Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Μια κριτική προσέγγιση του κειμένου του Μητροπολίτη Πισιδίας Ιώβ με τίτλο : ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 60 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΡΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΘΕΜΑΤΩΝ (1965-2025) (Γ)



Το πρωτότυπο κείμενο στην Αγγλική γλώσσα υπάρχει στο link. https://panorthodoxsynod.blogspot.com/2026/01/healing-of-memories-and-christian-unity.html#more. Στα πλαίσια είναι αποσπάσματα από το κείμενο του Μητροπολίτη Ιώβ.

Επιμέλεια : πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

MEΡΟΣ-Γ

Αυτές οι οξυδερκείς παρατηρήσεις επέτρεψαν στα χρόνια που ακολούθησαν τον 20ό αιώνα να «απομυθοποιήσουν» το λεγόμενο «σχίσμα» του 1054. Αυτό έκανε ο Γάλλος Δομινικανός Ιβ Κονγκάρ στο έργο του με τίτλο Εννιακόσια Χρόνια Μετά, Σημειώσεις για τον «Ανατολικό Σχισμό», όπου θεωρεί τον αφορισμό που τοποθετήθηκε στον βωμό της Αγίας Σοφίας στις 16 Ιουλίου 1054 ως «μνημείο αδιανόητης ασυνεννοησίας» και μια χειρονομία μολυσμένη από ακυρότητα, υπογραμμίζοντας ότι ήταν μόνο ένα επεισόδιο δευτερεύουσας σημασίας σε μια μακρά εξέλιξη, που είχε αρχίσει πολύ πριν και συνεχίστηκε πολύ μετά, την οποία χαρακτήρισε ως προοδευτική «αποξένωση». Έτσι, «ο μεγάλος σχισμός του 1054» μοιάζει περισσότερο με μια αδέξια κατασκευή ιστοριογράφων και πολεμιστών στο χριστιανικό φαντασιακό παρά με ιστορικό γεγονός.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Η προσέγγιση του Ιβ Κονγκάρ, αν και μοιάζει συμφιλιωτική και ιστορικά ρεαλιστική, ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την Ορθόδοξη εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία. Η μετάθεση του κέντρου βάρους από το Γεγονός (Σχίσμα) στη Διαδικασία (Αποξένωση) χρήζει της ακόλουθης κριτικής:

Α. Το κείμενο χαρακτηρίζει το 1054 ως «αδέξια κατασκευή ιστοριογράφων». Για την Ορθοδοξία, το 1054 δεν είναι «μύθος», αλλά η συμβολική και ουσιαστική τομή όπου η εκτροπή της Ρώμης κατέστη πλέον επίσημη και δημόσια. Η προσπάθεια υποτίμησης του γεγονότος ως «δευτερεύοντος επεισοδίου» τείνει να εξισώσει την ευθύνη των δύο πλευρών, παρουσιάζοντας το σχίσμα ως ένα αναπόφευκτο «ιστορικό ατύχημα» λόγω έλλειψης επικοινωνίας («ασυνεννοησίας»).

Β. Ο Κονγκάρ χρησιμοποιεί τον όρο «αποξένωση» . Ενώ ο όρος περιγράφει σωστά την ψυχολογική απομάκρυνση των δύο κόσμων, εκκλησιολογικά είναι ανεπαρκής. Η Ανατολή δεν «αποξενώθηκε» απλώς από τη Δύση· η Δύση αυτονομήθηκε από την κοινή δογματική βάση των επτά Οικουμενικών Συνόδων. Η αποξένωση δεν ήταν μια αμοιβαία διολίσθηση στο άγνωστο, αλλά η συνειδητή εισαγωγή καινοτομιών (Filioque, Παπικό Πρωτείο) από τη Ρώμη, οι οποίες κατέστησαν την κοινωνία αδύνατη.

Γ. Ο χαρακτηρισμός της χειρονομίας του Ουμβέρτου ως «μολυσμένης από ακυρότητα» (λόγω θανάτου του Πάπα) αποτελεί ένα κανονιστικό τέχνασμα. Ακόμα και αν ο αφορισμός ήταν νομικά άκυρος, η αποδοχή του από τη Ρώμη και η συνέχιση της ίδιας πολιτικής για αιώνες τον κατέστησαν εκ των πραγμάτων έγκυρο. Η Ρώμη δεν αποκήρυξε ποτέ το πνεύμα του Ουμβέρτου μέχρι το 1965· αντίθετα, το ενίσχυσε με τις συνόδους της Λυών και της Φλωρεντίας.

Δ. Η κατάληξη του κειμένου ότι το σχίσμα είναι μια «κατασκευή στη  χριστιανική φαντασία » είναι η πιο προβληματική από ορθόδοξη σκοπιά. Αν το σχίσμα είναι μια φαντασίωση, τότε και η Αλήθεια της Εκκλησίας κινδυνεύει να θεωρηθεί υποκειμενική. Για την Ορθοδοξία, η διάκριση μεταξύ Εκκλησίας και Αίρεσης/Σχίσματος είναι ζήτημα πνευματικής ζωής και θανάτου, όχι μια ιστοριογραφική επιλογή. Το να λέμε ότι το σχίσμα δεν συνέβη «πραγματικά» το 1054 είναι σαν να αρνούμαστε την οντολογική σοβαρότητα της πτώσης από την Ενότητα της Πίστεως.

Ε. Η θεωρία του Κονγκάρ περί «προοδευτικής αποξένωσης» είναι μια χρήσιμη ιστορική περιγραφή, αλλά μια επικίνδυνη εκκλησιολογική ερμηνεία. Επιχειρεί να μετατρέψει μια δογματική ρήξη σε μια πολιτισμική παρεξήγηση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία επιμένει ότι η θεραπεία δεν θα έρθει από την «απομυθοποίηση» της ιστορίας, αλλά από την επιστροφή στην κοινή ομολογία που υπήρχε πριν η «αποξένωση» γίνει δογματική απόκλιση.

Παραδώστε αυτούς τους αφορισμούς στη λήθη

Η συνέχεια του έργου των θεολόγων δεν συνέβαλε μόνο στην «απομυθοποίηση» του «σχίσματος του 1054» αλλά προχώρησε ακόμη περισσότερο: να εξαλείψει αυτά τα αναθέματα από τη μνήμη της Εκκλησίας. Όπως η αιτία αυτών των αφορισμών ήταν η ασυνεννοησία συγκεκριμένων προσώπων, έτσι και η άρση αυτών των αναθεμάτων κατέστη δυνατή χάρη στη συνάντηση, την ειλικρίνεια και τη δέσμευση δύο ανθρώπων που πίστευαν βαθιά στην ενότητα της Εκκλησίας: του Πάπα Παύλου ΣΤ' και του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα.

Αφενός, αυτό κατέστη δυνατό χάρη στο άνοιγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας προς τις άλλες Εκκλησίες, και ιδιαίτερα προς τον Χριστιανικό Ανατολικό κόσμο, κατά τη διάρκεια της Β' Βατικανής Συνόδου, η οποία δήλωσε στο διάταγμά της για τον οικουμενισμό Unitatis redintegratio, που προεκηρύχθη τον Νοέμβριο του 1964: «Για τον λόγο αυτό η Αγία Σύνοδος παροτρύνει όλους, αλλά ιδιαίτερα όσους προτίθενται να αφοσιωθούν στην αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας που ελπίζεται μεταξύ των Εκκλησιών της Ανατολής και της Καθολικής Εκκλησίας, να δώσουν την πρέπουσα προσοχή σε αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της προέλευσης και της ανάπτυξης των Ανατολικών Εκκλησιών», υπενθυμίζοντας ότι «από την αρχή οι Εκκλησίες της Ανατολής είχαν έναν θησαυρό από τον οποίο η Δυτική Εκκλησία αντλήσε εκτενώς – στη λειτουργική πρακτική, την πνευματική παράδοση και τον νόμο», πριν καταλήξει: «Η πολύ πλούσια λειτουργική και πνευματική κληρονομιά των Ανατολικών Εκκλησιών πρέπει να είναι γνωστή, σεβαστή, διατηρητέα και πολυτιμητέα από όλους. Πρέπει να αναγνωρίσουν ότι αυτό είναι υπέρτατης σημασίας για την πιστή διατήρηση του πληρώματος της χριστιανικής παράδοσης, και για την επίτευξη συμφιλίωσης μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών Χριστιανών».

Αφετέρου, αυτό κατέστη δυνατό και από το ενδιαφέρον της Ορθόδοξης Εκκλησίας για τις Χριστιανικές Εκκλησίες της Δύσης κατά τις Πανορθόδοξες Διασκέψεις που συγκλήθηκαν στη Ρόδο από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα τη δεκαετία του 1960, οι οποίες έδωσαν το πράσινο φως για την ίδρυση διαλόγων με αυτές τις Εκκλησίες και για την αποστολή Ορθόδοξων παρατηρητών στη Β' Βατικανή Σύνοδο.

Ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός έλαβε χώρα ακριβώς πριν από εξήντα χρόνια, στο τέλος της Β' Βατικανής Συνόδου: η άρση των λυπηρών αναθεμάτων του έτους 1054. Κατά τη διάρκεια μιας τελετής που γιορτάστηκε ταυτόχρονα στη Ρώμη στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου και στον πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι στις 7 Δεκεμβρίου 1965. Στην κοινή τους διακήρυξη, ο Πάπας Παύλος ΣΤ' και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας παρατήρησαν ότι:

«Μεταξύ των εμποδίων στον δρόμο της ανάπτυξης αυτών των αδελφικών σχέσεων εμπιστοσύνης και εκτίμησης, υπάρχει η μνήμη των αποφάσεων, των ενεργειών και των επώδυνων επεισοδίων που το 1054 οδήγησαν στην καταδικαστική απόφαση αφορισμού που εξαπέλυσε ο λεγάτος της Ρωμαϊκής Έδρας υπό την ηγεσία του Καρδιναλίου Ουμβέρτου εναντίον του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλαρίου και δύο άλλων προσώπων, λεγάτοι που στη συνέχεια έγιναν αντικείμενο παρόμοιας καταδικαστικής απόφασης που εξεφωνήθη από τον πατριάρχη και τη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης.»

Επιπλέον, αναγνώρισαν ορθά τον προσωπικό και υπερβολικό χαρακτήρα αυτών των αναθεμάτων που με τους αιώνες οδήγησαν στην «αποξένωση» των Εκκλησιών:

«Σήμερα, ωστόσο, έχουν κριθεί πιο δίκαια και γαλήνια. Έτσι είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τις υπερβολές που τα συνόδευσαν και αργότερα οδήγησαν σε συνέπειες που, κατά το μέτρο που μπορούμε να κρίνουμε, ξεπέρασαν κατά πολύ τις προθέσεις και τις προβλέψεις των συντακτών τους. Είχαν κατευθύνει τις λογοδοσίες τους εναντίον των ενδιαφερομένων προσώπων και όχι των Εκκλησιών. Αυτές οι λογοδοσίες δεν είχαν σκοπό να διαρρήξουν την εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ των Εδρών της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης.»

Επομένως, οι δύο πρωτοστάτες όχι μόνο επιβεβαίωσαν ότι «μετανιώνουν για τα προσβλητικά λόγια, τις αβάσιμες κατηγορίες και τις αξιόμεμπτες χειρονομίες που, και από τις δύο πλευρές, σημάδεψαν ή συνόδευσαν τα λυπηρά γεγονότα αυτής της περιόδου», αλλά αποφάσισαν ακόμη και προφητικά να «αφαιρέσουν τόσο από τη μνήμη όσο και από το εσωτερικό της Εκκλησίας τις καταδικαστικές αποφάσεις αφορισμού που ακολούθησαν αυτά τα γεγονότα, η μνήμη των οποίων έχει επηρεάσει ενέργειες μέχρι τις μέρες μας και εμπόδισε στενότερες σχέσεις στην αγάπη», και ακόμη, «να παραδώσουν αυτούς τους αφορισμούς στη λήθη».

Αυτό αποτελεί μια ισχυρή και γενναία δήλωση. Αλλά τι σημαίνει αυτό συγκεκριμένα σε πρακτικούς όρους; Σημαίνει ότι δεν υπάρχει ολοκληρωμένο σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών, όπως δυστυχώς εξακολουθεί να πιστεύεται ευρέως στο χριστιανικό φαντασιακό. Σημαίνει ότι τα λυπηρά γεγονότα του 1054 ξεχάστηκαν και εξαλείφθηκαν από τη μνήμη των δύο αδελφών Εκκλησιών.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Η διακήρυξη του 1965 από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα και τον Πάπα Παύλο ΣΤ΄ αποτελεί αναμφισβήτητα έναν ιστορικό σταθμό στον ΛΕΓΟΜΕΝΟ  «Διάλογο της Αγάπης». Ωστόσο, από την πλευρά της αυστηρής Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, η ερμηνεία ότι «δεν υπάρχει πλέον σχίσμα» επειδή οι αφορισμοί «παραδόθηκαν στη λήθη» ελέγχεται ως θεολογικά  ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ  για τους εξής λόγους:

Α. Το κείμενο συγχέει την άρση των ατομικών αφορισμών με την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Το ανάθεμα είναι μια κανονική πράξη που διακόπτει τη μνημόνευση προσώπων. Το Σχίσμα είναι μια ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ  κατάσταση που προκύπτει από τη δογματική διαφωνία. Η άρση των αναθεμάτων του 1054 δεν ήρε τις αιτίες που προκάλεσαν το σχίσμα. Η έλλειψη κοινού ποτηρίου (intercommunio) μαρτυρεί ότι, παρά τη «λήθη» των αναθεμάτων, η ενότητα ΕΠΙΣΗΜΑ στην Πίστη δεν έχει ακόμη επιτευχθεί.

Β. Η κοινή διακήρυξη κάνει λόγο για «υπερβολές» και «αβάσιμες κατηγορίες». Ενώ αυτό ισχύει για ορισμένες δευτερεύουσες κατηγορίες (π.χ. το ξύρισμα των γενιών ή τα άζυμα), δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο Filioque ή στο Παπικό Αλάθητο. Η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία δεν θεωρεί αυτές τις διδασκαλίες «παρεξηγήσεις» ή «προσωπικές υπερβολές» του Ουμβέρτου, αλλά δογματικές αλλοιώσεις που επικυρώθηκαν από επίσημες Συνόδους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (Λυών, Φλωρεντία, Α' Βατικανή). Συνεπώς, η «λήθη» των προσώπων δεν συνεπάγεται και «λήθη» των αιρέσεων.

Γ. Το κείμενο ισχυρίζεται ότι το σχίσμα επιβιώνει μόνο στη «φαντασία» των πιστών.Το σχίσμα  όμως είναι πραγματικό, διότι η ΟΡΘΟΔΟΞΗ Εκκλησία είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας». Αν η αλήθεια που ομολογεί η Ρώμη διαφέρει από την αλήθεια που ομολογεί η Ορθοδοξία, η ενότητα είναι ανύπαρκτη, όχι «φανταστική».

Δ. Η αναφορά στο Unitatis Redintegratio δείχνει την πρόθεση της Ρώμης να αναγνωρίσει αξία στις Ανατολικές Εκκλησίες. Ωστόσο, η Ορθόδοξη κριτική επισημαίνει ότι η Ρώμη συνεχίζει να βλέπει την Ορθοδοξία ως «ελλειμματική»  λόγω της μη αναγνώρισης του Παπικού Πρωτείου. Η «αμοιβαία αναγνώριση» του 1965 ήταν μια κίνηση αγάπης, όχι όμως και αλήθειας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζει να αυτοσυνειδητοποιείται ως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και όχι ως το «ένα από τα δύο πνευμόνια» μιας διαιρεμένης οντότητας.

 

Ε. Η «παράδοση των αφορισμών στη λήθη» είναι μια ευλογημένη αφετηρία για διάλογο, αλλά δεν αποτελεί το τέλος του δρόμου. Το κείμενο εκφράζει μια αισιόδοξη οικουμενιστική ερμηνεία, η οποία όμως κινδυνεύει να προσπεράσει το γεγονός ότι η ενότητα απαιτεί ενότητα εν τη Αληθεία. Για την Ορθοδοξία, το 1054 θα παραμείνει μια ανοιχτή πληγή όσο οι δογματικές καινοτομίες της Δύσης παραμένουν σε ισχύ.

Η αρχή ενός νέου κεφαλαίου της χριστιανικής ιστορίας

Μετά την άρση των αμοιβαίων αναθεμάτων του 1054, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και η Ορθόδοξη Εκκλησία βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση διαρραγμένης κοινωνίας με αυτήν που βίωσαν οι Εκκλησίες της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης στις αρχές του 11ου αιώνα. Για να διορθώσουν αυτό το πρόβλημα, ο Πάπας Παύλος ΣΤ' και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας είχαν προηγουμένως ξεκινήσει, κατά την ιστορική και προφητική συνάντησή τους στην Ιερουσαλήμ τον Ιανουάριο του 1964, έναν διάλογο αγάπης.

Αυτός ο διάλογος αγάπης προοριζόταν να οδηγήσει σε διάλογο αλήθειας μέσω της δημιουργίας, το 1979, της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, σε ίση βάση, με αμοιβαία συμφωνία μεταξύ του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β' και του Οικουμενικού Πατριάρχη Δημητρίου. Ο σκοπός αυτής της επιτροπής, από την αρχή, ήταν πολύ σαφής: η αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας μεταξύ των δύο Εκκλησιών, βασισμένη στην ενότητα της πίστης σύμφωνα με την κοινή εμπειρία και παράδοση της πρώιμης Εκκλησίας, την κοινή παράδοση της πρώτης χιλιετίας, όπως μπορεί κανείς να διαβάσει στο σχέδιο της επιτροπής που συντάχθηκε στη Ρόδο το 1980. Για περισσότερα από σαράντα πέντε χρόνια, η Μικτή Διεθνής Επιτροπή εργάστηκε ακούραστα, αδιατάραχτη και απερίσπαστη από άγνωστους, σκοταδιστές ή φονταμενταλιστές. Και σήμερα είμαστε σε θέση να θερίσουμε μερικούς καρπούς από αυτήν την εργασία.

Αφού ξεκίνησε εξετάζοντας ό,τι έχουν κοινό οι δύο Εκκλησίες – δηλαδή, μια κοινή κατανόηση των μυστηρίων της Εκκλησίας και μια κοινή κατανόηση της μυστηριακής φύσης της Εκκλησίας – η Επιτροπή ήταν στη συνέχεια σε θέση να εξετάσει το ζήτημα της συνοδικότητας και της πρωτεύουσας. Το αξίωμα του εγγράφου της Ραβέννας του 2007 βρίσκεται ακριβώς στην έμφασή του ότι το ακανθώδες ζήτημα της ρωμαϊκής πρωτεύουσας δεν μπορούσε να χωριστεί από το ζήτημα της συνοδικότητας, γιατί η πρωτεύουσα και η συνοδικότητα είναι αλληλένδετες. Πράγματι, αφενός, κανείς δεν μπορεί να είναι πρώτος μόνος, χωρίς τους άλλους, και αφετέρου, δεν μπορεί να υπάρξει σύναξη, σύνοδος, χωρίς προεδρία. Και το έγγραφο της Ραβέννας διευκρίνισε ότι αυτό ισχύει σε τρία επίπεδα της εκκλησιαστικής εμπειρίας: στο τοπικό επίπεδο της επισκοπής, στο περιφερειακό επίπεδο της επισκοπικής συνόδου, και στο καθολικό επίπεδο, στην κοινωνία των πατριαρχικών και αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Το έγγραφο του Κιέτι του 2016 εμβάθυνε στη συνέχεια στο ζήτημα εξετάζοντας πιο προσεκτικά την κοινή παράδοση της πρώτης χιλιετίας, η οποία θεωρείται κανονική και για τις δύο Εκκλησίες. Και πιο πρόσφατα, το έγγραφο της Αλεξάνδρειας του 2023 μελέτησε τις εξελίξεις της εκκλησιαστικής διοίκησης τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση κατά τη δεύτερη χιλιετία και κατέληξε ότι: «Η Εκκλησία δεν νοείται ορθά ως πυραμίδα, με έναν πρωτεύοντα που κυβερνά από την κορυφή, αλλά ούτε νοείται ορθά ως ομοσπονδία αυτάρκων Εκκλησιών.»

Προσωπικά, είμαι πεπεισμένος ότι το έργο της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής ενέπνευσε την ανανέωση της συνοδικότητας εντός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας τα πρόσφατα χρόνια, κατά τη θητεία του Πάπα Φραγκίσκου: μια ανανέωση που εμπνέει μια ορισμένη «αποκέντρωση» της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αμφισβητώντας έτσι την λεγόμενη «καθολική δικαιοδοσία» του Πάπα, και η οποία, με αυτήν την έννοια, φαίνεται ελπιδοφόρα για προσεκτικούς Ορθόδοξους Χριστιανούς. Σε αυτό το σημείο, ο Πάπας Λέων ΙΔ' φαίνεται να επιθυμεί να συνεχίσει την προσέγγιση του προκατόχου του.

Έχοντας κάνει πρόοδο στον διάλογο για την αλήθεια, η επιτροπή φαίνεται έτοιμη σε αυτό το σημείο της ιστορίας να αντιμετωπίσει και να συζητήσει, σε κλίμα επιστημονικής αντικειμενικότητας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, τα ζητήματα που για καιρό χώριζαν τις Εκκλησίες. Τα ζητήματα όπως η απαλλαγή από πλάνη ή το filioque, το οποίο συχνά θεωρείται η κύρια αιτία της διαρραγής της κοινωνίας μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης στις αρχές του 11ου αιώνα, μελετώνται τώρα από την Επιτροπή.

Σχετικά με αυτό το δεύτερο ερώτημα, αξίζει να ανακαλέσουμε ότι το έγγραφο του 2003 της Βορειοαμερικανικής Ορθόδοξης-Καθολικής Θεολογικής Διαβούλευσης με τίτλο: «Το Filioque: Ένα Ζήτημα που Χωρίζει την Εκκλησία; Μια Συμφωνημένη Δήλωση» το οποίο συνέστησε «ότι η Καθολική Εκκλησία, ως συνέπεια της κανονικής και αμετάκλητης δογματικής αξίας του Συμβόλου της Πίστεως του 381, να χρησιμοποιεί μόνο το αρχικό ελληνικό κείμενο κατά τη μετάφραση αυτού του Συμβόλου για κατηχητική και λειτουργική χρήση», δηλαδή, χωρίς το Filioque.

Στην πραγματικότητα, το ίδιο επαναλήφθηκε το 2024 στην Κοινή Δήλωση της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Παγκόσμιας Λουθηρανικής Ομοσπονδίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την προσθήκη της ρήτρας Filioque στο σύμβολο πίστεως της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, η οποία πρότεινε «ότι η μετάφραση του ελληνικού πρωτοτύπου (χωρίς το Filioque) να χρησιμοποιείται με την ελπίδα ότι αυτό θα συμβάλει στην θεραπεία των παλαιών διαιρέσεων μεταξύ των κοινοτήτων μας και θα μας επιτρέψει να ομολογούμε μαζί την πίστη των Οικουμενικών Συνόδων της Νικαίας (325) και της Κωνσταντινούπολης (381).»

Σε αυτό το πλαίσιο, ένα πρόσφατο γεγονός μας δίνει ιδιαίτερη χαρά: κατά τη διάρκεια της οικουμενικής επιμνημόσυνης δέησης για τους μάρτυρες της πίστεως του 21ου αιώνα, που προεξήρχε η Αγιότητά του, ο Πάπας Λέων ΙΔ', στη Βασιλική του Αγίου Παύλου εκτός των Τειχών, στη Ρώμη, στις 14 Σεπτεμβρίου 2025, το Σύμβολο της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως απαγγέλθηκε, στα ιταλικά, χωρίς το Filioque. Μια σημαντική λεπτομέρεια που αποδεικνύει ότι τα πράγματα προχωρούν και ότι ο θεολογικός διάλογος καρποφορεί και αυτό μας δίνει μεγάλη ελπίδα για το μέλλον της αποκατάστασης της χριστιανικής ενότητας στη βάση του Συμβόλου της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως που θεωρήθηκε από την Εκκλησία, τουλάχιστον από τον 5ο αιώνα, ως καθολικό σύμβολο πίστεως.

Στο ίδιο πνεύμα, ακόμη πιο πρόσφατα, παραμονή της επίσκεψής του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και του εορτασμού της 1700ής επετείου της Α' Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, ο Πάπας Λέων ΙΔ' παραθέτει τη φράση από το Σύμβολο της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως χωρίς το Filioque στην αποστολική του επιστολή (ενκύκλιο) In Unitate Fidei, που προεκηρύχθη στις 23 Νοεμβρίου 2025, σημειώνοντας στην υποσημείωση 10 που ακολουθεί αυτή την παραπομπή ότι: «Η δήλωση «και εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό (Filioque)» δεν βρίσκεται στο κείμενο της Κωνσταντινούπολης· εισήχθη στο Λατινικό Σύμβολο από τον Πάπα Βενέδικτο Η' το 1014 και είναι αντικείμενο του Ορθόδοξου-Καθολικού διαλόγου.» Αυτό το σχόλιο, σε μια παπική εγκύκλιο, είναι υψίστης σημασίας γιατί η επίσημη αναγνώριση αυτής της προσθήκης από τον ίδιο τον Πάπα βάζει τέλος σε μια χιλιετία αντιπαραθέσεων που συνέβαλε στη βαθύτερη άβυσσο της διαίρεσης μεταξύ των δύο Εκκλησιών.

Στην κοινή προσευχή της 28ης Νοεμβρίου 2025, εορτάζοντας την επέτειο της Α' Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, στον ίδιο τον τόπο όπου έλαβε χώρα, προεξάρχοντος του Πάπα Λέων και του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου παρουσία του Πατριάρχη Αλεξανδρείας, επίσημων αντιπροσώπων των αρχαίων Πατριαρχείων της Αντιοχείας και της Ιερουσαλήμ, και εκπροσώπων όλων των Ανατολικών Ορθόδοξων Εκκλησιών και των Προτεσταντικών Παγκόσμιων Χριστιανικών Κοινωνιών, το Σύμβολο της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως απαγγέλθηκε μαζί χωρίς την προσθήκη του Filioque. Φυσικά, αυτό δεν συνέβη για πρώτη φορά. Ήδη το 1987, κατά την επίσημη επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη Δημητρίου στη Ρώμη, το Σύμβολο της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως είχε απαγγελθεί στο αρχικό ελληνικό χωρίς το Filioque και από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β' και από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Το ίδιο συνέβη με τον Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ' και τον Πάπα Φραγκίσκο σε πολλές παρόμοιες επίσημες λειτουργικές περιστάσεις. Αυτό αποδεικνύει ότι το Filioque δεν είναι δόγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας: διαφορετικά αυτοί οι τρεις πάπες θα έπρεπε να θεωρούνται αιρετικοί από την ίδια τους την Εκκλησία – και αυτό ευτυχώς δεν είναι η περίπτωση!

Όπως έχει υποδείξει σε διάφορες περιστάσεις ο Πάπας Λέων ΙΔ' και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, η Μικτή Διεθνής Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, έχει την επίσημη εντολή και των δύο Εκκλησιών να εργαστεί για την αποκατάσταση της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Επιβεβαιώνοντας στην ομιλία του προς τον Πάπα Λέων στις 30 Νοεμβρίου ότι «μπορούμε μόνο να προσευχόμαστε ώστε ζητήματα όπως το «filioque» και η απαλλαγή από πλάνη (…) να επιλυθούν έτσι ώστε η κατανόησή τους να μην αποτελεί πλέον εμπόδιο στην κοινωνία των Εκκλησιών μας», ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν ζήτησε από τον Πάπα περισσότερα από όσα μπορεί να δώσει, αλλά έδωσε ελπίδα ότι η αποκατάσταση της κοινωνίας μεταξύ των δύο Εκκλησιών, που διακόπηκε πριν από μια χιλιετία, θα μπορούσε σύντομα να επανεγκαθιδρυθεί υπό την προϋπόθεση ότι οι διαιρεμένοι Χριστιανοί θα παραχωρήσουν την καλή τους θέληση σε αυτόν τον σκοπό.

Θα δούμε την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας μεταξύ των δύο Εκκλησιών μας πριν από το 2054; Ο θεολογικός διάλογος που αναλήφθηκε μεταξύ των δύο αδελφών Εκκλησιών έχει αυτόν τον συγκεκριμένο στόχο, όχι επιδιώκοντας να επιτευχθεί συμβιβασμός ούτε να προδοθεί η ορθοδοξία της πίστεως, αλλά, αντίθετα, να την αποκαταστήσει στο έδαφος της κοινής παράδοσης της πρώτης χιλιετίας. Πολλές σημαντικές θεολογικές συμφωνίες έχουν επιτευχθεί προς αυτήν την κατεύθυνση τις πρόσφατες δεκαετίες. Σε αυτόν τον σκοπό, οι θεολόγοι εργάζονται σκληρά με όλη την επιστημονική αντικειμενικότητα και αλήθεια. Αλλά είναι ακόμη απαραίτητο ότι οι καρποί της εργασίας τους να γίνουν αποδεκτοί όχι μόνο από την επισκοπή και τον κλήρο, αλλά και από ολόκληρο το πλήρωμα της Εκκλησίας, για να καθαριστεί το χριστιανικό φαντασιακό. Εξ ου και η σημασία της ανάδειξης αυτών των δηλώσεων και εγγράφων. Για αυτόν τον λόγο, θα εργαστούμε για την υποδοχή των συμφωνιών. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να γίνει η επιθυμία μας για χριστιανική ενότητα πραγματικότητα στο εγγύς μέλλον.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το κείμενο παρουσιάζει μια σχεδόν «προφητική» εικόνα της πορείας προς την ένωση, στηριζόμενο στις πρόσφατες εξελίξεις (Ραβέννα, Κιέτι, Αλεξάνδρεια) και στη στάση του Πάπα Λέοντος ΙΔ'. Ωστόσο, από την πλευρά της παραδοσιακής Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, υπάρχουν καίρια σημεία που απαιτούν πνευματική εγρήγορση:

Α. Το κείμενο χαιρετίζει την «αποκέντρωση» της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ως βήμα προς την Ορθοδοξία. Για την Ορθοδοξία, το πρόβλημα του Παπισμού δεν είναι ποσοτικό (πόση εξουσία έχει ο Πάπας), αλλά ποιοτικό και δογματικό. Η «αποκέντρωση» της ρωμαϊκής διοίκησης δεν αναιρεί το δόγμα της Α' Βατικανής Συνόδου περί «αλάθητου» και «άμεσης δικαιοδοσίας». Αν το Πρωτείο παραμένει «θείω δικαίω»  και όχι απλώς «πρωτείο τιμής» εντός της συνοδικότητας, η εκκλησιολογική απόσταση παραμένει χαοτική.

Β. Η αναφορά στην απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως χωρίς το Filioque από τον Πάπα παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι αυτό «δεν είναι δόγμα». Η απλή παράλειψη της λέξης στη λειτουργική χρήση δεν ισοδυναμεί με δογματική αποκήρυξη της διδασκαλίας ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται «και εκ του Υιού». Για να υπάρξει πλήρης κοινωνία, η Ρώμη οφείλει να αναγνωρίσει ότι η προσθήκη ήταν όχι μόνο ιστορικό λάθος, αλλά θεολογική πλάνη που αλλοιώνει το Τριαδικό Δόγμα.

Γ.Το κείμενο θέτει ως βάση την πρώτη χιλιετία.  Ενώ η πρώτη χιλιετία είναι η κοινή μας ρίζα, η Ορθοδοξία δεν σταμάτησε να αναπτύσσεται το 1054. Η θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (14ος αιώνας) για τις άκτιστες ενέργειες, η οποία είναι οργανικό κομμάτι της Ορθόδοξης εμπειρίας, παραμένει ξένο σώμα για τη δυτική σχολαστική θεολογία. Μια ένωση που αγνοεί τη δεύτερη χιλιετία της Ορθόδοξης Ανατολής θα ήταν μια ένωση «τεχνητή» και ελλιπής.

Δ. Το κείμενο ορθά επισημαίνει ότι οι συμφωνίες των θεολόγων πρέπει να γίνουν αποδεκτές από το «πλήρωμα της Εκκλησίας».  Εδώ έγκειται η μεγαλύτερη δυσκολία. Η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία δεν είναι πυραμιδική· ο λαός του Θεού είναι ο φύλακας της Ορθοδοξίας. Αν οι πιστοί διαισθανθούν ότι η ένωση προωθείται μέσω θεολογικών συμβιβασμών   χωρίς πραγματική μετάνοια και ταύτιση στο δόγμα, η «υποδοχή» θα αποτύχει, οδηγώντας σε νέα εσωτερικά σχίσματα εντός της Ορθοδοξίας.

 


Μια κριτική προσέγγιση του κειμένου του Μητροπολίτη Πισιδίας Ιώβ με τίτλο : ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 60 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΡΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΘΕΜΑΤΩΝ (1965-2025) (B)


Επιμέλεια : πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Το πρωτότυπο κείμενο στην Αγγλική γλώσσα υπάρχει στο link. https://panorthodoxsynod.blogspot.com/2026/01/healing-of-memories-and-christian-unity.html#more. Στα πλαίσια είναι αποσπάσματα από το κείμενο του Μητροπολίτη Ιώβ.

 

ΜΕΡΟΣ-Β

Έναν αιώνα αργότερα, έχουμε ακόμη μια ανάγνωση των γεγονότων από τον διακεκριμένο Γάλλο Καθολικό Ασσουμπσιονιστή και Βυζαντινολόγο Μαρτέν Ζυγκιέ. Στο ουδεμία λιγότερο πολεμικό έργο του που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1941 με τίτλο Ο Βυζαντινός Σχισμός, το οποίο κρίνει ως το «σχίσμα του Κηρουλαρίου» και του οποίου επιχειρεί να εντοπίσει τις μακρινές αιτίες, μεταξύ των οποίων αναφέρει «τη φιλοδοξία των πατριαρχών της Κωνσταντινούπολης, η οποία τους ώθησε να θέλουν να εξισωθούν με κάθε κόστος με τους επισκόπους της Ρώμης», ο συγγραφέας τελικά καταλογίζει μεταξύ των άμεσων αιτιών του σχίσματος «τις αντιπάθειες της φυλής, την εθνική υπερηφάνεια και τις πολιτικές αντιζηλίες» μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων και αναγνωρίζει ως έμμεσες αιτίες αυτού του «σχίσματος» τη διαφορετικότητα και την αμοιβαία άγνοια των ελληνικής και λατινικής γλώσσας, καθώς και την αυτόνομη εξέλιξη των δύο Εκκλησιών στο θεολογικό, κανονικό και λειτουργικό τομέα, όπου το σημαντικότερο σημείο κατ' αυτόν ήταν η προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας, που εισήχθη στη Ρώμη στις αρχές του 11ου αιώνα και ποτέ δεν αναγνωρίστηκε από την Ανατολή. Πέρα από τον πολεμικό τόνο της εποχής, το αξίωμα του Ζυγκιέ είναι ότι αμφισβήτησε, δείχνοντας την ανακρίβειά του, την άποψη που διατηρήθηκε για αιώνες σύμφωνα με την οποία «το σχίσμα του Μιχαήλ Κηρουλαρίου» του 1054 θα ήταν ο οριστικός σχισμός μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ο Ζυγκιέ γράφει:

«Με την όψιμη σοφία της ιστορίας, οι αμοιβαίοι αφορισμοί του Ιουλίου 1054 θεωρήθηκαν ως το μοιραίο τέλος των Σχισμάτων που, για πολλούς αιώνες, χώριζαν περιοδικά τη Βυζαντινή Εκκλησία από τη Δυτική Εκκλησία, όπου έβλεπαν στον Μιχαήλ Κηρουλάριο τον συντάκτη του οριστικού σχίσματος. Στην πραγματικότητα, όταν εξετάζουμε τα έγγραφα από κοντά, συνειδητοποιούμε ότι αυτά τα αναθέματα δεν είχαν τη γενική εμβέλεια που ήθελαν να τους αποδώσουν. Οι Ρωμαίοι λεγάτοι δεν εξαπέλυσαν τα αναθέματά τους εναντίον της Βυζαντινής Εκκλησίας, αλλά εναντίον ενός από τους πατριάρχες της και μερικών κληρικών της. Η ίδια η καταδικαστική τους απόφαση εμφανίζεται, από κανονική άποψη, στερημένη κάθε αξίας και δεν εγκρίθηκε ποτέ από την Αγία Έδρα. Όσο για τον αφορισμό των λεγάτων από τον Μιχαήλ Κηρουλάριο και την μόνιμη σύνοδό του, αυτός δεν αφορά ούτε τον πάπα ούτε ολόκληρη τη Δυτική Εκκλησία· είναι ένα απλό μέτρο αντιποίνων εναντίον ασελγών ξένων, που τόλμησαν να διατυπώσουν τις πιο φανταστικές κατηγορίες εναντίον του Κηρουλαρίου και του κλήρου του και στους οποίους δεν ήθελαν να δουν παρά απεσταλμένους του Δουκά της Ιταλίας, Αργυρού. Αντί να μιλάμε για οριστικό σχίσμα, θα ήταν αναμφίβολα πιο ακριβές να λέμε ότι βρισκόμαστε ενώπιον της πρώτης αποτυχημένης απόπειρας ένωσης.»

Ανεξάρτητα από την προκατάληψή του, το αξίωμα της μελέτης του Ζυγκιέ είναι ότι υπογράμμισε ότι τα αναθέματα του 1054 δεν στόχευαν τις τοπικές Εκκλησίες, αλλά συγκεκριμένα πρόσωπα· ότι η παπική βούλα του αφορισμού που τοποθετήθηκε στον βωμό της Αγίας Σοφίας από τον Γάλλο Βενεδικτίνο καρδινάλιο Ουμβέρτο του Σίλβα Κάντιντα δεν είχε κανονική ισχύ αφού ο Πάπας Λέων Θ' είχε πεθάνει τρεις μήνες νωρίτερα, και πάνω απ' όλα, ότι τα γεγονότα του 1054 θα πρέπει να θεωρηθούν όχι ως η ολοκλήρωση ενός σχίσματος, αλλά μάλλον ως μια ανεπιτυχής απόπειρα αποκατάστασης της κοινωνίας μεταξύ των Εκκλησιών.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.

Η ανάλυση του Μαρτέν Ζυγκιέ, αν και ιστορικά οξυδερκής ως προς την επισήμανση των κανονικών παρατυπιών, παραμένει εγκλωβισμένη σε μια δυτική, νομικίστικη θεώρηση της Εκκλησίας. Από την πλευρά της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, το κείμενο παρουσιάζει σοβαρά ελλείμματα:

Α. Ο Ζυγκιέ ισχυρίζεται ότι τα αναθέματα δεν έπληξαν τις Εκκλησίες αλλά συγκεκριμένα πρόσωπα (Κηρουλάριο - Λεγάτους). Αυτό αποτελεί εκκλησιολογικό σφάλμα. Στην Ορθοδοξία, ο Επίσκοπος δεν είναι μια μεμονωμένη μονάδα, αλλά η κεφαλή που φανερώνει την τοπική Εκκλησία.

Β.Η προσβολή και ο αφορισμός του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως πάνω στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας ήταν προσβολή κατά της ίδιας της Ευχαριστιακής Σύναξης της Ανατολής.

Γ. Η προσπάθεια του Ζυγκιέ να «ακυρώσει» το σχίσμα λόγω του θανάτου του Πάπα (έλλειψη δικαιοδοσίας των λεγάτων) είναι μια καθαρά δικανική προσέγγιση που αγνοεί την πνευματική ουσία: η Ρώμη είχε ήδη αποξενωθεί βιωματικά και δογματικά.

Ο Ζυγκιέ καταλογίζει το σχίσμα σε «αντιπάθειες φυλής», «εθνική υπερηφάνεια» και «φιλοδοξία των Πατριαρχών». Αυτή η προσέγγιση είναι άδικη και υποτιμητική για την Ορθόδοξη στάση. Οι Πατριάρχες της Ανατολής δεν ζητούσαν «εξίσωση» από φιλοδοξία, αλλά υπερασπίζονταν τη Συνοδικότητα έναντι της αναδυόμενης παπικής μοναρχίας. Η αναγωγή του σχίσματος σε «πολιτική αντιζηλία» υποβαθμίζει τον αγώνα των Αγίων Πατέρων για τη διατήρηση της αλήθειας σε μια απλή διαμάχη εξουσίας.

Δ. Ενώ ο Ζυγκιέ αναγνωρίζει το Filioque ως το σημαντικότερο σημείο διαφοροποίησης, το τοποθετεί μέσα σε ένα πλαίσιο «αυτόνομης εξέλιξης».Για την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, το Filioque δεν είναι μια «παράλληλη εξέλιξη», αλλά μια αλλοίωση της Αποκαλυφθείσας Θεολογίας. Δεν πρόκειται για μια διαφορετική «συνήθεια», αλλά για μια αίρεση που ανατρέπει την ισορροπία των προσώπων της Αγίας Τριάδας και, κατ' επέκταση, τη δομή της ίδιας της Εκκλησίας.

Ε.  Ο χαρακτηρισμός των γεγονότων του 1054 ως «πρώτης αποτυχημένης απόπειρας ένωσης» είναι εκκλησιολογικά παραπλανητικός. Η «ένωση» που επιδίωκε η Ρώμη (και τότε και αργότερα) δεν ήταν η ενότητα "εν τη κοινή Πίστει", αλλά η υποταγή της Ανατολής στο παπικό πρωτείο εξουσίας. Από ορθόδοξη σκοπιά, η «ένωση» δεν αποτυγχάνει λόγω «κακών χειρισμών» ή «θυμού», αλλά επειδή δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία (communio) χωρίς δογματική ταύτιση.

ΣΤ.Ο Ζυγκιέ, ως Ρωμαιοκαθολικός βυζαντινολόγος, προσπαθεί να «αποδραματοποιήσει» το 1054 για να δείξει ότι η ρήξη δεν ήταν αναπόφευκτη. Ωστόσο, η Ορθόδοξη κριτική επισημαίνει ότι το 1054 δεν ήταν η αιτία του σχίσματος, αλλά το σύμπτωμα μιας βαθιάς πνευματικής νόσου: της αποκοπής της Δύσης από την κοινή εκκλησιαστική εμπειρία και την εκτροπή της σε έναν ιδιότυπο δογματικό και διοικητικό απομονωτισμό.


Μια κριτική προσέγγιση του κειμένου του Μητροπολίτη Πισιδίας Ιώβ με τίτλο : ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 60 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΡΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΘΕΜΑΤΩΝ (1965-2025)-(Α)


 



Το πρωτότυπο κείμενο στην Αγγλική γλώσσα υπάρχει στο linkhttps://panorthodoxsynod.blogspot.com/2026/01/healing-of-memories-and-christian-unity.html#more. Στα πλαίσια είναι αποσπάσματα από το κείμενο του Μητροπολίτη Ιώβ.

Επιμέλεια : πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ-Α

 

ΚΕΙΜΕΝΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΙΩΒ

Το 1054 στην  στη χριστιανική συλλογική συνείδηση.

Το έτος 1054 παραμένει ένα τραγικό έτος στη χριστιανική συλλογική συνείδηση. Για πολλούς αντιπροσωπεύει τη δραματική στιγμή του χωρισμού μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που συχνά ταυτίζεται με τον «Μεγάλο Σχισμό του 1054». Αυτό μπορούμε να διαβάσουμε στις περισσότερες εγκυκλοπαίδειες και λεξικά, καθώς και στα κατηχητικά των Εκκλησιών μας. Για αιώνες, δυστυχώς, προσπαθήσαμε να τροφοδοτούμε αυτό το φαντασιακό και να κατηγορούμε τον ένοχο.

Τον 19ο αιώνα, ο Πατήρ Βλαδίμηρος, γεννηθείς Ρενέ-Φρανσουά Γκετέ, Γάλλος Καθολικός ιερέας που προσηλυτίστηκε στην Ορθοδοξία, σε ένα από τα πολυάριθμα έργα του για την εκκλησιαστική ιστορία, με τον εύγλωττο τίτλο: Η Σχισματική Παποσύνη, που εκδόθηκε το 1863, λίγο μετά την προσήλωσή του, περιγράφει τα τραγικά γεγονότα του 1054:

«Ο Πατριάρχης Μιχαήλ αρνήθηκε να κοινωνήσει με τους λεγάτους. Αναμφίβολα γνώριζε ότι ο αυτοκράτορας ήθελε, από προκατάληψη, να θυσιάσει την Ελληνική Εκκλησία στην παποσύνη, για να εξασφαλίσει κάποια βοήθεια για τον θρόνο του· η επιστολή που είχε λάβει από τον Πάπα τον είχε ενημερώσει επαρκώς για το τι εννοούσαν στη Ρώμη με τη λέξη ένωση. Οι λεγάτοι πήγαν στην Αγία Σοφία την ώρα που ο κλήρος προετοίμαζε τη λειτουργία. Διαμαρτυρήθηκαν δυνατά για την επιμονή του πατριάρχη και τοποθέτησαν στον βωμό μια καταδικαστική απόφαση αφορισμού εναντίον του. Έφυγαν από την εκκλησία τινάζοντας τη σκόνη από τα πόδια τους και εκφωνώντας ανάθεμα εναντίον όσων δεν θα κοινωνούσαν με τους Λατίνους. Όλα αυτά έγιναν με τη συγκατάθεση του αυτοκράτορα· κάτι που εξηγεί γιατί ο πατριάρχης δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τους λεγάτους. Ο λαός, πεπεισμένος για τη συνενοχή του αυτοκράτορα με αυτούς τους απεσταλμένους, είχε ξεσηκωθεί. Στη στιγμή του κινδύνου, ο Κωνσταντίνος έκανε κάποιες παραχωρήσεις. Οι λεγάτοι διαμαρτυρήθηκαν ότι η καταδικαστική τους απόφαση αφορισμού δεν είχε διαβαστεί όπως είχε συνταχθεί· ότι ο πατριάρχης είχε κάνει τα πιο σκληρά και δόλια σχέδια εναντίον τους. Όποια και αν είναι η περίπτωση, και ακόμα κι αν ο Μιχαήλ ήταν ένοχος αυτών των κακών σχεδίων, ο τρόπος δράσης τους δεν θα ήταν ούτε πιο άξιος ούτε πιο κανονικός. Ένα άλλο κατηγορώ διατυπώθηκε εναντίον του Πατριάρχη Μιχαήλ: ότι είχε κάνει αβάσιμες κατηγορίες εναντίον της Λατινικής Εκκλησίας. Πολλές, στην πραγματικότητα, ήταν υπερβολικές· αλλά δεν ήθελαν να παρατηρήσουν ότι, στην επιστολή του, ο πατριάρχης ήταν μόνο η ηχώ των Εκκλησιών της Ανατολής. Αφού η παποσύνη ήθελε να επιβάλει την αυτοκρατορία της, μια ισχυρή αντίδραση είχε λάβει χώρα σε όλες αυτές τις Εκκλησίες. Υπό την ώθηση αυτού του συναισθήματος, αναζητήθηκε ό,τι μπορούσε να κατηγορηθεί σε αυτή τη Ρωμαϊκή Εκκλησία, η οποία, με το πρόσωπο των επισκόπων της, παρουσιαζόταν ως ο αλάθητος φύλακας της ορθής διδασκαλίας. Ο Μιχαήλ Κηρουλάριος ήταν μόνο ο ερμηνευτής αυτών των παραπόνων· δεν θα είχε ποτέ αρκετή επιρροή για να επιβάλει τα αληθινά ή υποτιθέμενα παράπονά του στην Χριστιανική Ανατολή, και όσοι ήθελαν να τον απεικονίσουν ως τον τελειωτή του σχίσματος που άρχισε επί Φωτίου εκτίμησαν τα γεγονότα με επιφανειακό τρόπο.»

Παρά τον πολεμικό τόνο, είναι αξιοσημείωτο ότι ο Γκετέ αναγνωρίζει σε αυτό το απόσπασμα ότι αφενός, πολλές κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον της Λατινικής Εκκλησίας από τον Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο «στην πραγματικότητα ήταν υπερβολικές», και αφετέρου, «όσοι ήθελαν να τον απεικονίσουν ως τον τελειωτή του σχίσματος που άρχισε επί Φωτίου εκτίμησαν τα γεγονότα με επιφανειακό τρόπο».

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.

Το παραπάνω απόσπασμα   παρά την ιστορική αναφορά στον π. Βλαδίμηρο Guettée, διολισθαίνει σε μια επικίνδυνη εκκλησιολογία. Επιχειρεί να υποβαθμίσει ένα οντολογικό γεγονός —την αποκοπή της Δύσης από το Σώμα της Εκκλησίας— σε μια απλή ψυχολογική ή κοινωνική κατασκευή.

Α. Η αναφορά σε «τροφοδότηση της φαντασίας » και «αναζήτηση ενόχων» αποτελεί προσβολή προς την Ορθόδοξη Αυτοσυνειδησία. Το 1054 δεν ήταν προϊόν παρεξήγησης ή «υπερβολικών κατηγοριών», όπως αφήνει να εννοηθεί το κείμενο, αλλά η κορύφωση μιας μακράς πορείας δογματικής εκτροπής της Ρώμης.

  • Η εισαγωγή του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως.
  • Η απαίτηση για το Παπικό Πρωτείο εξουσίας   έναντι της Συνοδικότητας.
  • Η χρήση αζύμων και άλλες λειτουργικές καινοτομίες.

Αυτά δεν είναι «φαντασιακά» στοιχεία, αλλά αλλοιώσεις της αποκαλυφθείσας αλήθειας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν «κατηγορεί» απλώς· διαπιστώνει με πόνο την πτώση του Ρωμαίου Επισκόπου στην αίρεση.

Β. Το κείμενο παρουσιάζει τον Πατριάρχη Μιχαήλ σχεδόν ως έναν πολιτικό παίκτη ή έναν «ερμηνευτή παραπόνων». Από σκληρή εκκλησιολογική σκοπιά, ο Πατριάρχης δεν έδρασε ατομικά, αλλά ως φύλακας των Ιερών Κανόνων. Η κριτική του Guettée ότι οι κατηγορίες ήταν «υπερβολικές» αγνοεί ότι στην Εκκλησιολογία δεν υπάρχει «μικρή» ή «μεγάλη» παρέκκλιση από την Αλήθεια. Η αλλοίωση του Τριαδικού Δόγματος (Filioque) καθιστά κάθε άλλη «υπερβολή» δευτερεύουσα μπροστά στην απώλεια της καθολικότητας της πίστεως.

Γ. Το κείμενο επιχειρεί να αποδυναμώσει τη σημασία του 1054 υπονοώντας ότι η ταύτιση του έτους αυτού με τον «Μεγάλο Σχίσμα» είναι επιφανειακή. Ενώ είναι ιστορικά ακριβές ότι η αποξένωση ξεκίνησε νωρίτερα και ολοκληρώθηκε αργότερα (1204), εκκλησιολογικά το 1054 παραμένει το σημείο μηδέν. Η κατάθεση του αναθέματος πάνω στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας από τους Λατίνους λεγάτους δεν ήταν μια «ατυχής στιγμή», αλλά η επίσημη σφράγιση της πνευματικής τους αποκοπής από την Πηγή της Ζωής.

Δ. Η ορολογία περί «τροφοδότησης του χωρισμού» υποκρύπτει τη σύγχρονη οικουμενιστική τάση που θέλει να παρουσιάσει τις δύο πλευρές ως «αδελφές εκκλησίες» που απλώς τσακώθηκαν.

  • Η Εκκλησία είναι Μία. Δεν χωρίζεται στα δύο.
  • Η Ρώμη ΑΠΟΣΤΑΤΗΣΕ  της Εκκλησίας.
  • Η ενότητα δεν θα προέλθει από την αποδόμηση του «φαντασιακού», αλλά από τη μετάνοια και την επιστροφή της Δύσης στην Ορθόδοξη Πίστη.

Ε. Το κείμενο που παραθέσατε, αν και ιστορικά ενδιαφέρον, πάσχει από εκκλησιολογικό μινιμαλισμό. Προσπαθεί να εξισώσει την ευθύνη και να παρουσιάσει το σχίσμα ως προϊόν παρεξηγήσεων και υπερβολών. Για την Ορθοδοξία, το 1054 δεν είναι ένας μύθος του «φαντασιακού», αλλά η τραγική επιβεβαίωση ότι η Δύση επέλεξε τον δρόμο της αυτονόμησης από την Παράδοση των Πατέρων.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Παπισμός-Οἰκουμενισμὸς καὶ τὸ χρέος τοῦ Ὀρθοδόξου χριστιανοῦ



Γράφει ὁ Ἀριστείδης Δασκαλάκης

«ἡ ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν... οὕτω κηρύσσομεν» (Συνοδικὸν τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου)

 

Λόγοι, ποὺ δὲν βρίσκουν πλέον εὐρεῖα ἐφαρμογή, στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῶν ἐκπτώσεων, τῶν ἀποκλίσεων, τῆς ὕβρεως πρὸς τὰ Θεῖα, τῆς νομιμοποίησης τῆς ἁμαρτίας, «νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω·» (Ἰω. 12,31). Θὰ κρημνισθῇ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν του, ὁ ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ ἀντίδικος ὅμως, μέχρι τὴν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας, χρησιμοποιεῖ τὰ ὄργανά του, κυβερνῆτες καὶ ποιμένες, γιὰ νὰ ζημιώσῃ τὴν ἀνθρωπότητα.

Ἡ πολιτεία νομοθετεῖ. Ἐναντίον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Ἡ διοικοῦσα ἐκκλησία πολλάκις ἐπικυρώνει ἢ τηρεῖ σιγὴ ἰχθύος. Ὁ λαὸς ἀγνοεῖ τὶς ὑποχρεώσεις ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν Ἁγία Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπ’ τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ ἕνας παρασέρνει τὸν ἄλλο σὲ μιὰ ἐλεύθερη πτώση πρὸς τὴν ἄβυσσο τῆς ἀπώλειας.

Πρωτεργάτες τὰ διάφορα κέντρα ἐξουσίας, πολιτικῆς ἢ θρησκευτικῆς. Τὸ μεγάλο κέντρο θρησκευτικῆς ἐξουσίας, ἡ «Ἁγία ἕδρα (Sancta Sedes)» ἀντιλαλεῖ καὶ ἐπιταχύνει τὸ σχέδιο τοῦ Σιωνισμοῦ, ἐναντίον τῆς ἀνθρωπότητας. Τὸ Βατικανό, τὸ συνώνυμο τῆς αἵρεσης, πλέον ὁμοιάζει ὡς προϊστάμενη ἀρχὴ τῆς Ὀρθοδόξου Διοικούσας Ἐκκλησίας. Τὴν ἔχει ἤδη ἐντάξει μὲ τὸ σκοτεινὸ κίνημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σὲ ἕνα στροβιλισμὸ ἀπείθειας στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία βάλλεται. Βάλλεται ἀπὸ σκοτεινὲς δυνάμεις, ξένα κέντρα συμφερόντων ποὺ κινοῦν τὰ νήματα τῆς ἀνθρωπότητας.

Ἡ δαιμονικὴ αὐτὴ ἐξουσία καὶ τὰ συμπαρομαρτοῦντα δεινά της, παραχωρεῖται ἀπ᾿ τὸν Θεό, ὡς ἀντίκτυπος τῆς πτώσης καὶ τῆς ἀλλοτρίωσης τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑπὸ διωγμό. Ἁμάρτησε καὶ πληρώνει. Εἰκόνα τοῦ ἐκπεσόντος Ἑλληνορθόδοξου λαοῦ, ἀποτελεῖ ἡ ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας.

Γίναμε ἀκροατὲς μιᾶς νέας ρητορικῆς, περὶ κοινωνικῆς εὐθύνης, ἀγάπης στὸν πλησίον, ὑπακοῆς ἀδιάκριτης, οἰκονομίας. Μιὰ «οἰκονομία» ποὺ κατάντησε παρανομία. Μιᾶς πλανεμένης ἐπισκοπολατρείας καὶ μιᾶς ἀπολύτου ὑποταγῆς στὰ κελεύσματα τῆς ἐξουσίας.

Εἴδαμε νὰ ἀναγνωρίζονται μυστήρια σὲ αἱρετικούς. Παρατηρήσαμε ἐπισκόπους νὰ δωρίζουν Κοράνι ὡς ἱερὸ βιβλίο. Προκαθημένους νὰ κρύβουν ἐγκόλπια μπροστὰ σὲ λαθρομετανάστες, γιὰ νὰ μὴν στενοχωρήσουν. Μείναμε ἐμβρόντητοι μπροστὰ σὲ συμπροσευχές, συνευχὲς καὶ συλλείτουργα ἐπισκόπων τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, μὲ αἱρετικούς, μουσουλμάνους καὶ σχισματικούς.

Οἱ ἄμβωνες σιώπησαν. Σταμάτησαν νὰ ἀντηχοῦν τὸ λόγο τῆς Ἀληθείας. Δὲν ἀποτελοῦν πλέον ὁρμητήρια ὀρθοδόξου ἀγῶνα.

Ἀντ᾿ αὐτοῦ κατάντησαν ἀντηχεῖα κυβερνητικῶν ἀποφάσεων καὶ ἰατρικῶν τελεσιγράφων.

Καὶ ἀπαιτεῖται ὑπακοὴ στὴν ἐκκλησία. Τί εἶναι ἡ ἐκκλησία; Ἡ ἱεραρχία καὶ οἱ κληρικοί; Ὄχι ὁ λαός; Τί μᾶς διδάσκει ἡ Παράδοση; Ποιός ἦταν ἐκκλησία;

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἢ ὁ Ἰωάννης Καλέκας ὁ λατινόφρων; O ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς ἢ ὁ Μητροφάνης καὶ ἡ ὑπόλοιπη ἱεραρχία; Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητὴς ἢ ὅλα τὰ Πατριαρχεῖα τῆς ἐποχῆς του; O ἅγιος Κύριλλος ἢ ὁ Νεστόριος; Δὲν εἶναι οἱ ἅγιοι πρότυπα συμπεριφορᾶς καὶ μίμησης; Ἐκκλησία δὲν εἶναι καὶ ἡ θριαμβεύουσα; Οἱ ἅγιοι καὶ Πατέρες ποὺ δογμάτισαν;

Τί γίνεται ἐὰν ἡ «ἐκκλησία» (ἡ διοικοῦσα), γίνει Χριστομάχος; Τί γίνεται ὅταν συνεργεῖ, ἐπικροτεῖ καὶ προωθεῖ ἀντιορθόδοξους νόμους καὶ πρακτικές;

Ἡ διοίκηση τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας ἐκκοσμικευμένη οὖσα, ὑπακούει πολλὲς φορὲς ἀδιακρίτως στὰ κελεύσματα τῆς Δύσης. Μὲ λαμπρὲς ἐξαιρέσεις βέβαια.

Παρατηροῦμε συναθροίσεις, συνέδρια, συνευχές, συμπροσευχὲς στὸ τέλος συλλείτουργα.

Ὁ παπισμός, ἀπότοκο τοῦ σχίσματος, ἀποτέλεσε τὴ ρίζα τῆς Εὐρώπης τοῦ διαφωτισμοῦ, οἱ ἀρχὲς τοῦ ὁποίου ἀποτελοῦν τὴν ἀναίρεση τοῦ Βυζαντινοῦ πολτισμοῦ. Τῆς Ἀνατολῆς. Στηριγμένος σὲ μυθεύματα καὶ ἀφελεῖς πλαστογραφίες, καινοτομίες μὲ προέλευση τὶς παιδαριώδεις φιλοδοξίες τῶν Βαρβαρικῶν φυλῶν τῆς Δύσης, νὰ ἡγεμονεύσουν στὸν χριστιανικὸ κόσμο. Ἕνα ἀλισβερίσι μεταξὺ ἐξουσίας καὶ ἐκκλησίας τῆς Δύσης. Μεταξὺ Καρλομάγνου καὶ πάπα Λέοντα τοῦ 3ου. Ὁ πάπας στέφει αἰφνιδιαστικὰ καὶ παρανόμως αὐτοκράτορα τὸν Καρλομάγνο καὶ ὁ δεύτερος ἐνισχύει τὸν πρῶτο ἐξυπηρετῶντας τον, σὲ φιλοδοξίες ἐξουσιαστικῶν προνομίων ἔναντι τῆς Νέας Ρώμης. Τῆς Κωνσταντινούπολης. Αὐτὸς ὁ πάπας ἦταν ποὺ εἶχε ἀρχικὰ ἀρνηθεῖ τῆς ἐφεύρεση τοῦ Filioque , προερχόμενου ἀπ᾿ τὸ Τολέδο τῆς Ἱσπανίας. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἡ διαφοροποίηση εἶχε ἤδη ξεκινήσει, καθότι μιὰ νέα αὐτοκτατορία στὴ Δύση, χρειαζόταν ἰσχυρὸ θρησκευτικὸ ἔρεισμα γιὰ νὰ ἑδραιωθῇ. Κι αὐτὸ ἦταν ἕνας διαφοροποιημένος χριστιανισμός, μιὰ αἵρεση ποὺ βασίστηκε σὲ ἕνα σωρὸ πλαστογραφίες. Ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις, τὸ Ἀλάθητο, διαφορετικὸ σημεῖο σταυροῦ, Εὐχαριστία μὲ ἄζυμο ἄρτο, διαφοροποίηση Βαπτίσματος καὶ Χρίσματος καὶ πολλὲς ἄλλες καινοτομίες. Παραποίηση καὶ παρανόηση τῶν διατυπώσεων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας, πλαστογραφήσεις τῆς Ἱστορίας, εὔληπτα ὅλα γιὰ τὸν ἀγράμματο λαὸ τῆς Δύσης, ὥστε νὰ ἐμπεδωθῇ καθολικὰ ἡ συνείδηση μιᾶς διαφοροποιημένης θρησκείας, ποὺ θὰ στήριζε μιὰ νέα αὐτοκρατορία. Τὸ ἀντίπαλο δέος τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.

Ὁ στόχος τότε ἦταν νὰ ἐξυπηρετηθοῦν σκοπιμότητες πολιτικὲς καὶ φιλοδοξίες θρησκευτικές. Ὁ στόχος σήμερα εἶναι ὁ ἴδιος σὲ μεγαλύτερη κλίμακα. Ἡ αὐτοκρατορία τῆς Δύσης, δίνει τὴ θέση της στὴν κοσμοκρατορία κέντρων ἐξουσίας, μὲ δούρειο ἵππο τὴν ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη. Ὁ πάπας, ὁ ἄρχων τῆς αἵρεσης, τοποθετεῖται ὡς ἄρχων ἑνὸς συνονθυλεύματος θρησκειῶν μέσα στὸ ὁποῖο θέλουν νὰ ρίξουν καὶ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ ὁποία δὲν εἶναι θρησκεία, ἀλλὰ ἡ ἀποκάλυψη τῆς Ἀληθείας, ἀπ᾿ τὸν Δημιουργὸ τῶν πάντων.

Ὁ καταλύτης εἶναι τὸ κίνημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μιὰ ἄλλη ἐφεύρεση τοῦ Παπισμοῦ, μέσα στὸ ὁποῖο εἶναι ἐνταγμένο καὶ μεγάλος μέρος τῆς Διοικούσας Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας.

Πῶς μποροῦμε νὰ συνομιλοῦμε καὶ νὰ διαπραγματευόμαστε μὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Κυρίου; Πῶς ἀνεχόμαστε τὸν πάπα νὰ ἐμφανίζεται σὲ ἀκολουθίες στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο;

Πῶς ἀνεχόμαστε παπικοὺς κληρικοὺς νὰ τριγυρνοῦν σὲ Ἱεροὺς Ναοὺς τῆς χώρας μᾶς, καλεσμένοι, μητροπόλεων καὶ ἐνοριῶν;

Τί μᾶς δίδαξαν οἱ ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας μας; Ποιά παρακαταθήκη μᾶς ἄφησαν;

Μέγας ὑπερασπιστὴς τῆς πίστεως καὶ τοῦ δόγματος. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ ἐπίσκοπος Μύρων της Λυκίας.

Ὁ ἅγιος Νικόλαος ἔλαβε μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (στὴ Νίκαια τὸ 325 μ.Χ.), ὅπου ξεχώρισε γιὰ τὴ σοφία καὶ τὴν ἠθική του τελειότητα. Ξεχώρισε στὴν Α` Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἐναντίον τοῦ Ἀρείου ποὺ πρέσβευε καὶ διαλαλοῦσε περίτρανα ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, ἀλλὰ κτίσμα καὶ ποίημα τοῦ Θεοῦ. Βλέποντας σὲ κάποιο χρονικὸ σημεῖο ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ὅτι ὁ Ἄρειος προσπαθεῖ νὰ ἀποστομώσῃ τοὺς Ἀρχιερεῖς, κινούμενος ἀπὸ Ἱερὴ ἀγανάκτηση σηκώθηκε καὶ κατάφερε δυνατὸ ράπισμα στὸν Ἄρειο. Ὁ λόγος ποὺ ὁ ἅγιος Νικόλαος χαστούκισε τὸν αἱρετικὸ δὲν ἦταν τὸ μῖσος καὶ ἡ ἀποβολὴ τῆς ἀγάπης κατὰ ἑνὸς φυσικοῦ προσώπου (Ἄρειος), ἀλλὰ ἡ ἐμμονὴ στὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό. «Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας Διδάσκαλον..» ξεκινᾶ τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ Ἁγίου.

Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἐμπαθὴς χειρονομία, ἀλλὰ γιὰ ἀποτέλεσμα τῆς θεολογικῆς ἀκρίβειας, συνοδευόμενης ὅμως ἀπὸ ἕνα ἐσωτερικὸ βίωμα, ἀντίστοιχο τοῦ ὁποίου μποροῦμε νὰ βροῦμε μόνο στὴν ἁγιογραφικὴ διήγηση τῆς ἀπομάκρυνσης τῶν ἐμπόρων ἀπὸ τὸν ναό, ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς στὰ ἑκατὸ πρακτικὰ κεφάλαια μᾶς τονίζει: «Ὁ θυμός, περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα πάθη, ταράζει καὶ συγχύζει τὴν ψυχή, κάποτε ὅμως καὶ τὴν ὠφελεῖ πολύ. Γιατί ὅταν τὸν μεταχειριζόμαστε χωρὶς ταραχὴ κατὰ τῶν ἀσεβῶν ἢ ἀσελγῶν , γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ νὰ ντραποῦν, τότε προσθέτουμε πραότητα στὴν ψυχή μας, γιατί συμβαδίζουμε μὲ τὸν σκοπὸ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ».

Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος τονίζει ὅτι: «Λέγοντας ὁ Πάπας πὼς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐξώρισε ἀπὸ τὴν δυτικὴ Ἐκκλησία τὸν Δεσπότη πάντων Χριστόν, καὶ ἔτσι ἔμεινε ἡ δυτικὴ Ἐκκλησία χήρα ἀπὸ τὸν Χριστό».

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης συνεχίζει: «Εἰ Μοναχοὶ εἰσὶν τινὲς ἐν τοῖς νῦν καιροῖς, δειξάτωσαν ἐπὶ τοῖς ἔργοις. Ἔργον δὲ Μοναχοῦ ἐστὶν μηδὲν ἀνέχεσθαι καινοτομεῖσθαι τὸ Εὐαγγέλιον».

Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Αἱρετικοὶ δὲ ὀνομάζονται ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ διαφορὰ παρευθὺς καὶ ἀμέσως εἶναι περὶ τῆς εἰς Θεὸν πίστεως, ἤτοι οἱ κατὰ τὴν πίστιν καὶ τὰ δόγματα χωρισμένοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους καὶ παντελῶς ἀπομεμακρυσμένοι».

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός: «Φεύγετε τοὺς Παπικοὺς ὡς φεύγει τις ἀπὸ ὄφεως καὶ ἀπὸ προσώπου πυρός».

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Οὐδὲν ὠφελεῖ βίος ὀρθὸς δογμάτων διεστραμμένων». (ΕΠΕ 23, 492 - 494)

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης: «Οὐδεμία ἄλλη Χριστιανικὴ Ὁμολογία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία».

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Φιλοθεΐτης: «Ὁ μὴ πιστεύων κατὰ τὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας ἄπιστος ἐστιν».

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης: «Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἔχει πνεῦμα πονηρίας καὶ κυριαρχεῖται ἀπὸ ἀκάθαρτα πνεύματα».

Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Οἰκουμενισμός, καὶ κοινὴ ἀγορά, ἕνα κράτος μεγάλο, μιὰ θρησκεία στὰ μέτρα τους. Αὐτὰ εἶναι σχέδια διαβόλων. Οἱ Σιωνιστὲς ἑτοιμάζουν κάποιον γιὰ Μεσσία. Εἶναι καὶ μερικοὶ ποὺ ξεκινοῦν μὲ καλὴ διάθεση. Ἀλλά, ὅταν μαζεύονται τί μάγοι, τί πυρολάτρες, τί Προτεστάντες, ἕνα σωρό - ἄκρη δὲν βρίσκεις - γιὰ νὰ φέρουν τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο, πῶς νὰ βοηθήσουν; Ὁ Θεὸς νὰ μὲ συγχωρέσει, αὐτὰ εἶναι κουρελοῦδες τοῦ διαβόλου».

Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ὁμολογοῦν οἱ ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας μας γιὰ πάπα καὶ οἰκουμενισμό.

Τὰ τελευταῖα χρόνια εἴμαστε δέκτες ἢ ἀκροατὲς νέων ὁρολογιῶν, ὅρων καὶ νεολογισμῶν. Νέες λέξεις ἢ λέξεις μὲ ἀλλαγμένο νόημα ἢ νέα ἑρμηνεία. Τὸ περίφημο λεξικὸ τοῦ οἰκουμενισμοῦ.

Τοῦ κινήματος ποὺ εἶναι ὁ δούρειος ἵππος, ποὺ θὰ ἐπιτρέψῃ στὴ στρατιὰ τῶν αἱρετικῶν καὶ πλανεμένων, νὰ ἡγεμονεύσουν στὸ παγκόσμιο θρησκευτικὸ στερέωμα. Εἶναι μιὰ πτυχή, μιὰ διάσταση τῆς παγκοσμιοποίησης.

Αὐτὸς ὁ δούρειος ἵππος κατασκευάστηκε κυρίως γιὰ τὸ ἀπόρθητο κάστρο τῆς Ὀρθοδοξίας. Φύλακές του, οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ Ὁμολογητές, οἱ ἐξόριστοι Ἐπίσκοποι ποὺ δεινοπάθησαν στὴν ἐξορία, οἱ Μάρτυρες, τὰ μυρίπνοα ἄνθη τῆς πίστεως, οἱ Ἀπόστολοι, ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Κι αὐτὸ τὸ κάστρο ἔχει γύρω του τάφρο πλατιὰ καὶ βαθιά. Γεμάτη αἷμα. Τὸ αἷμα τῶν Ἁγίων ὁμολογητῶν ποὺ μέσα του πνίγονται ὅλοι οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως, ποὺ προσπαθοῦν νὰ γκρεμίσουν τὸ κάστρο αὐτό.

Κατὰ τὸν γέροντα Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο ὁ οἰκουμενισμὸς εἶναι ὁ τελευταῖος πρόδρομος τοῦ Ἀντιχρίστου. Εἶναι ἡ αἵρεση ἐκείνη ποὺ ἀναγνωρίζει τὴν ἀλήθεια σὲ ὅλες τὶς αἱρέσεις. Γι᾿ αὐτὸ καὶ λέγεται «παναίρεση» (Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς).

Τί εἶναι ὅμως αἵρεση; Σημαίνει ἐπιλογὴ καὶ προτίμηση ἑνὸς μέρους τῆς ἀλήθειας εἰς βάρος ὁλόκληρης τῆς ἀλήθειας. Τῆς καθολικῆς ἀλήθειας. Εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς καθολικότητας. Ἀπολυτοποιεῖ μιὰ πτυχὴ τῆς βιωματικῆς βεβαιότητας τῆς Ἐκκλησίας κι ἔτσι σχετικοποιεῖ ἀναπόφευκτα ὅλες τὶς ἄλλες.

Ἡ Ἐκκλησία ἀντέδρασε στὶς αἱρέσεις ἐπισημαίνοντας τὰ ὅρια τῆς ἀλήθειας της, δηλαδὴ τὴ βιωματικὴ ἐμπειρία τῶν πρωτοχριστιανικῶν χρόνων. Ἀρχικὰ αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζουμε δόγμα τότε ὀνομαζόταν ὅρος, δηλαδὴ ὅριο, σύνορο τῆς ἀλήθειας.

Τὰ σημερινὰ δόγματα, εἶναι οἱ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ θεωρητικὲς ἐκεῖνες ἀποφάσεις ποὺ διατυπώνουν τὴ σωτηριολογικὴ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, βάζοντας ἔτσι ἕνα ὅριο ἀνάμεσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια καὶ στὴν παραφθορά της ἀπὸ τὴν αἵρεση.

Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ὀνομάζουμε σήμερα δόγμα ἐμφανίζεται ὅταν ἡ ἐμπειρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀλήθειας ἔρχεται νὰ ἀπειλήσῃ ἡ αἵρεση.

Γι᾿ αὐτὰ τὰ ὅρια μᾶς μιλάει ὁ Μέγας Βασίλειος: «πᾶν μὲν ὅριον Πατέρων κεκίνηται, πᾶς δὲ θεμέλιος καὶ εἰ τί ὀχύρωμα δογμάτων διασαλεύεται. Κλονεῖται δὲ πάντα καὶ κατασείεται σαθρὰ τὴ βάσει ἐπαιωρούμενα» (Μ. Βασιλείου, PG. 32, 212-213).

Καὶ οἱ Πατέρες δογμάτισαν. Μίλησαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ κατανίκησαν τὶς αἱρέσεις.

Σήμερα βέβαια κυριαρχεῖ ἡ πνευματικὴ σήψη κι ἔχουν πέσει οἱ ἄμυνες καὶ οἱ πόρτες τοῦ κάστρου εἶναι διάπλατα ἀνοιχτές. Καὶ δυστυχῶς οἱ φύλακες ἐκλείπουν. Ἢ εἶναι λιγοστοί.

Ὁ οἰκουμενισμὸς χρησιμοποιεῖ λεκτικὰ ὅπλα γιὰ νὰ ἀγγίξῃ τὸ συναίσθημα τῶν πιστῶν:

1) Μᾶς λέει ὅτι πρέπει νὰ ἀγαπᾶμε τὸν πλησίον μας. Στὰ πλαίσια αὐτῆς τῆς ἀγάπης λοιπὸν κι ἐπειδὴ στοχεύουμε στὴ σωτηρία τοῦ αἱρετικοῦ, πρέπει νὰ ἀγαπήσουμε ὅ,τι νέο πρεσβεύει καὶ νὰ τὸ ἀσπασθοῦμε. Τοὺς ἁμαρτωλοὺς τοὺς ἀγαπᾶμε. Ὄχι τὴν ἁμαρτία. Οὔτε ἐπίσημους φορεῖς ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν ποὺ νομιμοποιοῦν τὴν ἁμαρτία (σωματεῖα ὁμοφυλοφίλων, κόμματα παιδεραστῶν, αἱρετικὲς ὀργανώσεις κ.α.) Τὸν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστὰ καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ἀγαπᾶμε διότι εἶναι εἰκόνα Θεοῦ. Ὄχι ὅμως καὶ ὁμάδες ἁμαρτωλῶν, αἱρετικῶν, πλανεμένων ἀνθρώπων. Δὲν θὰ νομιμοποιήσουμε τὴν ἁμαρτία χάριν μιᾶς τέτοιας ἐπίπλαστης ἀγάπης. Μιᾶς ἀγάπης ἀλλότριας ἀπ’ αὐτὴν ποὺ κήρυξε ὁ Χριστός. Ἀγάπη ἀπ’ τὴν ὁποία ἀπουσιάζει ὁ Χριστός.

Στὸ εὐαγγέλιο ὁ Κύριος μᾶς λέει:

«Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστιν μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστιν μου ἄξιος» (Ματθαῖος, ι΄:37-39) καὶ «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεὸν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. αὕτη πρώτη ἐντολὴ» (Μάρκ. 12,30)

2) Κατηγορεῖ ὅσους ἀγωνίζονται κατὰ τῶν λυμεώνων τῆς πατρόας πίστης, ὅτι κατακρίνουν καὶ ἱεροκατακρίνουν. Μᾶς λέει ὅτι τὸν ἁμαρτωλὸ πρέπει νὰ τὸν καλύπτουμε. Ὅμως οἱ Πατέρες διαφορετικὰ ἀντιμετώπισαν τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ διαφορετικὰ τὸν αἱρετικό. Σὲ ὅλους αὐτοὺς ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Τό, Μὴ κρίνετε ἵνα μὴ κριθῆτε, περὶ βίου ἐστίν, οὐ περὶ πίστεως» (P.G. 63, 231-232).

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἶναι κατηγορηματικός: «Εἶναι ἐντολὴ Κυρίου νὰ μὴ σιωπᾷ κάποιος σὲ περίσταση ποὺ κινδυνεύει ἡ Πίστη. Διότι λέγει “Λάλει καὶ μὴ σιωπήσης” [Πράξ. 18, 9]. καὶ “Ἐὰν ὑποχωρήση δὲν εὐδοκεῖ ἡ ψυχὴ μου σ᾿ αὐτόν’‘ [Ἑβρ. 10,38]. Kαὶ «Ἂν αὐτοὶ σιωπήσουν, οἱ λίθοι θὰ κράξουν» [Λουκ. 19, 40]. Ὥστε ὅταν πρόκειται περὶ πίστεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πῇ κανεὶς “Ἐγὼ ποιός εἶμαι;”».

3) Μᾶς λέει ὅτι δὲν πρέπει νὰ τρέφουμε μῖσος γιὰ τοὺς αἱρετικούς, καθ᾿ ὅτι ὁ ἀντιαιρετικὸς ἀγῶνας ἀποπνέει μῖσος καὶ φθόνο.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀπαντᾶ: «τῷ λόγῳ διώκω οὐ τὸν αἱρετικόν, ἀλλὰ τὴν αἵρεσιν, οὐ τὸν ἄνθρωπο ἀποστρέφομαι ἀλλὰ τὴν πλάνην μισῶ, καὶ ἐπισπάσασθαι βούλομαι» (PG 50, 701).

Εἶχε μῖσος πρὸς τὸν ἄνθρωπο ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὅταν χαστούκισε τὸν Ἄρειο; Μῖσος διακατεῖχε τὸν Ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικὸ ὅταν σὲ ἐπιστολὴ του πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Θεοφάνη χαρακτηρίζει τοὺς αἱρετικοὺς ὡς «ἀλιτήριους» καὶ «καθάρματα»;

Ἦταν ἄνθρωπος τοῦ μίσους ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ὅταν καταριόταν τὸν πάπα;

Μᾶλλον ἀγάπησαν πολὺ τὸν Χριστό, περισσότερο ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν ἄντεξαν τὴν προσβολὴ πρὸς τὸ Πρόσωπό του.

Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης μᾶς λέει ὅτι «Γιὰ νὰ συμπροσευχηθοῦμε μὲ κάποιον, πρέπει νὰ συμφωνοῦμε στὴν πίστη».

Κι ἂν δὲν συμφωνοῦμε, τότε σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση καὶ τοὺς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας αὐτὸ ἐπισύρει ποινή:

Κανὼν ΞΕ’ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:

“Εἴ τις Κληρικός, ἢ Λαϊκὸς εἰσέλθοι εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω“.

Κανὼν ΟΑ΄ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:

“Εἴ τις Χριστιανὸς ἔλαιον ἀπενέγκοι εἰς ἱερὸν ἐθνῶν, ἢ εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων ἐν ταῖς ἑορταῖς αὐτῶν, ἢ λύχνους ἅπτοι, ἀφοριζέσθω“.

Κανὼν ΛΒ’ τῆς ἐν Λαοδικεὶᾳ Τοπικῆς Συνόδου:

“ὅτι οὐ δεῖ αἵρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινες εἰσὶν ἀλογίαι μᾶλλον, ἢ εὐλογίαι“.

Κανὼν ΛΖ΄ τῆς ἐν Λαοδικεὶᾳ Τοπικῆς Συνόδου:

“ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζει αὐτοῖς“.

Κανὼν ΛΓ’ τῆς ἐν Λαοδικεὶᾳ Τοπικῆς Συνόδου:

“ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι“.

Ἀπ’ ὅ,τι καταλαβαίνουμε δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ οὔτε ἡ συνευχή, οὔτε ἡ συμπροσευχή , οὔτε βέβαια τὸ συλλείτουργο .

4) Ἐπιμένει ὅτι πρέπει νὰ ὑπακοῦμε στὴν ἐπισκοπικὴ ἀρχή, στὸν πνευματικό μας, στὴ Σύνοδο κ.ο.κ. Ἀκόμα κι ἂν αὐτὸ ἀφορᾶ ἀνήθικη ἁμαρτία ἢ αἵρεση; Ἡ ἀδιάκριτη καὶ τυφλὴ ὑπακοὴ εἶναι ἴδιον τῆς Ὀρθοδοξίας;

Δὲν εἶπε ὁ Ἀπ. Παῦλος «ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»; (Γαλ. 1, 8)

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν εἶπε ὅτι «Ἐὰν ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφωνται καὶ σκανδαλίζωσι τὸν λαόν, χρὴ αὐτοὺς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γὰρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἢ μετ αὐτῶν ἐμβληθῆναι ὡς μετὰ Ἄννα καὶ Καϊάφα εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός»;

Ὁ ἅγιος γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος τονίζει : «τὸ σέβας στοὺς ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς καὶ μεγαλυτέρους ἀναφέρεται στὸν ἴδιο τὸ Χριστό. Ἐὰν ὅμως εἶναι αἱρετικοὶ τότε πειθαρχοῦμε μόνο στὸ Θεό».

5) Ὑποστηρίζει ὅτι δὲν κατέχουμε μόνο ἐμεῖς τὴν ἀλήθεια. Θὰ ἦταν μεγάλη ἔπαρση νὰ νομίζουμε κάτι τέτοιο. Τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ψέξουμε τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ ποὺ μόνος κι ἔρημος (χωρὶς νὰ εἶναι κἂν ἐπίσκοπος) ἀπέναντι σὲ ὅλη τὴ Ἐκκλησιαστικὴ δύναμη τῆς ἐποχῆς (ποὺ τότε ἐπηρέαζε ἀρκετὰ καὶ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία) ὕψωσε τὸ λάβαρο τοῦ ἀγῶνα καὶ τῆς ἀκοινωνησίας χωρὶς νὰ πτοηθῇ. Ἦταν ἐγωιστὴς ὁ Ἅγιος; Ἦταν ἐγωιστὲς ὅλοι οἱ μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν ἐξ αἰτίας αἱρέσεων ποὺ σήμερα ἀναγνωρίζονται ὡς ἐκκλησίες;

6) Ἀρχίζουν καὶ ἀναφύονται ἐκκλησιαστικὲς ἀκαδημίες ἢ ὀργανωμένα σεμινάρια ποὺ διδάσκουν τὸν οἰκουμενισμὸ (ὡς ὠφέλιμο).

Στὸ δεύτερο κεφάλαιο τοῦ διατάγματος περὶ οἰκουμενισμοῦ τῆς Β΄ Βατικάνειας Συνόδου στὴν παράγραφο 10 μᾶς λέει:

«Τὰ θεολογικὰ μαθήματα, ὡς καὶ τὰ ἄλλα, ἰδίως τὰ ἱστορικά, ἐπιβάλλεται νὰ διδάσκονται ὑπὸ οἰκουμενικὸν πνεῦμα, ὥστε νὰ ἀνταποκρίνονται καλύτερον εἰς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Εἶναι ὄντως λίαν σημαντικὸν ποιμένες καὶ ἱερεῖς νὰ κατέχουν τὴν θεολογίαν ἐπεξειργασμένην κατ᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπον καὶ οὐχὶ ἀντιρρητικῶς, πρωτίστως εἰς τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς σχέσεις τῶν διϊσταμένων πρὸς τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν ἀδελφῶν. Διότι ἐκ τῆς καταρτίσεως τῶν ἱερέων ἐξαρτᾶται τὰ μέγιστα ἡ ἀναγκαία ἀγωγὴ καὶ ἡ πνευματικὴ μόρφωσις τῶν πιστῶν καὶ τῶν μοναχῶν.»

Βιώνουμε τὴν μετάλλαξη τῆς θεολογίας. Ἐπιστρατεύεται νέα θεολογία. Ἡ λεγόμενη μεταπατερική.

Ἀκαδημαϊκοὶ ἐπιστρατεύονται σὲ ἕνα ξέφρενο ἀγῶνα καριέρας καὶ διακρίσεων καὶ κηρύττουν ἀπροκάλυπτα τὴν αἵρεση πλανεύοντας κλῆρο καὶ λαό, «Καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας» (Ἀπ. Πέτρος – Β΄ Πέτρ. β΄ 1)

7) Μᾶς προτρέπει γιὰ οἰκονομία. Ποιά οἰκονομία ποὺ ἐπιτρέπει σὲ παπικοὺς νὰ ἐκκλησιάζονται σὲ ὀρθόδοξους ναούς, σὲ ἱερεῖς νὰ ὑπερασπίζονται τὴν αἵρεση, σὲ ἀρχιερεῖς νὰ συνεύχονται, νὰ συνπροσεύχονται, νὰ ἀνακοινώνουν τὸ ἐπερχόμενο “κοινὸ ποτήριο“, νὰ ἐπιτρέπουν σὲ αἱρετικοὺς νὰ εἰσβάλουν στὴν Ἁγία Τράπεζα, ἔχει κάποια ὠφέλεια γιὰ τὰ μέλη ἢ τὸ σύνολο τῆς Ἐκκλησίας;

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ἐν προκειμένῳ τὸ περιστατικὸ ποὺ συνέβη ἐπὶ Πατριαρχίας τοῦ Κ/πόλεως Γερμανοῦ Β΄ (1222-1240), ὅταν ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος θέλησε νὰ φανῇ πρὸς στιγμὴν ἐπιεικὴς καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ στὴ Κυπριακὴ Ἱεραρχία «κατ’ οἰκονομίαν» νὰ συμμορφωθῇ μὲ ὁρισμένους ὅρους ποὺ ἔθεσαν οἱ Λατῖνοι κατακτητές. Μόλις ἔγινε γνωστὴ ἡ ἀπόφαση ἐξοργισμένα πλήθη κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν εἰσόρμησαν στὴν αἴθουσα τῆς συνεδριαζούσης Συνόδου καὶ ἀφοῦ δήλωσαν ὅτι τὴ συμμόρφωση αὐτὴ τὴ θεωροῦν ἄρνηση τῆς πίστεως ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν Πατριάρχη τὴν ἀνάκληση τῆς ἀποφάσεως. Ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος σεβομένη τὴν συνείδηση τοῦ πιστοῦ λαοῦ ἀνακάλεσε τὴν κατ᾿ οἰκονομία ληφθεῖσα ἀπόφασή της.

Σήμερα ἐγχειρίσαμε τὴν ἀγάπη μὲ τὸ νυστέρι τῆς λογικῆς. Ὅ,τι ἐντελώμεθα ἀπ᾿ τὸν Θεὸ περνάει ἀπ᾿ τὸ κόσκινο τῆς λογικῆς. Ἀκόμα καὶ ἡ ἀγάπη.

Καὶ τὸ μεγάλο κακὸ ἔρχεται ὅταν καταξιωμένοι στὴ συνείδηση τοῦ ποιμνίου, κληρικοί , εὐαγγελίζονται μιὰ ἄλλη «ἀγάπη», ποὺ δὲν χωρᾶ Θεό. Ποὺ ὑπόκειται σὲ κρίση, σὲ διάλογο, σὲ συζήτηση. Ποὺ δὲν δρᾶ μὲς στὸν κόσμο ἀλλὰ δρᾶ μὲ τὸν κόσμο. Ποὺ παραδίδεται στὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν, στὸ πνεῦμα τοῦ διαβόλου. Ποὺ ὑπόκειται στὸν ἔλεγχο ὄχι τῆς συνείδησης, ἀλλὰ τῆς λογικῆς.

Σήμερα λείπει ὁ λόγος ὁ προφητικός. Ἡ κραυγὴ ἀγωνίας τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Τοῦ μακαριστοῦ Αὐγουστίνου Καντιώτη.

Δὲν ὑπάρχει χρόνος γιὰ πίστη στὸν Θεό. Γιὰ ἀγάπη στὸν Κύριο. Προέχει ἡ «ἀγάπη» στὸν πλησίον. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ πλησίον εἶναι ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός. Στὸ πρόσωπο τῶν ἄλλων δικαιώνουμε τὰ δικά μας πάθη. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ κάλπικη «ἀγάπη» ποὺ δίνει ἄφεση ἁμαρτιῶν στὸν ἀμετανόητο πλησίον καὶ σ’ ἐμᾶς, μᾶς ὁδηγεῖ στὸν γκρεμὸ καὶ στὴν ἀπώλεια κατὰ τὸ «τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Ματθ. 15,14).

Αὐτὴ τὴν «ἀγάπη» ποὺ δέχεται τὴν ἁμαρτία (καὶ ὄχι τὸν ἁμαρτωλὸ ἐν μετανοίᾳ) ἀντὶ νὰ τὴν ξορκίζῃ ἡ νέα τάξη πραγμάτων στὴν ἐκκλησία μας, μὲ τοὺς δημοφιλεῖς καὶ περισπούδαστους κληρικούς, τὴν συντηρεῖ καὶ τὴν ἐπαυξάνει.

Μεγάλο μέρος τῆς ἱεραρχίας καθεύδει πλέον. Μᾶς προετοίμασαν οἱ ἅγιοί μας.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Μαξίμοβιτς μᾶς λέει: «Στὰ ἔσχατα χρόνια τὸ κακὸ καὶ ἡ αἵρεση θὰ ἔχει τόσο ἐξαπλωθεῖ ποὺ οἱ πιστοὶ δὲν θὰ βρίσκουν ἱερέα καὶ ποιμένα νὰ τοὺς προστατέψῃ ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ νὰ τοὺς συμβουλέψῃ στὴ σωτηρία. Τότε οἱ πιστοί, δὲν θὰ μποροῦν νὰ δεχτοῦν ἀσφαλεῖς ὁδηγίες ἀπὸ ἀνθρώπους ἄλλα ὁδηγός τους θὰ εἶναι τα κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἰδίως σὲ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ὁ κάθε πιστὸς θὰ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας».

Ὁ γέρων Γαβριὴλ Διονυσιάτης: «Ὀφείλουμε ὑπακοὴ στοὺς Δεσποτᾶδες μας, στοὺς πνευματικούς μας, ὅταν ὀρθοτομοῦν τὸν λόγο τῆς ἀληθείας. Ὅταν ὅμως δὲν ὀρθοτομοῦν τὸ λόγο τῆς ἀλήθειας καὶ λένε αἱρετικὰ πράγματα, ὄχι μόνο σὲ αὐτοὺς δὲν πρέπει νὰ κάνουμε ὑπακοή, ἀλλὰ καὶ σὲ ἕνα Ἄγγελο ἀπὸ τὸν οὐρανό ἂν κατέβει καὶ μᾶς πεῖ ἀντίθετα μὲ αὐτὰ ποὺ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ κάνουμε ὑπακοή.»

Καταλήγω μὲ μιὰ φράση τοῦ ἁγίου, μακαριστοῦ γέροντος, πατρὸς Ἀθανασίου Μυτιλιναίου:

«Νὰ ᾿μαστε ξυπνητοὶ ἄνθρωποι, νὰ μελετοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ προστατέψουμε τὸν ἑαυτό μας. Διότι σήμερα, δὲν σᾶς προστατεύουν ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι τεταγμένοι γιὰ νὰ σᾶς προστατέψουν».

Ποιό εἶναι τὸ χρέος μας, ὡς λαϊκοί, ἐνταγμένοι στὸ σῶμα τῆς ἐκκλησίας; Μήπως ὅλοι ἔχουμε τὸ χρέος τοῦ ἐλέγχου ὅπως μᾶς προτρέπει τὸ Εὐαγγέλιο; Βοοῦν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς ὀρθοδοξίας πώς, καὶ ὁ τελευταῖος τροχὸς τῆς ἁμάξης ἔχει εὐθύνη.

Ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί; Μήπως αὐτὸς ὁ ἔλεγχος εἶναι χρέος ποὺ συμπληρώνει τὸ ἔργο μετανοίας μας;

Ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν μᾶς μιλάει γιὰ ἔλεγχο. Ποιόν ἔλεγχο; Ὄχι τὴν κατάκριση ποὺ εἶναι ἁμαρτία: «καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε·» (Ἐφ. 5,11)

Γιὰ ποιῶν τὰ ἔργα μιλάει; Μὰ βέβαια τῶν σκανδαλιζόντων. Ἐὰν αὐτὸς ποὺ πράττει σκοτεινὰ ἔργα, ἀποτελεῖ ἐπίσημο ἢ ἀναγνωρισμένο δημόσιο πρόσωπο τότε ὀφείλουμε νὰ τὸν ἐλέγχουμε δημοσίως, γιὰ προκλητικὰ ἔργα ποὺ βλάπτουν καὶ παρασύρουν τὸ ποίμνιο σὲ ἐπικίνδυνες ἀτραπούς, χωρὶς βεβαίως νὰ τὸν διαπομπεύουμε. Στηλιτεύουμε πράξεις καὶ καταστάσεις. Καὶ μάλιστα ὅταν οἱ πράξεις ἢ ἐνέργειες χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἕνα ἀντιορθόδοξο ἄρωμα αἵρεσης. Ἕνα ἄρωμα οἰκουμενισμοῦ καὶ πανθρησκείας. Ἡ σιωπὴ εἶναι προδοσία. Εἰδικὰ ὅταν ἔργα καὶ λόγια διαστρέφουν τὶς Θεῖες ἐντολές, τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἂς ἀκολουθοῦμε τὶς συμβουλὲς τοῦ Θείου Παύλου ποὺ μᾶς λέει :

`διὸ λέγει· ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστὸς· (Ἐφ. 5,14) (Ὁ ἔλεγχος εἰς φανέρωσιν τοῦ κακοῦ καὶ διόρθωσιν τοῦ ἁμαρτάνοντος πρέπει νὰ γίνεται· δι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐλέγχει καὶ φωνάζει πρὸς κάθε ἁμαρτωλὸν· Σήκω, σὺ ποὺ κοιμᾶσαι τὸν ὕπνον τῆς ἁμαρτίας, καὶ πετάξου ὀρθὸς ἀνάμεσα ἀπὸ τοὺς νεκροὺς τῆς ἁμαρτίας καὶ θὰ σὲ φωτίσῃ ὁ Χριστός.)

Κι ἂν δὲν θέλουν κάποιοι νὰ ἀκούσουν τότε «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τιτ. γ’, 10).

Παρατηρῶντας τὴν ἀντίδραση πολλῶν ταγῶν τῆς ἐκκλησίας θυμόμαστε τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου: «ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 12,43)

Ὀφείλουμε νὰ ἀντιδράσουμε. Κι ἂν δὲν εἴμαστε ἐμεῖς, θὰ βρεθοῦν ἄλλοι, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου: «λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. 19,40).

Ἂς μὴν μᾶς ἐπηρεάζει τὸ ρεῦμα τῆς ἐποχῆς. Ἂς μὴν παρασυρθοῦμε ἀπ’ τὴν ποσότητα, ἀλλὰ ἀπ’ τὴν ποιότητα. Ἂς χαρακτεῖ στὴν ψυχή μας ὁ λόγος τοῦ μεγάλου Ντοστογιέφσκυ:

«Ἂν ὅλος ὁ κόσμος βαδίσει πρὸς μιὰ κατεύθυνση, κι ὁ Χριστὸς πρὸς τὴν ἄλλη, ἐγὼ θὰ πάω πίσω ἀπὸ τὸν Χριστό.»               

 


Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Η νηπτική ερμηνεία της θεραπείας του παραλυτικού στην Καπερναούμ (Β ΚΥΡΙΑΚΗ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)



Η νηπτική ερμηνεία της θεραπείας του παραλυτικού στην Καπερναούμ εστιάζει στην εσωτερική ζωή της ψυχής, τη διαδικασία της μετάνοιας και την απελευθέρωση του νου από τα πάθη. Στην παράδοση των Νηπτικών Πατέρων (όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ή ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς), τα πρόσωπα και τα αντικείμενα της διήγησης προσλαμβάνουν έναν βαθύ συμβολισμό για τον πνευματικό αγώνα.


Η Συμβολική Ανάλυση

1. Ο Παραλυτικός: Η Ψυχή υπό την επήρεια των παθών

Ο παραλυτικός συμβολίζει την ψυχή που έχει ακινητοποιηθεί από την αμαρτία. Δεν μπορεί να κινηθεί προς το αγαθό, ούτε να προσευχηθεί αληθινά, γιατί οι δυνάμεις της (νοερή, θυμική, επιθυμητική) έχουν παραλύσει. Η κλίνη πάνω στην οποία κείτεται αντιπροσωπεύει τη φιληδονία και την ανάπαυση στις σαρκικές επιθυμίες.

2. Οι Τέσσερις Φορείς: Οι Πρακτικές Αρετές

Οι τέσσερις άνδρες που μεταφέρουν τον παραλυτικό ερμηνεύονται νηπτικά ως οι τέσσερις γενικές αρετές που απαιτούνται για την προσέγγιση του Χριστού:

  • Φρόνηση (διάκριση)
  • Σωφροσύνη (εγκράτεια)
  • Ανδρεία (υπομονή στους πειρασμούς)
  • Δικαιοσύνη (ορθή απόδοση των πάντων στον Θεό)

Χωρίς αυτές τις "πρακτικές" αρετές, ο νους (ο παραλυτικός) δεν μπορεί να φτάσει στην πηγή της ίασης.

3. Ο Όχλος και η Στέγη: Τα εμπόδια των Λογισμών

  • Ο Όχλος: Αντιπροσωπεύει τον θόρυβο των βιοτικών μεριμνών και των ταραχώδων λογισμών που εμποδίζουν τον νου να εστιάσει στον Θεό. Όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να προσευχηθεί, οι λογισμοί "κλείνουν την πόρτα".
  • Η Στέγη: Συμβολίζει το γράμμα του νόμου ή την υψηλοφροσύνη του νου. Το "απεστέγασαν την στέγην" σημαίνει την υπέρβαση της ανθρώπινης λογικής και το άνοιγμα του νου προς τα άνω μέσω της ταπεινοφροσύνης. Πρέπει να "σκάψουμε" (εξορύξαντες) μέσα μας, να γκρεμίσουμε το τείχος της αυτοπεποίθησης, για να φανερωθούμε γυμνοί ενώπιον του Κυρίου.

4. Η Άφεση των Αμαρτιών: Η Κάθαρση της Καρδίας

Ο Χριστός θεραπεύει πρώτα την ψυχή ("αφέωνταί σοι α μαρτίαι") και μετά το σώμα. Στη νηπτική ζωή, αυτό διδάσκει ότι η σωματική ασθένεια ή η εξωτερική δυσκολία συχνά έχει τις ρίζες της στην πνευματική κατάσταση. Η κάθαρση είναι το πρώτο στάδιο, το οποίο ακολουθείται από τον φωτισμό.

5. "Έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου"

Η εντολή να σηκώσει το κρεβάτι του είναι η απόδειξη της νίκης επί των παθών:

  • Έγειρε: Η ανάσταση της ψυχής από την ακηδία.
  • Άρον τον κράβαττον: Η ψυχή δεν κυριαρχείται πλέον από τις ανάγκες του σώματος και τις ηδονές, αλλά εκείνη πλέον καθοδηγεί το σώμα και το υποτάσσει στο πνεύμα.
  • Περιπάτει: Η διαρκής πρόοδος στις αρετές (η θεωρία).

Σύνοψη: Η διήγηση είναι μια εικόνα της Νοερής Προσευχής. Όταν ο νους είναι "παράλυτος", χρειάζεται τη βία των αρετών για να τρυπήσει τη στέγη της λογικής, να ξεπεράσει τον όχλο των λογισμών και να πέσει με ταπείνωση στα πόδια του Λόγου, όπου η σιωπηλή πίστη ελκύει το έλεος.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ.

Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος στην Ομιλία Ι΄ (Δέκατη) ερμηνεύει τη θεραπεία του παραλυτικού της Καπερναούμ.

Ο Άγιος Γρηγόριος, ως ο κατεξοχήν θεολόγος του Ησυχασμού, δεν βλέπει στο Ευαγγέλιο απλώς ένα ιστορικό γεγονός, αλλά έναν «χάρτη» για την επιστροφή του νου στην καρδιά. Ας εμβαθύνουμε σε ορισμένα σημεία που ο ίδιος τονίζει ιδιαίτερα:

1. Ο Νους ως ο Παραλυτικός

Για τον Παλαμά, ο παραλυτικός είναι ο Νους (ο οφθαλμός της ψυχής). Όταν ο νους απομακρύνεται από τον Θεό, «παραλύει» ως προς τις πνευματικές ενέργειες. Ενώ είναι ζωντανός σωματικά, είναι νεκρός πνευματικά, γιατί είναι δέσμιος των αισθητών απολαύσεων.

2. Η «Οικία» και η «Στέγη» (Η Μυστική Σημασία)

Ο Άγιος δίνει μια πολύ συγκεκριμένη ερμηνεία στη στέγη:

  • Η Οικία: Είναι ο ίδιος ο άνθρωπος.
  • Η Στέγη: Είναι το λογιστικό μέρος της ψυχής (η λογική), το οποίο συχνά γίνεται ένα «σκέπασμα» που μας κλείνει στον εαυτό μας και στον υλικό κόσμο.
  • Το «Εξορύξαντες» (Το σκάψιμο): Ο Παλαμάς εξηγεί ότι για να δούμε τον Χριστό, πρέπει να «τρυπήσουμε» τη στέγη, δηλαδή να ξεπεράσουμε τους ορθολογικούς συλλογισμούς και την υπερηφάνεια της γνώσης. Η πίστη είναι αυτή που διαπερνά το «ταβάνι» της λογικής.

3. Οι Τέσσερις Φορείς και η Συνέργεια

Ο Άγιος Γρηγόριος δίνει έμφαση στο ότι ο παραλυτικός δεν μπορούσε να πάει μόνος του στον Χριστό.

  • Αυτό συμβολίζει τη Μετάνοια που ξεκινά συχνά από εξωτερικά ερεθίσματα ή τη βοήθεια της Εκκλησίας.
  • Οι τέσσερις αρετές (Φρόνηση, Σωφροσύνη, Ανδρεία, Δικαιοσύνη) δεν είναι απλώς ηθικά κατορθώματα, αλλά οι «δυνάμεις» που σηκώνουν τον νου από τη λάσπη των παθών και τον φέρνουν ενώπιον του Θεού.

4. Η Προτεραιότητα της Άφεσης

Ο Παλαμάς υπογραμμίζει τη φράση «Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι».

Σημείωση: Ο Χριστός αποκαλεί τον παραλυτικό «Τέκνον» (παιδί μου). Ο Άγιος εξηγεί ότι με την άφεση, ο άνθρωπος υιοθετείται από τον Θεό. Η θεραπεία του σώματος έπεται, για να δειχθεί ότι η αιτία της «παραλυσίας» (της υπαρξιακής ακινησίας) είναι η πνευματική ασθένεια.

5. Το «Άρον τον Κράβαττον» ως Πνευματική Κυριαρχία

Η ερμηνεία του Παλαμά εδώ είναι δυναμική:

  • Πριν, το κρεβάτι (το σώμα και οι επιθυμίες του) κρατούσε τον άνθρωπο αιχμάλωτο.
  • Μετά τη θεραπεία, ο άνθρωπος κρατάει το κρεβάτι. Αυτό σημαίνει ότι ο πνευματικός άνθρωπος κυβερνά το σώμα του, δεν κυβερνάται από αυτό. Οι αισθήσεις γίνονται όργανα δόξας Θεού και όχι δούλοι της ηδονής.

Σύνοψη: Για τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η περικοπή αυτή είναι το πρωτόκολλο της Ησυχαστικής ζωής:

  1. Αναγνώριση της εσωτερικής παράλυσης.
  2. Καλλιέργεια των πρακτικών αρετών (οι 4 φορείς).
  3. Υπέρβαση των λογισμών (το άνοιγμα της στέγης).
  4. Εμφάνιση ενώπιον του Χριστού μέσω της προσευχής.
  5. Κυριαρχία του πνεύματος επί της σάρκας.

Η αποτείχιση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Η αποτείχιση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αποτελεί ένα κομβικό σημείο στην εκκλησιαστική ιστορία και τη θεολογία της Ορθοδοξίας, καθώς συνδέεται άμεσα με τον αγώνα του κατά των κακοδοξιών και την υπεράσπιση του Ησυχασμού.

Ακολουθούν τα βασικά σημεία που εξηγούν το πλαίσιο και τη σημασία αυτής της πράξης:


1. Το Ιστορικό Πλαίσιο

Κατά τον 14ο αιώνα, ξέσπασε η λεγόμενη «Ησυχαστική Έριδα». Ο μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός, ερχόμενος από τη Δύση, κατηγόρησε τους ησυχαστές μοναχούς του Αγίου Όρους για πλάνη, υποστηρίζοντας ότι ο Θεός είναι εντελώς απρόσιτος και ότι το «Άκτιστο Φως» που έβλεπαν οι μοναχοί κατά την προσευχή τους ήταν κτιστό (ανθρώπινο κατασκεύασμα ή οπτασία).

2. Η Πράξη της Αποτείχισης

Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι για τον Άγιο Γρηγόριο, η αποτείχιση δεν ήταν μια πράξη σχίσματος ή επανάστασης με την κοσμική έννοια, αλλά μια πράξη ομολογίας.

Ας δούμε μερικές επιπλέον λεπτομέρειες που συμπληρώνουν την εικόνα:

1.      Ο Άγιος Γρηγόριος θεωρούσε ότι όταν ένας επίσκοπος (στην προκειμένη περίπτωση ο Πατριάρχης Ιωάννης ΙΔ' Καλέκας) κηρύττει «γυμνή τη κεφαλή» μια διδασκαλία που έρχεται σε αντίθεση με την παράδοση της Εκκλησίας, τότε η διακοπή του μνημοσύνου του είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της αλήθειας.

2.      Ο Πατριάρχης Καλέκας δεν περιορίστηκε μόνο σε θεολογικές διαφωνίες, αλλά χρησιμοποίησε και την πολιτική εξουσία (σε μια περίοδο εμφυλίου πολέμου στο Βυζάντιο) για να φυλακίσει τον Άγιο Γρηγόριο. Η αποτείχιση ήταν λοιπόν και μια απάντηση στην προσπάθεια επιβολής μιας εσφαλμένης θεολογίας μέσω της βίας.

3.      Όπως αναφέρεται, η βάση ήταν η Θέωση. Αν οι ενέργειες του Θεού ήταν «κτιστές» (δηλαδή δημιουργήματα), όπως υποστήριζε ο Βαρλαάμ και ανεχόταν ο Καλέκας, τότε ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να έρθει σε πραγματική επαφή με τον ίδιο τον Θεό, αλλά μόνο με κτίσματά Του. Αυτό θα ακύρωνε όλο το νόημα της χριστιανικής σωτηρίας.

Αυτή η στάση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αποτελεί μέχρι σήμερα το βασικότερο επιχείρημα για όσους επικαλούνται τους ιερούς κανόνες (όπως τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου) για θέματα πίστεως, διαχωρίζοντας την αποτείχιση από το απλό σχίσμα.

3. Η Διάκριση Ουσίας και Ενέργειας

Η αποτείχιση ήταν το «εργαλείο» για να προστατευθεί η δογματική αλήθεια που διατύπωσε ο Άγιος:

  • Ο Θεός είναι απρόσιτος στην Ουσία Του.
  • Ο Θεός γίνεται μεθεκτός (προσιτός) στον άνθρωπο μέσω των Άκτιστων Ενεργειών Του (όπως το Φως της Μεταμορφώσεως).

4. Η Δικαίωση

Παρά τις διώξεις και τη φυλάκισή του, ο Άγιος Γρηγόριος δικαιώθηκε πανηγυρικά από τις Συνόδους του 1341, 1347 και 1351. Η διδασκαλία του έγινε επίσημο δόγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και ο ίδιος αναγνωρίστηκε ως «Φωστήρ της Ορθοδοξίας».


Σημαντική Σημείωση: Σήμερα, η περίπτωση της αποτείχισης του Αγίου Γρηγορίου ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ «νόμιμης» αντίδρασης όταν θεωρείται ότι τίθεται θέμα αλλοίωσης της πίστης, σύμφωνα με τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.