Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Να που μας οδηγούν, με την… ΕΝΩΣΗ !


Στις 7 Νοεµβρίου 2025 στο Βερολίνο της Γερµανίας στην προτεσταντική εκκλησία του Αποστόλου Παύλου στην περιοχή Kreuzberg πραγµατοποιήθηκε «pop-up wedding festival» (φεστιβάλ γάµου), εδώ µια “προοδευτική” πάστορα, η 33χρονη Lena Muller µε ροζ µαλλί και ντυµένη µε ιερατική αµφίεση “πάντρεψε τέσσερις άνδρες” (instagram). Την όλη τελετή την ανάρτησε στο διαδίκτυο και τη συνόδευε η εξής λεζάντα: «Τόση αγάπη δεν µπορεί να είναι λάθος. Ποιος θα έλεγε ότι ο Θεός θα είχε πρόβληµα µε αυτό;».

Στη συνέχεια, η πάστορα µας περιγράφει για τη συζήτηση που είχαν πριν από την τελετή του γάµου και ότι κατάλαβε πως οι τέσσερις πίστευαν βαθιά στη σχέση τους και επέλεξαν να έχουν ως σηµείο αναφοράς στη ζωή τους το βιβλικό χωρίο: «Η αγάπη δεν τελειώνει» (Love never enas) και στην διαδικτυακή εφηµερίδα Neue Osnabrucker Zeitung, είπε: «Από την πρώτη στιγµή φαινόταν η πολλή αγάπη µεταξύ τους». Συµπέρανε µάλιστα και τη βούληση του Θεού!: «Τι θα µπορούσε ο Θεός να έχει ενάντια στο να είναι τέσσερις αντί για δύο;», είπε.

Στο δηµοφιλές Social MediaInstagram” αµέσως µετά έγραψε: «Τέσσερις νέοι άνδρες είπαν “ναι”, ο ένας στον άλλο, γιόρτασαν την αγάπη µαζί µας και τοποθετήθηκαν υπό την πολύχρωµη ευλογία του Θεού». Αυτό λίγο αργότερα, αναγκάστηκε να το διαγράψει µε το σούσουρο που έγινε.

Στη Γερµανία ξέσπασε θύελλα, διότι σύµφωνα µε τη νοµολογία και το άρθρο 1306 του Αστικού Κώδικα (BGB) ένας γάµος µπορεί να συναφθεί µεταξύ δύο ατόµων. Το δε άρθρο 172 του Ποινικού Κώδικα (SIGB) απαγορεύει τους πολλαπλούς γάµους, διότι είναι ποινικά κολάσιµη πράξη. Υπάρχει και τούτο. Η Γερµανική νοµοθεσία, απαγορεύει κάποιον να πάρει υπηκοότητα, όταν ζει σε καθεστώς πολυγαµίας, διότι παραβιάζει το οικογενειακό δίκαιο.

Το γεγονός αυτό σχολιάστηκε µε οργή από µεγάλη µερίδα του γερµανικού Τύπου και στα ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα. Η πάστορας αναδιπλώθηκε και στις επικρίσεις απάντησε στην Ostfriesen-Zeitung: «Δεν ήταν γάµος µε νοµική ισχύ, αλλά µια µικρή λειτουργική στιγµή. Είµαι όµως πεπεισµένη πως ενώθηκαν πραγµατικά ενώπιον του Θεού».

Η Προτεσταντική “Εκκλησία” του Βερολίνου έβγαλε αµέσως ανακοίνωση, για να την καλύψει και να την υπερασπίσει από την έντονη αντίδραση που εκδηλώθηκε, δηλώνοντας ότι: «Είναι σοκαρισµένη από το µίσος που δέχεται…», «Στεκόµαστε στο πλευρό της και καταδικάζουµε αυτές τις επιθέσεις».

Ο επίσκοπος του Βερολίνου Christian Stablein δικαιολόγησε τη µικρή τελετουργική πράξη ότι δεν πρόκειται για επίσηµο γάµο, άρα και “Οι κατηγορίες περί πολυγαµίαςπου τις προσάπτουνείναι αβάσιµες” και απείλησε µάλιστα µε νοµικά µέτρα αυτούς που γράφουν για την πάστορα.

Ένας Γερµανός αρθρογράφος, ο Harald Martenstein σχολίασε σαρκαστικά τα της προτεσταντικής “Εκκλησίας”. «Χτίζειέγραψεγέφυρες προς το Ισλάµ µέσω της πολυγαµίας…» και προχώρησε: «µε την ίδια λογική, σύντοµα ίσως ευλογεί γάµους ανθρώπων µε τα κατοικίδιά τους».

Μ’ αυτούς θέλουν οι “άγιοι” πατέρες να κάνουµε… ΕΝΩΣΗ!

Εφ. Αγώνας

 


Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ.


---------------------------------------------
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρησιμοποιείται Θεία Λειτουργία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, διότι δεν υπάρχει ιστορικά τεκμηριωμένη Θεία Λειτουργία που να έχει συνταχθεί από τον ίδιο ή να έχει καθιερωθεί στη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας. Στην πράξη, η Εκκλησία έχει παραλάβει και χρησιμοποιεί τρεις Θείες Λειτουργίες με συνεχή και αδιάκοπη παράδοση από τους πρώτους αιώνες: τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που τελείται τις περισσότερες ημέρες του έτους, τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, η οποία τελείται δέκα φορές ετησίως, και τη Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, που τελείται κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος κατέχει κορυφαία θέση στην ιστορία της Εκκλησίας ως μέγας θεολόγος, ρήτορας και υμνογράφος. Τα έργα του περιλαμβάνουν βαθύτατα δογματικά κείμενα και θεολογικούς λόγους, οι οποίοι επηρέασαν καθοριστικά τη διαμόρφωση της ορθόδοξης θεολογίας και, έμμεσα, τη γλώσσα και το πνεύμα της λατρείας. Ωστόσο, δεν συνέταξε πλήρη Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον καμία που να διασώθηκε, να χρησιμοποιήθηκε συστηματικά ή να καθιερώθηκε λειτουργικά. Υπάρχουν επιμέρους προσευχές και θεολογικές διατυπώσεις του που πέρασαν στη λατρευτική παράδοση, αλλά όχι ολοκληρωμένη ευχαριστιακή αναφορά αντίστοιχη με εκείνες του Αγίου Βασιλείου ή του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Η Εκκλησία δεν «κατασκευάζει» εκ των υστέρων νέες Θείες Λειτουργίες στο όνομα μεγάλων αγίων. Αντιθέτως, διαφυλάσσει ό,τι παραδόθηκε, βιώθηκε και χρησιμοποιήθηκε επί αιώνες μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα, δίνοντας προτεραιότητα στη συνοδική και καθολική αποδοχή και όχι μόνο στο προσωπικό κύρος ενός αγίου. Γι’ αυτό και τιμά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο με εορτές, ύμνους, αναγνώσματα και με τη συνεχή παρουσία της θεολογίας του στη ζωή της Εκκλησίας, αλλά όχι με ξεχωριστή Θεία Λειτουργία.
Στους πρώτους και μεσαιωνικούς αιώνες εμφανίζονται σε ορισμένα χειρόγραφα αποδόσεις ευχαριστιακών ευχών ή λειτουργικών αποσπασμάτων στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Πρόκειται όμως για μεμονωμένα κείμενα και όχι για πλήρη Θεία Λειτουργία· οι αποδόσεις αυτές είναι κυρίως φιλολογικές ή τιμητικές και δεν θεωρούνται ιστορικά βέβαιες, ενώ συχνά πρόκειται για μεταγενέστερες συνθέσεις εμπνευσμένες από το ύφος και τη θεολογία του. Για τον λόγο αυτό, οι λειτουργιολόγοι τις χαρακτηρίζουν ψευδεπίγραφες, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκην κακόβουλη πρόθεση, αλλά μάλλον μια συνηθισμένη πρακτική της εποχής.
Η πιο γνωστή «υποψήφια» περίπτωση είναι μια ευχαριστιακή αναφορά που απαντά σε ορισμένα βυζαντινά χειρόγραφα και φέρει το όνομα του Αγίου Γρηγορίου, με έντονο θεολογικό και ποιητικό χαρακτήρα, που θυμίζει θεματικά τους Θεολογικούς Λόγους του. Ωστόσο, δεν μαρτυρείται ποτέ ότι τελέστηκε κανονικά σε κάποια τοπική Εκκλησία, ούτε εντάχθηκε σε λειτουργικό Τυπικό.
Η σύγκριση με άλλες περιπτώσεις είναι ενδεικτική: η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου είχε πραγματική, έστω τοπική, χρήση στα Ιεροσόλυμα, εκείνη του Αγίου Μάρκου στην Αλεξάνδρεια και του Αγίου Βασιλείου στην Καππαδοκία και την Κωνσταντινούπολη. Αντίθετα, η αποδιδόμενη στον Άγιο Γρηγόριο Λειτουργία δεν είχε τοπική ενοριακή χρήση, δεν έλαβε επισκοπική ή συνοδική αποδοχή και δεν εντάχθηκε ποτέ στο εκκλησιαστικό βίωμα.
Όλα αυτά αναδεικνύουν μια βασική αρχή της Ορθοδοξίας: στη λατρεία προηγείται το βίωμα της Εκκλησίας και έπεται το κείμενο. Πρώτα η Εκκλησία ζει κάτι και κατόπιν το καταγράφει. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έζησε και διακρίθηκε κυρίως ως θεολόγος του λόγου και της δογματικής διατύπωσης, όχι ως λειτουργικός «νομοθέτης». Η θεολογία του διαπότισε βαθιά τη Θεία Λειτουργία, χωρίς να εκφραστεί ως ξεχωριστή, αυτόνομη Λειτουργία. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι στη Δύση, στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, υπάρχει Λειτουργία του Αγίου Γρηγορίου του Μεγάλου, Πάπα Ρώμης, πρόκειται όμως για διαφορετικό πρόσωπο, γεγονός που συχνά προκαλεί σύγχυση.

Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία

  Ιωάννης Φουντούλης, Λειτουργικά Θέματα, τ. Β΄, Θεσσαλονίκη
→ Αναφορές σε ψευδεπίγραφες λειτουργίες και αποδόσεις σε πατέρες.

  Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Πατερική Θεολογία, Θεσσαλονίκη
→ Ο ρόλος του Αγ. Γρηγορίου στη θεολογία και όχι στη νομοθέτηση λατρείας.

  Βασίλειος Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία
→ Πλαίσιο για τη λειτουργική παράδοση του 4ου αιώνα.

 

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Σχόλια σε διαδικτυακή συζήτηση με θέμα: «Οικουμενισμός – Αποτείχιση – Πάτριο Εορτολόγιο (παλαιό) – Γ.Ο.Χ.»


Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Εισαγωγικές παρατηρήσεις και διευκρινίσεις.

Στην ηλεκτρονική διεύθυνση
https://www.youtube.com/watch?v=VQ4YXKDpjZY
δημοσιεύεται εκτεταμένη συζήτηση με θέμα:
«Οικουμενισμός – Αποτείχιση – Πάτριο Εορτολόγιο (παλαιό) – Γ.Ο.Χ.»

Παρακολουθώντας τόσο τη συζήτηση, όσο και τα σχόλια που ακολούθησαν στο video, επιβεβαιώθηκαν, δυστυχώς, οι αρχικοί μου φόβοι: αντί για ουσιαστική αντι-οικουμενιστική κατήχηση, προκλήθηκε σύγχυση θεολογική, εκκλησιολογική και ιστορική. Το αποτέλεσμα δεν ήταν η διάκριση, αλλά η πόλωση· όχι η θεραπεία, αλλά η εμβάθυνση του τραύματος.

Το βασικό μειονέκτημα της συζήτησης ήταν η απουσία πραγματικού διαλόγου. Δεν συμμετείχε ούτε ένας από τους κριθέντες αποτειχισμένους, ούτε καν κάποιος αποτειχισμένος, που ακολουθεί το νέο ημερολόγιο. Έτσι, η συζήτηση οργανώθηκε εξ αρχής πάνω σε μια προκαθορισμένη παραδοχή: ότι η Ορθοδοξία ταυτίζεται αποκλειστικά με το παλαιό ημερολόγιο και ότι μόνο η αποτείχιση του 1935 ήταν «ορθή», ενώ όλες οι άλλες μορφές αποτείχισης ή αντίστασης χαρακτηρίζονται καινοτομικές ή εκτός Εκκλησίας. Δεν καταγράφηκε καμία ουσιαστική αντίρρηση, καμία εναλλακτική θεολογική φωνή. Η πρακτική ήταν σαφής: «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει». Αυτό, όμως, δεν συνιστά εκκλησιαστικό διάλογο, αλλά επιβεβαίωση προειλημμένων θέσεων.

Πριν από κάθε ειδικότερη ανάλυση, είναι αναγκαίο να τεθούν υπόψη  ορισμένες απόψεις του γράφοντος :

  1. Η επιλογή ημερολογίου δεν αποτελεί δογματικό κριτήριο.
    Ο κάθε πιστός είναι ελεύθερος, εντός Εκκλησίας, να ακολουθεί το παλαιό ή το νέο ημερολόγιο. Άλλο πράγμα η προσωπική εκτίμηση και άλλο η απολυτοποίηση μιας πρακτικής με σωτηριολογικούς όρους, ιδίως, όταν αυτή στηρίζεται σε ιστορικά ή κανονικά επισφαλή επιχειρήματα.
  2. Ο χαρακτηρισμός “σχισματικός” ή “εντός/εκτός Εκκλησίας” δεν είναι ιδιωτική αρμοδιότητα.
    Τέτοιες κρίσεις ανήκουν αποκλειστικά σε Πανορθόδοξη Σύνοδο. Κάθε ιδιωτική σωτηριολογική ετυμηγορία αλλοιώνει το συνοδικό ήθος και οδηγεί σε παραεκκλησιαστική νοοτροπία.
  3. Το πασχάλιο ζήτημα εμπεριέχει αστρονομικές παραμέτρους.
    Εφόσον οι όροι της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (ισημερία – πανσέληνος) είναι αστρονομικοί, είναι θεμιτό και αναγκαίο να εξετασθεί η δημιουργία ενός επιστημονικά ακριβέστερου ημερολογίου, αποδεκτού από όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία μέσω Πανορθοδόξου Συνόδου.
    Η επίκληση εννοιών όπως «εκκλησιαστική ισημερία» ή «εκκλησιαστική πανσέληνος» δεν θεραπεύει την έλλειψη ενότητας, όπως αποδεικνύει η σημερινή εκκλησιαστική πραγματικότητα (π.χ. Ουκρανία).

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ


Α. Το ημερολόγιο: εργαλείο, όχι αποκάλυψη

Η συζήτηση αποκαλύπτει μια βαθύτερη σύγχυση: τη σύγχυση μεταξύ
αστρονομικού εργαλείου, εκκλησιαστικής χρήσης και εκκλησιολογικού κύρους.

Τα ημερολόγια δεν είναι θεόπνευστα δεδομένα, αλλά ανθρώπινα συστήματα μέτρησης του χρόνου, τα οποία η Εκκλησία χρησιμοποιεί λειτουργικά. Η Εκκλησία αγιάζει τον χρόνο, δεν τον θεοποιεί.


Β. Το Ιουλιανό ημερολόγιο και η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος

Ιστορική και θεολογική αποσαφήνιση

Το Ιουλιανό ημερολόγιο δεν εισήλθε στη ζωή της Εκκλησίας ως θεσπισμένο δόγμα, ούτε ως στοιχείο αποκαλυπτικής παραδόσεως. Αποτελούσε το κοινώς αποδεκτό πολιτικό ημερολόγιο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το οποίο χρησιμοποιούσαν τόσο η διοίκηση όσο και η καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Η Εκκλησία, ζώντας εντός της ιστορίας και όχι έξω από αυτήν, υιοθέτησε το ήδη υπάρχον χρονικό πλαίσιο για πρακτικούς και λειτουργικούς λόγους, χωρίς να του αποδώσει θεολογικό κύρος καθαυτό.

Η λειτουργική χρήση του Ιουλιανού ημερολογίου δεν σήμαινε θεολογική ταύτιση, αλλά ποιμαντική προσαρμογή. Όπως η Εκκλησία χρησιμοποίησε την ελληνική γλώσσα, τους ρωμαϊκούς διοικητικούς όρους και τις κοινωνικές δομές της εποχής χωρίς να τις θεοποιήσει, έτσι και το ημερολόγιο εντάχθηκε ως εργαλείο τάξεως και κοινής πράξεως, όχι ως στοιχείο πίστεως. Η Εκκλησία πάντοτε διέκρινε ανάμεσα στο αμετάβλητο της πίστεως και στο μεταβλητό των ιστορικών μορφών μέσα στις οποίες αυτή βιώνεται.

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (325) επιβεβαιώνει με τον πιο σαφή τρόπο αυτή τη διάκριση. Η Σύνοδος δεν καθόρισε ημερολόγιο, ούτε όρισε συγκεκριμένο αστρονομικό σύστημα ως δεσμευτικό για την Εκκλησία. Εκείνο που καθόρισε ήταν οι όροι εορτασμού του Πάσχα, με σκοπό την αποφυγή σύγχυσης, τοπικισμών και ιουδαϊζουσών πρακτικών. Το ενδιαφέρον της Συνόδου ήταν κατεξοχήν εκκλησιολογικό και ποιμαντικό: η ενότητα της Εκκλησίας και η κοινή εμπειρία της Αναστάσεως.

Οι όροι αυτοί –σχέση με την εαρινή ισημερία, την πανσέληνο και τον διαχωρισμό από το Ιουδαϊκό Πάσχα– δεν αποσκοπούσαν στην κατοχύρωση ενός συγκεκριμένου ημερολογίου, αλλά στη διασφάλιση της θεολογικής τάξεως των γεγονότων και της ενότητας του εκκλησιαστικού σώματος. Το ημερολόγιο λειτουργούσε ως μέσο εφαρμογής αυτών των όρων, όχι ως πηγή τους. Η Σύνοδος, με άλλα λόγια, νομοθέτησε κριτήρια, όχι εργαλεία.

Η ιστορική εξέλιξη επιβεβαιώνει αυτή τη θεώρηση. Η Εκκλησία γνώρισε επί αιώνες διαφοροποιήσεις στον τρόπο υπολογισμού του χρόνου, χωρίς να διακόπτεται η εκκλησιαστική κοινωνία. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι το ημερολόγιο δεν θεωρήθηκε ποτέ συστατικό στοιχείο της εκκλησιαστικής ταυτότητας. Αντιθέτως, εκείνο που θεωρήθηκε αδιαπραγμάτευτο ήταν η κοινή συνοδική απόφαση και η διαφύλαξη της ενότητας.

Η μεταγενέστερη ταύτιση του Ιουλιανού ημερολογίου με την Ορθοδοξία αποτελεί, επομένως, ιστορική αναχρονιστική προβολή και θεολογική υπέρβαση. Μετατρέπει ένα ιστορικό εργαλείο σε κανονιστικό κριτήριο και μεταθέτει το κέντρο βάρους της εκκλησιολογίας από τη Σύνοδο στο ημερολόγιο. Έτσι το ημερολόγιο καθίσταται κριτής του υγιούς και νοσούντος Χριστεπωνύμου πληρώματος.

Μια τέτοια προσέγγιση δεν προστατεύει την παράδοση, αλλά την ιδεολογικοποιεί. Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν είναι στατικό σύνολο εξωτερικών μορφών, αλλά ζωντανή συνοδική εμπειρία του Σώματος του Χριστού μέσα στην ιστορία. Όταν ένα ιστορικό μέσο –όπως το Ιουλιανό ημερολόγιο– αποσπάται από το πλαίσιο αυτό και απολυτοποιείται, τότε παύει να υπηρετεί την Εκκλησία και γίνεται αιτία διαιρέσεως.

Συνεπώς, η πιστότητα στην Ορθοδοξία δεν ταυτίζεται με την προσκόλληση σε ένα συγκεκριμένο ημερολόγιο, αλλά με την υπακοή στο συνοδικό ήθος της Εκκλησίας.

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος δεν μας παρέδωσε ημερολόγιο· μας παρέδωσε τρόπο εκκλησιαστικής υπάρξεως. Αυτό ακριβώς είναι το κεφαλαιώδες σημείο που συχνά λησμονείται στον σύγχρονο ημερολογιακό λόγο.

Γ. Αστρονομική απόκλιση και εκκλησιαστική συνείδηση

Η σταδιακή αστρονομική απόκλιση του Ιουλιανού ημερολογίου είναι ιστορικά και επιστημονικά διαπιστωμένη. Το Ιουλιανό σύστημα υπολογίζει το τροπικό έτος ως 365,25 ημέρες, ενώ το πραγματικό ηλιακό έτος είναι μικρότερο (περίπου 365,2422 ημέρες). Η διαφορά αυτή, αν και αμελητέα σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, συσσωρεύεται με την πάροδο των αιώνων, με αποτέλεσμα τη μετατόπιση της εαρινής ισημερίας σε σχέση με το ημερολόγιο. Ήδη από τον Μεσαίωνα, η ισημερία δεν συνέπιπτε πλέον με την 21η Μαρτίου, ημερομηνία που είχε λάβει ως συμβατική βάση η πασχάλια παράδοση της Εκκλησίας.

Η πραγματικότητα αυτή δεν προκάλεσε άμεση θεολογική κρίση, και αυτό δεν είναι τυχαίο. Η Εκκλησία δεν αντιλαμβάνεται τον χρόνο ως ουδέτερη φυσική διάσταση που απαιτεί απόλυτη μαθηματική ακρίβεια, αλλά ως χώρο σωτηριολογικής οικονομίας. Ο χρόνος, στη θεολογία της Εκκλησίας, δεν αγιάζεται επειδή μετράται σωστά, αλλά επειδή προσφέρεται στον Θεό μέσα στη λειτουργική πράξη. Για τον λόγο αυτό, η Εκκλησία μπορούσε επί αιώνες να ζει με αστρονομικές αποκλίσεις χωρίς να θεωρεί ότι απειλείται η αλήθεια της πίστεως.

Ωστόσο, η αποδοχή της αστρονομικής ανακρίβειας δεν ισοδυναμεί με θεολογική αδιαφορία ή με απόρριψη της επιστήμης. Ήδη από τη μεταβυζαντινή περίοδο, λόγιοι και εκκλησιαστικοί άνδρες είχαν συνείδηση ότι το ημερολόγιο αποτελεί ανθρώπινο εργαλείο, και όχι αποκαλυπτικό δεδομένο. Η δυνατότητα διορθώσεως του ημερολογίου δεν θεωρήθηκε βλασφημία ή καινοτομία καθεαυτή, αλλά θεμιτή προϋπόθεση, υπό έναν αυστηρό όρο: ότι κάθε διόρθωση οφείλει να πραγματοποιείται εκκλησιαστικά, συνοδικά και καθολικά, ώστε να υπηρετεί την ενότητα της Εκκλησίας και όχι να τη διαρρηγνύει.

Εδώ αναδεικνύεται η ουσιαστική διάκριση μεταξύ αστρονομικής ορθότητας και εκκλησιαστικής νομιμότητας. Η Εκκλησία δεν απορρίπτει την επιστήμη, όταν αρνείται μια ημερολογιακή μεταρρύθμιση· απορρίπτει την μονομερή επιβολή της. Η αλήθεια της Εκκλησίας δεν κατοχυρώνεται από την τεχνική ακρίβεια, αλλά από τη συνοδική συνείδηση, η οποία εκφράζει τη ζωή του Σώματος ως συνόλου. Όταν η επιστημονική γνώση αποσπάται από τη συνοδική πράξη και προβάλλεται ως αυτονομημένο κριτήριο, τότε παύει να είναι διακονία και μετατρέπεται σε παράγοντα διαιρέσεως.

Κατά συνέπεια, το ουσιαστικό πρόβλημα του ημερολογιακού ζητήματος δεν είναι επιστημονικό, αλλά εκκλησιολογικό. Δεν έγκειται στο αν το Ιουλιανό ημερολόγιο είναι λιγότερο ακριβές από ένα διορθωμένο σύστημα, αλλά στο γεγονός ότι η όποια μεταβολή δεν προέκυψε από πανορθόδοξη συμφωνία, αλλά από αποσπασματικές αποφάσεις επιμέρους Εκκλησιών. Έτσι, το ημερολόγιο, αντί να λειτουργεί ως κοινό λειτουργικό πλαίσιο, μετατράπηκε σε σημείο διάσπασης της εκκλησιαστικής εμπειρίας.

Η ιστορική εμπειρία της Εκκλησίας δείχνει ότι οι αστρονομικές διαφορές δεν διασπούν την Εκκλησία, ενώ η απουσία συνοδικής ενότητας το πράττει. Η Εκκλησία έζησε επί αιώνες με διαφορετικούς τοπικούς υπολογισμούς του χρόνου, χωρίς να διακόπτεται η κοινωνία. Αντιθέτως, εκείνο που θεωρούσε πάντοτε καταστροφικό δεν ήταν η απόκλιση ημερών, αλλά η αυτονόμηση της κρίσης – είτε στο όνομα της παράδοσης είτε στο όνομα της προόδου.

Επομένως, η ορθόδοξη στάση απέναντι στο ημερολόγιο δεν είναι ούτε η άκριτη προσκόλληση σε μια αστρονομική ανακρίβεια, ούτε η άνευ όρων αποδοχή της επιστημονικής διόρθωσης. Είναι η εκκλησιολογική διάκριση, η οποία αναγνωρίζει την επιστήμη ως χρήσιμη, αλλά υποτάσσει τη χρήση της στο συνοδικό ήθος της Εκκλησίας. Μόνον εντός αυτής της προοπτικής μπορεί μια ενδεχόμενη διόρθωση του ημερολογίου να καταστεί όχι αιτία σχίσματος, αλλά όργανο ενότητας.

Ε. Γρηγοριανό και Νέο Ημερολόγιο: αναγκαίες θεολογικές και ιστορικές διευκρινισεις

Στη συζήτηση διαπράχθηκε ένα καίριο σφάλμα, το οποίο αποτελεί τη βάση πολλών μεταγενέστερων παρερμηνειών: η άκριτη ταύτιση του Γρηγοριανού ημερολογίου με το Νέο (διορθωμένο Ιουλιανό). Η ταύτιση αυτή δεν αντέχει ούτε ιστορικά, ούτε αστρονομικά, ούτε εκκλησιολογικά και οδηγεί σε ψευδή συμπεράσματα περί δήθεν συνοδικής καταδίκης του Νέου Ημερολογίου.

1. Η φύση και ο σκοπός του Γρηγοριανού ημερολογίου

Το Γρηγοριανό ημερολόγιο θεσπίστηκε το 1582 με παπική πρωτοβουλία, με σκοπό την αστρονομική διόρθωση του Ιουλιανού συστήματος. Ως προς την αστρονομική του βάση, επρόκειτο για μια πράγματι ακριβέστερη προσέγγιση του ηλιακού έτους. Όμως, η Εκκλησία δεν το απέρριψε εξαιτίας της επιστημονικής του ακρίβειας.

Η απόρριψη του Γρηγοριανού ημερολογίου από τις Ορθόδοξες Συνόδους του 16ου αιώνα (και ιδίως από τις Συνόδους του 1583, 1587 και 1593) ήταν κατεξοχήν εκκλησιολογική με πασχάλια λογική. Το Γρηγοριανό σύστημα:

  • καταργούσε τον παραδοσιακό τρόπο υπολογισμού του Πάσχα,
  • επέτρεπε τον εορτασμό του Χριστιανικού Πάσχα πριν ή ταυτόχρονα με το Ιουδαϊκό Πάσχα,
  • και, ως εκ τούτου, παραβίαζε τον πασχάλιο κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, όπως αυτός ερμηνεύθηκε και βιώθηκε στην πατερική παράδοση.

Η πατερική αρχή ότι το Χριστιανικό Πάσχα εορτάζεται μετά το Ιουδαϊκό δεν είναι απλώς ιστορική σύμβαση, αλλά φέρει θεολογικό περιεχόμενο: διαφυλάσσει τη διάκριση μεταξύ τύπου και πληρώσεως, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, προεικονίσεως και εκπληρώσεως. Η παραβίαση αυτής της τάξεως θεωρήθηκε εκκλησιολογικά απαράδεκτη, ανεξαρτήτως της επιστημονικής ποιότητας του ημερολογίου.

Τα ιστορικά παραδείγματα εορτασμού του δυτικού Πάσχα πριν ή μαζί με το Ιουδαϊκό (όπως τα έτη 1903, 1923, 1954, 1981, 1997, 2008 και άλλα) επιβεβαιώνουν ότι η συνοδική αυτή κριτική δεν ήταν θεωρητική, αλλά απολύτως δικαιολογημένη.


2. Το Νέο (διορθωμένο Ιουλιανό) ημερολόγιο: διαφορετικό σύστημα, διαφορετικό ζήτημα

Το Νέο Ημερολόγιο, το οποίο προτάθηκε και υιοθετήθηκε εν μέρει κατά τον 20ό αιώνα, δεν ταυτίζεται με το Γρηγοριανό ως σύστημα. Πρόκειται για αστρονομική διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου, η οποία επιτυγχάνει μεγαλύτερη ακρίβεια στον υπολογισμό του ηλιακού έτους και συμπίπτει ημερολογιακά με το Γρηγοριανό μόνο μέχρι το έτος 2800.

Το κρισιμότερο, όμως, στοιχείο είναι το εξής:
το Νέο Ημερολόγιο δεν τροποποιεί τον πασχάλιο υπολογισμό. Οι Εκκλησίες που το υιοθέτησαν εξακολουθούν να εορτάζουν το Πάσχα βάσει του παλαιού πασχαλίου κανόνα. Επομένως, η κύρια αιτία της συνοδικής καταδίκης του Γρηγοριανού ημερολογίου –η παραβίαση του πασχαλίου– δεν ισχύει για το Νέο Ημερολόγιο.

Αυτό και μόνο καθιστά θεολογικά αβάσιμη την άποψη ότι το Νέο Ημερολόγιο έχει «καταδικαστεί» από τις Συνόδους του 16ου αιώνα.


3. Το ζήτημα του πλαστού σιγιλλίου και η ιστορική ευθύνη

Η συχνά επαναλαμβανόμενη επίκληση της Συνόδου του 1583, ως δήθεν καταδίκης του Νέου Ημερολογίου, στηρίζεται σε πλαστό ή παραχαραγμένο σιγίλλιο, γεγονός το οποίο έχει τεκμηριωθεί ιστορικά και αναγνωρίζεται ακόμη και από σοβαρούς μελετητές προερχόμενους από τον χώρο των Γ.Ο.Χ.(https://www.imoph.org/pdfs/2011/06/22/20110622aSigglion1583/20110622aSigglion1583.pdf)

Η εμμονή στη χρήση ενός πλαστού εγγράφου, ως δογματικού επιχειρήματος, δεν συνιστά υπεράσπιση της παραδόσεως, αλλά υπονόμευσή της. Η Ορθόδοξη θεολογία δεν στηρίζεται σε ιδεολογικές κατασκευές, αλλά σε τεκμηριωμένη ιστορική και συνοδική μαρτυρία.


4. Το πραγματικό πρόβλημα του Νέου Ημερολογίου: εκκλησιολογικό, όχι δογματικό

Από τα παραπάνω προκύπτει με σαφήνεια ότι το πρόβλημα του Νέου Ημερολογίου δεν είναι δογματικό. Δεν εισάγει νέα πίστη, δεν αλλοιώνει δόγμα, δεν θίγει άμεσα τον πασχάλιο κανόνα.

Το πρόβλημα είναι εκκλησιολογικό:
η υιοθέτησή του δεν έγινε με πανορθόδοξη απόφαση, αλλά μέσω αποσπασματικών ενεργειών επιμέρους Εκκλησιών. Έτσι, διαρρήχθηκε η κοινή λειτουργική εμπειρία και δημιουργήθηκε τραύμα στο σώμα της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία δεν νοσεί, επειδή χρησιμοποιεί διαφορετικό ημερολόγιο, αλλά επειδή έπαψε να ενεργεί ως ένα σώμα. Το ημερολόγιο έγινε σύμβολο της διάσπασης όχι λόγω της φύσεώς του, αλλά λόγω του τρόπου επιβολής του.


 

Σύνδεση του ημερολογιακού ζητήματος με την αποτείχιση και τα όριά της

Η συζήτηση περί ημερολογίου απόκτησε  κρίσιμη βαρύτητα, όταν συνδέεται  με την πράξη της αποτείχισης, διότι τότε το ζήτημα μεταφέρεται από το επίπεδο της διοικητικής ή λειτουργικής διαφοράς στο επίπεδο της εκκλησιαστικής κοινωνίας.

Εδώ ακριβώς απαιτείται αυστηρή διάκριση, ώστε η αποτείχιση να μη μετατραπεί από θεραπευτικό εκκλησιολογικό μέτρο σε μηχανισμό παραγωγής σχισμάτων.

1. Τι είναι – και τι δεν είναι – η αποτείχιση

Η αποτείχιση, σύμφωνα με τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), συνιστά έκτακτο μέτρο διακοπής μνημοσύνου επισκόπου μόνον όταν αυτός:

  • κηρύττει γυμνή τη κεφαλή αιρετική διδασκαλία,
  • καταδικασμένη ή πατερικώς απορριφθείσα,
  • και μάλιστα πριν από συνοδική κρίση, για την προστασία του πληρώματος.

Ο Κανόνας  θεσπίζει οριοθετημένη πράξη άμυνας. Η αποτείχιση δεν δημιουργεί νέα εκκλησιαστική πραγματικότητα, ούτε θεμελιώνει αυτοτελή εκκλησιαστική ταυτότητα. Είναι αναστολή εκκλησιαστικής κοινωνίας, όχι ίδρυση Εκκλησίας.

2. Το ημερολόγιο και η αποτείχιση: κρίσιμη διάκριση

Το ημερολόγιο, όπως αποδείχθηκε, δεν αποτελεί δογματικό ζήτημα. Δεν έχει ορισθεί συνοδικά ως όρος πίστεως, ούτε έχει ταυτισθεί με αιρετική διδασκαλία. Συνεπώς:

Δεν μπορεί να αποτελέσει καθαυτό λόγο αποτείχισης.

Η ταύτιση του Νέου Ημερολογίου με αίρεση συνιστά διεύρυνση του ΙΕ΄ Κανόνα πέραν του γράμματος και του πνεύματός του. Όταν η αποτείχιση θεμελιώνεται όχι σε κηρυττόμενη αίρεση, αλλά σε λειτουργική πρακτική ή διοικητική απόφαση, τότε παύει να είναι κανονική άμυνα και μετατρέπεται σε αντικανονική αποκοπή.

3. Το πραγματικό πεδίο εφαρμογής της αποτείχισης σήμερα

Αν η αποτείχιση μπορεί να θεμελιωθεί σήμερα, αυτό δεν γίνεται εξαιτίας του ημερολογίου, αλλά εξαιτίας:

  • του Οικουμενισμού ως εκκλησιολογικής αιρέσεως,
  • όταν αυτός εκφράζεται όχι απλώς ως διάλογος, αλλά ως άρνηση της μοναδικότητας της Εκκλησίας,
  • και κηρύττεται δημόσια, θεσμικά και αμετανόητα.

Εδώ και μόνον εδώ τίθεται θεμιτά ζήτημα αποτείχισης, όχι από ημερολογιακή επιλογή, αλλά από διαστρέβλωση της εκκλησιολογίας.

4. Τα όρια της αποτείχισης: πότε μετατρέπεται σε σχίσμα

Η αποτείχιση παύει να είναι εκκλησιαστική και καθίσταται σχισματική όταν:

  • μετατρέπεται σε μόνιμη κατάσταση χωρίς προοπτική συνοδικής αποκατάστασης,
  • συνοδεύεται από ιδιωτικές καταδίκες ολόκληρων Εκκλησιών ως «εκτός»,
  • θεμελιώνει αυτονομημένη εκκλησιαστική ταυτότητα («εμείς είμαστε η Εκκλησία»),
  • ή προσθέτει δευτερεύοντα κριτήρια (ημερολόγιο, τυπικό, διοικητικές πράξεις) ως όρους σωτηρίας.

Τότε η αποτείχιση, αντί να προφυλάσσει το σώμα, το ακρωτηριάζει.

5. Η περίπτωση των Γ.Ο.Χ. και το εκκλησιολογικό αδιέξοδο

Η ιστορική πορεία μεγάλου μέρους του Γ.Ο.Χ. κινήματος δείχνει τι συμβαίνει όταν:

  • το ημερολόγιο αναγορεύεται σε κριτήριο Εκκλησίας,
  • η αποτείχιση παγιώνεται χωρίς συνοδική αποκατάσταση,
  • και η έννοια της Εκκλησίας μετατίθεται από το σώμα στο καθαρό υπόλοιπο.

Το αποτέλεσμα δεν ήταν η διαφύλαξη της Ορθοδοξίας, αλλά:αλλεπάλληλες διασπάσεις, αμοιβαίοι αναθεματισμοί, και εκκλησιολογικός κατακερματισμός.

Αυτό δεν αποτελεί νίκη κατά του Οικουμενισμού, αλλά επιβεβαίωση της παθολογίας του.

Η αποτείχιση είναι θεραπευτικό εργαλείο, όχι εκκλησιολογικό υποκατάστατο. Δεν σώζει από μόνη της, ούτε κατοχυρώνει την αλήθεια αυτομάτως. Χωρίς διάκριση, χωρίς συνοδικό ορίζοντα και χωρίς εκκλησιολογική ταπείνωση, μπορεί να γίνει πηγή μεγαλύτερου κακού από εκείνο που επιχειρεί να θεραπεύσει.

Το ημερολόγιο, λοιπόν, δεν νομιμοποιεί αποτείχιση. Ο Οικουμενισμός ενδεχομένως τη νομιμοποιεί – υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις, το κριτήριο δεν είναι η ιδεολογική καθαρότητα, αλλά η πίστη στο συνοδικό ήθος της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία δεν σώζεται από «καθαρούς χρόνους», αλλά από ορθή πίστη εν κοινωνία. Αν αυτή η αρχή χαθεί, τότε και η αποτείχιση παύει να είναι ομολογία και γίνεται σχίσμα.

Συμπεράσματα.

Το ημερολόγιο δεν σώζει, ούτε καταδικάζει· δεν αποτελεί ούτε εγγύηση Ορθοδοξίας, ούτε απόδειξη εκπτώσεως. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έζησε και δεν ζει από την αστρονομική ακρίβεια, αλλά από το συνοδικό της φρόνημα. Όταν το ημερολόγιο θεοποιείται, η Εκκλησία υποκαθίσταται από ένα εξωτερικό σχήμα· όταν μηδενίζεται, υπονομεύεται η ευθύνη της κοινής εκκλησιαστικής πράξεως. Η αποτείχιση, ως έκτακτο και θεραπευτικό μέτρο, δεν μπορεί να θεμελιώνεται σε λειτουργικές ή διοικητικές διαφορές, αλλά μόνο σε κηρυττόμενη εκκλησιολογική εκτροπή, και πάντοτε με προοπτική συνοδικής αποκατάστασης. Η μετατροπή της σε μόνιμη κατάσταση και σε κριτήριο εκκλησιαστικής ταυτότητας αλλοιώνει το ίδιο το νόημά της και οδηγεί σε σχισματική λογική.

Σήμερα, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι η περιχαράκωση σε «καθαρές» ομάδες, αλλά η επανενεργοποίηση του νοσούντος συνοδικού συστήματος της Εκκλησίας. Αυτό είναι και το αυθεντικό περιεχόμενο της πατερικής έννοιας «φραγκεύσαμεν»· όχι η οριστική αποκοπή από το εκκλησιαστικό σώμα, αλλά η προσωρινή άμυνα, ώστε να αποτραπεί η διάχυση της εκκλησιολογικής νόσου και να καταστεί δυνατή η θεραπεία. Υπό αυτή την έννοια, η αποτείχιση των αντι-οικουμενιστών οφείλει να στοχεύει όχι στη διαιώνιση της διαίρεσης, αλλά στη σύμπραξη όλων των αντι-οικουμενιστικών δυνάμεων, ανεξαρτήτως ημερολογίου ή επιμέρους παραδόσεων, με σκοπό την εκκλησιαστική αποκατάσταση: τη συνοδική καταδίκη του Οικουμενισμού, την καθαίρεση των ψευδεπισκόπων, που τον κηρύττουν και τη συγκρότηση υγιώς λειτουργουσών εκκλησιαστικών Συνόδων. Μόνον έτσι η αποτείχιση παραμένει ομολογία και δεν εκφυλίζεται σε σχίσμα, και μόνον έτσι η Εκκλησία βιώνεται όχι ως ιδεολογικό στρατόπεδο, αλλά ως Σώμα Χριστού εν θεραπεία και εν αληθεία.

 


Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Η Γυναίκα ως ψάλτρια! (κατά την Αγία Γραφή & τους Άγιους Πατέρες)


 

«… αι γυναίκες υµών εν ταις Εκκλησίαις σιγάτωσαν,

ου γαρ επιτέτραπται αυταίς λαλείν…»

(Α΄ Κορ. 14, 34-35)

Η Θεία Λειτουργία είναι µια παραδεισένια όαση στην τραχειά ερηµία της γήινης ζωής µας. Όταν ο Ιεροψάλτης ως εκπρόσωπος του λαού – διαβάζει ένα απόσπασµα από τις θεόπνευστες επιστολές των Αποστόλων, διάφορους στίχους ή ολόκληρους ψαλµούς που δανειστήκαµε από το ψαλτήρι ή όταν ο υµνωδός (ψάλτης) ψάλλει τα τροπάρια που περιγράφουν τη ζωή και τα µαρτύρια των αγίων µας βοηθούν να τοποθετούµε µε προσοχή και κατάνυξη την προσήλωσή µας στο πρόσωπο του Κυρίου µας Χριστού. «Το εκ της µελωδίας τερπνόν τοις δόγµασιν εγκατέµιξεν, ίνα τω προσηνεί και λείω της ακοής το εκ των λόγων ωφέλιµον λανθανόντως υποδεξώµεθα» (Μ. Βασιλείου, Οµιλία Α΄ στους ψαλµούς).

Ο κάθε Ιεροψάλτης πρέπει να έχει πίστη και µυστηριακή ζωή, στις δε λειτουργικές και λατρευτικές Συνάξεις πρέπει να έχει ταπείνωση, να είναι προσηνής και να µη µετατρέπει σε προσωπική ανάδειξη το ψαλτικό του χάρισµα, διότι είναι δώρο Θεού αυτό και ακυρώνει το ευχαριστιακό ήθος και εκθρονίζει το θεολογικό νόηµα.

Οι Ιεροψάλτες – Αναγνώστες υπάγονταν στο λεγόµενο κατώτατο κλήρο µαζί µε τους Υποδιακόνους και Νεωκόρους, έχουν χειροτεθεί από Αρχιερέα σε ειδική ακολουθία και πραγµατοποιούν διάφορα επίσηµα καθήκοντα στους Ιερούς Ναούς και µέσα στο Ιερό βήµα και γι’ αυτό και ρασοφορούν. Οι Ιεροί Κανόνες θέτουν όρια για τους ψάλτες και τους χαρακτηρίζουν πως ανήκουν εις τον κατώτατο κλήρο, ο 26ος Αποστολικός Κανόνας, µας γνωρίζει για την απαγόρευση χειροτονία γάµου των ανωτέρων κληρικών (Ιερέων, Αρχιερέων), για τους κατώτερους τονίζει: «Των εις Κλήρον προελθόντων αγάµων κελεύοµεν βουλοµένως γαµείν Αναγνώστες και ψάλτας µόνον», δηλαδή, για όλους τους κληρικούς µε τη χειροτονία η της χειροθεσίας, ο γάµος επιτρέπεται µόνον στους Αναγνώστες και ψάλτες.

Ο 43ος Αποστ. Κανόνας, οµιλεί ρητά για την ιεροπρέπεια και εκκλησιαστική συνείδηση που πρέπει να έχουν οι κατώτεροι κληρικοί: «Υποδιάκονος, ή Αναγνώστης, ή ψάλτης, τα όµοια ποιών (µε τον 42ον Κανόνα) κύβοις σχολάζων, και µέθαις, ή παυσάσθω, ή καθαιρέσθω». Ο δε 69ος Κανόνας µνηµονεύει τα περί νηστείας: «Ει τις… Υποδιάκονος, ή Αναγνώστης, ή Ψάλτης, την αγίαν Τεσσαρακοστήν ου νηστεύει, η Τετράδα, ή Παρασκευήν, καθαιρέσθω». Εκπίπτει του αυτού αξιώµατος.

Ο 8ος Απ. Κανόνας θέτει τις υποχρεώσεις πάντων των «εκ του καταλόγου του Ιερατικού (δηλ. και των κατωτέρων κληρικών) προσφοράς γενοµένης, µη µεταλάβοι την αιτίαν ειπάτω, και εάν η εύλογος, συγγνώµης τυγχανέτω. Ει δε µη λέγοι, αφοριζέσθω…».

Υπάρχουν αρκετοί Ιεροί Κανόνες που µε θείο φωτισµό, µε αυθεντικό κύρος ρυθµίζουν όλα τα επισυµβαίνοντα µέσα στο χώρο της Εκκλησίας.

Αντίθετα οι γυναίκες λόγω φύλου έχουν κώλυµα ιεροσύνης, γι’ αυτό δεν επιτρέπεται να ασκούν τέτοια καθήκοντα µέσα στον Ιερό ναό, ακόµα και της Νεωκόρας. Ένας από τους λόγους µας τον περιγράφει ο Ιερέας Αλέξιος Τάαχ. “Σε καµία περίπτωση δεν επιτρέπονται αιµατοχυσίες στο ιερό. Το µόνο αίµα που µπορεί να υπάρχει εκεί είναι το Αίµα του Χριστού. Αν χυθεί εκεί έστω µια σταγόνα ανθρωπίνου αίµατος, σε αυτόν το ναό δεν µπορεί να τελεστεί η Αναίµακτη θυσία (ιερή ακολουθία), ώσπου να καθαγιαστεί ο ναός ξανά.

Σε ό,τι αφορά στις γυναίκες; Είναι απλό: Οι γυναίκες έχουν φυσιολογική απώλεια αίµατος κάθε µήνα, κάτι που αυτόµατα τις καθιστά «επαγγελµατικά ακατάλληλες».

Σε µοναστήρια και σε µικρές ενορίες, επειδή υπάρχει έλλειψη προσωπικού, επιτρέπεται να διακονούν στο ιερό γερόντισσες, οι οποίες δεν έχουν πλέον τη φυσιολογική απώλεια αίµατος. Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσµίου Πολέµου, επειδή σχεδόν όλοι οι άνδρες ήταν στο µέτωπο, οπότε, οι γιαγιάδες ήταν και ψάλτες και αναγνώστες και νεωκόροι, όπως στους αποστολικούς χρόνους, ο θεσµός των διακονισσών, αν και τώρα συναντάται πολύ σπάνια.

Υπάρχει αρκετή βιβλιογραφία για τη θέση της γυναίκας στην Εκκλησία από την Αγία Γραφή, τους Αγίους Πατέρες και την Ιερά Παράδοση, εµείς θα ασχοληθούµε εν συντοµία αλλά και όσο γίνεται επιγραµµατικά, για να γνωρίζουν οι πιστοί το ωφέλιµο.

Ο πρώτος που ασχολήθηκε πριν από ένα αιώνα (1926-2026), ήταν ο µεγαλύτερος θεολόγος που πέρασε εδώ και διακόσια χρόνια, ο µακαριστός Παναγιώτης Τρεµπέλας, ο οποίος σε πόνηµα 40 σελίδων…, αναπτύσσει, γιατί η γυναίκα δεν µπορεί να ανέβει στο ψαλτήρι (αναλόγιο).

Στην εισαγωγή του αναφέρει, γιατί ασχολήθηκε µε το θέµα: «Από τίνος χρόνου να εισαγάγωσιν εις το χωρόν των ψαλτών και γυναικείας φωνάς. Ούτως δε συνεσταλµένως και δειλώς εις τας αρχάς, θαρραλεώτερον έπειτα, εισήχθη εις περισσοτέρως του ενός ναού η συµµετοχή των γυναικών εν τη ψαλµωδία. Αλλ’ η προχείρως εισαχθείσα αύτη µεταρρύθµισις αποτελεί τούτ’ αυτό καινοτοµίαν µη έχουσα προηγούµενον εν τη πράξει της Εκκλησίας.

» Επί τη βάσει πάντοτε µαρτυριών και αποδείξεων ιστορικών, θα ζητήσωµεν να µάθωµεν… πως δε ανέκαθεν δεν επετράπη εκ την γυναίκα να αναβή επί των ηµιχοριών των ψαλτών…» (σελ. 5).

Συνεχίζει µε αποδείξεις ιστορικές – λόγω χώρου θα αναφερθούµε σε τούτο µόνον – γράφει:

«Και ενωρίτερα µεν και αυτών των αποστολικών χρόνων ανεύχθη εις την γυναίκα η θύρα προς διακονίας εκκλησιαστικάς εις τας βαθµίδας τας κατωτέρας του κλήρου (διακόνισσοι), ως ψάλτριαν όµως της εκκλησιαστικής ψαλµωδίας κατάρχουσαν ουδέποτε συναντώµεν ταύτην (σελ. 23). Και προχωρώντας µας αναφέρει το εξής περιστατικό και κάποιον Παύλο Σαµοσατέα ο οποίος “συνέστησε χορόν εκ γυναικών, ίνα ψάλλη εν τω ναώ κατά την εορτήν του Πάσχα το 260 µ.Χ. Τότε συνήλθε σύνοδος των Επισκόπων και κατακρίθηκε επί των κακοδοξιών αυτού”. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«… Και είνε αξιοσηµείωτοι αι φράσεις, δια των οποίων η Σύνοδος εχαρακτήρισε το τόλµηµα τούτο του Σαµοσατέως. Αι φράσεις αύται εµπεριεχόµεναι εις την επιστολήν, την οποία η σύνοδος απηύθυνε προς τον Διονύσιον Ρώµης και Μάξιµον τον Αλεξανδρείας, έχουσιν ως εξής: “Ψαλµούς δε τους µεν εις τον Κύριον ηµών Ιησούν Χριστόν παύσας ως δη νεωτέρους και νεωτέρων ανδρών συγγράµµατα, εις εαυτόν δε εν µέση τη Εκκλησία τη µεγάλη του Πάσχα ηµέρα ψαλιωδείν γυναίκας παρασκευάζων, ών και ακούσας αν τις φρίξειεν”» (σελ. 25).(Ευσεβίου Εκκλ. Ιστορία βιβλ. VII κεφ. 30).

Τελειώνοντας ο µέγας τούτος θεολόγος τονίζει: «Αλλ’ εάν πρόκηται να ψάλλη η γυνή εν εκκλησιάσµατι αποτελουµένω αποκλειστικώς εξ οµοφύλων αυτής, δεν θα είχε κανένα λόγον η απαγόρευσις

Η Σύνοδος συνεχίζει: »είνε και η µόνη αρµοδία αλλά και η µόνη υπεύθυνος να εξετάζη και να κρίνη και ν’ αποφαίνηται περί µέτρων και ηθών, των οποίων η λήψις και η επικράτησις σοβαρωτάτην δύναται ν’ ασκήση ροπήν επί του εκκλησιαστικού βίου.

»Το ανώτερον αυτό εκκλησιαστικόν Σώµα είνε αρµόδιον µεθ’ ώριµον σκέψιν και µελέτην και εκτίµησιν των περιστάσεων ν’ αποφανθή µέχρι τίνος σηµείου δύναται η γυναικεία συµµετοχή εν τη ψαλµωδία να επιτραπή, από τίνος δε να εµποδισθή και εντός ποίων ορίων να περιορισθή. Η Σύνοδος αύτη θέλει σκεφθή και θέλει καθορίσει και τον τρόπον, καθ’ όν θα εξετάζεται και η καταστολή και η περιβολή και το ήθος και ο εν γένει βίος των εκκλησιαζοµένων και εν τη υπηχήσει ταύτη συµµετεχουσών γυναικών, ώστε η όλη εµφάνισις αυτών εν τοις ναοίς να µη αποτελή πέτραν σκανδάλου, αλλ’ αφορµήν εµπνεύσεως αληθινής ευσεβείας και αισθηµάτων σεµνότητος. Η Ι. Σύνοδος της Ιεραρχίας θέλει προλάβει, ώστε η τοιαύτη των γυναικών συµµετοχή, εάν, εννοείται, ήθελε κριθή σκόπιµος, να µη ανοίξη βαθµηδόν ελευθέραν την ανάβασιν επί του χορού της Εκκλησίας και εις υψιφώνους του θεάτρου…» (σελ. 39).

Στο ίδιο θέµα αναφέρει και πάλι… πολύ αργότερα ο σοφός αυτός θεολόγος στο Υποµν. Τόµος Α΄, σελ. 392 για Κορίνθιες γυναίκες που αποπειράθηκαν να επιβληθούν ως ισότιµες στο κήρυγµα. Ως επίσης ερµηνεύοντας τα του αγ. Θεοφυλάκτου (1031-1126 µ.Χ.) στο Υπόµν. 1956, σελ. 393 γράφει: «Εκείνες οι γυναίκες που οµιλούν, ίσως να θέλουν να προβάλλονται µέσω των πνευµατικών και να εντυπωσιάζουν, γι’ αυτό ο απ. Παύλος τις απαγόρευσε να κηρύττουν».

Ο ίδιος ο Κύριός µας παρότι είχε µαζί του µαθήτριες, έδωσε την ευθύνη του κηρύγµατος και της διδασκαλίας των θείων λόγων του, µόνο στους µαθητές του (Ματθ. 28, 16-20).

Ο απ. Παύλος είναι κατηγορηµατικός: «γυναικί δε διδάσκειν ουκ επιτρέπω, ουδέν αυθεντείν ανδρός, αλλ’ είναι εν ησυχία» (Α΄ Τιµ. 2, 12).

Ο χρυσορρήµων πατήρ της Εκκλησίας Ιωάννης Χρυσόστοµος, επιβεβαιώνει τα του απ. Παύλου που δεν επέτρεψε σε καµία γυναίκα να κηρύττει, ακόµα ούτε τη στενή συνεργάτιδά του αγ. Ολυµπιάδα που είχε βίο ενάρετο και ήταν ικανή στο λόγο.

Ο αγ. Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης ονοµάζει τις γυναίκες του Αναλογίου ΧΡΙΣΤΟΚΑΠΗΛΟΥΣ.

Ο αγ. Ιωάννης ο Δαµασκηνός, αυτός ο µέγας υµνογράφος της Εκκλησίας, βάζει φραγµό: «Περί γυναικών ότι ου δει… λαλείν ή διδάσκειν εν Εκκλησία Θεού» (Migne, τόµος Α΄95, σελ. 1314).

Έχουµε αρµάδα αγίων Πατέρων (Μέγα Αθανάσιο, Αγ. Νείλο, Αγ. Οικουµένιο, Αγ. Αναστάσιο, Νικόδηµο Αγιορείτη…). Υπάρχει και απόφαση της ΣΤ΄ Οικουµενικής Συνόδου (680-681), η οποία βάζει τα πράγµατα στη θέση τους: «Μη εξέστω ταις γυναιξίν εν τω καιρώ της Θείας Λειτουργίας λαλείν, αλλά κατά την φωνήν Παύλου του Αποστόλου, σιγάτωσαν. Ου γαρ επιτρέπεται αυταίς λαλείν, αλλ’ υποτάσσεσθαι, καθώς και ο νόµος λέγει. Ει δε τι µαθείν θέλουσιν, εν οίκω τους ιδίους άνδρας επερατώσαν» (Ι. Κανόνας 70ος, Ι. Πηδάλιον, σελ. 281).

Ο αυθεντικός και αναγνωρισµένος παγκοσµίως ερµηνευτής της Αγίας Γραφής, των Αγίων Πατέρων και της Ιεράς Παράδοσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας µακαριστός ηγούµενος της Ιεράς Μονής Κοµνηνείου Στόµιο Λάρισας π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, σε οµιλία του που ρωτήθηκε από ακροατές: “Επιτρέπεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία να ψάλλουν οι γυναίκες κατά τη Θεία Λειτουργία;”. Απάντησε:

«Μάλιστα ούτε να ψάλλουν, ούτε να οµιλούν, ούτε να ερωτούν. Σαφώς λέει ο Απόστολος Παύλος ότι οι γυναίκες στο σπίτι θα ερωτούν τον άνδρα τους και τούτο για να µην γίνεται αταξία. Φαίνεται ότι πάντοτε οι γυναίκες έκαναν αταξία µε τις ερωτήσεις και λοιπά. Κι έτσι απαγορεύει ο Απόστολος Παύλος, θέµα ευταξίας δηλαδή, οι γυναίκες να µην οµιλούν αλλά να ρωτούν τους άνδρες τους για ότι απορία τους δηµιουργήθηκε στην Εκκλησία.

» … Σε ένα γυναικείο Μοναστήρι, θα το δείτε και µόνοι σας αυτό το πράγµα, είναι πάρα πολύ φυσικό να ψάλλουν στο Ναό οι γυναίκες. Γιατί ο Απόστολος Παύλος είπε «δεν θα ψάλλουν οι γυναίκες και δεν θα οµιλούν οι γυναίκες;». – Το είπε µε σκοπό να µην γίνεται αταξία και επιπλέον να µην γίνεται και σκάνδαλο. Διότι όταν ανεβαίνει εδώ µία γυναίκα και αρχίζει να κάνει επίδειξη φωνής και από κάτω οι άρρενες τέρπονται από την φωνή της ή µαζεύεται κόσµος και κόσµος για να ακούσει τη ψάλλουσα από εδώ κυρία, τι γίνεται; Τότε δεν θα παρακολουθήσουµε πια τη Λειτουργία αλλά άλλα πράγµατα θα γίνουν µέσα στο Ναό. Όταν όµως είναι όλο το Εκκλησίασµα γυναίκες κι αν δεν είναι γυναίκες αλλά υπάρχουν περιορισµοί, είναι γυναικείο Μοναστήρι, έχει µπροστά κάποια παραπετάσµατα, είναι ένα πρόσθετο τέµπλο που βάζουν συνήθως κατά τρόπο να µην φαίνονται οι Μοναχές που ψάλλουν, οπότε δύναται να είναι άνδρες από το πίσω µέρος και οι γυναίκες είναι στο Καθολικό τους και ψάλλουν, είναι πάρα γυναίκες. Είναι πάρα πολύ φυσικό. Δεν απαγορεύονται οι γυναίκες να ψάλλουν αλλά να ψάλλουν µε την έννοια ότι δεν είναι οι άνδρες µέσα στο Ναό, αυτό θέλει να πει ο Κανόνας του Αποστόλου Παύλου, δηλαδή αυτή η εντολή του Αποστόλου Παύλου. Όπως και στο θέµα του κηρύγµατος, όταν ο Απόστολος Παύλος απαγορεύει να οµιλεί η γυναίκα εις το Ναό, δεν σηµαίνει ότι µία γυναίκα δεν δύναται ποτέ να οµιλήσει. Απόδειξη, ότι ήδη υπάρχουν συνεργάτισσες του Αποστόλου Παύλου όπως ήτο η περίφηµη εκείνη Πρίσκιλλα, η περίφηµη. Και µάλιστα είναι αξιοπαρατήρητο ότι σε κάποια χαιρετίσµατα που στέλνει πρώτα βάζει την Πρίσκιλλα και µετά βάζει τον Ακύλα, τον άνδρα της. Όχι βεβαίως για λόγους φιλοφροσύνης, όπως συνήθως βάζουµε τα ονόµατα των κυριών και µετά των κυρίων αλλά για λόγους ουσιαστικούς, διότι ήτανε µία καταπληκτική γυναίκα. Αυτή η ιδία διόρθωσε έναν Αππολώ. Όταν στην Έφεσο κατέφτασε ο Απολλώς, τον διορθώνει η Πρίσκιλλα. Διότι όταν τον ήκουσε παρ’ ότι ήτανε λόγιος, Αλεξανδρινός λόγιος, όµως στα περί Χριστιανισµού δεν ήτανε πάρα πολύ ακριβής, όχι ότι ήτανε αιρετικός άνθρωπος, όχι. Ήτανε καλοπροαίρετος άνθρωπος, δεν είχε καµία διάθεση αιρέσεως αλλά δεν τα ήξερε πάρα πολύ καλά και µας σηµαίνει εκεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς ότι τον διόρθωσε να είναι ακριβέστερος και τον διορθώνει µια Πρίσκιλλα, µία γυναίκα. Βλέπετε ότι δεν απαγορεύει ο Απόστολος Παύλος να ασκεί το έργο αυτό αλλά όχι όµως ότι η Πρίσκιλλα οµιλούσε µέσα εις την Εκκλησία. Μπορούσε µία γυναίκα να οµιλεί αλλού σε άλλους χώρους. Να οµιλεί επί παραδείγµατι σε χώρους γυναικών, να είναι κατηχήτρια γυναικών που θα παρασκευάζοντο για το βάπτισµα. Μια γυναίκα µπορούσε πάρα πολλά να προσφέρει…

» Έτσι είναι εντελώς ειδική η περίπτωσις ότι η γυναίκα δεν πρέπει να ψάλλει και δεν πρέπει να οµιλεί εις τον Ναό, εντελώς ειδική περίπτωση. Ξανά λέω ακόµη µία φορά. Αν είναι όλο γυναίκες µέσα, δύναται η γυναίκα να ψάλλει. Ακόµη αν απουσιάζουν οι άνδρες και δεν είναι επίσηµη η ώρα, δύναται η γυναίκα και να οµιλήσει µέσα εις την Εκκλησία. Επίσηµη ώρα κηρύγµατος είναι µόνον το Λειτουργικόν κήρυγµα. Και αυτή η ώρα δεν είναι επίσηµη, µόνο το Λειτουργικό κήρυγµα είναι πολύ επίσηµο, εκεί δεν σηκώνει τίποτα. Αυτή τη στιγµή βλέπεται και διάλογο ανοίγω και µία αντίρρησή σας µπορεί να ακούσω. Την ώρα του κηρύγµατος στην Λειτουργία δεν επιτρέπεται τίποτα από όλα αυτά, απολύτως τίποτα. Έτσι µία ανεπίσηµη ώρα όπως αυτή, αν ήτανε όλο γυναίκες εδώ µέσα και µιλούσε µία γυναίκα, αυτό δεν απαγορεύεται. Πιστεύω αντιληφθήκατε πως έχει το πράγµα».

Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι το δηµοσίευµα, για τον αποκλεισµό των γυναικών από ψαλτήρι δεν έχει να κάνει µε την υποτίµηση της γυναίκας και ούτε περιφρόνηση µε την Ισότητα που πρώτη η Εκκλησία την εφάρµοσε, «ουκ ενί άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υµείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3, 28), αλλά στην αυθαίρετη προσχώρηση εκ µέρους των γυναικών σε τοµείς που δεν µπορούν να εµπλέκονται, διότι αυτές είναι θείες εντολές, όπως και το θέµα της ιερωσύνης, ο Κύριός µας δεν επέτρεψε ακόµα τη Μητέρα του Παναγία να διακονήσει µέσα στο Ιερό Θυσιαστήριο και αυτή αποδέχθηκε το σιωπηλό και σεµνό ρόλο που ταιριάζει σε µια πιστή χριστιανή.

Τις εντολές αυτές εφάρµοσε η Εκκλησία 2000 χρόνια που ο ίδιος ο Θεός έκανε διάκριση στα δύο φύλα, τοποθετώντας στο ρόλο και στον τοµέα που πράττει να πορευθεί ο καθένας.

Τέτοιο δικαίωµα δεν µπορεί να επικαλεσθεί κάποιος ότι το έχει ο επίσκοπος το “κατ’ οικονοµία” να δίνει ευλογίες να ψάλλει γυναίκα, διότι περιφρονεί σκόπιµα το Χριστό και βρίσκεται σε λάθος δρόµο, είναι ωσάν να ευλογεί να παντρευτούν αδέλφια.

Το άρθρο δείχνει τη σωστή πλευρά του θέµατος για τον προβληµατισµό των πιστών που παρεµβαίνουν και ζητούν να πληροφορηθούν ποιά είναι και τι είναι η ορθή τάξη για τον καθένα µας στην Ορθόδοξη λατρεία.

Εφ. Αγώνας

 


Iερείς υπερ της καύσεως των νεκρών;;(πρεσβ.Γερασίμου Βουρνά)

Περὶ τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της Πατρίδας μας έχουν επιλέξει να προωθούν ό,τι ανήθικο, σχημονούν και φαύλο υπάρχει. Αντιθέτως, οτιδήποτε ανορθώνει τον άνθρωπο, του χαρίζει αισιοδοξία, γνώση, ήθος, ενεργοποιεί τον νου και την καρδιά του, οι άρχοντες και οι προπαγανδιστές του κόσμου τούτου επιχειρούν να το αφανίσουν.

Έτσι και στην περίπτωση της καύσης των νεκρών, εντελώς «αμερόληπτα», ανασύρονται από τα μέσα παραπληροφόρησης απόψεις απαράδεκτες, ακόμη και από παιδιά του νηπιαγωγείου! Μια τέτοια περίπτωση δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο τελευταία και αφορά κάποιον κληρικό, ο οποίος υπερασπίζεται την καύση των νεκρών.

Ας δούμε μερικά από τα γραφόμενά του:

Κατ’ αρχάς αναφέρει ότι, όταν παλαιότερα βρέθηκε στο εξωτερικό, τοπικός επίσκοπος του έδωσε οδηγία να τελέσει κηδεία ανθρώπου, του οποίου το σώμα επρόκειτο να καεί. Υποστηρίζει μάλιστα ότι του είπε, μεταξύ άλλων:
«Το πώς θα το διαχειριστεί (ενν. το νεκρό σώμα) η οικογένεια και ποια ήταν η επιθυμία του ανθρώπου εν ζωή, δεν είναι δική μας υπόθεση».

Θα έπρεπε ωστόσο να είναι πιο προσεκτικός στο πώς μεταφέρει τα λόγια του επισκόπου, διότι μάλλον κάτι δεν κατανόησε σωστά και τελικά προβάλλει τις δικές του απόψεις. Δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι ποιμένας της Εκκλησίας μας μιλά με αυτόν τον τρόπο.

Πώς το «πώς θα το διαχειριστεί η οικογένεια» το νεκρό σώμα «δεν είναι δική μας υπόθεση»; Τα πάντα είναι υπόθεση της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως δε όποιος προσέρχεται στους κόλπους Της και αιτείται κάποιο από τα άγια Μυστήριά Της.

Ως ποιμένες έχουμε χρέος να πληροφορούμε τους πιστούς για το πώς θέλει ο Θεός να γίνονται τα πάντα. Διαφορετικά, δεν θα λέγαμε «γενηθήτω το θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς», αλλά «γενηθήτω το θέλημα των δήθεν προοδευτικών ανθρώπων», που τόσο πολύ «σέβονται» το ανθρώπινο σώμα, το «κατ’ εικόνα Χριστού σώμα μας», και επιθυμούν να καεί «όπως καίμε τα σκουπίδια».

Εξάλλου, οι πιστοί γνωρίζουμε ότι οι εικόνες δεν καίγονται. Οι ναοί του Θεού δεν καίγονται. Και όποιος αυτά τα ιερά και όσια καίει, είναι ιερόσυλος και βέβηλος.

Όπως έχει διευκρινίσει πνευματικός μας πατέρας και διδάσκαλος, π. Βασίλειος Βολουδάκης:

«Ο Χριστός μας έδειξε τον κόκκο του σίτου, που τον παρομοίωσε με τα σώματά μας, και μας εξήγησε όλη τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί μέχρι την κοινή Ανάσταση του ανθρωπίνου γένους. Μας είπε ότι ο σίτος, το σώμα μας, πρέπει να σπαρεί όταν πεθάνει, να σπαρεί στη γη, να λιώσει, όπως ο κόκκος του σίτου που λιώνει, και έπειτα να αναστηθεί ένδοξο το σώμα μας, σαν το στάχυ που ανατέλλει ένδοξο και κατάκαρπο από τον λιωμένο και αφανισμένο κόκκο του σιταριού».

«Η διαδικασία του σιταριού είναι προτύπωση της δικής μας πορείας από την ταφή μας στη γη προς την Ανάσταση. Γι’ αυτό βράζουμε το κόλλυβο στα μνημόσυνα».

«Αν είχε ισχύσει η καύση των νεκρών, δεν θα είχαμε ως πιστοί τόσα θαυματόβρυτα άγια λείψανα, ούτε η ενορία μας το ιερό λείψανο του Αγίου Νικολάου, Αρχιεπισκόπου Μύρων της Λυκίας, του τόσο θαυματουργού πατέρα μας».

Τα ζητήματα αυτά για την Εκκλησία μας είναι λυμένα. Κι όμως, οι άνθρωποι «της πυρκαγιάς» έχουν το κουράγιο να ρωτούν ειρωνικά, μαζί με τους αθέους, αν ο Θεός «θα δυσκολευτεί άραγε να αναδημιουργήσει ένα σώμα, επειδή δεν μπορεί να “εντοπίσει” τα λείψανά του».

Είναι ερωτήσεις αυτές; Αν, για παράδειγμα, κάποιος άνθρωπος κάηκε σε πυρκαγιά που ξέσπασε στο σπίτι του —πολύ περισσότερο αν κάποιος μάρτυρας της Πίστεως κάηκε στην πυρά— είναι δυνατόν ο Θεός να μην αναστήσει το σώμα του;

Ωστόσο, ο Θεός μας —και όχι απλώς «δυσκολεύεται», αλλά δύναται (γιατί δεν το επιθυμούμε) να επέμβει— είναι στην προαίρεσή μας. Άραγε, πώς θα μας αντιμετωπίσει ο Θεός, όταν αυτοπροαίρετα φθείρουμε τα σώματά μας, που είναι Ναός Του;

Η απάντηση έχει δοθεί από το ίδιο το στόμα του Θεανθρώπου Λόγου. Επομένως, κάθε διερώτηση επί του θέματος είναι εκ του πονηρού.

Ο εν λόγω κληρικός κλείνει σημειώνοντας ότι η ουσία του ζητήματος βρίσκεται στην «ποιμαντική στάση και στον σεβασμό στον άνθρωπο». Σε αυτό συμφωνούμε απολύτως!

Μακάρι να μετανοήσουμε όλοι μας, ενόψει της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής που πλησιάζει. Είναι καιρός να αποκτήσουμε το ήθος του Χριστού μας και να πάψουμε επιτέλους να υπονοούμε ότι είναι πια αναχρονιστικό.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν μας έχει ανάγκη ο Χριστός μας να διορθώσουμε το Ευαγγέλιό Του, αλλά εμείς χρειαζόμαστε τον Νου Του.

Γένοιτο!

πηγη.ορθοδοξοσ τυποσ 

Οι δικτατοριες του 21ου αιωνα

Smart Dictatorship

Οι δικτατορίες του 21ου αιώνα δεν χρειάζονται τανκς, πραξικοπήματα και στρατιωτικούς νόμους. Υπάρχουν πολύ πιο «έξυπνοι» τρόποι για να επιβληθούν. Τρόποι θεσμικοί, νομικοί, επικοινωνιακοί. Τρόποι που διατηρούν το δημοκρατικό περίβλημα, αδειάζοντας όμως πλήρως το περιεχόμενο.

Η smart dictatorship δεν καταργεί τις εκλογές· τις αδειάζει. Δεν φιμώνει ανοιχτά· ποινικοποιεί επιλεκτικά. Δεν επιβάλλεται με τη βία· κυβερνά μέσω φόβου, εξάρτησης και ελέγχου.

Πρώτον: Νομιμοποιείς τη μειοψηφία

Διαμορφώνεις το εκλογικό και θεσμικό πλαίσιο έτσι ώστε να μπορείς να κυβερνάς με ένα μικρό κομμάτι του εκλογικού σώματος. Με αποχή, μπόνους, στρεβλώσεις και επικοινωνιακή υπεροπλία, μια κυβέρνηση μπορεί να εμφανίζεται «πανίσχυρη» ενώ στην πραγματικότητα στηρίζεται σε ένα ισχνό ποσοστό της κοινωνίας. Η εξουσία δεν αντλείται από τη λαϊκή πλειοψηφία, αλλά από τη θεσμική μηχανική.

Δεύτερον: Ελέγχεις την πληροφορία

Τα Μέσα Ενημέρωσης δεν χρειάζεται να φιμωθούν. Αρκεί να ταΐζονται. Δημόσιο χρήμα, διαφημιστικά πακέτα, «λίστες», κρατικές χορηγίες και επιλεκτική πρόσβαση στην εξουσία. Ο στόχος δεν είναι η πολυφωνία, αλλά η μονοκαλλιέργεια υποστήριξης. Ό,τι δεν χειροκροτεί, εξαφανίζεται. Ό,τι κριτικάρει, στιγματίζεται.

Τρίτον: Συγκεντρώνεις την εξουσία

Όλα περνούν από το γραφείο σου. Το βαφτίζεις «επιτελικό κράτος», αλλά στην πράξη πρόκειται για κάθετη συγκέντρωση εξουσιών. Υπουργεία, ανεξάρτητες αρχές, μηχανισμοί ελέγχου λειτουργούν υπό άμεση ή έμμεση καθοδήγηση του κέντρου. Η διάκριση των εξουσιών παραμένει στα βιβλία, όχι στην πράξη.

Τέταρτον: Ελέγχεις τη Δικαιοσύνη

Η δικαιοσύνη δεν χρειάζεται να καταλυθεί. Αρκεί να επιλέγει πότε και σε ποιον θα παρέμβει. Δεν κινείται για μεγάλα σκάνδαλα, κρατική διαφθορά ή δομικές ευθύνες εξουσίας. Κινείται όμως αστραπιαία όταν κάποιος πολίτης ξεφεύγει από το επιτρεπτό πλαίσιο λόγου.

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του νεραού αγρότη Θωμά Μόσχου, που κλητεύθηκε από την Ωραία Κοιμωμένη σε άλλες περιπτώσεις, τον Άρειο Πάγο για «διασπορά ψευδών ειδήσεων» σχετικά με το εμβόλιο της ευλογιάς.

Η δικαιοσύνη στην Ελλάδα δεν υπάρχει για να προστατεύει τον πολίτη. Υπάρχει για να πειθαρχεί τον πολίτη. Όταν χρειάζεται, επεμβαίνει. Όταν δεν χρειάζεται, σιωπά.

Ο «επικίνδυνος» αγρότης

Και εδώ η ειρωνεία αγγίζει το παράλογο. Ο Θωμάς Μόσχος δεν είναι τυχαίος. Νέος αγρότης, μορφωμένος, με βαθιά γνώση της βιολογικής καλλιέργειας, με πραγματική αγάπη για τη γη και τα ζώα του. Το 2023 βραβεύτηκε ως ο καλύτερος βιοκαλλιεργητής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τέτοιους ανθρώπους θα έπρεπε να προβάλλει ένα υγιές κράτος. Αντί γι’ αυτό, τον κλητεύει. Όχι επειδή διέπραξε έγκλημα, αλλά επειδή μίλησε. Επειδή εξέφρασε άποψη. Επειδή δεν ευθυγραμμίστηκε απόλυτα.

Αυτός είναι ο ορισμός της smart dictatorship:
δεν φοβάται τους ανίκανους· φοβάται τους ικανούς που σκέφτονται.

Ευρωπαϊκό μοντέλο αυταρχισμού

Όποιος νομίζει ότι αυτά είναι «ελληνική ιδιαιτερότητα» κάνει λάθος. Στη Γερμανία διώκονται πολίτες για κριτική σε κυβερνητικούς αξιωματούχους. Στην Ευρώπη οικοδομείται ένα νέο δόγμα: ελευθερία λόγου υπό όρους. Όχι με λογοκρισία, αλλά με ποινικοποίηση.

Συμπέρασμα

Η smart dictatorship δεν χρειάζεται στρατιωτικές μπότες. Χρειάζεται:

ελεγχόμενα ΜΜΕ
επιλεκτική δικαιοσύνη
συγκεντρωτική εξουσία
και πολίτες φοβισμένους ή κουρασμένους

Η δημοκρατία δεν πεθαίνει με πραξικόπημα.
Πεθαίνει σιωπηλά, νόμιμα και «έξυπνα».

Καληνύχτα
Παντελής Σαββίδης fb

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΙΣΤΕΩΣ (Μεταξύ του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού και του Αιρετικού Επισκόπου Θεοδοσίου)



 

 



 

 

 

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μέγας θεολόγος και Πατήρ της Εκκλησίας, ωμολόγησε την Ορθόδοξο Πίστι σε μία εποχή που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την ιδική μας. Η πολιτική των τότε αυτοκρατόρων απέβλεπε σε πολιτικοκοινωνικές ενοποιήσεις σαν τις σημερινές. Ως πρόσφορο μέσον για την πραγματοποίησί τους θεωρήθηκε η υποστήριξις της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. Είχαν χρησιμοποιηθή και εκκλησιαστικοί άνδρες, οι οποίοι υποστήριζαν την αίρεσι χάριν των κοσμικών αυτών σκοπιμοτήτων. Είχαν πιστεύσει ότι ασκούν τάχα κάποια εκκλησιαστική οικονομία. Δυστυχώς, όλοι σχεδόν οι πατριαρχικοί θρόνοι είχαν πέσει στην αίρεσι του Μονοθελητισμού.

 

Η Ορθόδοξος Πίστις ζούσε μόνο στην συνείδησι του πιστού λαού και εκφραζόταν με το στόμα των ελαχίστων Ομολογητών, οι οποίοι την εστερέωσαν με το μαρτύριό τους.


Την εποχή αυτή ο άγιος Μάξιμος είχε διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο για την συγκρότησι της ορθοδόξου τοπικής Συνόδου της Ρώμης (649), η οποία κατεδίκασε τον Μονοθελητισμό. Για τον λόγο αυτό ευρίσκεται εξόριστος στην Βιζύη της Θράκης. Έχει διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τους πατριαρχικούς θρόνους της Ανατολής, επειδή έχουν εκπέσει στην αίρεσι. Η αναφορά του είναι στην ορθοδοξούσα τότε Ρώμη και στον Ομολογητή άγιο Πάπα Μαρτίνο.

 

Με σκοπό να μεταβάλλουν την γνώμη του και να τον προσεταιρισθούν, ο επίσκοπος Θεοδόσιος και οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι τον επισκέπτονται στην Βιζύη και διεξάγουν τον κατωτέρω διάλογο. Ο Άγιος με αταλάντευτη σταθερότητα διακρίνει την αλήθεια από την αίρεσι, το φως από το σκότος, και με γνώμονα την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και Πατέρων ανασκευάζει τα επιχειρήματα των μονοθελητών συνομιλητών του. Είναι συγκινητική η ταπείνωσις του Αγίου που συνοδεύει όλες τους τις εκφράσεις και κινήσεις, ακόμη και την ώρα που η αδικία εναντίον του είναι κατάφωρη. Προφανώς, ο φόβος του Θεού, η σταθερή ομολογία και η αληθινή ταπείνωσις συνιστούν το ιερό τρίπτυχο που χαρακτηρίζει κάθε Ορθόδοξο ομολογία.

 

Ο διάλογος του αγίου Μαξίμου στον τόπο της εξορίας του με τους συγκλητικούς άρχοντες και με τους επισκόπους της Κωνσταντινουπόλεως είναι ένα κλασσικό πλέον κείμενο, στο οποίο φανερώνει τις γνήσια Ορθόδοξες και εκκλησιαστικές προϋποθέσεις του Αγίου και τις αιρετικές και κοσμικές αντίστοιχα των συνομιλητών του.

 

Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αυτόν τον διάλογο, επειδή πιστεύουμε ότι θα βοηθήση τον λαό του Θεού να αντιληφθή ποιοι είναι σε κάθε εποχή οι εκφρασταί της Πίστεώς του, αλλά και να δώσουμε αφορμές θεολογικής αυτοκριτικής σε όσους λόγω της εκκλησιαστικής τους ευθύνης ευρίσκονται μπροστά σε προφανή κίνδυνο να αθετήσουν και σήμερα την ακρίβεια της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως λόγω άλλων σκοπιμοτήτων.

 

 

 (Περιοδικόν "Ο Ο­ΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ", Τεύχος 21 σελίς 6-20)

 

 

 



 

 



Ο Διάλογος του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού,
με τον επίσκοπο Καισαρείας της Βιθυνίας Θεοδόσιο,
κατά την πρώτη του εξορία στο φρούριο της Βιζύης της Θράκης, για θέματα Πίστεως και για τους λόγους που δεν επικοινωνεί με τα Πατριαρχεία

 

  

 

Στις 24 του μηνός Αυγούστου, της 14ης επινεμήσεως που μόλις τώρα πέρασε, επισκέφθηκε τον αββά Μάξιμο στον τόπο της εξορίας του, δηλαδή στο κάστρο της Βιζύης, ο προρρηθείς επίσκοπος Θεοδόσιος, σταλμένος όπως είπε από τον ίδιο τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Πέτρο. Και μαζί του οι ύπατοι Παύλος και Θεοδόσιος, σταλμένοι όπως είπαν κι αυτοί από τον βασιλέα. Είχαν μαζί τους, καθώς φαίνεται, και τον επίσκοπο Βιζύης.
Και λέγει ο Θεοδόσιος ο Επίσκοπος:

 

ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Παρακαλούν μέσω ημών ο Βασιλεύς και ο Πατριάρχης, να μάθουν από σένα ποια είναι η αιτία που δεν έχεις κοινωνία με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.

 

ΜΑΞΙΜΟΣ: Γνωρίζετε τις καινοτομίες που έγιναν από την επινέμησι του περασμένου κύκλου, οι οποίες άρχισαν από την Αλεξάνδρεια με τα εννέα κεφάλαια που εξέθεσε ο Κύρος, αυτός που δεν ξέρω πως έγινε πατριάρχης της πόλεως εκείνης, και που επικυρώθηκαν από τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γνωρίζετε επίσης και τις άλλες αλλοιώσεις, τις προσθήκες και τις αφαιρέσεις, που έγιναν συνοδικά από τους προεδρεύσαντας στην Εκκλησία των Βυζαντινών. Εννοώ τον Σέργιο, τον Πύρρο και τον Παύλο. Και αυτές τις καινοτομίες τις γνωρίζει όλη η οικουμένη.

Γι’ αυτήν την αιτία δεν έχω κοινωνία, ο δούλος σας, με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ας αρθούν τα εμπόδια που μπήκαν από τους παραπάνω άνδρες, και μαζί μ’ αυτά κι αυτοί που τάβαλαν, όπως είπε ο Θεός: «και τους λίθους εκ της οδού διαρρίψατε» (Ιερεμ. 50, 26). Έτσι, βρίσκοντας την οδό του Ευαγγελίου όπως ήταν πρώτα, λεία και ομαλή και ελεύθερη από κάθε ακανθώδη αιρετική κακία, θα την βαδίζω χωρίς να μου χρειάζεται καμμία ανθρώπινη προτροπή.

Μέχρις ότου όμως οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως καυχώνται για τα τεθέντα εμπόδια και γι’ αυτούς που τα έβαλαν, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή τρόπος που να με πείση να έχω κοινωνία με αυτούς.

 

ΘΕΟΔ.: Μα τι κακό λοιπόν ομολογούμε, ώστε να χωρισθής από την κοινωνία μαζί μας;

 

ΜΑΞΙΜΟΣ: Επειδή λέγετε ότι ο Θεός και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός έχει μία ενέργεια της Θεότητος και ανθρωπότητός του. Έτσι συγχέετε τον λόγο της θεολογίας με τον λόγο της οικονομίας...
Και πάλι, υιοθετώντας άλλη καινοτομία, αφαιρείτε εξ ολοκλήρου όλα τα γνωριστικά και συστατικά (στοιχεία) της θεότητος και ανθρωπότητος του Χριστού, θεσπίζοντας με νόμους και τύπους, ότι δεν πρέπει να λέγεται γι’ Αυτόν, ούτε μία ούτε δύο θελήσεις ή ενέργειες. Αυτό είναι πράγμα ανυπόστατο, διότι οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν μεγαλοφώνως ότι: «Αυτό που δεν έχει καμμιά δύναμι, ούτε υπάρχει ούτε είναι κάτι ούτε έχει καμμία εντελώς θέσι».

 

ΘΕΟΔ.: Μη παίρνης σαν κύριο δόγμα, αυτό που γίνεται από οικονομία.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν δεν είναι κύριο δόγμα για όσους το δέχονται, για ποιο λόγο με παραδώσατε ανέντιμα σε βάρβαρα και άθεα έθνη;
Για ποιο λόγο καταδικάσθηκα να μένω στη Βιζύη, και οι σύνδουλοί μου, ο ένας στην Πέρβερι κι ο άλλος στην Μεσημβρία;
Και ποιος πιστός δέχεται την οικονομία που κάνει να σιγήσουν τα λόγια, τα οποία οικονόμησε ο των όλων Θεός να ειπωθούν από τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους;

Κι ας ιδούμε, μεγάλε κύριε, σε ποιο κακό καταλήγει το θέμα αυτό, αν το καλό εξετάσουμε. Διότι ο Θεός έβαλε στην Εκκλησία, πρώτον μεν τους Αποστόλους, δεύτερον Προφήτας, τρίτον Διδασκάλους, για να καταρτίζωνται οι πιστοί, λέγοντας στο Ευαγγέλιο προς τους Αποστόλους και μέσῳ αυτών προς τους μεταγενεστέρους «ὅ λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω», και πάλι «ὁ δεχόμενος ὑμᾶς ἐμέ δέχεται, καί ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς, ἐμέ ἀθετεῖ».

Είναι λοιπόν φανερό και αναντίρρητο, ότι αυτός ποὑ δεν δέχεται τους Αποστόλους και τους Προφήτας και Διδασκάλους και δεν υπολογίζει τα λόγια τους, δεν υπολογίζει τον ίδιο το Χριστό. Ας εξετάσουμε δε και κάτι άλλο. Ο Θεός διάλεξε και κατέστησε Αποστόλους, Προφήτας και Διδασκάλους, προς τον καταρτισμό των πιστών.

Αντίθετα, ο Διάβολος διάλεξε και ξεσήκωσε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους, για να πολεμηθή και ο Παλαιός Νόμος και ο Ευαγγελικός. Μοναδικούς δε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους εννοώ τους αιρετικούς, των οποίων είναι διεστραμμένοι οι λόγοι και οι λογισμοί.
Όπως ακριβώς λοιπόν αυτός που δέχεται τους αληθινούς Αποστόλους και Προφήτας και Διδασκάλους, δέχεται τον Θεό, έτσι και αυτός που δέχεται τους ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους, δέχεται τον Διάβολο.

Αυτός λοιπόν που βάζει τους αγίους μαζί με τους βδελυρούς και ακαθάρτους αιρετικούς (δεχθήτε τα λόγια μου, λέγω την αλήθεια), προφανώς βάζει στην ίδια μοίρα τον Θεό μαζί με τον Διάβολο. Αν λοιπόν εξετάζοντας τις καινοτομίες που έγιναν τώρα στα χρόνια μας, τις βρίσκουμε να έχουν καταντήσει σ’ αυτό το πιο ακραίο κακό, προσέξτε μήπως, ενώ προφασιζόμαστε την ειρήνη, βρεθούμε να νοσούμε και να κηρύττουμε την αποστασία, η οποία θα είναι, κατά τον θείο Απόστολο, πρόδρομος της παρουσίας του Αντιχρίστου.

Αυτά σας τα είπα χωρίς κανένα δισταγμό, κύριοί μου, για να λυπηθήτε τους εαυτούς σας κι εμάς. Με συμβουλεύετε επίσης να έλθω να κοινωνήσω με την Εκκλησία στην οποία τέτοια κηρύσσονται, ενώ έχω άλλα γραμμένα στο βιβλίο της καρδιάς μου, και να γίνω κοινωνός μ’ αυτούς που νομίζουν ότι στρέφονται εναντίον του διαβόλου με την βοήθεια του Θεού, ενώ στην πραγματικότητα στρέφονται εναντίον του Θεού; Να μη δώση Ο Θεός, που γεννήθηκε για μένα χωρίς αμαρτία!

Και αφού τους έβαλε μετάνοια, είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ο,τιδήποτε έχετε διαταγή να κάνετε στο δούλο σας, σας λέγω κάμετέ το. Εγώ πάντως ουδέποτε θα γίνω συγκοινωνός μ’ αυτούς που δέχονται αυτές τις καινοτομίες. Μόλις τα άκουσαν εκείνοι αυτά, πάγωσαν. Έβαλαν κάτω τα κεφάλια τους και εσιώπησαν για αρκετή ώρα. Σήκωσε κάποια στιγμή το κεφάλι του ο επίσκοπος Θεοδόσιος, κύτταξε προς τον αββά Μάξιμο και είπε:

 

ΘΕΟΔ.: Σου λέμε λοιπόν εμείς πως, εάν εσύ κοινωνήσης, ο δεσπότης μας ο Βασιλεύς θα ελαφρύνη τον Τύπο.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Η απόστασις που μας χωρίζει είναι ακόμη μεγάλη. Τι θα κάνουμε με το δόγμα του ενός θελήματος που επικυρώθηκε συνοδικά από τον Σέργιο και τον Πύρρο για την αναίρεσι κάθε ενέργειας;

 

ΘΕΟΔ.: Εκείνο το χαρτί καταστράφηκε και αχρηστεύθηκε.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Το έσβησαν από τους πέτρινους τοίχους, όχι όμως κι από τις νοερές ψυχές. Ας δεχθούν την καταδίκη του που έγινε συνοδικά στην Ρώμη με ευσεβή δόγματα και κανόνες, και τότε θα λυθή το μεσότοιχο και δεν θάχουμε ανάγκη από συμβουλές.

 

ΘΕΟΔ.: Δεν έχει ισχύ η Σύνοδος της Ρώμης, γιατί έγινε χωρίς την διαταγή του Βασιλέως.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν οι διαταγές των βασιλέων δίνουν κύρος στις προγενέστερες συνόδους και όχι η ευσεβής πίστις, ας δεχθούν και τις συνόδους που έγιναν εναντίον του ομοουσίου, μια και έγιναν με εντολή των βασιλέων. Και ποιος κανόνας ορίζει να είναι έγκυρες μόνο εκείνες οι σύνοδοι που συνεκλήθησαν με εντολή Βασιλέως ή οπωσδήποτε όλες οι Σύνοδοι να συγκαλούνται κατόπιν βασιλικής διαταγής;

Ο ευσεβής κανών της Εκκλησίας γνωρίζει ως άγιες και έγκυρες εκείνες τις Συνόδους, τις οποίες διακρίνει η ορθότης των δογμάτων.

 

ΘΕΟΔ.: Όπως τα λες είναι. Η ορθότης των δογμάτων δίνει κύρος στις συνόδους. Τι λοιπόν; Δεν πρέπει καθόλου να λέμε μία ενέργεια στον Χριστό;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Σύμφωνα με την Αγία Γραφή και τους Αγίους Πατέρας τίποτα τέτοιο δεν παρελάβαμε να λέμε. Αλλά, όπως ακριβώς παρελάβαμε να πιστεύωμε για το Χριστό δύο φύσεις, αυτές από τις οποίες απαρτίζεται, έτσι μας επετράπη να πιστεύωμε και να ομολογούμε και τις φυσικές Του θελήσεις και ενέργειες που υπάρχουν καταλλήλως σ’ αυτόν, αφού αυτός ο ίδιος είναι εκ φύσεως Θεός μαζί και άνθρωπος.

 

ΘΕΟΔ.: Πράγματι, κύριε, και εμείς ομολογούμε και τις φύσεις και τις διάφορες ενέργειες, δηλαδή και την θεία και την ανθρωπίνη. Και ότι η θεότης του είναι θελητική και η ανθρωπότης του θελητική, επειδή η ψυχή του δεν ήταν χωρίς θέλησι. Αλλά για να μη χάνουμε τον καιρό μας εδώ, ό,τι κι αν είπαν οι Πατέρες το ομολογώ, και μάλιστα το κάνω και εγγράφως (δηλαδή), δύο φύσεις και δύο θελήματα και δύο ενέργειες. Έλα λοιπόν να κοινωνήσης μαζί μας και να γίνη η ένωσις.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, δεν τολμώ να δεχθώ εγώ έγγραφη συγκατάθεσι από σας γι’ αυτό το πράγμα, διότι είμαι απλός Μοναχός. Αν όμως ο Θεός σας έφερε σε κατάνυξι, ώστε να δεχθήτε τους λόγους των αγίων Πατέρων, να ενεργήσετε όπως απαιτούν οι κανόνες. Να στείλετε, δηλαδή, περί τούτου έγγραφο προς τον επίσκοπο Ρώμης, ο Βασιλεύς και ο Πατριάρχης και η περί αυτόν Σύνοδος. Εγώ πάντως ούτε κι αν γίνουν αυτά θα κοινωνήσω, επειδή οι αναθεματισθέντες αναφέρονται στην αγία αναφορά. Διότι φοβάμαι το κατάκριμα του αναθέματος.

 

ΘΕΟΔ.: Ο Θεός γνωρίζει ότι δεν σε κατηγορώ που φοβάσαι, αλλά ούτε και κανένας άλλος. Για το όνομα όμως του Κυρίου, πες μας την γνώμη σου, εάν είναι δυνατόν να γίνη αυτό (δηλ. να αρθή το ανάθεμα ήδη αποθανόντος αιρετικού).

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ποια γνώμη μπορώ να σας δώσω γι’ αυτό; Πηγαίνετε, ψάξτε να βρήτε αν ποτέ έχει γίνει κάτι τέτοιο και ελευθερώθηκε κανείς μετά θάνατον από το έγκλημα για την πίστι, κι από το κατάκριμα που έχει εξαγορευθή εναντίον του. Πρέπει να καταδεχθούν ο Βασιλεύς και ο Πατριάρχης να μιμηθούν την συγκατάβασι του Θεού. και ο μεν να κάνει παρακλητική κέλευσι, ο δε συνοδική δέησι προς τον Πάπα της Ρώμης. Χωρίς αμφιβολία, αν βρεθή κάποιος τρόπος εκκλησιαστικός που να το επιτρέπη αυτό για την σωστή ομολογία της Πίστεως, θα συμφωνήση περί αυτού μαζί σας.

 

ΘΕΟΔ.: Αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. αλλά δος μου τον λόγο σου ότι, εάν στείλουν εμένα, θα έλθης μαζί μου.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, σου είναι πιο συμφέρον να πάρης μαζί σου τον σύνδουλό μου που είναι στη Μεσημβρία, παρά εμένα. Εκείνος και την γλώσσα γνωρίζει και τον σέβονται πολύ, μια και τόσα χρόνια τιμωρείται για τον Θεό και για την ορθή πίστι που κρατεί ο θρόνος τους.

 

ΘΕΟΔ.: Έχουμε μεταξύ μας κάτι μικροδιαφορές, και δεν μου είναι τόσο ευχάριστο να πάω μαζί του.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, αφού νομίζετε ότι πρέπει να γίνη αυτό, ας γίνη όπως αποφασίζετε. Εγώ σας ακολουθώ όπου θέλετε.

 

 

Μετά από αυτό σηκώθηκαν όλοι επάνω χαρούμενοι και με δάκρυα στα μάτια. Έβαλαν μετάνοια και έγινε προσευχή. Και κάθε ένας τους ασπάσθηκε τα άγια Ευαγγέλια, και τον Τίμιο Σταυρό, και την εικόνα του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και της Δεσποίνης ημών Παναγίας Θεοτόκου της Μητέρας Του, αφού έβαλαν επάνω και τα χέρια τους προς βεβαίωσι των συμφωνηθέντων.

 

Αφού ειπώθηκαν αυτά, όταν ασπάζονταν μεταξύ τους είπε ο ύπατος Θεοδόσιος:

 

ΘΕΟΔ.: Να λοιπόν, έγιναν όλα καλά. Άρα γε θα καταδεχθή ο Βασιλεύς να κάνη παρακλητική κέλευσι;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Οπωσδήποτε θα κάνη, εάν θέλη να είναι μιμητής του Θεού και να ταπεινωθή μαζί Του για την κοινή σωτηρία όλων μας. Ας αναλογισθή ότι, αφού ο Θεός που φύσει σώζει, δεν μας έσωσε παρά αφού με την θέλησί Του ταπεινώθηκε, πώς ο φύσει σωζόμενος άνθρωπος θα σωθή ή θα σώση χωρίς να ταπεινωθή;

 

 

Μετά δε την αναχώρησι των παραπάνω ανδρών, στις 8 του μηνός Σεπτεμβρίου της παρούσης 15ης ινδικτιώνος, πήγε πάλι ο ύπατος Παύλος στη Βιζύη προς τον αββά Μάξιμο, έχοντας μαζί του διαταγή που έλεγε τα εξής:
«Παραγγέλομε στην ενδοξότητά σου να πας στη Βιζύη και να φέρης τον Μοναχό Μάξιμο με πολλή τιμή και περιποίησι, λόγω της μεγάλης του ηλικίας και της ασθενείας του, και διότι αυτός ανήκει στους προγόνους μας και τους έχει τιμήσει. Και να τον βάλης στο λαμπρό μοναστήρι του Αγίου Θεοδώρου, που βρίσκεται δίπλα στο Βασιλικό παλάτι».

Αφού λοιπόν ο ύπατος τον πήρε και τον έβαλε στο προειρημένο μοναστήρι, πήγε να δώση ειδοποίησι.

 

 

Την επομένη ημέρα πήγαν προς αυτόν οι πατρίκιοι Επιφάνιος και Τρώϊλος, με λαμπρό ντύσιμο και ύφος, καθώς και ο επίσκοπος Θεοδόσιος. Συναντήθηκαν με αυτόν στο κατηχουμενείο της Εκκλησίας του ιδίου μοναστηριού. Αφού έγινε ο συνηθισμένος ασπασμός κάθησαν, υποχρεώνοντας κι αυτόν να καθήση.

Και αρχίζοντας τον λόγο μαζί του ο Τρώϊλος είπε:

 

ΤΡΩΪΛΟΣ: Ο αυτοκράτωρ μας διέταξε να έρθουμε και να σου ανακοινώσουμε την γνώμη που έχει η θεοστήρικτη βασιλεία του. Αλλά πρώτα πες μας, θα κάνης την διαταγή του Βασιλέως ή δεν θα την κάνης;

Ο Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Κύριε, να ακούσω τι διέταξε η ευσεβής του δύναμις και θά αποκριθώ κατάλληλα. Γιατί προς κάτι το άγνωστο ποια απάντησι μπορώ να δώσω;

Ο Τρώϊλος επέμενε λέγοντας:

 

ΤΡΩΪΛ.: Δεν πρόκειται να πούμε τίποτε, εάν δεν μας πης πρώτα, αν θα κάνης ή όχι την διαταγή του Βασιλέως.

Και όταν τους είδε να αντιστέκωνται και λόγω της καθυστερήσεώς του να βλέπουν πιο σκληρά και μαζί με τους συνακόλουθούς τους να αποκρίνωνται πιο άγρια, ενώ φάνταζαν τα περήφανα στολίδια των αξιωμάτων τους, απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αφού δεν θέλετε να πήτε στον δούλο σας την απόφασι του κυρίου και βασιλέως μας, να λοιπόν σας λέω, κι ακούει ο Θεός και οι άγιοι άγγελοι και όλοι εσείς: ο,τιδήποτε με διατάξη για κάθε πράγμα που καταλύεται και καταστρέφεται σ’ αυτόν τον αιώνα, με προθυμία το κάνω.

 

Και αμέσως ο Τρώϊλος είπε:

 

ΤΡΩΪΛ.: Συγχωρέστε με, αλλά εγώ φεύγω. γιατί αυτός τίποτε δεν πρόκειται να κάνη. Και αφού έγινε πάρα πολύς θόρυβος και μεγάλη ταραχή και σύγχυσι, τους είπε ο επίσκοπος Θεοδόσιος:

ΘΕΟΔ.: Πείτε του την διαταγή και θα μάθετε την απάντησί του. Διότι, δεν είναι λογικό να φύγουμε, χωρίς να πούμε και να ακούσουμε τίποτε.

Τότε ο πατρίκιος Επιφάνιος είπε:

 

ΕΠΙΦ.: Αυτό σου δηλώνει με μας ο Βασιλεύς: «Επειδή η Δύσις και όσοι διαστρέφουν (τα πράγματα) στην Ανατολή αποβλέπουν σε σένα, κι όλοι εξ αιτίας σου ξεσηκώνονται μη θέλοντας να συμφωνήσουν μαζί μας για την πίστι, είθε να σε κατανύξη ο Θεός να κοινωνήσης μαζί μας βάσει του Τύπου που εκθέσαμε. Θα βγούμε τότε εμείς οι ίδιοι στη Χαλκή (πύλη) και θα σε ασπασθούμε, θα σου δώσουμε το χέρι και με κάθε τιμή και δόξα θα σε βάλουμε στην μεγάλη Εκκλησία. Θα στέκεσαι μαζί μας στο μέρος που συνηθίζουν να στέκωνται οι Βασιλείς. Θα κάνουμε τότε και την σύναξι (Θ. Λειτουργία) και θα κοινωνήσουμε τα άχραντα και ζωοποιά μυστήρια, το ζωοποιό Σώμα και Αίμα του Χριστού. Θα σε ανακηρύξουμε πατέρα μας και θα γίνη χαρά όχι μόνο στην φιλόχριστη και βασιλική μας πόλι, αλλά και σ’ όλη την οικουμένη. Γιατί γνωρίζουμε πολύ καλά ότι, εάν εσύ κοινωνήσης με τον εδώ άγιο θρόνο, όλοι θα ενωθούν μαζί μας, αυτοί που εξ αιτίας σου και εξ αιτίας της διδασκαλίας σου αποσχίσθηκαν από την κοινωνία με μας».

Γυρίζοντας τότε προς τον επίσκοπο ο αββάς Μάξιμος του είπε με δάκρυα στα μάτια:

 

ΜΑΞΙΜΟΣ: Μεγάλε κύριε, όλοι περιμένουμε ημέρα κρίσεως. Αληθινά, ούτε όλη η δύναμι των ουρανών δεν θα με πείση να το κάνω αυτό. Γιατί, τι θα έχω να απολογηθώ -δεν λέω στο Θεό, αλλά στην συνείδησί μου- αν για την δόξα των ανθρώπων, που μόνη της δεν έχει καμμιά οντότητα, γίνω εξωμότης της πίστεως που σώζει αυτούς που την υπερασπίζονται;

Όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, σηκώθηκαν όλοι επάνω και γεμάτοι θυμό τον έσπρωξαν, τον τράβηξαν και τον έρριξαν κάτω. Τον γέμισαν μάλιστα από το κεφάλι ως τα νύχια με φτυσίματα, που η δυσωδία τους παρέμεινε μέχρις ότου πλύθηκαν τα ρούχα του.

Σηκώθηκε τότε και ο επίσκοπος και είπε:

 

ΘΕΟΔ.: Δεν έπρεπε να το κάνετε αυτό. Έπρεπε να ακούσωμε μόνο την απάντησί του και να την αναφέρωμε στον αγαθό μας Βασιλέα. Μόλις τους έπεισε ο επίσκοπος να ησυχάσουν, κάθησαν πάλι. Με θυμό όμως και αγριότητα του είπαν μύριες βρισιές και ακατανόμαστες κατάρες.

Τότε του είπε ο Επιφάνιος:

ΕΠΙΦ.: Πες μας λοιπόν κάκιστε λαίμαργε γέρο, μας είπες αυτά τα λόγια θεωρώντας ως αιρετικούς εμάς και την πόλι μας και τον Βασιλέα; Αληθινά, είμαστε περισσότερο Χριστιανοί και ορθόδοξοι από σένα. Και ομολογούμε ότι ο Κύριός μας και Θεός έχει και θεϊκή και ανθρώπινη θέλησι και νοερή ψυχή. Και ότι κάθε νοερή φύσι οπωσδήποτε έχει εκ φύσεως το θέλειν και το ενεργείν, επειδή ίδιον της ζωής είναι η κίνησις και ίδιον του νοός η θέλησις. Και γνωρίζουμε ότι είναι θελητικός, όχι μόνο κατά την θεότητα, αλλά και κατά την ανθρωπότητα. Δεν αρνούμαστε επίσης και τις δύο θελήσεις του και ενέργειες.

Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

 

ΜΑΞΙΜΟΣ: Εάν πιστεύετε έτσι, όπως πιστεύουν οι νοερές φύσεις και η Εκκλησία του Θεού, πώς εσείς με αναγκάζετε να κοινωνήσω με τον Τύπο, που μόνο την αναίρεσι αυτών έχει;

 

ΕΠΙΦ.: Αυτό έγινε για οικονομία, για να μη ζημιωθούν οι λαοί μας με τέτοιες λεπτολογίες.

Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

 

ΜΑΞΙΜΟΣ: Συμβαίνει το αντίθετο. Κάθε άνθρωπος αγιάζεται με την ακριβή ομολογία της πίστεως, και όχι με την αναίρεσι που βρίσκεται στον Τύπο.

Και είπε ο Τρώϊλος:

 

ΤΡΩΪΛ.: Και στο παλάτι σου είπαμε, ότι (ο Τύπος) δεν ανήρεσε τίποτε, αλλά διέταξε να κατασιγάσουν (οι διϊστάμενες απόψεις) για να ειρηνεύσουμε όλοι.

Και απαντώντας πάλι ο αββάς Μάξιμος είπε:

 

ΜΑΞΙΜΟΣ: Η σιωπή των λόγων είναι αναίρεσις των λόγων. Λέγει το Άγιον Πνεύμα μέσω του Προφήτου Δαβίδ: «Οὐκ εἰσί λαλιαί, οὐδέ λόγοι, ὧν οὐχί ἀκούονται αἱ φωναί αὐτῶν».
Άρα λοιπόν ο λόγος που δεν λέγεται, δεν είναι καν λόγος.

Και είπε ο Τρώϊλος:

 

ΤΡΩΪΛ.: Στην καρδιά σου να έχης ό,τι θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς.

Ο αββάς Μάξιμος απήντησε:

 

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ο Θεός δεν περιώρισε στην καρδιά όλη την σωτηρία, αλλά είπε: «Ὁ ὁμολογῶν με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω καγώ αὐτόν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς».

Και ο θείος Απόστολος διδάσκει ως εξής: «Kαρδία μέν πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δέ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν».
Αν λοιπόν ο Θεός και οι Προφήται και οι Απόστολοι του Θεού προτρέπουν να ομολογήται με τους λόγους των Αγίων το μυστήριο, το μεγάλο και φρικτό και σωτήριο για όλο τον κόσμο, δεν πρέπει να σιωπήση με κανένα τρόπο η φωνή που κηρύττει αυτό, για να μη κινδυνεύση η σωτηρία των σιωπώντων.

Και απαντώντας ο Επιφάνιος με πολύ άγριο τρόπο είπε:

 

ΕΠΙΦ.: Υπέγραψες στον λίβελλο;

Και είπε ο αββάς Μάξιμος:

 

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι υπέγραψα.

 

ΕΠΙΦ.: Και πώς τόλμησες να υπογράψης και να αναθεματίσης αυτούς που ομολογούν και πιστεύουν όπως οι νοερές φύσεις και η καθολική Εκκλησία; Αληθινά με δική μου πρότασι θα σε πάμε στην πόλι, θα σε στήσουμε δεμένο στην αγορά και θα φέρουμε τους μίμους, άνδρες και γυναίκες, και τις πιο διάσημες πόρνες και όλο το λαό, για να χτυπήση και φτύση καθένας και καθεμιά τους το πρόσωπό σου.

Απαντώντας σ’ αυτά ο αββάς Μάξιμος είπε:

 

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ας γίνη όπως είπατε, εάν αναθεματίσαμε αυτούς που ομολογούν ότι ο Κύριος έχει δύο φύσεις, και τις κατάλληλες σ’ αυτόν δύο φυσικές θελήσεις και ενέργειες, και ότι είναι εκ φύσεως αληθινός Θεός και άνθρωπος. Διάβασε, δέσποτα, τα πρακτικά και τον λίβελλο, και εάν βρήτε αυτά που είπατε, κάμετε ό,τι σκέπτεσθε.

 

 

Μετά από αυτά τον ωδήγησαν στην Κωνσταντινούπολι και έβγαλαν απόφασι εναντίον τους. Αναθεμάτισαν και κατεδίκασαν τον εν αγίοις Μάξιμο, τον μακάριο μαθητή του Αναστάσιο, τον αγιώτατο πάπα Μαρτίνο, τον άγιο Σωφρόνιο πατριάρχη Ιεροσολύμων, και όλους τους Ορθοδόξους και ομοφρονούντας μ’ αυτούς.
Έπειτα έφεραν και τον άλλο μακάριο Αναστάσιο. Αφού χρησιμοποίησαν και γι’ αυτόν τα ίδια αναθέματα και βρισιές, τους παρέδωσαν στους άρχοντες λέγοντας:

 

Αποφασίζουμε να σας παραλάβη αμέσως ο πανεύφημος έπαρχός μας, που είναι δω, στο πολυάνθρωπο ανάκτορό του. Να σας χτυπήση με νεύρα στα μετάφρενα (τον Μάξιμο, Αναστάσιο και Αναστάσιο), και να αποκόψη από την ρίζα το όργανο της ακολασίας σας, δηλαδή την βλάσφημη γλώσσα σας, του Μαξίμου, Αναστασίου και Αναστασίου. Στη συνέχεια να κόψη με σιδερένιο μαχαίρι και την ταραχώδη δεξιά που υπηρέτησε τον βλάσφημο λογισμό σας. Μόλις δε σας αποστερήσουν αυτά τα βδελυκτά μέλη, να τα κρεμάσουν πάνω σας και να σας περιφέρουν στα δώδεκα τμήματα της βασιλίδος των πόλεων. Κατόπιν να σας παραδώση σε ισόβια εξoρία και ταυτόχρονα συνεχή φρούρησι, έτσι που συνεχώς και για όλο το χρόνο της ζωής σας να οδύρεσθε για τα βλάσφημα σφάλματά σας. Γιατί η κατάρα που εφεύρατε εναντίον μας, επέπεσε πάνω στα κεφάλια σας.

 

Τότε λοιπόν τους πήρε ο έπαρχος και τους τιμώρησε κόβοντας τα μέλη τους. Τέλος τους περιέφερε σ’ όλη την πόλι και τους εξώρισε στην Λαζική.

 

(Αγίου Μαξίμου Ομολογητού - P.G. 90, 136-172)