Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

Ο Επίσκοπος Αρτέμιος: “Ορθόδοξοι υπέρμαχοι“ χωρίς κουράγιο



οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ᾿ ἄροτρον καὶ βλέπων εἰς τὰ ὀπίσω εὔθετός ἐστιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ (Λουκ. 9,62).

Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, το εξής: Εκείνος που θέλει να σωθεί, αλλά αποδέχεται αυτά, τα οποία πρέπει να απορρίψει για χάρη της σωτηρίας – πραγματικά δεν σώζεται και δεν πηγαίνει προς τη Βασιλεία του Θεού.

Στον 21ο αιώνα, στον αιώνα της γενικής αποστασίας και της καταβύθισης στην παναίρεση του Οικουμενισμού (και πριν απ’ αυτό στην αίρεση του παπισμού), κάποιοι τολμούν να παλεύονται και να τηρούν την παράδοση της ιεράς ορθόδοξης πίστεως και το εκκλησιαστικό σύστημα, και ξεκινούν να περπατάνε σ’ αυτό το σωτήριο δρόμο: με λόγια, ομιλίες, δηλώσεις, κείμενα. Αλλά, δεν τολμούν να διακόψουν αποφασιστικά με εκείνους οι οποίοι περπατούν ή μένουν στο δρόμο της αποστασίας. Μένουν ως μαχητές (για κάποιο χρονικό διάστημα) οι οποίοι μιλούν, αλλά δεν δρουν, και στο τέλος σταματούν και να μιλούν. Οι υπέρμαχοι “των πατερικών παραδόσεων“, οι οποίοι σκέφτονται για τη σωτηρία και το δρόμο που οδηγεί εκεί, αλλά το χωρισμό με κάποιες συνήθειες, ειδικά σχετικά με τη διατήρηση “της ενότητας της Εκκλησίας“, το τελικό βήμα, δηλαδή το χωρισμό με τον οικουμενισμό αναβάλλουν για… αύριο με την πρόφαση: “Δεν έφτασε η στιγμή“. Αναμένουν “τα σημεία“ στον ουρανό, αλλά δεν τα βλέπουν παντού γύρω τους. Αυτοί  νομίζουν ότι γίνεται η παρά πολύ μεγάλη θυσία από την πλευρά τους, αν πρέπει αμέσως να διακόψουν όλα. Αυτοί θα ήθελαν να ξεχωριστούν από τους οικουμενιστές σταδιακά, για να μην ταράξουν τους άλλους, αλλά στην ουσία εδώ έχουμε την απροθυμία για οποιαδήποτε θυσία όσον αφορά τη διατήρηση της αληθινής Πίστης. Αλλά, αυτή η πρόθεση της καθυστέρησης σχεδόν πάντα οδεύει προς την καταστροφή. Στην αρχή, η ασυνέπεια αυτή είναι εμφανής. Και ήδη αυτό “αύριο“ και η υποσχόμενη μεταβολή της συνείδησης κλείνουν το στόμα. 

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2025

Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΌΠΟΥ ΒΑΔΗΣ & ΒΥΡΤΕΜΒΕΡΓΗΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ





Εισαγωγικά.

Μας στάλθηκε  ηλεκτρονικά από τον επίσκοπο Βάδης και Βυρτεμβέργης Παϊσιο ( του παλαιού ημερολογίου) το παρακάτω κείμενο. Είναι πρώτη φορά που δημοσιεύουμε στο ιστολόγιο κείμενο του συγκεκριμένου επισκόπου, από τότε που προσχώρησε στο παλαιό ημερολόγιο. Δημοσιεύουμε το κείμενο για τους παρακάτω λόγους.

1.Λόγω σεβασμού στην αντι-οικουμενιστική Σύνοδο της ΡΟΕΔ.

2.Για λόγους εκκλησιολογικής ελευθεροτυπίας .

3.Για λόγους  σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας, επειδή αναφέρει ιστορικά στοιχεία που αφορούν χειροτονίες ομάδας (Σύνοδος Μιλάνου)  που προήλθε από την ΡΟΕΔ.Η ενημέρωση ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΒΛΑΠΤΕΙ.

Επίσης σημειώνουμε ‘ότι διαφωνούμε με επιλογές του συγκεκριμένου επισκόπου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε τον αντι-οικουμενιστικό του αγώνα και ο, τι κόστος είχε αυτός.

Γνωρίζουμε ότι στα ιστολόγια εν Χριστώ αδελφών που ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο δημοσιεύτηκαν άρθρα, που έθεταν υπό αμφισβήτηση την Αποστολική διαδοχή της συγκεκριμένης ομάδος της ΡΟΕΔ όπως φαίνεται στα παρακάτω link

1.https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2023/05/1935-2019.html

2.https://churchgoc.blogspot.com/2017/10/

3.https://churchgoc.blogspot.com/2023/07/blog-post.html

Αυτά όμως είναι θέματα που θα τα κρίνει Σύνοδος Ορθοδόξων επισκόπων αν και όταν γίνει και ΟΧΙ ΕΜΕΙΣ. Επίσης αξιομνημόνευτη είναι και η παρακάτω δημοσίευση.

https://archive.romfea.gr/patriarxeia/patriarxeia/patriarxeio-mosxas/6908-7804

Προκειμένου να διευκολύνουμε την κατανόηση της παρακάτω δημοσίευσης, αναφέρουμε και τα παρακάτω:

Ο πρώην Μητροπολίτης Μιλάνου και Δυτικής Ευρώπης κυρός Ευλόγιος. (1935-2019).

(Πατριαρχείο Κιέβου).

Ο κατά κόσμον Κλάους Αουγκοστίν Χέσλερ γεννήθηκε στο Ντόρτμουντ της Γερμανίας στις 21 Φεβρουαρίου 1935. Προερχόμενος από Ρωμαιοκαθολική οικογένεια ασπάστηκε την Ορθοδοξία και το 1970 εκάρη μοναχός. Το 1971 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Σούροζ Αντώνιο στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Ρωσίας. Υπηρέτησε ως Εφημέριος στην Ιταλία. Μετά το 1975 εγκατέλειψε τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Ρωσίας και εντάχθηκε στη δικαιοδοσία των Παλαιοημερολογιτών της Ελλάδας (παράταξη Φλωρίνης και μετά το 1985 στην ομάδα του Αυξεντίου). Στις 9 Σεπτεμβρίου 1984 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Μιλάνου. Τη χειροτονία τέλεσε ο Μητροπολίτης Λισσαβώνος Γαβριήλ, συμπαραστατούμενος από τον Επίσκοπο Κοΐμπρας και Αβέιρας Ιάκωβο. Το 1990 διαφώνησε έντονα με την ένταξη της Επισκοπής του στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Πολωνίας κκαι ίδρυσε δική του δικαιοδοσία με το όνομα "Ορθόδοξη Αυτόνομη Μητρόπολη Δυτικής Ευρώπης", γνωστή και ως Σύνοδος του Μιλάνου. Στις 18 Νοεμβρίου 1993 εντάχθηκε στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κιέβου. Στις 27 Δεκεμβρίου 1996 αποχώρησε από τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κιέβου. Το 2011 προσπάθησε να επιστρέψει στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Ρωσίας ως Αρχιμανδρίτης χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αργότερα προσέλαβε τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Μιλάνου και Λογγοβαρδίας και Μητροπολίτη Ακυληίας και Δυτικής Ευρώπης. Εκοιμήθη στο Μιλάνο στις 20 Ιανουαρίου 2019.

---------------------------------------------------------------------------------------------------

 Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΌΠΟΥ ΒΑΔΗΣ & ΒΥΡΤΕΜΒΕΡΓΗΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

1. ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑΣ

 

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λισσαβώνος και πάσης Πορτογαλίας κυρός Γαβριήλ. (1938-1997).

 

Ο κατά κόσμον Εδουάρδος Ερρίκος Πίντο ντα Ρότσα γεννήθηκε στη Λισσαβώνα το 1938. Το 1966 εντάχθηκε στην Υπερόριο Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωάννης από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Γενεύης και Δυτικής Ευρώπης Λεόντιο. Διάκονος και Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε το 1968 και έλαβε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Το ίδιο έτος μετέβη στην Πορτογαλία όπου κατόρθωσε να δημιουργήσει μία ομάδα πεντακοσίων περίπου πιστών, οι οποίοι υπήχθησαν στη δικαιοδοσία της Υπερορίου Ρωσικής Εκκλησίας. Η ομάδα αυτή αποτέλεσε την Εξαρχία της Πορτογαλίας υπό την Υπερόριο Ρωσική Εκκλησία ενώ το 1976 αναγνωρίστηκε από το Πορτογαλικό κράτος ως Ορθόδοξη Εκκλησία της Πορτογαλίας. Το έτος 1978 ιδρύθηκε από τη Σύνοδο του Παλαιού Ημερολογίου της Ελλάδος υπό τον Μητροπολίτη Αυξέντιο (παράταξη Φλωρίνης) η Επισκοπή Δυτικής Ευρώπης. Στην Επισκοπή αυτή χειροτονήθηκε Επίσκοπος ο Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Ρότσα, ο οποίος υπάγονταν μέχρι τότε στην Υπερόριο Ρωσική Εκκλησία. Η χειροτονία τελέσθηκε στις 18 Ιουνίου 1978 (ήδη είχε προηγηθεί στις 17 Ιουνίου 1978 μοναχική κουρά στο μεγάλο σχήμα με το όνομα Γαβριήλ) από τους Αρχιερείς των Γ.Ο.Χ. Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Αυξέντιο και τους Μητροπολίτες Κορίνθου Κάλλιστο, Πειραιώς και Σαλαμίνος Γερόντιο και Μεγάρων Αντώνιο. Ο τίτλος του νέου Επισκόπου ήταν Επίσκοπος Λισσαβώνος και Έξαρχος Πορτογαλίας. Σύντομα ο Επίσκοπος Γαβριήλ ονομάστηκε Έξαρχος Δυτικής Ευρώπης. Το Σεπτέμβριο του 1984 η Σύνοδος των Γ.Ο.Χ. της Ελλάδος απένειμε καθεστώς Αυτονομίας στην Εξαρχία της Δυτικής Ευρώπης και ο Επίσκοπος Γαβριήλ ονομάστηκε Μητροπολίτης Λισσαβώνος και Πορτογαλίας.

 

2. άκωβος Κομπρα  

 

 Σύνοδος π τν ρχιεπίσκοπο Αξέντιο τν περίοδο τς διαστάσεως θεώρησε καλ ν προ βε σ χειροτονία Βοηθο πισκόπου γι τν Πορτογαλίας Γαβριήλ, το Κομπρα ακώβου τ 1984, γεγονς πο νοιξε τν δ γι νέες χειροτονίες στν Ερώπη.

 

3. Ελόγιος Μιλάνου

 

 Πορτογαλίας Γαβριλ μ τν Βοηθό του πίσκοπο άκωβο προέβησαν σ χειροτονία κα λλου πισκόπου γι τν Πορτογαλία, το βούρα Θεοδώρου, κα ν συνεχεί σ χειροτονίες πισκόπων γι τν ταλία, πως το Τορνο Γρηγορίου, Μιλάνο Ελογίου. 

 

Οι τρεις Λισσαβώνος Γαβριήλ, Κομπρα Ιακωβος και Μιλάνου Ευλόγιος χειροτόνησαν τον Φιλόθεο Κυνηγαλάκη. Αυτός μαζί με άλλους χειροτόνησαν πρώτα τον Ραφαήλ* και έπειτα τον Πρόδρομο**

 

 Φιλοθεος Κυνηγαλάκης ως Λητής & Ρεντίνης

 Ραφαήλ Πετρίτσης ως Πενταπόλεως

 Πρόδρομος Καρυδιάς Φιλίππων

 

Οι τρεις τελευταίοι χειροτόνησαν με τον τίτλο Βάδης & Βυρτεμβεργης τον υπογράφοντα Παΐσιο Παπαδόπουλο.

 

Δεν αμφισβητώ την Αποστολοκή Διαδοχή κανενός από αυτούς -πέραν του ότι, στο απώτερο παρελθόν υπήρξαν προβλήματα, που λίγοι γνωρίζουν ως διχοστασίες και μπερδέματα εις την διοίκησιν του Πατρώου, και την περίοδο του Αυξεντίου, ακόμη και κάποιες αταξίες του Ευλογίου που δεν ήμουν όμως ενήμερος τί ακριβώς έγινε, τις προθέσεις, τις συνθήκες, τα κίνητρα και τέλος την μετάνοιά του. Αν υπήρχαν, αυτά σαφώς δεν αίρουν την κανονικότητα της χειροτονίας του και δεν καταλύουν την Αποστολική Διαδοχή με την οποία έλαβε την αρχιερατικήν Χαριν, διότι δεν καταδικάσθηκε ποτέ με κάποια καθαίρεσιν ο Ευλογιος, ούτε από κάποιο εκκλησιαστικό δικαστηριο των Γ.Ο.Χ. Το να εστιάζουν ορισμένοι εκ της κεντρικής παρατάξεως των Γ.Ο.Χ στην προσωπικότητα του Ευλογίου, μήπως είναι, διότι θέλουν να έχουν την αποκλειστικότητα εις την Αποστολικήν Διαδοχήν και την ρύθμισιν των εκκλησιαστικών πραγμάτων εις τον χώρον του Πατρίου; Και αν ακόμη δεν είχε καλή πολιτεία ο Ευλογιος, εν τούτοις η χειροτονία του Φιλοθέου Κυνηγαλάκη "εγένετο"!!!, και μάλιστα όχι από τον τελευταίο μόνον, αλλά και απο τους τρεις, και αρχαιότερος αυτών ήταν ο Λισαβώνος Γαβριήλ που μάλλον αυτός έκανε την χειροτονία, διότι και τον Ευλογιο ο ίδιος τον χειροτόνισε με τον Ιακωβο. Οπωσδήποτε, επιθυμούμε να μας ενημερώσει ο θεοφιλέστατος Φιλόθεος, καθώς επισης, ποιοί ακριβώς συμμετείχαν και στις χειροτονίες του Ραφαήλ και του Προδρόμου. Προσωπικώς, εννοείται ότι αναγνωρίζω τις χειροτονίες των προηγουμένων και των μετέπειτα, γι' αυτό και δέχθηκα την χειροτονία μου από τους θεοφιλεστάτους επισκόπους Φιλόθεο, Ραφαήλ και Πρόδρομο, όμως για ιστορικούς λόγους και για να έχουμε τα διαπιστευτήρια όταν μας ζητούν λόγο χρειαζόμαστε της περαιτέρω πληροφορίες.

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2025

Ο Μ. Βασίλειος και η ύπαρξη του μολυσμού των Ορθοδόξων εκ των μη καταδικασθέντων αιρετικών.




Οι σύγχρονοι αιρετικοί του Αγίου ήταν οι Αρειανοί οι οποίοι απετελούντο από τρεις κύριες ομάδες: Ανομοίους, Ομοίους και Ομοιουσιανούς. Άλλοι αιρετικοί ήταν ο Απολινάριος Λαοδικείας και οι οπαδοί του, ο Μάρκελλος Αγκύρας και οι Μαρκελλιανοί και ο Παυλίνος Αντιοχείας. Μέσα από τα ίδια κείμενα του Μ. Βασιλείου καταδεικνύεται ότι όλοι αυτοί οι αιρετικοί είχαν κατ’ ακρίβειαν ιερωσύνη.(πριν την καταδίκη τους)

Ο Μ. Βασίλειος σε επιστολή του αναφέρεται ρητώς σ’ αυτόν τον μολυσμό εκ των Αρειανών ως εξής:

«Σιγά μεν γαρ των ευσεβούντων στόματα, ανείται (=εγείρεται επιθετικά ) δε πάσα βλάσφημος γλώσσα· εβεβηλώθη τα άγια, φεύγουσι τους ευκτηρίους οίκους οι υγιαίνοντες των λαών ως ασεβείας διδασκαλεία, κατά δε τας ερημίας προς τον εν τοις ουρανοίς Δεσπότην μετά στεναγμών και δακρύων τας χείρας αίρουσιν».( 871 ΒΕΠΕΣ 55, 123 / CI, 201 / EΠΕ 3, 88).

 

Εβεβηλώθησαν τα άγια, γράφεται υπό του Ουρανοφάντορος και σημαίνει έχουν καταστεί ακάθαρτα, δηλαδή έχασαν την καθαρότητά τους. 

Ο δε ορθόδοξος λαός φεύγει από τους ναούς ως ασεβείας διδασκαλεία και προσφεύγει στις ερημιές για να προσευχηθεί. Δηλ.θεωρεί ως μολυσμό πίστεως την εν γνώσει  εκκλησιαστική κοινωνία αιρετικών και ορθοδόξων, χωρίς οι ορθόδοξοι να λλάξουν το φρόνημα. 

Ο Μ. Βασίλειος και η αρχή «ων το φρόνημα αποστρεφόμεθα, τούτους από της κοινωνίας προσήκει φεύγειν». Επειδή όλοι αυτοί που καταγράφηκαν ανωτέρω, ωσάν αιρετικοί που ήταν, φρονούσαν ξένα δόγματα της Εκκλησίας, διά τούτο ο ιερός Πατήρ τους διέκοψε την κοινωνία· αυτό αποτελεί την πράξη του. Υπάρχουν  και αποσπάσματα του Αγίου στα οποία εντέλλεται την ανωτέρω αρχή· αυτό αποτελεί την διδασκαλία του. Αυτά τα δύο, διδασκαλία και εφαρμογή αυτής της διδασκαλίας ως πράξη, είναι η άμεση συνέπεια για τον κλεινό και άγιο Ιεράρχη της αποφυγής του συμμολυσμού εκ των αιρετικών.

Ο Μ. Βασίλειος και η αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω». Και αυτήν την αρχή εντέλλεται ο Μ. Πατήρ στις επιστολές  του.  Και  μάλιστα  το  «αυτός  που  κοινωνεί  με  τον «ακοινωνήτω», τον ακοινώνητο τον εκλαμβάνει και από ακαθαίρετο.(Από το Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ .Ιερομονάχου Ευγενίου)

Η ύπαρξη του μολυσμού από μαρτυρίες στην Γραφή, στις Οικουμενικές Συνόδους και στους Αγίους Πατέρες (A)

 



Στην Παλαιά Διαθήκη διά του Προφήτου Ιεζεκιήλ λέγει ο Κύριος:

«και οι ιερείς αυτής ηθέτησαν νόμον μου και εβεβήλουν τα άγιά μου· αναμέσον αγίου και βεβήλου ου διέστελλον και αναμέσον ακαθάρτου και του καθαρού ου διέστελλον», (Ιεζ. 22,26).

 

 

Οι Ιερείς μόλυναν τα άγιά μου κατά τον λόγο του Κυρίου και αυτό το χωρίο οι Πατέρες το εξέλαβαν ως αναφερόμενο σε ακαθαιρέτους αιρετικούς Ιερείς και στην συνέχεια και στην κοινωνία τους. Άλλωστε και το ίδιο το κείμενο αναφέρεται σε Ιερείς.

Οι άγιοι Απόστολοι σε Διαταγή τους (βιβλ. 8, κεφ. 34)11 λέγουν:

«Ει μη δυνατόν εν Εκκλησία προιέναι διά τους απίστους, κατ’ οίκον συνάξεις, ω επίσκοπε· ίνα μη εισέρχηται ευσεβής εις Εκκλησίαν ασεβών· ουχ ο τόπος γαρ τον άνθρωπον αγιάζει, αλλ’ ο άνθρωπος τον τόπον. Εάν δε ασεβείς κατέχωσιν τον τόπον, φευκταίός σοι έστω, διά το βεβηλώσθαι υπ’ αυτών· ως γαρ οι όσιοι ιερείς αγιάζουσιν, ούτως οι εναγείς μιαίνουσιν.

Ει μήτε εν οίκω, μήτε εν εκκλησία συναθροισθήναι δυνατόν, έκαστος παρ’ εαυτώ ψαλλέτω, αναγινωσκέτω, προσευχέσθω η και άμα δύο, η τρεις· "όπου γαρ εισι, δύο η τρεις συνηγμένοι εν τω ονόματί μου, εκεί ειμι εν μέσω αυτών".

 

 

Πιστός, μετά κατηχουμένου μήτε κατ’ οίκον προσευχέσθω· ου γαρ δίκαιον τον μεμυημένον μετά του αμυήτου συμμολύνεσθαι· ευσεβής μετά αιρετικού, μήτε κατ’ οίκον συμπροσευχέσθω· "Τις γαρ κοινωνία φωτί προς σκότος;". Πιστός η πιστή δούλοις συναφθέντες, η αφιστάσθωσαν, η αποβαλλέσθωσαν».

Εάν δεν είναι δυνατόν να συναθροισθείτε σε Εκκλησία, να συγκεντρώνεις τον λαό σε οίκο «ω επίσκοπε», εντέλλονται οι άγιοι Απόστολοι. Για να μην εισέρχεται ευσεβής σε εκκλησία ασεβών· δεν αγιάζει ο τόπος τον άνθρωπο, αλλ’ ο άνθρωπος τον τόπο. Όπως οι όσιοι Ιερείς αγιάζουν, συνεχίζουν, έτσι οι εναγείς μολύνουν. Ώστε ο ακάθαρτος Ιερεύς μολύνει την Εκκλησία. Το ότι αναφέρονται σε ανεξελέγκτους γίνεται φανερό από το ότι τους ονομάζουν ως Ιερείς. Διά τούτο «φευκταίός σοι έστω, διά το βεβηλώσθαι υπ’ αυτών», πρέπει να φύγετε «ω επίσκοπε» επειδή έχει βεβηλωθεί απ’ αυτούς τους ακαθάρτους και ακαθαιρέτους κληρικούς. Και εάν δεν μπορείτε ούτε σε οίκο, ούτε σε Εκκλησία, τότε ο καθένας ας ψάλλει, αναγιγνώσκει, προσεύχεται μόνος του. Σαφεστάτη μαρτυρία περί υπάρξεως μολυσμού της Εκκλησίας από Ιερέα που τον καθιστά ακοινώνητο.

Ο Μ. Αντώνιος λέγει, ως ο Μ. Αθανάσιος στην βιογραφία του συμπεριλαμβάνει γράφοντας: « ...Αυτός (ο Μ. Αντώνιος) τότε, αφού στέναξε πολύ, έλεγε τα εξής: "Παιδιά μου, καλύτερα να πεθάνει κανείς πριν γίνουν όσα είδα στην οπτασία". Καθώς δε πάλι εκείνοι επέμεναν στην απαίτησή τους, έλεγε με δάκρυα στα μάτια: "Πρόκειται να συμβεί μεγάλη συμφορά στην Εκκλησία, η οποία θα παραδοθεί σε ανθρώπους ομοίους με άλογα κτήνη. Είδα δηλαδή την αγία τράπεζα του ναού του Κυρίου και γύρω απ’ αυτήν να στέκονται κυκλικά από όλα τα μέρη ημίονοι. Κλωτσούσαν μάλιστα το εσωτερικό της κατά τέτοιο τρόπο, σαν γίνονταν οι κλωτσιές από κτήνη που πηδούσαν άτακτα. Οπωσδήποτε, είπε, θα ακούσατε πως στέναξα, επειδή άκουσα φωνή που έλεγε: Θα μιανθεί το θυσιαστήριό μου".

Αυτά είδε ο γέροντας και ύστερα από δύο έτη (περί το 354 πρέπει να είδε την οπτασία ο Όσιος) έγινε η τωρινή εισβολή των Αρειανών... Τότε όλοι μας γνωρίσαμε, ότι οι κλωτσιές των ημιόνων προεμήνυαν στον Αντώνιο, εκείνα τα οποία οι Αρειανοί πράττουν τώρα ασυλλόγιστα όπως τα κτήνη...». Και κατωτέρω: «Προσέξτε μόνο να μη μολύνετε τους εαυτούς σας με την εκκλησιαστική κοινωνία των Αρειανών. Διότι η διδασκαλία τους δεν είναι των Αποστόλων, αλλά των δαιμόνων και του πατρός τους διαβόλου». Και κατωτέρω: «...Να μιμείσθε τους Αγίους και να μη πλησιάζετε τους σχισματικούς Μελιτιανούς, επειδή γνωρίσατε την πονηρή και ανόσια προαίρεσή τους. Ούτε με τους Αρειανούς να έχετε καμία εκκλησιαστική κοινωνία... Διαφυλάξτε λοιπόν τους εαυτούς σας καθαρούς από εκείνους... Να μη έχετε καμία εκκλησιαστική κοινωνία με τους σχισματικούς ούτε καθόλου με τους αιρετικούς Αρειανούς. Άλλωστε γνωρίζετε ότι και εγώ τους απέφυγα εξ αιτίας της χριστομάχου και κακοδόξου αιρέσεώς τους»15.

Οι Αρειανοί μόλυναν το θυσιαστήριο του Κυρίου και διά τούτο ο Μ. Αντώνιος εφιστά την προσοχή των μοναχών να μη μολυνθούν εκ της κοινωνίας τους αλλά να παραμείνουν καθαροί, το οποίο και ο ίδιος έπραξε καθ’ όλην την διάρκεια της ζωής του.

Ο Θεολόγος Γρηγόριος λέγει:

«Τίνας επαφήκαμεν θήρας αγίων σώμασιν, ως τινες την ανθρωπίνην φύσιν δημοσιεύσαντες, εν εγκαλέσαντες μόνον, το μη τη ασεβεία συνθέσθαι μηδέ τη κοινωνία χρανθήναι (=μολυνθήναι), ην ως ιόν όφεως φεύγομεν, ου σώμα βλάπτουσαν, τα δε βάθη μελαίνουσαν της ψυχής;».

 


Ποια θηρία απελύσαμε πάνω στα σώματα των Αγίων, μας λέγει ο σεπτός Ιεράρχης, όπως έπραξαν μερικοί εξευτελίσαντες την ανθρωπίνη φύση, με μόνη κατηγορία ότι δεν συντάχθηκαν με την ασέβεια, ούτε μολύνθηκαν διά της κοινωνίας, την οποία φεύγουμε ως δηλητήριο του όφεως το οποίο δεν βλάπτει το σώμα αλλά σκοτεινιάζει τα βάθη της ψυχής; Το απόσπασμα του αγίου Ιεράρχου:

«μηδέ τη κοινωνία χρανθήναι» αναφέρεται στα αιρετικά πρόσωπα και αυτή η κοινωνία μελαίνει και σκοτεινιάζει τα βάθη της ψυχής κατά την ερμηνεία του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου ο οποίος εν προκειμένω λέγει: «ων (=των χριστομάχων- Εικονομάχων) φύγοιμεν την κοινωνίαν, αδελφοί, ως ιόν όφεως, μελαίνουσαν ου σώμα, ως που φησιν ο Θεολόγος· αλλά τα βάθη της ψυχής. Ο δε άγιος Γρηγόριος αναφέρεται και αυτός σε ακατακρίτους αιρετικούς.

(πηγή. ιερομονάχου Ευγενίου-Η έννοια του μολυσμού.Ευχαριστούμε τον Γέροντα για την άδεια δημοσίευσης αποσπασμάτων του βιβλίου του.)

 

Η ύπαρξη του μολυσμού από μαρτυρίες στην Γραφή, στις Οικουμενικές Συνόδους και στους Αγίους Πατέρες (Β)


 



 

Ἡ Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος σὲ ἐπιστολή της «Ἡ ἁγία σύνοδος, ἡ κατὰ Θεοῦ χάριν, καὶ θέσπισμα τῶν εὐσεβεστάτων Βασιλέων ἐν τῇ Ἐφεσίων μητροπόλει συγκροτηθεῖσα, τοῖς ἀγαπητοῖς, καὶ ποθεινοτάτοις συλλειτουργοῖς, τοῖς κατὰ τὴν Κπολιν διατρίβουσιν, καὶ τοῖς εὐλαβεστάτοις πρεσβυτέροις, καὶ διακόνοις τῆς αὐτῆς Κπόλεως», λέγει: «... καὶ παντοίους γενομένους ἐκκόψαι τὸν τῆς ἀσεβείας κήρυκα, τὸν ἀσεβέστατον Νεστόριον καὶ τὰς ἐκκλησίας τοῦ τοιούτου καθαρθῆναι μύσους».

Ὁ Νεστόριος πρὸ τῆς ἐκκοπῆς του ὑπὸ τῆς Συνόδου ἀποτελοῦσε «μύσος» (=ρύπος, ἀκαθαρσία) τῶν Ἐκκλησιῶν. Καὶ ὡς ἑρμηνεύεται ὑπὸ τοῦ προέδρου αὐτῆς ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας (βλ. κατωτέρω), αὐτὸς ὁ μολυσμὸς τοῦ Νεστορίου τὸν καθιστοῦσε ἀκοινώνητο ὑπὸ τῶν Ὀρθοδόξων πρὸ τῆς καθαιρέσεώς του ὥστε νὰ παραμείνουν καθαροὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν κοινωνοῦσαν μαζί του.

Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας σὲ λόγο του ἀπολογητικὸ πρὸς τὸν εὐσεβέστατο βασιλέα Θεοδόσιον, λέγει: «Ἦταν δὲ καὶ ἑτέρως χρήσιμο καὶ ἀναγκαῖο, στὸ ὑμέτερο κράτος, νὰ ἀπομακρύνετε ἀπὸ τῶν θείων θυσιαστηρίων αὐτὸν ποὺ τὰ μολύνει...». Ὁ Νεστόριος πρὸ τῆς καθαιρέσεώς του μόλυνε τὰ θεῖα θυσιαστήρια, ὅ,τι λέγεται ὑπὸ τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς. Ὁ ἅγιος Κύριλλος σὲ ἄλλο ἀπόσπασμά του ἀναφέρεται στὸν μολυσμὸ ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν αἱρετικῶν λέγοντας: «Ἑπομένως λοιπόν, εἶναι ἄνομος πράξη καὶ βεβήλωση καὶ ὑπὸ δίκην αἵματος, τοῦ νὰ ἀγαπάει κανεὶς νὰ συναυλίζεται μὲ τοὺς ἀνοσίους αἱρετικοὺς καὶ τὴν πρὸς ἐκείνους νὰ διατηρεῖ κοινωνία». Αὐτὸ συνεπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀμέσως ἑπομένη παράθεση, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξάγεται ὅτι αὐτὴ ἡ βεβήλωση προέρχεται ἐκ τῆς κοινωνίας ἀκαταγνώστων αἱρετικῶν. Σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν κλῆρο καὶ λαό Κπόλεως, πρὸ τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς, λέγει: «νὰ ἀναζωπυρώνετε πάντοτε αὐτὴν τὴν πίστη καὶ νὰ τηρεῖτε τοὺς ἑαυτούς σας ἀσπίλους καὶ ἀμώμους, οὔτε κοινωνώντας μὲ τὸν μνημονευθέντα (τὸν Νεστόριο), οὔτε νὰ τὸν προσέχετε ὡς διδάσκαλο, ἐὰν μένει λύκος ἀντὶ ποιμένος».

Περιέχεται στὰ πρακτικὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων κείμενο τοῦ Ἰουστινιανοῦ στὸ ὁποῖο λέγεται: «ἀπαγορεύομεν δὲ καὶ παντὶ τῷ τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ διασπᾶν ἐπιχειροῦντι, εἴτε κατὰ τὴν Νεστορίου τοῦ φρενοβλαβοῦς ὑφήγησιν, εἴτε κατὰ τὴν ἀνόητον Εὐτυχοῦς παράδοσιν, εἴτε κατὰ τὴν Σευήρου βλασφημίαν ταὐτὰ κἀκείνοις νοήσαντος, εἴτε τῶν ἐκείνοις ἀκολουθούντων ταῖς ἁγιωτάταις Ἐκκλησίαις ταραχὰς ἐμβάλλειν, καὶ φθέγγεσθαί τι περὶ

πίστεως, ἀλλὰ θεσπίζομεν ἕκαστον τῶν τοιούτων τὴν ἡσυχίαν ἄγειν, καὶ μηδὲ συγκαλεῖν εἰς ἑαυτόν τινας, μήτε προσιόντας δέχεσθαι, ἢ παραβαπτίζειν θαῤῥεῖν, ἢ τὴν ἱερὰν κοινωνίαν ῥυπαίνειν, καὶ ταύτης μεταδιδόναι τισίν». Τὸ ὅτι ἀφορᾶ ἀκατακρίτους αἱρετικοὺς ἡ συγκεκριμένη μαρτυρία φαίνεται ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ κείμενο ποὺ ἀναφέρεται σὲ ὁποιοδήποτε κληρικὸ (ἢ καὶ μὴ) ποὺ κηρύττει κακοδόξως «καὶ φθέγγεσθαί τι περὶ πίστεως» εἴτε κατὰ τοῦ Νεστορίου, εἴτε κατὰ τοῦ Ευτυχοῦς, εἴτε κατὰ τοῦ Σεβήρου βλασφημία. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐνδημοῦσα Σύνοδος στὴν Κπολη τὸ 536, τοῦ ἁγίου Μηνᾶ Πατριάρχου Κπόλεως, καθαίρεσε τὸν Ἄνθιμο Κπόλεως καὶ τοῦ ἀφαίρεσε τὴν ἱερωσύνη.

Τὸν ὁποῖο Ἄνθιμο ἡ Σύνοδος πρὸ τῆς καθαιρέσεώς του τὸν ἀποκαλοῦσε εὐλαβέστατο, μετὰ τὴν καθαίρεση ἁπλῶς Ἄνθιμο, ὅ,τι συναντᾶται σὲ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ ἀκαθαίρετοι κληρικοὶ ρυπαίνουν «τὴν ἱερὰν κοινωνίαν».

Ἀλλοῦ στὰ πρακτικὰ λέγεται: «...καὶ ἀνιάτως πρὸς τὴν οἰκείαν ἔχειν δυσσέβειαν (ὁ Ἄνθιμος), καθαιρέσεως αὐτῷ προῆλθε ψῆφος, ἀρχθεῖσα μὲν ἀπὸ Ἀγαπητοῦ τοῦ τῆς ὁσίας καὶ ἀοιδίμου μνήμης προέδρου τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης, συμπερασθεῖσα δὲ παρὰ Μηνᾶ τοῦ ἁγιωτάτου τῆς βασιλίδος πατριάρχου, καὶ τῆς παρ’ αὐτῷ συγκροτηθείσης εὐαγεστάτης συνόδου. κἀντεῦθεν οὐ τῆς Τραπεζουντίων μόνον διαπέπτωκεν Ἄνθιμος ὁ μνημονευθείς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἱερατικῆς ἀξίας τε καὶ ἐνεργείας τοῦ παντὸς χωρισθεὶς τῆς ἁγιωτάτης ἐκκλησίας σώματος...». Καὶ κατωτέρω: «προσιέμεθα (=ἀποδεχόμαστε) τὴν ἐπὶ Ἀνθίμῳ καθαίρεσιν...ἀλλότριον τοῦτον ὁριζόμεθα πάσης ἱερατικῆς ἀξίας τε καὶ ἐνεργείας, καὶ αὐτῆς δὲ τῆς καθολικοῦ προσηγορίας, ὥσπερ γάρ, οὐδεμία τῷ σκότει πρὸς τὸ φῶς κοινωνία, οὕτως οὐδὲ καταῤῥυπαίνεσθαι τὰς ἱερὰς προσήκει λειτουργίας ὑπ’ ἀνδρῶν οὐκ εἰλικρινῶς τὸν Δεσπότην πρεσβευόντων Χριστὸν τὸν ἀληθινὸν Θεόν». Ὁ Ἄνθιμος χρημάτισε Πατριάρχης Κπόλεως τὸ 535-536, ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν ἐξ ἀρχῆς μονοφυσίτης,  αὐτοκράτειρα Θεοδώρα τὸν ὤθησε πρὸς τὴν διδασκαλία τοῦ Σεβήρου καὶ τὸν προώθησε στὸν θρόνο25. Ὡς πρὸς τὴν καθαίρεση τοῦ Ἀνθίμου ποὺ κάνει ἀναφορὰ τὸ κείμενο· αὐτὴν τὴν καθαίρεση κάνει ἀποδεκτὴ ὁ Πέτρος Ἱεροσολύμων συνοδικῶς καὶ τὴν ἀποδέχθηκε διότι θὰ κατερρυπαίνοντο οἱ ἱερὲς λειτουργίες ἐὰν παρέμενε ἀκαθαίρετος. «οὕτως οὐδὲ καταῤῥυπαίνεσθαι τὰς ἱερὰς προσήκει λειτουργίας ὑπ’ ἀνδρῶν οὐκ εἰλικρινῶς τὸν δεσπότην...».

 

Ἡ Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀποδέχθηκε τὸν μολυσμὸ ἐκ τῆς διαμνημονεύσεως ἀκαθαιρέτου αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, (γιὰ τὴν τεκμηρίωσή του ὁ ἀναγνώστης ἂς ἀνατρέξει σσ. 172κ.ἑ.).

Ὁ Μητροπ. Μελέτιος (Καλαμαράς) λέγει: «Ἡ αἵρεσις καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς μιαίνει τὴν καθαρότητα τῶν μυστηρίων. Ἄρα, ἡ καθαίρεσις τοῦ πάπα ἦτο χρέος ἔναντι τῆς καθαρότητος καὶ σωτηριώδους ἐνεργείας τῶν ἁγίων Μυστηρίων, ἀφοῦ αὐτὰ μιαίνονται, ὅταν κατ’ αὐτὰ μνημονεύωνται αἱρετικοὶ ἐπίσκοποι...»Αὐτὰ τοῦ Μελετίου ἔχουν τὴν ἀναφορά τους στὴν Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.

(Ιερομονάχου Ευγενίου-Η έννοια του μολυσμού.Οι σχετικές παραπομπές των κειμένων υπάρχουν στο βιβλίο.Ευχαριστούμε τον Γέροντα για την άδεια δημοσίευσης αποσπασμάτων του βιβλίου του.)

Η ύπαρξη του μολυσμού από μαρτυρίες στην Γραφή, στις Οικουμενικές Συνόδους και στους Αγίους Πατέρες (Γ)



ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ 

 Υπενθυμίζουμε στους αναγνώστες του ιστολογίου ότι υβριστικά σχόλια ή σχόλια που θυμίζουν εκθέσεις ιδεών, χωρίς την απαραίτητη θεολογική τεκμηρίωση, ΔΕΝ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ. Οι μέχρι τώρα δημοσιεύσεις ορισμένων σχολίων έδειξαν την θεολογική ανεπάρκεια των σχολιαστών. 

ΜΕΡΟΣ-Γ

Ο μολυσμὸς καὶ ἡ σχέση του μὲ τὴν ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» κατὰ τὸ «consensus Patrum»(=συμφωνία πατέρων)

 

Ὁ 2ος ἱερὸς Κανόνας τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου διορίζει:

«Πάντας τοὺς εἰσιόντας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ τῶν ἱερῶν Γραφῶν ἀκούοντας, μὴ κοινωνοῦντας δὲ εὐχῆς ἅμα τῷ λαῷ, ἢ ἀποστρεφομένους τὴν μετάληψιν τῆς Εὐχαριστίας, κατά τινα ἀταξίαν, τούτους ἀποβλήτους γίνεσθαι τῆς Ἐκκλησίας, ἕως ἂν ἐξομολογησάμενοι καὶ δείξαντες καρποὺς μετανοίας καὶ παρακαλέσαντες, τυχεῖν δυνηθῶσι συγγνώμης.

Μὴ ἐξεῖναι δὲ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις, μηδὲ κατ’ οἴκους συνελθόντας συνεύχεσθαι τοῖς μὴ τῇ ἐκκλησίᾳ συνευχομένοις, μηδὲ ἐν ἑτέρᾳ Ἐκκλησίᾳ ὑποδέχεσθαι τοὺς ἐν ἑτέρᾳ Ἐκκλησίᾳ μὴ συναγομένους. Εἰ δὲ φανείη τις τῶν Ἐπισκόπων, ἢ Πρεσβυτέρων, ἢ Διακόνων, ἤ τις τοῦ Κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καὶ τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι, ὡς ἂν συγχέοντα τὸν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας».

 

 

Ὁ δὲ 10ος ἱερὸς Ἀποστολικὸς Κανόνας κελεύει : «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω».

Οἱ ἐπίσημοι ἑρμηνευτὲς τοὺς ἱεροὺς αὐτοὺς Κανόνες ἑρμηνεύουν ὡς ἰσχύοντες γι’ αὐτὸν ποὺ ἔχει τεθεῖ ἐκτὸς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τὸν ἀφορισθέντα, (βλ. τὶς σχετικὲς ἑρμηνεῖες τους ΡΠΣ2,14). Τὰ ἴδια λέγει καὶ ὁ ὅσιος Νικόδημος ἀκολουθώντας τοὺς προηγουμένους, (βλ. Πηδάλιον, 13, 407-408). Ὡς θὰ δειχθεῖ ὅμως, ἀμέσως κατωτέρω, οἱ ἴδιοι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἀλλὰ καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες τὸ προκείμενο θέμα ἐξέλαβαν καὶ ἀπὸ μὴ καταδικασθέντα αἱρετικό.

Καταχωροῦμε τὴν πολὺ γνωστὴ ἐπιστολὴ τοῦ Μ. Ἀθανασίου πρὸς «Μονάζοντας» :

«Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχουν μερικοὶ ἀρειανόφρονες, οἱ ὁποῖοι περιέρχονται τὰ μοναστήρια γιὰ κανένα ἄλλο σκοπό, παρὰ νὰ ἐξαπατήσουν τοὺς ἁπλοϊκούς, σὰν νὰ εἶναι ἀπεσταλμένοι τάχα ἀπὸ ἐμᾶς. Ὑπάρχουν δὲ καὶ μερικοὶ οἱ ὁποῖοι διαβεβαιώνουν μὲν ὅτι δὲν φρονοῦν τὴν διδασκαλία τοῦ Ἀρείου, ἀλλὰ συγκαταβαίνουν καὶ συνεύχονται μαζί τους στὸν ἴδιο τόπο. Κατ’ ἀνάγκη λοιπὸν ἔσπευσα, ἐπειδὴ μὲ παρεκάλεσαν μερικοὶ σταθερώτατοι ἀδελφοί, νὰ σᾶς γράψω, ὥστε νὰ φυλάσσετε ἀκέραιη καὶ ἀνόθευτη τὴν εὐσεβῆ πίστη, τὴν ὁποία διατηρεῖ σ΄ ἐσᾶς ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μὴ δώσετε ἀφορμὴ σκανδαλισμοῦ στοὺς ἀδελφούς. Διότι ὅταν μερικοὶ δοῦν ἐσᾶς τοὺς πιστοὺς στὸν Χριστὸ νὰ συνέρχεσθε καὶ νὰ κοινωνεῖτε μαζί τους, ὁπωσδήποτε θὰ ὑπονοήσουν ὅτι εἶναι ἀδιάφορο καὶ ἔτσι θὰ πέσουν στὸν βόρβορο τῆς ἀσεβείας. Γιὰ νὰ μὴ συμβεῖ λοιπὸν αὐτό, θελήσατε, ἀγαπητοί, αὐτοὺς ποὺ φανερὰ φρονοῦν τὰ τῆς ἀσεβείας νὰ τοὺς ἀποστρέφεσθε. Αὐτοὺς ποὺ νομίζουν ὅτι δὲν φρονοῦν τὰ τοῦ Ἀρείου, κοινωνοῦν ὅμως μετὰ τῶν ἀσεβῶν νὰ φυλάγεστε καὶ μάλιστα αὐτῶν τῶν ὁποίων ἀποστρεφόμαστε τὸ φρόνημα, ἀπ’ αὐτοὺς πρέπει νὰ φύγουμε τὴν κοινωνίαἘὰν δὲ κάποιος προσποιεῖται μὲν ὅτι ὁμολογεῖ τὴν ὀρθὴ πίστη, φαίνεται ὅμως ὅτι κοινωνεῖ μ’ ἐκείνους, νὰ τὸν προτρέψετε νὰ ἀπέχει ἀπ’ αὐτὴν τὴν συνήθεια καὶ ἐὰν μὲν τὸ ὑποσχεθεῖ, νὰ τὸν ἔχετε ὡς ἀδελφό, ἐὰν δὲ φιλονείκως ἐπιμένει, νὰ παραιτηθεῖτε. Γιατὶ ἐὰν ἔτσι διατελεῖτε θὰ διατηρήσετε τὴν πίστη καθαρὴ καὶ ἐκεῖνοι βλέποντες ἐσᾶς θὰ ὠφεληθοῦν, ἐπειδὴ θὰ φοβηθοῦν μήπως θεωρηθοῦν ὡς ἀσεβεῖς καὶ ὅτι πιστεύουν τὴν διδασκαλία ἐκείνων».

 

Ἡ πολὺ σημαντικὴ αὐτὴ ἐπιστολὴ διδάσκει δύο ἀρχὲς (=θεμελιώδεις κανόνες), ἡ πρώτη «ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους ἀπὸ τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν» καὶ ἡ δευτέρα «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω». Μέσα στὴν εὐρύτερη προσπάθεια ποὺ καταβάλλει αὐτὴ ἡ ἐργασία εἶναι νὰ διασώζεται τὸ «consensus Patrum» στὰ παρατιθέμενα πατερικὰ ἀποσπάσματα, ὡς ἤδη ἐλέχθη. Θὰ καταχωρηθοῦν λοιπὸν ἕξι παραθέσεις ποὺ ἔχουν τὴν ἀναφορά τους σ’ αὐτὴν τὴν συγκεκριμένη ἐπιστολὴ διαχρονικῶς εἰς τοὺς Πατέρες.

Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέγει: «Τοῦ τε ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος, μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ μὴν μηδὲ πρὸς τοὺς κοινωνοῦντας μετὰ τῶν ἀσεβῶν»Καὶ οἱ δύο ἀρχὲς γίνονται ἀποδεκτὲς ἀπὸ τὸν Ὅσιο καὶ στὴν προκειμένη περίπτωση καὶ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω».

Ὁ ἅγιος Ἰωσὴφ Πατριάρχης Κπόλεως καὶ ἡ Σύνοδός του, γιὰ τὸ ἐν λόγῳ θέμα, λέγουν:

«Ὅρα γοῦν τὸν θαυμάσιον ἐν τούτοις τί δια τάττεται. Κἂν τὴν ὑγιῆ μὲν ὁμολογῶσι πίστιν, φησί, πρὸς δὲ τοὺς μὴ ὀρθόφρονας κοινωνίαν ἔχωσιν, ἀπέχετε ἀπ’ αὐτῶν, εἰ μὴ μεταβάλλοιντο καὶ τῆς τῶν τοιούτων κοινωνίας ἑαυτοὺς ἀφιστῶσι, καὶ ἀδελφοὺς αὐτοὺς μὴ ἔχετε. Εἰ δὲ τοὺς μόνον κοινωνοῦντας ἑτεροδόξοις, εἰ καὶ ὀρθοδοξοῦσιν, ἀποβάλλεσθαι χρή, πόσῳ μᾶλλον Ἰταλούς, ἀποφευκτέον, αὐτοὺς προηγουμένως νυνὶ τολμῶντας τὴν βλασφημίαν τοῦ Πνεύματος»

 

Εἶναι διαταγὴ ἑρμηνεύει τὸ συνοδικὸ κείμενο, νὰ μὴν ἔχουμε κοινωνία μὲ ὀρθόφρονες, ποὺ μετὰ ἀπὸ παραγγελία δὲν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τοὺς «μὴ ὀρθόφρονας» καὶ μάλιστα «ἀδελφοὺς αὐτοὺς μὴ ἔχετε». Ἡ ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» γίνεται ἀποδεκτὴ συνοδικῶς.

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς ἐπὶ τῆς ἰδίας ἐπιστολῆς λέγει:

«Καὶ ὁ μέγας Βασίλειος... καὶ ἐν τῇ πρὸς μονάζοντας ἐπιστολῇ· "Εἴ τινες τὴν ὑγιῆ ὀρθόδοξον πίστιν προσποιοῦνται ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δὲ τοῖς ἑτερόφροσι, τοὺς τοιούτους εἰ μετὰ παραγγελί- αν μὴ ἀποστῶσιν, μὴ μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλὰ μηδὲ ἀδελφούς ὀνομάζειν"».

 

 

Καὶ ἐδῶ γίνεται ἀποδεκτὴ ἡ ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω». Μὲ τὴ μόνη διαφορὰ ὅτι ὁ ἅγιος Μᾶρκος τὴν ἐπιστολὴ πρὸς «Μονάζοντας» τὴν καταχωρεῖ στὸν Μ. Βασίλειο, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας ἐπιστολῆς. Ὅλες οἱ ἑπόμενες παραθέσεις τὴν καταχωροῦν σ’ αὐτὸν τὸν Ἅγιο (καὶ ἡ προ ηγουμένη παράθεση τοῦ συνοδικοῦ κειμένου τὴν καταχωρεῖ στὸν Μ. Βασίλειο).

Ὁ δὲ Μελέτιος ὁ Γαλησιώτης ἐπὶ τῆς προκειμένης λέγει:

« Καὶ πάλιν ὁ περίφημος Βασίλειος εἴρηκε·

Οἱ πίστιν προσποιούμενοι τὴν ὑγιᾶ φυλάττειν,

ἀνδράσι κοινωνοῦντες δὲ κακοῖς ἑτεροδόξοις,

εἰ μετὰ πλείστας συμβουλὰς αὐτῶν οὐκ ἀποσταῖεν, οὐ μόνον λογισθήσονται παρὰ τοῖς ὀρθοδόξοις

ἀνάξιοι τῆς μετ’ αὐτῶν ὑπάρχειν κοινωνίας,

ἀλλ’ οὐδὲ δίκαιον αὐτοὺς εἰς ἀδελφοὺς καλεῖσθαι».

 

Ἡ ἴδια ἀρχὴ ἔγινε ἀποδεκτὴ καὶ ἀπὸ τὸν ὅσιο Μελέτιο.

 

Ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος λέγει:

«"Ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτων καὶ ἀπὸ τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν" τοῦ Μεγάλου Βα-σιλείου φωνή».

 

Καὶ ὁ Βρυέννιος ἀποδέχεται τὴν ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω».

 

Ὁ δὲ Ἱερομ.-κανονολόγος Ματθαῖος Βλάσταρις σχετικῶς λέγει:

«πρὸς γὰρ τοὺς μονάζοντας ὁ μέγας ἐπιστέλλων Βασίλειος», στὴν συνέχεια παραθέτει τὴν ἐπιστολὴ ὅπως εἶναι καταχωρημένη ἀνωτέρω καὶ ἐπιλέγει: «Εἰ δὲ τοὺς κοινωνοῦντας μόνον ἑτεροδόξοις, εἰ καὶ τῆς ὑγιοῦς οὐ μεθίενται (=ἀπέχουν) δόξης, οὐκ ὤετο (=νόμιζε) δεῖν ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος εὐθυνῶν ἄνευ προσίεσθαι (=προσδέχεσθαι). πῶς οὐκ ἂν εἴη δεινὸν καὶ τῆς οἱασοῦν ἀξιοῦν κοι- νωνίας τοὺς περὶ τὰ καίρια τῶν τῆς ἐκκλησίας δογμάτων ἐληλεγμένας ἐσφάλθαι (δηλαδὴ τοὺς Λατίνους)»

Καὶ ὁ ἱερὸς Ματθαῖος κάνει ἀποδεκτὴ τὴν ἴδια ἀρχή.

Ἔγινε λοιπὸν ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ἡ ἀρχὴ « ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» καὶ μάλιστα ἀπὸ ἀκατακρίτῳ «ἀκοινωνήτῳ». Καὶ λέγουμε ἀπὸ ἀκατακρίτῳ διότι σὲ τέτοιο ἀναφέρονται καὶ ὁ Μ. Ἀθανάσιος καὶ ὁ Μ. Βασίλειος, (βλ.σσ. 640-641, 560κ.ἑ.).

Ὡς ἐκ τούτου καὶ οἱ Πατέρες ποὺ ἀποδέχθηκαν τὴν ἐπιστολὴ αὐτή, τὴν ἐξέλαβαν ὡς ἀπὸ ἀκρίτους αἱρετικοὺς καὶ τὴν ἐφάρμοσαν ὡς πρὸς τοὺς Παπικοὺς μὲ τὴν ἑξῆς ἔννοια: ἐὰν ἰσχύει ὡς πρὸς ἀκρίτους αἱρετικοὺς πόσο περισσότερο ὡς πρὸς τοὺς Παπικούς. Λ.χ. γράφει τὸ συνοδικὸ κείμενο τοῦ ἁγίου Ἰωσὴφ Πατριάρχου Κπόλεως: «Εἰ δὲ τοὺς μόνον κοινωνοῦντας ἑτεροδόξοις, εἰ καὶ ὀρθοδοξοῦσιν, ἀποβάλλεσθαι χρή»· μέχρις ἐδῶ ἡ ἀναφορὰ εἶναι ὡς πρὸς τὴν ἐπιστολή, στὴν συνέχεια τὴν ἀντιπαραβάλλουν μὲ τοὺς Παπικούς:

«πόσῳ μᾶλλον Ἰταλούς, ἀποφευκτέον, αὐτοὺς προηγουμένως...»

Κάποιες παρατηρήσεις:

1)    Ἔτυχε καθολικῆς ἀποδοχῆς ἡ ἐπιστολὴ αὐτή. Ἡ ἴδια ἐπιστολὴ γράφηκε τὸν 4ο αἰ., εἴτε ἀπὸ τὸν Μ. Βασίλειο, εἴτε ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο καὶ ὅτι τὴν ἀποδέχονται καὶ οἱ δύο αὐτοὶ Μεγάλοι Ἀρχιερεῖς θεωροῦμε ὅλως περιττὸν καὶ νὰ τὸ ἀναφέρουμε. Τὸν 9ο αἰ. ἀπὸ τὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, τὸν 13ο αἰ. ἀπὸ τὴν Σύνοδο τοῦ ἁγίου Ἰωσὴφ Πατριάρχου Κπόλεως καὶ τὸν ὅσιο Μελέτιο τὸν Γαλησιώτη, τὸν 14ο αἰ. ἀπὸ τὸν Ἱερομ.-κανονολόγο Ματθαῖο Βλάσταριν, τὸν 15ο αἰ. ἀπὸ τὸν σοφὸ Ἰωσὴφ Βρυέ- νιο καὶ τὸν ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικὸ καὶ τέλος τὸν 17ο αἰ. ἀπὸ τὸν ἱερὸ Δοσίθεο Πα- τριάρχη Ἱεροσολύμων, (βλ. τὴν σχετικὴ ἑνότητα τῶν «Παραλειπομένων» σσ. 679 κ.ἑ.).

2)    Ἔγιναν ἀποδεκτὲς οἱ δύο ἀρχὲς ποὺ περιέχει: «Ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους ἀπὸ τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν» καὶ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω».

3)    Εἶναι ὑποχρεωτικὲς οἱ δύο ἀνωτέρω ἀρχὲς τῆς ἐπιστολῆς (βλ. Νο 2). Τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῶν ἑρμηνειῶν: Τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου: «Τοῦ τε ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος», ὡς προσταγὴ τὸ ἑρμηνεύει. Τοῦ συνοδικοῦ κειμέ- νου τοῦ ἁγίου Ἰωσὴφ Πατριάρχου Κπόλεως: «Ὅρα γοῦν τὸν θαυμάσιον ἐν τούτοις τί διατάττεται», ὡς διαταγὴ τὸ ἑρμηνεύει. Τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καὶ τοῦ ὁσίου Μελετίου τοῦ Γαλησιώτου: «μὴ μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλὰ μηδὲ ἀδελφοὺς ὀνομάζειν», ὡς ὑποχρεωτικὸ τὸ ἐκλαμβάνουν. Τοῦ δὲ Ἱερομ.- κανονολόγου Ματθαίου Βλαστάρεως «οὔκ ὤετο δεῖν ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος εὐθυνῶν ἄνευ προσίεσθαι», αὐτοὶ ποὺ θὰ κοινωνήσουν μὲ τοὺς κοινωνοῦντες μὲ τοὺς ἀκοινωνήτους τοῦτο γεννᾶ εὐθύνες, μολονότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ κοινωνοῦντες μὲ τοὺς ἀκοινωνήτους δὲν ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν ὀρθὴ δόξα «εἰ καὶ τῆς ὑγιοῦς οὐ μεθίενται δόξης».

Ἀλλὰ καὶ τῆς ἰδίας ἐπιστολῆς: «ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους ἀπὸ τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν», τὸ «προσήκει» δὲν ἀφήνει περιθώρια δυνητικῆς ἑρμηνείας. Πρέπει νά φύγουμε. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν ὀρθόδοξο ποὺ συνεχίζει νὰ συμπροσεύχεται μετὰ ἀπὸ παραγγελία μὲ ἀκοινώνητο αἱρετικὸ θὰ πρέπει νὰ παραιτηθοῦμε νὰ τὸν ἔχουμε ὡς ἀδελφό: «καὶ ἐὰν μὲν ἐπαγγέληται, ἔχετε τὸν τοιοῦτον ὡς ἀδελφόν· ἐὰν δὲ φιλονείκως ἐπιμένει, τὸν τοιοῦτον παραιτεῖσθαι», (βλ. καὶ τὴν ἀμέσως ἑπομένη παράθεση κατωτέρω ὡς ἐντολὴ τὸ ἐξέλαβαν καὶ οἱ μοναχοὶ τοῦ Μ. Ἀθανασίου, «διὰ τὸ ἔχειν ἡμᾶς ἐντολῆς παρὰ τοῦ πατρὸς ἡμῶν»).

Σαφέστατα λοιπὸν καταδεικνύεται ὅτι οἱ ἀρχές: «ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους ἀπὸ τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν» καὶ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω», εἶναι ὑποχρεωτικές.

4)        Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ τὸ «κοινωνοῦντας» ἑρμηνεύεται ὡς συμπροσευχομέ- νους καὶ τοῦτο διότι γράφεται στὴν ἐπιστολή: « Ὅταν γάρ τινες ἡμᾶς τοὺς ἐν Χριστῷ πιστοὺς θεωρήσαντες μετ’ αὐτῶν συνερχομένους καὶ κοινωνοῦντας,...» καὶ μόλις ἀνωτέρω ἑξηγεῖται ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιστολῆς τί ἐννοεῖται: «συγκαταβαίνοντες δέ, καὶ μετ’ αὐτῶν εὐχόμενοι ἐπὶ τὸ αὐτό». Δηλαδὴ τὸ «συνερχομένους καὶ κοινωνοῦντας» ἀναφέρεται στὸ «εὐχόμενοι ἐπὶ τὸ αὐτό». Συνεπῶς· Τὸ «ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους ἀπὸ τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν» ἑρμηνεύεται, αὐτῶν ποὺ ἀποστρεφόμαστε τὸ φρόνημα ἀπ’ αὐτοὺς πρέπει νὰ φεύγουμε τὴν συμπροσευχή τους. Καὶ τὸ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» ἑρμηνεύεται, αὐτὸς ποὺ συμπροσεύχεται μὲ τὸν ἀκοινώνητο δὲν πρέπει νὰ συ- μπροσευχόμαστε μαζί του.

5)        «ἀλλ’ οὐδὲ δίκαιον αὐτοὺς εἰς ἀδελφοὺς καλεῖσθαι». Δὲν πρέπει νὰ ἀποκαλοῦνται ὡς ἀδελφοὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ὄντες Ὀρθόδοξοι στὸ φρόνημα, δὲν ἀπομακρύνονται, μετὰ ἀπὸ παραγγελία, ἀπὸ τὴν συμπροσευχὴ τῶν ἑτεροδόξων.

(Ιερομονάχου Ευγενίου .Η  έννοια του μολυσμού. Οι παραπομπές των κειμένων βρίσκονται στο βιβλίο.Ευχαριστούμε τον Γέροντα για την άδεια δημοσίευσης αποσπασμάτων του βιβλίου του.)

Η ύπαρξη του μολυσμού από μαρτυρίες στην Γραφή, στις Οικουμενικές Συνόδους και στους Αγίους Πατέρες (Δ)




ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ 

 Υπενθυμίζουμε στους αναγνώστες του ιστολογίου ότι υβριστικά σχόλια ή σχόλια που θυμίζουν εκθέσεις ιδεών, χωρίς την απαραίτητη θεολογική τεκμηρίωση, ΔΕΝ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ.

 

ΜΕΡΟΣ Δ-

Ὁ ὅσιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων λέγει: «Ὁ συνευχόμενος αἱρετικῷ ἐν ἐκκλησίᾳ ἢ ἐν οἴκῳ, ἀκοινώνητος ἔστω καὶ αὐτός».

Ἐφαρμόζοντας τὴν ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ ἐκ τοῦ ὅλου τὸ μέρος, σ’ αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα τοῦ ὁσίου Σωφρονίου προκύπτει ὅτι ἀναφέρεται ὡς πρὸς ἀκαταγνώστῳ «αἱρετικῷ». Καὶ τοῦτο διότι λίγο κατωτέρω λέγει: «ὡς γὰρ ὅσιοι ἱερεῖς ἁγιάζουσιν οὕτως οἱ ἐναγεῖς (Ἱερεῖς σ.σ.) μιαίνουσι» (τὸν τόπο διὰ τῆς ἀσεβείας τους). Ἀναφέρεται σὲ μὴ κα- θηρημένους καθὼς τοὺς ἀποκαλεῖ ὡς Ἱερεῖς. Καὶ ἐὰν δὲν μπορεῖτε οὔτε σὲ οἶκο οὔτε σὲ Ἐκκλησία νὰ συναθροισθεῖτε, «ὦ ἐπίσκοπε», τό- τε ὁ καθένας νὰ ψάλλει, ἀναγιγνώσκει, προσεύχεται μόνος του. «εἰ δὲ μήτε ἐν οἴκῳ ἅμα μήτε ἐν ἐκκλησίᾳ δυνατὸν συναθροισθῆναι, ἕκαστος ἑαυτῷ ψαλλέτω, ἀναγινωσκέτω, προσευχέσθω...». Γιατί ὅμως πρέπει νὰ προσεύχεται ὁ καθένας μόνος του; Διότι στὴν ἀντίθετη περίπτωση, ἐὰν συμπροσευχηθεῖ μὲ τὸν αἱρετικό, καθιστᾶ τὸν ἑαυτό του ἀκοινώνητο ὑποπίπτοντας στὴν ἀκοινωνησία ποὺ ἐπιβάλλει ὁ Ὅσιος ὡς ἐπιτίμιο καὶ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ αὐθαιρεσία, ἀλλὰ κα ταγράφει τὴν ἀποστολικὴ παράδοση ὅπως φαίνεται ἐξ ὅλων τῶν Ἐξαγγελιῶν του. «Ὁ συνευχόμενος αἱρετικῷ ἐν ἐκκλησίᾳ ἢ ἐν οἴκῳ ἀκοινώνητος ἔστω καὶ αὐτός». Ἑρμηνεύοντας ἔτσι τὸ «ἀκοινωνήτῳ» τοῦ 10ου Ἀποστολικοῦ ὅτι ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς ἀνεξέλεγκτο.

 Μία ἀπόδειξη ὅτι ὄντως ἀποτελεῖ τὸ «consensus Patrum» ἡ ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω», ἀπὸ ἀκατάκριτο

«ἀκοινωνήτῳ» εἶναι ἡ ἐπομένη παράθεση τοῦ ἱεροῦ Δοσιθέου Πα- τριάρχου Ἱεροσολύμων, τὸν 17ο αἰῶνα: «...ἐνταῦθα μνημονευτέον καὶ οὗπερ γράφει ὁ Βασίλειος ἐπιστολῇ τετάρτῃ πρὸς Μελέτιον, ἔδοξε παρακαλέσαι τοὺς ἐν Δύσει μὴ ἀκρίτως δέχεσθαι τὰς κοινωνί- ας τῶν ἐκ τῆς Ἀνατολῆς ἀφικνουμένων, ἀλλ’ ἐκ τῆς μαρτυρίας τῶν κανονικῶν προσλαμβάνεσθαι, καὶ μὴ παντὶ γράφοντι πίστιν ἐπὶ προφάσει τῆς ὀρθοδοξίας προστίθεσθαι, οὕτω γὰρ εὑρεθήσονται τοῖς μαχομένοις κοινωνοῦντες. ταῦτα ὁ Βασίλειος. ἐν οἷς σημείωσαι πρῶτον, ὅτι οὐ καινοτομῶν ὁ μέγας Βασίλειος, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἀρχαῖον καὶ πάτριον ἔθος ἔγραψε τοῖς Δυτικοῖς φυλάττεσθαι μὴ δέχεσθαι τοὺς Αἱρετικούς, μήτε πιστεύειν αὐτοῖς, ἵνα μὴ κοινωνοὶ γίνωνται αὐτοῖς, καὶ γίνονται καὶ αὐτοὶ οἱ Δυτικοὶ ἀκοινώνητοι κοινωνοῦντες τοῖς ἀκοινωνήτοις».Ἀποτελοῦσε  λοιπὸν «Ἀρχαῖον καὶ πάτριον ἔθος (=συνήθεια)»  ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» ἀπὸ ἀκαταγνώστῳ «ἀκοινωνήτῳ».

Συνοψίζοντας, αὐτοὶ ποὺ ἐξέλαβαν τὸ «ἀκοινωνήτῳ» τῆς ἀρχῆς

«ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» ἀπὸ ἀνεξέλεγκτο αἱρετικὸ εἶναι οἱ: Μ. Ἀθανάσιος, οἱ Ταβεννησιῶτες μοναχοὶ (καὶ πίσω ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς μοναχοὺς καὶ ὁ ὅσιος Θεόδωρος Ἡγιασμένος καὶ ὅλοι οἱ τότε μοναχοὶ-ἀσκητὲς τῆς Αἰγύπτου), Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁσία Μελάνη ἡ Ρωμαία, ὅσιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, ἅγιος Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητὴς Πατριάρχης Κπόλεως, ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ἅγιος Ἰωσὴφ Πατριάρχης Κπόλεως καὶ ὅλη ἡ Σύνοδος ποὺ ὑπέγραψε τὸ συγκεκριμένο κείμενο ποὺ καταχωρήθηκε ἀνωτέρω, ὅσιος Μελέτιος ὁ Γαλησιώτης, ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Πατριάρχης Κπόλεως , Ἰωσὴφ Βρυέννιος, ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ἱερὸς Δοσί-θεος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων. Καὶ τέλος, ὅλοι οἱ Ἅγιοι κατὰ τὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη καὶ τὸν ἱερὸ Δοσίθεο.

Ἡ δὲ Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐξηγεῖ τὸ γιατὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι κοινωνικὸς ὁ αἱρετικὸς ὑπὸ τοῦ ὀρθοδόξου. Διότι μολύνονται τὰ μυστήρια ἐκ τῆς κοινωνίας (μνημονεύσεώς) του - ὁ μολυσμὸς αὐτὸς δὲν ἔχει τὴν ἔννοια τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ἐνυποστάτου τῆς ἱερωσύνης καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ ἔχουμε ἀνυπόστατα μυστήρια .Αὐτὰ τῆς Ε’ ἑρμηνεύουν ὅτι ἡ ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς μὴ κατεγνωσμένῳ «ἀκοινωνήτῳ».

 ρχ « κοινωνν κοινωνήτ κοινώνητος στω» λοιπν δν πρέπει ν κλαμβάνεται ς μόνον μετ π τν φορισμό, ς λέγουν ο πίσημοι ρμηνευτές, λλ κα πρ ατος ξάγεται π τν ποστολικν κα πατερικν μαρτυριν πο παρετέθησαν.

Ὡς πρὸς τὴν πρώτη χιλιετηρίδα: ἡ ἐντολὴ αὐτὴ τηρήθηκε ἀπὸ τὸ ποίμνιο τῶν Ὀρθοδόξων τὶς περιόδους ἐπὶ Μ. Ἀθανασίου, ἐπὶ Μ. Βασιλείου, ἐπὶ ἁγίου Νικηφόρου Πατριάρχου Κπόλεως· τὴν περίοδο αὐτὴ τοῦ ἁγίου Νικηφόρου ἔζησε καὶ ὁ ἄλλος μέγιστος ἡγέτης τῶν Ὀρθοδόξων, ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν Ὅσιο τὸ ζήτημα ποὺ ἐξετάζεται σ’ αὐτὴν τὴν συνάφεια ἀφορᾶ καὶ τοὺς ἁγίους Ἱεράρχες Γρηγόριο Θεολόγο καὶ Ἰωάννη Χρυσόστομο. Συνεπῶς πρέπει νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ αὐτὲς οἱ περίοδοι αὐτῶν τῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν. Ἄλλωστε σύγχρονη μὲ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο ἦταν καὶ ἡ ὁσία Μελάνη ἡ Ρωμαία, ἡ ὁποία ἐπιβεβαιώνει τὴν τήρηση τῆς ἀξωματικῆς ἀρχῆς «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» ἀπὸ ἀκατάκριτο «ἀκοινωνήτῳ». Ἀλλὰ κατὰ τὸν ὅσιο Θεόδωρο, αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀφορᾶ καὶ ὅλους τοὺς Ἁγίους μέχρι τὴν ἐποχή του, οἱ ὁποῖοι Ἅγιοι ἐντέλλονται τὴν τήρησή του, πάντα κατὰ τὸν αὐτὸν ὅσιο Πατέρα καὶ κατὰ συνέπεια αὐτὴ  ἐντολὴ ἀποτελεῖ τὸ

«consensus Patrum».

Ὡς πρὸς τὴν δευτέρα χιλιετηρίδα: ἡγέτες ἦταν ὁ ἅγιος Ἰωσὴφ Πατριάρχης Κπόλεως, ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος, ὁ Μᾶρκος Εὐγενικός, ὁ Μελέτιος Γαλησιώτης· καὶ ὅτι ἰσχύει καὶ σ’ αὐτὲς τὶς περιόδους ἡ ἀνωτέρω ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω», ὄχι μό- νον ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν Παπικῶν ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀκατάγνωστο  «ἀκοινωνήτῳ», φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀποδοχὴ τῆς ἐντολῆς τοῦ Μ. Βασι- λείου (σ’ αὐτὸν τὸν Ἱεράρχη ἐπιγράφουν τὴν πρὸς «Μονάζοντας» ἐπιστολὴ) ποὺ ἔκαναν οἱ Ἅγιοι αὐτῆς τῆς χιλιετηρίδος, [ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ποὺ πραγματοποίησε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Πατριάρχης Κπόλεως στὸν ἑαυτό του, ( βλ. ὑποσ. 427)]. Ἄλλωστε δἐν θἀ μποροῦσαν παρὰ νἀ ἀκολουθήσουν τὴν διδασκαλία καὶ πράξη τοῦ συνόλου τῶν Ἅγίων τῆς πρώτης χιλιετηρίδος.

Τὸ ὅτι ἰσχύει ἡ ἀρχὴ «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» ἀπὸ ἀκρίτῳ «ἀκοινωνήτῳ» στὶς περιόδους ὅλων τῶν αἰώνων -πρώτης καὶ δευτέρας χιλιετηρίδος- καταδει- κνύεται καὶ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ὁ ἄλλος ἡγέτης τῶν Ὀρθοδόξων Δοσίθεος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων τὸν 17ο αἰῶνα λέγει ὅτι τοῦτο ἀποτελοῦσε ἀρχαῖο καὶ πατερικὸ ἔθος (=συνήθεια), δηλαδὴ μὲ ἄλλα λόγια τὸ «consensus Patrum». Καὶ ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι πρόκειται περὶ ἐντολῆς, μίας ἐντολῆς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τέτοια ἀναστήματα ἁγιότητος καὶ πίσω ἀπ’ αὐτοὺς ἀσφαλῶς ὑποκρύπτεται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ ἡ ὁποία ἐντολὴ διέρχεται δι’ ὅλων τῶν αἰώνων καὶ καταφθάνει καὶ στὴν ἐποχή μας.

 

(Ιερομονάχου Ευγενίου .Η  έννοια του μολυσμού. Οι παραπομπές των κειμένων βρίσκονται στο βιβλίο. Ευχαριστούμε τον Γέροντα για την άδεια δημοσίευσης αποσπασμάτων του βιβλίου του.)