Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΙΚΑΙΑ ΤΗΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΉ ΝΙΚΑΙΑ ΤΟΥ 2025



(Μια προσπάθεια αποκρυπτογράφησης των πρακτικών του οικουμενιστικού θεάτρου στην Νικαια  τον  Νοέμβριο του 2025).

Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.

Εισαγωγικά

Ο,τι γράφεται στην συνέχεια είναι μια προσπάθεια αποκρυπτογράφησης των γεγονότων που συνέβησαν στην Νίκαια της Βιθυνίας τον Νοέμβριο του 2025. Εννοείται ότι ΔΙΑΦΩΝΟΥΜΕ ΠΛΗΡΩΣ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΓΕΝΟΜΕΝΑ (συμπροσευχες κ.λ.π). Όμως επειδή ακατήχητα παπαγαλάκια των ΜΜΕ σε συνεργασία με την οικουμενιστική αρθρογραφία των ημερών έγραψαν  και είπαν αντορθόδοξα και παρασέρνουν πολλούς από το ποίμνιο , αναγκαζόμαστε να συντάξουμε το παρακάτω κείμενο σαν απάντηση σε όλα τα «τσογλάνια του Πάπα» (σύμφωνα με την έκφραση του Μακρυγιάννη), που βάλθηκαν να μας αλλάξουν την Ορθόδοξη πίστη. Να ξεκαθαρίσουμε ότι η Σύνοδος στην  Νίκαια του 325 μ.Χ ήταν μια Σύνοδος που διακήρυξε την ενότητα της πίστης σε μια ΑΓΙΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗ και ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ  Εκκλησία και την καταδίκη της αίρεσης, ενώ η Νίκαια του 2025 ήταν μια οικουμενιστική  συνάντηση ουνιτικού τύπου, που επιδίωξε την ενότητα αιρετικών και ορθοδόξων, καταστρατηγώντας πλήρως το ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΟΥ 325 μ.Χ.  

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια (325 μ.Χ.)

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια (325 μ.Χ.) είναι θεμέλιο της Ορθόδοξης πίστης, όπου οι Άγιοι Πατέρες διατύπωσαν την ομολογία ότι ο Υιός είναι ὁμοούσιος τῷ Πατρί, θεμελιώνοντας το Σύμβολο της Πίστεως.

Οι Άγιοι Πατέρες τονίζουν ότι η αλήθεια της πίστεως δεν αλλάζει:Ὁ Μ. Ἀθανάσιος γράφει πως «ἡ πίστις τῆς Ἐκκλησίας οὐ μεταβάλλεται», ενώ ο  Ἅγιος Βασίλειος διδάσκει ότι «τὸ φυλάξαι ἀκέραιον τὸ παράδοτον» είναι καθήκον κάθε πιστού.

Η Ιστορία του Συμβόλου της Πίστεως.

Σύμβολο της Πίστεως (ή «Πιστεύω») έχει μια πλούσια ιστορία που συνδέεται άμεσα με τις πρώτες Οικουμενικές Συνόδους και την ανάγκη της Εκκλησίας να οριοθετήσει την αλήθεια της πίστης απέναντι σε αιρετικές διδασκαλίες. 

Η ιστορία του διαμορφώθηκε σε δύο κύριες φάσεις:

1. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας (325 μ.Χ.)

Το αρχικό Σύμβολο συντάχθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας, με πρωτοβουλία του Αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο κύριος λόγος ήταν η αντιμετώπιση της αίρεσης του Αρείου (Αρειανισμός), ο οποίος αμφισβητούσε τη θεότητα του Ιησού Χριστού, διδάσκοντας ότι ο Υιός είναι δημιούργημα του Πατέρα και όχι ομοούσιος με Αυτόν. 

Αποτέλεσμα: Η Σύνοδος καταδίκασε τον Αρειανισμό και θέσπισε τα πρώτα επτά άρθρα του Συμβόλου, διακηρύσσοντας ρητά ότι ο Υιός είναι «ομοούσιος τω Πατρί». Δηλαδή το πρώτο μέρος εστίασε στον Πατέρα και τον Υιό, καθορίζοντας το δόγμα της Τριαδικότητας. 

2. Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (381 μ.Χ.)

Παρά το Σύμβολο της Νίκαιας, οι θεολογικές διαμάχες συνεχίστηκαν. Νέες αιρέσεις, όπως οι Πνευματομάχοι, αμφισβητούσαν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος. 

Αποτέλεσμα: Η Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης επικύρωσε το Σύμβολο της Νίκαιας και πρόσθεσε τα τελευταία πέντε άρθρα (από το «Πιστεύω εις το Πνεύμα το Άγιον» και μετά), ολοκληρώνοντας τη διδασκαλία για το Άγιο Πνεύμα, την Εκκλησία, το Βάπτισμα, την Ανάσταση και τη μέλλουσα ζωή.

Η τελική μορφή: Αυτό το ολοκληρωμένο κείμενο είναι το «Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως»,

  Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο (431 μ.Χ.) διευκρίνισε με ρητό κανόνα ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε προσθήκη ή αλλαγή στο κείμενο του Συμβόλου. 

Ωστόσο, αργότερα, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πρόσθεσε τη φράση «και εκ του Υιού» (Filioque) στο άρθρο για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, μια κίνηση που αποτέλεσε μία από τις κύριες θεολογικές αιτίες του Μεγάλου Σχίσματος του 1054 μ.Χ. μεταξύ Ανατολής και Δύσης. 

Η γλώσσα του Συμβόλου της Πίστεως.

Το Σύμβολο της Πίστεως (το «Πιστεύω») γράφτηκε αρχικά στην  Ελληνική γλώσσα.

Αυτό συνέβη επειδή:

  1. Η Ελληνική ήταν η επίσημη γλώσσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας, όπου έλαβαν χώρα και οι δύο Οικουμενικές Σύνοδοι (Νίκαια το 325 μ.Χ. και Κωνσταντινούπολη το 381 μ.Χ.).
  2. Ήταν η κοινή γλώσσα (Κοινή Ελληνική) του μεγαλύτερου μέρους του χριστιανικού κόσμου εκείνη την εποχή, ιδίως στην Ανατολή, όπου αναπτύχθηκε η πρώιμη χριστιανική θεολογία.
  3. Οι θεολογικοί όροι που χρησιμοποιήθηκαν, όπως ο κρίσιμος όρος «ομοούσιος» (homoousios) –που σημαίνει της ίδιας ουσίας–, ήταν ελληνικοί και διατυπώθηκαν για να εκφράσουν με ακρίβεια τα δόγματα της Αγίας Τριάδας και της θεότητας του Χριστού.

Από την ελληνική γλώσσα μεταφράστηκε αργότερα στα λατινικά (Credo) και σε όλες τις άλλες γλώσσες του κόσμου.

Το Σύμβολο της Πίστεως διαβάστηκε στην Νίκαια στ ΑΓΓΛΙΚΑ. Άλλη μία κρυμμένη οικουμενιστική πρακτική.

Το Σύμβολο της Πίστεως διαβάστηκε (ή ψάλθηκε) στα Αγγλικά στη Νίκαια της Βιθυνίας το 2025, που όπως ισχυρίζονται οι Οικουμενιστές , για λόγους  πρακτικότητας, οικουμενικότητας και επικοινωνίας (;;;;;!!!!!!).  Η τελετή ήταν μια οικουμενιστική συνάντηση, με στόχο την ενότητα των χριστιανών, ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ, ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΛΛΟΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΛΟΥ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ.. Επίσης ας μην ξεχνάμε ότι η  Β΄ Βατικανή Σύνοδος ενθάρρυνε τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας και τη χρήση τοπικών γλωσσών. Η χρήση των Αγγλικών αντανακλά αυτήν την προσέγγιση, καθιστώντας τα ιερά κείμενα πιο προσιτά στους σύγχρονους πιστούs, για την εξυπηρέτηση των οικουμενιστικών πρακτικών. Έτσι βλέπουμε ότι οι Παπικοί έσυραν τους υπόλοιπους να ακολουθήσουν την απόφαση της Β Βατικανής Συνόδου.

Διαφωνούμε πλήρως με την άποψη  ότι η επιλογή των Αγγλικών ήταν μια πρακτική και συμβολική κίνηση που υπογράμμισε τον παγκόσμιο και οικουμενικό χαρακτήρα της ιστορικής συνάντησης στη Νίκαια, 1700 χρόνια μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, όπου υπήρχαν εκπρόσωποι από όλο το παγκόσμιο θρησκευτικό πάζλ των λεγόμενων χριστιανικών ομολογιών.

Υπάρχουν ισχυροί λόγοι για τους οποίους ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ το Σύνολο της Πίστεως αποκλειστικά ή τουλάχιστον πρωτίστως στα Ελληνικά:

  • Ιστορική Αυθεντικότητα: Το Σύμβολο συνετάγη στα Ελληνικά στη Νίκαια και την Κωνσταντινούπολη. Η ελληνική γλώσσα είναι η γλώσσα των Πατέρων της Εκκλησίας και η γλώσσα που διατύπωσε τους ακριβείς δογματικούς όρους (π.χ., «ομοούσιος»). Η ανάγνωσή του στην αρχική γλώσσα θα προσέδιδε μεγαλύτερη αυθεντικότητα και ιερότητα στην ιστορική συνάντηση.
  • Σεβασμός στην Παράδοση: Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η διατήρηση της λειτουργικής γλώσσας αποτελεί σημαντικό στοιχείο της παράδοσης και της συνέχειας. Ο Πατριάρχης εκπροσωπούσε την παράδοση που διατήρησε το Σύμβολο στην αρχική του μορφή και γλώσσα.
  • Συμβολισμός: Η χρήση της ελληνικής γλώσσας στην ίδια τη Νίκαια, 17 αιώνες μετά, θα είχε έναν ισχυρό συμβολισμό επιστροφής στις ρίζες της ΜΙΑΣ, ΑΓΙΑΣ, ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ  Εκκλησίας και στην καταδίκη των παντοειδών αιρέσεων με πρώτο τον Παπισμό.

Αλλοίωση του Συμβόλου της Πίστεως από τους Παπικούς

Ποιες Σύνοδοι καθόρισαν το Filioque

Η προσθήκη δεν προήλθε από μία ενιαία Παπική Οικουμενική Σύνοδο, αλλά αναπτύχθηκε σταδιακά στη Δύση:

α/.Γ΄ Σύνοδος του Τολέδο (589 μ.Χ.): Αυτή η τοπική Σύνοδος στην Ισπανία ήταν η πρώτη που πρόσθεσε επίσημα το Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, κυρίως για να τονίσει τη θεότητα του Χριστού έναντι του Αρειανισμού.Η πρακτική αυτή διαδόθηκε στη Γαλλία (Φραγκικά βασίλεια) και σε άλλα μέρη της Δύσης μέσω διαφόρων άλλων τοπικών Συνόδων.

β/.Ρώμη (1014 μ.Χ.): Ενώ η διδασκαλία γινόταν αποδεκτή στη Ρώμη, η επίσημη λειτουργική χρήση του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως κατά τη Θεία Λειτουργία στην ίδια τη Ρώμη καθιερώθηκε πολύ αργότερα, μόλις το 1014 μ.Χ., υπό τον Πάπα Βενέδικτο Η΄.

γ/.Σύνοδος της Φλωρεντίας (1431-1449 μ.Χ.): Αυτή η Σύνοδος (αναγνωρισμένη από τους Καθολικούς, όχι τους Ορθοδόξους) επιβεβαίωσε τη θεολογική ορθότητα του Filioque, προσπαθώντας να επιτύχει ένωση με την Ανατολική Εκκλησία.

Σημασία της απαγγελίας του Συμβόλου χωρίς Filioque από τον Πάπα στη Νίκαια 2025

Γράφτηκαν τα εξής: Η κίνηση του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ (και του Πατριάρχη Βαρθολομαίου) να απαγγείλουν από κοινού το Σύμβολο της Πίστεως χωρίς την προσθήκη του Filioque στη Νίκαια του 2025 έχει τεράστια σημασία:

  • Αναγνώριση της Αρχικής Μορφής: Ο Πάπας δήλωσε επίσημα, σε έγγραφο αφιερωμένο στην επέτειο της Α΄ Συνόδου, ότι η Καθολική Εκκλησία αναγνωρίζει το Σύμβολο της Νίκαιας στην αρχική του μορφή, όπως διατυπώθηκε το 325 και ολοκληρώθηκε το 381, δηλαδή χωρίς το Filioque.Δεν έκανε όμως ΚΑΜΜΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ  Β ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ,,που ασχολήθηκε επισταμένως με την ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ και συμπλήρωσε το ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ.(!!!!!!!).
  • Σημαντικό Οικουμενικό Βήμα: Η κοινή ανάγνωση σηματοδοτεί μια προσπάθεια υπέρβασης του κύριου δογματικού εμποδίου που διχάζει τις Εκκλησίες εδώ και αιώνες. Είναι μια κίνηση «καλής θέλησης» και σεβασμού προς την Ορθόδοξη παράδοση και τους ρητούς κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων που απαγόρευαν προσθήκες στο Σύμβολο.(!!!!)
  • Διάκριση Θεολογίας και Λειτουργικής Πράξης: Η κίνηση αυτή μπορεί να υποδηλώνει μια διάκριση μεταξύ της (δυτικής) θεολογικής ερμηνείας της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος («και εκ του Υιού») και της απαραβίαστης λειτουργικής διατύπωσης του Συμβόλου της Πίστεως.
  • Ελπίδα για Ενότητα: Για πολλούς, αυτή η ιστορική στιγμή είναι ένα ισχυρό μήνυμα ότι η πλήρης κοινωνία μεταξύ Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας είναι εφικτή, ξεκινώντας από την επιστροφή στις κοινές δογματικές ρίζες της ΜΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ  Εκκλησίας. 

ΣΧΟΛΙΟ. Η απαγγελία από τον Πάπα του Συμβόλου της Πίστεως είναι ΜΙΑ ΚΑΘΑΡΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ. Για να ίσχυαν τα προηγούμενα έπρεπε ΣΥΝΟΔΙΚΑ ΟΙ ΠΑΠΙΚΟΙ ΝΑ ΜΕΤΑΝΟΗΣΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ  ΑΠΟΚΗΡΥΞΟΥΝ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΣΥΝΟΔΟΥΣ που εισήγαγαν το Filioque, γεγονός που ούτε έγινε ΟΥΤΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙ.

 

Περί των Αμφίων Πάπα και Οικουμενικού Πατριάρχη στην Οικουμενιστική φιέστα

Η σημασία των αμφίων που φόρεσαν ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ στη Νίκαια της Βιθυνίας το 2025 ήταν, σύμφωνα με τους διοργανωτές

βαθιά συμβολική και εντασσόταν στο ευρύτερο πλαίσιο της οικουμενικής (καλύτερα οικουμενιστικής)  τους συνάντησης. Τα άμφια αποτέλεσαν οπτική επιβεβαίωση της κοινής τους ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ  αποστολής και της αμοιβαίας αναγνώρισης, ενώ παράλληλα τόνισαν τη διατήρηση των ξεχωριστών παραδόσεων Δυτικών και Ανατολικών..

Το κυριότερο στοιχείο ήταν η αμοιβαία αναγνώριση του εκκλησιαστικού αξιώματος του άλλου μέσω της χρήσης των επίσημων, παραδοσιακών αμφίων.

Κατά τη διάρκεια της κοινής προσευχής και της δοξολογίας, οι δύο ηγέτες επιβεβαίωσαν οπτικά την  ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ της εγκυρότητα της ιεροσύνης και των μυστηρίων της άλλης πλευράς. Αυτό απηχεί άμεσα τις αποφάσεις της Β΄ Βατικανής Συνόδου που αναγνώρισε την αποστολική διαδοχή της Ορθοδοξίας. Ιδιαίτρα πρέπει να προσέξουμε τα εξής.

  • Ενώ ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην Νίκαια είχε ΜΟΝΟ ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟ ΜΑΝΔΥΑ (ΧΩΡΙΣ ΠΕΤΡΑΧΗΛΙΟ ΚΑΙ ΩΜΟΦΟΡΙΟ), κατάλοιπο των αυτοκρατορικών Βυζαντινών ενδυμάτων,( τονίζοντας την ιστορική συνέχεια), ο Πάπας είχε το ΠΑΛΛΙΟ. Το παλλίο  είναι  άμφιο γύρω από τους ώμους , το οποίο είναι σύμβολο της παπικής δικαιοδοσίας. Το γεγονός ότι το φορούσε υπογράμμισε τη διατήρηση του ρωμαιοκαθολικού δόγματος του παπικού πρωτείου, το οποίο παραμένει σημείο θεολογικής διαφοράς με την Ορθοδοξία. 
  • Τονίζουμε ότι  τα άμφια που φορούσαν οι επίσκοποι στη Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. ήταν πολύ διαφορετικά από τα σημερινά, αλλά η συνέχεια των παραδοσιακών αμφίων ΔΕΝ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕ  συμβόλιζε την επιστροφή στο κοινό εκείνο «λίκνο» της χριστιανικής πίστης.
  • Επίσης τα διαφορετικά άμφια  ΑΠΕΔΕΙΞΑΝ  ότι ο οικουμενισμός δεν σημαίνει ομογενοποίηση, αλλά «ενότητα εν τη πολυμορφία».(δηλ.ΟΥΝΙΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΕΝΩΣΗ)

Συνολικά, η επιλογή και ο τρόπος χρήσης των αμφίων στη Νίκαια του 2025 ήταν μια μελετημένη οπτική δήλωση οικουμενισμού.

Κοινά Μηνύματα — Τι ειπώθηκε

Βαρθολομαίος

α/.Στην ομιλία του χαρακτήρισε τη Νίκαια «λίκνο της χριστιανικής πίστεως» και τόνισε πως σήμερα, 1.700 χρόνια μετά, επιστρέφουν εκεί ως προσκυνητές της ίδιας πίστεως και της αλήθειας.

β/.Προέτρεψε τους πιστούς να «αφουγκραστούν όλες τις φωνές των πιστών για ενότητα».

γ/.Είπε ότι το Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας — το «Πιστεύω» που συντάχθηκε στην Α’ Σύνοδο — δεν είναι «σύμβολο του ελάχιστου», αλλά «σύμβολο του συνόλου», δηλαδή της καθολικής χριστιανικής αλήθειας.

δ/.Τόνισε πως δεν βρίσκονται εκεί απλώς για να τιμήσουν το παρελθόν, αλλά «για να δώσουμε ζωντανή μαρτυρία της ίδιας πίστεως που εξέφρασαν οι Πατέρες της Νίκαιας».

Λέων ΙΔ΄ (Πάπας Ρώμης)

α/.Ο Πάπας επεσήμανε τη σημασία της επιστροφής «στο λίκνο της χριστιανικής πίστεως» — ως συμβολική κίνηση ενότητας.

β/.Σημείωσε πως το μήνυμα της Συνόδου της Νικαίας, με την ομολογία του «ομοούσιου του Πατρός και του Υιού», αποτελεί κοινό κτήμα όλων των χριστιανών — και ως τέτοιο μπορεί να λειτουργήσει ως βάση διαλόγου και συμφιλίωσης.

γ/.Κάλεσε να «ξεπεράσουμε το σκάνδαλο των διαιρέσεων» που χώρισαν τις Εκκλησίες, και να εργασθούμε για ενότητα, με αίσθημα ελπίδας και κοινής πίστης.

δ/.Στο πλαίσιο αυτό, μαζί με τον Πατριάρχη απέδωσαν κοινή τιμή στην κληρονομιά της Α’ Οικουμενικής Συνόδου — άπαντες απήγγειλαν το «Πιστεύω» μαζί.

Τι υποδηλώνουν τα μηνύματα

  • Αναγνώριση κοινής πίστεως: (ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ)
  • Θεολογική και συμβολική χειρονομία: Η κοινή παρουσία στο χώρο της Συνόδου, η κοινή απόδοση τιμής και η από κοινού απαγγελία του «Πιστεύω» σηματοδοτούν μια θετική διάθεση σε σχέση με τον διάλογο και την ενότητα.(Διπλωματική οικουμενιστική πρακτική)
  • Πρόσκληση σε ενότητα και συμφιλίωση: Τα μηνύματα δεν περιορίζονται στον συμβολισμό, αλλά περιλαμβάνουν και κάλεσμα για υπέρβαση των διαιρέσεων — με διάθεση διαλόγου και συνδημόσιας μαρτυρίας πίστεως(Ποιας ΠΊΣΤΕΩΣ;;)).

Τα μηνύματα του Πατριάρχη Βαρθολομαίου και του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ στη Νίκαια περιέχουν σαφή οικουμενιστικά στοιχεία. Ο οικουμενισμός, στην εκκλησιαστική του διάσταση, αναφέρεται στις προσπάθειες για την αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας, κάτι που αποτέλεσε τον κεντρικό πυρήνα των μηνυμάτων τους.

Τα κυριότερα οικουμενιστικά στοιχεία είναι:

Κάλεσμα για Ενότητα: Και οι δύο προκαθήμενοι απηύθυναν κοινό κάλεσμα για την αναγκαιότητα της χριστιανικής ενότητας, τονίζοντας την ανάγκη να ξεπεραστούν τα «σκάνδαλα της διαιρέσεως», χωρίς να μας πούνε ποια είναι αυτά.

Κοινή Δήλωση: Υπέγραψαν κοινή δήλωση στην οποία επιβεβαιώνεται η κοινή τους πίστη στο Σύμβολο της Νίκαιας (το Πιστεύω), το οποίο διαμορφώθηκε στην Α' Οικουμενική Σύνοδο του 325 μ.Χ.. Αυτή η κοινή αναγνώριση του θεμελιώδους αυτού κειμένου αποτελεί σημαντική κίνηση, ΧΩΡΙΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΡΥΣΜΑ ΟΠΩΣ ΓΡΑΨΑΜΕ)

Συνεργασία και Διάλογος: Τα μηνύματα υπογράμμισαν τη δέσμευσή τους να συνεχίσουν τον διάλογο και τη συνεργασία μεταξύ των δύο Εκκλησιών, ακούγοντας τις φωνές των πιστών και επιδιώκοντας την πλήρη κοινωνία.

Συμβολισμός του Τόπου: Η επιλογή της Νίκαιας ως τόπου συνάντησης, εκεί όπου οι Χριστιανοί ήταν ενωμένοι, λειτούργησε ως ισχυρό σύμβολο για την επιστροφή στις κοινές ρίζες και την υπέρβαση των ιστορικών διαχωρισμών.

Παγκόσμια Αδελφοσύνη: Ο Πάπας Λέων, ειδικότερα, μίλησε για την παγκόσμια αδελφοσύνη μεταξύ όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή θρησκείας, απορρίπτοντας τη χρήση της θρησκείας για τη δικαιολόγηση βίας, κάτι που αποτελεί ευρύτερο οικουμενιστικό και διαθρησκειακό μήνυμα.

Συνολικά, τα μηνύματα αυτά ερμηνεύονται από τα μέσα ενημέρωσης και τους αναλυτές ως «οικουμενικά-οικουμενιστικά  μηνύματα» υπέρ της συμφιλίωσης, της ειρήνης και της αγάπης, με σαφή στόχευση στην περαιτέρω σύγκλιση των δύο μεγάλων χριστιανικών δογμάτων.

 


Πως φανερώθηκαν οι Αποφάσεις της Β Βατικανής Συνόδου στην Νίκαια το 2025

Οι αποφάσεις και το πνεύμα της Β΄ Βατικανής Συνόδου φανερώθηκαν στη Νίκαια της Βιθυνίας (το 2025) με τον πλέον  χειροπιαστό και συμβολικό τρόπο, καθώς η συνάντηση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου και του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ ήταν μια άμεση εφαρμογή της οικουμενικής προσέγγισης που εγκαινίασε η Σύνοδος.

Συγκεκριμένα, το πνεύμα της Β΄ Βατικανής Συνόδου εκφράστηκε με τους εξής τρόπους:

1. Η Συνάντηση ως Πράξη «Διαλόγου της Αγάπης»

Η ίδια η πραγματοποίηση της συνάντησης και του κοινού προσκυνήματος είναι η επιτομή του «διαλόγου της αγάπης» (dialogue of charity), τον οποίο προώθησε η Β΄ Βατικανή Σύνοδος. Αντί για απομόνωση και αμοιβαίες καταδίκες (όπως συνέβαινε πριν τη Σύνοδο), οι δύο προκαθήμενοι συναντήθηκαν ως «αδελφοί» με αμοιβαίο σεβασμό, ακριβώς όπως προέβλεπε το διάταγμα Unitatis Redintegratio.

2. Αναγνώριση Κοινού Θεμελίου Πίστης

Η κοινή δήλωση που υπογράφηκε, η οποία αναγνωρίζει το Σύμβολο της Νίκαιας ως κοινό θεμέλιο πίστης, είναι ευθυγραμμισμένη με τη θέση της Β΄ Βατικανής Συνόδου: αναγνωρίζει τα «στοιχεία αγιασμού και αλήθειας» που υπάρχουν και στις δύο Εκκλησίες. Η Σύνοδος αναγνώρισε την εγκυρότητα της Ορθόδοξης πίστης και μυστηρίων, και η δήλωση της Νίκαιας το επιβεβαίωσε στην πράξη.

3. Σεβασμός στην Ανατολική Παράδοση

Η επιλογή της Νίκαιας, μιας αρχαίας έδρας της Ανατολικής Εκκλησίας, και η κοινή προσευχή με σεβασμό στα τυπικά της Ορθόδοξης παράδοσης (όπως φαίνεται στις αναφορές για τη χρήση της ίδιας διατύπωσης για το Άγιο Πνεύμα, πιθανώς χωρίς το Filioque, αν και αυτό απαιτείται έλεγχος) φανερώνει τον σεβασμό της Καθολικής πλευράς προς την Ανατολική Παράδοση, κάτι που ζήτησε ρητά η Sacrosanctum Concilium και άλλα συνοδικά κείμενα.

4. Επιδίωξη Πλήρους Κοινωνίας

Το πνεύμα της Συνόδου ήταν η προσπάθεια για την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας (full communion). Τα μηνύματα στη Νίκαια ήταν γεμάτα οικουμενιστικές αναφορές στην ενότητα, τη συμφιλίωση και τη δέσμευση για συνέχιση του θεολογικού διαλόγου. Η δήλωση για το κοινό Πάσχα αποτελεί συγκεκριμένο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, ακριβώς όπως προέβλεπε το παράρτημα της Sacrosanctum Concilium.

Συμπερασματικά, η συνάντηση του 2025 στη Νίκαια δεν ήταν μια τυχαία διπλωματική πράξη, αλλά μια συνειδητή και δημόσια εκδήλωση της οικουμενικής στρατηγικής που χάραξε η Β΄ Βατικανή Σύνοδος πριν από δεκαετίες.

Η Β Βατικανή Σύνοδος για το Πάσχα

Η Β΄ Βατικανή Σύνοδος (1962-1965) εξέφρασε την  ανοικτότητα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στην ιδέα μιας κοινής, σταθερής ημερομηνίας για τον εορτασμό του Πάσχα, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει συμφωνία και από τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες. Αυτή η θέση περιλαμβάνεται σε ένα παράρτημα του Συντάγματος για την Ιερή Λειτουργία, με τίτλο «Sacrosanctum Concilium», που δημοσιεύτηκε το 1963. 

Πιο συγκεκριμένα:

Η θέση της Β΄ Βατικανής Συνόδου

  • Ανοιχτή σε σταθερή ημερομηνία: Η Σύνοδος δήλωσε ότι «δεν θα είχε αντίρρηση να οριστεί η εορτή του Πάσχα σε μια συγκεκριμένη Κυριακή του Γρηγοριανού ημερολογίου».
  • Απαραίτητη η συναίνεση των άλλων Εκκλησιών: Η πρόταση αυτή συνοδεύεται από την κρίσιμη προϋπόθεση ότι θα δοθεί η συγκατάθεση από «εκείνους που ενδιαφέρονται, ιδιαίτερα τους αδελφούς που δεν βρίσκονται σε κοινωνία με την Αποστολική Έδρα» (δηλαδή, τις άλλες χριστιανικές ομολογίες, κυρίως τις Ορθόδοξες Εκκλησίες).
  • Κίνητρο για την ενότητα: Η θέση αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο οικουμενιστικό κό πνεύμα της Συνόδου, η οποία αναγνώρισε τις διαιρέσεις μεταξύ των χριστιανών ως σκάνδαλο και υποστήριξε ενεργά τον διάλογο για την αποκατάσταση της ενότητας, όπως αποτυπώνεται στο Διάταγμα περί Οικουμενισμού «Unitatis Redintegratio». 

Πιθανή επιλογή ημερομηνίας

Αν και η Σύνοδος δεν όρισε συγκεκριμένη ημερομηνία, οι συζητήσεις που ακολούθησαν συχνά αναφέρονταν στη δεύτερη ή τρίτη Κυριακή του Απριλίου ως πιθανές επιλογές. 

Από τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο και μετά, η θέση αυτή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένα από τους διαδόχους Πάπες, όπως ο Πάπας Φραγκίσκος. Η προϋπόθεση όμως της συναίνεσης από τις άλλες Εκκλησίες παραμένει, εξηγώντας γιατί το ζήτημα δεν έχει ακόμη επιλυθεί.

Τι ειπώθηκε  για το Πάσχα στην Νίκαια

Στη συνάντηση της Νίκαιας το 2025, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ δεν έλαβαν μια οριστική, δεσμευτική απόφαση για τον σταθερό κοινό εορτασμό του Πάσχα, αλλά υπέγραψαν κοινή δήλωση με την οποία δεσμεύονται να συνεχίσουν τις προσπάθειες για την επίλυση του ζητήματος. 

Τα κύρια σημεία σχετικά με το Πάσχα ήταν:

  • Κοινή Επιθυμία: Στην κοινή τους δήλωση αναφέρεται ρητά: «Είναι η κοινή μας επιθυμία να συνεχίσουμε τη διαδικασία διερεύνησης μιας πιθανής λύσης για τον κοινό εορτασμό της Εορτής των Εορτών κάθε χρόνο».
  • Συμβολισμός της Σύμπτωσης του 2025: Το γεγονός ότι το 2025 (καθώς και το 2028) το Ορθόδοξο και το Καθολικό Πάσχα συνέπεσαν (στις 20 Απριλίου) λειτούργησε ως έμπνευση και υπενθύμιση της ενότητας, τονίζοντας την επίκαιρη ανάγκη επιστροφής στην αρχική πρακτική της Α' Οικουμενικής Συνόδου.
  • Αναγνώριση του προβλήματος: Και οι δύο ηγέτες αναγνώρισαν ότι η διαφορετική ημερομηνία αποτελεί «σκανδάλο διαιρέσεως» και σημαντικό ποιμαντικό πρόβλημα, ιδίως για τις μικτές οικογένειες.
  • Δέσμευση για Διάλογο: Η απόφαση ήταν ουσιαστικά η δέσμευση για συνέχιση του θεολογικού διαλόγου και των διαβουλεύσεων, με στόχο να βρεθεί μια μόνιμη λύση στο μέλλον, βασισμένη στην αστρονομική ακρίβεια και τον κανόνα της Νίκαιας. 

Συνεπώς, η συνάντηση αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός, αλλά η τελική απόφαση για μια σταθερή κοινή ημερομηνία παραμένει αντικείμενο μελλοντικών συζητήσεων και απαιτεί την ευρεία συναίνεση όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Επίλογος

Ελπίζω όσοι είμαστε συνεπείς στην πίστη μας να μην πέσουμε θύματα αυτής της παραπλάνησης. Γνωρίζουμε πολύ καλά ποιος είναι ο σκοπός τους και τι επιδιώκουν. Ένας εν Χριστώ αδελφός έγραψε σχετικά.

"Κάποια εκκλησιαστικά sites (ο Θεός να τα κάνει) πανηγυρίζουν επειδή δήθεν ο Πάπας Λέων αναγνώρισε το Σύμβολο της Πίστεως χωρίς την αιρετική προσθήκη του Filioque. Πραγματικά αναρωτιέμαι εάν αυτοί οι άνθρωποι είναι τόσο αφελείς ή εαν τα λένε όλα αυτά μόνο και μόνο για να εντυπωσιάσουν και να πάρουν κάποια κλικ παραπάνω. Είναι δυνατόν κάποιος συνειδητός Ορθόδοξος Χριστιανός να μην καταλαβαίνει την ΠΑΓΙΔΑ που κρύβεται πίσω από όλες αυτές τις φιλοφρονήσεις και τους εναγκαλισμούς μεταξύ Πάπα και Πατριάρχη; Ακόμη και παιδί του Δημοτικού αντιλαμβάνεται ότι όλα αυτά γίνονται για να εξυπηρετήσουν τον σκοπό της πανθρησκείας έτσι ακριβώς όπως την οραματίζεται η Νέα Τάξη Πραγμάτων, και πρώτος σταθμός για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι η πλήρης ΥΠΟΤΑΓΗ της Ορθοδοξίας στον Παπισμό. Ξεκάθαρα πράγματα τα οποία δεν απαιτούν και πολλή σκέψη για να τα κατανοήσει κανείς. Ούτε πρόκειται βέβαια για ψεκασμένες θεωρίες συνωμοσίας αφού όλα γίνονται μπροστά στα μάτια μας με τις προθέσεις των ενορχηστρωτών τους να είναι επισήμως διακηρυγμένες και γνωστές.

Ο Πάπας ΔΕΝ ενδιαφέρεται καν για το Filioque. Σκοπός του δεν είναι η δογματική ακρίβεια (όπως την κατανοούν οι παπικοί θεολόγοι) αλλά η υποταγή όλων των χριστιανικών ομολογίων με εκείνον επικεφαλής. Άλλωστε είναι σε πλήρη κοινωνία με τους λεγόμενους Βυζαντινούς Καθολικούς οι οποίοι δεν απαγγέλλουν το Filioque στο Σύμβολο αλλά αναγνωρίζουν ως κεφαλή τους τον Πάπα. Δηλαδή σύμφωνα με τον παπισμό δεν έχει σημασία τι λέει το Πιστεύω, το υπ' αριθμόν ένα δογματικό κείμενο του Χριστιανισμού, αλλά το εάν αναγνωρίζει κάποιος ως κεφαλή του τον Πάπα!

Και φυσικά ο προκάτοχός του, ο Φραγκίσκος, ανακήρυξε ως Αγίους 21 Κόπτες που σκοτώθηκαν από το Ισλαμικό Κράτος, δηλαδή αναγνώρισε ως Αγίους κάποιους αιρετικούς οι οποίοι δεν πίστευαν καν στις δύο φύσεις του Χριστού! Για να μη μιλήσω για την περιβόητη Β' Βατικανή Σύνοδο κατά την οποία αναγνωρίστηκε ότι οι μουσουλμάνοι λατρεύουν τον Ένα και αληθινό Θεό. 

Δηλαδή οι Πάπες αναγνώρισαν ΕΠΙΣΗΜΑ ότι ο Αλλάχ (ήτοι ο δαίμονας εκείνος που διέταζε μέσα από τον ψευτοπροφήτη της Μέκκας σφαγές, βιασμούς και γενοκτονίες) είναι ο αληθινός Θεός! Ναι με αυτούς θέλουν μερικοί να ενωθούμε! Με αυτούς θέλουν κάποιοι να γίνουμε "μία Εκκλησία"! Λες και τώρα δεν είμαστε η Μία Εκκλησία του Χριστού αλλά έχουμε ανάγκη από τους αιρεσιάρχες που μέσα στον διάβα των αιώνων μόνο δεινά προξένησαν στην Ορθοδοξία. Το μόνο που θα καταφέρουν με αυτές τις ξεδιάντροπες οικουμενιστικές κινήσεις είναι να πληγώσουν ακόμη περισσότερο το ορθόδοξο ποίμνιο".

Μην ξεχνάμε και τι είπε ο Πατριρχ.Βαρθολομαίος παλιότερα (1998) σχετικά με το θέμα του Παπισμού και τις σχέσεις που πρέπει να έχουμε μαζί τους.

«Ἡ μετάνοια ἡμῶν διὰ τὸ παρελθὸν εἶναι ἀπαραίτητος. Δὲν πρέπει νὰ σπαταλήσωμεν τὸν χρόνον εἰς ἀναζήτησιν εὐθυνῶν. Οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τὴν διάσπασιν προπάτορες ἡμῶν ὑπῆρξαν ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως καὶ εὑρίσκονται ἤδη εἰς χείρας τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ. Αἰτούμεθα ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὀφείλομεν ἐνώπιον αὐτοῦ, ὅπως ἐπανορθώσωμεν τὰ σφάλματα ἐκείνων»,(*) (!!!)

 Εμείς θα τους απάνταμε πάντα με το ρητό του Ιωσήφ Βρυέννιου:

 "Ουκ αρνησόμεθά σε φίλη Ορθοδοξία, ου ψευδόμεθά σε πατροπάραδοτον σέβας. Εν σοί εγεννήθημεν, εν σοί ζώμεν, εν σοί κοιμηθησόμεθα. Ει δε και καλέσει καιρός και μυριάκις υπέρ σου τεθνηξόμεθα".



Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Η κοινή Δήλωση μεταξύ του Πάπα Λέοντος ΙΔ΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και σύντομος σχολιασμός




Επιμέλεια: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ Α.Θ.Π. ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ Α΄
ΚΑΙ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ
Πατριαρχικό Μέγαρο (Κωνσταντινούπολη)
Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2025
ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ

«Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός,
ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ»
Ψαλμός 106 (105):1

Την παραμονή της εορτής του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου, αδελφού του Αποστόλου Πέτρου και προστάτη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εμείς, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ευχαριστούμε εκ καρδίας τον Θεό, τον ελεήμονα Πατέρα μας, για το δώρο αυτής της αδελφικής συνάντησης. Ακολουθώντας το παράδειγμα των σεβαστών προκατόχων μας και υπακούοντας στο θέλημα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, συνεχίζουμε με σταθερή αποφασιστικότητα την πορεία του διαλόγου, μέσα στην αγάπη και την αλήθεια (πρβλ. Ἐφ. 4:15), προς την προσδοκώμενη αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας μεταξύ των αδελφών Εκκλησιών μας. Γνωρίζοντας ότι η χριστιανική ενότητα δεν είναι μόνο αποτέλεσμα ανθρώπινων προσπαθειών, αλλά δώρο που έρχεται από ψηλά, καλούμε όλα τα μέλη των Εκκλησιών μας – κληρικούς, μοναχούς, αφιερωμένους και λαϊκούς – να αναζητήσουν με ζήλο την εκπλήρωση της προσευχής που ο Ιησούς Χριστός απηύθυνε στον Πατέρα: «ἵνα πάντες ἓν ὦσι… ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ» (Ιω. 17:21).

Η 1700ή επέτειος της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, που τελέστηκε την παραμονή της συνάντησής μας, υπήρξε μια εξαιρετική στιγμή χάριτος. Η Σύνοδος της Νικαίας του 325 μ.Χ. ήταν ένα θεόσταλτο γεγονός ενότητας. Ο σκοπός της μνήμης αυτής της Συνόδου δεν είναι απλώς η υπενθύμιση της ιστορικής της σημασίας, αλλά η παρότρυνση να παραμείνουμε ανοιχτοί στο ίδιο Άγιο Πνεύμα που μίλησε τότε, καθώς αντιμετωπίζουμε τις σημερινές προκλήσεις. Ευχαριστούμε βαθιά όλους τους ηγέτες και εκπροσώπους άλλων Εκκλησιών και εκκλησιαστικών κοινοτήτων που συμμετείχαν. Εκτός από τα εμπόδια που ακόμη εμποδίζουν την πλήρη ενότητα – τα οποία προσπαθούμε να θεραπεύσουμε μέσω θεολογικού διαλόγου – αναγνωρίζουμε ότι αυτό που μας ενώνει είναι η πίστη που εκφράζεται στο Σύμβολο της Νικαίας: η σωτήρια πίστη στον Υιό του Θεού, «Θεόν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ», ομοούσιο με τον Πατέρα, που για τη δική μας σωτηρία σαρκώθηκε, έπαθε, ετάφη, αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, ανελήφθη και θα ξανάρθει για να κρίνει ζώντες και νεκρούς. Μέσα από τον ερχομό του Υιού του Θεού, εισαγόμαστε στο μυστήριο της Αγίας Τριάδος και καλούμαστε να γίνουμε, εν Χριστώ, παιδιά του Πατέρα και συγκληρονόμοι του Χριστού με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Με αυτή την κοινή ομολογία μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις με αμοιβαίο σεβασμό και ελπίδα.

Είμαστε πεπεισμένοι ότι η επέτειος αυτή μπορεί να εμπνεύσει νέα και θαρραλέα βήματα προς την ενότητα. Ανάμεσα στις αποφάσεις της Α΄ Συνόδου της Νικαίας ήταν και τα κριτήρια για τον κοινό εορτασμό του Πάσχα. Ευχαριστούμε την Πρόνοια του Θεού που φέτος όλος ο χριστιανικός κόσμος εόρτασε μαζί το Πάσχα. Επιθυμούμε να συνεχιστεί η αναζήτηση κοινής ημερομηνίας κάθε χρόνο. Προσευχόμαστε όλοι οι χριστιανοί, «ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ συνέσει πνευματικῇ» (Κολ. 1:9), να εργαστούν για κοινό εορτασμό της Αναστάσεως.

Φέτος επίσης τιμούμε τα 60 χρόνια της ιστορικής Κοινής Δηλώσεως του Πάπα Παύλου ΣΤ΄ και του Πατριάρχη Αθηναγόρα, που ήρε τις εκατέρωθεν αφοριστικές πράξεις του 1054. Ευχαριστούμε τον Θεό για αυτό το προφητικό βήμα, το οποίο προώθησε τον διάλογο των Εκκλησιών «πρὸς τὴν ἐκ νέου συμβίωσιν… ἐν τῇ πλήρει κοινωνίᾳ πίστεως…» (7 Δεκεμβρίου 1965). Παρακινoύμε όσους διστάζουν να ακούσουν «τί λέγει τὸ Πνεῦμα ταῖς Ἐκκλησίαις» (Αποκ. 2:29), που σήμερα μας καλεί να προσφέρουμε στον κόσμο μαρτυρία ειρήνης και συμφιλίωσης.

Εκφράζουμε την υποστήριξή μας προς τη Μικτή Διεθνή Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων, που εξετάζει ιστορικά διχαστικά θέματα. Εκτός από τον θεολογικό διάλογο, εκτιμούμε την αξία των αδελφικών επαφών, της κοινής προσευχής και της συνεργασίας όπου είναι δυνατόν. Καλούμε τους πιστούς και κυρίως τον κλήρο και τους θεολόγους να δεχθούν με χαρά τους καρπούς που ήδη έχουν επιτευχθεί.

Η επιδίωξη της χριστιανικής ενότητας συμβάλλει θεμελιωδώς στην ειρήνη των λαών. Υψώνουμε τη φωνή μας ζητώντας την ειρήνη του Θεού για τον κόσμο. Δυστυχώς, σε πολλές περιοχές συνεχίζονται πόλεμοι και βία. Καλούμε όσους έχουν πολιτικές ευθύνες να εργαστούν για άμεσο τερματισμό των πολέμων.

Ιδιαίτερα απορρίπτουμε κάθε χρήση της θρησκείας για δικαιολόγηση βίας. Πιστεύουμε ότι ο αυθεντικός διαθρησκειακός διάλογος δεν οδηγεί σε συγκρητισμό, αλλά στην ειρηνική συνύπαρξη. Με αφορμή τα 60 χρόνια της Nostra Aetate, καλούμε όλους να εργαστούν για έναν δικαιότερο κόσμο και για τη φροντίδα της δημιουργίας, ώστε η ανθρωπότητα να ξεπεράσει την αδιαφορία, την επιθυμία κυριαρχίας, την απληστία και την ξενοφοβία.

Παρότι ανησυχούμε για την παγκόσμια κατάσταση, δεν χάνουμε την ελπίδα. Ο Θεός δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο. Ο Πατέρας έστειλε τον Μονογενή Υιό Του για να μας σώσει, και ο Υιός μας έδωσε το Άγιο Πνεύμα, το οποίο προστατεύει το ιερό της ανθρώπινης ύπαρξης. Δι’ Αυτού γνωρίζουμε ότι ο Θεός είναι μαζί μας. Γι’ αυτό, εμπιστευόμαστε στην προσευχή μας κάθε άνθρωπο, ιδίως όσους υποφέρουν από πείνα, μοναξιά ή ασθένεια. Επικαλούμαστε σε κάθε άνθρωπο τη χάρη και την ευλογία του Θεού, ώστε «…παρακληθῶσιν αἱ καρδίαι αὐτῶν… εἰς ἐπίγνωσιν τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ» (Κολ. 2:2), που είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός.

Φανάρι, 29 Νοεμβρίου 2025

---------------------------------------------------------------------

Σημεία του κειμένου που μπορούν να χαρακτηριστούν οικουμενιστικά από Ορθόδοξη σκοπιά

1. Η χρήση του όρου «αδελφές Εκκλησίες» για Ρωμαιοκαθολικούς

Στο κείμενο:

«…προς την προσδοκώμενη αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας μεταξύ των αδελφών Εκκλησιών μας.»

Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν χρησιμοποιεί τον όρο αδελφές Εκκλησίες για εκκλησιαστικούς οργανισμούς που βρίσκονται εκτός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, όπως ορίζεται από τους Πατέρες.


2. Η ιδέα ότι υπάρχει ήδη «κοινή ομολογία πίστεως»

Στο κείμενο:

«…το κοινό μας ομολογιακό θεμέλιο στο Σύμβολο της Νικαίας…»

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει ότι:

  • Η πίστη δεν περιορίζεται στο Σύμβολο, αλλά εκφράζεται μέσω ολόκληρης της Ιεράς Παράδοσης.
  • Οι Ρωμαιοκαθολικοί έχουν εισαγάγει αλλοιώσεις (π.χ. filioque), οι οποίες ακυρώνουν την κοινή ομολογία.

Άρα, ο ισχυρισμός περί πραγματικής κοινότητας πίστεως αποτελεί οικουμενιστική διατύπωση.


3. Η προώθηση κοινής ημερομηνίας Πάσχα με τρόπο που υπαινίσσεται υπέρβαση των πατροπαράδοτων κριτηρίων

Στο κείμενο:

«…να συνεχίσουμε τη διαδικασία κοινής λύσης για κοινό εορτασμό του Πάσχα κάθε χρόνο.»

Η Σύνοδος της Νικαίας όρισε συγκεκριμένα κριτήρια, και η Ορθόδοξη Εκκλησία αποφεύγει κάθε αλλαγή που μπορεί να οδηγήσει σε υποχώρηση πίστεως ή εκκλησιολογικής ταυτότητας προς χάριν εξωτερικής ενότητας.


4. Η άρση των αφορισμών ερμηνεύεται εδώ ως πορεία «προς πλήρη κοινωνία»

Στο κείμενο:

«…που θα οδηγήσει στην εκ νέου συμβίωση… εν πλήρει κοινωνία πίστεως.»

Η Ορθοδοξία διδάσκει ότι:

  • Η πλήρης κοινωνία προϋποθέτει ταυτότητα πίστεως, όχι μόνο θετικό κλίμα.
  • Η άρση των αναθεμάτων δεν σημαίνει επανασύσταση εκκλησιαστικής ενότητας.

Η ταύτιση των δύο αποτελεί στοιχείο οικουμενισμού.


5. Η αποδοχή του διαθρησκειακού διαλόγου ως «αναγκαίου»

Στο κείμενο:

«…ο διαθρησκειακός διάλογος είναι απαραίτητος για την ειρηνική συνύπαρξη…»

Η Ορθόδοξη παράδοση δέχεται διάλογο για ειρήνη, αλλά όχι όταν υπονοείται ότι όλες οι θρησκείες έχουν ισότιμη σωτηριώδη αλήθεια.
Η φράση αυτή μπορεί να εκληφθεί ως οικουμενιστική, αν και το κείμενο προσπαθεί να αποφύγει τον συγκρητισμό.


6. Η ιδέα ότι οι Εκκλησίες «βαδίζουν μαζί» προς ενότητα σαν ίσοι φορείς σωτηρίας

Στο κείμενο:

«…να συνεχίσουμε σταθερά την πορεία διαλόγου προς την αποκατάσταση της ενότητας…»

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει ότι:

  • Η Εκκλησία ποτέ δεν έχασε την ενότητα.
  • Εκείνοι που αποκόπηκαν καλούνται σε επιστροφή, όχι σε «αμοιβαία αποκατάσταση».

Η διατύπωση προϋποθέτει εκκλησιολογική ισοτιμία, που αποτελεί χαρακτηριστικό οικουμενισμού.



Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς γράφει καθαρά ότι ο οικουμενισμός είναι
«η παναίρεσις, διότι θεωρεί όλες τις ομολογίες ως Εκκλησίες».

Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός:
«Ουδέν οὕτως ἀλλότριον ὡς τὸ ἔχειν κοινωνίαν πρὸ τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως.»

Οι άγιοι δεν αρνούνται την αγάπη, αλλά προτάσσουν την αλήθεια της πίστεως.


Από το 1054-σήμερα.Σύντομη ανασκόπηση των σημαντικότερων εκκλησιαστικών γεγονότων και η ιστορική πορεία του σύγχρονου Οικουμενισμού



Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.

 

1054 — Οριστικό Σχίσμα Ορθοδόξων-Παπικών 

1096–1099 — Πρώτη Σταδιακή Ένταση: Πρώτη Σταυροφορία
Η άφιξη των δυτικών σταυροφόρων στην Ανατολή και τα επακόλουθα επεισόδια (έλλειψη εμπιστοσύνης, βίαια περιστατικά, οικονομικές/πολιτικές προστριβές) επιδείνωσαν τις σχέσεις Κωνσταντινούπολης–Ρώμης και μείωσαν την ευελιξία για συμφιλίωση. 

1204 — Τέταρτη Σταυροφορία — Άλωση της Κωνσταντινούπολης 
Η κατάληψη και λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τα σταυροφορικά/λατινικά στρατεύματα (Απρίλιος 1204) ήταν το κρίσιμο διαζευκτικό γεγονός: η βίαιη κατάλυση, οι εγκατάσταση λατινικής αυτοκρατορίας και οι εκτεταμένες καταστροφές σε ιερές και μη κτήσεις δημιουργούν πραγματικό, διαρκή χάσμα εμπιστοσύνης. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν το 1204 ως το αποφασιστικό σημείο όπου η εκκλησιαστική ρήξη έγινε βαθιά και σχεδόν αμετάστρεπτη στην πράξη.

1274 — Β΄ Σύνοδος της Λυών  (Second Council of Lyon) — πολιτική ένωση, όχι κοινωνική/εκκλησιαστική
Ο Μιχαήλ Ηʹ Παλαιολόγος (Michael VIII) προώθησε τη συμφωνία με τη Ρώμη (1274) για να εξασφαλίσει δυτική βοήθεια και διεθνή νομιμοποίηση· στη Σύνοδο της Λυών  εκπρόσωποι της Κωνσταντινούπολης αποδέχθηκαν προσωρινά ορισμένες παπικές θέσεις. Η ένωση όμως ήταν πάνω απ’ όλα πολιτική: απορρίφθηκε ευρύτατα από το χριστεπώνυμο σώμα και τους κληρικούς στην Ανατολή άρα σύντομη και χωρίς ρίζες στην πραγματική ενότητα.

14ος αιώνας — 

Διαρκείς  θρησκευτικές/θεολογικές και κοινωνικές διενέξεις
Κατά τους επόμενους αιώνες εντάθηκαν και διαφοροποιήθηκαν ζητήματα: διαφορές στη λειτουργική πρακτική (ζύμη/άζυμα, βάπτισμα), το ποιος έχει πρωτείο και με ποια εξουσία, η προσθήκη του Filioque στη Δύση, αλλά και θέματα πολιτικής εξουσίας· όλα αυτά όξυναν την απόσταση. (Επίσης: το κατάλοιπο του 1204, οι πληγές, οι αμοιβαίες καχυποψίες.)

Σύνοδος Φερράρας–Φλωρεντίας (1438–1439)

Η Σύνοδος Φερράρας–Φλωρεντίας ήταν μια απόπειρα ένωσης μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, σε μια χρονική στιγμή που η Βυζαντινή αυτοκρατορία βρισκόταν σε κρίσιμη θέση πριν από την Άλωση.

🔹 Τι συνέβη στη Σύνοδο;

Η σύνοδος ξεκίνησε στη Φερράρα και συνεχίστηκε στη Φλωρεντία.
Συμμετείχαν:

  • Ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος
  • Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ Β΄ (ο οποίος εκοιμήθη εκεί)
  • Πλήθος αρχιερέων, μεταξύ των οποίων και ο Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, Μητροπολίτης Ἐφέσου.

Από την Ορθόδοξη πλευρά συζητήθηκαν διάφορα ζητήματα:

  • Το Filioque
  • Το Καθαρτήριο
  • Το Πρωτείο του Πάπα
  • Η χρήση άζυμων/ένζυμων στη Θεία Ευχαριστία

Παρά τις πιέσεις, μόνο ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αρνήθηκε να υπογράψει την ένωση, λέγοντας:

«Οὐδείς ἡμᾶς ἀπὸ τῆς Ὀρθοδοξίας χωρίσει· ἐν τούτῳ γὰρ ἡ ἡμετέρα σωτηρία.»

 Η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Η «Ένωση» της Φλωρεντίας δεν έγινε δεκτή από τον ορθόδοξο λαό και τον κλήρο.
Οι Πατέρες, οι μοναχοί και ο πιστός λαός αντέδρασαν, θεωρώντας την συμφωνία ως αντίθετη με την αληθινή πίστη.

Ο Ἅγιος Μάρκος έγινε το κεντρικό πρόσωπο της αντίστασης:

«Οἱ Λατίνοι οὐ μόνον οὐδὲν ἔχουσιν ὑπὲρ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἀντὶ τῶν ὑποσχέσεων ἀπάτην παρέχουσιν.»
(Από τις επιστολές του προς τον λαό της Κωνσταντινουπόλεως)

Τελικά, η Ένωση δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη και ακυρώθηκε πλήρως στη Σύνοδο Κωνσταντινούπολης το 1484.

 

Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως 1484

  • Για πρώτη φορά, η Σύνοδος αυτή καταδίκασε επισήμως την απόφαση της Φλωρεντίας και όρισε «τρόπο υποδοχής» Ρωμαιοκαθολικών που επιθυμούσαν να μεταβούν στην Ορθοδοξία.
  • Η απόφαση αυτή σηματοδότησε την οριστική διάσταση με την Ένωση και την στροφή της Ορθοδοξίας σε αυτοπροστασία των δογμάτων και της παράδοσής της.

16ος–17ος αιώνα

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπήρξαν κατά καιρούς διπλωματικές πιέσεις ή διαλόγοι από τη Ρώμη.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, υπό Πατριάρχες όπως:

  • Ἅγιος Γεννάδιος Σχολάριος
  • Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄
  • Πατριάρχης Κυπριανός

παρέμεινε σταθερή στη διδασκαλία της, τονίζοντας πως:

«Ἡ Ἐκκλησία οὐκ ἔχει χρείαν προσθηκῶν ἢ διορθώσεων· ἔχει τὴν ἀλήθειαν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.»


 Η Σύνοδος του 1722 και 1838 κατά των Λατινικών νεοτερισμών

Συνοδικές αποφάσεις διακηρύσσουν ρητά ότι:

  • το φιλιόκβε είναι κακόδοξο,
  • το παπικό πρωτείο εξουσίας δεν είναι αποδεκτό,
  • τα άζυμα και η αλλαγή στην Ευχαριστία δεν είναι σύμφωνα με την αποστολική παράδοση.

 Η Σύνοδος του 1848 – Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος

Ένα από τα σημαντικότερα κείμενα κατά των παπικών προσπαθειών επιρροής.
Οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων δηλώνουν προς τη Ρώμη:
«Παράδοσιν ἔχομεν καὶ ὁμολογοῦμεν ὅτι ἡ Πίστις τῆς Ἐκκλησίας ἐστίν ἀμετάβλητος.»και το περίφημο:

«Ο φρουρὸς τῆς Πίστεως ἐστὶν αὐτὸ τὸ σώμα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ λαός.»

Σημασία: Η Ορθοδοξία δηλώνει ότι κανένας Πατριάρχης δεν μπορεί μόνος του να αλλάξει την Πίστη.

ΤΟ Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος

1. Η Μονομερής Ανακήρυξη (1833)

Μετά την Ελληνική Επανάσταση, η πολιτεία προχώρησε μονομερώς — χωρίς πατριαρχική συναίνεση — στην ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος (23 Ιουλίου 1833).

Αυτό έγινε από αντιβασιλεία και όχι από την ίδια την Εκκλησία, γεγονός που δημιούργησε αρχικά κανονικό πρόβλημα, γιατί:

📖 Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες,
η ίδρυση ή αυτοκεφαλία Εκκλησιών γίνεται μόνο συνοδικώς, όχι κρατικά.


🔹 2. Η Πατριαρχική Πράξη του 1850

Η κανονική αναγνώριση του αυτοκεφάλου ήρθε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1850, επί Πατριάρχου Ανθίμου Δ΄.

Η «Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη» του 1850:

  • επικύρωσε την αυτοκεφαλία,
  • καθόρισε τη διοικητική σχέση με το Πατριαρχείο,
  • όρισε τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών ως προεξάρχοντα της νέας αυτοκεφάλου Εκκλησίας.

Από τότε η Εκκλησία της Ελλάδος εισέρχεται κανονικά στη σειρά των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών.


( 3. Η ημιαυτόνομη σχέση «Νέων Χωρών» (1928)

Το 1928, με Πατριαρχική–Συνοδική Πράξη, καθορίστηκε ότι οι Μητροπόλεις των «Νέων Χωρών» (Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, Αιγαίο) ανήκουν πνευματικά στο Πατριαρχείο,
διοικούνται όμως διαχειριστικά από την Εκκλησία της Ελλάδος).

 


 20ός αιώνας – Οικουμενικός διάλογος

Πατριαρχική εγκύκλιος του 1920 

"Η πατριαρχική αύτη Εγκύκλιος του 1920 ενέχει μεγίστην σημασίαν, δια την στροφήν του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τον Οικουμενισμόν. Αναγνωρίζει τας απανταχού «χριστιανικάς» αιρέσεις ως «Εκκλησίας του Χριστού», όπως και ο Οικουμενισμός. Τονίζει ασυστόλως, ότι η «προσέγγισις προς αλλήλας και κοινωνία» των τοιούτων «Χριστιανικών Εκκλησιών» «δεν αποκλείεται υπό των υφισταμένων μεταξύ αυτών δογματικών διαφορών». Τουναντίον, «τα μάλα εστίν ευκταία και αναγκαία και πολλαχώς χρήσιμος εις τε το καλώς εννοούμενον συμφέρον εκάστης των επί μέρους Εκκλησιών και του όλου χριστιανικού σώματος και εις παρασκευήν και διευκόλυνσιν της πλήρους… ενώσεως». (…)

Η «γνώμη» και αι «σκέψεις» του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν τη Εγκυκλίω είναι: Να παύση ο προσηλυτισμός μεταξύ των «ομοθρήσκων» «χριστιανικών ομολογιών». Να «αναζωπυρωθή και ενισχυθή προ παντός η αγάπη μεταξύ των Εκκλησιών, μη λογιζομένων αλλήλας ως ξένας και αλλοτρίας, αλλ’ ως συγγενείς και οικείας εν Χριστώ και συγκληρονόμους και συσσώμους της επαγγελίας του Θεού εν Χριστώ» ! Χάριν αναζωπυρώσεως της αγάπης ταύτης και φιλίας μεταξύ των «Εκκλησιών» προτείνονται τα εξής: Η παραδοχή «ενιαίου ημερολογίου προς ταυτόχρονον εορτασμόν των μεγάλων χριστιανικών εορτών υπό πασών των Εκκλησιών». Η ανταλλαγή αδελφικών γραμμάτων. Η οικειοτέρα συσχέτησις «των εκασταχού ευρισκομένων αντιπροσώπων των διαφόρων Εκκλησιών». Η επικοινωνία «των Θεολογικών Σχολών και των αντιπροσώπων της Θεολογικής Επιστήμης» και η ανταλλαγή «των εν εκάστη Εκκλησία εκδιδομένων θεολογικών και εκκλησιαστικών περιοδικών και συγγραμάτων». Η αποστολή «νέων χάριν σπουδών από της μιας εις τας σχολάς της άλλης Εκκλησίας». Η συγκρότησις «παγχριστιανικών συνεδρίων προς εξέτασιν ζητημάτων κοινού πάσαις ταις Εκκλησίαις ενδιαφέροντος». Η απαθής «και επί το ιστορικώτερον» εξέτασις «των δογματικών διαφορών από της έδρας και εν ταις συγγραφαίς». Δηλαδή η εξέτασις τούτων άνευ διαφέροντος πίστεως και ως ζητημάτων, τα οποία ανήκουν εις το παρελθόν! Επίσης προτείνονται, ο σεβασμός «των κρατούντων εν ταις διαφόροις Εκκλησίαις ηθών και εθίμων». Η παροχή «αμοιβαίως ευκτηρίων οίκων και κοιμητηρίων». Ο διακανονισμός «του ζητήματος των μικτών γάμων» και η αμοιβαία υποστήριξις «των Εκκλησιών εν τοις έργοις της θρησκευτικής επιρρώσεως, της φιλανθρωπίας και τοις παραπλησίοις». Τέλος προτείνεται η ίδρυσις της κοινωνίας των «Εκκλησιών», κατά το παράδειγμα της «Κοινωνίας των Εθνών», η οποία ιδρύθη το αυτό έτος, 1920, και τονίζεται η χρησιμότης, την οποίαν έχει «η ανύποπτος» «συνάφεια» «των Εκκλησιών» ! 

Δια των ανωτέρω, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον κηρύσσει πλέον τον Οικουμενισμόν απροκαλύπτως και γυμνή τη κεφαλή. Η κακοδοξία της θεωρίας των κλάδων, καθ’ ην πάσαι αι αιρέσεις είναι χριστιανικαί Εκκλησίαι, γίνεται αποδεκτή, ως δηλούν αι φράσεις, «προς απανταχού Εκκλησίας του Χριστού» «και των εν τη Δύσει και απανταχού σεβασμίων Χριστιανικών Εκκλησιών», ως και η προτροπή, όπως αιρέσεις και Ορθόδοξαι Εκκλησίαι θεωρούν αλλήλας «συγγενείς και οικείας εν Χριστώ και συγκληρονόμους και συσσώμους της επαγγελίας του Θεού εν Χριστώ»! Η Οικουμενιστική κακοδοξία περί συνεργασίας και κοινωνίας των «εκκλησιών», παρά τας υφισταμένας δογματικάς διαφοράς, διδάσκεται, δια του ισχυρισμού, ότι δήθεν η ανύποπτος «προσέγγισις» και «κοινωνία» των «Εκκλησιών» «δεν αποκλείεται υπό των υφισταμένων μεταξύ αυτών δογματικών διαφορών» ! Η οικουμενιστική περιφρόνησις προς τα δόγματα απηχείται, δια του χαρακτηρισμού των δογματικών διαφορών, λόγω των οποίων εματαιώθη παλαιότερον η ένωσις, ως «παλαιών προκαταλήψεων και έξεων… και … αξιώσεων» και δια των συστάσεων περί απαθούς δήθεν, δηλαδή άνευ πίστεως, εξετάσεως αυτών! Η οικουμενιστική κακοδοξία, καθ’ ην προτάσσεται η «αγάπη» και επιτάσσεται η πίστις, επί καταλύσει, ως φυσικόν, της πίστεως, διδάσκεται δια της προτάσεως, όπως «αναζωπυρωθή και ενισχυθή προ παντός η αγάπη μεταξύ των Εκκλησιών» ! 

Η οικουμενιστική εξομοίωσις των «Εκκλησιών» συνιστάται, δια της προτάσεως περί «παραδοχής ενιαίου ημερολογίου». Η οικουμενιστική συνύπαρξις κακοδόξων και ορθοδόξων εντύπων, προβάλλεται, δια της προτάσεως περί «ανταλλαγής των εν εκάστη Εκκλησία εκδιδομένων θελολογικών και εκκλησιαστικών περιοδικών και συγγραμάτων».((Εγκύκλιος του 1920 του Οικουμενικού Πατριαρχείου «προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού», παρά Β. Σταυρίδη, Ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως, σ. 127-131).

 

1948-ΙΔΡΥΣΗ Π.Σ.Ε

Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (WCC) ιδρύθηκε το 1948 — πιο συγκεκριμένα, στην πρώτη του συνάντηση (First Assembly) που έγινε στο Άμστερνταμ (Ολλανδία), από 22«Δια πρώτην φοράν εις την ιστορίαν Εκκλησίαι, Ομολογίαι και Ομάδες παντοίων αποχρώσεων συνήρχοντο επί το αυτό και ίδρυον ένα παγκόσμιον εκκλησιαστικόν οργανισμόν με καθωρισμένον σκοπόν και ωρισμένας αρχάς» (Β. Σταυρίδου, ενθ’ ανωτ. σ. 74,76). (…) Το Συνέδριον τούτο «φέρει χαρακτήρα ιδρυτικόν» και «συνιστά μίαν απαρχήν» (Β. Σταυρίδου, ενθ’ ανωτ. σ. 80), δια την περαιτέρω οικουμενιστικήν κίνησιν και δράσιν των αιρετικών ανά τον κόσμον.

(…) Αι «εκκλησίαι», κατά το ΠΣΕ, είναι ηνωμέναι, διότι έχουν την ενότητα ως «δώρον Θεού». Όπως, κατά την αγγλικανικήν θεωρίαν των κλάδων, αι «εκκλησίαι» έργον έχουν να εκδηλώσουν την ουσιαστικήν ενότητά των, δια της κατορθώσεως ενότητος και εις τα επουσιώδη, ούτω και κατά το ΠΣΕ. Και κατ’ αυτό, αι «εκκλησίαι» οφείλουν να εκδηλώσουν την ενότητά των «εν τω έργω και εν τη ζωή»

 

1964 – Συνάντηση Πατριάρχου Αθηναγόρα – Πάπα Παύλου ΣΤ΄

 Γίνεται άρση των αναθεμάτων (1054)

1965-Εναρξη θεολογικών διαλογων

Η «έναρξη» του θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθόδοξη Εκκλησία και Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία — με επίσημη μορφή — ξεκίνησε ως εξής:

  • Σε θεσμικό επίπεδο, η πρώτη — σύγχρονη — προσπάθεια συστηματικού διαλόγου έγινε στις Ηνωμένες Πολιτείες με τη North American Orthodox–Catholic Theological Consultation, η οποία συγκροτήθηκε το 1965.
  • Η πρώτη συνεδρίασή της έγινε στις 9 Σεπτεμβρίου 1965.
  • Το πρώτο δε διεθνώς αναγνωρισμένο και θεσμικό διάλογο μεταξύ όλων των Εκκλησιών (Ορθοδόξων + Ρωμαιοκαθολικών) άρχισε με τη συγκρότηση της Joint International Commission for Theological Dialogue between the Catholic Church and the Orthodox Church — η οποία ορίστηκε επίσημα το 1979.

 

  • Η πρώτη πλήρης συνεδρίαση (plenary session) της Επιτροπής έγινε 29 Μαΐου – 4 Ιουνίου 1980, στο νησί Πάτμος (και Ρόδο) της Ελλάδας.

Θέματα συζήτησης:

  • Εκκλησιολογία
  • Πρωτείο και συνοδικότητα
  • Μυστήρια
  • Εκκλησιολογική ενότητα της πρώτης χιλιετίας

 

 


🟩 Α’ Φάση Διαλόγου (1980–2000)

Θέματα: Μυστήρια, εκκλησιολογία, ενότητα της πρώτης χιλιετίας

1980 – Ρόδος

  • 1η γενική συνεδρία.

1982 – Μόναχο

  • Θέμα: «Το μυστήριο της Εκκλησίας και η Ευχαριστία».

1984 – Κρήτη

  • Συζήτηση θεμάτων εκκλησιολογίας.

1987 – Μπάρι

  • Θέμα: «Πίστη, μυστήρια και ενότητα της Εκκλησίας».

1988 – Νέο Βαλάμο (Valamo), Φινλανδία

1990 – Φρέιζινγκ (Freising)

1993 – Μπάλαμαντ (Λίβανος)

  • Κείμενο περί «Ουνίας».
  • Ορθόδοξοι: επισημαίνουν ότι η Ουνία δεν αποτελεί δρόμο ενότητας.

2000 – Βαλτιμόρη

  • Περί παπικού πρωτείου στη δεύτερη χιλιετία.
  • Ο διάλογος παγώνει λόγω έντασης με Ουνίτες.

🟨 Β’ Φάση Διαλόγου (2006–σήμερα)

Εστίαση στο θέμα πρωτείου – συνοδικότητας

2006 – Βελιγράδι

  • Επανεκκίνηση διαλόγου.

2007 – Ραβέννα

  • Κείμενο: «Πρωτείο και Συνοδικότητα στην πρώτη χιλιετία».
  • Διαφωνίες για το πρωτείο σε παγκόσμιο επίπεδο.
  • Ρωσική Εκκλησία αποχωρεί λόγω ζητήματος Εσθονίας.

2008 – Λευκωσία

  • Συνέχιση της συζήτησης για το πρωτείο.

2009 – Πάφος

  • Κείμενο εργασίας για το «πρωτείο» στη δεύτερη χιλιετία.

2010 – Βιέννη

  • Κείμενο: «Ο ρόλος του Επισκόπου Ρώμης».
  • Δεν υπάρξει συμφωνία.

2012 – Αμμάν

  • Συζήτηση χωρίς τελικό κείμενο.

2014 – Ιορδανία

  • Επανέναρξη συζητήσεων.

2016 – Κιέτι (Ιταλία)

  • Κείμενο: «Σχέση Συνοδικότητας και Πρωτείου».
  • Παραμένει ασάφεια στην ερμηνεία του πρωτείου.

2023 – Αλεξάνδρεια (προπαρασκευαστική συνάντηση)

  • Συζήτηση για εξέλιξη θεμάτων πρωτείου – συνοδικότητας.

 

Ιστορικές και πρόσφατες επισκέψεις Πάπα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (Φανάρι)



Ακολουθούν κάποιες —σημαντικές— περιπτώσεις όπου Πάπες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας έχουν επισκεφτεί το Φανάρι / το Οικουμενικό Πατριαρχείο:


Πάπας / Έτος

Γεγονός

Παύλος VI — 25 Ιουλίου 1967

Επίσκεψη στο Φανάρι και συνάντηση με τον τότε Πατριάρχη Αθηναγόρας I. Είναι η πρώτη επίσημη επίσκεψη Πάπα στην έδρα του Πατριαρχείου μετά το Σχίσμα.

Ιωάννης Παύλος II — 30 Νοεμβρίου 1979

Επίσκεψη στο Φανάρι και συνάντηση με τον τότε Πατριάρχη Δημήτριος I.

Βενέδικτος XVI — 29 Νοεμβρίου έως 1 Δεκεμβρίου 2006

Επίσκεψη στο Πατριαρχείο κατά την «ἑορτή του θρόνου» (30 Νοεμβρίου, εορτή του Αγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέα), ύστερα από πρόσκληση του Πατριάρχη Βαρθολομαῖος Α΄.

Φραγκίσκος 29/11/2014

Ο Πάπας Φραγκίσκος βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, συνεχίζοντας την παράδοση που έχει ξεκινήσει, με την άρση του σχίσματος ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Εκκλησία και τον θεολογικό διάλογο που άρχισε με τις συναντήσεις του Πατριάρχη Αθηναγόρα και του Πάπα Παύλου του 6ου, τη δεκαετία του ΄60

Λέων XIV — Νοέμβριος 2025

Πρόσφατη και “ιστορική” επίσκεψη, στο πλαίσιο των εορτασμών των 1.700 ετών από την Α' Οικουμενική Σύνοδος της Νικαίας, και με αφορμή τη θρονική εορτή του Πατριαρχείου (30 Νοεμβρίου).

Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος:

«Ἡ μετάνοια ἡμῶν διὰ τὸ παρελθὸν εἶναι ἀπαραίτητος. Δὲν πρέπει νὰ σπαταλήσωμεν τὸν χρόνον εἰς ἀναζήτησιν εὐθυνῶν. Οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τὴν διάσπασιν προπάτορες ἡμῶν ὑπῆρξαν ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως καὶ εὑρίσκονται ἤδη εἰς χείρας τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ. Αἰτούμεθα ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὀφείλομεν ἐνώπιον αὐτοῦ, ὅπως ἐπανορθώσωμεν τὰ σφάλματα ἐκείνων»,(*) (!!!)  ανέφερε ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην θρονική εορτή του 1998, σχετικά με το θέμα του Παπισμού και τις σχέσεις που πρέπει να έχουμε μαζί τους.

«Θλίβεται κανείς και σπαράσσει μέχρι βαθέων, αναλογιζόμενος και μόνο την πατριαρχική ρήση, που θεωρεί τους Αγίους Πατέρες, οι οποίοι αγωνίσθηκαν εναντίον του Πάπα ως θύματα του Διαβόλου και αξίους της συγχωρήσεως και του ελέους του Θεού.

Αν όμως, ο Μέγας Φώτιος, ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο Άγιος Μάρκος Ευγενικός, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης και πλείστοι άλλοι πολέμιοι των αιρέσεων του Παπισμού, είναι όργανα και θύματα του Διαβόλου, πρέπει να τους διαγράψουμε από τις δέλτους των Αγίων, να καταργήσουμε τις εορτές και τις ακολουθίες, και αντί να επικαλούμεθα τις πρεσβείες και την βοήθειά τους, να τους κάνουμε μνημόσυνα και τρισάγια, για να τους συγχωρήσει ο Θεός.


Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Καζάνι που βράζει η Ορθοδοξία: Ατιμία και όχι τιμή οι εκδηλώσεις στη Νίκαια




 

Κακοφορμισμένη οικουμενιστική ρητορική και συντονισμένη μετωπική επίθεση στην Ορθόδοξη θρησκευτική συνείδηση του πιστού λαού

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Πλήρες θα χαρακτηρίζαμε επικοινωνιακά το ημερολόγιο των γεγονότων, πριν από τη συνάντηση αιρεσιάρχη Πάπα και του Πατριάρχη Κων/πόλεως Βαρθολομαίου στη Νίκαια της Βιθυνίας, την Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025. 

Κυριακή 23/11/2025: Βαρυσήμαντη συνέντευξη του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην Καθημερινή της Κυριακής [1] όπου μεταξύ άλλων, σε ένα συγκρητιστικό μήνυμα (ψευδο)ένωσης, σημείωσε για τις πλάνες και τις αιρετικές διδασκαλίες των αμετανόητων αιρετικών που οδήγησαν στην απομάκρυνση τους από την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, την Ορθόδοξη Εκκλησία: 

– Μπορεί η συνάντησή σας με τον Πάπα στη Νίκαια να αποτελέσει ένα μήνυμα πως είναι δυνατή η επανένωση του διαιρεμένου Χριστιανισμού;

– (..) Οφείλουμε να διορθώσουμε λάθη του παρελθόντος, να υπερβούμε εγωισμούς και προκαταλήψεις, να συνεχίσουμε στην επίπονη, αλλά λυτρωτική οδό του διαλόγου, με αδιάκοπη και έμπονη προσευχή, με την ελπίδα ότι σύντομα θα έλθει η ημέρα που θα πανηγυρίσουμε ευχαριστιακώς την αποκατάσταση της ενότητος.

Κυριακή 23/11/2025: Αποστολική επιστολή του Πάπα Ρώμης Leon XIV IN UNITATE FIDEI ON THE 1700th ANNIVERSARY OF THE COUNCIL OF NICAEA [2], όπου μεταξύ άλλων έκανε διαχωρισμό ανάμεσα στον κακό Οικουμενισμό και στον καλό Οικουμενισμό του μέλλοντος:

«Αυτό δεν σημαίνει/υπονοεί έναν οικουμενισμό που επιχειρεί να επιστρέψει στην κατάσταση πριν από τις διαιρέσεις, ούτε είναι μια αμοιβαία αναγνώριση του τρέχοντος status quo της ποικιλομορφίας των Εκκλησιών και των εκκλησιαστικών κοινοτήτων. Αντίθετα, είναι ένας οικουμενισμός που ατενίζει προς το μέλλον, που επιδιώκει τη συμφιλίωση μέσω του διαλόγου, καθώς μοιραζόμαστε τα χαρίσματα (gifts) και την πνευματική μας κληρονομιά. Η αποκατάσταση της ενότητας μεταξύ των χριστιανών δεν μας φτωχαίνει κάνει πιο φτωχούς, αντίθετα, μας εμπλουτίζει.

Όπως στη Νίκαια, αυτός ο στόχος θα είναι εφικτός μόνο μέσω ενός υπομονετικού, μακρινού και μερικές φορές δύσκολου ταξιδιού αμοιβαίας ακρόασης και αποδοχής. Είναι μια θεολογική πρόκληση και, ακόμη περισσότερο, μια πνευματική πρόκληση, που απαιτεί μετάνοια και μεταστροφή από όλους. Για το λόγο αυτό, χρειαζόμαστε τον πνευματικό οικουμενισμό της προσευχής, της δοξολογίας και της λατρείας (adoration), όπως εκφράζεται στο Σύμβολο της Πίστεως της Νίκαιας και της Κωνσταντινούπολης».

Στη συνέχεια δημοσιεύθηκε νέα συνέντευξη του δευτέρου τη τάξει Ιεράρχη του Οικουμενικού θρόνου, με τίτλο «Χαλκηδόνος Εμμανουήλ: Σε μια εποχή που οι άνθρωποι χτίζουν τείχη, οι Ποιμένες οφείλουν να γκρεμίζουν τις βεβαιότητες που μας κρατούν χωρισμένους ΣΥΝΈΝΤΕΥΞΗ – ΑΠΕ /Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025» [3], στην οποία ο ιεράρχης αποσιώπησε εντελώς τις κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικο-ιστορικές συνθήκες που οδήγησαν από την Πρώτη στη Δεύτερη Ρώμη, επιμένοντας εμμονικά πως:

 

«Ζωή μπορεί να βλαστήσει μόνον εάν πεθάνει ο εθνοφυλετισμός και ταφεί η αλαζονεία της ισχύος» (..) «Είναι ίσως παράδοξο για τη λογική του κόσμου, αλλά η υπέρβαση των αντιπαραθέσεων περνάει μέσα από την ταπείνωση, καθώς όσοι επενδύουν στην υπεροχή της δικής τους φυλής ή του δικού τους δίκιου καταλήγουν να υπηρετούν το μίσος. Οι δύο θρησκευτικοί ηγέτες θα υπενθυμίσουν ότι ο Θεός υπερβαίνει τα εθνικά σύμβολα και η μαρτυρία τους είναι πως η μόνη νίκη που αξίζει είναι αυτή εναντίον του θανάτου». Παρασιωπώντας επίσης την ευθύνη του Οικουμενικού θρόνου για την σφαγή μεταξύ ομοδόξων αδελφών στην Ουκρανία, το νέο σχίσμα στην Ορθοδοξία και τους νέους ανελέητους διωγμούς που συνεχίζονται, εξ’ αιτίας την πρωτειομανίας του Φαναρίου και της αντικανονικής απόδοσης αυτοκεφαλίας στο μόρφωμα των αχειροτόνητων και καθηρημένων. Ρεπορτάζ αναφέρουν πως ο ίδιος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος σε πρόσφατη συνέντευξή του σε Γαλλικό μέσο φέρεται να υποστήριξε την άποψη: «Εἶμαι πρῶτος ἄνευ ἴσων»! [4]

Την ίδια μέρα εκδόθηκε επίσημο δελτίο τύπου από την ΕΡΤ με τίτλο «Η ιστορική συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και του Πάπα Ρώμης Λέοντος ΙΔ’ στην ERT World και στη Φωνή της Ελλάδας», επιβεβαιώνοντας την αίσθηση πως τουλάχιστον επικοινωνιακά το Φανάρι δεν θα αφήσει τίποτα στην τύχη ή στο φιλότιμο των Μέσων, αλλά θα απαιτήσει το θέμα της Συνάντησης με τον Πάπα Ρώμης να ανέβει και να παραμείνει ψηλά, τουλάχιστον για το τριήμερο 28-30 Νοεμβρίου 2025.

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως ολόκληρο το 2025 επιχειρήθηκε επικοινωνιακά να παραμείνει ψηλά στην επικαιρότητα η (επανα) προγραμματισμένη συνάντηση του αιρεσιάρχη Πάπα και του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως στο Φανάρι. Για το σκοπό αυτό συστρατεύτηκαν Μητροπολίτες, πανεπιστημιακά Ιδρύματα και φορείς, με κεντρικό άξονα την τιμή στους 318 Θεοφόρους Πατέρες της Πρώτης εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου.

Όπως όμως αποκάλυψε ο ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ., πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης την Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025, στο Φροντιστήριο Ορθόδοξης Θεολογίας του Ορθοδόξου Χριστιανικού Συλλόγου Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής: «Δεν τιμούν, αλλά περιφρονούν και παραβαίνουν τις αποφάσεις της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου οι σύγχρονοι οικουμενιστές Επίσκοποι». Η συγκλονιστική παρέμβαση του σεβάσμιου καθηγητή, πατρός Θεοδώρου, που συντρίβει το οικουμενιστικό αφήγημα περί τιμής των 318 Θεοφόρων Αγίων Πατέρων, θα μεταδοθεί από την Κατάνυξη διαδικτυακά την Δευτέρα 1η Δεκεμβρίου 2025 στις 19:00.

Τα κύρια σημεία που αναλύει ο στερρός πατρολόγος και ομολογητής π. Θεόδωρος αφορούν: α) στην καταπολέμηση της αιρέσεως του Αρείου. Είναι υποκριτικό ο αιρεσιάρχης Πάπας Ρώμης να τιμά τους Αγίους που καταδίκασαν τον πρώτο αιρετικό Άρειο, β) τη θεραπεία των σχισμάτων (Δονατιανή έριδα, Μελιτιανό σχίσμα κ.α.), ενώ σήμερα το Φανάρι ευθύνεται για το σχίσμα με το Πατριαρχείο Μόσχας και γ) H Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας καθόρισε τα περί εορτασμού του Πάσχα, ενώ στις μέρες μας Ρώμη και Κωνσταντινούπολη θεωρούν πολύ κρίσιμο σημείο της ενώσεως τον καθορισμό κοινής ημερομηνίας για τον εορτασμό του Πάσχα.

Παρακολουθούμε τις εξελίξεις και την επίσκεψη του Πάπα σε Νίκαια και Φανάρι, καταγράφουμε κρίσεις και παρεμβάσεις, ώστε να προσφέρουμε στους αναγνώστες μας την ορθόδοξη ανάγνωση της πυκνής επικαιρότητας.

 

[1] https://orthodoxia.online

[2] https://www.vatican.va

[3] https://www.amna.gr

[4] https://orthodoxostypos.gr