Η ΕΥΡΕΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

  

 (Ερευνητικό άρθρο του μακαριστού Ιωάννου Καρδάση).

            Το παρεκκλήσιο της Ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού. Η εύρεση και η συσχέτισή της με την αγία Ελένη. Το ζήτημα της γνησιότητας. Η ισχυρή παράδοση στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τον ΡΚαθολικισμό.

 

            (Αποσπάσματα από το βιβλίο του καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ Κ. Καλοκύρη: «Το αρχιτεκτονικό Συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός», ο οποίος διενήργησε ανασκαφές στον Πανάγιο Τάφο και τα γύρω από αυτόν προσκυνήματα, με εντολή του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Σελ. 98-108)

 

            Είναι γεγονός ότι κάτω από την παλαιά βασιλική, όπου βρίσκεται ο Πανάγιος Τάφος υπάρχει παρεκκλήσιο της εύρεσης του Τιμίου Σταυρού (κρύπτη της αγίας Ελένης) κατασκευασμένο από τον Κων. Μονομάχο (1042-1055). Στον υπόγειο αυτό χώρο βρέθηκε τμήμα ξύλου, το οποίον οι πιστοί του 4ου αιώνα ταύτισαν με τον Τίμιο Σταυρό του Χριστού.

 

            Δεν υπάρχει Ορθόδοξη μελέτη, η οποία με καθαρώς επιστημονικά, ιστορικά και αρχαιολογικά κριτήρια να εξετάζει ολοκληρωτικά το θέμα. Η παράδοση αναφέρει ότι η αγία Ελένη βρήκε τον Τ. Σταυρό με τις ανασκαφικές έρευνες που διέταξε και έγιναν. Όμως από τα μέσα του 4ου αιώνα, όπου τοποθετείται η εύρεση καμιά ιστορική πηγή δεν αναφέρει ότι αυτή οφείλεται στην αγία Ελένη. Δεν μαρτυρούνται δε ανασκαφικές έρευνες από αυτήν από σύγχρονές της πηγές, εκκλησιαστικές ή άλλες, ούτε γίνεται λόγος για την εύρεση του Τ. Σταυρού στις ανασκαφικές εργασίες που έγιναν με εντολή του Μ. Κωνσταντίνου για την αποκάλυψη του Παναγίου Τάφου και την ίδρυση της πλησίον του βασιλικής. Ούτε ο πατέρας της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Ευσέβιος Καισαρείας, γράφοντας το 335 και εγκωμιάζοντας υπερβολικά τον Μ. Κωνσταντίνο και την μητέρα του, ως ο επίσημος βιογράφος των, δεν αναφέρει πουθενά ότι εκείνη βρήκε τον Σταυρό, ενώ κάνει λόγο για τους ναούς που ίδρυσε (της Γέννησης στη Βηθλεέμ, της Ανάληψης στο όρος των Ελαιών) και για τα άλλα έργα ευποιίας της και μάλιστα όταν, γηραλέα πλέον (το 332) «ήκεν σπεύδουσα νεανικώς η πρέσβυς» στα Ιεροσόλυμα (Ευσεβίου Καισαρείας: Εις τον βίον Κωνσταντίνου, ΒΕΠΕΣ, τ. 24, XLI, σελ. 160)

 

            Επομένως, ο πλέον ενήμερος Ευσέβιος αγνοεί τα περί ανασκαφών της βασιλομήτορας. Ήταν όμως ποτέ δυνατόν, εάν συνέβη ένα τέτοιο γεγονός, τόσο τιμητικό για την Αυγούστα, να μην το αναφέρει και μάλιστα εγκωμιαστικά; Αλλά και ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Κύριλλος (350-386), ενώ μας γνωστοποιεί στις Κατηχήσεις του (350) την εύρεση του Σταυρού, τον οποίον μπορεί κανείς να δει («το ξύλον το άγιον του σταυρού μαρτυρεί μέχρι σήμερον παρ’ ημίν φαινόμενον», PG, Κατήχησις Α΄ Φωτιζομένων, Κατήχ. 10. 19), όμως αγνοεί πως και από ποιόν βρέθηκε. Σε επιστολή του δε προς τον γιο του Μ. Κωνσταντίνου, αυτοκράτορα Κωνστάντιο (αρειανό το φρόνημα) αναφέρει: «επί..... Κωνσταντίνου του σου πατρός το σωτήριον του σταυρού ξύλον εν Ιεροσολύμοις ηύρηται». Επομένως βρέθηκε «επί Μ. Κωνσταντίνου», αλλ’ όχι «υπό Μ. Κωνσταντίνου».

 

            Αλλά και η αγία Μελάνη, η οποία παρευρέθηκε στην τελετή του Σταυρού στα Ιεροσόλυμα τις ημέρες του Πάσχα του 398 (και αφηγείται σχετικώς στον επίσκοπο Νόλης Παυλίνο, P.L. τ. LI, στ. 329) δεν αναφέρει την εύρεση του Σταυρού από την Αυγούστα.

 

            Είναι περίεργο ότι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας που έζησαν τον 4ο αιώνα και κοιμήθηκαν περί το τέλος του, δηλ: ο Μ. Αθανάσιος (+373), ο Μ. Βασίλειος (+379), ο Γρηγόριος Θεολόγος (+390), ο Γρηγόριος Νύσσης (+394) και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (+407), ενώ έγραψαν ομιλίες και εγκώμια για τον Τ. Σταυρό, όμως δεν αναφέρουν ότι η εύρεση οφείλεται στην αγία Ελένη, ενώ τότε, ως φαίνεται, είχε αρχίσει να διαδίδεται το πράγμα.

 

            Ο Χρυσόστομος πιστεύει ότι ο αληθινός Σταυρός του Ιησού δεν υπάρχει επί της γης, επειδή τον πήρε στον ουρανό ο Χριστός, ως το τρόπαιό του κατά του διαβόλου και του θανάτου και, μαζί με αυτόν θα έλθει κατά τη δευτέρα Παρουσία: «ουκ’ αφήκεν αυτόν (σταυρόν) είναι επί της γης, αλλά ανέσπασεν αυτόν και εις τον ουρανόν ανήγαγεν. Πόθεν δήλον τούτο; Μετ΄ αυτού μέλλει έρχεσθαι εν τη δευτέρα παρουσία» (Ιω. Χρυσοστόμου, ομιλία «εις τον Σταυρόν και εις τον ληστήν» PG τόμ. 49, Α΄ ομιλία, στ. 404 και Β΄ ομιλία, στ. 413).

 

            Κάπως ανάλογο χωρίο υπάρχει στην 13η κατήχηση του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων: Ο άγιος Κύριλλος (350-386) καλεί τους δυσπιστούντες για τη σταύρωση του Ιησού να ελέγξουν όλα τα σχετικά με την σταύρωση, όπως είναι ο Γολγοθάς: «…..ο Γολγοθάς ούτος ο άγιος ο υπερανεστώς και μέχρι σήμερον φαινόμενος και δεικνύων μέχρι νυν όπως δια Χριστόν αι πέτραι τότε ερράγησαν, το μνήμα το πλησίον, όπου ετέθη, και ο επιτεθείς τη θύρα λίθος ο μέχρι σήμερον παρά τω μνημείω κείμενος….. τούτο (ο σταυρός) μετά του Ιησού φαίνεσθαι μέλλει πάλιν εξ ουρανού…..» (PG. κατήχ. 13. 39-41). Εδώ, παρατηρούμε, ότι ο άγιος Κύριλλος δεν αναφέρει καν την ύπαρξη σταυρού επί της γης και τούτο 25 χρόνια μετά την –-υποτιθέμενη- εύρεση  του Σταυρού από την αγία Ελένη (6.3.326).

 

            Κάτι ανάλογο αναφέρεται και στο λόγο: «Εις τον Σταυρόν και την δευτέραν Παρουσίαν» του αγίου Εφραίμ του Σύρου (306-373): «….. Ο ίδιος ο Τίμιος Σταυρός πρόκειται να εμφανισθεί ξανά πρώτος στη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, ως τίμιο και ζωοποιό και σεβαστό και άγιο σκήπτρο του μεγάλου βασιλιά Χριστού, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου που είπε ότι «θα φανεί στον ουρανό το σημείο του Υιού του ανθρώπου (Ματθ. 24. 30)…..». (themistoklismourtzanos.blogspot.com/2011/09/blog-post_12.html). Τα χωρία αυτά δεν διευκρινίζουν σαφώς, αν ο Σταυρός βρίσκεται στον ουρανό, όπως το διασαφηνίζει ο Χρυσόστομος ή αν «σταυρού τύπος» θα εμφανιστεί κατά την Β΄ Παρουσία. Πάντως, αν ο σταυρός ευρίσκετο επί της γης και μάλιστα στα Ιεροσόλυμα, πρώτος ο άγιος Κύριλλος θα το διατυμπάνιζε και θα καλούσε κάθε δύσπιστο να προσέλθει να τον προσκυνήσει. 

 

            Η παράδοση για την εύρεση του Σταυρού από την αγία Ελένη, δημιουργήθηκε από το 395, όπου την γνωρίζουν: οι ιστορικοί Σωκράτης, Σωζόμενος και Θεοδώρητος, στη Δύση δε στις αρχές του 5ου αιώνα οι Ιερώνυμος, Ρουφίνος, Παυλίνος της Νόλα και Αμβρόσιος Μεδιολάνων, ο οποίος αναφέρει ότι ο Σταυρός βεβαιώθηκε από την επ’ αυτού επιγραφή του Πιλάτου. 

 

            Τελικά, ανεξάρτητα από την έρευνα, η οποία μέχρι σήμερα δεν συνηγορεί για την εύρεση του Σταυρού από την αγία Ελένη, η παράδοση της Εκκλησίας κατακυρώνει την εύρεση από αυτήν και την δηλοποιεί στην υμνολογία της: «Κωνσταντίνος σήμερον συν τη μητρί τη Ελένη τον Σταυρόν εμφαίνουσι....», καθώς και στο ευχολόγιό της και δη στο μυστήριο του γάμου: «..... την χαράν ήν έσχεν η αγία Ελένη ότε εύρε τον Τίμιον Σταυρόν».

 

            Όσον αφορά την προσκύνηση τεμαχίου του Τιμίου Σταυρού, ο Ιω. Δαμασκηνός καταγράφει, ότι δεν πρέπει να προσκυνείται τέτοιο μετά την διάλυσή του Σταυρού: «Προκυνητέον τοίνυν το σημείον του Χριστού. Ένθα γαρ αν η το σημείον, εκεί και αυτός έσται. Την δε ύλην, εξ ης ο τύπος του σταυρού συνίσταται, ει και χρυσός ή λίθοι είεν τίμιοι, μετά την του τύπου (ει τύχοι) διάλυσιν ου προσκυνητέον» (Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, κεφ. Δ11 (84)).

 

            Συμπεράσματα

 

            1/ Ο Μ. Κων/νος είχε διατάξει να γίνουν ανασκαφές στα Ιεροσόλυμα προς εύρεση του Παναγίου Τάφου, πολύ πριν επισκεφθεί τους αγίους Τόπους η αγία Ελένη. Στις ανασκαφές αυτές δεν είχε βρεθεί ο Τίμιος Σταυρός.

 

            2/ Η αγία Ελένη επισκέφθηκε τα Ιεροσόλυμα, το 332, σε πολύ μεγάλη ηλικία. Δεν διενήργησε ανασκαφές, ούτε βρήκε τον Τ. Σταυρό.

 

            3/ Ο βιογράφος της, Καισαρείας Ευσέβιος, αναφέρει την ίδρυση πλείστων Ναών, πλην όμως δεν αναφέρει εύρεση του Τ. Σταυρού.

 

            4/ Αναφέρεται, ότι το 350, σε νεώτερες ανασκαφές βρέθηκε τεμάχιο ξύλου, το οποίον οι πιστοί ταύτισαν με τον Σταυρό του Κυρίου.

 

            5/ Ο Ιεροσολύμων Κύριλλος (350-386) πιστοποιεί, ότι αυτό το τεμάχιο ξύλου προέρχεται από τον Σταυρό του Κυρίου, δεν αναφέρει δε και αυτός εύρεση από την αγία Ελένη.

 

            6/ Όλοι οι μεγάλοι Πατέρες της Ανατολής του 4ου αι. (Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης, Ιω. Χρυσόστομος) δεν αναφέρουν εύρεση του Σταυρού από την αγία Ελένη.

 

            7/ Τρεις Πατέρες της Εκκλησίας (Ιω. Χρυσόστομος, Κύριλλος Ιεροσολύμων, Εφραίμ ο Σύρος) δηλώνουν, ότι ο Χριστός δεν άφησε το Σταυρό του επί της γης, αλλά τον πήρε μαζί του στον Ουρανό, με την Ανάληψή του, με αυτόν δε πρόκειται να έλθει πάλι, κατά την β΄ παρουσία.

 

            8/ Η παράδοση για την εύρεση του Σταυρού από την αγία Ελένη δημιουργήθηκε τον 5ο αι. από τον Μεδιολάνων Αμβρόσιο και διαδόθηκε και στην Ανατολή.

 

            9/ Η Εκκλησία δέχτηκε αυτή την εκδοχή από τη Δύση και την ενσωμάτωσε στην υμνολογία της.

 

            10/ Ο άγιος Ιω. Δαμασκηνός απαγορεύει την προσκύνηση τεμαχίου του Σταυρού, πράγμα που το θεωρεί, ως ειδωλολατρία.

 

            20.9.16

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ


Σχόλια