Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025
ΟΡΑΜΑ ΘΑΥΜΑΣΤΟΝ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟΝ ΣΤΟΝ ΡΟΥΜΑΝΟ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟ ΜΟΡΟΪ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
Η Εσχατολογία του «Κινήματος κατά των Κωδικών - αριθμών» στο Φως της Ορθόδοξης Παράδοσης-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΤΑ
Το τελευταίο επιχείρημα του ΚΚΤΚ που αξίζει προσοχής: ο αριθμός αποδίδεται σε ένα πρόσωπο, αντικαθιστά το «θεόδοτο όνομα» και εισάγει στο «σύστημα του Αντιχρίστου».
Πρώτον, ο προσωπικός αριθμός ταυτοποίησης δεν αντικαθιστά το όνομα, αλλά το συμπληρώνει· και μάλιστα, εξατομικεύει στο μέγιστο βαθμό το όνομα του ανθρώπου (και τον ίδιο τον άνθρωπο), διότι κανένας άλλος δεν έχει ούτε μπορεί να έχει τον ίδιο αριθμό!
Δεύτερον, ο προσωπικός αριθμός ταυτοποίησης είναι απλώς μια διευκόλυνση για το ηλεκτρονικό σύστημα, και δεν υπάρχει τίποτε το φοβερό σε αυτό. «Εάν κάποια κλειδαριά με αναγνωρίζει μέσω του αποτυπώματος του δακτύλου μου, αυτό δεν σημαίνει ότι εγώ μετατράπηκα σε αποτύπωμα δακτύλου ή ότι στερήθηκα το όνομά μου. Αν πάλι ο φορολογικός υπολογιστής με αναγνωρίζει με τη βοήθεια ενός συνόλου αριθμών, ούτε αυτό σημαίνει ότι στερήθηκα το χριστιανικό και ανθρώπινο όνομά μου», εξηγεί ο πρωτοδιάκονος Ανδρέας Κουράεφ[1].
Τρίτον, τι σημαίνει «θεοδότο όνομα»; Η πρώτη γυναίκα έλαβε το όνομά της όχι από τον Θεό, αλλά από τον άνθρωπο, ήδη μετά την πτώση (Γεν. 3:20). Εξάλλου, οποιοδήποτε όνομα κι αν έχει ο άνθρωπος, στην ουσία του λειτουργεί ως αναγνωριστικό της προσωπικότητάς του και ένα γνώρισμα του πεπτωκότος μας κόσμου, διότι δεν μπορεί να αποτυπώσει πλήρως το «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» στον άνθρωπο.
Τέταρτον, στον Θεό δεν χρειάζονται τα ονόματά μας για να μας διακρίνει· μας γνωρίζει ούτως ή άλλως. Αν ο Θεός έδινε σημασία στα ονόματα, δεν θα ονόμαζε τον πρώτο δημιουργημένο άνθρωπο Ἀδάμ – δηλαδή γη.
Πέμπτον, είμαστε δημιουργημένοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού, και όπως ο Θεός δεν ταυτίζεται με το όνομά Του – είναι μεγαλύτερος από αυτό, έτσι και ο άνθρωπος δεν ταυτίζεται με το όνομά του. Όπως γράφει ο Β. Ν. Λόσκι:
«Η προσωπικότητα του Χριστού, όπως και η προσωπικότητα του ανθρώπου, δεν περιορίζεται στο φυσικό σώμα, την ψυχή ή το πνεύμα, αλλά υπάρχει πέρα από αυτά τα συστατικά, τα οποία είναι μόνο μια έκφραση της φύσης της.»[2]. «Η προσωπικότητα, αυτή η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο, είναι η ελευθερία του ανθρώπου σε σχέση με τη φύση του…»[3], και επομένως και σε σχέση με το όνομά του.
Δεν χρειάζεται να θεοποιούμε το όνομα. Είναι απλώς ένα αναγνωριστικό της προσωπικότητας στον πεπτωκότα κόσμο. Στην Παράδοση της Εκκλησίας, τα ονόματα δεν θεοποιούνται, όπως απεδείχθη από το αποτέλεσμα των συζητήσεων γύρω από τις ονοματολατρικές έριδες.
Έκτον το ίδιο το επώνυμο κατέχει τα ίδια χαρακτηριστικά με έναν προσωπικό αναγνωριστικό κωδικό.
«Όπως και ο κώδικας, το επώνυμο δεν επιλέγεται· όπως και ο κώδικας, το επώνυμο είναι αμετάβλητο και παραμένει με τον άνθρωπο (τουλάχιστον για τον άνδρα) σε όλη του τη ζωή. Όπως και ο κώδικας, το επώνυμο πρέπει να δηλώνεται σε όλες τις επαφές του ανθρώπου με τις επίσημες υπηρεσίες. Όπως και ο κώδικας, το επώνυμο στην καθημερινή χρήση δεν εμπεριέχει καμία αναφορά για την ένταξη του ανθρώπου στην Χριστιανική Εκκλησία»[4].
Πολλά από τα σύγχρονα επώνυμα σχηματίστηκαν από παρατσούκλια ή από την «δουλική υπαγωγή» στον γαιοκτήμονα, από τον τόπο, το επάγγελμα κτλ. Πού λοιπόν μπορεί να βρεθεί μέσα σε αυτά «θεϊκό» στοιχείο;
Δεν είναι το όνομα που κοσμεί τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος το όνομα. Ένα όμορφο όνομα – “Εωσφόρος”– δεν βοήθησε τον διάβολο να παραμείνει πιστός στον Θεό. Υπάρχουν ονόματα που προέρχονται από ειδωλολατρικούς θεούς, ωστόσο τα ονόματα αυτά έγιναν άγια. Πολλά ειδωλολατρικά ονόματα στο εκκλησιαστικό μηναίο, ανήκουν σε μάρτυρες, οσίους, οσιομάρτυρες, ιερομάρτυρες και αγίους.
«Περί του “αντιχρίστου συστήματος”, το οποίο οικοδομείται με τις ψηφιακές τεχνολογίες και το Διαδίκτυο.»
Δεν πρέπει να θεωρείται «σύστημα του Αντίχριστου» ό,τι γίνεται με τα χέρια και το μυαλό του ανθρώπου, ούτε ότι δεν περιγράφεται με «βιβλικούς» όρους. Οι ίδιες λέξεις, με την ίδια ορθογραφία, μπορεί να έχουν διαφορετική σημασία. Για παράδειγμα, ο όρος «όνομα» στις ψηφιακές τεχνολογίες δεν ταυτίζεται ακριβώς με τον ίδιο όρο στη φιλοσοφία ή τη θεολογία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ό,τι διαφέρει από τη θεολογία είναι «αντιχριστιανικό σύστημα». Ομοίως, το ηλεκτρονικό όνομα ως σύνολο ψηφίων, που χρησιμοποιεί η μηχανή για να καταγράψει τον κάτοχό του σε ένα μητρώο, δεν σημαίνει «είσοδο στη παγκόσμια εξουσία του κακού». Αν φυσικοί, μαθηματικοί, βιολόγοι κ.ά. στην εργασία τους δεν χρησιμοποιούν βιβλική γλώσσα ή αν κάποιες λέξεις έχουν διαφορετικό νόημα (όπως το «όνομα») αυτό δεν σημαίνει ότι υπηρετούν τον μέλλοντα Αντίχριστο ή «προετοιμάζουν την έλευσή του». Επομένως, οι ισχυρισμοί ότι μέσω προσωπικών αριθμών αντικαθίσταται το «θεϊκό» όνομα με κάτι «σατανικό» δεν έχουν καμία θεολογική ή άλλη βάση.
Έτσι, η εσχατολογία του ΚΚΤΚ, παρά την εξωτερική ομοιότητά του με τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό (στη χρήση ορολογίας), στα βασικά του αξιώματα έρχεται σε αντίθεση με τη διδασκαλία της Εκκλησίας στα βασικά της δόγματα: τη διδασκαλία για το τέλος των καιρών, τον Αντίχριστο και το μυστήριο της ανομίας. Ταυτόχρονα, το ΚΚΤΚ εκδηλώνει επικίνδυνες απόψεις που είναι χαρακτηριστικές για σχισματικές κοινότητες, αιρετικές ομάδες και αποκρυφιστικές οργανώσεις: (όπως το πνεύμα του Αντίχριστου, η αυτοδύναμη δράση της «σφραγίδας του Αντίχριστου», η επίδραση των αριθμών και των ονομάτων στον άνθρωπο).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το σύνολο των αποκαλυπτικών δογμάτων του ΚΚΤΚ (Κίνημα κατά των κωδικών) διαφέρει ουσιαστικά από την εσχατολογική διδασκαλία της Εκκλησίας.
Η «εσχατολογία» του ΚΚΤΚ αντιτίθεται στην Ορθόδοξη Παράδοση στη διδασκαλία:
· για τον χρόνο της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού,
· για τα σημεία της «συντελείας του κόσμου»,
· για τον χρόνο εμφάνισης, τον ρόλο, τους τρόπους και τη σειρά των ενεργειών του Αντιχρίστου.
Στη διδασκαλία του ΚΚΤΚ για την «συντέλεια των καιρών» δεν προσδιορίζεται το κύριο σημείο της έλεύσεώς της – η εμφάνιση του Αντιχρίστου. Η «Ημέρα της Κρίσεως», σύμφωνα με το ΚΚΤΚ, αρχίζει είτε με την προσέγγιση σε κάποιο «μοιραίο όριο», είτε (ταυτόχρονα) με τη «στιγμή της Θυσίας του Γολγοθά».
Αντιβαίνει επίσης στην Παράδοση και η διδασκαλία για το «πνεύμα του Αντιχρίστου», που «δεν έχει ακόμη βασιλέψει», αλλά δύναται να ενεργεί. Στο ΚΚΤΚ ο Αντίχριστος παρουσιάζεται ως αόρατη προσωπικότητα που ήδη υπάρχει στην ιστορία και την καθοδηγεί.
Η «σφραγίδα» στην «εσχατολογία» του ΚΚΤΚ αποκτά αυτόνομη υπόσταση: εμφανίζεται στον ορατό κόσμο πριν από τον Αντίχριστο, υπάρχει χωρίς το όνομά του και «προετοιμάζει» τον κόσμο να τον λατρεύσει. Μπορεί να επηρεάζει τη συνείδηση των ανθρώπων, να στερεί από τον άνθρωπο τον νου, τη βούληση και τη δυνατότητα μετανοίας, να «μολύνει τη συνείδηση», να τον εξαναγκάζει να αρνηθεί τον Χριστό (αυτοτελώς, προτού ακόμη εμφανισθεί ο Αντίχριστος), καθώς και να επηρεάζει την πορεία της ιστορίας.
Η διδασκαλία του ΚΚΤΚ περί «σφραγίδας του Αντιχρίστου» φανερώνει μεταβλητότητα στο περιεχόμενό της (σε αντίθεση με την Παράδοση της Εκκλησίας). Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας μεταβάλλεται και η βάση της διδασκαλίας του ΚΚΤΚ: παλαιότερα ως «σφραγίδα του Αντιχρίστου» εθεωρείτο το barcode (εξ ου και η ονομασία «κίνημα κατά των κωδικών»), ενώ σήμερα (μετά από 40 χρόνια) στην έννοια της «σφραγίδας» συμπεριλαμβάνονται πλέον τα ηλεκτρονικά κυκλώματα – τα «τσιπ». Όμως, στον κόσμο ήδη δοκιμάζονταν τεχνικά μέσα ταυτοποιήσεως μέσω αποτυπώματος παλάμης ή ίριδας του οφθαλμού, ενώ το ΚΚΤΚ παραμένει κίνημα «κατά των κωδικών» και δεν παύει να υπάρχει στον ορθόδοξο χώρο. Αυτό συμβαίνει διότι έχει δημιουργήσει τη δική του παράδοση. Μπορεί να υποτεθεί ότι θα συνεχίσει να υπάρχει και να αναπτύσσεται, συμπεριλαμβάνοντας στην έννοια της «σφραγίδας του Αντιχρίστου» ολοένα και νέα τεχνολογικά επιτεύγματα.
Στην «εσχατολογία» του ΚΚΤΚ απουσιάζει ο Χριστός. Όλα τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στον «αποκαλυπτικό» του λόγο – εκτυλίσσονται χάριν του Αντιχρίστου. Ο «Αρμαγεδδών» τους τελειώνει με την βασιλεία του Αντιχρίστου. Δεν έχει συνέχεια. Έτσι, ο Αντίχριστος από αντικείμενο της ιστορίας (σημείο της εγγύς Δευτέρας Παρουσίας) γίνεται πλήρης υποκείμενό της.
Ωστόσο, στα κύρια δογματικά του σημεία, το ΚΚΤΚ μέσα στο περιβάλλον της Ορθοδόξου Εκκλησίας παραμένει ταυτόσημο με το ΚΚΤΚ του νεοπεντηκοστιανισμού:
· το barcode είναι η σφραγίδα του Αντιχρίστου,
· οι ψηφιακές τεχνολογίες οδηγούν στην απαγόρευση της αγοραπωλησίας, επομένως συμφωνούν με την Αποκάλυψη 13:17 («ούτε να αγοράσει ούτε να πουλήσει»),
· η παγκοσμιοποίηση είναι «διαδικασία του Αντιχρίστου».
Κατά συνέπεια, το σύνολο των αποκαλυπτικών δογμάτων, δανεισμένο από τους νεοπεντηκοστιανούς, δεν μπορεί να ονομαστεί μέρος της Παραδόσεως της Εκκλησίας ούτε ως «ιδιαίτερη άποψη» περί των εσχάτων του κόσμου. Πρόκειται για διδασκαλία ξεχωριστή από την Ορθόδοξη Παράδοση, η οποία έχει δημιουργήσει δική της ερμηνεία του Ευαγγελίου και της Αποκαλύψεως του Ιωάννη του Θεολόγου, που δεν έχει τίποτε κοινό με την Ορθοδοξία. Σε αυτήν υπάρχει λίγη πολιτική, λίγη νομική, λίγη οικονομία· όλα τα υπόλοιπα είναι φήμες, αναξιόπιστα γεγονότα, υποθέσεις και εικασίες – κατά την έκφραση του Αποστόλου Παύλου, «μυθοπλασίες γραωδείς» (Α΄ Τιμ. 4,7)· και, το κυριότερο, ένας νεοπεντηκοστιανικός τρόπος προσεγγίσεως της Αγίας Γραφής, μακριά από την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας.
Ο όγκος της παρούσης εργασίας δεν επιτρέπει την εξέταση σειράς άλλων θεμάτων, σχετικών με το αντικείμενο. Θα μπορούσε να μελετηθεί η επίδραση της ιδεολογίας του ΚΚΤΚ στην ηθικο-ασκητική μορφή και την πνευματική ζωή του χριστιανού. Επίσης αξίζει προσοχής η διδασκαλία του ΚΚΤΚ για την Εκκλησία «στα έσχατα χρόνια», στην οποία επίσης παρατηρείται απόκλιση από την Ορθόδοξη Παράδοση.
Η επίλυση αυτών των ζητημάτων και η απάντηση σε αυτά μπορεί να αποτελέσει συνέχεια της προτεινόμενης εργασίας.
''Η εσχατολογία του «κινήματος κατά των κωδίκων» (ΚΚΤΚ) υπό το φως της Ορθόδοξης Παραδόσεως''. Συγγραφέας Ουκρανιέτς, Γ. Ι., Προϊστάμενος Τμήματος Θεολογίας Μάλκοφ Π. Γ.
https://pstgu.ru/upload/medialibrary/b08/b08083cd79a457ecd6bd8a8b999017ab.pdf
Η ΕΥΡΕΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Το
παρεκκλήσιο της Ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού. Η εύρεση και η συσχέτισή της με
την αγία Ελένη. Το ζήτημα της γνησιότητας. Η ισχυρή παράδοση στην Ορθόδοξη
Εκκλησία και τον ΡΚαθολικισμό.
(Αποσπάσματα από το βιβλίο του καθηγητή
Βυζαντινής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ Κ. Καλοκύρη: «Το αρχιτεκτονικό Συγκρότημα του
Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός», ο οποίος
διενήργησε ανασκαφές στον Πανάγιο Τάφο και τα γύρω από αυτόν προσκυνήματα, με
εντολή του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Σελ. 98-108)
Είναι
γεγονός ότι κάτω από την παλαιά βασιλική, όπου βρίσκεται ο Πανάγιος Τάφος
υπάρχει παρεκκλήσιο της εύρεσης του Τιμίου Σταυρού (κρύπτη της αγίας Ελένης)
κατασκευασμένο από τον Κων. Μονομάχο
(1042-1055). Στον υπόγειο αυτό χώρο βρέθηκε
τμήμα ξύλου, το οποίον οι
πιστοί του 4ου αιώνα ταύτισαν με τον Τίμιο Σταυρό του
Χριστού.
Δεν υπάρχει Ορθόδοξη μελέτη, η οποία
με καθαρώς επιστημονικά, ιστορικά και αρχαιολογικά κριτήρια να εξετάζει
ολοκληρωτικά το θέμα. Η παράδοση αναφέρει ότι η αγία Ελένη βρήκε τον Τ. Σταυρό
με τις ανασκαφικές έρευνες που διέταξε και έγιναν. Όμως από τα μέσα του 4ου
αιώνα, όπου τοποθετείται η εύρεση καμιά
ιστορική πηγή δεν αναφέρει ότι αυτή οφείλεται στην αγία Ελένη. Δεν μαρτυρούνται
δε ανασκαφικές έρευνες από αυτήν από σύγχρονές της πηγές, εκκλησιαστικές ή
άλλες, ούτε γίνεται λόγος για την εύρεση του Τ. Σταυρού στις ανασκαφικές
εργασίες που έγιναν με εντολή του Μ. Κωνσταντίνου για την αποκάλυψη του
Παναγίου Τάφου και την ίδρυση της πλησίον του βασιλικής. Ούτε ο πατέρας της
Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Ευσέβιος
Καισαρείας, γράφοντας το 335 και εγκωμιάζοντας υπερβολικά τον Μ.
Κωνσταντίνο και την μητέρα του, ως ο επίσημος
βιογράφος των, δεν αναφέρει πουθενά ότι εκείνη βρήκε τον Σταυρό, ενώ κάνει
λόγο για τους ναούς που ίδρυσε (της Γέννησης στη Βηθλεέμ, της Ανάληψης στο όρος
των Ελαιών) και για τα άλλα έργα ευποιίας της και μάλιστα όταν, γηραλέα πλέον
(το 332) «ήκεν σπεύδουσα νεανικώς η
πρέσβυς» στα Ιεροσόλυμα (Ευσεβίου Καισαρείας: Εις τον βίον Κωνσταντίνου,
ΒΕΠΕΣ, τ. 24, XLI,
σελ. 160)
Επομένως, ο πλέον ενήμερος Ευσέβιος
αγνοεί τα περί ανασκαφών της βασιλομήτορας. Ήταν όμως ποτέ δυνατόν, εάν συνέβη
ένα τέτοιο γεγονός, τόσο τιμητικό για την Αυγούστα, να μην το αναφέρει και
μάλιστα εγκωμιαστικά; Αλλά και ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Κύριλλος (350-386), ενώ μας γνωστοποιεί στις Κατηχήσεις του (350)
την εύρεση του Σταυρού, τον οποίον μπορεί κανείς να δει («το ξύλον το άγιον του σταυρού μαρτυρεί μέχρι σήμερον παρ’ ημίν
φαινόμενον», PG,
Κατήχησις Α΄ Φωτιζομένων, Κατήχ. 10. 19), όμως αγνοεί πως και από ποιόν
βρέθηκε. Σε επιστολή του δε προς τον γιο του Μ. Κωνσταντίνου, αυτοκράτορα Κωνστάντιο (αρειανό το φρόνημα)
αναφέρει: «επί..... Κωνσταντίνου του σου
πατρός το σωτήριον του σταυρού ξύλον εν Ιεροσολύμοις ηύρηται». Επομένως
βρέθηκε «επί Μ. Κωνσταντίνου», αλλ’ όχι «υπό
Μ. Κωνσταντίνου».
Αλλά και η αγία Μελάνη, η οποία παρευρέθηκε στην τελετή του Σταυρού στα
Ιεροσόλυμα τις ημέρες του Πάσχα του 398 (και αφηγείται σχετικώς στον επίσκοπο
Νόλης Παυλίνο, P.L. τ. LI, στ. 329) δεν αναφέρει την εύρεση του Σταυρού από την Αυγούστα.
Είναι
περίεργο ότι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας που έζησαν τον 4ο
αιώνα και κοιμήθηκαν περί το τέλος του, δηλ: ο Μ. Αθανάσιος (+373), ο Μ.
Βασίλειος (+379), ο Γρηγόριος
Θεολόγος (+390), ο Γρηγόριος Νύσσης
(+394) και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος
(+407), ενώ έγραψαν ομιλίες και εγκώμια για τον Τ. Σταυρό, όμως δεν αναφέρουν
ότι η εύρεση οφείλεται στην αγία Ελένη, ενώ τότε, ως φαίνεται, είχε αρχίσει να
διαδίδεται το πράγμα.
Ο Χρυσόστομος πιστεύει ότι ο αληθινός Σταυρός του Ιησού δεν υπάρχει επί της γης, επειδή τον
πήρε στον ουρανό ο Χριστός, ως το τρόπαιό του κατά του διαβόλου και του θανάτου
και, μαζί με αυτόν θα έλθει κατά τη δευτέρα Παρουσία: «ουκ’ αφήκεν αυτόν (σταυρόν) είναι
επί της γης, αλλά ανέσπασεν αυτόν
και εις τον ουρανόν ανήγαγεν. Πόθεν δήλον τούτο; Μετ΄ αυτού μέλλει έρχεσθαι εν
τη δευτέρα παρουσία» (Ιω. Χρυσοστόμου, ομιλία «εις τον Σταυρόν και εις τον
ληστήν» PG
τόμ. 49, Α΄ ομιλία, στ. 404 και Β΄ ομιλία, στ. 413).
Κάπως ανάλογο χωρίο υπάρχει στην 13η
κατήχηση του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων:
Ο άγιος Κύριλλος (350-386) καλεί τους δυσπιστούντες για τη σταύρωση του Ιησού
να ελέγξουν όλα τα σχετικά με την σταύρωση, όπως είναι ο Γολγοθάς: «…..ο Γολγοθάς ούτος ο άγιος ο υπερανεστώς
και μέχρι σήμερον φαινόμενος και δεικνύων μέχρι νυν όπως δια Χριστόν αι πέτραι
τότε ερράγησαν, το μνήμα το πλησίον, όπου ετέθη, και ο επιτεθείς τη θύρα λίθος
ο μέχρι σήμερον παρά τω μνημείω κείμενος….. τούτο (ο σταυρός) μετά
του Ιησού φαίνεσθαι μέλλει πάλιν εξ
ουρανού…..» (PG.
κατήχ. 13. 39-41). Εδώ, παρατηρούμε, ότι ο άγιος Κύριλλος δεν αναφέρει καν την
ύπαρξη σταυρού επί της γης και τούτο 25 χρόνια μετά την –-υποτιθέμενη- εύρεση του Σταυρού από την αγία Ελένη (6.3.326).
Κάτι ανάλογο αναφέρεται και στο
λόγο: «Εις τον Σταυρόν και την δευτέραν Παρουσίαν» του αγίου Εφραίμ του Σύρου (306-373): «….. Ο
ίδιος ο Τίμιος Σταυρός πρόκειται να
εμφανισθεί ξανά πρώτος στη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, ως τίμιο και
ζωοποιό και σεβαστό και άγιο σκήπτρο του μεγάλου βασιλιά Χριστού, σύμφωνα με το
λόγο του Κυρίου που είπε ότι «θα φανεί στον ουρανό το σημείο του Υιού του
ανθρώπου (Ματθ. 24. 30)…..». (themistoklismourtzanos.blogspot.com/2011/09/blog-post_12.html). Τα χωρία αυτά δεν διευκρινίζουν σαφώς,
αν ο Σταυρός βρίσκεται στον ουρανό, όπως το διασαφηνίζει ο Χρυσόστομος ή αν «σταυρού
τύπος» θα εμφανιστεί κατά την Β΄ Παρουσία. Πάντως, αν ο σταυρός ευρίσκετο επί
της γης και μάλιστα στα Ιεροσόλυμα, πρώτος ο άγιος Κύριλλος θα το διατυμπάνιζε
και θα καλούσε κάθε δύσπιστο να προσέλθει να τον προσκυνήσει.
Η παράδοση για την εύρεση του
Σταυρού από την αγία Ελένη, δημιουργήθηκε από το 395, όπου την γνωρίζουν: οι
ιστορικοί Σωκράτης, Σωζόμενος και Θεοδώρητος, στη Δύση δε στις αρχές του 5ου
αιώνα οι Ιερώνυμος, Ρουφίνος, Παυλίνος της Νόλα και Αμβρόσιος Μεδιολάνων, ο οποίος αναφέρει ότι ο Σταυρός βεβαιώθηκε
από την επ’ αυτού επιγραφή του Πιλάτου.
Τελικά, ανεξάρτητα από την έρευνα, η
οποία μέχρι σήμερα δεν συνηγορεί για
την εύρεση του Σταυρού από την αγία Ελένη, η παράδοση της Εκκλησίας κατακυρώνει
την εύρεση από αυτήν και την δηλοποιεί στην υμνολογία της: «Κωνσταντίνος σήμερον συν τη μητρί τη Ελένη
τον Σταυρόν εμφαίνουσι....», καθώς και στο ευχολόγιό της και δη στο
μυστήριο του γάμου: «..... την χαράν ήν
έσχεν η αγία Ελένη ότε εύρε τον Τίμιον Σταυρόν».
Όσον αφορά την προσκύνηση τεμαχίου του Τιμίου Σταυρού, ο Ιω.
Δαμασκηνός καταγράφει, ότι δεν πρέπει να προσκυνείται τέτοιο μετά την διάλυσή
του Σταυρού: «Προκυνητέον τοίνυν το
σημείον του Χριστού. Ένθα γαρ αν η το σημείον, εκεί και αυτός έσται. Την δε
ύλην, εξ ης ο τύπος του σταυρού συνίσταται, ει και χρυσός ή λίθοι είεν τίμιοι,
μετά την του τύπου (ει τύχοι) διάλυσιν ου
προσκυνητέον» (Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, κεφ. Δ11 (84)).
Συμπεράσματα
1/ Ο Μ. Κων/νος είχε διατάξει να
γίνουν ανασκαφές στα Ιεροσόλυμα προς εύρεση του Παναγίου Τάφου, πολύ πριν
επισκεφθεί τους αγίους Τόπους η αγία Ελένη. Στις ανασκαφές αυτές δεν είχε
βρεθεί ο Τίμιος Σταυρός.
2/ Η αγία Ελένη επισκέφθηκε τα
Ιεροσόλυμα, το 332, σε πολύ μεγάλη ηλικία. Δεν διενήργησε ανασκαφές, ούτε βρήκε
τον Τ. Σταυρό.
3/ Ο βιογράφος της, Καισαρείας
Ευσέβιος, αναφέρει την ίδρυση πλείστων Ναών, πλην όμως δεν αναφέρει εύρεση του
Τ. Σταυρού.
4/ Αναφέρεται, ότι το 350, σε
νεώτερες ανασκαφές βρέθηκε τεμάχιο ξύλου,
το οποίον οι πιστοί ταύτισαν με τον
Σταυρό του Κυρίου.
5/ Ο Ιεροσολύμων Κύριλλος (350-386)
πιστοποιεί, ότι αυτό το τεμάχιο ξύλου
προέρχεται από τον Σταυρό του Κυρίου, δεν αναφέρει δε και αυτός εύρεση από την
αγία Ελένη.
6/ Όλοι οι μεγάλοι Πατέρες της
Ανατολής του 4ου αι. (Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος
Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης, Ιω. Χρυσόστομος) δεν αναφέρουν εύρεση του Σταυρού
από την αγία Ελένη.
7/ Τρεις Πατέρες της Εκκλησίας (Ιω.
Χρυσόστομος, Κύριλλος Ιεροσολύμων, Εφραίμ ο Σύρος) δηλώνουν, ότι ο Χριστός δεν άφησε το Σταυρό του επί της γης,
αλλά τον πήρε μαζί του στον Ουρανό, με την Ανάληψή του, με αυτόν δε πρόκειται
να έλθει πάλι, κατά την β΄ παρουσία.
8/ Η παράδοση για την εύρεση του
Σταυρού από την αγία Ελένη δημιουργήθηκε τον 5ο αι. από τον
Μεδιολάνων Αμβρόσιο και διαδόθηκε και στην Ανατολή.
9/ Η Εκκλησία δέχτηκε αυτή την
εκδοχή από τη Δύση και την ενσωμάτωσε στην υμνολογία της.
10/ Ο άγιος Ιω. Δαμασκηνός
απαγορεύει την προσκύνηση τεμαχίου του Σταυρού, πράγμα που το θεωρεί, ως
ειδωλολατρία.
20.9.16
Ι.
ΚΑΡΔΑΣΗΣ
Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025
Ο τρόπος που κάνουν το σημείο του Σταυρού οι Ορθόδοξοι , οι Ρωμαιοκαθολικοί και γιατί (Σύντομο άρθρο Κατήχησης)
Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
Ο Σταυρός στην ορθόδοξη παράδοση δεν είναι απλώς ένα σύμβολο πίστης. Είναι μια υπενθύμιση της μεγάλης θυσίας που έκανε ο Υιός του Θεού για τη σωτηρία μας- το σημείο της λύτρωσης από τις αμαρτίες μας
Για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς το σημείο του σταυρού γίνεται με το δεξί χέρι, ενώνοντας τα πρώτα τρία δάκτυλα (αναφορά στα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας) και κλείνοντας τα άλλα δύο (η δισυπόστατη φύση του Χριστού, θεία και ανθρώπινη).
H επιλογή της "δεξιάς χειρός" προέρχεται από την εβραϊκή παράδοση, την οποία παρέλαβαν και διατήρησαν μουσουλμάνοι και χριστιανοί, περί της "Δεξιάς του Κυρίου" ως τιμητικής -και αντίστοιχα της αριστερής ως ατιμωτικής πλευράς, κάτι που προφανώς έχει να κάνει με την συνοπτική πλειοψηφία των δεξιόχειρων στον ανθρώπινο πληθυσμό.
Το χέρι ανεβαίνει πρώτα στο μέτωπο (στο ανώτερο σημείο του προσώπου, σε αντιστοιχία με την ουράνια κατοικία του Θεού), μετά κατεβαίνει στην κοιλιά (καθώς ο Χριστός ενσαρκώθηκε στην κοιλία της Θεοτόκου), ανεβαίνει στο δεξί ώμο (συμβολίζοντας τον αναβιβασμό μας στην "Δεξιά του Κυρίου" κατά την Κρίση της Δευτέρας Παρουσίας και καταλήγει με οριζόντια κίνηση στον αριστερό ώμο (συμβολίζοντας την απόταξη του κακού πνεύματος).
Μια ερμηνεία, θεολογικώτατη μέσα στην απλότητά της, μας δίνει στην πέμπτη διδαχή του ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός:
«Ακούσατε, χριστιανοί μου, πως πρέπει να γίνεται ο σταυρός και τι σημαίνει. Μας λέγει το άγιον Ευαγγέλιον πως η αγία Τριάς, ο Θεός, δοξάζεται εις τον ουρανόν περισσότερον από τους αγγέλους. Τι πρέπει να κάμης και εσύ; Σμίγεις τα τρία σου δάκτυλα με το δεξιόν το χέρι σου και, μην ημπορώντας να ανεβής εις τον ουρανόν να προσκυνήσης, βάνεις το χέρι σου εις το κεφάλι σου, διότι το κεφάλι σου είναι στρογγυλό και φανερώνει τον ουρανόν, και λέγεις με το στόμα: Καθώς εσείς οι άγγελοι δοξάζετε την αγίαν Τριάδα εις τον ουρανόν, έτσι και εγώ, ως δούλος ανάξιος, δοξάζω και προσκυνώ την αγίαν Τριάδα. Και καθώς αυτά τα δάκτυλα είναι τρία -είναι ξεχωριστά, είναι και μαζί- έτσι είναι και η αγία Τριάς, ο Θεός, τρία πρόσωπα και ένας μόνος Θεός. Κατεβάζεις το χέρι σου από το κεφάλι σου και το βάνεις εις την κοιλίαν σου και λέγεις: Σε προσκυνώ και σε λατρεύω, Κύριέ μου, ότι κατεδέχθης και εσαρκώθης εις την κοιλίαν της Θεοτόκου διά τας αμαρτίας μας. Το βάζεις πάλιν εις τον δεξιόν σου ώμον και λέγεις: Σε παρακαλώ, Θεέ μου, να με συγχωρήσης και να με βάλης εις τα δεξιά με τους δικαίους. Βάνοντάς το πάλι εις τον αριστερόν ώμον, λέγεις: Σε παρακαλώ, Κύριέ μου, μη με βάλης εις τα αριστερά με τους αμαρτωλούς. Έπειτα, κύπτοντας κάτω εις την γην: Σε δοξάζω, Θεέ μου, σε προσκυνώ και σε λατρεύω ότι, καθώς εβάλθηκες εις τον τάφον, έτσι θα βαλθώ και εγώ. Και όταν σηκώνεσαι ορθός, φανερώνεις την Ανάστασιν, και λέγεις: Σε δοξάζω, Κύριέ μου, σε προσκυνώ και σε λατρεύω, πως αναστήθηκες από τους νεκρούς, διά να μας χαρίσης την ζωήν την αιώνιον. Αυτό σημαίνει ο πανάγιος σταυρός.»
Γιατί κάνουμε το σταυρό μας με το δεξί μας χέρι
Η ίδια θεολογική εξήγηση δίνεται -με ελαφρά διαφορετικές διατυπώσεις- και σε άλλους παρόμοιους συνδέσμους.
Οι αναφορές στα εκκλησιαστικά βιβλία για τη συνήθεια των χριστιανών να σχηματίζουν το σημείο του σταυρού με τα δάκτυλά τους, ξεκινούν με τις Πράξεις του Αποστόλου Ανδρέα (βιβλίο γραμμένο μεταξύ 150-180 μ. Χ.). Αργότερα στη συνήθεια του σχηματισμού του σημείου του σταυρού αναφέρεται ο Τερτυλιαννός (Καρθαγένη, γύρω στα 200 μ.Χ.), καθώς και άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας του 3ου-5ου αιώνα (Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Ωριγένης, Λακτάντιος κ.ά.).
Οι απόψεις συγκλίνουν στο ότι οι πρώτοι χριστιανοί που εγκαθίδρυσαν τη συνήθεια, επικαλούμενοι το Σταυρό του Μαρτυρίου (ως ομολογία πίστης και ως ανάμνηση του σταυρικού μαρτυρίου ή ως επίκληση στη χάρη και στη βοήθεια του Κυρίου), έκαναν το σημείο του σταυρού μόνο στο μέτωπο και μόνο με τον αντίχειρα, όπως σήμερα γίνεται στην Καθολική Εκκλησία κατά την Τετάρτη των Τεφρών (Ash Wednesday).
Είναι άγνωστο πότε η χειρονομία επεκτάθηκε στον κορμό του σώματος. Είναι όμως ξεκάθαρο ότι κατά την εποχή των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας (3ος-5ος αιώνας μ. Χ.), η χρήση των τριών δακτύλων είχε οριστικοποιηθεί, καθώς και η κίνηση τελική κίνηση από τα δεξιά προς τα αριστερά (η χρήση του δεξιού χεριού δεν άλλαξε ποτέ). Την παράδοση αυτή την διατηρούν μέχρι σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι λοιπές Ανατολικές Εκκλησίες, ακόμη και η ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας.
Τα τρία πάνω δάχτυλα αντιπροσωπεύουν και εδώ την Αγία Τριάδα και τα άλλα δύο τα ενωμένα τις δύο φύσεις του Ιησού Χριστού.
H λεγόμενη Ουκρανική Ελληνο-Καθολική Εκκλησία (ΟΥΝΙΤΕΣ) έχει διατηρήσει το τυπικό, τα άμφια και τα εξωτερικά σημεία λατρείας της Ορθόδοξης Εκκλησίας (βυζαντινό τυπικό), αποδεχόμενη όμως τη δογματική διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας, καθώς και το Πρωτείο και το Αλάθητο του Πάπα.
Χαρακτηριστικά αντίθετη είναι η ιστορία με την διατήρηση της χειρονομίας στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, όπου πολλοί πιστοί είχαν αποκλίνει από την Ορθόδοξη παράδοση, όπως την παρέλαβαν οι Ρώσοι από τους Βυζαντινούς μετά τον 10ο αιώνα μ. Χ. Πολλοί πιστοί της Τσαρικής Αυτοκρατορίας μετέβαλλαν τη χειρονομία, από τα τρία ενώμενα δάκτυλα πάλι στα δύο -ενωμένα συστρεφόμενα-, συμβολίζοντας έτσι τις δύο φύσεις του Χριστού.
Οι μεταρρυθμίσεις του Πατριάρχη Μόσχας Νίκωνα,, οι οποίες οδήγησαν στο σχίσμα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά τον 17ο αιώνα (раскол), είχαν ως κεντρικό τους θέμα και την επαναφορά των τριών δακτύλων στη χειρονομία του σταυρού.
Οι Νικώνειες μεταρρυθμίσεις αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση της λειτουργικής και λατρευτικής παράδοσης, καθώς και στην ανασύνταξη και ευθυγράμμιση των ιερών βιβλίων που γράφονταν στα ρωσικά από τον 11ο αιώνα και μετά, και τα οποία -λόγω μεταφραστικών λαθών και παρερμηνειών- είχαν σταδιακά αποκλίνει από το δογματικό και εκκλησιαστικό νόημα των ελληνόγλωσσων πρωτοτύπων. Μια κομβική πράξη αποκατάστασης της παράδοσης ήταν η επαναφορά των τριών ενωμένων δακτύλων αντί των δύο. Όσοι δεν αποδέχθηκαν τις μεταρρυθμίσεις του Νίκωνα αποσχίστηκαν (έγιναν σχισματικοί ή раскольники στα ρωσικά) και σήμερα ονομάζονται Παλαιοπιστοί (старове́ры ή старообря́дцы). Αυτοί εκδιώχθηκαν από τους επικρατήσαντες Νικωνιανούς, οι οποίοι επανευθυγραμμίστηκαν με την Ελληνική εκκλησία (Οικουμενικό πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης). Οι Παλαιοπιστοί αποτελούν σήμερα μια πολύ μικρή μειοψηφία στη Ρωσία (ζουν σε κάποιες απομονωμένες περιοχές της στην Άπω Ανατολή, Σιβηρία, Αρκτική Ρωσία κ.α.). Έξω απο τη Ρωσία διατηρείται ακόμη ένας σημαντικός πληθυσμός περίπου 40 χιλιάδων Παλαιοπιστών, οι οποίοι κατά τους διωγμούς κατέφυγαν στα δυσπρόσιτα έλη του Δούναβη. Σήμερα ονομάζονται Λιποβάνοι. |
Το πόσο σημαντικός ήταν ο τρόπος σχηματισμού τού σημείου του σταυρού για τους Παλαιοπιστούς, φαίνεται από τον πίνακα που απεικονίζει τη φανατική προσήλωση στην εμπεδομένη λατρευτική συνήθεια και στο δογματικό της συμβολισμό, από την παλαιοπιστή Θεοδοσία Μορόζοβα (πίνακας του Βασίλη Σούρικοβ), η οποία καθώς συρόταν προς το μαρτύριό της από τους Νικωνιανούς, προέβαλε το κατά τους Παλαιοπιστούς σημείο του σταυρού ως σημάδι αντίστασης.
Συγκρατούμε συνεπώς ότι οι λατρευτικές συνήθειες είναι μεταβλητές, ενώ αυτές που επικρατούν κατά τόπους και χρόνους προκύπτουν από το συνδυασμό επιρροής πολιτισμικών, κοινωνικών, πολιτικών, πληθυσμιακών και οικονομικών παραγόντων, πάνω στις ερμηνείες, διδαχές και οδηγίες τις οποίες έδωσαν αρχικά οι Πατέρες της Εκκλησίας και κατοπινά οι επιδραστικοί θεολόγοι και οι εκκλησιαστικοί άρχοντες (οι Πάπες για τους Καθολικούς, οι Σύνοδοι για τους Ορθόδοξους).
Ο δε συμβολισμός (ως συνειρμική σύνδεση μιας αφηρημένης έννοιας, μιας ιδέας ή ενός δόγματος με ένα αντικείμενο, μια κίνηση, μια εικόνα κλπ., με ό,τι δηλαδή μπορεί να αποτελέσει ένα σύμβολο), είναι εξ ορισμού υποκειμενικός. Η συνειρμική σύνδεση προκύπτει -όπως είπαμε- με σύνθετο και πολύπλοκο τρόπο. Από τη στιγμή όμως που εμπεδώνεται ως συνήθεια, φτάνει να γίνει ως και δεύτερη φύση του εαυτού μας, στοιχείο ταυτοτικό και πολύτιμο.
Γι' αυτό και φτάνουμε να καταβάλλουμε ακόμα και το ύστατο τίμημα (τη ζωή μας) για τα σύμβολα. Γι' αυτό οι Χριστιανοί ανώνυμοι μάρτυρες της τουρκοκρατίας έδωσαν αγώνα για το δικαίωμα να κάνουν το σταυρό τους. Οι σημερινοί Έλληνες είναι απόγονοι αυτών των μαρτύρων.
Οι καθολικοί κάνουν το σταυρό τους με ΟΛΗ ΤΗΝ ΠΑΛΑΜΗ
Η Καθολική Εκκλησία φαίνεται να άλλαξε σταδιακά τη φορά της κίνησης από αριστερά προς δεξιά, ενώ και τα πέντε δάκτυλα του χεριού χρησιμοποιούνται τεντωμένα ή σε ελαφρά κάμψη, βάζοντας στο 4ο δάκτυλο την Παναγία, και στο 5ο τον Πάπα. Όμως, ούτε ή Θεοτόκος μπορεί να λατρευτεί ως Θεός, αλλά ούτε και ό Πάπας μπορεί να εξομοιωθεί με τον Θεό!
Τη χειρονομία αυτή διατήρησαν οι Προτεσταντικές και Αγγλικανικές Εκκλησίες όταν αποσχίστηκαν από τον Καθολικισμό. Πότε συνέβη αυτή η διαφοροποίηση από την αρχική κυριαρχούσα χειρονομία δεν είναι σαφές.
Στο σχετικό λήμμα της Wikipedia αναφέρεται ότι:
Pope Innocent III (1198–1216) explained: "The sign of the cross is made with three fingers, because the signing is done together with the invocation of the Trinity. [...] This is how it is done: from above to below, and from the right to the left, because Christ descended from the heavens to the earth".
Δηλαδή μέχρι και τον 13ο αιώνα, η επίσημη παπική θεολογική ερμηνεία και η σχετική πράξη ταυτίζονταν απόλυτα με την Ορθόδοξη παράδοση. Προφανώς, δεν υπήρξε απότομη αλλαγή με νέα ερμηνεία ή παπική βούλα κάποιου υστερότερου Πάπα (αλλιώς αυτό θα αναφερόταν ξεκάθαρα ως κομβικό σημείο στροφής στην λατρευτική πρακτική). Θα υποθέσουμε συνεπώς ότι η αλλαγή έγινε σταδιακά, κάπου στις φραγκικές χώρες, και μόνο αργότερα (πάντως πριν τη Μεταρρύθμιση), η επίσημη Καθολική Εκκλησία αποδέχθηκε την νέα συνήθεια ή -έστω- δεν αντιτάχθηκε σε αυτή.
O (+) Ιωάννης Σπιτέρης Αρχιεπίσκοπος πρώην Κερκύρας,έγραψε τα εξής σχετικά.
Όταν ήμουν εν ενεργεία επίσκοπος, συχνά, είχα συναντήσεις με μαθητές και, στη συζήτησή μας, σχεδόν, πάντα με ρωτούσαν: «Γιατί οι Καθολικοί κάνουν τον σταυρό τους με τα τέσσερα δάκτυλα».
Τους απαντούσα πως μόνο έναν καθολικό γνώριζα που έκανε το σταυρό του με τα τέσσερα δάκτυλα, καθώς του έλειπε ένα δάκτυλο που το είχε χάσει, όταν είχε πάει να ψαρέψει με δυναμίτη. Όλοι οι άλλοι κάνουμε το σημείο του Σταυρού με όλη την παλάμη.
Αλλά αυτοί επέμεναν: «Πώς; αφού μεταχειρίζεστε τα τέσσερα δάκτυλα, τρία για την Αγία Τριάδα, και το τέταρτο για τον Πάπα.
Υπάρχουν και άλλοι φωστήρες που, γενναιόδωρα, προσθέτουν και τα πέντε δάκτυλα. Σε μία ιστοσελίδα της Κύπρου: Οι 4 κυριότερες διαφορές ανάμεσα σε καθολικούς και ορθόδοξους χριστιανούς!, διαβάζουμε: «Μπορεί να σου έμαθαν από μωρό να κάνεις το σταυρό σου με τρία δάχτυλα, αλλά οι καθολικοί κάνουν τον σταυρό του με τα πέντε. Αυτό συμβαίνει, επειδή το τέταρτο δάκτυλο συμβολίζει την Παναγία και το πέμπτο τον Πάπα».
Γενναιοδωρία τους, που μας αύξησαν τα δάκτυλα!!!
Αγαπητοί μου φίλοι, επιτρέψτε σε ένα καθολικό να σας εξηγήσει πώς οι Λατίνοι Καθολικοί κάνουμε το σταυρό μας.Λίγη ιστορία
Το σημείο του Σταυρού στη Δύση προέρχεται από ένα μακρινό παρελθόν.
Ο Τερτυλλιανός (160-220), για παράδειγμα, μαρτυρεί ότι οι χριστιανοί συνήθιζαν να σημαδεύουν το μέτωπό τους με ένα σταυρό ενάντια στους πειρασμούς του διαβόλου. Αλλά πιστοποιεί επίσης, ότι το σημείο του Σταυρού, ήταν ευρέως διαδεδομένο και εκτός του λειτουργικού περιβάλλοντος. Έγραψε: «Αν περπατάμε, αν βγαίνουμε ή μπαίνουμε, αν ντυνόμαστε, αν πλένουμε ή πάμε στο τραπέζι, στο κρεβάτι, αν καθόμαστε, σε αυτές και σε όλες τις ενέργειές μας σημαδεύουμε το μέτωπό μας με το σημείο του σταυρού» (Τερτυλλιανός, De corona, III, (PL 2, 80A).
Σημασία του σημείου του Σταυρού
Το σημείου του Σταυρού δεν αποτελεί μια μαγική πράξη που κάνουμε στο στήθος μας σαν να παίζαμε κιθάρα. Είναι μια προσευχή και μια ομολογία πίστεως.
Κάνοντας το Σταυρό μας ομολογούμε τα δύο κυριότερα μυστήρια της πίστης μας: Την Αγία Τριάδα με τα λόγια που αναγγέλλουμε: «Στο όνομα του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν». Σημειώνοντας δε με την παλάμη (όχι με τα δάκτυλα) το μέτωπο και το στήθος με το Σταυρό, ομολογούμε το μυστήριο της σωτηρίας μας, που επιτεύχθηκε από το Χριστό με το σταυρικό του θάνατο
Η «Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας» διδάσκει: «Ο χριστιανός αρχίζει την ημέρα του, τις προσευχές του και τις πράξεις του με το σημείο του Σταυρού, “στο όνομα του Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν”. Ο βαπτισμένος προσφέρει την ημέρα στη Δόξα του Θεού και επικαλείται τη χάρη του Σωτήρα που του επιτρέπει να ενεργεί εν Αγίω Πνεύματι, ως παιδί του Θεού. Το σημείο του Σταυρού μας δυναμώνει στους πειρασμούς και στις δυσκολίες (αρ. 2157)».
Με το συνδυασμό των λέξεων και της τις κίνησης του χεριού μας, δηλώνουμε την πίστη μας και σηματοδοτούμε τους εαυτούς μας ως Χριστιανούς.
Κάνουμε το σημείο του Σταυρού στην αρχή και στο τέλος κάθε προσευχής. Αρχίζουμε και τελειώνουμε τη Θεία Λειτουργία με το σημείο του Σταυρού. Ξυπνάμε και κοιμόμαστε, κάνοντας το σημείο του σταυρού.
Πως κάνουν το Σταυρό τους οι Παπικοί
Λέγοντας «Εις το Όνομα του Πατρός» σημειώνουμε το ΜΕΤΩΠΟ, «και του Υιού» το ΣΤΗΘΟΣ, «και του Αγίου» τον ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΩΜΟ, «Πνεύματος» ΤΟ ΔΕΞΙ ΩΜΟ, «Αμήν», ενώνουμε να χέρια μας.
Γιατί όμως από αριστερά προς τα δεξιά, αντίθετα από αυτό που συνηθίζουν οι Ορθόδοξοι; Δεν πιστεύω να υπάρχει μια συνειδητή εκλογή για αυτήν τη συνήθεια. Σύμφωνα με τον Άγιο Φραγκίσκο ντε Σάλες (1567 – 1622) το σημείο του Σταυρού υπενθυμίζει το μυστήριο της Αγίας Τριάδας, τα πάθη του Ιησού και την «άφεση των αμαρτιών με την οποία μεταφερόμαστε από τα αριστερά της κατάρας στα δεξιά της ευλογίας». Η εξήγηση αυτή προέρχεται από την περιγραφή της τελευταίας κρίσης που τοποθετεί τους δικαίους στα δεξιά του Κριτή και τους αμετανόητους στα αριστερά του (βλ. Ματθαίος 25, 31 -46).
Υπάρχουν και άλλοι τρόποι με τους οποίους κάνουμε το σημείο του Σταυρού: με τρεις σταυρούς στην καρδιά, στο μέτωπο και στα χείλη. Είναι πολύ παλαιός και αυτός ο τρόπος. Σχετικά έχουμε μια μαρτυρία από τον Επίσκοπο Guglielmo da Brescia (4ος αιώνα). Πρόκειται για μια λειτουργική πράξη που χρησιμοποιείται ακόμη στις Λειτουργίες του Ρωμαϊκού και του Αμβροσιανού Τυπικού, πριν από την ανάγνωση του Ευαγγελίου από τον ιερέα και τους πιστούς.
Τελειώνοντας, ελπίζω, πως οι φίλοι μας που δεν ήταν καλά πληροφορημένοι, να έχουν μάθει πώς οι Καθολικοί κάνουν το Σταυρό τους, και οι εμείς οι καθολικοί, επειδή κάνουμε το σημείο του Σταυρού τόσο συχνά, ίσως να μπούμε στον πειρασμό να βιαστούμε και να λέμε τις λέξεις χωρίς να τους δίνουμε σημασία ή να αγνοήσουμε τον βαθύ συμβολισμό της χάραξης του σημείο του Σταυρού – το όργανο του θανάτου του Χριστού και τη σωτηρία μας – στα σώματά μας. Μία πίστη δεν είναι απλώς μια δήλωση πίστης, είναι μια υπόσχεση να δίνουμε μαρτυρία γι’ αυτήν την πίστη, έστω και αν σημαίνει ότι θα χρειαστεί να ακολουθήσουμε τον Κύριο και τον Σωτήρα μας φέρνοντας το δικό μας σταυρό.





