Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΕΦΕΣΟΥ ''ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΡΘΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ'' (ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΘΗΚΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ)


 

 

Κατά την διάρκεια των συζητήσεων ένα από τα επίμαχα θέματα ήταν η μονομερής εκ μέρους των Λατίνων προσθήκης στο Σύμβολο της Πίστεως του FILIOQUE. O Άγιος Μάρκος παρουσιάζοντας τις ορθόδοξες θέσεις απέδειξε μέσα από κείμενα αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων ότι η Προσθήκη αυτή ήταν παράτυπη και αυθαίρετη καινοτομία, που διετάρασσε τις σχέσεις των Προσώπων της Αγίας Τριάδος και εισήγε μία φοβερή αίρεση στην Εκκλησία. Η ομιλία του Αγίου Μάρκου επιγράφεται ''Ομολογία περί της ορθής πίστεως'' ( P.G. 160, 100 κ.ε.). Εδώ παρατίθεται το τελευταίο μέρος της Ομολογίας, το ειδικώς αναφερόμενον στην Προσθήκη του FILIOQUE (προηγουμένως ο Άγιος Μάρκος είχε αποδείξει ότι το FILIOQUE αποτελεί αίρεση καταδικαστέα από τους Αγίους Πατέρες και τις Οικουμενικές Συνόδους).

 

''Το ιερόν της πίστεως σύμβολον ακίνητον δει φυλάττεσθαι κρίνω ως εξεδόθη και ους αποβάλλονται συναποβαλλόμενοι, ουδέποτε εις κοινωνίαν προσδέξομαι, τους τολμήσαντας εν τω συμβόλω την καινοτομίαν προσθήναι περί της Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως, έως αν εμμένωσιν τη τοιαύτη καινοτομία. Ο γαρ κοινωνών φησί τω ακοινωνήτω και αυτός ακοινώνητος έστω, και ο θείος Χρυσόστομος εξηγούμενος το, ει τις ευαγγελίζεται υμίν πρ' ό παρελάβετε, ανάθεμα. Ουκ είπε, φησίν, εάν εναντία καταγγέλλωσιν, ή το παν ανατρέπωσιν, αλλά, καν μικρόν τε ευαγγελίζωνται, παρ' ό παρελάβετε, καν το τυχόν παρακινήσωσιν, ανάθεμα έστωσαν. Και ο αυτός αύθις; οικονομητέον ένθα μη παρανομητέον. Και ο μέγας Βασίλειος εν τοις ασκητικοίς φανερά έκπτωσις πίστεως και υπερηφανίας κατηγορία, ή αθετείν τι των γεγραμμένων ή επεισάγειν των μη γεγραμμένων, του Κυρίου ημών Ιησού ειπόντος, τα εμά πρόβατα της φωνής μου ακούει. Και προ τούτου ειρηκότος, αλλοτρίω δε ου μοι ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ' αυτού, ότι ουκ οίδασι την φωνήν των αλλοτρίων, και εν τη μονάζοντας επιστολή, οίτινες την υγιή πίστιν προσποιούντες ομολογείν, κοινωνούσι δε τοις ετεροφρόσι, τους τοιούτους, ει μετά παραγγελίαν μη αποστώσι, μη μόνον ακοινωνήτους έχειν, αλλά μηδέ αδελφούς ονομάζειν. Και προ τούτου ο


Θεοφόρος Ιγνάτιος εν τη προς τον θείον Πολύκαρπον Σμύρνης επιστολή, πας ο λέγων, φησί, παρά τα διατεταγμένα, καν αξιόπιστος ή, καν νηστεύη, καν σημεία ποιεί, καν προφητεύη, λύκος σοι φαινέσθω εν προβάτου δορά, προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος. Και τι δει πολλά λέγειν, άπαντες οι της Εκκλησίας διδάσκαλοι, πάσαι αι σύνοδοι, πάσαι αι θεία γραφαί φεύγειν τους ετερόφρονας παραινούσι, και της αυτών κοινωνίας διίστασθαι. Τούτων ουν εγώ πάντων καταφρονήσας, ακολουθήσω τοις εν θείον σύμβολον κιβδηλεύσασι, και τον Υιόν επεισάγουσι δεύτερον αίτιον του Αγίου Πνεύματος. Τα γαρ λοιπά των ατοπημάτων εκ τόγε νυν έχον, ων και έν μόνον ικανόν ήν ημάς εξ αυτών διαστήσαι, μη πάθοιμι τούτό ποτε, Παράκλητε αγαθέ, μη δ' ούτως εμαυτού και των καθηκόντων λογισμών αποπέσοιμι, της δε σης διδασκαλίας και των υπό σου εμπνευσθέντων μακαρίων ανδρών εχόμενιος, προστεθείην προς τους εμούς πατέρας, τούτο ειμή τι και άλλο εντεύθεν αποφερόμενος την ευσέβειαν''.

 

''Τούτο το Σύμβολον απαιτούμεν υμάς, ω φίλοι, την καλήν παρακαταθήκην των ημετέρων Πατέρων, των εν τη ημετέρα βασιλίδι πόλει συναθροισθέντων. Απόδοτε τοίνυν τούτο, καθώς παρελάβετε παρ' ημών. Εί τις υμίν ενεπίστευσε παρακαταθήκην, ουκ αν αυτήν, ως παρελάβατε, παρεδώκατε; απόδοτε τοίνυν και το των πατέρων Σύμβολον, ως ελάβατε. Ου δέχεται προσθήκην, ου δέχεται μείωσι. Κέκλεισται παρ' αυτών και εσφράγισται και τους τολμώντας τούτο καινοτομείν αποπέμπονται, και τους έτερον παρ' αυτό ποιούντας ευθύναις υπάγουσι. Μικρόν υμίν η γενομένη της λέξεως προσθήκη είναι δοκεί, και ολίγος ο περι ταύτης λόγος; ουκούν και εξαιρεθείσα μικρόν αν βλάψειεν ή ουδέν, μάλλον δε ωφελήσει τα μέγιστα. Συνάψει γαρ Χριστιανούς άπαντας. Αλλά μέγα το γεγονός και πολύς ο περί τούτου λόγος. Ουκούν ουδέ ημείς αμαρτάνομεν πολύν ποιούμενοι τον περί τούτου λόγον. Δι' οικονομίαν τινά προσετέθη; δι' οικονομίαν αφαιρεθήτω πάλιν, ίνα προσλάβησθε αδελφούς σπαραττομένους και την αγάπην ούτω περί πολλού ποιουμένους. Παρακαλούμεν τοίνυν υμάς, ω πατέρες και αδελφοί και κύριοι τιμιώτατοι, ως πρότερον παρεκαλέσαμεν, διό τα σπλάγχνα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του αγαπήσαντος ημάς, αχρείους όντας και αμαρτωλούς και απεγνωσμένους, και την ψυχήν αυτού θέντος υπέρ ημών, επανέλθωμεν προς την καλήν συμφωνίαν την προς ημάς αυτούς και τους αγίους Πατέρας, ήν είχομεν πρότερον, ότε το αυτό πάντες ελέγομεν, και ουκ ήν εν ημίν σχίσμα τι. Επιγνώμεν αλλήλους αδελφικώς. Αιδεσθώμεν τους κοινούς Πατέρας ημών. Τιμήσωμεν αυτών τους όρους. Φοβηθώμεν


αυτών τας απειλάς. Φυλάξωμεν τας παραδόσεις, ίνα ομοθυμαδόν εν ενί στόματι και μια καρδία δοξάσωμεν το πάντιμες και μεγαλοπρεπές όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν''.

 

(= το ιερό σύμβολον της πίστεως κρίνω ότι πρέπει να φυλάσσεται ακίνητο όπως εξεδόθη και ας αποβάλλομεν (από την Εκκλησία) όσους αποβάλλονται (πρέπει να απομακρύνονται από την Εκκλησία), ποτέ δεν θα δεχθώ σε κοινωνία όσους τόλμησαν στο σύμβολο να προσθέσουν την καινοτομία περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, όσο εμμένουν σε αυτήν την καινοτομία. Γιατί όποιος έχει κοινωνία με τον ακοινώνητο και αυτός ας είναι ακοινώνητος. Και ο θείος Χρυσόστομος εξηγώντας το, εάν κάποιος ευαγγελίζεται σε σας ενάντια σε ό, τι παραλάβατε, ανάθεμα, δεν είπε, λέγει (ο ιερός Χρυσόστομος), έαν τα αντίθετα αναγγέλλουν, ή ανατρέπουν τα πάντα, αλλά, και αν ακόμη κάτι μικρό ευαγγελίζονται ενάντια σε όσα παραλάβατε, και αν κάτι ίσως μετακινήσουν, ας αναθεματίζονται. Και ο ίδιος λέγει πάλι, μπορεί να γίνεται οικονομία όπου δεν γίνεται παρανομία (''οικονομητέον ένθα μη παρανομητέον''). Και ο Μέγας Βασίλειος στο έργο του ''Ασκητικά'' λέγει ότι είναι φανερή έκπτωση της πίστεως και κατηγορία για υπερηφάνια, το να αθετείς κάτι από τα γεγραμμένα ή να εισάγεις κάτι που δεν είναι γεγραμμένο, καθώς και ο Κύριος ημών Ιησούς είπε; ''τα δικά μου πρόβατα ακούουν την φωνή μου, τον ξένον δεν θα ακολουθήσουν, αλλά θα φύγουν από αυτόν, διότι δεν αναγνωρίζουν την φωνή των ξένων'' (Ιω. 10, 5). Και στην επιστολή προς τους μοναχούς ( επιστολή Μεγάλου Βασιλείου ''προς μονάζοντας'') λέγει ότι αυτοί που προσποιητά ομολογούν την υγιή πίστη, έχουν όμως κοινωνία με όσους φρονούν διαφορετικά (τους ετεροδόξους), αυτούς, εάν τους ειδοποιήσουμε και τους ενημερώσουμε και δεν απομακρυνθούν από αυτούς, όχι μόνον να μην έχουμε κοινωνία μαζί τους, αλλά ούτε αδελφούς να τους ονομάζουμε. Και πριν από αυτόν ο θεοφόρος Ιγνάτιος στην επιστολή του προς τον άγιο Πολύκαρπο επίσκοπο Σμύρνης λέγει ότι, καθένας που λέγει κάτι αντίθετο από τα διατεταγμένα, και αν ακόμη είναι αξιόπιστος, κι αν νηστεύει, κι αν κάνει θαύματα, κι αν προφητεύει, να σου φαίνεται ως λύκος με δέρμα προβάτου, που επιδιώκει την φθορά των προβάτων. Και γιατί πρέπει να λέμε πολλά, όλοι οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, όλες οι σύνοδοι, όλες οι θείες γραφές μας προτρέπουν να αποφεύγουμε τους ετεροδόξους (ετερόφρονας), και να απομακρυνόμαστε από την κοινωνία μαζί τους. Όλους αυτούς εγώ να τους περιφρονήσω και να ακολουθήσω αυτούς που νόθευσαν το Σύμβολο της Πίστεως, εισάγοντας και τον Υιό ως δεύτερον αίτιον του


Αγίου Πνεύματος. Γιατί και τα υπόλοιπα ατοπήματά τους πέρα από το συγκεκριμένο βεβαίως, εκ των οποίων ατοπημάτων έστω και ένα μόνον ήταν ικανό να μας φέρει σε διάσταση. Να μην το πάθω αυτό ποτέ, Παράκλητε αγαθέ, να μην ξεπέσω έτσι από τον εαυτό μου και από τους κατάλληλους και πρέποντες λογισμούς. Κατέχοντας την διδασκαλία σου (την αγιοπνευματική) και των μακαρίων ανδρών που ενεπνεύσθησαν από Σένα, θα προσέθετα τον εαυτόν μου μαζί με τους αγίους Πατέρες μου, αν μη τι άλλο αποκομίζοντας από αυτούς την ευσέβεια.

 

Τούτο το Σύμβολο απαιτούμεν από σας, φίλοι, την καλή παρακαταθήκη δηλαδή των Πατέρων μας, που συγκεντρώθηκαν στην δική μας βασιλική πόλη (εννοεί τους αγίους Πατέρες που συγκεντρώθηκαν στην Βασιλεύουσα και συνέταξαν το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, το γνωστό μας Πιστεύω). Αποδώσατε λοιπόν αυτό (το Σύμβολο), όπως το παραλάβατε από εμάς. Αν κάποιος από εσάς σας εμπιστεύθηκε μία παρακαταθήκη, δεν θα παραδώσατε την ίδια, όπως την παραλάβατε; Αποδώσατε λοιπόν και το Σύμβολο των Πατέρων, όπως το παραλάβατε.. δεν δέχεται προσθήκη, δεν δέχεται μείωση. Έχει κλειστεί και σφραγιστεί από αυτούς (τους Πατέρες), και όσοι τολμούν να επιφέρουν σε αυτό καινοτομίες, απομακρύνονται, και όσοι διαφορετικά από αυτό πράττουν έχουν ευθύνες. Σας φαίνεται ότι είναι μικρό πράγμα η γινομένη προσθήκη της λέξεως, και λίγο να μιλήσουμε για αυτήν; αν λοιπόν, έστω και μικρόν (το θεωρείτε), την αφαιρέσετε εν θα έβλαπτε σε τίποτε, αλλά μάλλον θα ωφελήσει τα μέγιστα, διότι θα συνενώσει όλους τους Χριστιανούς. Αλλά (η προσθήκη) αποτελεί μέγα γεγονός και πολύ πρέπει να συζητήσουμε για αυτήν. Επομένως εμείς δεν αμαρτάνουμε μιλώντας πολύ για το ζήτημα αυτό. Για κάποια οικονομία έγινε η προσθήκη; για οικονομία ας αφαιρεθεί πάλι, για να δεχθείτε αδελφούς που νοιώθουν σπαραγμό ψυχής και δίνουν μεγάλη σημασία στο να γίνει αγάπη. Σας παρακαλούμε λοιπόν, πατέρες και αδελφοί και εντιμώτατοι κύριοι (οι χαρακτηρισμοί αυτοί απευθύνονται στους Λατίνους), όπως και πρωτύτερα σας παρακαλέσαμε, για τα σπλάγχνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού που μας αγάπησε, αν και είμαστε αχρείοι και αμαρτωλοί και σε απόγνωση, και την ψυχή Του προσέφερε για χάρη μας, ας επανέλθουμε στην καλήν συμφωνίαν που είχαμε πρωτύτερα μεταξύ μας και με τους αγίους Πατέρες, όταν όλοι λέγαμε τα ίδια, και δεν υπήρχε ανάμεσά μας κάποιο σχίσμα. Ας αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον ως αδελφόν. Ας σεβασθούμε τους κοινούς μας Πατέρες. Ας τιμήσουμε τις αποφάσεις τους. Ας φοβηθούμε τις απειλές τους. Ας φυλάξουμε τις παραδόσεις, ώστε


ομοθυμαδόν με ένα στόμα και μία καρδιά να δοξάσουμε το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν''.


Τετάρτη 21 Ιουνίου 2023

Οικουμενιστικές αντιλήψεις και πρακτικές με απλά λόγια



πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου( χημικού-βιοχημικού)

Ο Οικουμενισμός είναι μια κίνηση, που διακηρύσσει ότι έχει ως σκοπό την ενότητα του διαιρεμένου χριστιανικού κόσμου (Ορθοδόξων, Παπικών, Προτεσταντών, κ.ά.). Το ενω­τικό του όραμα, όραμα κατεξοχήν πνευματικό, το στηρί­ζει κυρίως πάνω στις ανθρώπινες προσπάθειες και όχι στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Μόνο το Άγιο Πνεύμα μπορεί, όταν συναντήσει την ανθρώπινη μετάνοια και ταπείνωση, να κάνει αυτό το όραμα πραγματικότητα.

Προκειμένου να μπορούμε να παρακολουθούμε και να κατανοούμε τις πρακτικές των Οικουμενιστών πρέπει να έχουμε υπόψη τα παρακάτω:

 

Οι θεωρητικές αντιλήψεις των Οικουμενιστών

Α.Η αντίληψη της ¨Διευρυμένης Εκκλησίας». Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη η Εκκλησία είναι μία και περιλαμ­βάνει τους Χριστιανούς κάθε Ομολογίας, από τη στιγμή που δέχτηκαν το βάπτισμα. Έτσι όλες οι χριστιανικές Ομολογίες είναι μεταξύ τους "Αδελφές Εκκλησίες".

Β.Η αντίληψη της Παγκόσμιας Ορατής Εκκλησίας. Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και η ιδέα της "Παγκόσμιας ορατής Εκκλησίας": Η Εκκλησία που υφίσταται τάχα "αόρατα" και απαρτίζεται απ' όλους τους Χριστια­νούς, θα φανερωθεί και στην ορατή της διάσταση με τις κοινές ενωτικές προσπάθειες.

Γ. Η  αντίληψη της θεωρίας των κλάδων. Σύμφωνα με αυτή  η Εκκλησία είναι ένα "δένδρο" με "κλαδιά" όλες τις χριστιανικές Ομο­λογίες, καθεμιά από τις οποίες κατέχει ένα μόνο μέρος της αλήθειας.

Δ. Η αντίληψη της θεωρίας των "δύο πνευμόνων", που αναπτύχθηκε μεταξύ ορθοδόξων οικουμενιστών και Παπικών. Σύμφωνα μ' αυτήν Ορθοδοξία και Πα­πισμός είναι οι δύο πνεύμονες, με τους οποίους αναπνέει η Εκκλησία. Για ν' αρχίσει τάχα ν' αναπνέει ορθά και πά­λι, θα πρέπει οι δύο πνεύμονες να συγχρονίσουν την ανα­πνοή τους.

Ε. Δογματικός μινιμαλισμός .Πρόκειται για προ­σπάθεια να συρρικνωθούν τα δόγματα στα πιο αναγκαία, σ' ένα "μίνιμουμ" (=ελάχιστο), προκειμένου να υπερπηδη­θούν οι δογματικές διαφορές μεταξύ των Ομολογιών. Το αποτέλεσμα όμως είναι η παραθεώρηση του δόγματος, ο υποβιβασμός και η ελαχιστοποίηση της σημασίας του. «Ας ενωθούν», λένε, «οι Χριστιανοί, και τα δόγματα τα συζητούν αργότερα οι θεολόγοι»! Με τη μέθοδο βέβαια του δογματικού μινιμαλισμού είναι ίσως εύκολο να ενωθούν οι Χριστιανοί. Οι τέτοιοι "Χριστιανοί" όμως μπορεί να είναι Ορθόδοξοι, δηλαδή αληθινά Χριστιανοί;

ΣΤ.Η θεολογία του «Πολιτισμικού Πλουραλισμού». Αυτή θεωρεί δεδομένη την ενότητα ορθοδόξων-ετεροδόξων, τις δε υπάρχουσες δογματικές διαφορές μόνο ως ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΠΙΣΤΗΣ, οι οποίες αντιστοιχούν στους επί μέρους πολιτισμούς μας και αλληλοσυμπληρώνονται σε μια μόνιμη ποικιλία θεολογικών παραδόσεων.

Ζ.Η Θεολογία της «Κοινής Διακονίας». Διαπιστώνει τα αδιέξοδα των «διαλόγων» και για την υπέρβασή τους προτείνει μια ενότητα ορθοδόξων-ετεροδόξων μέσω της οργανώσεως, δράσεως και αλληλεγγύης για μια «Κοινή διακονία» του κόσμου.

Η.Διαθρησκειακή θεολογία. Με αυτή οι Οικουμενιστές προτείνουν μια «συμμαχία και συλλογική προσπάθεια» με όλες τις ετερόδοξες και ετερόθρησκες κοινότητες. Διαπιστώνουν μια παγκόσμια πνευματικότητα που εκφράζεται με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος σε όλες τις θρησκείες και η οποία τις ενώνει σε «ένα κοινό λαό του Θεού».Επίσης τοποθετούν την Εκκλησία μαζί με τις άλλες θρησκείες «στο ίδιο σχέδιο του Θεού για την σωτηρία του κόσμου¨»(Απόψεις του μητροπολίτου Όρους Λιβάνου Γεωργίου Κοδρ.Περιοδικό Επίσκεψις τόμος ΝΓ).

Οικουμενιστικές πρακτικές

Η Οικουμενιστική κίνηση από την αρχή αναπτύχθηκε σε τρείς ομόκεντρους κύκλους.

Ο Πρώτος κύκλος  περιλάμβανε την προσέγγιση ορθοδόξων και ετεροδόξων,μέσω ενός ευρύτερου φάσματος συνεργασίας σε όλα τα επίπεδα.

Ο δεύτερος κύκλος περιελάμβανε την ανάπτυξη ειδικής θεολογίας, της λεγομένης ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ εκ μέρους των Οικουμενιστών

Και ο τρίτος κύκλος περιλαμβάνει τους θεολογικούς διαλόγους.

------------------------------------------------------------------------------------------------

Ο πρώτος κύκλος  βασίζεται στην εγκύκλιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1920.Η εγκύκλιος αυτή θεωρείται από τους Οικουμενιστές «ο καταστατικός χάρτης της Οικουμενικής κινήσεως» και προτείνει τα παρακάτω βήματα «προς Σταθεροποίηση του Κοινού χριστιανικού φρονήματος».

1,Δημιουργία κοινου ημερολογίου

2.Εντατικότερη επικοινωνία με αλληλογραφία.

3.Οικειότερη συσχέτηση των αντιπροσώπων των Εκκλησιών.

4.Επικοινωνία και «συναδέλφωσις» θεολογικών σχολών.

5.Προώθηση των Οικουμενικών σπουδών.

6.Οικουμενικό πνεύμα στην Παιδεία.

7.Θεολογικοί διάλογοι και συνέδρια

8.Οικουμενική διαπαιδαγώγηση του πληρώματος όλων των ομολιγιών

9.»Συναδέλφωσις» επισκοπών και Μητροπόλεων διαφόρων ομολογιών.

10.Κοινός εορτασμός θρονικών εορτών και πολιούχων αγίων.

11.Λύση δογματικών προβλημάτων.

12.Αμοιβαίος σεβασμός των ηθών και των εθίμων,

13.Αποφυγή δημιουργίας προβλημάτων.

14.Παραχώρηση ευκτηρίων οίκων

15.Μικτοί γάμοι

16.Συνεργασία επί ευρυτάτου επιπέδου σε επίκαιρα προβλήματα.

Παρατηρούμε ότι η εγκύκλιος του 1920 δεν προτείνει ένα πρόγραμμα θεολογικού διαλόγου με τους ετερόδοξους, βασιζόμενο στις ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, αλλά ένα σχέδιο ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΜΦΥΡΜΟΥ.

Βασικό ρόλο στην υλοποίηση των παραπάνω διαδραματίζει το Π.Σ.Ε. Αυτό το αρχικό στάδιο ΄’ελαβε την τελική του μορφή ως «ΚΟΙΝΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ» του κόσμου ,που επιτρέπει «την αγαστήν  συνεργασίαν όλων των χριστιανικών δυνάμεων  εις το ηθικόν ,κοινωνικόν, ιεραποστολικόν, και διακονικών τομέα, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΤΩΝ ΒΑΣΙΚΏΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΑΥΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ. Όπως υπεγράμμιζε η γνωστή εγκύκλιος του Οικουμενικού Πατριαρχείου του έτους 1920» (Υπόμνημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου περί του Π.Σ.Ε .Φανάριο 30-11-1995).

Ο δεύτερος κύκλος της Οικουμενιστικής κίνησης αναφέρεται στην θεολογία των οκτω(8) αντιλήψεων που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Έτσι φαίνεται ότι ο πρώτος κύκλος ήταν η αθέτηση της Πατερικής Παράδοσης, η οποία μας διατάζει με τον Μέγα Βασίλειο «φεύγειν την προς τους ετεροδόξους κοινωνίαν».

Ο δεύτερος κύκλος ήταν η αθέτηση της ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ η οποία διακηρύσσει ότι η Εκκλησία είναι Μία και μοναδική  και ταυτίζεται απόλυτα με την Ορθόδοξη Εκκλησία και ότι η σωτηρία είναι ασφαλής και βεβαία μόνο εντός της Μιάς αυτής Εκκλησίας.

Ο τρίτος κύκλος περιλαμβάνει 28 διμερείς θεολογικούς διαλόγους.

Από το 1973 με τους Αγγλικανούς, από το 1975 με τους Παλαικοκαθολικούς, από το 1980 με τους Παπικούς, από το 1981 με τους Λουθηρανούς, από το 1985 με τους Μονοφυσίτες/Αντιχαλκηδόνιους,.Επίσης με τους Μεταρρυθμισμένους (Καλβινιστές-Ζβιγγλανούς ), Μεθοδιστές και Βαπτιστές.

Τρίτη 20 Ιουνίου 2023

H αίρεση του Filioque με απλά λόγια και οι οικουμενιστικές ερμηνείες.


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (χημικού-βιοχημικού)

Το πρώτο μεγάλο Σχίσμα ανάμεσα στην Ανατολική Ορθόδοξη και την Δυτική Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, έλαβε χώρα στα μέσα περίπου του 9ου αιώνα μ.Χ., όταν με αφορμή την περίπτωση της ανάρρησης του Φωτίου στον Πατριαρχικό θρόνο Κωνσταντινουπόλεως, ασκήθηκε έντονη αρνητική κριτική ως προς την όλη διαδικασία από τον τότε Πάπα Ρώμης Νικόλαο Α΄. Μέσα από εκείνη τη ρήξη αναδύθηκαν με έντονο τρόπο το ζήτημα των διεκδικήσεων των Ρωμαιοκαθολικών, ως προς το Παπικό πρωτείο, αλλά και το θεολογικό - δογματικό ζήτημα περί Filioque (η προσθήκη του Filioque, δηλαδή η διδασκαλία περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού).

Το  θέμα  το Filioque, αποτελεί μέχρι σήμερα μία μόνιμη θεολογική διαφορά. Η πορεία προς την ένωση που επαγγέλλεται απαιτεί επίλυση από τον  Θεολογικό  Διάλογο  Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.

Τι   είναι το Filioque.

Το ζήτημα Φιλιόκβε ήταν και είναι μια διαμάχη εντός της εκκλησίας σε σχέση με το Άγιο Πνεύμα. Η ερώτηση είναι: «Από ποιον εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα, τον Θεό Πατέρα ή τον Θεό Πατέρα και τον Υιό;» Η λέξη Φιλιόκβε στα Λατινικά σημαίνει «και ο Υιός». Ονομάζεται ζήτημα Φιλιόκβε γιατί η φράση «και ο Υιός» προστέθηκε στο Σύμβολο της Πίστης, δείχνοντας ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Θεό Πατέρα και «τον Υιό».

Η διδασκαλία της Εκκλησίας κατά τους πρώτους αιώνες, ήταν ότι αυτή γίνεται εκ μόνου του Πατρός. Ο ρόλος του Υιού περιορίζεται απλά και μόνο στην έκφανση (εκδήλωση, φανέρωση, αποκάλυψη) της αποστολής του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο.

Το δόγμα της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος άρχισε σταδιακά να τροποποιείται και ουσιαστικά να διασαλεύεται στη Δύση. Η θέση της Δύσης ήταν, ότι ο Πατήρ και ο Υιός αποτελούν μία Αρχή, έναν Κύριο και έναν Θεό και ως εκ τούτου και στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού/Filioque, δεν εισάγονται δύο Αρχές και δύο Θεοί. Έτσι Πατήρ και Υιός συμμετέχουν από κοινού στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος.

Το Filioque εμφανίζεται για πρώτη φορά κατά τον 6ο αι. στην Ισπανία. Στην β΄ Σύνοδο του Τολέδο (589 μ. Χ.), έγινε αντικανονικά η προσθήκη του στο Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως. Το 809, ο Ηγεμόνας των Φράγκων Κάρολος ο Μέγας (Καρλομάγνος), το επέβαλε επισήμως στο κράτος του με τη Σύνοδο του Άαχεν.

Παρά τις αντιδράσεις των Παπών Αδριανού Α΄ και Λέοντος Γ΄, το Filioque διαδόθηκε και επικράτησε στη Γερμανία και στην Ιταλία και σταδιακά σε όλη τη Δύση.

Μπροστά σε αυτή τη σοβαρή δογματική παρέκκλιση, αξιομνημόνευτη υπήρξε η σθεναρή αντίδραση του Μεγάλου Φωτίου, επί πατριαρχίας του οποίου έγινε το πρώτο Σχίσμα (876 μ. Χ.). Ο Φώτιος γνώριζε, ότι η προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, αποτελούσε το προκάλυμμα των πολιτικών και διοικητικών επιδιώξεων της Δύσης και μιλούσε βεβαίως για το Πρωτείο του Πάπα. Εκθέτοντας τις απόψεις του υποστήριζε, ότι το Filioque ανατρέπει το δόγμα περί της Αγίας Τριάδος και των μεταξύ των Τριών Προσώπων σχέσεων και όντας σύμφωνος με τις θέσεις των Πατέρων και κυρίως των Καππαδοκών, διέκρινε τα υποστατικά ιδιώματα των Τριών Προσώπων.

Ειδικότερα, ως μόνη Αρχή και Αίτιο προβάλλει πάντοτε τον Πατέρα. Η αιτία της εκπόρεσης ανήκει μόνον στον Πατέρα και γι’  αυτό χαρακτηρίζεται ακοινώνητο υποστατικό ιδίωμα. «Αμέσως δ’ ομοίω και το Πνεύμα εκπορεύεται», που σημαίνει χωρίς τη μεσολάβηση του Υιού εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα. Διαφορετικά εισάγεται και δεύτερο Αίτιο και ο Πατήρ καθίσταται ατελές αίτιο, πράγμα ξένο προς την Ορθόδοξη διδασκαλία.  (Περί του Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας· PG 102.341B).

Η αίρεση του Filioque με απλά λόγια.

Για να την εννοήσουμε όμως καλύτερα την πλάνη αυτή, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πρώτα τη δική μας πίστη στο Άγιο Πνεύμα.





Εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε για το Άγιο Πνεύμα ότι, όπως εκπορεύεται προαιώνια μόνο από τον Πατέρα (Ιω. 15, 26), έτσι αποστέλλεται και φανερώνεται «εν χρόνω» στον κόσμο από τον Υιό (πάλι Ιω. 15,26).

Για τον Ιησού Χριστό πιστεύουμε δύο γεννήσεις. Η μία είναι από τον Θεό Πατέρα προαιώνια (προ πάντων των αιώνων). Η δεύτερη όμως έγινε «εν χρόνω» από την Παναγία Μητέρα Του, στις ημέρες του Βασιλιά Ηρώδη.

Έτσι λοιπόν και για το Άγιο Πνεύμα πιστεύουμε, ότι εκπορεύεται προαιώνια από τον Θεό Πατέρα, αλλά στον κόσμο στέλνεται «εν χρόνω» από τον Υιό.

Το λάθος των Ρωμαιοκαθολικών είναι, ότι αυτή την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο από τον Υιό, που γίνεται εν χρόνω, τη νομίζουν ως αιώνια εκπόρευση από τον Υιό και έτσι μιλάνε για Filioque.



 

Για να κατανοήσουμε την διαμάχη γύρω από το Φιλιόκβε, πρέπει να γνωρίζουμε τις διαφορετικές εννοιολογήσεις της Αγίας Τριάδος. Η τριαδική θεολογία της Ανατολής, χαρακτηρίζεται από την πεποίθησή της πως ο Πατήρ είναι η μοναδική πηγή της τριαδικής ζωής [η Ουσία του Πατρός] και αυτό ισχύει και για το Άγιο Πνεύμα, μέσω του οποίου ο κόσμος δέχεται την θεία ζωή. Το πνεύμα μπορεί να προοδεύσει μόνον «μέσω του Υιού» [στην Οικονομία].

Η Λατινική παράδοση υπογραμμίζει ότι η ανταλλαγή της ζωής στην Τριάδα ξεκινά από τον Πατέρα προς τον Υιό και η ανταλλαγή αυτή τούς υποχρεώνει να συναντηθούν μέσα στο Άγιο Πνεύμα [κάπου μεταξύ].

Αυτό είναι  αίρεση επειδή:

Α. Ενώ, είπαμε, μία είναι η Αρχή της Θεότητας, ο Πατέρας (Μοναρχία θεότητας το λέμε αυτό), πιστεύοντας οι Καθολικοί το Filioque, δέχονται δύο Αρχές στη Θεότητα, τον Πατέρα και τον Υιό, από τους οποίους εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα. (Διαρχία λέγεται αυτό, διθεισμός, δύο Θεοί).

Β. Επειδή όμως δεν είναι δυνατόν να δεχθούν οι Καθολικοί τον διθεισμό, λέγουν ότι ο Πατέρας και ο Υιός, από τους οποίους, κατ’ αυτούς, εκπορεύεται το Πνεύμα, αποτελούν μία Αρχή και επομένως δεν είναι διθειστές. Δηλαδή, τώρα με αυτό που λένε, σύγχυσαν και συγχώνευσαν τα δύο θεία Πρόσωπα  που είναι ασύγχυτα. Αυτό πάλι αποτελεί άλλη αίρεση των Ρωμαιοκαθολικών, τον Ημισαβελλιανισμό.

Γ. Πως κατάφεραν οι Καθολικοί να συγχύσουν τα δύο θεία Πρόσωπα, τον Πατέρα και τον Υιό (που είναι διαφορετικά Πρόσωπα), για να πουν ότι αυτά αποτελούν μία Αρχή και επομένως το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό; Απλούστατα, τόνισαν την κοινή θεία Ουσία (γιατί είναι αλήθεια, ότι τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι ομοούσια). Αυτό πάλι αποτελεί φοβερό θεολογικό λάθος, που δημιούργησε τον λανθασμένο θεό των Καθολικών.

Δ. Οι Καθολικοί υποτάσσουν το Άγιο Πνεύμα στον Υιό και γι’ αυτό η Δύση δεν δίνει σημασία στο έργο του Αγίου Πνεύματος, στην Εκκλησία και στην καθημερινή ζωή του κάθε πιστού. Γι’ αυτό η Εκκλησία γι’ αυτούς είναι ένας κοσμικός θεσμός και κυβερνάται σαν ανθρώπινος οργανισμός. Γι’ αυτό και τονίζεται η Παπική εξουσία και αυθεντία.

Άλλος τρόπος σχηματικής παράστασης του filiopue είναι η παρακάτω




Το Παπικό Σύμβολο της Πίστεως



Οικουμενιστικές ερμηνείες του filioque με σκοπό την ένωση.

Στο περιοδικό S.O.P. (τεύχη 294/2005 και 296/2005) παρουσιάζεται η διατριβή του θεολόγου κ. Μιχαήλ Σταύρου, στην οποία ερμηνεύεται το Filioque ως μία άλλη εξίσου ορθόδοξη εκδοχή της περί εκπορεύσεωςτού Αγίου Πνεύματος παρακαταθήκης του Συμβόλου Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως.

Η διατριβή έχει θέμα «Η Τριαδολογική διδασκαλία του Νικηφόρου Βλεμμύδη (1197-1269) –κριτική έκδοσις, μετάφρασις και ερμηνευτικά σχόλια των θεολογικών γραφών». Εγκρίθηκε με βαθμό άριστα στις 8-12-2004 από επιτροπή αποτελουμένη από εκπροσώπους του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, του Καθολικού Ινστιτούτου των Παρισίων, του Ορθοδόξου θεολογικού Ινστιτούτου Παρισίων «Άγιος Σέργιος» και του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Η επιτροπή «υπογράμμισε την σπουδαιότητα αυτής της ογκώδους μελέτης εξ 700 σελίδων που προσφέρει για πρώτη φορά μία πλήρη ανασκόπηση της θεολογικής σκέψεως ενός βυζαντινού μοναχού και σοφού του 13ου αιώνος, που με τις θεολογικές του συγγραφές ερεύνησε την υπέρβασι του προβλήματος του Filioque, που ήδη από την εποχή αυτή έθετε σε αντιπαράθεσι την Ορθόδοξη θεώρησι της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος προς την λατινική ερμηνεία». Ο μακαριστός Αγιορείτης π.Γεώργιος Καψάνης έγραψε χαρακτηριστικά.

«Ο κ. Μιχαήλ Σταύρου με την εργασία του επιστρατεύει την συλλογιστική του Νικηφόρου Βλεμμύδη, επιδιώκοντας να προσφέρει έναν τρόπο εξόδου «από το αδιέξοδο της στείρας αντιπαραθέσεως μεταξύ της χριστιανικής Ανατολής και Δύσεως γύρω από το θέμα του Filioque». Αποσιωπά την μεταγενέστερη του Βλεμμύδη πλουσιότατη πατερική γραμματεία και συνιστά επιστροφή  στίς «κοινές ενοράσεις (intuitions communes) της χριστιανικής πνευματολογίας των προ-Νικαιανών Πατέρων, των διεσπαρμένων σε Ανατολή και Δύσι». Προτείνει σαν τρόπο αναζητήσεως της ενότητος  τών Χριστιανών την «βαθύτερη διερεύνηση των δογματικών μας πηγών» και την «διαμόρφωσι κοινών πλαισίων με τις μεταγενέστερες θεολογικές έννοιες», δηλαδή την χρησιμοποίηση της πρώιμης πατερικής ορολογίας στην υπηρεσία των συγκρητιστικών τάσεων της εποχής μας, θεωρώντας ως δεδομένο ότι «Filioque» και «εκ μόνου του Πατρός» εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος αποτελούν νόμιμες και συμπληρωματικές εκφράσεις της ιδίας Ορθοδόξου Πνευματολογίας.

Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι με την όλη προσέγγιση του θέματος από τον Βλεμμύδη, ο οποίος προσπαθεί να δώσει μία αποδεκτή από Ορθοδόξου πλευράς ερμηνεία του Filioque, δημιουργείται σύγχυση  των φυσικών και υποστατικών ιδιωμάτων των θείων Προσώπων της Αγίας Τριάδος, θείας ουσίας και θείων ενεργειών, θεολογίας και οικονομίας. Επιπλέον εκλογικεύεται το Τριαδικό μυστήριο με την ανεπίτρεπτη είσοδο της ανθρωπίνης λογικής στην ενδοτριαδική ζωή. Παρερμηνεύονται τα σχετικά πατερικά κείμενα. Η κατά τον συγγραφέα της διατριβής ανακάλυψη  της νέας ερμηνευτικής των σχετικών πατερικών χωρίων από τον Βλεμμύδη, δεν είναι παρά μία άλλη εκδοχή των θέσεων της λατινικής διδασκαλίας και των λατινιζόντων θεολόγων της εποχής του, η οποία δεν συνιστά Ορθόδοξη Πνευματολογία».

Προκειμένου να αμβλυνθεί η ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΑ του FILIOQUE γίνεται μια προσπάθεια εκτός των εργασιών στις θεολογικές σχολές (όπως η παραπάνω)  να παρουσιαστούν σχετικά άρθρα στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, όπως τα παρακάτω.

Ερμηνεία του κ.Παναγιώτη Μπούμη -Ομότιμου καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο κ.Μπούμης σε σχετική του δημοσίευση τονίζει αρχικά πως «ορθώς αντιτίθενται οι ορθόδοξοι στην προσθήκη αυτή του Filioque (= και εκ του Υιού), όταν μάλιστα πρόκειται για το ελληνικό κείμενο του Συμβόλου. Και τούτο γιατί στο Ιω.15,26 το “εκπορεύεται” σημαίνει “πηγάζει”, ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα έχει την αρχή του, την αφετηρία του, στον Πατέρα ή αλλιώς ότι “γεννάται” από τον Πατέρα. Όπως ο Υιός γεννάται από τον Πατέρα, έτσι και το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα». Σε άλλο σημείο γράφει πως «εάν δεχόμασταν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Πατέρα και από τον Υιό, θα κινδυνεύαμε να κατηγορηθούμε ότι δεχόμαστε το εξής παράδοξο: Ότι το Άγιο Πνεύμα έχει δύο αρχές ή δύο γεννήτορες! Δύο “Πατέρες”!».  Στη συνέχεια όμως γράφει τα εξής, τα οποία κατά τη γνώμη μας, δεν ευσταθούν: «Αυτή όμως η αντίθεση των ελληνορθοδόξων δεν είναι απολύτως δικαιολογημένη, όταν πρόκειται για το λατινικό κείμενο, το οποίο αντί για το “εκπορευόμενον” πηγάζον λέει “quiprocedit”. Δηλαδή χρησιμοποιεί το ρήμα procedere. Και δεν είναι απολύτως δικαιολογημένη, γιατί το ρήμα αυτό, εκτός από την έννοια του πηγάζειν, έχει προεχόντως  και την έννοια του προϊέναι, του προέρχεσθαι και με την κατεύθυνση μάλιστα προς εμάς. Το ρήμα δηλαδή procedere είναι γενικότερο του ρήματος εκπορεύεσθαι – πηγάζειν».

Προσπαθεί δηλ.ο κ.καθηγητής  να  παρουσιάσει το πρόβλημα , ούτε λίγο ούτε πολύ, ως πρόβλημα λεκτικής παρανοήσεως, ως πρόβλημα κακής αποδόσεως στην λατινική μετάφραση του ελληνικού κειμένου με λατινικές λέξεις, που δεν αποδίδουν επακριβώς το  ελληνικό κείμενο. Με τον τρόπο όμως αυτό  ακολουθώντας  την οικουμενιστική θεωρία του Δογματικού Μινιμαλισμού, ελαχιστοποιεί και υποβιβάζει μια κακόδοξη και αιρετική θεωρία, που συντάραξε Ανατολή και Δύση επί χίλια και πλέον έτη, στο επίπεδο μη ορθής αποδόσεως λατινικών όρων και λέξεων. Το ζήτημα όμως της κακοδοξίας αυτής δεν είναι δυνατόν να το αξιολογήσει κανείς ορθά, αν το θεωρήσει  απλώς ως πρόβλημα όρων και λέξεων, αλλά μόνον όταν το θεωρήσει  στις ιστορικοδογματικές του διαστάσεις, που είναι και οι  πραγματικές του διαστάσεις, όπως θα φανεί στη συνέχεια. Ας κάνουμε όμως πρώτα μια σύντομη ιστορική αναδρομή.

Όπως παρατηρεί ο καθηγητής κ. Παν. Τρεμπέλας: «το Filioque εμφανίζεται διά πρώτην φοράν παρά τω Αυγουστίνω». Λέγει ο ιερός Αυγουστίνος στο περί Τριάδος (DeTrinitate) έργο του ρητώς, ότι «δεν δυνάμεθα να είπωμεν, ότι το Άγιον Πνεύμα δεν εκπορεύεται και εκ του Υιού, επειδή ουχί μάτην το αυτό Πνεύμα και του Πατρός και του Υιού Πνεύμα λέγεται», (Necpossumusdicere, quod Spiritus Sanctus et a Filionon procedat…

Στη συνέχεια, ήδη από τις αρχές του 9ου αιώνος, η κακοδοξία αυτή βρήκε ένθερμους υποστηρικτές τους Φράγκους αυτοκράτορες και κυρίως τον Κάρολο τον Μέγα, ο οποίος ασκούσε «πίεσιν επί του πάντοτε αρνουμένου Πάπα, όπως αποδεχθή το Filioque, όπερ ο αυτοκράτωρ κυρίως εχρησιμοποίει ως παιγνιόχαρτον κατά του ανατολικού κράτους, επιδιώκων ιδίους πολιτικούς σκοπούς».

Είναι αστείο να υποθέσουμε ότι οι Λατίνοι Πατέρες, που έλαβαν μέρος στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381), και δογμάτισαν μαζί με τους Έλληνες Πατέρες  το 9ο  άρθρο του Συμβόλου της πίστεως, το αναφερόμενο στο Άγιο Πνεύμα, (φυσικά χωρίς το Filioque), δεν κατενόησαν πλήρως και κατά συνέπεια δεν απέδωσαν επακριβώς στη λατινική μετάφραση τη φράση «το εκ του Πατρός εκπορευόμενον», χρησιμοποιήσαντες κάποιο ρήμα, που επιδέχεται διπλή ερμηνεία, δηλαδή και την ερμηνεία του «προϊέναι» και την ερμηνεία του «εκπορεύεσθαι», έτσι ώστε να δημιουργήσουν σύγχυση και ασάφεια. Αργότερα κατά την επί μεγάλου Φωτίου εν Κωνσταντινουπόλει γενομένη Σύνοδο το 879-880 (η φερομένη και ως Η΄ Οικουμενική Σύνοδος), παρόντων και των Λατίνων Πατέρων, (οι οποίοι υπέγραψαν τα πρακτικά ως εκπρόσωποι του Πάπα Ιωάννη του Η΄), το θέμα της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος ξεκαθαρίζεται για μια ακόμη φορά, ώστε όχι μόνον να καταδικαστεί η από τους Φράγκους γενομένη κακοδοξία του Filioque, αλλά επί πλέον να αποκλειστεί κάθε ενδεχόμενη παρερμηνεία, ή λεκτική παρανόηση.

 

Οικουμενιστική ερμηνεία του Filioque (του Γιάννη Φιλιππούση, Ομοτ. Καθ. Φιλοσοφίας – Καναδάς)

------------------------------------------------------

Η ανάλυση των ρημάτων «εκπορεύεται» («εκπορευόμενον») και «procedit (procedentem») και των προθέσεων «εκ, παρά» και «ex, a-ab» είναι ενδιαφέρουσα και αφήνει να διαφανεί η διαφορά την οποία επισημαίνει ο κ. Μπούμης.

Όμως, το πρόβλημα του Filioque, κατά την άποψή μου, βρίσκεται – και μάλιστα πολύ περισσότερο– μέσα στα ίδια τα ρήματα «εκπορεύεσθαι» και «procedere», σαν σύνθετα ρήματα και τα δύο, και με την αντίστοιχη σημασία τους. Οι αντίστοιχες προθέσεις «εκ» και «pro» (εκ-πορεύεται, pro-cedere) δεν σημαίνουν το ίδιο διότι δεν πρόκειται για τις ίδιες αντίστοιχες προθέσεις στις δύο γλώσσες. Η λατινική πρόθεση «pro» σημαίνει «προς» και, επομένως, η πρόθεση «pro» είναι ακριβώς η αντίθετη της ελληνικής «εκ».

Η λατινική πρόθεση «pro» σημαίνει «προς» και ούτε καν «προ»  (βλ. το «προϊέναι» στο άρθρο), για το οποίο η λατινική πρόθεση είναι «prae»: «prae-cedere», «πηγαίνω πριν», «προ-ηγούμαι»).

Το όλο θέμα του «Filioque» είναι θέμα μετάφρασης και όχι δόγματος, εφόσον το λατινικό ρήμα «pro-cedere», που σημαίνει «προσ-πορεύεται», «προσ-έρχεται» («πορεύεται προς», και όχι «πορεύεται-εκ ή –από», ούτε καν «προ-πορεύεται»), παραπέμπει, κατ’ευθείαν, στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (15:26, 16:7). (Βλ. και το γαλλικό «procéder», και το αγγλικό «proceed»: «πηγαίνω προς», «πηγαίνω εμπρος», «ενεργώ προς», ή «ενεργώ δια, τι»· το αντίθετο των «précéder» και «precede», προηγούμαι).  Το «προσ-πορεύεσθαι»  (pro-cedere) τείνει προς το μέλλον, εν αντιθέσει με το «εκ-πορεύεσθαι»  το οποίο κοιτάζει το παρελθόν, το πρώτο δείχνει έργο ή ενέργεια («ν γ πέμψωμν») και όχι καταγωγή ή πηγή (« παρ το πατρς κπορεύεται») όπως το δεύτερο.

Το Αγιο Πνεύμα «ενεργεί», «δρα», (προσ-πορεύεται) δια μέσου του Υιού (Φιλιόκουε).

Με το πρόβλημα του «εκ-πορεύεται» και του «προσ-πορεύεται» (pro-cedere),  το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι αυτό της προελεύσεως του Αγίου Πνεύματος (Σύμβολο) ή το ερώτημα ελεύσεως Του σε μας (Filioque).

Εάν οι σκέψεις αυτές είναι ορθές και ισχύει η περίπτωση της λανθασμένης μετάφρασης καθώς και της έλλειψης επακριβούς ρήματος στη λατινική ώστε να αποδώσει την έννοια του «εκπορεύεται, εκπορευόμενον», τότε το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι εάν δεν θα έπρεπε να υιοθετηθεί, στην μεν Ελληνική, το Σύμβολο της Πίστεως με το «εκ του πατρός εκπορευόμενον», στη δε Λατινική (ή και Αγγλική και Γαλλική) με το «Filioque». Θα είναι, επομένως, σωστό το Σύμβολο στα Λατινικά (και Αγγλικά και Γαλλικά) με το Φιλιόκουε και στα Ελληνικά χωρίς (βλ. Έλληνες Καθολικούς, οι οποίοι ήδη το πράττουν τα τελευταία πενήντα χρόνια, και Ελληνοαμερικανούς Ορθοδόξους οι οποίοι απαγγέλουν το Σύμβολο με το «pro–ceed» χωρίς το «and the Son»).

Προφανώς είναι βεβιασμένη υπέρ το δέον η ερμηνεία πως, για την Καθολική Εκκλησία, το Filioque σημαίνει τη «διπλή εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος», από τον Πατέρα και από τον Υιό. Είναι, όμως, ευδιάκριτο αν όχι σαφές πως το Filioque, με το ρήμα «pro-cedere», δεν σημαίνει, ούτε συνεπάγεται, αυτή τη θέση της «διπλής εκπόρευσης» (πρβλ. Ιω 15:26, 16:7).

Βέβαια, το ότι το πρόβλημα του «Filioque» είναι θέμα μετάφρασης, είναι μάλλον εμφανές, όπως είναι εξίσου εμφανές πως επήλθε από τους μεταφραστές με τη πρώτη  μετάφραση του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας-Κωνσταντινούπολης (βλ. και Bulgata). Πιθανόν, ήταν λόγω έλλειψης επακριβούς λατινικού ρήματος ( «ex-cedere, de-cedere» θα ήταν νεολογισμοί). Είναι, επίσης, εμφανές πως το πρόσεξαν οι Φράγκοι Θεολόγοι τον 8ο αι. και, για να κρατήσουν τουλάχιστο τη δογματική αλήθεια, πρόσθεσαν το «Filioque» (Ιω 15:26, 16:7). Όμως, οι πολιτικές ζημώσεις την εποχή εκείνη, όχι μόνο δεν βοήθησαν τη κατάσταση, αλλά επέφεραν και την αναστάτωση η οποία επήλθε, ομολογιακή και σχισματική. Με την αδιάσειστη εδραίωση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την ακλόνητη Πατριαρχική θέση της Νέας Ρώμης, η έλευση της «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» στη Φραγκική Δύση δεν ήταν καθόλου ευπρόσδεκτη, μαζί με όλα τα συμπαρομαρτούντα, θρησκευτικά και μη. Ήταν επόμενο πως το θρησκευτικό θα είχε εκραγεί.

Θα χρειάζονταν, άραγε, μια «Οικουμενική Σύνοδος» για να γίνει αποδεκτή μια διόρθωση μετάφρασης, μια γλωσσική διευκρίνηση; (Πηγή: Amen.gr).

 

Επίλογος

Για μία ακόμη φορά ανακύπτει το ζήτημα του Filioque το 1054 στην τότε γενομένη σφοδρή αντιπαράθεση μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού, που αποτέλεσε την κυριότερη αιτία του τελευταίου και μεγάλου σχίσματος, που έκτοτε παραμένει μέχρι σήμερα. Όπως παρατηρεί ο μακαριστός αρχ. π. Σ. Μπιλάλης  «αντί να αποκηρύξη ο (τότε) Πάπας Λέων ο Θ΄ το ‘βλάσφημον δόγμα’ του Filioque, το εχρησιμοποίησεν ως σημαίαν, δια να καταπολεμήση και αφορίση, διά των απεσταλμένων του ως αιρετικήν την Ανατολικήν Εκκλησίαν, την μη δεχομένη το Filioque…Το 1014 το Filioque προστίθεται εις το Σύμβολον Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως εν τη Ρώμη, τη πιέσει του αυτοκράτορος Γερμανίας Ερίκου, και, μετά τεσσαράκοντα μόλις έτη, τω 1054, οι παραχαράκται του Συμβόλου, του επικυρωθέντος υπό πασών των Οικουμενικών Συνόδων, κατηγορούν ως αιρετικούς τους Ορθοδόξους, διότι απέκοψαν δήθεν εκ του ιερού Σύμβολου το αιρετικόν νεόπλασμα του Filioque».[ Αρχ.  Σ. Μπιλάλη, Η αίρεσις του Filioque, Εκδ. «Ορθ. Τύπου» τομ. Α΄, Αθήναι 1972, σελ.82]. Οι παρά πάνω επισημάνσεις μαρτυρούν πλέον ξεκάθαρα, ότι οι Παπικοί, προκειμένου να κρατήσουν πάση θυσία την βλάσφημη αυτή κακοδοξία, δεν δίστασαν να προχωρήσουν ακόμη και στη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων.

Η ίδια η ιστορία μας ομιλεί με την ιδική της γλώσσα και μας βεβαιώνει, ότι δεν πρόκειται για λεκτική, ή νοηματική παρανόηση, αλλά για σκόπιμη προσθήκη, προκειμένου να εξυπηρετηθούν πολιτικές, ή άλλες σκοπιμότητες του παπισμού. Οι πλαστογραφήσεις πρακτικών συνόδων από τους δυτικούς, η εμμονή τους στην προσθήκη και η ανεξήγητη αδιαλλαξία τους για το μέγιστο αυτό θεολογικό πρόβλημα, φανερώνει ενσυνείδητη επιλογή.