Η θεολογική σύγχυση μεταξύ της «βασιλείου
ιερατεύματος» και των βαθμών της ιεροσύνης αποτελεί ένα από τα πλέον επικίνδυνα
νοηματικά ασαφή που διαπερνούν τη σύγχρονη εκκλησιαστική συζήτηση. Η παρούσα
ανάλυση επιχειρεί να διαλευκάνει αυτή τη διάκριση, εξετάζοντας τις βιβλικές,
πατερικές και κανονικές διαστάσεις του ζητήματος.
Η βιβλική βάση της σύγχυσης
Η φράση «βασίλειον ιεράτευμα» προέρχεται από την Α'
προς Πέτρον επιστολή (2:9): «υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα,
έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν». Ο Απόστολος Πέτρος εφαρμόζει εδώ τον τύπο
του Εξόδου (19:6), όπου ο Ισραήλ καλείται «βασίλειον ιεράτευμα» ως αντίθεση
προς «τα έθνη».
Η χριστολογική μετατόπιση είναι καθοριστική: ο
Ισραήλ του νόμου γίνεται ο νέος Ισραήλ της χάριτος, η Εκκλησία. Ωστόσο, αυτή η
μετατόπιση δεν συνεπάγεται κατάργηση της εσωτερικής διαφοροποίησης. Ο Λευιτικός
νόμος διατηρούσε την Ααρωνική ιεροσύνη παράλληλα με την «βασίλειον ιεράτευμα»
του Ισραήλ. Ομοίως, η Καινή Διαθήκη δεν καταργεί τα χαρίσματα, αλλά τα πληροί.
Η διάκριση των χαρισμάτων στον Απόστολο
Παύλο
Η προς Εφεσίους επιστολή (4:11-12) είναι απολύτως
σαφής: «και αυτός έδωκεν τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε
ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς τον καταρτισμόν των αγίων
εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού».
Τα χαρίσματα αυτά δεν είναι ισοδύναμα. Είναι
διατεταγμένα, ιεραρχημένα, καταρτιστικά. Ο σκοπός τους δεν είναι η αυτοπροβολή,
αλλά η «οικοδομή του σώματος». Ο Παύλος διακρίνει σαφώς: «οι μεν απόστολοι, οι
δε προφήται, οι δε ευαγγελισταί, οι δε ποιμένες και διδάσκαλοι». Το «οι μεν...
οι δε» είναι διακριτικό, όχι απλώς αριθμητικό.
Η προς Κορινθίους Α' επιστολή (12:28-29)
επαναλαμβάνει: «και ούς μεν έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία πρώτον αποστόλους,
δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους». Η τάξη είναι σαφής: «πρώτον...
δεύτερον... τρίτον».
Η πατερική διάκριση
Ο Ιερός Χρυσόστομος, στο «Περί Ιερωσύνης»,
αναπτύσσει την έννοια της ειδικής ιεροσύνης ως «χάρισμα» και «λειτούργημα». Η
διάκριση μεταξύ «βασιλείου ιερατεύματος» και «ιερατικής ιεροσύνης» είναι σαφής
στην πατερική παράδοση: το πρώτο είναι κοινό σε όλους τους βαπτισμένους, το
δεύτερο είναι χάρισμα που δίδεται μέσω της χειροτονίας.
Ο Μέγας Αθανάσιος, στο «Περί της ενανθρωπήσεως του
Λόγου», διακρίνει την «κοινήν χάριν» του βαπτίσματος από την «εξαίρετον χάριν»
της ιεροσύνης. Η διάκριση είναι ουσιώδης, όχι επουσιώδης.
Η κανονική παράδοση
Οι Αποστολικοί Κανόνες είναι αυστηροί ως προς τους
βαθμούς της ιεροσύνης:
Κανών 1: «Επίσκοπος υπό δύο ή τριών επισκόπων
χειροτονείσθω».
Κανών 2: «Πρεσβύτερος υπό ενός επισκόπου
χειροτονείσθω, ως και διάκονος και οι λοιποί κληρικοί».
Κανών 6: «Επίσκοπον μη χειροτονείν άνευ συνόδου».
Η χειροτονία είναι συνοδική πράξη, όχι λαϊκή. Ο λαός
συμμετέχει με την αποδοχή (αναφορά), όχι με την επιλογή (εκλογή). Η διάκριση
είναι καθοριστική: ο λαός «επιφωνεί», δεν «χειροτονεί».
Η σύγχρονη σύγχυση
Η σύγχρονη θεολογική συζήτηση, επηρεασμένη από
προτεσταντικά και φιλελεύθερα μοντέλα, τείνει να ισοπεδώσει τη διάκριση. Η
«βασιλείος ιερωσύνη» των βαπτισμένων παρουσιάζεται ως ανταγωνιστική προς την
«ιερατικήν ιερωσύνην», ενώ στην πραγματικότητα είναι συμπληρωματική.
Ο Νέλλας, στο «Βασίλειον ιεράτευμα», προσθέτει
αμέσως: «ο όρος λαϊκός χρησιμοποιείται όχι με ιεραρχική έννοια, αλλά ως
υενθύμιση ότι όλοι είμαστε λαός του Θεού». Η παράλειψη αυτής της διευκρίνισης
οδηγεί σε παρερμηνείες.
Η ορθή διάκριση
Η ορθόδοξη εκκλησιολογία διακρίνει:
Πρώτον, τη «βασίλειον ιερωσύνην» — την κοινή
συμμετοχή όλων των βαπτισμένων στη βασιλεία και την ιεροσύνη του Χριστού, μέσω
του βαπτίσματος και του χρίσματος.
Δεύτερον, την «ιερατικήν ιερωσύνην» — το ειδικό
χάρισμα της διακονίας του λόγου και των μυστηρίων, που δίδεται μέσω της
χειροτονίας.
Η διάκριση είναι λειτουργική, όχι ουσιαστική: όλοι
μετέχουν της θείας φύσεως, αλλά όχι όλοι λειτουργούν ως πρόσωπα της
χριστοπαρουσίας. Η λειτουργική διαφορά είναι θεσμοθετημένη από το Άγιο Πνεύμα
και κατοχυρωμένη στην αποστολική παράδοση.
Η σύγχυση της «βασιλείου ιερατεύματος» με την
κατάργηση των βαθμών της ιεροσύνης αποτελεί θεολογικό αντιφατότητα. Η Εκκλησία
δεν είναι ούτε ιεροκρατία (αποκλεισμός του λαού), ούτε λαϊκοκρατία (ισοπέδωση
των βαθμών), αλλά ιεραρχική κοινωνία όπου η «βασιλείος ιερωσύνη» των
βαπτισμένων συνυπάρχει με την «ιερατικήν ιερωσύνην» των κεχειροτονημένων,
ενούμενες στην κοινωνία του σώματος του Χριστού.
Η παράθεση των Πατέρων για τη νομιμοποίηση της
λαϊκής αυτοδικίας αποτελεί θεολογική νοθεία. Οι Πατέρες διακρίνουν, δεν
ισοπεδώνουν. Η ιεροσύνη είναι χάρισμα, όχι επάγγελμα· λειτούργημα, όχι
δικαίωμα· διακονία, όχι εξουσία.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου