Τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος, τοὺς τὴν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας∙ τοὺς μελιρρύτους ποταμοὺς τῆς σοφίας, τούς τὴν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας∙ Βασίλειον τὸν μέγαν, καὶ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον, σὺν τῷ κλεινῷ Ἰωάννῃ, τῷ τὴν γλώτταν χρυσορρήμονι∙ πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν∙ αὐτοὶ γὰρ τῇ Τριάδι, ὑπὲρ ἡμῶν ἀεὶ πρεσβεύουσιν.
----------------------------------------------------------------------------------
Η εορτή των Τριών Ιεραρχών, όπως τη βιώνει και τη διατυπώνει η Εκκλησία μέσα από την υμνολογία και την πατερική της παράδοση, δεν αποτελεί απλώς μια τιμητική αναφορά σε τρεις εξέχουσες μορφές του χριστιανικού παρελθόντος. Αποτελεί, αντιθέτως, μια συνολική θεολογική πρόταση για την παιδεία, μια πρόταση η οποία διατηρεί ακέραιη την επικαιρότητά της και θέτει κρίσιμα ερωτήματα προς τη σύγχρονη εκπαιδευτική πραγματικότητα, ιδίως στο πανεπιστημιακό της επίπεδο.
Ο ύμνος που τους χαρακτηρίζει ως «τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος» δεν λειτουργεί απλώς ποιητικά ή συμβολικά. Εκφράζει μια βαθιά θεολογική θέση: ότι η γνώση και η παιδεία δεν έχουν αυτοτελή οντολογική βάση, αλλά αντλούν το φως και το νόημά τους από τη σχέση με την Αλήθεια, η οποία στην εκκλησιαστική εμπειρία είναι προσωπική, τριαδική και αποκαλυπτική. Το φως της παιδείας δεν είναι ουδέτερο· είτε φωτίζει είτε παραπλανά, ανάλογα με την πηγή και τον προσανατολισμό του.
Στην πατερική θεολογία των Τριών Ιεραρχών, η γνώση δεν ταυτίζεται με την πληροφορία ούτε με τη συσσώρευση δεδομένων. Η διάκριση ανάμεσα στη διάνοια και τον νου είναι εδώ καθοριστική. Ο νους, ως οφθαλμός της ψυχής, καλείται να θεραπευθεί, να καθαρθεί και να φωτισθεί, ώστε ο άνθρωπος να γνωρίζει όχι απλώς τα όντα, αλλά το νόημα των όντων. Η παιδεία, επομένως, δεν είναι απλώς γνωσιολογική διαδικασία, αλλά βαθύτατα οντολογικό γεγονός: αφορά το ποιος είναι ο άνθρωπος και προς ποια κατεύθυνση κινείται.
Η υμνολογική αναφορά στις «ἀκτῖνες δογμάτων θείων» εισάγει ένα κρίσιμο στοιχείο για την κατανόηση της παιδείας: τον ρόλο της αλήθειας. Για τους Τρεις Ιεράρχες, το δόγμα δεν αποτελεί θεωρητικό κατασκεύασμα ούτε ιδεολογική επιβολή. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η Εκκλησία διαφυλάσσει την εμπειρία της σωτηρίας. Η αλήθεια, επομένως, δεν περιορίζει την ελευθερία, αλλά τη θεμελιώνει. Αντίθετα, ο σύγχρονος γνωσιολογικός σχετικισμός, που συχνά προβάλλεται ως προϋπόθεση ακαδημαϊκής ουδετερότητας, οδηγεί τελικώς σε απώλεια προσανατολισμού και σε υπαρξιακή σύγχυση.
Σε αυτό το σημείο, η θεολογία των Τριών Ιεραρχών ασκεί ουσιαστική κριτική στη σύγχρονη πανεπιστημιακή παιδεία, όχι απορρίπτοντάς την, αλλά αποκαλύπτοντας τα όριά της. Όταν η γνώση αποσυνδέεται από το ερώτημα της αλήθειας και του νοήματος, μετατρέπεται σε εργαλείο ισχύος, ανταγωνισμού ή απλής επαγγελματικής χρησιμότητας. Η παιδεία, όμως, κατά το πατερικό πρότυπο, δεν έχει ως τελικό σκοπό την επιτυχία, αλλά τη μεταμόρφωση του προσώπου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εικόνα των «μελιρρύτων ποταμών σοφίας». Η σοφία, στους Τρεις Ιεράρχες, δεν είναι προϊόν διανοητικής ευφυΐας, αλλά καρπός ασκητικής ζωής και εκκλησιαστικής εμπειρίας. Η γνώση που δεν συνοδεύεται από ταπείνωση και ήθος οδηγεί στην αλαζονεία και τελικώς στην αποξένωση του ανθρώπου από τον άλλον άνθρωπο. Το πανεπιστήμιο, ως χώρος γνώσης, καλείται εδώ να επανεξετάσει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνει όχι μόνο ειδικούς, αλλά ανθρώπους με ευθύνη, κρίση και κοινωνική συνείδηση.
Η πατερική παιδεία είναι κατ’ εξοχήν σχέση. Η σοφία ρέει ως ποταμός, δεν αποθηκεύεται ως ιδιωτικό κεφάλαιο. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την εκπαιδευτική διαδικασία: όχι ως ανταγωνιστικό πεδίο αξιολόγησης, αλλά ως κοινότητα αναζήτησης της αλήθειας. Στην εποχή της εμπορευματοποίησης της γνώσης και της ακαδημαϊκής αποδοτικότητας, το πατερικό πρότυπο λειτουργεί ως προφητική υπενθύμιση ότι η σοφία δεν μετριέται με δείκτες, αλλά με καρπούς ζωής.
Η φράση «τὴν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας» ανοίγει μια ακόμη βαθύτερη διάσταση: την κοσμολογική και οικολογική διάσταση της παιδείας. Για τους Τρεις Ιεράρχες, η θεογνωσία δεν αποξενώνει τον άνθρωπο από τον κόσμο, αλλά τον καθιστά ιερέα της κτίσεως. Η γνώση δεν είναι πράξη κυριαρχίας, αλλά πράξη ευχαριστίας. Ο κόσμος δεν είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, αλλά δώρο προς προσφορά.
Η σύγχρονη οικολογική κρίση αποκαλύπτει με δραματικό τρόπο την αποτυχία μιας παιδείας που αποσυνδέθηκε από τη θεολογία και τη λειτουργική θέαση του κόσμου. Η πατερική θεώρηση των Τριών Ιεραρχών προσφέρει ένα εναλλακτικό παιδευτικό όραμα, στο οποίο η επιστήμη και η τεχνολογία δεν απορρίπτονται, αλλά εντάσσονται σε ένα ευχαριστιακό και υπεύθυνο πλαίσιο σχέσης με την κτίση.
Τέλος, η αναφορά στην αδιάλειπτη πρεσβεία των Τριών Ιεραρχών προς την Αγία Τριάδα φανερώνει τον βαθύτατα εκκλησιολογικό προσανατολισμό της παιδείας. Η γνώση, κατά την πατερική θεολογία, δεν ολοκληρώνεται στην ατομική κατοχή, αλλά στη λειτουργική κοινωνία. Εκεί, ο λόγος μεταμορφώνεται σε δοξολογία και η θεωρία σε ζωή. Η παιδεία βρίσκει την πληρότητά της όχι στην αυτάρκεια του ανθρώπου, αλλά στη σχέση και την κοινωνία.
Η θεολογία των Τριών Ιεραρχών δεν μας καλεί σε μια νοσταλγική επιστροφή στο παρελθόν, αλλά σε έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό του παρόντος. Μας καλεί να ξανασκεφτούμε την παιδεία όχι ως μηχανισμό παραγωγής γνώσης, αλλά ως χώρο καλλιέργειας σοφίας· όχι ως ατομικό επίτευγμα, αλλά ως εκκλησιαστικό και κοινωνικό γεγονός· όχι ως εργαλείο ισχύος, αλλά ως δρόμο ελευθερίας και αγάπης.
Σε μια εποχή κρίσης νοήματος, οι Τρεις Ιεράρχες παραμένουν όχι απλώς προστάτες της παιδείας, αλλά κριτήριο παιδείας. Και αυτό το κριτήριο δεν είναι άλλο από το ερώτημα: οδηγεί η γνώση που προσφέρουμε τον άνθρωπο προς την αλήθεια, την κοινωνία και τη ζωή ή τον εγκλωβίζει στην αυτάρκεια και τη χρησιμότητα;
Σύνθεση κειμένων: π.Δ.Α
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου