Η Επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου προς τους Νικοπολίτες και η Ζ Οικουμενικη Σύνοδος


Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Εισαγωγικά

Η επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου προς τους Νικοπολίτες αποτελεί ένα σημαντικό θεολογικό και ποιμαντικό κείμενο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μέσα από αυτήν, αναδεικνύεται η στάση της Εκκλησίας απέναντι σε όσους χειροτονούνται από αιρετικούς, με σαφή διάκριση μεταξύ των ηγετών των αιρέσεων και εκείνων που παρασύρθηκαν χωρίς δική τους ευθύνη. Η επιστολή συνδυάζει αυστηρότητα και δικαιοσύνη, επιβεβαιώνοντας τη θεία ενέργεια των μυστηρίων και ταυτόχρονα διαφυλάσσοντας την καθαρότητα της πίστης και την πνευματική προστασία των πιστών. Πρόκειται για ένα κείμενο που φωτίζει τη σοφία της Εκκλησίας στην αντιμετώπιση των αιρέσεων, την εφαρμογή της ποιμαντικής διάκρισης και τη σημασία της προσωπικής ευθύνης στην πίστη.

π.Δ.Α

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

Οὐκ οἶδα ἐπίσκοπον μηδὲ ἀριθμήσαιμι ἐν ἱερεῦσι Χριστοῦ τὸν παρὰ τῶν βεβήλων χειρῶν ἐπὶ καταλύσει τῆς πίστεως εἰς προστασίαν προβεβλημένον. Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐμὴ κρίσις.

Ὑμεῖς δὲ, εἴ τινα ἔχετε μεθ' ἡμῶν μερίδα, ταυτὰ ἡμῖν φρονήσετε δηλονότι· εἰ δὲ ἐφ' ἑαυτῶν βουλεύεσθε, τῆς ἰδίας γνώμης ἕκαστός ἐστι κύριος· ἡμεῖς ἀθῷοι ἀπὸ τοῦ αἵματος τούτου.

Ταῦτα δὲ ἔγραψα οὐχ ὑμῖν ἀπιστῶν, ἀλλὰ τό τινων ἀμφίβολον στηρίζων ἐκ τοῦ γνωρίσαι τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην, ὡς μὴ προσληφθῆναί τινας εἰς κοινωνίαν μηδὲ τῆς χειρὸς αὐτῶν ἐπιβολὴν δεξαμένους μετὰ ταῦτα εἰρήνης γενομένης βιάζεσθαι ἑαυτοὺς ἐναριθμεῖν τῷ ἱερατικῷ πληρώματι.

Οὐκ ἔστιν οὕτως, καθὼς νοεῖτε. Ὁ μὲν πατὴρ τοὺς μὴ αὐθεντήσαντας τῆς αἱρέσεως, ἀλλ' ὑποσυρέντας καὶ βίαν παθόντας ἀποδέχεται εἰς ἱερωσύνην, μόνους δὲ τοὺς προϊσταμένους ἢ γεννήτορας τῶν αἱρέσεων [αὐτοῖς] εἰς ἱερωσύνην οὐ προσεδέξατο, εὖ γε καὶ καλῶς καὶ δικαίως τοῦτο ἀποφαινόμενος.

Και πάλιν οἶδε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, ὡς διωχθέντα εἰς Ῥώμην διαφόρως καὶ ἀτίμῳ φυγῇ, ὑπὸ τῶν προϊσταμένων τῆς Ἀρειανικῆς αἱρέσεως. Ὅτε δὲ παρρησίαν ἐλάμβανον ἐκείνου ἀναχωροῦντος, εἰς τὴν προτέραν αἵρεσιν ἐπανήρχοντο καὶ διωγμὸν κατὰ τῶν εὐσεβῶν ἐκίνουν.

Ἀποδέδεικται ἱκανῶς, τιμιώτατοι ἀδελφοί, ὅτι οἱ ἐξ αἱρετικῶν προσερχόμενοι δεκτοί εἰσιν· ἐὰν δέ τις ἐπίτηδες πρὸς αἱρετικὸν πορευθῇ καὶ λάβῃ χειροτονίαν, ἄδεκτος ἔστω.

 

 

Μετάφραση σε απλή γλώσσα

Ο Μέγας Βασίλειος γράφει στους πιστούς της Νικοπόλεως τα εξής:

  1. Δεν μπορώ να θεωρήσω έγκυρο ιερέα ή επίσκοπο κάποιον που χειροτονήθηκε από βέβηλους (δηλαδή αιρετικούς) που έχουν καταλύσει την πίστη. Αυτό είναι η κρίση μου.
  2. Αν κάποιοι από εσάς έχουν συμμετοχή μαζί μας και θέλετε να δώσετε γνώμη, να το κάνετε, αλλά αν αποφασίσετε μόνοι σας, ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του· εμείς δεν φέρουμε καμία ευθύνη.
  3. Δεν λέω ότι οι χειροτονημένοι από αιρετικούς είναι εντελώς άκυροι· λέω ότι πρέπει να προσέχουμε να μην αναμιχθούν με το σώμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας όσοι επιμένουν στην αίρεση, ακόμα και αν μετά υπάρξει ειρήνη.
  4. Όσους δεν ήταν ηγέτες της αίρεσης αλλά αναγκάστηκαν ή παρασύρθηκαν, τους δέχεται η Εκκλησία στην ιερωσύνη.
  5. Μόνο όσους ήταν ηγέτες ή δημιουργοί της αίρεσης, δεν τους δέχεται. Αυτό είναι δίκαιο και σωστό.
  6. Το παράδειγμα του Αγίου Αθανασίου δείχνει ότι οι αντίπαλοι της πίστης προσπαθούσαν να επαναφέρουν τους πιστούς στην αίρεση, αλλά η Εκκλησία κράτησε τη σωστή στάση.
  7. Συμπερασματικά, όσοι χειροτονούνται από αιρετικούς χωρίς δική τους επιλογή ή επίγνωση της αίρεσης γίνονται δεκτοί, ενώ όποιος επιλέγει επίτηδες να χειροτονηθεί από αιρετικό δεν γίνεται δεκτός.

Θεολογικός σχολιασμός

1. Θεολογική βάση της ιερωσύνης και της χειροτονίας

Η επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου βασίζεται στην ορθόδοξη κατανόηση ότι η ιερωσύνη προέρχεται από τον Θεό. Η φράση του Ταράσιου «η χειροτονία είναι εκ Θεού» συμφωνεί με τον Άγιο Χρυσόστομο («πάντας μεν ο Θεός ου χειροτονεῖ, διά πάντων δε αυτός ενεργεί»), δηλαδή:

  • Η ιεροσύνη έχει θεία προέλευση και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την προσωπικότητα ή την ακεραιότητα του χειροτονητή.
  • Ο Θεός ενεργεί μέσα από τα μυστήρια και τα μυστήρια της Εκκλησίας, ακόμα κι αν ο χειροτονητής ή ο χειροτονούμενος δεν είναι τέλειος.

Αυτό σημαίνει ότι η εκκλησιαστική χειροτονία έχει αντικειμενική ισχύ ακόμη και όταν γίνεται από ανθρώπους που έχουν παρασυρθεί στην αίρεση.


2. Διαχωρισμός μεταξύ ηγετών και παρασυρμένων

Ο Μέγας Βασίλειος και η Σύνοδος διακρίνουν δύο κατηγορίες:

  1. Οι ηγέτες ή «γεννήτορες» της αίρεσης: Είναι αυτοί είχαν ενεργό ρόλο στη διάδοση της αίρεσης. Οι απόψεις και οι πράξεις τους έχουν «βαθιές ρίζες» κακόδοξης σκέψης, που δεν μπορούν εύκολα να μεταβληθούν. Δεν γίνονται δεκτοί στην ιερωσύνη, γιατί η Εκκλησία δεν μπορεί να παραβλέψει τη θεολογική τους διαστροφή και την ηγετική τους ευθύνη στην αίρεση.
  2. Οι παρασυρμένοι ή υποχρεωτικά χειροτονηθέντες  είναι οι εξής:
    • Δεν είχαν πρωτοβουλία ούτε δική τους ηγετική θέση στην αίρεση.
    • Μπορούν να δεχθούν ιερωσύνη, γιατί η αίρεση δεν έχει βαθιά επηρεάσει τη συνείδησή τους.
    • Η αποδοχή τους γίνεται με ποιμαντική διάκριση, δηλαδή με μέριμνα για την πνευματική τους κατάσταση και την πρόθεσή τους, αφού δείξουν μετάνοια και αποδοχή της ορθόδοξης πίστης.

Αυτός ο διαχωρισμός δείχνει τη σοφία και τη δικαιοσύνη της Εκκλησίας: δεν απορρίπτει αθώους που παρασύρθηκαν, αλλά προστατεύει την πίστη από τους επικίνδυνους ηγέτες της αίρεσης.


3. Ποιμαντική διάκριση και εκκλησιαστική πρακτική

Η επιστολή εφαρμόζει την αρχή της ποιμαντικής διάκρισης (οἰκονομίας):

  • Η Εκκλησία εξετάζει την κατάσταση και την πρόθεση του χειροτονηθέντος, όχι μόνο την τυπική χειροτονία.
  • Σκοπός: προστασία της πίστης και διαφύλαξη της εκκλησιαστικής κοινότητας, χωρίς να απορρίπτονται όσοι παρασύρθηκαν άδικα.
  • Οι πιστοί καλούνται να επιλέγουν υπεύθυνα, γιατί η προσωπική επιλογή να χειροτονηθεί κάποιος από αιρετικό φέρνει προσωπική ευθύνη και αποκλεισμό από την Εκκλησία.

4. Θεολογική και εκκλησιολογική σημασία

  • Η θεία ενέργεια των μυστηρίων: η χειροτονία παραμένει θεϊκά ενεργή ακόμα και όταν γίνεται υπό ατελείς ανθρώπινες συνθήκες.
  • Η διατήρηση της καθαρότητας της πίστης: η Εκκλησία δεν επιτρέπει την αποδοχή ηγετών της αίρεσης, ώστε να μην εκτεθεί η θεία χάρη σε διαστροφές διδασκαλίας.
  • Η επανένταξη των αθώων: όσοι παρασύρθηκαν χωρίς δική τους ευθύνη μπορούν να ενσωματωθούν στην Εκκλησία, ως πράξη αγάπης και φιλανθρωπίας, χωρίς παραβίαση της αλήθειας.

Η σχετική συζήτηση της επιστολής στην Ζ Οικουμενική Σύνοδο.

1. Το πλαίσιο της συζήτησης

  • Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε για να καταδικάσει την Εικονομαχία και να αποκαταστήσει τη λατρεία των εικόνων, αλλά συζητήθηκαν και θέματα σχετικά με χειροτονίες από αιρετικούς.
  • Οι μοναχοί υπέβαλαν την επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου προς τους Νικοπολίτες, ζητώντας να διαβαστεί και να ληφθεί υπόψη στην εκκλησιαστική πρακτική.

2. Η παρέμβαση του Πατριάρχη Ταράσιου

  • Ο Πατριάρχης Ταράσιος υποστήριξε την αποτροπή χειροτονίας από αιρετικούς.
  • Τόνισε ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός στην ιερωσύνη όποιος χειροτονηθεί σκοπίμως από αιρετικό («αὐθεντήσαντες»), δηλαδή οι ηγέτες της αίρεσης.
  • Αντίθετα, όσοι παρασύρθηκαν ή χειροτονήθηκαν υπό πίεση, χωρίς δική τους ευθύνη, γίνονται δεκτοί.
  • Η πρακτική του Ταράσιου δείχνει σοφία και ποιμαντική διάκριση, καθώς συνδυάζει την προστασία της πίστης με τη φροντίδα για τους αθώους.

3. Η θέση των μοναχών

  • Οι μοναχοί υπογράμμισαν την απόρριψη χειροτονηθέντων από αιρετικούς, όπως είχε γραφεί στην επιστολή του Βασιλείου:

«μηδὲ αριθμήσαιμι εν ιερεῦσι Χριστοῦ τον παρα των βεβήλων χειρών επί κατάλυσιν της πίστεως εις προστασίαν προβεβλημένον»

  • Διαφώνησαν με οποιαδήποτε αποδοχή ηγετών της αίρεσης, αλλά συμφώνησαν με την αποδοχή όσων χειροτονούνταν αναγκαστικά ή παρασυρόμενοι.

4. Συμφωνία και εφαρμογή

  • Η Σύνοδος επικύρωσε τη διάκριση του Μεγάλου Βασιλείου και του Πατριάρχη Ταράσιου:
    • Δεν γίνονται δεκτοί οι ηγέτες της αίρεσης.
    • Γίνονται δεκτοί οι παρασυρμένοι ή εκείνοι που υπέφεραν βία, αφού δείξουν μετάνοια και αποδοχή της ορθόδοξης πίστης.
  • Η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε ως κανόνας ποιμαντικής διαχείρισης για τις μελλοντικές χειροτονίες και για την προστασία της πίστης.


Σχόλια