Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Οι συνέπειες της εκκλησιαστικής κοινωνίας με ακαθαίρετους αιρετικούς

Η εκκλησιαστική κοινωνία με μη καταδικασμένους αιρετικούς είναι ζήτημα εξαιρετικά λεπτό. Οι Άγιοι Πατέρες υπογραμμίζουν ότι η συμμετοχή σε κοινωνία με ακαθαίρετους αιρετικούς μπορεί να μολύνει τους Ορθοδόξους και να οδηγήσει σε απώλεια της χάρης, απομάκρυνση από τον Θεό και απώλεια βεβαιότητας σωτηρίας. Γι’ αυτό, η εκτίμηση και η προσοχή πρέπει να είναι μεγάλη.


2. Μαρτυρίες Αγίων Πατέρων για τη μολυσματική κοινωνία

  • Ο Μέγας Βασίλειος λέει ότι η κοινωνία με ακαθαίρετους αιρετικούς συνιστά υποκρισία και οδηγεί στην αφαίρεση της παρρησίας από τον Κύριο, στην απώλεια της σωτηρίας και στον χωρισμό από τον Θεό.
  • Ο Ιερός Χρυσόστομος, σύμφωνα με τον Θεόδωρο Στουδίτη, θεωρεί εχθρό του Θεού όχι μόνο τον αιρετικό, αλλά και αυτόν που κοινωνεί μαζί του.
  • Η οσία Μελάνη η Ρωμαία επισημαίνει ότι η μνημόνευση ακατάκριτων αιρετικών αποτελεί παράβαση της πίστης, ενεργοποιώντας την αρχή των «συγκοινωνούντων δοχείων»: η κακοδοξία του αιρετικού μεταδίδεται μέσω της κοινωνίας.

3. Η θεία μετάληψη ως κοινωνία και ένωση

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εξηγεί ότι η θεία μετάληψη δεν είναι μόνο λήψη της Θεότητας του Χριστού, αλλά και κοινωνία μεταξύ των μελών της Εκκλησίας. Όλοι γίνονται ένα σώμα Χριστού και ένα αίμα. Για αυτόν τον λόγο, δεν πρέπει να λαμβάνουν μετάληψη από αιρετικούς ούτε να τη δίνουν σε αυτούς, ώστε να μην συμμετέχουν στην κακοδοξία και την καταδίκη τους.


4. Ποιούς  αφορά η απαγόρευση

Η προτροπή «μη λαμβάνετε ούτε να δίνετε μετάληψη σε αιρετικούς» απευθύνεται:

  • Στους Ορθοδόξους που λαμβάνουν μετάληψη από κληρικούς (μοναχούς ή λαϊκούς), ώστε να μη λαμβάνουν από ακαθαίρετους αιρετικούς κληρικούς.
  • Στους Ορθοδόξους κληρικούς, ώστε να μη δίνουν μετάληψη σε ακατάκριτους αιρετικούς μη κληρικούς.

Η αιτία είναι ότι μέσω της κοινωνίας μεταδίδεται η κακοδοξία και η καταδίκη του αιρετικού, χωρίς να απαιτείται η αποδοχή της από τον Ορθόδοξο.


5. Η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων

Ο Θεόδωρος Στουδίτης εξηγεί ότι όπως η μετάληψη του αγίου Άρτου ενώνει τους Ορθοδόξους σε ένα σώμα, έτσι και η κοινωνία με τον αιρετικό ενώνει όσους συμμετέχουν σε ένα σώμα αντίθετο προς τον Χριστό.
Η μολυσματική επίδραση προέρχεται από την ίδια την εκκλησιαστική κοινωνία, χωρίς να χρειάζεται η αποδοχή της αιρετικής διδασκαλίας.


6. Η μνημόνευση του Αρχιερέως

«Οι Αγιορείτες Πατέρες, στην επιστολή τους προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, μεταξύ άλλων αναφέρουν τα εξής:
«Διότι από παλαιά η ορθόδοξη Εκκλησία του Θεού θεωρούσε τη μνημόνευση του ονόματος του αρχιερέως κατά την αναφορά στο άγιο βήμα ως πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία. Διότι έχει γραφεί στην ερμηνεία της θείας λειτουργίας ότι ο λειτουργός μνημονεύει το όνομα του αρχιερέως, “δηλώνοντας τόσο την υποταγή του προς τον ανώτερο, όσο και ότι είναι κοινωνός της πίστεώς του και διάδοχος των θείων μυστηρίων του”.

Και ο μέγας πατέρας μας και ομολογητής Θεόδωρος ο Στουδίτης λέγει τα εξής προς κάποιον σε τιμητική επιστολή του:
“Μου είπες ότι φοβάσαι να πεις στον πρεσβύτερό σου να μη μνημονεύει τον αιρεσιάρχη· και δεν τολμώ προς το παρόν να σου πω περισσότερα επ’ αυτού, παρά μόνο ότι η κοινωνία έχει μολυσμό ακόμη και μόνο από τη μνημόνευσή του· και όποιος τον μνημονεύει δεν θα μπορούσε να είναι ορθόδοξος”.

Αυτά μεν λέγει ο Πατέρας· πριν όμως από αυτό, και ο ίδιος ο Θεός το έχει επισημάνει, λέγοντας:
“Οι ιερείς καταφρόνησαν τον νόμο μου και βεβήλωσαν τα άγιά μου – πώς; – διότι δεν ξεχώριζαν τα βέβηλα από τα άγια, αλλά για αυτούς όλα ήταν κοινά”.

Τι από αυτά είναι πιο φωτεινό και πιο αληθινό;
Αλλά θα το πράξουμε αυτό ως οικονομία; Και πώς μπορεί να γίνει δεκτή ως οικονομία κάτι που βεβηλώνει τα θεία, σύμφωνα με τον λόγο του Θεού, και απομακρύνει από αυτά το Πνεύμα του Θεού, και καθιστά τους πιστούς μετόχους ούτε της άφεσης των αμαρτιών ούτε της υιοθεσίας που απορρέουν από αυτά;»

Παραθέσαμε μεγάλο απόσπασμα αυτής της μαρτυρίας, για να καταδειχθεί στον αναγνώστη ότι οι Αγιορείτες Πατέρες, ερμηνεύοντας τη διδασκαλία και την πράξη της Εκκλησίας ως προς τη μνημόνευση του ονόματος του Αρχιερέως, έχουν αποδεχθεί ότι αυτή συνιστά «πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία». Αυτό σημαίνει ότι εκείνος που μνημονεύει βρίσκεται σε πλήρη κοινωνία με εκείνον που μνημονεύεται. Το ότι αυτή η κοινωνία επιτελείται στο πεδίο της πίστεως προκύπτει από ολόκληρο το απόσπασμα των Αγιορειτών που παραθέσαμε.

Κατ’ αρχάς, επικαλούνται την ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας του Θεοδώρου, επισκόπου Ανδίδων, η οποία προφανώς αποτελεί την επίσημη και γενικώς αποδεκτή ερμηνεία μέσα στην Εκκλησία. Και επειδή το απόσπασμα που παρουσιάζουν οι Αγιορείτες είναι σύντομο, παραθέτουμε ολόκληρο το συμφραζόμενό του, για πληρέστερη κατανόηση, από την Patrologia Graeca του Migne και πάντοτε σε συνάφεια με το επιχείρημα των Αγιορειτών:
«Έπειτα η εκφώνηση: “Πρώτα απ’ όλα, μνήσθητι, Κύριε, του αρχιεπισκόπου μας”, με την οποία δηλώνεται η υποταγή προς τον ανώτερο· και ότι, όταν μνημονεύεται ο αρχιερέας αυτός, κοινωνός της πίστεώς του είναι και εκείνος που προσφέρει [τη θυσία], καθώς και διάδοχος της παραδόσεως των μυστηρίων, και όχι κάποιος νεοφανής μύστης ή εφευρέτης των συμβόλων που προσφέρει».

Η φράση του Θεοδώρου: «και ότι, όταν μνημονεύεται ο αρχιερέας αυτός, κοινωνός είναι και εκείνος που προσφέρει της πίστεως», έχει την έννοια ότι η μνημόνευση του Αρχιερέως σημαίνει πως εκείνος που μνημονεύει (δηλαδή «ο προσφέρων» τη θυσία) κοινωνεί, δηλαδή μετέχει, στην πίστη εκείνου που μνημονεύεται. Το να κοινωνεί στην πίστη του σημαίνει ότι προηγουμένως έχει διαφορετική πίστη από εκείνη του μνημονευομένου και ότι η μνημόνευση τον καθιστά κοινωνό της. Διότι, αν η πίστη του μνημονευομένου και του μνημονεύοντος ήταν η ίδια, τότε η μνημόνευση δεν θα τον καθιστούσε κοινωνό, αφού ήδη θα είχε την ίδια πίστη.

Αν ο Θεόδωρος Ανδίδων ήθελε να μιλήσει για μια μνημόνευση με την έννοια της φανέρωσης της ταυτότητας της πίστεως του μνημονευομένου και του μνημονεύοντος, δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει τη λέξη «κοινωνός», αλλά όρους όπως «ομόφρων», «ομόδοξος» ή «σύμφωνος». Δηλαδή, θα έπρεπε να πει: «…και ότι, όταν μνημονεύεται ο αρχιερέας αυτός, είναι ομόφρων ή ομόδοξος ή σύμφωνος και εκείνος που προσφέρει» Οι λέξεις «κοινωνός είναι» σημαίνουν ότι μετέχει στην πίστη.
Και κάτι ακόμη: οι λέξεις «της πίστεως» ανήκουν συντακτικά και νοηματικά στην πρόταση του κειμένου του Θεοδώρου Ανδίδων: «και ότι, όταν μνημονεύεται ο αρχιερέας αυτός, κοινωνός είναι και εκείνος που προσφέρει της πίστεως», και δεν ανήκουν νοηματικά στην επόμενη φράση του κειμένου: «και διάδοχος της παραδόσεως των μυστηρίων». Δηλαδή, δεν είναι σωστό να πούμε ότι η μνημόνευση του Αρχιερέως σημαίνει πως εκείνος που μνημονεύει είναι κοινωνός γενικώς του Αρχιερέως — ενώ εδώ δηλώνεται ρητά ότι είναι κοινωνός της πίστεως.

Και (όσον αφορά τη δεύτερη πρόταση) ότι έχει δεχθεί μέσω αυτού (του Αρχιερέως) τόσο τη χάρη των Μυστηρίων όσο και την πίστη.
Το ορθό είναι το εξής: η μνημόνευση του Αρχιερέως σημαίνει ότι εκείνος που μνημονεύει κοινωνεί, δηλαδή μετέχει, στην πίστη του μνημονευομένου. Αυτήν ακριβώς την ερμηνεία αποδίδουν και οι Αγιορείτες Πατέρες στο σχετικό χωρίο του Θεοδώρου Ανδίδων για την εξήγηση της μνημόνευσης του ονόματος του Αρχιερέως: «και ότι είναι κοινωνός της πίστεώς του και διάδοχος των θείων μυστηρίων». Ο όρος «διάδοχος» αναφέρεται μόνο στα θεία Μυστήρια και όχι στην πίστη, σύμφωνα με το νόημα των κειμένων.

Αυτό επιβεβαιώνεται και από το παράθεμα του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτη, το οποίο παρατίθεται από τους Αγιορείτες Πατέρες σε άμεση συνάφεια με τη δική τους ερμηνεία και μάλιστα στην ίδια παράγραφο: «παρά μόνο ότι η κοινωνία έχει μολυσμό ακόμη και μόνο από τη μνημόνευσή του· όποιος τον μνημονεύει δεν θα μπορούσε να είναι ορθόδοξος». Μολύνεται ο ορθόφρων που μνημονεύει τον αιρεσιάρχη και μόνο από αυτήν καθαυτή τη μνημόνευση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να είναι —δηλαδή να παραμείνει— ορθόδοξος εκείνος που μνημονεύει.

Το ότι η φράση «δεν θα μπορούσε να είναι ορθόδοξος εκείνος που μνημονεύει» έχει την έννοια του «να παραμείνει ορθόδοξος» —και όχι την έννοια της εσωτερικής πεποιθήσεως ή του φρονήματος— προκύπτει και από το γεγονός ότι σε άλλα χειρόγραφα απαντά η διατύπωση: «…και αν ακόμη είναι ορθόδοξος εκείνος που μνημονεύει»», όπως αυτό αναφέρεται και στην κριτική έκδοση του Φατούρου· βλ. την υποσημείωση 387 στο τέλος, ως προς την παραπομπή)· υπάρχουν πολλά αποσπάσματα από τα οποία προκύπτει το ίδιο συμπέρασμα, πάντοτε με την ερμηνευτική αρχή ότι το μέρος ερμηνεύεται από το όλο και όχι το αντίστροφο.

Ενδεικτικά: «Άλλοι ναυάγησαν πλήρως ως προς την πίστη· άλλοι, παρότι δεν βυθίστηκαν στους λογισμούς τους, ωστόσο καταστρέφονται μέσω της κοινωνίας με την αίρεση».
«Εφόσον πάσχουμε μαζί· ακόμη κι αν όχι με στρεβλό φρόνημα, πάντως μολυνόμαστε μέσω της κοινωνίας με την αίρεση».

Εδώ, με τη λέξη «αίρεση» πρέπει να νοηθούν οι αιρετικοί, όπως αυτό προκύπτει από άλλο χωρίο:
«Για να γνωρίζεις ότι πρόκειται για αίρεση, να αποφεύγεις την αίρεση, δηλαδή τους αιρετικούς· να μη βρίσκεσαι σε κοινωνία μαζί τους…».

Επιπλέον, και η παράθεση από τους Αγιορείτες Πατέρες του χωρίου του προφήτη Ιεζεκιήλ προς ενίσχυση των λεγομένων τους συμφωνεί στο ίδιο νόημα. Επαναλαμβάνουμε το χωρίο:
«Οι ιερείς περιφρόνησαν τον νόμο μου και βεβήλωσαν τα άγιά μου – πώς; – επειδή δεν ξεχώριζαν τα βέβηλα από τα άγια, αλλά για αυτούς όλα ήταν κοινά».

Το χωρίο αυτό το εφαρμόζει –και κατά κάποιον τρόπο το ερμηνεύει– ο άγιος Νικηφόρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αναφερόμενος στην υπογραφή και στην εκκλησιαστική κοινωνία με τους αιρετικούς Εικονομάχους. Και εκεί, στο ίδιο πλαίσιο, ο Άγιος δηλώνει με απόλυτη σαφήνεια ότι η κοινωνία με αυτούς τους αιρετικούς μολύνει τον Ορθόδοξο. Το ίδιο ακριβώς λέγει και ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.

Είναι, λοιπόν, απολύτως φανερό ότι αυτό που λένε οι Αγιορείτες:
«…η μνημόνευση του ονόματος του αρχιερέως στο ιερό βήμα θεωρήθηκε πλήρης εκκλησιαστική κοινωνία»
η φράση «πλήρης εκκλησιαστική κοινωνία» σημαίνει την τέλεια και ολοκληρωμένη συμμετοχή του μνημονεύοντος στην πίστη του μνημονευομένου. Αυτό συμφωνεί απολύτως με όσα διακηρύσσονται από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο:
«…θεωρήσαμε ότι είναι “ξένο προς τους χριστιανούς” να μνημονεύεται το όνομά του (του πλέον αιρετικού Πάπα Βιγίλιου) στα ιερά δίπτυχα, ώστε να μη συμβεί να βρεθούμε έτσι να συμμετέχουμε στην ασέβεια του Νεστορίου και του Θεοδώρου (την οποία υποστήριζε ο Πάπας)».

Το ίδιο συμπέρασμα συμφωνεί και με όσα λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όπως είδαμε: «για να μη γίνουμε μέτοχοι…» «…να μη γίνουμε μέτοχοι της κακοδοξίας τους και της καταδίκης τους», με τη μόνη διαφορά ότι στο συγκεκριμένο απόσπασμα η συμμετοχή αυτή επέρχεται μέσω της κοινωνίας της θείας Μετάληψης.

Έτσι εξηγείται και το γιατί οι Αγιορείτες Πατέρες αποδίδουν σε αυτόν τον μολυσμό που προέρχεται από τη μνημόνευση αιρετικού —τον οποίο αναφέρουν τόσο ο όσιος Θεόδωρος όσο και ο προφήτης Ιεζεκιήλ και ο άγιος Νικηφόρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως— την (όχι αυθαίρετη) συνέπεια της απώλειας της άφεσης των αμαρτιών και της υιοθεσίας μας, εφόσον απωθείται το Πνεύμα του Κυρίου· δηλαδή, πρόκειται για κατάκριση. Συνεπώς, η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων βρίσκεται εδώ σε ισχύ, ακριβώς όπως και στα πρακτικά της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου, όχι ως συμμετοχή στην απώλεια της ιερωσύνης, αλλά ως συμμετοχή στην ασέβεια του αιρετικού και, ως εκ τούτου, και στην καταδίκη του.»

 


7. Επιβεβαίωση από Οικουμενικές Συνόδους και Πατέρες

  • Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος καταδεικνύει ότι η κοινωνία με αιρετικούς δεν είναι αποδεκτή.
  • Οι Αγιορείτες Πατέρες, μαζί με τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό και άλλους Πατέρες, υπογραμμίζουν ότι ο μολυσμός προέρχεται από τη μνημόνευση ή τη θεία μετάληψη.
  • Αυτός ο μολυσμός μεταδίδει την κακοδοξία και την καταδίκη των αιρετικών, χωρίς να σημαίνει απώλεια ιερωσύνης, αλλά συμμετοχή στην ασέβεια.

Με άλλα λόγια, η Εκκλησία διατηρεί την αρχή ότι η κοινωνία με αιρετικούς ενεργεί ως μετάδοση πνευματικής μολύνσεως, επιβεβαιώνοντας πλήρως τη θέση των Αγιορειτών Πατέρων.

Πρέπει όμως να διευκρινισθεί, ότι ναι μεν οι Αγιορείτες Πατέρες ομιλούν για μόλυνση από τη διαμνημόνευση ακαθαιρέτων αιρετικών, αλλά το εφαρμόζουν ως προς τον Πάπα με την εξής έννοια: εάν η  μόλυνση ισχύει από τη διαμνημόνευση ακαθαιρέτων αιρετικών, πόσο περισσότερο από τη διαμνημόνευση του Πάπα. Και τους είμαστε ευγνώμονες διότι με την ευκαιρία αυτή, ως προς τη διαμνημόνευση του Πάπα (που βρίσκεται εκτός Εκκλησίας), συνειρμικά και συνεκδοχικά, μας διελεύκαναν το ζήτημα αυτό (ως προς ακαθαιρέτους). Άλλωστε ήταν επόμενο να επικαλεσθούν επιχειρήματα από την εκκλησιαστική παράδοση, τους ιερούς Κανόνες και τους Αγίους Πατέρες.

Ο όσιος Μελέτιος ο Γαλησιώτης λέει ότι όποιος κοινωνεί με αιρετικούς, ακόμη κι αν δεν είναι καθαιρεμένοι, μοιάζει με αυτούς στην αιρετική τους διδασκαλία και στην κακοδοξία τους. Δηλαδή, συμμετέχει πνευματικά στα ίδια λάθη και την πλάνη τους, σαν να τις αποδέχεται.

Με άλλα λόγια, η κοινωνία με αιρετικούς μολύνει πνευματικά τον πιστό και τον φέρνει σε πνευματική ομοιότητα με την αίρεση που αυτοί ακολουθούν .Και αλλού από τον Όσιο λέγονται:

«Μην υπακούτε σε μοναχούς ή πρεσβυτέρους που λένε πράγματα παράνομα ή κακώς, γιατί κακοπαρακινούν. Μην υπακούτε ούτε σε επισκόπους όταν σας προτρέπουν να πράττετε ή να σκέφτεστε με δόλιο τρόπο.

Η σιωπή μπροστά σε κακοδοξίες σημαίνει συγκατάθεση. Το δείχνει καθαρά και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και οι Μακκαβαίοι, που κινδύνεψαν μέχρι θανάτου και δεν παραβίασαν ούτε τον πιο μικρό νόμο.

Ο αγώνας κατά της αδικίας είναι επαινετός, ενώ η ψυχική βλάβη της ειρήνης με τους κακοφρονούντες δείχνει πόσο επικίνδυνο είναι να συμφωνούμε με τους πλανεμένους, ενωμένοι μαζί τους, ενώ χωριζόμαστε από τον Θεό».

Από τις μαρτυρίες του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου και του Μεγάλου Βασιλείου, όπως τις παραθέτει ο όσιος Μελέτιος, φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει πνευματικός μολυσμός που μεταδίδεται στον Ορθόδοξο από την εκκλησιαστική κοινωνία με ακατάκριτους αιρετικούς.

Ο Άγιος λέει ότι είναι αδύνατο να βρίσκεται κανείς με τους ευσεβείς – δηλαδή με όσους έχουν ορθόδοξη πίστη – όποιος δεν έχει αποστασιοποιηθεί από τους κακοδόξους. Μόνος όποιος έχει σωστή πίστη και έχει απομακρυνθεί από την αίρεση μπορεί να θεωρείται πραγματικός Χριστιανός και ενωμένος με τον Θεό.

Με άλλα λόγια, η απομάκρυνση από τους αιρετικούς είναι προϋπόθεση για να μετέχει κανείς πλήρως στην κοινότητα των Ορθοδόξων και στην πνευματική ένωση με τον Θεό.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει: «Επομένως, όπως συμβαίνει συχνά με όλο το πλήρωμα των Ορθοδόξων, είναι αδύνατο να βρίσκεται κανείς με τους ευσεβείς όποιος δεν έχει αποστασιοποιηθεί από τους αιρετικούς. Μόνος όποιος έχει απομακρυνθεί από αυτούς μπορεί να θεωρείται πραγματικός Χριστιανός και ενωμένος με τον Θεό μέσα στην ευσεβή πίστη».

Είναι αδύνατο να ζει κανείς με τους ευσεβείς – εδώ εννοείται αυτός που έχει ορθόδοξη πίστη, γιατί ο κακόδοξος από μόνος του δεν μένει με τους ευσεβείς. Το κείμενο αναφέρεται σε πρόσωπο που δεν είχε αποχωριστεί τον Ιωάννη Καλέκα πριν την καταδίκη του από τη σύνοδο (προ του 1347).

Και να θεωρείται Χριστιανός και να είναι ενωμένος με τον Θεό όποιος δεν έχει απομακρυνθεί από αυτούς, δείχνει την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων. Εδώ πρόκειται για πνευματικό μολυσμό που προέρχεται μόνο από την εκκλησιαστική κοινωνία με υποδίκους αιρετικούς.

 π.Δ.Α

 


8. Συμπέρασμα

  • Η μνημόνευση ακαθαιρέτων αιρετικών σημαίνει πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία και μπορεί να μολύνει τον Ορθόδοξο.
  • Η κοινωνία με αυτούς μέσω της Θείας Μετάληψης ή της μνημόνευσης μεταδίδει την κακοδοξία τους.
  • Η θέση αυτή δεν ανήκει μόνο στους Αγιορείτες, αλλά αποτελεί αυθεντική θέση της Εκκλησίας, επιβεβαιωμένη από παράδοση, Πατέρες και Οικουμενικές Συνόδους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου