, νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ τόν καταστατικό χάρτη εἰς τό θέμα τῶν μυστηρίων, γιά τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως καί διωγμοῦ τῆς πίστεως περίοδο τῆς Ἐκκλησίας. Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο τήν ἐπικαλοῦνται καί τήν καταγράφουν αὐτολεξί οἱ ἐπί Βέκκου Ἁγιορεῖτες Πατέρες στήν ὁμολογιακή των ἐπιστολή πρός τόν λατινόφρονα αὐτοκράτορα Μιχαήλ τόν Η΄ τόν Παλαιολόγο, γιά τήν ἐπί Βέκκου ἐν καιρῷ αἱρέσεως περίοδο τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπό αὐτήν τήν ὁμολογιακή ἐπιστολή εἰς τό θέμα τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου καί τῆς μολύνσεως πού προέρχεται ἀπό αὐτήν, ἀναφέρουν ἀρκετά σημαντικά καί θεολογικά ἐπιχειρήματα, τά ὁποῖα ἄν καί τά ἔχουμε ἐπικαλεσθῆ πολλές φορές, ὅμως θεωρεῖται πάντοτε ἀναγκαῖο νά τά τονίζωμε διά νά τοποθετοῦνται πνευματικά οἱ ἔχοντες ἀγαθή προαίρεσι Ὀρθόδοξοι σήμερα. Γιά τούς ἄλλους, εἴπαμε ὅτι ἰσχύει ἡ λαϊκή σοφία: «ὅποιος δέν θέλει νά ζυμώση δέκα μέρες κοσκινίζει».

Ἀναφέρουν λοιπόν οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες τά ἑξῆς στήν ὁμολογιακή αὐτή ἐπιστολή γιά τό θέμα τῆς μνημονεύσεως: «Ὁ μέγας του Κυρίου ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης λέγει· “εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει μεθ᾿ ἑαυτοῦ, χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε, καὶ εἰς οἰκίαν μὴ λαμβάνετε· ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν, κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς”. Εἰ δὲ ἁπλῶς ἐν ὁδῷ χαίρειν αὐτῷ κωλυόμεθα λέγειν, εἰ τὸ εἰσάγειν εἰς οἰκίαν κοινὴν εἰργόμεθα, πῶς οὐκ ἐν οἰκίᾳ, ἀλλ᾿ ἐν ναῷ Θεοῦ ἀλλ᾿ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀδύτοις ἐπὶ τῆς μυστικῆς καὶ φρικτῆς τραπέζης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀθύτως σφαγιαζομένου».

Ἐδῶ, σάν σέ καθρέπτη, οἱ Ἁγιορεῖτες ἐπί Βέκκου Πατέρες μᾶς δείχνουν τήν πνευματική φτώχεια μας. Δηλαδή μᾶς ἀναφέρουν ὅτι δέν θά ἔπρεπε κἄν νά προβληματισθοῦμε σήμερα γιά τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἁγία Γραφή διακελεύει ὅτι ἀπαγορεύεται ὁ Ὀρθόδοξος νά χαιρετήση ἁπλῶς στόν δρόμο αὐτόν τόν Οἰκουμενιστή αἱρετικό καί νά τόν βάλη στό σπίτι του, ἐννοεῖται ὄχι γιά κάποια ἐργασία, ἀλλά γιά λόγους ἐκκλησιαστικούς. Μέ τήν μνημόνευσι λοιπόν εἰσάγουμε τόν αἱρετικό, ὄχι ἁπλῶς στήν Ἐκκλησία, ἀλλά στά ἄδυτα τῶν ἀδύτων, δηλαδή τόν ἐνσωματώνομε διά τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Λειτουργίας μέ τόν ἴδιο τόν Χριστό.

Ἐν συνεχείᾳ οἱ Πατέρες ἀναφέρουν τά ἑξῆς: «Ποῖος ᾅδης ἐξερεύξεται τὸ μνημόσυνον τοῦ παρὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκκοπέντος ἀξίως, ὡς κατὰ Θεοῦ καὶ τῶν θείων τραχηλιάσαντος, καὶ διὰ τοῦτο ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ γενήσεται».  Ἐδῶ δηλώνουν οἱ Πατέρες ὅτι οἱ αἱρετικοί ἐκκόπτονται ἀπό τήν Ἐκκλησία διά τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καί ὄχι διά τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία Σύνοδος συμβαίνει πολλάκις νά τούς ἀθωώνη, νά τούς καλύπτη ὡς ὁμόφρονες ἤ καί νά καταδικάζη καί νά ἀποκόπτη τούς Ὀρθοδόξους. Εἶναι, ἐπίσης, οἱ αἱρετικοί ἐχθροί τοῦ Θεοῦ, διότι διά τῆς αἱρέσεως αὐθαδίασαν ἐναντίον τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ. Τήν μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ, ὡς πρᾶξι, θά τήν οἰκειοποιηθῆ ὁ Ἅδης. Ἐμεῖς σήμερα ἔχομε πάρει τόσο ἐπιπόλαια τό θέμα τῆς μνημονεύσεως, ὥστε νά θεωροῦμε ὅτι ἁπλῶς εὐχόμεθα ὑπέρ ὑγείας καί μακροημερεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου.

Κατωτέρω οἱ Πατέρες ἀναφέρουν τά ἑξῆς: «Εἰ γὰρ τὸ ἁπλῶς χαίρειν εἰπεῖν, κοινωνίαν δίδωσι τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, πόσον ἡ διάτορος αὐτοῦ μνημοσύνη καὶ ταῦτα αὐτῶν τῶν θείων μυστηρίων φρικτῶς προκειμένων». Ἐδῶ διδάσκουν οἱ Πατέρες, ἑδρασμένοι στερεῶς ἐπί τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι διά τῆς μνημονεύσεως ἔχουμε κοινωνία μέ τήν αἵρεσι καί εἶναι σά νά τήν ἀποδεχώμεθα κι ἐμεῖς πού μνημονεύουμε τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο. Αὐτό συμβαίνει, διότι ἡ Θ. Λειτουργία εἶναι μυστήριο ἑνότητος μέ τόν Χριστό ἀοράτως καί μέ τήν ὁρατή κεφαλή πού εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος. Μέ τόν Χριστό ἑνωνόμεθα κατά τήν προαίρεσι καί τόν προσωπικό μας ἀγῶνα, ὅπως ἀνωτέρω ἀναφέραμε, ἐνῶ μέ τήν ὁρατή κεφαλή ἑνωνόμεθα καί ἐνσωματούμεθα ἀναγκαίως, διότι ἡ μνημόνευσις τοῦ Ἐπισκόπου σημαίνει ὅτι τόν ἀποδεχόμεθα ὡς ὁρατή κεφαλή καί ὡς ὁμόπιστο μέ ἐμᾶς. Δι’ αὐτό οἱ Πατέρες μᾶς δίδουν νά κατανοήσωμε τό θέμα τοῦ μολυσμοῦ τοῦ μυστηρίου καί τῆς συμμετοχῆς μας εἰς αὐτόν τόν μολυσμό. Διότι μέσα στό ἅγ. Ποτήριο εἶναι σάν νά βάζωμε μία ἀκαθαρσία (ἡ αἵρεσις εἶναι χειρότερη ἀπό ἀκαθαρσία), τήν ὁποία μάλιστα ψευδόμενοι ὄχι σέ ἀνθρώπους ἀλλά στόν ἴδιο τόν Χριστό τήν παρουσιάζομε σάν διαμάντι Ὀρθοδόξου πίστεως.

Ἐμεῖς πάλι μολυνόμεθα κατά δύο τρόπους, ἀφ’ ἑνός μέν διότι ὁμολογοῦμε στήν ἱερώτερη στιγμή τῶν φρικτῶν μυστηρίων, ὅτι ἔχομε ἐνσωματωθῆ σάν ὀργανικό μέλος μιᾶς αἱρετικῆς κεφαλῆς καί ἀφ’ ἑτέρου, κοινωνώντας ἀπό τό μυστήριο, τό ὁποῖο τό ἐβεβηλώσαμε ἐν γνώσει καί τό κατεβάσαμε στόν Ἅδη. Ἐδῶ ὑπάρχουν (γιά τούς ἐν γνώσει μνημονεύοντας τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές καί κοινωνοῦντες ἀπό αὐτά τά μυστήρια) καί ἄλλες βαρύτατες ἁμαρτίες, ὅπως ἡ δειλία καί ὁ συμβιβασμός, ἡ συμμετοχή μας στόν εὐτελισμό τοῦ μυστηρίου, τό βόλεμα καί ἡ ἀσφάλεια πού νοιώθουμε, ὅταν συμπορευόμεθα μέ τούς πολλούς καί ἐξουσιαστές, ἡ διαιώνισις τῆς αἱρέσεως κλπ.

Ἐν συνεχείᾳ οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες, προκειμένου νά μᾶς δώσουν νά καταλάβωμε τό τί γίνεται στή Θ. Λειτουργία πού μνημονεύεται ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος, ἀναφέρουν τά ἑξῆς: «Εἰ δὲ ὁ προκείμενος αὐτός ἐστιν ἡ αὐτοαλήθεια, πῶς ἂν τὸ μέγα τοῦτο ψεῦδος δέχηται εἰκάζειν εἰκός, τὸ συντάττειν αὐτὸν ὡς ὀρθόδοξον πατριάρχην μεταξὺ τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, ἐν καιρῷ φρικτῶν μυστηρίων, σκηνικῶς παίξομεν;».

Ἐδῶ οἱ Πατέρες μᾶς δίδουν νά κατανοήσωμε καί μέ ἄλλο τρόπο τόν μολυσμό τοῦ μυστηρίου, διότι μέσα στή Θ. Λειτουργία ἀνακατεύουμε τήν Αὐτοαλήθεια (ὁ Χριστός) μέ τό ψεῦδος στήν χειρότερη δογματική του μορφή (ἡ αἵρεσις). Διά τῆς μνημονεύσεως ἐπίσης, συντάσσομε τόν Οἰκουμενιστή Ἐπίσκοπο μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων καί, τελικῶς, ἀναφέρουν οἱ Πατέρες, ὅτι τήν Θ. Λειτουργία τήν καταντοῦμε σάν θέατρο «σκηνικῶς παίξομεν» ἤ, καλύτερα, θά ἐλέγαμε, ὅτι τήν Θ. Λειτουργία τήν κατακρημνίζομε στό ἐπίπεδο τοῦ θεάτρου σκιῶν (κοινῶς Καραγκιόζη).

Ἀλοίμονο ὅμως στό κατάντημα τῶν Ὀρθοδόξων τῶν ἐσχάτων καιρῶν, πού ὄχι μόνο δέν κατανοοῦμε τό τί κάνουμε ἐν καιρῷ τῶν φρικτῶν μυστηρίων, ἀλλά προβληματιζόμεθα γιά τήν ἀποτείχισι, γιά τό ἄν ὑπάρχη μολυσμός, γιά τό ὅτι πρέπει νά κοινωνοῦμε, εἰδάλλως δέν σωζόμεθα, λές καί παίρνομε τά μυστήρια ἀπό ὁπουδήποτε, ἀπό τόν μανάβη κλπ.

Κατωτέρω οἱ Πατέρες στήν ἐπιστολή των μᾶς ὁδηγοῦν στόν Ὀρθόδοξο δρόμο ἐν καιρῷ αἱρέσεως πού εἶναι ἡ ἀποτείχισις: «καὶ πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθοδόξου ψυχή, καὶ οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνίας τῶν μνημονευσάντων αὐτίκα, καὶ ὡς καπηλεύοντας τὰ θεῖα, τούτοις ἡγήσεται».

Ἡ διακοπή λοιπόν τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ὅπως ἀναφέρουν οἱ Πατέρες, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό μία ἐσωτερική ἀγανάκτησι γιά τήν βεβήλωσι τῆς πίστεως καί τῶν μυστηρίων, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν διακοπή «τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τῶν μνημονευσάντων». Οἱ αἱρετικοί, καί αὐτοί πού τούς μνημονεύουν, εἶναι κάπηλοι, δηλαδή ἔμποροι πού ἐμπορεύονται, καί μάλιστα μέ τόν πιό αἰσχρό τρόπο τῆς νοθείας (αὐτό σημαίνει κάπηλος) τά Θεῖα μυστήρια. Τό παράδοξο εἶναι ὅτι πολλοί ἀντιοικουμενιστές χαρακτηρίζουν τόν Οἰκουμενισμό σάν τήν χειρότερη τῶν αἱρέσεων (διότι προφανῶς ἀμνηστεύει ὅλες τίς αἱρέσεις καί συνυπάρχει μέ αὐτές) καί ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ἀποδέχονται τόν μολυσμό καί τό θέατρο ἐν ὥρᾳ Θ. Λειτουργίας, ἀνακατεύοντας τήν Αὐτοαλήθεια μέ τό δογματικό ψεῦδος καί τήν πλάνη.

Ἐν συνεχείᾳ οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες καταγράφουν τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι στό θέμα τῆς μνημονεύσεως καί τίς ἐκκλησιαστικές διαστάσεις της. «Ἄνωθεν γὰρ ἡ τοῦ Θεοῦ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τὴν ἐπὶ τῶν ἀδύτων ἀναφορὰν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως, συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο. Γέγραπται γὰρ ἐν τῇ ἐξηγήσει τῆς θείας λειτουργίας, ὅτι ἀναφέρει ὁ ἱερουργῶν τὸ τοῦ ἀρχιερέως ὄνομα, δεικνύων καὶ τὴν πρὸς τὸ ὑπερέχον ὑποταγήν, καὶ ὅτι κοινωνός ἐστιν αὐτοῦ, καὶ πίστεως καὶ τῶν θείων μυστηρίων διάδοχος».

Ἀναφέρουν λοιπόν ὅτι ἡ μνημόνευσις κατά τή Θ. Λειτουργία σημαίνει κατά τόν πλέον ἐπίσημο καί ἱερό τρόπο τήν «τελείαν συγκοινωνία» (ταυτοποίησι, ἀφομοίωσι) τοῦ μνημονευομένου καί τοῦ μνημονεύοντος καί προσέτι τῶν ἀποδεχομένων αὐτῶν κληρικῶν καί λαϊκῶν. Κατά τήν μνημόνευσι δέ, λέγουν ἐν τέλει ὅτι δηλώνει ὁ ἱερεύς τήν «πρός τό ὑπερέχον ὑποταγήν», ὅτι ἐπίσης ταυτίζεται μέ τήν πίστι του καί ὅτι εἶναι ἐντεταλμένος του νά τελῆ τά μυστήρια. Ἡ ταύτησις στήν πίστι σημαίνει ὅτι καί ὁ ἱερεύς γίνεται αὐτομάτως Οἰκουμενιστής, ὡς ἐνσωματωμένος μέ τήν αἱρετική Οἰκουμενιστική κεφαλή.

Ἐν συνεχείᾳ οἱ Πατέρες ἀναφέρουν, σάν ἀπόδειξι καί στήριξι τῶν λεγομένων, τήν ἐπιστολή πού προαναφέραμε τοῦ ὁσίου Θεοδώρου Στουδίτου. Δηλαδή αὐτά πού ἀνέφεραν εἶναι σύμφωνα καί μέ τήν Ἁγ. Γραφή καί τούς τούς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας καί ἄρα αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος διδασκαλία ἐπί τοῦ θέματος τῆς μνημονεύσεως.

Ἄν τώρα κάποιος ἀπό τούς συγχρόνους Ὀρθοδόξους ἔχει ἀντίρρησι ἐπί τοῦ θέματος, ἄς ψάξη τήν Ἁγ. Γραφή καί τούς Ἁγίους καί ἄς καταθέσει τήν ἐπί τοῦ θέματος διδασκαλία, ὥστε νά ἀποδείξη ὅτι οἱ Πατέρες αὐτοί ψεύδονται καί ἄρα μᾶς ὁδηγοῦν σέ λάθος δρόμο.

Περιττό νά ἀναφέρωμε ὅτι τήν ἄμεσο ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες τήν διδάσκουν ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Μ. Φώτιος, ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ ὁμολογητής, ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ἅγ. Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ὅλη ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις, χωρίς νά γνωρίζουν τήν νεοποχίτικη θεωρία κατά τήν ὁποία παραμένομε στό στόμα τοῦ λύκου μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου (δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου κλπ).

Εἶναι ἀνάγκη ἐδῶ νά προσθέσωμε ὅτι κοινωνία πίστεως δέν ἔχομε μόνο μέ τούς αἱρετικούς κατά τήν μνημόνευσι στή Θ. Λειτουργία, ἀλλά καί κατά τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος. Αὐτό τό ἀναφέρουν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι στίς Ἀποστολικές διαταγές ὡς ἑξῆς: «Ὡς γάρ εἷς ὁ Θεός καί εἷς ὁ Χριστός καί εἷς ὁ Παράκλητος, εἷς δέ καί ὁ τοῦ Κυρίου ἐν σώματι θάνατος, οὗτος ἕν ἔσθω καί τό εἰς αὐτόν διδόμενον βάπτισμα∙ οἱ δέ παρά ἀσεβῶν δεχόμενοι μόλυσμα κοινωνοί τῆς γνώμης αὐτῶν γενήσονται» (Ἀποστολικοί Πατέρες ΕΠΕ 1, 298, 28).

Ἐδῶ πάλι οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι τό βάπτισμα τό θεωροῦν μολυσμένο μυστήριο, διότι τελεῖται ἀπό αἱρετικούς (δέν ὑπῆρχαν τότε οἱ καταδικασμένοι ὑπό Συνόδου καί οἱ μή καταδικασθέντες, ἀλλά οἱ ἔχοντες αἱρετικά φρονήματα) καί ἐπίσης τονίζουν ὅτι, οἱ βαπτισθέντες ὑπ’ αὐτῶν, μολύνονται καί ὡς πρός τήν πίστι διότι «κοινωνοί τῆς γνώμης αὐτῶν γενήσονται».

Τόν ἴδιο μολυσμό δέχεται καί κάποιος, ὁ ὁποῖος χειροτονεῖται ἀπό αἱρετικό Ἐπίσκοπο. Αὐτό τό ἀναφέρει ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁμιλώντας μάλιστα γιά Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος εἶχε ὑποπέσει στήν μοιχειανική αἵρεσι, καί ἔκανε χειροτονίες σέ κάποιο μοναστήρι. Ἡ θεραπεία αὐτῆς τῆς καταστάσεως συντελεῖται μέ τήν ἀποτείχισι τοῦ Ἐπισκόπου ἀπό τήν μοιχειανική αἵρεσι, ὁπότε, διδάσκει ὁ ὅσιος, γίνονται ἀμέσως ἀποδεκτές καί οἱ χειροτονίες του.

«Τῷ πρεσβυτέρῳ καί ἡγουμένῳ καλῶς ἀπεκρίθης, εἰρχθῆναι τῆς λειτουργίας τούς νυνί χειροτονηθέντας ὑπό τοῦ εὑρεθέντος ἀρτίως ἀρχιερέως ἐν ἐκκλησίᾳ, λέγοντος δέ ὅμως ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ σύνοδος, καί, ἀπολώλαμεν. διατί γάρ ὁμολογῶν οὐ φεύγει τήν ἀπώλειαν, διαστέλλων ἑαυτόν τῆς αἱρέσεως, ἵνα μένῃ παρά θεῷ ἐπίσκοπος; καί εἰσίν αὐτοῦ δεκταί αἱ χειροτονίαι αὐτίκα. ἤ διατί προκειμένης τῆς αἱρέσεως εἰς χειροτονίαν ὁ ἡγούμενος προήγαγε τούς ἀδελφούς αἱρετικήν; ἄν οὖν ὁ χειροτονήσας ὤρθωσεν, ἦν αὐτοῖς εὐθύς ἱερουργεῖν, ὄντος δέ ἐν τῇ αἱρέσει διά τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν αἱρετικόν, κἄν τό φρόνημα λέγοι ἔχειν ὑγιές,οὐχ οἷόν τε οὕς χειροτονεῖ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι λειτουργούς θεοῦ. εἰ δέ πνεῦμα ζήλου θεοῦ ἀνῆψεν ἐν τῷ καθηγουμένῳ καί προθυμεῖται ὁμολογίας στέφανον ἀναδήσασθαι, μηδέ λειτουργείτω ἐν τῇ ὑπ’ αὐτοῦ ἐνθρονιασθείσῃ ἐκκλησίᾳ μήτε ἀναφερέτω αὐτόν ὡς ἐπίσκοπον. καί μακάριος οὗτος, πολλῶν καί ἄλλων παράδειγμα σωτηρίας γινόμενος. τεθέντος δέ θυσιαστηρίου ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ οὐδέν τό κωλύον λειτουργεῖν ἐκεῖσε» (ΡG 99,1056, Φατ. 40, 119,129).

Ἐδῶ ὁ ὅσιος συμβουλεύει αὐτόν τόν ἡγούμενο νά μήν λειτουργῆ στό ναό ὁ ὁποῖος ἐγκαινιάστηκε ἀπό αὐτόν τόν μοιχειανό Ἐπίσκοπο καί θά εἶναι μακάριος διά τῆς ὁμολογίας, ἐμπράκτως, τῆς πίστεως. Ἐδῶ ὁ μολυσμός, σύμφωνα μέ τόν ὅσιο, ἔγκειται στήν ἐγκυρότητα καί στή νοθεία τοῦ μυστηρίου τῆς χειροτονίας «οὐχ οἷόν τε οὕς χειροτονεῖ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι λειτουργούς θεοῦ».

Εἶναι ἀνάγκη νά ἀναφέρωμε καί κάποιες σκέψεις γιά τήν σημερινή κατάστασι στήν Ἐκκλησία ἐν σχέσει μέ τή Θ. Κοινωνία. Ὅταν δηλαδή κοινωνοῦμε ἀπό τούς Οἰκουμενιστές καί ἀπό αὐτούς πού τούς μνημονεύουν, μέ ὅλα τά ἐπακόλουθα πού ἀναφέραμε ἀνωτέρω, τί γίνεται, ἁγιαζόμεθα, βοηθούμεθα πνευματικά καί, κυρίως, συντελοῦμε στήν καταστολή τῆς αἱρέσεως; Ἐπί τοῦ θέματος τούτου ἔχομε νά  ἀναφέρωμε τά ἑξῆς:

 Κατ’ ἀρχάς οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι, Μητροπολίτες καί Πατριάρχες, ἐπιθυμοῦν διακαῶς καί ἐπιδιώκουν δυναστικῶς νά ἔχουν στήν ἐξουσία των πρόβατα ἄβουλα, πειθαρχικά καί ἀμέριμνα καί ἀδιάφορα διά τά θέματα τῆς πίστεως, τά ὁποῖα θά τούς ἀναγνωρίζουν τήν ἐξουσία, τήν αὐθεντία, τόν δεσποτισμό, τήν εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ θέσι των καί κοντολογίς θά τούς ἀποδέχονται ὡς μοναδικούς φορεῖς τῆς Θ. Χάριτος. Αὐτοί εἶναι οἱ βολεμένοι Ὀρθόδοξοι κληρικοί καί λαϊκοί, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μέ τά βιοτικά καί χρησιμοποιοῦν τήν Ἐκκλησία ὅταν χρειάζονται κάτι (π.χ. Θ. Κοινωνία, βάπτισι, γάμο, κηδεία κλπ), ὅπως ἀκριβῶς πηγαίνουν σέ κάποιο κατάστημα γιά νά πάρουν αὐτό πού χρειάζονται. Αὐτοί νομίζω εἶναι ἀκατάλληλοι νά προσφέρουν τήν παραμικρή βοήθεια στήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως περίοδο, δηλαδή νά συνεισφέρουν, ὥστε νά κατασβεσθῆ ἡ αἱρετική πυρκαϊά. Αὐτοί βεβαίως εἶναι καί οἱ περισσότεροι.

Ὑπάρχουν καί οἱ λιγότεροι, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται γιά τήν πνευματική ζωή, συμμετέχουν στά μυστήρια καί ἐπιδεικνύουν ἕνα ἐνδιαφέρον γιά τά προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καί γιά τά θέματα τῆς πίστεως. Δυστυχῶς ὅμως, οἱ πλεῖστοι ἀπό αὐτούς τούς ὀλίγους, κατευθύνονται λανθασμένα ἀπό τούς πνευματικούς, εἰς τό νά στρέψουν τήν προσπάθειά των καί τόν ἀγῶνα των μόνον στήν προσωπική των πνευματική ζωή, διδάσκονται καί γαλουχοῦνται ἀπό τούς πνευματικούς ὅτι θά βοηθήσουν στά θέματα τῆς πίστεως μόνο διά τῆς προσευχῆς, ὅτι ὁ Θεός θά δώση τή λύσι, ὅτι δέν εἶναι σωστό οἱ λαϊκοί νά τά βάζουν μέ τούς Ἐπισκόπους καί νά τούς ἐλέγχουν, νά τούς κρίνουν κλπ. Εἶναι δηλαδή ὅπως τό πειθαρχημένο πλήρωμα καί οἱ ἐπιβάτες τοῦ πλοίου, οἱ ὁποῖοι κάνουν ἄψογα ὅλα των τά πνευματικά καθήκοντα, πλήν ὅμως τό πλοῖο κατευθύνεται ἐν γνώσει των ὁλοταχῶς πρός Δυσμάς, ἤ ἀκόμη ὅπως τό σπίτι των πού καίγεται καί αὐτοί διδάσκονται ἀπό τούς πνευματικούς νά κάνουν προσευχή καί ὁ Θεός θά δώση τή λύσι. Πάντως καί αὐτοί οἱ ὀλίγοι ἀχρηστεύονται ὡς πρός τήν προσφορά των εἰς τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως πορεία τῆς Ἐκκλησίας.

Ποία ὅμως εἶναι ἡ ὠφέλεια ἀπό τόν προσωπικό των ἀγῶνα καί εἰδικά ἀπό τήν συμμετοχή των στή Θ. Κοινωνία; Ὅταν κάποιος κοινωνεῖ τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ πρέπει κανονικά νά ἀλλοιώνεται, νά μεταβάλλεται σέ σημεῖο πού νά θέλη νά θυσιασθῆ γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Πρέπει δηλαδή ὁ Χριστός νά κυριαρχῆ μέσα του, ὁ Ὁποῖος, πέραν τῶν ἄλλων θά τόν φωτίση καί γιά τά θέματα τῆς πίστεως καί τῆς αἱρέσεως, τά ὁποῖα κατατρώγουν τήν Ἐκκλησία καί ἀλλοιώνουν τόν χαρακτῆρα της. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν κοινωνοῦμε καί ἡ διάθεσίς μας δέν μεταβάλλεται, οὔτε φωτιζόμεθα γιά τό δέον γενέσθαι στά θέματα τῆς πίστεως, νομίζω ὅτι, πέραν τοῦ μολυσμοῦ γιά τόν ὁποῖο ὡμίλησαν οἱ Ἅγιοι, ἔχουμε καί κατάκρισι, διότι χρησιμοποιοῦμε τή Θ. Κοινωνία ὡς μέσον γιά νά καθησυχάσουμε τήν συνείδησί μας καί νά πείσωμε τόν ἑαυτόν μας ὅτι εἴμεθα καλοί κι εὐσεβεῖς Χριστιανοί. 

Οἱ Ἅγιοι καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἤθελαν τήν Θ. Κοινωνία γιά νά ἐνισχυθοῦν στόν ἀγῶνα, νά φθάσουν στό μαρτύριο καί νά μήν προδώσουν, οὔτε νά ὀλιγωρίσουν στό ἐλάχιστο. Δι’ αὐτό καί ὅταν δέν ἠδύναντο νά συμμετέχουν στό μυστήριο γιά οἱονδήποτε λόγο, εἶχαν τή Χάρι τοῦ Θεοῦ λόγῳ τῆς ἀγαθῆς (μαρτυρικῆς ἐν προκειμένῳ) προαιρέσεως καί ἐπιτελοῦσαν τό χρέος των, τό ὁποῖο ἐν καιρῷ αἱρέσεως εἶναι πρωτίστως νά μήν ὑποστείλωμε τή σημαία τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως. Οἱ Ὀρθόδοξοι σήμερα κοινωνοῦν καί ἀρκοῦνται σ’ αὐτό, λές καί ἡ Θ. Μετάληψις (ἐν καιρῷ αἱρέσεως πάντοτε) εἶναι ὁ δείκτης τῆς νομιμότητος καί τό ὅριο εἰς τό ὁποῖο, ὅταν φθάσουν ἐξετέλεσαν ὅλα τά καθήκοντά των.

Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο καί οἱ νεόκοπες καί νεοεποχίτικες θεωρίες τοῦ Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα θέλουν τόν Ἐπίσκοπο κατ’ ἐξοχήν λειτουργό, μέ μόνο καί κύριο σκοπό καί στόχο τήν λειτουργική σύναξι καί τούς Χριστιανούς νά λειτουργοῦνται καί νά μεταλαμβάνουν τά μυστήρια. Ὅλα δηλαδή ἀρχίζουν καί τελειώνουν ἐκεῖ, διότι προφανῶς αὐτό δέν τούς ἐνοχλεῖ στήν προαγωγή καί ἐπικράτησι τῆς αἱρέσεως, οὔτε βεβαίως καί τούς αἱρετικούς μέ τούς ὁποίους ἐρωτοτροποῦν οἱ Ἐπίσκοποι τούς ἐνοχλεῖ, ἄν ἐμεῖς ἀσχολούμεθα μέ τά λειτουργικά μας καθήκοντα, ἀλλά ἀπεναντίας τούς βολεύει. Δι’ αὐτό μέ τήν παρουσία των (οἱ Παπικοί, οἱ Προτεστάντες καί οἱ Παπαδίνες) βεβηλώνουν καί μολύνουν κατ’ ἄλλον τρόπο τά μυστήρια τῶν Ὀρθοδόξων, εἰς πεῖσμα τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μέ τήν διακέλευσι «τάς θύρας τάς θύρας, ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν» ἀπαιτοῦν τήν ἀπομάκρυνσι κάθε αἱρετικοῦ τήν ὥρα τῆς Θ. Λειτουργίας.

Ἴσως ἄν εἴμαστε τουλάχιστον εἰλικρινεῖς μέ τούς ἑαυτούς μας, νά ἦταν προτιμώτερο, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νά μή συμμετείχαμε εἰδικά στό μυστήριο τῆς Θ. Κοινωνίας, ὡς δεῖγμα τῆς ἀναξιότητός μας νά σταθοῦμε στό ὕψος τῶν περιστάσεων, ἔχοντας μέσα μας διά τῆς Θ. Κ. τόν Χριστό. Διότι ὅταν κοινωνοῦμε καί συγχρόνως προδίδομε ἤ συμβιβαζόμεθα καί ὁπωσδήποτε βολευόμεθα εἰς τά θέματα τῆς πίστεως, θεωρῶ ὅτι ἐμπαίζομε καί ἀτιμάζομε τόν Χριστό πού κοινωνήσαμε. Ὅπως δηλαδή ἐκοινώνησε στόν Μυστικό Δεῖπνο ὁ Ἰούδας καί ἐν συνεχείᾳ ἀπεχώρησε γιά νά προδώση, ἔτσι κατά κάποιον τρόπο καί ἐμεῖς κοινωνοῦμε καί ἐν συνεχείᾳ συμμετέχουμε στό παιχνίδι τῶν Οἰκουμενιστῶν καί, μέ τόν τρόπο μας, βοηθοῦμε στήν προαγωγή τῆς αἱρέσεως. Μάλιστα ὁ Ἰούδας εἶχε καί τύψεις συνειδήσεως, ἐνῶ ἐμεῖς κοινωνώντας ἔχουμε ἀναπαυμένη τή συνείδησί μας, ὅτι ἐκτελοῦμε στήν ἐντέλεια τά καθήκοντά μας. Τά καθήκοντά μας ὅμως ἐν καιρῷ αἱρέσεως εἶναι πρωτίστως νά θυσιαστοῦμε διά τήν πίστι, νά βάλωμε ὅλες τίς ἄλλες ἀσχολίες στήν ἄκρη καί σέ δεύτερη μοίρα, καί νά χρησιμοποιήσωμε τά μυστήρια πρός ἐνίσχυσί μας διά νά ἐπιτελέσωμε αὐτόν τόν σκοπό.

Εἶναι, ἐν κατακλεῖδι, φοβερή ἡ εὐθύνη μας νά κοινωνοῦμε τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί συγχρόνως ἡ αἵρεσις νά προάγεται, οἱ αἱρετικοί Οἰκουμενιστές νά βασίζωνται στούς ὑποτακτικούς των κληρικούς καί λαϊκούς καί στούς ἀκολουθοῦντες ἐνσωματωμένους ἀντιδρῶντες, οἱ δέ ἀντιοικουμενιστές νά περιγράφουν τήν κατάστασι, τήν ἐξέλιξι τῆς αἱρέσεως, τό ποῦ ἀκριβῶς αὐτή τή στιγμή εὑρισκόμεθα καί τόν τελικό σκοπό της (ἴσως μόνο σ’ αὐτό φωτίζονται ἀπό τήν Θ. Κοινωνία).

Ἄν ἐπί τῶν θεμάτων πού ἐθίγησαν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις ἀπό ἀδελφούς εἶναι σωστό νά κατατεθοῦν, ὥστε νά ἰδοῦμε μήπως κάπου σφάλλομε, παραποιοῦντες τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἄν ὅμως κατατεθοῦν γνῶμες ἔωλες ἀπό ἁγιογραφικῆς καί πατερικῆς πλευρᾶς ἤ στηριζόμενες στόν ὀρθολογισμό ἤ σέ σύγχρονες θεωρίες καί θεολογίες τῆς ἐποχῆς μας, δέν θά ἀσχοληθῶ μέ τό νά εἰσέλθω στό πέλαγος αὐτό τῶν συζητήσεων, οἱ ὁποῖες, ἐπειδή εἶναι ἀστήρικτες ἁγιογραφικῶς ἤ ἁγιοπατερικῶς, μόνο σύγχυσι δημιουργοῦν καί τίποτε ἄλλο. Τέτοιες εἶναι δυστυχῶς καί οἱ θέσεις καί ἀπόψεις τοῦ κ. Νούση, ὁ ὁποῖος κινεῖται γράφοντας μεταξύ ὀρθολογισμοῦ καί φαντασίας καθώς καί μεταξύ τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ Περγάμου Ζηζιούλα.

 

                                                                Ἱερομόναχος

                                                       Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς

 

ΜΟΛΥΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕΤΑ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ Η ΑΙΡΕΤΙΖΟΝΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

Ο ΜΟΛΥΣΜΟΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΚΟΔΟΞΟΥΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ

Ο μολυσμός, διά της κοινωνίας με αιρετικούς ή κακοδόξους επισκόπου

Τοῦ Ἰωάννου Ρίζου

«Εἰ δὲ φανείη τις τῶν ἐπισκόπων, ἢ πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων, … τοῖς ἀκοινωνήτοιςκοινωνῶν, καὶ τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι»   (Β΄ Κανὼν Συνόδου Ἀντιοχείας)
Εἶναι πράγματι ἐντυπωσιακή ἡ  αὐστηρότητα πού ἐπιβάλλουν οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀπέναντι ὄχι μόνο στούς αἱρετικούς ἄλλα καί στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας πού ὑϊοθετοῦν κακοδοξίες, γιατὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν διασπᾶται μόνο ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν καὶ διαδίδουν τὰ παρόμοια: «Οὐχ ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν διατέτμηται μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν τὰ αὐτὰ φρονεῖν ἀλλήλοις λεγόντων διασπᾶται».[1] Τὸ παραμικρὸ ζήτημα ποὺ ἀφορᾶ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι μικρό, κατά τον  Ἅγιο Γρηγόριο  Παλαμᾶ.[2]Ὁ Χρυσορρήμων Ἰωάννης  μᾶς λέει: «Ὄχι μόνο οἱ ἁμαρτάνοντες, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐπαινοῦν τοὺς ἁμαρτάνοντες ὑφίστανται τὴν ἴδια ἢ καὶ χειρότερη τιμωρία».[3] «Κάθε κληρικό –λέει  ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ θεολόγος– τοῦ ὁποίου ἡ πίστις, οἱ λόγοι καὶ τὰ ἔργα δὲν συμφωνοῦν μὲ τὶς διδασκαλίες τῶν Ἁγίων πατέρων νὰ μὴν τὸν δεχόμαστε στὴν οἰκία μας. Ἀλλὰ νὰ τὸν ἀποστρεφόμεθα καὶ νὰ τὸν μισοῦμε ὡς δαίμονα, ἔστω κι ἄν ἀνασταίνει νεκροὺςκαὶ κάνει ἄλλα μύρια θαύματα».[4]   Εἶναι ἄραγε αὐτή ἡ αὐστηρότητα μία αὐθαίρετη σκληρότητα καί «ἰδιοτροπία» τῶν ἁγίων; Φυσικά καί ὄχι! Ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας πρῶτος δίδαξε ξεκάθαρα ποιά πρέπει νά εἶναι ἡ ἀντίδρασή μας ὅταν ἀκοῦμε διδασκαλίες ἀντίθετες ἀπό αὐτές πού παρέδωσε ὁ Ἴδιος καί
οἱ μαθητές Του. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δίδαξε ὅτι τὰ δικά Του πρόβατα ὅταν ἀκοῦν τὴν φωνὴ ξένου διδασκάλου φεύγουν. «Ἀλλοτρίῳ δέ [σ.σ. ποιμένα] οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπὸ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν»[5] και αμέσως μετά τὴν Ἀποτείχιση  δίδαξαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι: «...Διὸ φευκτέον [νὰ φεύγετε] ἀπὸ τῶν φθοροποιῶν ποιμένων».[6]Ὄχι λίγες φορές, οἱ ἐπίσημοι ποιμένες δηλητηρίασαν τὸ ποίμνιο -μέσῳ στρεβλῆς διδασκαλίας- ὁδηγώντας το στὴ λατρεία ἄλλων θεῶν. Γιατί «ἡ αἵρεση» ὄχι μόνο «εἶναι πίστη σὲ ξένο Θεό»,[7] ἀλλά «ἔχει ἐνδυθῆ ὁλόκληρον τὸν διάβολο».[8]Στίς ἡμέρες μας οἱ ἐπίσκοποι ἀπροκάλυπτα ἀποδείχτηκαν ψευδοεπίσκοποί γιατί μολύνουν τήν Πίστη, συγκαταβαίνοντας σέ αἱρετικούς. «Ἀλλοίμονο σὲ ὅσους μολύνουν τὴν Ἁγία Πίστη μὲ αἱρέσεις ἢ συγκαταβαίνουν στοὺς αἱρετικούς». [9]Ὁ ὅσιος Ἀντίοχος ὁ Πανδέκτης ἔλεγε πὼς ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει τὴν ὀρθὴ πίστη πρέπει ὄχι μόνο νὰ τὸν ἀποστρεφόμαστε ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ἀναθεματί-ζουμε, δηλαδὴ νὰ τὸν θεωροῦμε ὅτι βρίσκεται ἐκτὸς Ἐκκλησίας.[10] «Οὔτε γιὰ λίγη ὥρα δὲν δεχόμαστε σχέση μὲ αὐτοὺς ποὺ κουτσαίνουν στὴν πίστη»[11]… «ἀκόμα  κι ἂν αὐτοί μᾶς φαίνονται πολὺ γνήσιοι καὶ ἐπίσημοι, ἐμεῖς πρέπει νὰ τοὺς σιχαι-νόμαστε, ὅσοι ἀγαπᾶμε τὸν Κύριο».[12]Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀποφαίνεται: «Καὶ εἰ φίλοι κατὰ Θεὸν, πῶς τῇ κοινωνίᾳ τῶν ἑτεροδόξων κοινωνοῦντες; Οὐ γὰρ φίλοι οἱ τοιοῦτοι ἀληθινοὶ καὶ πιστοί».[13] Ὁ ἴδιος Ἅγιος  λέει: «Οἱ μὲν [αἱρετικοὶ] τέλεον περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν. οἱ δὲ εἰ καὶ τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθηκαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται [ἐξ αἰτίας τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετικοὺς θὰ χαθοῦν μαζί τους]».[14] Θεωρεῖ «προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας» τὸ νὰ παραμένει κάποιος ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὸν κακοδοξοῦντα ἐπίσκοπόν του».[15] Αὐτές οἱ Πατερικές θέσεις  ἐνσωματώθηκαν  καὶ στὰ  Πρακτικὰ τῆς Ζ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Ὅποιος δικαιώνει αἵρεση ἂς εἶναι ἀναθεματισμένος».Ὁ Μ. Ἀθανάσιος γιὰ αὐτὸν ποὺ φρονεῖ ἀσεβῆ δόγματα ἀναφέρει: «Ἀποφύγετε αὐτὸν καὶ ἔτσι θὰ διατηρήσετε τὴν πίστη σας καθαρή».[16] Κατὰ τὸν ἅγιο Νεκτάριο Αἰγίνης:  «ἡ κοινωνία μὲ αὐτὸν [τὸν κακόδοξο καὶ αἱρετικό] μολύνει τὴν πίστη μὲ τὶς εὐθύνες ποὺ αὐτὸ συνεπάγεται. Λοιπὸν ἡ ἐξωτερικὴ ἀκοι-νωνησία προστατεύει ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ἀλλοτριότητα»… «Εἶναι ψευδὲς ἐκεῖνο ὅπου ἐπιφέρουσιν, ὅτι αἱ ὁδοὶ τῆς εὐσεβείας εἶναι πολλαί... ὁδὸς μία καὶ αὐτὴ στενὴ καὶ ὄχι πλατεῖα... εἷς καὶ μόνος Θεὸς καὶ Κύριος».[17] Ἂν ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ὁ «μαθητὴς τῆς ἀγάπης» λέει ὅτι κάποιον ποὺ δὲν ἀποδέχεται τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων οὔτε στὸ σπίτι σας νὰ τὸν βάζετε, οὔτε καλημέρα νὰ τοῦ λέτε, γιατὶ συγκοινωνῆτε μὲ τὰ πονηρά του ἔργα γενόμενοι συνένοχοι, πόσο μᾶλλον νὰ τὸν ἀποδεχόμαστε στὸν ναὸ ὡς λειτουργό;[18]

Ἂν ὁ Μ. Βασίλειος τονίζει:«Αἱρετικὸν ἄνθρωπον ἀποστρέφεσθαι»,[19] πόσο μᾶλλον τον κακόδοξο κληρικό;
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς ἐξηγεῖ: «Ὄχι μόνο ἂν κάποιοι λένε συνολικὰ ἀντίθετα πράγματα ποὺ ἀνατρέπουν τὰ πάντα, ἀλλὰ καὶ τὸ παραμικρὸ ἀντίθετο νὰ διδάξουν νὰ εἶναι ἀναθεματισμένοι».[20]«Ἀπὸ αὐτοὺς πρέπει νὰ πεταγόμαστε μακρυὰ ὅπως πεταγόμαστε ὅταν συναντάμε ἕνα φίδι, καὶ νὰ διακόπτουμε κάθε κοινωνία καὶ νὰ φεύγουμε μὲ ὅλη μας τὴν δύναμη, ἀκόμα κι ἄν μᾶς φαίνονται σεβάσμιοι καὶ πρᾶοι»,  διδάσκει ὁ Μ. Φώτιος.[21] Τί στὰ ἀλήθεια ἐλπίζουμε νὰ κληρονομήσουμε ἐμεῖς ποὺ οἰκειοθελῶς καὶ προθύμως ἀκολουθοῦμε τοὺς σύγχρονους αἱρετίζοντες Ἐπισκόπους παρά τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ καί τήν κόλαση;«Εἰ δέ τις προσποιεῖται ὁμολογεῖν μὲν ὀρθὴν πίστιν, φαίνεται δὲ κοινωνῶν ἐκείνοις [ἂν κάποιος προσποιούμενος ὁμολογεῖ τὴν ὀρθὴ πίστι, ἀλλὰ κοινωνεῖ  μὲ τοὺς αἱρετικούς] τὸν τοιοῦτον προτρέψασθε ἀπέχεσθαι τῆς τοιούτης συνηθείας· καὶ ἐὰν μὲν ἐπαγγέλληται, ἔχετε τὸν τοιοῦτον ὡς ἀδελφόν· [καὶ ἐὰν σᾶς ὑποσχεθεῖ ὅτι θὰ διακόψει τὴν κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς –καὶ τὸ πράξει– νὰ τὸν ἔχετε ὡς ἀδελφό σας] ἐὰν δὲ φιλονίκως ἐπιμένῃ τὸν τοιοῦτον παραιτῆσθε [ξεκόψτε ἀπὸ αὐτόν]».[22]Ὁ ἅγιος Ἰὼβ Ἰασίτης ὁ Ὁμολογητὴς ἔλεγε: «Νὰ μὴν τοὺς συνανα-στρεφόμαστε λοιπόν[τοὺς Λατινόφρονες] …Θὰ προσπαθήσουμε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις νὰ μὴ μολυνθοῦμε μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μαζί τους καὶ νὰ μὴ μετέχουμε στὴν ψώρα, ἢ τὴν ὀλέθρια ἀσθένειά τους. Θὰ προφυλάξουμε ἐπίσης τοὺς ἑαυτούς μας μὲ κάθε τρόπο καὶ θὰ ἀπέχουμε τελείως ἀπὸ τὴν φατρία τους».[23]Ὁ Ἅγιος Μελέτιος Γαλησιώτης: «Αἱρετικοί εἰσιν οἱ λατίνοι καὶ οἱ συγκοι-νωνοῦντες αὐτοῖς ἀπόλλυνται…».[24]Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προσθέτει: «Ἐφόσον ὁ Καλέκας εἶναι μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ τόσες φορές ἀποκομμένος ἀπὸ ὁλόκληρο τὸ πλήρωμα τῶν Ὀρθοδόξων, εἶναι κατὰ συνέπεια ἀδύνατο νὰ ἀνήκει στοὺς εὐσεβεῖς, ὅποιος δὲν ἔχει ἀποχωρισθεῖ ἀπὸ αὐτόν. Ἀντιθέτως, ὅποιος γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς εἶναι ἀποχωρισμένος ἀπὸ τὸν Καλέκα, τότε ἀνήκει πράγματι στὸν κατάλογο τῶν Χριστιανῶν καὶ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Θεό κατὰ τὴν εὐσεβῆ πίστη».[25] Καί ἐπιπλέον: «Εἶναι ἀδύνατο κάποιος νὰ ἐπικοινωνεῖ ἐκκλησιαστικῶς μὲ τὸν Πατριάρχη(Καλέκα) καὶ νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος…, ἐνῷ αὐτὸς ποὺ ἦταν ἀποτειχισμένος  εἶναι ἑνωμένος μὲ τὴν εὐσεβῆ πίστη».[26] Πρέπει πάλι νὰ τονίσουμε -γιατὶ ἔχει ὕψιστη σημασία-ὅτι, ὅταν ὁ Γρηγόριος τά δίδασκε αὐτά, ἦταν ἀποτειχισμένος καὶ ὁ Καλέκας δὲν εἶχε ἀκόμη καταδικαστεῖ Συνοδικῶς!Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης θυμίζει τὴν προσταγὴ τοῦ Μ. Ἀθανασίου: «…μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ μὴν μηδὲ πρὸς τοὺς κοινωνοῦντας μετὰ τῶν ἀσεβῶν».[27] Ὥστε «νόμιμα» καταλήγει στὴν τελική του θέση: «… μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς[τοῖς αἱρετικοῖς]μήτε ἀναφέρειν… ἐπὶ τῆς θείας λειτουργίας· ὅτι μέγισται ἀπειλαὶ κεῖνται παρὰ τῶν ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτοῖς μέχρι καὶ ἑστιάσεως….[28] Οἱ Ἀποστολικοὶ Κανόνες στηρίζουν ἀπόλυτα αὐτὴ τὴν θέση: «Ἐὰν κάποιος συμπροσευχηθεῖ μὲ ἕναν ἀκοινώνητο ἔστω καὶ μέσα σὲ σπίτι, νὰ εἶναι καὶ αὐτὸς ἀκοινώνητος».[29]Λέει ὁ ἅγιος Μᾶρκος: «… Νὰ συμβουλεύσεις δὲ τοὺς Ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ νὰ ἀποφεύγουν μὲ κάθε τρόπο τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν λατινόφρονα μητροπολίτη τους καὶ οὔτε νὰ συλλειτουργοῦν μαζί του, οὔτε νὰ τὸν μνημονεύουν καθόλου, οὔτε νὰ τὸν θεωροῦν ἀρχιερέα, ἀλλὰ ὡς μισθωτὸ λύκο! …Νὰ ἀποφεύγετε λοιπὸν καὶ ἐσεῖς ἀδελφοί, τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς ἀκοινωνήτους καὶ τὸ μνημόσυνο τῶν ἀμνημονεύτων. Ὁ Λατινόφρων αὐτὸς θὰ καταδικαστεῖ μαζὶ μὲ τοὺς Λατίνους καὶ θὰ θεωρηθεῖ ὡς παραβάτης τῆς πίσ-τεως»[30]… «Φευκτέον αὐτούς, ὡς φεύγει τις ἀπό ὄφεως, ὡς αὐτοὺς ἐκείνους, ἢ κἀ-κείνων πολλῷ δήπου χείρονας, ὡς χριστέμπορους καὶ χριστοκάπηλους… Φεύγετε οὖν αὐτοὺς ἀδελφοί,καὶ τὴν πρὸς αὐτοὺς κοινωνίαν.Οἱ γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργᾶται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ».31] Εἶναι σημαντικὸ νὰ τονίσουμε ὅτι ὁ Ἅγιος δὲν ἐγείρει ζητήματα ὅπως ἡ ἀναγκαιότητα Συνοδικῆς ἔγκρισης, ὁ κίνδυνος σχίσματος ἢ τάχα τῆς ἀποκοπῆς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἢ ζήτημα ἐφαρμογῆς οἰκονομίας, ἢ χάρη τῆς εἰρήνης ἢ χάρη τῆς συνέχισης τοῦ κηρύγματος.Μετὰ τὴν ὑπογραφὴ τῆς ψευδο-ένωσης στὴ Φερράρα-Φλωρεντία ὁ ἅγ. Μᾶρκος εἶπε: «Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὅσον ἀπομακρύνομαι ἀπὸ τούτου [τοῦ Πατριάρχη] καὶ ἀπὸ τοὺς τοιούτους [τοὺς Λατινόφρονες] τόσον προσεγγίζω πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τοὺς Ἁγίους, καὶ ὅσον περισσότερον χωρίζομαι ἀπὸ αὐτοὺς τόσον περισσότερον ἑνοῦμαι μὲ τὴν ἀλήθειαν».[32] Λέει ὁ Ἅγιος: «Ὅσοι προσποιοῦνται ὅτι ὁμολογοῦν τὴν ὑγιῆ πίστη, κοινωνοῦν [μνημονεύουν] δὲ μὲ τοὺς ἑτερόφρονες, ἂν μετὰ ἀπὸ τὴν σύστασή σας δὲν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ αὐτούς, ὄχι μόνο νὰ τοὺς ἔχετε ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ οὔτε ἀδελφοὺς νὰ τοὺς ὀνομάζετε».[33]Καὶ γιά τόν ὅσιο Νεόφυτο τόν Ἔγκλειστο «ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς Παπικοὺς ἐντάσσει τὸν κοινωνοῦντα στὰ ἀναθέματα τῶν Συνόδων καὶ στὸν πυθμένα τοῦ ἅδη.
Κλείνοντας θά ἀναφέρουμε τὰ λόγια τοῦ Πατριάρχου ἁγίου Γερμανοῦ Πατριάρχου Κ/πόλεως πρὸς τοὺς Κυπρίους λαϊκοὺς γιὰ τὴν ἀποτείχιση ἀπὸ τοὺς κληρικούς των, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὑποταχτεῖ στοὺς Λατίνους κατακτητὲς τὸν 12ο καὶ 13ο αἰῶνα. «...Ὅσοι τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐστὲ τέκνα γνήσια, φεύγειν ὅλῳ ποδὶ ἀπὸ τῶν ὑποπεσόντων ἱερέων τῇ λατινικῇ ὑποταγῇ, καὶ μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν τούτοις συνάγεσθαι, μηδὲ εὐλο-γίαν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν λαμβάνειν τὴν τυχοῦσαν· κρεῖσσον γάρ ἐστιν ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν τῷ θεῷ προσεύχεσθαι κατὰ μόνας, ἢ ἐπ’ ἐκκλησίαις συνάγεσθαι μετὰ τῶν λατινοφρόνων· εἰ δ’ οὖν, τὴν αὐτὴν αὐτοῖς ὑφέξετε κόλασιν».[34]

«Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει [τοῖς αἱρετικοῖς] ἀνάθεμα».  Ζ΄ Οἰκουμενικῆ  Σύνοδος [35]





[1] Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολὴ πρὸς Μέγα Ἀθανάσιο, P.G. 32, 425.[2] «Οὐ μικρὸν ἐν τοῖς περὶ Θεοῦ τὸ παραμικρόν», Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Λόγος ἀποδεικτικὸς Α΄ Περὶ τῆς Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρόλογος, Ἐκδ. Κυρομάνος, τ. Α΄, σ. 24.[3] Ἰ. Χρυσοστόμου,  Ἐκλογαὶ καὶ Ἀπανθίσματα, Λόγος ΚΔ΄, 40, ἐκδ. Ματθαίου Λαγγῆ.[4] Ἁγ. Συμεὼν τοῦ Νέου θεολόγου, Λόγος 6ος.[5] Ἰωάν. Ι, 5.[6] Διαταγ. Ἀποστ. 2, 19[7] Μ. Ἀθανάσιος, Ε.Π.Ε. 9, κεφ. 80,27.[8] Ὅ.ἀ. κεφ.66,1[9] Ἁγ. Ἐφραὶμ  τοῦ Σῦρου, Λόγος Εἰς τὴν δευτέραν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ.[10] P.G. 89,1848Β.[11] «Οὐδ’ ἂν πρὸς ὥραν αὐτῶν ἐπεδεξάμεθα τὴν συνάφειαν, εἰ σκάζοντας (χωλαίνοντας) περὶ τὴν Πίστιν εὕρομεν» καὶ «Οἵτινες τὴν ὑγιᾶ ὀρθόδοξον πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δὲ τοῖς ἑτερόφροσι, τοὺς τοιούτους, εἰ μετὰ παραγγελίαν μὴ ἀποστῶσιν, μὴ μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλὰ μηδὲ ἀδελφοὺς ὀνομάζειν».[12] Μ. Βασιλείου, Κεφάλαια τῶν Ὅρων κατ’ Ἐπιτομήν, ἐρώτ. ριδ΄.[13] P.G. 99,1081A.[14] P.G.99, 1164A.[15] P.G. 99, 1365[16] P.G. 26,1188DC.[17] Ἁγίου Νεκταρίου Αἰγίνης, Περὶ τῶν σχέσεων μὲ αἱρετικούς, ἐκδ. Παναγόπουλου.[18] Β΄Ἰω.1,11.[19] P.G. 31, 649.[20] Ἰω. Χρυσοστόμου, Ἑρμηνεία εἰς τὴν Πρὸς Γαλάτας.[21] Ε.Π.Ε. 12, 400,31.[22] Μ. Ἀθανασίου, Τοῖς τὸν μονήρι βίον ἀσκοῦσι…[23] Δημητρακοπούλου Ἀνδρ., Ἱστορία τοῦ σχίσματος…, σελ. 61.[24] V.Laurent-j.Darrouzes, Dossier Grecde l; union de Lion, σελ.554,558,559[25] Ε.Π.Ε. 3, 692, Ἀναίρεσις ἐξηγήσεως τόμου Καλέκα.[26] Ὅ.ἀ.[27] TLG,Theodorus Studites Scr. Eccl., Theol., Epistulae, Epistle 466, line15-28.[28] TLG,Theodorus Studites Scr.Eccl.,Theol.,Epistulae, Epistle 39,line51-80.  P.G. 99, 1048C-D.[29] Κανὼν Ι’ Ἀποστόλων, Πηδάλιον, Ἀθήνα 1886, σ. 13.[30] TLG,Theodorus Studites Scr.Eccl.,Theol.,Epistulae, Epistle 39,line51-80.  P.G. 99, 1048C-D.[31] Τοῖς Ἁπανταχοῦ τῆς γῆς Ὀρθοδόξοις Χριστιανοῖς, §6, ἐν Ἰω. Καρμίρη, Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου καὶΚαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1960, τομ. Α΄, σ. 427[32] π. Διονυσίου Τάτση, «Μετὰ παρρησίας καὶ ἀκατακρίτως», σ. 98.[33]  «Οἵτινες τὴν ὑγιᾶ ὀρθόδοξον πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δὲ τοῖς ἑτερόφροσι, τοὺς τοιούτους, εἰ μετὰ παραγγελίαν μὴ ἀποστῶσιν, μὴ μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλὰ μηδὲ ἀδελφοὺς ὀνομάζειν», Ν. Βασιλειάδη, Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς καὶ ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἔκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι, 1972, σ. 95.[34] Ἰωσὴφ Βρυεννίου, Τὰ Εὑρεθέντα,  τόμ. Β΄, σελ. 26.[35] Mansi 13,400  καὶ P.G. 13, 128.Αναρτήθηκε από Πατερική Παράδοση 

 

 


Υπάρχει αίρεση σήμερα; (Αξιολόγηση της λεγόμενης “Αγίας και Μεγάλης ή Πανορθόδοξης Συνόδου” της Κρήτης ΓΙΑ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ).


 



Εισαγωγικά

Τα σχόλια στις δημοσιεύσεις που αφορούσαν το θέμα του μολυσμού των Μυστηρίων απέδειξαν ότι μεγάλος αριθμός χριστιανών δεν έχουν αντιληφθεί ότι σήμερα ζούμε εκκλησιολογικά  την ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ που δεν έχει καμία σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως μας την παρέδωσαν οι Άγιοι. Και αυτό επειδή η Σύνοδος της Κρήτης  εισήγαγε «συνοδικώς», δηλ. δεσμευτικά για τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες που συμμετείχαν, και όσοι την αποδέχτηκαν στην συνέχεια,  την Παναίρεση του Οικουμενισμού. Για την Σύνοδο αυτή πολλά  έχουν γραφτεί, με βάση τα προσυνοδικά κείμενα, από τον Όσιο Ιουστίνο Πόποβιτς ο οποίος ως καθηγητής της Δογματικής στο Πανεπιστήμιο Βελιγραδίου είχε και τις γνώσεις για την αξιολόγηση των κειμένων αυτών. Οι υπόλοιποι νεοφανείς Άγιοι απλά καταδίκαζαν τον Οικουμενισμό χωρίς να κάνουν  περισσότερες θεολογικές αναλύσεις.

ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΔΕ ΟΤΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΥΤΟΙ ΕΖΗΣΑΝ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ ΤΟΥ 2016 και δεν γνωρίζουμε ποια θα ήταν οι θέσεις των όταν μάθαιναν αναλυτικά την ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ. Ήξεραν όμως ότι ΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ ΔΕΝ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΥΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ η ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΑΙΡΕΤΙΚΟ γιατί οι ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ και το ΔΙΣΚΑΡΙΟ ΕΙΝΑΙ Η ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.(περισσότερα σε άλλο άρθρο).

Δημοσιεύουμε στην συνέχεια απόσπασμα της μελέτης του καθηγητή του ΑΠΘ Κ.ΚΥΡΙΑΖΌΠΟΥΛΟΥ με θέμα «Αξιολόγηση της λεγόμενης “Αγίας και Μεγάλης ή Πανορθόδοξης Συνόδου” της Κρήτης». Στο τέλος του κειμένου υπάρχουν τα ονόματα όσων υπέγραψαν το κείμενο της Συνόδου, που εισάγει την ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.Ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του.

π.Δ.Α

----------------------------------------------------------------------------------------------
Αξιολόγηση της λεγόμενης “Αγίας και Μεγάλης ή Πανορθόδοξης Συνόδου” της Κρήτης

 

-------------------------------------------------------------

Ο Οικουμενισμός, Διαχριστιανικός και Διαθρησκειακός, είναι Νεο-γνωστικισμός ή Θρησκευτικός Συγκρητισμός, και αναμειγνύει την Ορθοδοξία με αιρέσεις, με θρησκεύματα, με φιλοσοφικά συστήματα, με τον Σατανισμό. Τον πολέμησαν σθεναρά οι Απόστολοι, όπως ο Ιωάννης και ο Παύλος, και οι Πατέρες των πρώτων χριστιανικών αιώνων, όπως ο Άγιος Ειρηναίος, Επίσκοπος Λουγδούνου (σημερινής Λυών της Γαλλίας) στο έργο του «Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως». Διότι ανατρέπει συνολικά την Ορθόδοξη πίστη, μέσω της αντιπατερικής ή μεταπατερικής θεολογίας, η οποία αλλοιώνει τους θεολογικούς όρους με δαιμονικές και ορθολογιστικές ερμηνείες τους.

…………………………………………………………………………………..
Η Παναίρεση του Οικουμενισμού εισήχθη «συνοδικώς» μέσω της δογματικής απόφασης της Ψευδο-Συνόδου με τον τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον».

Αυτή η δογματική απόφαση αλλοιώνει δογματικά τα άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως «Και εις το Πνεύμα το Άγιον … το εκ του Πατρός εκπορευόμενον», «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν» και «Ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών». Διότι: Α – Αναγνωρίζει τον Παπισμό ως Εκκλησία εντασσόμενη στο «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», χωρίς οι εκπρόσωποι και οι οπαδοί του να μετανοήσουν για τις πλάνες τους, το μη προβλεπόμενο στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και στο Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο «δογματικό» πρωτείο επισκοπικής εξουσίας επί όλης της Εκκλησίας, το filioque (που έχει καταδικαστεί από την Η΄ Οικουμενική Σύνοδο και το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο της Πίστεως «Και εις το Πνεύμα το Άγιον… το εκ του Πατρός εκπορευόμενον…», τη νεοπλατωνική, αυγουστίνια, σχολαστική, θεολογία η οποία δεν έχει καμία σχέση με την Ορθόδοξη Πνευματικότητα της θεραπευτικής μεθόδου της κάθαρσης – φωτισμού – θέωσης κλπ. Σημειωτέον ότι ο Παπισμός έχει καταδικαστεί δογματικά από τουλάχιστον δεκαπέντε (15) Συνόδους, Οικουμενικές, Αγίες και Μεγάλες ή Ενδημούσες, ετών 879, 1009, 1054, 1341, 1347, 1351, 1441, 1443, 1450, 1484, 1722, 1727, 1838, 1848 και 1895.

Γι’ αυτούς τους λόγους είναι ανίσχυρες 1) οι Εγκύκλιοι του 1902 και ιδίως του 1920, όταν οι αιρετικοί (ή ετερόδοξοι), για πρώτη φορά σε Ορθόδοξα εκκλησιαστικά κείμενα (ή δογματικά και συμβολικά μνημεία), ονομάστηκαν «αναδενδράδες (= κλάδοι) του Χριστιανισμού» και «Εκκλησίες»,

 2) η άρση της ακοινωνησίας με τους Παπικούς (με τον παραπλανητικό ως προς τους Ορθοδόξους τίτλο «άρση αναθεμάτων») του 1965, και

3) το Κείμενο του Μπαλαμάντ του 1993 της Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής Παπικών και Ορθοδόξων, με το οποίο διαπιστώνεται ότι ο Παπισμός δεν είναι αίρεση, αλλά «αδελφή Εκκλησία» με έγκυρα μυστήρια.

Β – Αναγνωρίζει, μαζί με τον Παπισμό, και τις λοιπές αιρέσεις, Μονοφυσίτες, Παλαιοκαθολικούς, Αγγλικανούς και λοιπούς Προτεστάντες ως Εκκλησίες εντασσόμενες στο «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν». Σημειωτέον ότι ο Μονοφυσιτισμός έχει καταδικαστεί από την Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ και Ζ΄ Οικουμενικές Συνόδους και συνεπώς, ως προσκρούουσα σε αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους, είναι ανίσχυρη η Β΄ Κοινή Δήλωση του Σαμπεζύ το 1990, η οποία διαπιστώνει δήθεν χριστολογική συμφωνία με τους μονοφυσίτες.

Οι Προτεστάντες έχουν καταδικαστεί από τουλάχιστον τρείς (3) Συνόδους, Μείζονες Ενδημούσες και Ενδημούσες, των ετών 1638, 1642 και 1691. Γ – Αναγνωρίζει το Παγκόσμιο Συμβούλιο των «Εκκλησιών», τα κείμενά του και τους σκοπούς του, ήτοι:

1) Ότι εν λόγω Παγκόσμιο Συμβούλιο είναι «Αδελφότητα Εκκλησιών», στη βάση της ισότητας ως προς την κατεχόμενη από αυτές θεολογική αλήθεια (αρθ. 1 Καταστατικού ΠΣΕ). Δηλ. όταν μια Εκκλησία (ορθόδοξη ή προτεσταντική) γίνει μέλος του Π.Σ.Ε. αναγνωρίζει ως Εκκλησίες τις λοιπές ορθόδοξες ή προτεσταντικές Εκκλησίες – μέλη.

2) Ότι οι «Εκκλησίες – μέλη του» (12 Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και περίπου 340 Προτεσταντικές «Εκκλησίες») έχουν στόχο την ορατή ενότητά τους, η οποία είναι διαφορετική από την ενότητα εν Χριστώ των Ορθοδόξων Εκκλησιών (αρθ. 3 Καταστατικού ΠΣΕ). Δηλ. έχουν ως στόχο τους την ενότητα της «Εκκλησίας του Οικουμενισμού» ή της Πράσινης Παγκόσμιας Θρησκείας του Σατανά, με βάση τη λεγόμενη «βαπτισματική θεολογία» (του Κειμένου Β.Ε.Μ. της Λίμα – Περού το 1982 για μερική αποδοχή των ετερόδοξων τελετών βαπτίσματος, ευχαριστίας και ιερωσύνης), δηλ. την ένταξη στην ακόμη αόρατη αδιαίρετη Εκκλησία «Εκκλησία του Οικουμενισμού» («θεολογία της ενωμένης αόρατης, αλλά διαιρεμένης ορατής Εκκλησίας») των Χριστιανών εν γένει μέσω βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδος χωρίς να απαιτείται ούτε ο κανόνας του τύπου της τριπλής κατάδυσης στο νερό ούτε η ακριβής Ορθόδοξη πίστη. Η μεν «θεολογία της αδιαίρετης αόρατης Εκκλησίας» αλλοιώνει δογματικά το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», η δε «βαπτισματική θεολογία» αλλοιώνει δογματικά το άρθρο «Ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών». Το εκκλησιολογικό κείμενο «Προσκεκλημένοι να είμαστε η Μία Εκκλησία (= του Οικουμενισμού) (CalledtobetheOneChurch)» της 23-2-2006 της Θ΄ Γενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου «Εκκλησιών» στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας το 2006, το οποίο αποδέχθηκε η πλειονότητα των Ορθοδόξων εκπροσώπων, αμφισβητεί και προσβάλλει δογματικά το άρθρο της Πίστεως «Εις Μίαν… Καθολικήν… Εκκλησίαν» και συγκεκριμένα τις ιδιότητες της «Μίας» (δηλ. της ενότητας στην πίστη των τοπικών ορθοδόξων εκκλησιών) και της «Καθολικής» (δηλ. της πληρότητας της πίστης). Διότι οι εν λόγω Ορθόδοξοι εκπρόσωποι αποδέχθηκαν το εν λόγω κείμενο το οποίο προβλέπει: 

1 – Η Ορθόδοξη Εκκλησία , της οποίας δώδεκα (12) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι μέλη του Π.Σ.Ε., δεν αποτελεί καθ’ εαυτήν την Καθολική Εκκλησία, αλλά η Καθολική Εκκλησία ταυτίζεται με την «Εκκλησία του Οικουμενισμού». Κατά την παρ. 6 του εν λόγω εκκλησιολογικού κειμένου, «… Κάθε εκκλησία (είτε ορθόδοξη είτε προτεσταντική) είναι η Καθολική Εκκλησία, αλλά δεν είναι το σύνολο αυτής. Κάθε εκκλησία (Ορθόδοξη ή προτεσταντική) εκπληρώνει την καθολικότητά της σε κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες. Επιβεβαιώνουμε ότι η καθολικότητα της Εκκλησίας εκφράζεται πιο ορατά στη συμμετοχή στη θεία κοινωνία και σε αμοιβαία αναγνωρισμένους και συμφιλιωμένους (δηλ. χωρίς ακριβή Ορθόδοξη πίστη) κληρικούς» (“… Each church is the Church catholic, but not the whole of it. Each church fulfils its catholicity when it is in communion with the other churches. We affirm that the catholicity of the Church is expressed most visibly in sharing holy communion and in a mutually recognized and reconciled ministry”). 

2 – Είναι θεμιτή η ύπαρξη ποικιλίας δογμάτων μέσα στην «Εκκλησία του Οικουμενισμού», δηλαδή η ενότητα μέσα στη διαφορετικότητα των πίστεων (unityindiversity), ήτοι η περιεκτικότητα των πίστεων (comprehensiveness) αντί της αποκλειστικότητας της ακριβούς Ορθόδοξης πίστης (exclusiveness). Κατά την παρ.5 του ίδιου εκκλησιολογικού κειμένου, «… Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν διαφορετικές εκκλησιολογικές αφετηρίες και ένα φάσμα απόψεων για τη σχέση της «Εκκλησίας του Οικουμενισμού» με τις εκκλησίες (μέλη του ΠΣΕ, ορθόδοξες ή προτεσταντικές). Μερικές διαφορές εκφράζουν .. την καλοσύνη… Άλλες διαφορές διαιρούν την «Εκκλησία του Οικουμενισμού», αυτές πρέπει να υπερπηδηθούν… έτσι ώστε ο χωρισμός και η απόκλιση να μην έχουν την τελευταία λέξη…» (… We acknowledge that there are different ecclesiological starting points, and a range of views on the relation of the Church to the churches. Some differences express… goodness… Other differences divide the Church, these must be overcome… so that separation and exclusion do not have the last word”). Και το εκκλησιολογικό κείμενο «Δήλωση Ενότητας – Αναθεωρημένη (UnityStatement – Revised» της 10ης Γενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στο Πουσάν της Νοτίου Κορέας (8-11-2013), το οποίο αποδέχθηκαν επίσης οι περισσότεροι Ορθόδοξοι εκπρόσωποι, αναφέρεται σε “διαιρέσεις μεταξύ των εκκλησιών μας και μέσα σε αυτές (divisionsamongandwithinourchurches)“ (παρ. 14), δηλ. δεν αναφέρεται σε αιρετικές αποσχίσεις των αιρετικών από την Αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία. Η παρ. 15 του ίδιου κειμένου, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Σε πιστότητα προς την κοινή κλήση μας, θα επιζητήσουμε μαζί την πλήρη ορατή ενότητα της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας όταν θα εκφράσουμε την ενότητά μας γύρω από τη μία Τράπεζα του Κυρίου (Infaithfulnesstothisourcommoncalling, wewillseektogetherthefullvisibleunityoftheOne, Holy, CatholicandApostolicChurchwhenweshallexpressourunityaroundoneTableoftheLord)».Επιβεβαιώνεται δηλ., μετά το ανωτέρω κείμενο του Πόρτο Αλέγκρε, και σε αυτό το κείμενο του Πουσάν, ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία δεν είναι η Αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά η νέα «Εκκλησία του Οικουμενισμού» ή η Πράσινη Παγκόσμια Θρησκεία του Σατανά, ο οποίος είναι ο «Κύριος» αυτού του κειμένου και η προγραμματιζόμενη Τράπεζά του είναι η «Τράπεζα των δαιμονίων». Κατόπιν των ανωτέρω: Κατά την Παράδοση της Εκκλησίας και κατά την Πατερική Θεολογία (ενδεικτικά του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτη), οι Ορθόδοξοι πιστοί, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί, οφείλουν – κατά τους Κανόνες 31οΑποστολικό και 15ο της Πρωτοδευτέρας, με τελευταίο χρονικό σημείο κατ’ οικονομίαν διατηρήσεως της κοινωνίας, για όσους επιλέξουν την οικονομία, τη «συνοδική» εισαγωγή της «Παν)αιρέσεως (Επιστολή Αγ. Θεοδώρου Στουδίτη προς ηγούμενο Θεόφιλο), η οποία πραγματοποιήθηκε στις 25-6-2016, ημερομηνία ψηφίσεως της Παναιρετικής δογματικής απόφασης με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», οπότε έληξε πλέον η δυνατότητα της κατ’ οικονομίαν διατηρήσεως της κοινωνίας για όσους είχαν επιλέξει την οικονομία και δεν υφίσταται επομένως περαιτέρω δυνατότητα «ΑΧΡΙΚΑΙΡΙΣΜΟΥ» – να παύσουν την εκκλησιαστική κοινωνία, ως εξής:

α) Οι μεν κληρικοί οφείλουν να παύσουν το μνημόσυνο της προϊσταμένης τους αρχής, εφόσον αυτή είναι Παναιρετική στο φρόνημα ή συμβιβασμένη με την Παναίρεση.

β) Οι δε μοναχοί και λαϊκοί οφείλουν να παύσουν την κοινωνία με τους κληρικούς, ιερείς και αρχιερείς, εφόσον αυτοί είναι Παναιρετικοί στο φρόνημα ή συμβιβασμένοι με την Παναίρεση. Όσον αφορά την Εκκλησία της Ελλάδος, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά την ειδησεογραφία, η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, με πρόταση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, έλαβε υπόψη της στην Έκτακτη Συνεδρίασή της του Μαϊου 2016 τα δεδομένα της διαβούλευσης επί των προσυνοδικών κειμένων μόνον των Μητροπολιτών – μελών της, αρνούμενη να λάβει υπόψη της τα δεδομένα της ίδιας διαβούλευσης που προέρχονταν από τις λοιπές τάξεις του πληρώματός της (λοιπών κληρικών, μοναχών, και λαϊκών), σε αντίθεση με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία στην οποία η Ιερά της Σύνοδος έλαβε υπόψη της τα δεδομένα της δικής της διαβούλευσης επί των αυτών προσυνοδικών κειμένων τα προερχόμενα από όλες τις τάξεις του πληρώματός της (αρχιερείς, λοιποί κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί).

Τούτο αποδεικνύει ότι όσοι Μητροπολίτες από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος δέχθηκαν την εν λόγω πρόταση του Αρχιεπισκόπου, ακολουθούν όχι την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, αλλά την Μη ορθόδοξη εκκλησιολογία παπικής εμπνεύσεως του γνωστού εισηγητή τηςΚατ’ αυτήν, όπου Επίσκοπος – έστω και Μη ορθοτομών, δηλ. Μη αποκόπτων τις απαγορευμένες από την Αγία Γραφή, τις Αγίες Συνόδους και τους Αγίους Πατέρες καινοτομίες, ως προστάτης του ποιμνίου της τοπικής του εκκλησίας – εκεί Εκκλησία, κατά το γαλλικό L’ Etatc’estmoi (το Κράτος είναι δικό μου) του Βασιλιά Λουδοβίκου 14ου, το οποίο αναλόγως μεταφερόμενο (mutatismutandis) σημαίνει «ο Επίσκοπος ή ο Προκαθήμενος είναι η Εκκλησία».

Επίσης, η 25μελής αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ψευδο-Σύνοδο της Κρήτης παραβίασε σαφώς την απόφαση του Μαϊου 2016 της Έκτακτης Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία έδωσε την εντολή στην αντιπροσωπεία της να ψηφίσει στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο ότι ο Παπισμός δεν είναι εκκλησία. Κατόπιν των ανωτέρω, είναι σαφές ότι οι Προκαθήμενοι και οι Αρχιερείς που ανήκαν στις αντιπροσωπείες των δέκα (10) Αυτοκέφαλων Εκκλησιών διέπραξαν το εκκλησιαστικό ποινικό αδίκημα της ΑΙΡΕΣΕΩΣ, διότι οι εν λόγω Αυτοκέφαλες Εκκλησίες ψήφισαν τη δογματική απόφαση με τον τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», η οποία περιλαμβάνει τις ανωτέρω αναφερόμενες δογματικές αλλοιώσεις του Συμβόλου της Πίστεως. Σε σχέση με την Εκκλησία της Ελλάδος, ο Προκαθήμενός της και τα λοιπά 24 μέλη – Μητροπολίτες της αντιπροσωπείας της στην Ψευδο-Σύνοδο της Κρήτης, διέπραξαν, εκτός του εκκλησιαστικού ποινικού αδικήματος της αιρέσεως, και εκείνο της παράβασης καθήκοντος, διότι παραβίασαν την απόφαση του Μαϊου 2016 του ανώτατου οργάνου διοικήσεως της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, δηλ. της (Έκτακτης) Συνόδου της Ιεραρχίας της, η οποία έδωσε την εντολή στην αντιπροσωπεία της να ψηφίσει, στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο, ότι ο Παπισμός δεν είναι εκκλησία.

Οι τέσσερις (4) Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες των Πατριαρχείων της Αντιοχείας, της Ρωσίας, της Βουλγαρίας και της Γεωργίας, αν αποφασίσουν ότι πρέπει να μην αναγνωρίσουν και να μην αποδεχθούν τις αποφάσεις της Ψευδο-Συνόδου της Κρήτης και μάλιστα τη δογματική απόφαση «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», η οποία εισάγει «συνοδικώς» την Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Νέο-γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, τότε: 1 – είναι υποχρεωμένες να παύσουν την κοινωνία με τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες οι οποίες συμμετείχαν στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο και συνεπώς 2 – εκκλησιολογικά στερούνται παντελώς της δυνατότητας της μεσοβέζικης λύσης, αφενός μεν να μην αναγνωρίσουν ως ορθόδοξες την Ψευδο-Σύνοδο της Κρήτης και τις αποφάσεις της και μάλιστα την εν λόγω δογματική της απόφαση, αφετέρου δε να διατηρούν την κοινωνία με τις λοιπές δέκα (10) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες που εισήγαγαν «συνοδικώς» την Παναίρεση του Οικουμενισμού,

2.Α. με τη μνημόνευση των ονομάτων των Προκαθημένων των δέκα (10) Αυτοκέφαλων από τους Προκαθημένους των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων,

 2.Β. με τα συλλείτουργα κληρικών των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων με κληρικούς των (10) Αυτοκέφαλων,

2.Γ. με την ανταλλαγή γραμμάτων μεταξύ των Προκαθημένων των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων με τους Προκαθημένους των (10) Αυτοκέφαλων,

 2.Δ. με τη συμμετοχή εκπροσώπων των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων σε κοινές επιτροπές διαλόγων με τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες για ένωση με αιρετικούς (ή ετεροδόξους),

 2.Ε. με τη συμμετοχή Προκαθημένων και εκπροσώπων των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων σε μέλλουσες να συνέλθουν «Πανορθόδοξες Συνόδους».

 Επομένως, επιβάλλεται, προς το πνευματικό συμφέρον της Ορθοδοξίας και για τον αναγκαίο διαχωρισμό, από την επιτευχθείσα στην Κρήτη ανάμειξη, της Ορθόδοξης Αληθείας από το Οικουμενιστικό ή Νέο-γνωστικό ή Συγκρητιστικό Ψεύδος, η συγκρότηση Τοπικής Συνόδου των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών για την δογματική καταδίκη των αποφάσεων και μάλιστα της δογματικής απόφασης της Ψευδο-Συνόδου της Κρήτης, προκειμένου να συνέλθουν οι ιεραρχίες των δέκα (10) Αυτοκέφαλων και να μετανοήσουν για την πραγματοποιηθείσα από αυτές ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ, ΕΞ ΑΓΑΠΗΣ, ΕΠΕΚΤΕΙΝΕ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΑΣΑΡΚΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΣΑΡΚΩΘΕΝΤΟΣ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ. Η εκκλησιαστική διπλωματία εκκλησιολογικώς είναι ανεπίτρεπτη επί θεμάτων Ορθόδοξης Πίστεως, διότι «φίλος μεν Πλάτων, φιλτάτη δε η Αλήθεια» από την άποψη της ΣΩΤΗΡΙΑΣ. Σε πλήρη μορφή την εν λόγω μελέτη μπορείτε να αναγνώσετε στη ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ (www.theognosia.gr).
































Κυριακή 13 Αυγούστου 2023

Τα Εγκώμια και ο Επιτάφιος της Παναγίας.Ένα καινοφανές έθιμο της «φολκλορικής» Ορθοδοξίας


1
Τα Εγκώμια και ο Επιτάφιος της Παναγίας.Ένα καινοφανές έθιμο της «φολκλορικής» Ορθοδοξίας
πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (εκπαιδευτικού-χημικού)
Από τα τέλη περασμένου (20ου αι), τα Εγκώμια της Παναγίας και ο Επιτάφιος  άρχισαν  δειλά-δειλά να εισέρχονται  στη  λατρεία,   και να «εξαπλώνονται»,   συν  τω χρόνω, σ’  Ενορίες  της Ελλαδικής Εκκλησίας, ακόμα και σ’  Ελληνορθόδοξες Ενορίες  της Διασποράς, ακόμα και σε Μοναστήρια, (εκτός από τα Αγιορείτικα Μοναστήρια).

Το αυτό έθιμο κατακτά έδαφος στην εποχή των καινοτομιών και της φολκλορικής «ορθοδοξίας»! Στην Εκκλησία, λοιπόν, στην οποία ο Οικουμενισμός επιτρέπει ανεξέλεκτα στον καθένα να αυτοσχεδιάζει, ο Επιτάφιος και τα Εγκώμια της Θεοτόκου είναι μια ακολουθία που αρέσει, γιατί προσφέρει …θέαμα. Μια μεταλλαγμένη Μαριολατρεία κάνει προσπάθεια να προστεθεί στα ήδη «διεμβολήσαντα» τον ορθόδοξο χώρο!
Τα εγκώμια της Παναγίας.
Ξεκίνησαν από τις Κυκλάδες, κατά το μέσα του 19ου αι. προκαλώντας σύγχυση στην Εκκλησία. Το θέμα έφθασε στην Ιερά Σύνοδο  (Απρίλιος 1865).   Και υπό την Προεδρία του  αοιδίμου Μητροπολίτου  Αθηνών Θεοφίλου, συζήτησε το θέμα.  Και οι Συνοδικοί Αρχιερείς,  «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσιν»,  δεν επέτρεψαν την εισαγωγή τους στη λατρεία, έστω και αν ήταν ύμνοι που εξυμνούσαν την Μητέρα του Χριστού.   Το σκεπτικό τους ήταν,   πως  τιμούμε δέοντως την Παρθένο,  όταν σεβόμαστε την τάξη της Εκκλησίας, και όχι όταν την καταφρονούμε. Απέστειλαν λοιπόν  «προς τους κατά το Κράτος Σεβασμιωτάτους Ιεράρχας»,  την υπ’αριθμ 135, αριθμ. πρωτ. 4319, 21/4/1865,  Εγκύκλιο,  «περί απαγορεύσεως Επιταφίου ύμνου εις την εορτήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου»,  επισημαίνοντας:  «… η  τοιαύτη ακολουθία είναι ασυνήθης και πάντη ξένη εις την καθ’ όλου ορθόδοξον Ανατολικήν του Χριστού Εκκλησίαν».  (δημοσιεύεται στην συνέχεια)
Τα λεγόμενα «εγκώμια της Παναγίας» δεν ανήκουν στους επίσημους ύμνους της ᾿Εκκλησίας, με τους οποίους οι άγιοι πατέρες όρισαν εδώ και αιώνες να τιμούμε αυτήν την σημαντική εορτή. Γι᾿ αυτό και δεν υπάρχουν στο μηναίο στην ακολουθία της 15ης Αυγούστου, ούτε στον εσπερινό ούτε στον όρθρο ούτε στα μεθέορτα.
Και αυτό δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα με αυτά τα «εγκώμια». ᾿Από την στιγμή που δεν είναι καθιερωμένα επισήμως, δεν υπάρχει και σταθερό επίσημο κείμενό τους, αλλά σχεδόν κάθε περιοχή και κάθε μοναστήρι έχει δικά του «εγκώμια» με ποικίλες παραλλαγές και από διάφορους ποιητές-διασκευαστές, και κανείς δεν ξέρει ποια είναι τα αρχικά και παλαιά «εγκώμια της Παναγίας».
῾Υπάρχει όμως και κάτι άλλο σημαντικότερο· τα «εγκώμια» αυτά στην πραγματικότητα απαγορεύονται από το επίσημο Τυπικό της ᾿Εκκλησίας, και μάλιστα απαγορεύονται αυστηρώς και «διά ροπάλου»!
Συγκεκριμένα το Τυπικό της Μεγάλης ᾿Εκκλησίας, που συντάχτηκε από τον επιφανή πρωτοψάλτη της εποχής Γεώργιο Βιολάκη και εκδόθηκε από το πατριαρχικό τυπογραφείο στην Κωνσταντινούπολη το 1888 και είναι μέχρι σήμερα το επίσημο τυπικό όχι μόνον στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά και στα πατριαρχεία και αυτοκέφαλες ᾿Εκκλησίες ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Ιεροσολύμων, ῾Ελλάδος, Κύπρου, ακόμη και στην ιερά μονή του Θεοβαδίστου όρους Σινά και στο Πρωτάτο του ῾Αγίου Όρους και αλλού, γράφει για τα «εγκώμια της Παναγίας» τα εξής·
«Στον όρθρο της εορτής της Κοιμήσεως, ανήμερα στις 15 Αυγούστου, «ευθύς μετά την καταβασίαν της θ´ (ωδής) συνηθίζεται ενιαχού, όπου πανηγυρίζεται η εορτή αύτη μεγαλοπρεπώς, προς πλείονα τάχα δόξα και τιμήν της Θεοτόκου, ίνα ψάλλωνται τα λεγόμενα “εγκώμια της Παναγίας”, κατά μίμησιν των του Κυρίου ημών, των ψαλλομένων εν τω όρθρω του Μ. Σαββάτου. Η Μεγάλη Εκκλησία κατακρίνουσα παν ο,τι καινοφανές και κακόζηλον, έστω και γινόμενον προς τιμήν της Θεοτόκου, αποδοκιμάζει ταύτα επισήμως και απαγορεύει μάλιστα αυστηρώς».
Σύμφωνα λοιπόν με το επίσημο Τυπικό της ᾿Εκκλησίας τα λεγόμενα «εγκώμια της Παναγίας» ψάλλονται τάχα προς δόξα και τιμήν της Θεοτόκου, άρα με αυτά δεν τιμάται πραγματικά η πάναγνος και αειπάρθενος μητέρα του Κυρίου μας, γι᾿ αυτό κατακρίνονται ως καινοφανή και κακόζηλα, αποδοκιμάζονται επισήμως και απαγορεύονται αυστηρώς!
Αυτήν την αυστηρή διάταξη του Τυπικού οι περισσότεροι (σχεδόν όλοι δηλαδή) την είχαν «ξεχάσει», διότι μετά την έκδοση του Τυπικού Βιολάκη σταμάτησε η όποια χρήση τους, πλην κάποιων μεμονωμένων περιπτώσεων, όπου διατηρήθηκαν ως τοπικό έθιμο, άγνωστο στους πολλούς.
Βεβαίως εύλογα γεννάται μία απορία. ᾿Αφού το επίσημο Τυπικό παίρνει τόσο αυστηρή θέση γι᾿ αυτά τα υμνογραφήματα, πως γίνεται σήμερα να έχουν διαδοθεί τόσο πολύ και να διαφημίζονται και να προβάλλονται ακόμη και από διάφορα ραδιοτηλεοπτικά μέσα;
Δυστυχώς είναι αλήθεια ότι σήμερα το επίσημο  Τυπικό  δεν γίνεται σεβαστό, αλλά καταπατείται αγρίως και αυθαιρέτως. Και καταστρατηγείται ακριβώς από αυτούς που έχουν οριστεί ως τηρητές και θεματοφύλακες της λειτουργικής τάξεως. Οι περισσότεροι ψάλτες, ακόμη και κληρικοί, δεν ξέρουν ότι υπάρχει επίσημο και υποχρεωτικό τυπικό της ᾿Εκκλησίας, αγνοούν ποιο είναι αυτό, και ουσιαστικά δεν το διδάχτηκαν ποτέ.
Ο Επιτάφιος της Παναγίας.
Οι Άγιοι δεν μας παρέδωσαν, παρά μόνο τον Επιτάφιο του Κυρίου και δεν είναι σωστό να εξισώνουμε τα πάντα. Την Παναγία την τιμάμε όπως αξίζει στην μητέρα του Κυρίου μας, αλλά Επιτάφιος στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει παραδοθή μόνο για τον Κύριο· γι’ αυτό πρέπει να εκλείψει το νέο αυτό έθιμο.
1
Απ΄ όσο ξέρουμε δεν υπάρχει Συνοδική Εγκύκλιος που αναιρεί την ανωτέρω, άρα ισχύει! H συνήθεια αυτή είναι αλλοίωση του ορθοδόξου ήθους και αυτό είναι που μετράει και κάνει την… «ευλάβεια» αυτή απαράδεκτη.
3
O Αρχιμ.-ιεροκήρυκας Δανιήλ Αεράκης  σε παλιότερο δημοσιευμένο άρθρο του με τίτλο-«Συναισθηματισμοί ή Θεολογία; Πένθος ή Χαρά; Μεταξύ των άλλων σημειώνει.
«Πάσχα και επιτάφιος δεν πάνε μαζί. Ή Πάσχα έχουμε ή επιτάφιο θρήνο και επιτάφιο κουβούκλιο. Από τη μια μεριά αποκαλούν πολλοί (και εκκλησιαστικοί) την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου  «Πάσχα του Καλοκαιριού», και από την άλλη ψάλλουν (αυθαίρετα) εγκώμια επιταφίου θρήνου στην Παναγία.
Από την μια μεριά ο ιερός υμνογράφος αποκαλεί «ἒνδοξον»την Κοίμηση και βεβαιώνει την αναστάσιμη χαρά αγγέλων και ανθρώπων: «Τῇ ἐνδόξῳ Κοιμήσει σου οὐρανοί ἐπαγάλλονται καί ἀγγέλων γέγηθε τά στρατεύματα»(αίνος εορτής). Και από την άλλη (πάλι αυθαίρετα) στήνουν στο κέντρο των Ναών ξύλινους μεγαλοπρεπείς (πανάκριβους) επιταφίους, και εκεί τοποθετούν μια ξύλινη Παναγία («κοιμωμένη») ή κάποιον πολυτελέστατο βελούδινο επιτάφιο με τη μορφή της, κατ’ απομίμηση του επιταφίου της Μεγ. Παρασκευής.
Από τη μια μεριά μερικοί (αυθαίρετα και πάλι) λένε, ότι, αφού είναι Πάσχα η γιορτή της Κοιμήσεως, καταλύουμε και κρέας (αν πέσει Τετάρτη ή Παρασκευή), και από την άλλη σε τέτοια πασχαλινή πανήγυρη ψάλλουν (αυθαίρετα) ύμνους γεμάτους γλυκανάλατους συναισθηματισμούς και θρησκευτικούς λυρισμούς!
Ώστε  με επιτάφιο (Μεγ. Παρασκευή, δηλαδή) τρώμε … κρέας!
Γενικά το πρόβλημα είναι σοβαρό.
-Ποιος εισήγαγε την καινοτομία των εγκωμίων και του επιταφίου της Παναγίας; Η Εκκλησία στη μακραίωνα παράδοσή της δεν γνωρίζει τέτοιες τελετές και υμνωδίες.
Τα εγκώμια της Μεγ. Παρασκευής εμπεριέχονται στα επίσημα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας, εγκεκριμένα συνοδικώς.
Στο μηναίο του Αυγούστου, όπου οι ύμνοι της Κοιμήσεως και τα σχετικά αγιογραφικά αναγνώσματα, δεν γίνεται καμμία αναφορά σε επιτάφιο και εγκώμια στη Παναγία.
-Ποιος εισήγαγε την καινοτομία; Λένε, ότι κάποιο αγιοταφικό μοναστήρι κατασκεύασε τα σχετικά εγκώμια. Και επειδή συναισθηματικά αρέσουν, τα πήραν και τα έφεραν και στην Εκκλησία της Ελλάδος. Σιγά-σιγά πάει να γενικευθεί η αλλοίωση της γιορτής της Κοιμήσεως.
Ευτυχώς, που αρκετοί Μητροπολίτες αντιστέκονται και κρατούν τη θεολογική σοβαρότητα της γιορτής.
-Ρέπουμε σε θρησκευτικές φιγούρες και σε «εφέ». Βρήκαν, λοιπόν, την ευκαιρία να καλυφθεί η ποιμαντική κουφότητα και η θεολογική απουσία με ανύπαρκτους επιταφίους και ανόητους θρήνους.
Καλούν δε και την «μπάντα» να παιανίζει και τους επισήμους να παρίστανται και οργανώνουν… περιφορά επιταφίου μέσα στο καλοκαίρι!
Η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ύστερα από την φετινή κατάχρηση των θρησκευτικών αυθαιρεσιών, θα υποδείξει, όπως πιστεύουμε, τα δέοντα.
Κοίμηση έχουμε. Δεν έχουμε θάνατο. Στο θάνατο θρηνούν οι «μή ἒχοντες ἐλπίδα» (Α΄ Θες. δ΄ 13). Στην Κοίμηση αγάλλονται οι πιστοί. Όταν μάλιστα η Κοίμησις γίνεται Μετάστασις, όπως γιορτάζει η Εκκλησία για το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου».
Συμπερασματικά  σημειώνουμε τα εξής.
1) Η απαγόρευση του Οικ. Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι σαφής.
2) Η συγκεκριμένη τελετή σαφώς έχει τοπική -Ιεροσολυμίτικη- προέλευση, γίνεται στον τάφο της Παναγίας και ας μείνει εκεί. Εκεί όντως έχει νόημα και αξία. Παραπέρα χάνει…
. Ο Επιτάφιος και τα Εγκώμια είναι μια ιδιαιτερότητα του Χριστού μέσα στη λατρεία μας. Δεν αξίζει  ο Χριστός να έχει αυτή την ιδιαιτερότητα; Γιατί  την καταργούμε;
Μπορεί βέβαια  και τη Μεγάλη Παρασκευή να ψέλνουμε Εγκώμια στον Χριστό, και να περιφέρουμε τον Επιτάφιο,  κτυπώντας πένθιμα τις καμπάνες,  όμως  παράλληλα περιμένουμε την εκ νεκρών Ανάστασή Του.   Δεν μένουμε δηλαδή  στο θάνατό Του, που θα ήταν απελπισία.  Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και  με τα Εγκώμια και τον Επιτάφιο της Παναγίας. Η  τοποθέτηση του Επιταφίου    στη μέση του Ναού,  η περιφορά του  (σε μερικές ενορίες  χτυπάνε και  τις καμπάνες πένθιμα!), αφήνουν την  αίσθηση ότι η Παναγία πέθανε και έμεινε στον τάφο. Όμως, μετέστη προς τους ουρανούς, νικώντας και αυτή με τον  θάνατο, τον θάνατο. Αυτή η  νίκη κατά του  θανάτου «θάβεται» με τον Επιτάφιο, που κάνουμε προς τιμήν της!  Κάτι ήξεραν οι προγενέστεροι  Πατέρες-Συνοδικοί Αρχιερείς,  που είπαν:
«… Η  τοιαύτη ακολουθία είναι ασυνήθης και πάντη ξένη εις την καθ’όλου ορθόδοξον Ανατολικήν του Χριστού Εκκλησίαν
3) Το ιεροσολυμίτικο τυπικό όντως επικράτησε παντού. Σε ορισμένα όμως χρειάζεται διακριτική αυτοσυγκράτηση. Να ξεχωρίζουμε τα τοπικά.
4) Μια πιο συγκρατημένη τελετή στα πλαίσια της Λιτής του Εσπερινού της Παναγίας (όπως προτείνει ο Καθηγητής κ. Αριστ. Πανώτης σε έκδοσή του), χωρίς κουβούκλια και περιφορές -που θυμίζουν ακριβώς Μ. Παρασκευή- θα ήταν ίσως ανεκτή.
Βέβαια, το «Τυπικό» δεν είναι δόγμα, ώστε να μην μπορεί να αλλάξει. Όμως, αυτό δεν μπορεί να γίνει  από έναν Ιερέα,  ή από έναν Επίσκοπο, αλλά «Συνοδικώς» (Κανόνας ΛΔ΄ Αγίων Αποστόλων),    Αλίμονο, αν ο  κάθε Ιερέας ή ο κάθε Επίσκοπος «ράβει και  ξηλώνει» μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία κατά το δοκούν. Άλλωστε, μια διαφορά ανάμεσα στον Ορθόδοξο Χριστιανό και στον Προτεστάντη, είναι πως  ο μεν πρώτος είναι δεσμευμένος από την Παράδοσή του, και δεν μπορεί να κάνει πράγματα «ων ο παρελθών χρόνος ουκ έχει τα υποδείγματα» ( Μ. Βασίλειος, επιστολή 130), ενώ ο  δεύτερος, επειδή ακριβώς στερείται Παραδόσεως, κάνει ο,τι του αρέσει. Γι’αυτό και   η Αγία Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδος   «τους τολμώντας  τας εκκλησιαστικάς παραδόσεις αθετείν και καινοτομίαν τινά επινοείν» θέτε βαρύτατα επιτίμια (Πράξη Η΄). Και αν δεν μας συνετίζουν οι αποφάσεις  Οικουμενικών Συνόδων,  ποιος θα μας συνετίσει;
Τέλος ας έχουμε υπόψη ότι η Παναγία είναι θρόνος του Χριστού, Τον οποίον κρατάει και μας προτείνει προς προκύνηση και  δεν είναι… αυτόνομη ημίθεος (!!). Τέτοιες ευλάβειες δεν την τιμούν, την θυμώνουν…..
Ας την παρακαλούμε να ΠΡΕΣΒΕΥΕΙ για μας, ώστε να μας σώσει ο ΧΡΙΣΤΟΣ.
ΠΗΓΕΣ.
Α.Τ.Μ.Ε
Β.ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ.ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
Γ.ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ. ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΨΑΛΤΟΛΟΓΙΟΝ(www.analogion.com)
Δ.ΔΙΠΤΥΧΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ε.ΤΥΠΙΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΗΓΑ
ΣΤ.ΤΥΠΙΚΟ Γ.ΒΙΟΛΑΚΗ.ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΛΙΒΕΡΟΥ ΣΕΛ.306-307