Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025

Η επίσημη στάση της Επαρχίας Ράσκας και Πριζρένης στην εξορία για τη ληστρική „Σύνοδο της Κρήτης“


Print Friendly, PDF & Email

Οσεβασμιώτατος Χωρεπίσκοπος Νόβομπρδο-Πανονίας Μάξιμος έδωσε τη διάλεξη με θέμα “Η οικουμενιστική ‘Σύνοδος’ της Κρήτης“ στη Συνάθροιση του Επισκόπου, των Χωρεπισκόπων και των Ηγουμένων της Επαρχίας Ράσκας και Πριζρένης στην εξορία (η Εκκλησία της Σερβίας) στο μοναστήρι του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς (στο Μπαράγιεβο) στις 25 Νοεμβρίου το 2016. Με την ευκαιρία αυτή, όλοι παρόντες ομοφώνως αποδέχτηκαν την αναφερόμενη διάλεξη ως κοινή και επίσημη στάση ολόκληρης της Επαρχίας για τη ληστρική Σύνοδο της Κρήτης.

 

 

 

Η οικουμενιστική ‘Σύνοδος’ της Κρήτης

 

 

Η κύρια επίθεση της σύγχρονης οικουμενιστικής αίρεσης και των οπαδών του οικουμενισμού κατευθύνεται προς την ορθόδοξη διδασκαλία για την Εκκλησία, δηλαδή προς την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Τέτοια επίθεση κυρίως παραβιάζει την ορθόδοξη συνοδικότητα ως ένα από τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά της Εκκλησίας, δηλαδή την ενότητα της Εκκλησίας στο Χριστό μέσω της ενότητας στην Ορθόδοξη Πίστη.

Οπαδοί της οικουμενιστικής αίρεσης αυτό κάνουν με δύο τρόπους:

Πρώτον – με τη μη ορθόδοξη ερμηνεία των λόγων της Αγίας Γραφής από την Αρχιερατική Προσευχή του Σωτήρα Χριστού: “ἵνα πάντες ἓν ὦσιν“ (Ἰω. 17, 21). Οπαδοί της οικουμενιστικής αίρεσης (οικουμενιστές) ερμηνεύουν τα λόγια αυτά ως πρόσκληση για ενότητα όλων των λεγόμενων χριστιανών, δηλαδή για ενότητα των ορθοδόξων χριστιανών με όλους τους σημερινούς αιρετικούς, χωρίς προηγούμενη πρόσκληση προς αυτούς να μετανοήσουν και να απορρίψουν τις δικές τους αιρέσεις. Με αυτόν τον τρόπο, κανένας από τους Αγίους Πατέρες ποτέ δεν έχει ερμηνεύσει το απόσπασμα αυτό από την Αγία Γραφή.

Δεύτερον – με τη γραφειοκρατική κατανόηση και την τυραννική εφαρμογή της εκκλησιαστικής εξουσίας από την πλευρά των μολυσμένων εκκλησιαστικών ιεραρχών με την αίρεση αυτή, μέσω της μη ποιμαντικής και μη συνοδικής επιβολής της αυθαιρεσίας τους (η επιβολή των προσωπικών οικουμενιστικών φιλοδοξιών, των οικουμενιστικών προσηλώσεων και των οικουμενιστικών στάσεων).

Αν ενωθούν αυτές οι δύο αρχές της οικουμενιστικής πράξης εναντίον της Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Πίστης, εμφανίζονται τα συμβάντα όπως είναι η “Σύνοδος“ της Κρήτης. Στην έναρξη της διάλεξης, ισχυριζόμαστε ότι στα συμφραζόμενα              της συνεδρίασης αυτής στην Κρήτη, η λέξη “Σύνοδος“ χρησιμοποιείται μόνο ως τεχνικός όρος (terminus technicus), και κυρίως με εισαγωγικά, επειδή δεν μπορούμε να συνδέσουμε τη λέξη αυτή (σε ολόκληρη την ορθόδοξη έννοια της) με τη συνεδρίαση στην Κρήτη. Υπάρχουν πολλές αμφισβητήσεις και πολλές ασυνέπειες, καθώς κι υπάρχει πολλή μη συνοδικότητα, πολλή μην ορθοδοξία, πολλή κακία, πολλή μη σοβαρότητα σε σχέση με την προετοιμασία και την οργάνωση της “Συνόδου“ αυτής, ότι χρειάζεται να γραφτεί ένα ολόκληρο βιβλίο, ακόμη και χρειάζονται πολλοί τόμοι του βιβλίου, ώστε να αναφερθούν, να αναλυθούν και να εξηγηθούν όλα τα ελαττώματα του συμβάντος αυτού. Είναι δύσκολο να βρεθούν η έναρξη και το τέλος ενός ωκεανού, γεμάτου από αιρέσεις, ψεύτικη διδασκαλία, πλάνες, και παρεκκλίσεις από την Ορθοδοξία, στον ωκεανό στον οποίο (σαν σε κινούμενη άμμο) η “Σύνοδος“ της Κρήτης παρέσυρε τους μετέχοντες της και παρασύρει όλους αυτούς, οι οποίοι αφελώς αποδέχονται τις προδοτικές της αποφάσεις.

Πρωτίστως, είναι αξιοσημείωτη η ανακοίνωση του συμβάντος αυτού με τα λόγια “η Πανορθόδοξη Σύνοδος“, ακόμη και “η Οικουμενική Σύνοδος“, ενώ στην ίδια την έναρξη της συνάντησης αυτής, η ευφορία αυτή ξεκίνησε να κοπάζει (εξαιτίας της ατελούς συμμετοχής των αντιπροσώπων των Τοπικών Εκκλησιών), και μετά τη “Σύνοδο“ η ευφορία αυτή εντελώς χάθηκε. Έτσι, από την πομπώδη “Πανορθόδοξη“ και “Οικουμενική“ Σύνοδο παρέμεινε μόνο αυτή “η Σύνοδος της Κρήτης“. Η συμπεριφορά των μετεχόντων στη συνεδρίαση της Κρήτης, από τη χρονική αυτή προοπτική δείχνει ότι όλοι αυτοί θέλουν να ξεχαστεί η “Σύνοδος“ αυτή, όσο δυνατόν πιο γρήγορα, ως μια αποτυχημένη προσπάθεια επιβολής της αίρεσης του οικουμενισμού και ως ακόμη πιο αποτυχημένη απόπειρα του ξιπασμένου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου να επιβάλει την παπική του εξουσία. Είναι φανερό ότι υπάρχει η επιθυμία των οργανωτών της “Συνόδου“ της Κρήτης να ξεχαστεί η μάταιη διοργάνωση της συνεδρίασης αυτής, αλλά ασφαλώς να μην ξεχαστούν οι αποφάσεις οι οποίες παρουσιάστηκαν και ελήφθησαν σ’ αυτή.

Αν κι όλες οι προπαρασκευαστικές συναντήσεις και οι διασκέψεις από τη Ρόδο το 1961 ως τη Γενεύη το 2016 ήτανε η κατασκευή δρόμου για την οικουμενιστική αίρεση (και βέβαια ήταν), τότε η οικουμενιστική “Σύνοδος“ της Κρήτης αποτελεί την κορυφή αυτής της κακής πράξης των πατριαρχών και των επισκόπων οι οποίοι είναι δούλοι και υπηρέτες της οικουμενιστικής ψευδαίσθησης.

Η Επαρχία μας δημοσίευσε τη δική της παραδοσιακή και ορθόδοξη στάση σχετικά με τη συνεδρίαση στην Κρήτη στο φετινό συνοδικό Μήνυμα της προσευχόμενης, εκκλησιαστικής και λαϊκής Συνόδου της Επαρχίας Ράσκας-Πριζρένης και Κοσσόβου-Μετοχίας στην εξορία, στη Λοζνίτσα κοντά στο Τσατσάκ.

Επομένως, τώρα είναι η ευκαιρία να θυμηθούμε, εν ολίγοις, τα κύρια στοιχεία του Μηνύματος αυτού:

  • 1. Η συνεδρίαση στην Κρήτη είναι η κορυφή της επιβολής του οικουμενιστικού προσανατολισμού κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών σε ολόκληρη την εκκλησιαστική πληρότητα, από την πλευρά μερικών οικουμενιστών (πατριαρχών, επισκόπων και ιερέων) οι οποίοι έχουν σφετεριστεί την εξουσία στην Εκκλησία.
  • 2. Ο οικουμενισμός είναι το νέο μέσο με το οποίο πρέπει να βρεθούν οι ορθόδοξοι κατά του θελήματος του Θεού κάτω από ζυγό της ουνίας με το Βατικανό.
  • 3. Τέτοια οικουμενιστική ουνία είναι μόνο πρώτο βήμα προς κατασκευή της Νέας Τάξης Πραγμάτων της παγκοσμιοποίησης, και (εντός της Τάξης αυτής) προς ένωση όλων των θρησκειών σε μια θρησκεία με επικεφαλής “τον άνθρωπο της ανομίας, το γιο της απώλειας“ (Β Θεσ. 2,3).
  • 4. Όλα τα έγγραφα που υπογράφτηκαν σε όλες τις προπαρασκευαστικές προηγούμενες διασκέψεις –  από τον Κανονισμό οργανώσεως και λειτουργίας ως τη θεματολογία και τα αποτελέσματα (κείμενα) της λεγόμενης Συνόδου – είναι (με την ορολογική και θεολογική έννοια) αντιμαχόμενα, αλλά στην ουσία και κατά το περιεχόμενο αναμφισβήτητα οικουμενιστικά.
  • 5.  Η θεματολογία και ο τρόπος ψηφοφορίας της συνεδρίασης αυτής παραμελούν την Παράδοση των Ιερών Οικουμενικών και Τοπικών Συνοδών της Εκκλησίας, δηλαδή δεν διατηρούν την καθαρότητα της Ορθοδοξίας, αλλά την καταστρέφουν άμεσα, ενώ το δικαίωμα ψήφου δόθηκε μόνο στους προκαθημένους των Τοπικών Εκκλησιών, δηλαδή όχι σε όλους τους επισκόπους, καθώς απαιτεί η παραπάνω αναφερόμενη Ιερά Παράδοση της εκκλησιαστικής συνοδικότητας.
  • 6.  Όλοι όσοι δεν αποδεχτούν τις αποφάσεις της συνεδρίασης στην Κρήτη εκ των προτέρων καταδικάζονται ως σχισματικοί, αλλά ακόμη χειρότερο ως αιρετικοί (κατά τη γνώμη του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου) και εκ των προτέρων απειλούνται με αθέμιτα μέσα καθαίρεσης, αφορισμού και τιμωριών.

Όλα όσα αναφέρθηκαν στο συνοδικό Μήνυμα της Λοζνίτσας, δυστυχώς έγιναν πραγματικότητα.

Η ίδια η διαδικασία της συνεδρίασης στην Κρήτη χαρακτήριζε (με ποιμαντική και θεολογική έννοια) μη σοβαρή προσέγγιση των διοργανωτών από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τα αλλά Πατριαρχεία στα Ορθόδοξα Δόγματα και στην Ιερά Παράδοση εξ ολοκλήρου, καθώς δεν αρμόζει σε τέτοιο σοβαρό γεγονός (όπως θα έπρεπε να είναι η “Σύνοδος“ αυτή). Η εν λόγω μη σοβαρότητα των διοργανωτών στη “Σύνοδο“ κατοπτρίζει τη μη σοβαρή τους προσέγγιση στο Θεό, στην Εκκλησία και στον πιστό λαό. Εξαιτίας τεχνολογικής ανάπτυξης και γρήγορης διάδοσης των πληροφοριών, οι διοργανωτές έπρεπε να είναι ενήμεροι με πόση ταχύτητα θα πληροφορηθεί το κοινό ότι η κύρια οικονομική υποστήριξη για την οργάνωση της συνεδρίασης στην Κρήτη προερχόταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και ότι την ίδια τη Σύνοδο εξασφάλισε η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών.[1] Αυτό ξεκάθαρα αποδεικνύει ποιος βρίσκεται πίσω από την προδοσία της Ορθοδοξίας στην Κρήτη.

Η ίδια η “Σύνοδος“ ήταν η προσπάθεια διατύπωσης όλων όσων που (κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών) επιμονώς ἐπέβαλλε η ιεραρχική κορυφή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αυτού το του επικέντρου διάδοσης της οικουμενιστικής αίρεσης εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με συγκατάθεση και βοήθεια των δικών του φαναριώτικων και οικουμενιστικών οπαδών (υπάκουων υπηρετών) από τη σειρά άλλων Τοπικών Εκκλησιών.

Κατά τη διάρκεια της άγιας του ζωής, ο όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς με ισχυρό, επεξηγηματικό  και αγιοπατερικό λόγο είχε κριτικάρει και είχε καταδικάσει[2] αυτές τις προπαρασκευαστικές συναντήσεις και τις διασκέψεις, καθώς και την προτεινόμενη τους θεματολογία, τα συμπεράσματα τους και τον κανονισμό λειτουργίας τους. Αλλά, η πατερική και δυνατή φωνή του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς δεν ακούστηκε από τους διοργανωτές τους, επειδή ούτε οι προσυνοδικες συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά την όσια κοίμηση του πατέρα Ιουστίνου δεν έχουν αλλάξει ουσία, πνεύμα και χαρακτήρα των προπαρασκευαστικών και ειλημμένων θεμάτων ή των επεξεργασμένων κειμένων. Όλα αυτά αμετάβλητα ούτω ολοκληρώθηκαν και σφραγίστηκαν στη “Σύνοδο“ της Κρήτης.

Ως εκ τούτου, την προσπάθεια κάποιων μητροπολιτών (για παράδειγμα, του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου) να δώσουν ορθόδοξο προσανατολισμό σ’ αυτό το οικουμενιστικό συμβάν στην Κρήτη, θεωρούμε ως καλή, αλλά μη πραγματική, απλοϊκή και σχεδόν μη σοβαρή πρόθεση. Ολόκληρη η προπαρασκευή της “Συνόδου“ της Κρήτης (μετά από πολλές δεκαετίες) σαφές παρουσίασε απολύτως τον δικό της οικουμενιστικό, φιλελεύθερο και μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό το λόγο, δεν είναι πραγματική και σοβαρή η κάθε ιδέα οι οποία ισχυρίζεται ότι τέτοια οικουμενιστική συνεδρίαση, ακόμη και με κάποιους πράγματι ορθόδοξους επισκόπους, θα μπορούσε να έχει αγιοπατερικό πνεύμα ή αγιοπατερικό αποτέλεσμα. Είναι φανερό πως μερικοί ποιμένες στην Εκκλησία της Ελλάδος και μακρύτερα, ενώ θεωρούν τον εαυτό τους ορθόδοξο και μη οικουμενιστικό, είτε δεν έχουν καθαρή κατανόηση πόσο κακό είναι η αίρεση του οικουμενισμού και οι υπέρμαχοι της (δηλαδή πόσο μεγάλη απειλή αυτοί είναι για την Εκκλησία) είτε, όμως, δεν έχουν ειλικρινή πρόθεση και κουράγιο να αντιμετωπίζουν το κακό αυτό καταλλήλως, δηλαδή με τρόπο αγιοπατερικό και ομολογητικό.[3]

Ότι το συμβάν στην Κρήτη σήμαινε μόνο επίσημη αποδοχή των προηγουμένως ειλημμένων αποφάσεων στο Σαμπεζύ και πριν από το Σαμπεζύ, με περισσότερο ή λιγότερο φιλολογική επεξεργασία, αλλά χωρίς σοβαρή θεολογική ανάλυση και αναθεώρηση κατά τη διάρκεια της “Συνόδου“ της Κρήτης (οι οποίες θα έπρεπε να αποτελούν την ουσία της κάθε ορθόδοξης συνοδικότητας), προφανώς μαρτυρεί η μη κατάλληλη αντίδραση του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Θεοδώρου Β΄ (υπό τα χειροκροτήματα των παρόντων) στις παραπάνω αναφερόμενες επικρίσεις οι οποίες ήταν εναντίον των προσφερόμενων κειμένων της “Συνόδου“. Η ντροπή του και των διοργανωτών της “Συνόδου“,  διότι αυτός ο Πατριάρχης τότε είπε: “Τα μέλη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου δεν είναι φοιτητές για να διδάσκονται θεολογία“.[4] Είναι καθαρά ότι οι μετέχοντες της “Συνόδου“ αυτής δεν είχαν στόχο την θεολογία, αλλά την πολιτική και την οικονομία. Και ο στόχος αυτός αποτελείται μόνο από την εκπλήρωση στόχων της παγκοσμιοποίησης, ορισμένων από τους χρηματοδότες της “Συνόδου“, ενώ η ίδια η συνεδρίαση της Κρήτης μόνο ήταν ο τρόπος πραγματοποίησης αυτών των στόχων. Αλλά, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας, παρά μη σοβαρότητα της δικής του δήλωσης είχε σε έναν ορισμένο βαθμό δίκιο, επειδή στη “Σύνοδο“ της Κρήτης πραγματικώς δεν υπήρχε θεολογία, τουλάχιστον η ορθόδοξη θεολογία δεν υπήρχε. Σε κάθε κριτική των προσφερόμενων κειμένων, ο πρόεδρος της συνάντησης αυτής, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος, απαντούσε κατευθύνοντας το βλέμμα του προς τον οικουμενιστικό και μεταρρυθμιστικό ιδεολόγο και τον προστάτη του σύγχρονου οικουμενισμού, τον Μητροπολίτη Ιωάννη Ζηζιούλα (τον ιδεολογικό πρωταγωνιστή των κειμένων της Κρήτης), ο όποιος μόνο με αλαζονεία απέφευγε απάντηση, περιφρονώντας τις επικρίσεις και τους επικριτές των δικών του αιρετικών στάσεων. Η λεπτομέρεια αυτή σχετικά με τη συμπεριφορά του π. Βαρθολομαίου Κωνσταντινουπόλεως δείχνει πολλά, διότι δείχνει πως η συνεδρίαση στην Κρήτη ήταν μόνο η προσπάθεια επιβολής στην Εκκλησία (μέσω κατάχρησης της εκκλησιαστικής συνοδικής παραδόσεως) την πνευματικά άρρωστη, δυτική, ευχαριστιακή και οικουμενιστική, επισκοποκεντρική και παπιστική, μάλλον φιλοσοφική, σοφιστική και υπαρξιστική παρά θεολογική, αλλά εν πάση περιπτώσει αιρετική διδαχή του αμφιλεγόμενου, ονομαστικού και φαναριώτικου Μητροπολίτη Ιωάννη Περγάμου.

Η συμμετοχή στη “Σύνοδο“ της Κρήτης ακυρώθηκε από το Πατριαρχείο Μόσχας, το Πατριαρχείο Γεωργίας και το Πατριαρχείο Βουλγαρίας. Δικαιολογημένα αμφισβητούμε την αιτιολογία και την ειλικρίνεια της πράξης αυτής των Πατριαρχείων Μόσχας και Γεωργίας.

Η αιτιολογία με βάση την οποία η αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου Μόσχας δεν έλαβε μέρος στη συνεδρίαση της Κρήτης δεν έχει δογματικό χαρακτήρα, αλλά μόνο τεχνικό και οργανωτικό. Αυτά μαρτυρεί και το γεγονός ότι η αντιπροσωπεία αυτή έχει ήδη υπογράψει κατ’ ουσίαν τα ίδια τα επίμαχα έγγραφα στην προσυνοδική διάσκεψη στο Σαμπεζύ το 2016, τα οποία μετά υπογράφτηκαν στη “Σύνοδο“ της Κρήτης.

Το Πατριαρχείο Γεωργίας  με τη στάση του στις προσυνοδικες διασκέψεις, με την απουσία του από τη συνεδρίαση της Κρήτης, και με ξεκάθαρη δογματική αιτιολογία σε μερικές επίσημες δηλώσεις, έδωσε μεγάλη ελπίδα ότι τουλάχιστον ένας ορθόδοξος πατριάρχης θα ενθαρρυνθεί να αντιταχτεί στην οικουμενιστική αίρεση, το θρίαμβο της οποίας είδαμε στην Κρήτη. Αλλά, όλες οι ελπίδες εξαφανίστηκαν όταν ο Πατριάρχης Ηλίας Β΄ πριν από λίγες εβδομάδες προσωπικά καλωσόρισε τον πάπα της Ρώμης, τον εισήγαγε σε ορθόδοξο ναό, άναψε κεριά μαζί του και προσευχήθηκε μαζί του. Επομένως, η προηγούμενη οικουμενιστική σύμπλεξη του Πατριάρχη αυτού[5] δημιούργησε βαθιές συνέπειες σ’ αυτόν, η ειλικρινής μετάνοια για τη συμμετοχή του στην οικουμενιστική κίνηση έλειψε, ή, αν υπήρχε καθόλου, αυτή η μετάνοια χάθηκε μετά την αποδοχή του πάπα.

Το Πατριαρχείο Βουλγαρίας με την απουσία του και την απόρριψη της συνεδρίασης της Κρήτης δίνει κάποια ελπίδα, αλλά αυτή σταδιακά εξαφανίζει καθώς περνά ο χρόνος, διότι ενώ συνεχίζεται η οικουμενιστική προδοσία της πίστεως και η Εκκλησία Βουλγαρίας σιωπά. Την κάθε ενδεχόμενη γραπτή δήλωση της Εκκλησίας αυτής (ή άλλων Τοπικών Εκκλησιών και ατόμων) εναντίον των ειλημμένων αποφάσεων της συνεδρίασης της Κρήτης, οι οικουμενιστές θα την κοροϊδέψουν περιφρονητικά και με αλαζονεία, όλοι όσοι είναι καλοπροαίρετοι αλλά απλοϊκοί θα παρηγορούνται από την ψεύτικη ελπίδα και θα χειροκροτούν τις όμορφα εκφραζόμενες ορθόδοξες στάσεις πιστεύοντας ότι αυτές θα λύσουν προχωρημένο πρόβλημα αίρεσης του οικουμενισμού στην Εκκλησία. Αλλά, με αυτόν τον τρόπο, δεν θα έχουμε καλά αποτελέσματα διότι η επικαιρότητα και η ενέργεια τέτοιας “ομολογίας πίστεως“ θα χαθούν σε δύο εβδομάδες, ενώ οι οικουμενιστές-προκαθήμενοι κι οι επίσκοποι θα συνεχίσουν τον δικό τους πεπατημένο δρόμο της ουνίας προς το Βατικανό και τους άλλους αιρετικούς, καταστρέφοντας την Εκκλησία ύπουλα από μέσα. Το κάθε γραψίμα, αυτή τη δραματική στιγμή στην οποία βρίσκεται η Εκκλησία, είναι μυωπικό και μάταιο, δηλαδή δεν έχουμε κατάλληλο αποτέλεσμα και κατάλληλη ενέργεια (με αυτόν τον τρόπο) σε προχωρημένο στάδιο αιρετικής ασθένειας εντος της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Μέχρι τη λύση του οικουμενιστικού προβλήματος, η μόνη οξυδερκής πράξη η οποία θα δώσει καλά αποτελέσματα είναι η διακοπή της λειτουργικής και γραφειοκρατικής κοινωνίας με τους οικουμενιστές (σύμφωνα με τον ΙΕ΄ κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως), η διακοπή η οποία θα υπάρχει μέχρι την μετάνοια τους για τη δική τους αίρεση. Αλλά, σε μια επίσημη δήλωση το Πατριαρχείο Βουλγαρίας συμπεραίνει ότι το Πατριαρχείο αυτό συνεχίζει να διατηρεί θρησκευτική κοινότητα με τους προκαθημένους-οικουμενιστές οι οποίοι στην Κρήτη επισήμως υπέγραψαν τα αιρετικά κείμενα.  Ως εκ τούτου, οι Βούλγαροι δηλώνουν ότι δεν θέλουν να διακόψουν την κοινωνία με τους ακραίους οικουμενιστές (με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο Κωνσταντινούπολης και όλους τους άλλους οικουμενιστές). Συνεπώς, αυτό το Πατριαρχείο πράγματι ακύρωσε και ρεζίλεψε τη δική του εναντίωση στη συνεδρίαση της Κρήτης και τις μη ορθόδοξες αποφάσεις της.

Επισήμως και κανονικώς, η “Σύνοδος“ της Κρήτης δεν πέτυχε, αλλά ο κίνδυνος κρύβεται ακριβώς στο γεγονός ότι οι οικουμενιστές ως διοργανωτές της Συνόδου είχαν ανάγκη για την επίσημη και ημικοινοβουλευτική, απατηλή και συνοδική “αποδοχή“ του οικουμενισμού ως κύριου προσανατολισμού όλων των Τοπικών Εκκλησιών, προκειμένου να χορηγηθεί αμνηστία στον οικουμενισμό και να παρουσιαστεί αυτός όχι ως αίρεση, αλλά ως “βαθέως ορθόδοξη“ κίνηση. Επομένως, “κουνώντας“ τα οικουμενιστικα έγγραφα της συνεδρίασης της Κρήτης οι οικουμενιστές τώρα πιο θαρραλέα και με περισσότερη ανακούφιση θα συνεχίσουν τη δική τους οικουμενιστική δραστηριότητα και τον ψεύτικο διάλογο της αγάπης.

Ακόμη και αν παραβλέπαμε τον μη παραδοσιακό τρόπο οργάνωσης και ψηφοφορίας της “Συνόδου“ της Κρήτης, πρέπει να είναι σαφές το εξής: ακόμη και αν στη συνεδρίαση της Κρήτης τηρείτο ολόκληρο το κανονικό και παραδοσιακό modus operandi (δηλαδή η εκκλησιαστική και συνοδική διαδικασία οργάνωσης, λειτουργίας, εργασίας, ψηφοφορίας και διαχείρισης τέτοιας συνεδρίασης), ακόμη και αν όλες οι Τοπικές Εκκλησίες κι όλοι οι επίσκοποι λάμβαναν μέρος ή ψήφιζαν, μόνο και μόνο λόγω τού γεγονότος ότι στην Κρήτη λήφθηκαν οι μη ορθόδοξες αποφάσεις, η “Σύνοδος“ αυτή θα ήταν η ληστρική και αιρετική συνεδρίαση, και δεν θα ήταν η Σύνοδος με κανένα τρόπο.

Με την ευκαιρία αυτή, δεν έχουμε καιρό για τη λεπτομερή θεολογική ανάλυση των επίμαχων κειμένων υπογεγραμμένων στην Κρήτη. Γι’ αυτό το λόγο θα παρουσιάσουμε, εν ολίγοις, μόνο πιο σοβαρούς ψεύτικους δογματικούς ισχυρισμούς (κάποιους έχουμε ήδη αναφέρει παραπάνω από το συνοδικό Μήνυμα της Λοζνίτσας), οι οποίοι κυρίως βρίσκονται στο πιο επίμαχο κείμενο με τίτλο “Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον“,[6] αλλά και στα άλλα κείμενα της συνεδρίασης της Κρήτης:

  1. Μέσω του περιορισμού του αριθμού των μετεχόντων επισκόπων και της ψηφοφορίας (η οποία δόθηκε μόνο στους προκαθημένους των Τοπικών Εκκλησιών), παραβιάστηκε η παραδοσιακή αρχή συμμετοχής και δικαιώματος ψήφου όλων των επισκόπων.
  2. Σχετικοποιήθηκαν δογματικώς οι σαφείς ορισμοί των εννοιών “χριστιανός“ και “χριστιανικός κόσμος“,[7] επειδή οι χριστιανοί και ο χριστιανισμός δεν υπάρχουν χωρίς Χριστό, δηλαδή αυτοί δεν υπάρχουν χωρίς Ορθοδοξία και Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού.
  3. Η συνεδρίαση της Κρήτης δεν αποτελεί συνέχεια των Ιερών Οικουμενικών Συνόδων, διότι δεν αναθεματίζει αιρέσεις, δεν ενδυναμώνει και δεν διατηρεί την Ορθοδοξία, αλλά αντιθέτως, νομιμοποιεί και επιβεβαιώνει τον οικουμενισμό (την οικουμενιστική αιρετική κίνηση και την ιδιότητα μέλους στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών)[8] ως θετικό,[9] ισχυρίζοντας ότι η Εκκλησία είναι διασπασμένη (σύμφωνα με την οικουμενιστική θεωρία των κλάδων) και ότι η Εκκλησία πρέπει να ψάχνει τη δική της ενότητα μέσω του οικουμενιστικού διαλόγου.
  4. Η “Σύνοδος“ αποδέχεται τη μη ορθόδοξη θέση ότι η συνοδικότητα της Εκκλησίας δεν προέρχεται από την Ορθόδοξη Πίστη, αλλά ότι η διατήρηση της ορθόδοξης πίστεως προέρχεται από τη συνοδικότητα αυτομάτως, δηλαδή η εκκλησιαστική συνοδικότητα εννοείται ως αυτομάτως δεδομένη. Τεχνητά χωρίζεται η συνοδικότητα από τη δική της δογματική βάση η οποία είναι η Ορθόδοξη Πίστη.[10]
  5. Δημιουργήθηκε πολλή σύγχυση για την κατανόηση της Εκκλησίας και των αληθινών εκκλησιαστικών μελών, ανακατώνεται η ταυτότητα της Εκκλησίας με τις αιρετικές κοινότητες[11] μέσω της αναγνώρισης της εκκλησιαστικής ταυτότητας στις αιρέσεις. Ως εκ τούτου, απορρίπτεται η αλήθεια ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Μια και μόνη Εκκλησία του Χριστού ως Εκκλησία της σωτηρίας.
  6. Τα κείμενα ενθαρρύνουν την μεταπατερική, μη αγιοπατερική, μεταρρυθμιστική και αιρετική “ευχαριστιακή θεολογία“ του Μητροπολίτη Ιωάννη Ζηζιούλα, η οποία παρουσιάζει την θεολογική, φιλοσοφική και αιρετική βάση, το στήριγμα και την δικαιολογία για την αίρεση του οικουμενισμού, την οικουμενιστική κίνηση και τους ουνιατικούς τους στόχους.
  7. Τα προσυνοδικά έγγραφα κρύβονταν από την εκκλησιαστική πληρότητα των Ορθοδόξων.
  8. Επιτρέπονται μικτοί γάμοι μεταξύ Ορθοδόξων και Ετεροδόξων.

Στο Πατριαρχείο Σερβίας στο Βελιγράδι, η πομπώδης ανακοίνωση της συνεδρίασης της Κρήτης αλλάχτηκε σε απόλυτη σιωπή και μη μνημόνευση της ίδιας της συνεδρίασης. Η μετάφραση και η παρουσίαση των επισήμων δηλώσεων της “Συνόδου“ άργησαν ένα μήνα ή περισσότερο, ενώ τα υπογεγραμμένα κείμενα της “Συνόδου“ (στα οποία είναι φανερή η προδοσία της Ορθοδοξίας) δεν έχουν μεταφραστεί ποτέ στα σερβικά και απολύτως δεν έχουν δημοσιευτεί. Αυτό έγινε με πρόθεση να κρυφτεί η ίδια η προδοσία της Ορθοδοξίας στην Κρήτη, την οποία υπέγραψαν ο Πατριάρχης της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κι οι επίσκοποι οικουμενιστές. Όταν μεταφραστούν τα κείμενα της Κρήτης και όταν παρουσιαστούν στο σερβικό ορθόδοξο κοινό, σε όλους θα είναι πιο φανερή και πιο ξεκάθαρη η ορθόδοξη και ομολογητική στάση του Επισκόπου Αρτεμίου, καθώς και η δικαιολογία της μάχης του εναντίον της αίρεσης του οικουμενισμού –  σε αντίθεση με την προδοσία της Ορθόδοξης Πίστης του Πατριάρχη στην Κρήτη.[12]

Αυτά τα αναφερόμενα γεγονότα καθαυτά δείχνουν ότι η “Σύνοδος“ της Κρήτης είναι μόνο ένα ψάξιμο μιας βελόνας στα άχυρα.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε την ανοησία των επισκόπων-οικουμενιστών Σέρβων και των μεταρρυθμιστών, οι οποίοι στη συνεδρίαση της Κρήτης με τετριμμένο τρόπο προσπάθησαν να επιβάλουν “συνοδικώς“ τις λειτουργικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες παρά πολύ παραβιάζουν την προσευχόμενη και λειτουργική ενότητα στη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, και οι οποίες άνοιξαν το δρόμο για πιο τρομερή παραβίαση της δογματικής ενότητας – μέσω της οικουμενιστικής αίρεσης.

Οι οικουμενιστικές και αιρετικές αποφάσεις της “Συνόδου“ της Κρήτης παρουσιάστηκαν  εγκάρδια μόνο στους ρωμαιοκαθολικούς, ενώ έγιναν κάποιες γενικές διαλέξεις για τους ορθόδοξους στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία σχετικά με τη “Σύνοδο“ της Κρήτης, αλλά χωρίς λεπτομερή δημοσίευση των ειλημμένων αποφάσεων της “Συνόδου“. Εκτός από τους επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και οι επίσκοποι Σέρβοι (ειδικά ο Ανδρέας Αυστρίας και Ελβετίας) επισήμως επισκέπτονταν τους παπικούς “επισκόπους“ για να τους ενημερώσουν για τα αποτελέσματα της συνεδρίασης της Κρήτης, τα οποία από την προοπτική των οικουμενιστών είναι πολύ θετικά. Τότε οι επίσκοποι οικουμενιστές πραγματικά καυχήθηκαν μπροστά από τους ρωμαιοκαθολικούς πως η “Σύνοδος“ της Κρήτης είναι ένα μεγάλο “κατόρθωμα“, δηλαδή το ορθόδοξο αντίτυπο της προοδευτικής Δεύτερης “Συνόδου“ του Βατικανού,[13] δείχνοντας στους “δυτικούς αδελφούς“ πως δεν σταματάνε την εκκλησιαστική καινοτομία, αλλά συμβαδίζουν με το Βατικανό, με το Βατικανό το οποίο οδήγησε την σύγχρονη Ευρώπη στην εκκοσμίκευση με την αιρετική αλλοίωση της χριστιανικής πίστεως και έριξε αυτή την Ευρώπη πάλι στην εποχή της ειδωλολατρείας όσον αφορά την πνευματικότητα και την ηθικότητα.

Τι μπορούμε να πούμε περισσότερα σχετικά με τη συνεδρίαση της Κρήτης, στην οποία ο πρόεδρος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε εμπιστοσύνη σε προσευχές του πάπα, όταν σε μια από τις αρχικές δηλώσεις της συνεδρίασης ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είπε: “Η αυτού αγιότης ο πάπας κατά την καθιερωμένη μεσημβρινή προσευχή ευχήθηκε υπέρ της επιτυχίας των εργασιών μας … και εκφράζουμε όλοι μαζί τις θερμές μας ευχαριστίες.“?[14]

Είναι σαφές ότι η “Σύνοδος“ της Κρήτης έδωσε χαρά στο Βατικανό, και ενθάρρυνση, ζωηρότητα και ανακούφιση στους επισκόπους οικουμενιστές. Αυτό αναδεικνύει πως η συνεδρίαση των οικουμενιστών στην Κρήτη, ως επίσημη και συνοδική επιβεβαίωση της οικουμενιστικής αίρεσης και ως δικαιολογία του οικουμενισμού, αποτελεί την προσπάθεια των μετεχόντων της συνεδρίασης να αντιγράφουν άγρια το Βατικανό σε ότι αφορά το νεοτερισμό και την αίρεση. Επίσης, η συνεδρίαση είναι η προσπάθεια των οικουμενιστών να αποκτήσουν την ειδική “συνοδική άδεια“ της Εκκλησίας, ώστε να συνεχίσουν την οικουμενιστική διάσπαση της ίδιας της Εκκλησίας με “καθαρή συνείδηση“. Μάλιστα, αυτό είναι η φαντασία τους, ενώ στην πραγματικότητα, καμία μορφή συνοδικότητας χωρίς ορθόδοξη ουσία δεν μπορεί να ονομαστεί “Σύνοδος“, ούτε καμία επίσημη και συνοδική ή κοινοβουλευτική και συνοδική απόφαση μπορεί να δώσει δικαιολογία ή άδεια στους επισκόπους να καταπατούν τα Ορθόδοξα Δόγματα, να προδίδουν την πίστη και να επιβάλλουν την αίρεση στην Εκκλησία. Η εκκλησιαστική ιστορία επιβεβαιώνει, μας διαβεβαιώνει και μας ενθαρρύνει ότι δεν πέτυχαν να κάνουν αυτά (πριν από τους οικουμενιστές) πολλοί αιρετικοί, οι οποίοι τα παλιά χρόνια στις δικές τους ψεύτικες συνόδους είχαν προσπαθήσει το ίδιο. Αυτή την ανέντιμη πρόθεση, αν θελήσει ο Θεός, δεν θα την πραγματοποιήσουν ούτε κι οι αιρετικοί οικουμενιστές.

Η “Σύνοδος“ αυτή της Κρήτης είναι και θα είναι ένα μεγάλο όνειδος στην ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και η “Σύνοδος“ αυτή στο μέλλον, αν θελήσει ο Θεός, θα αναθεματιστεί μαζί με την οικουμενιστική αίρεση σε κάποια αληθώς ορθόδοξη Σύνοδο, δηλαδή και η “Σύνοδος“ αυτή θα προσαρτηθεί στον μεγάλο κατάλογο των ληστρικών και αιρετικών “Συνοδών“, κι οι μετέχοντες του συμβάντος αυτού θα χαρακτηριστούν ως προδότες της Ορθοδοξίας. Εκτός αν μετανοήσουν όσο υπάρχει καιρός, διότι τα υπογεγραμμένα κείμενα της Κρήτης αποτελούν την επαίσχυντη προδοσία της Ορθοδοξίας. Οι πατριάρχοι κι οι επίσκοποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν μιλούν για την προδοσία αυτή, επειδή οι περισσότεροι από αυτούς έλαβαν μέρος σε αυτή, ενώ υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, αλλά οι οποίες σημαίνουν μόνο γράψιμο και ομιλία, αλλά όχι αποφασιστική δράση. Κατά συνέπεια, όσον αφορά τη διατήρηση της Ορθόδοξης Πίστεως, δεν ελπίζουμε σε τίποτα παρά μόνο στο Θεό και στις δικές μας δυνάμεις.

Στις 25 Νοεμβρίου το 2016, στην ιερά μονή του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς στο Μπαράγιεβο στη Συνάθροιση του Επισκόπου, των Χωρεπισκόπων και των Ηγουμένων της Επαρχίας Ράσκας και Πριζρένης στην εξορία.

 

Ο σεβασμιώτατος Χωρεπίσκοπος Νόβομπρδο-Πανονίας

+Μάξιμος

 

(μετέφρασε στα ελληνικά ο Μάρκο Πεϊκοβιτς)

—————————————————————————

[1] “Η δεξαμενή σκέψης Μόσχας “Katehon“, αναφέροντας τις δικές της πηγές, ισχυρίζεται ότι οι αμερικανικές και βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών προσπαθούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης. Σύμφωνα με αυτές τις αναφορές, οι υπηρεσίες αυτές χρησιμοποιούν τους πράκτορες, οι οποίοι έχουν επιρροή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο με σκοπό να υπονομευτεί η εξουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας, να προάγονται οικουμενιστικές τάσεις και εκκλησιαστικές “μεταρρυθμίσεις“, οι οποίες αδυνατίζουν την Ορθοδοξία. – Ένα από τα πρόσωπα-κλειδιά εδώ είναι ο Αλέξανδρος Καρλούτσος, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Συνόδου. Το δεύτερο σημαντικό πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για σχέσεις μεταξύ της Συνόδου της Κρήτης και των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, είναι ο Άλεξ Ρόντος. Αυτός είναι ο ειδικός αντιπρόσωπος της ΕΕ για το Κέρας της Αφρικής, στενά συνδεδεμένος με υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, και με μη κυβερνητικές οργανώσεις της παγκοσμιοποίησης – αναφέρεται μέσα στο κείμενο δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα “Katehon“. Στο κείμενο αυτό αναφέρεται και ότι ο Ρόντος ήταν υπέρμαχος χρωματιστών επαναστάσεων, πως βοήθησε ίδρυση της μη κυβερνητικής οργάνωσης “Canvas“ στο Βελιγράδι και υποστήριζε χορήγηση ανεξαρτησίας στο Κοσσυφοπέδιο.“ (http://www.politika.rs/scc/clanak/357749/Sabor-se-nada-da-ce-zakljucke-sa-Krita-prihvatiti-i-cetiri-odsutne-crkve)

[2] Δείτε: Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς, “Περί την μελετωμένην ‘Μεγάλην Σύνοδον’ της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπόμνημα προς την Σύνοδον της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησία στις 7 Μαΐου το 1977“ ((http://prepodobnijustin.blogspot.rs/2011/05/blog-post.html#more)

[3] Βλέπουμε πως τέτοια αρχή της “γραφειοκρατικής ορθότητας“, της υπακοής σε οποιαδήποτε τιμή στην εκκλησιαστική ιεραρχία (μολυσμένη με αίρεση) και της συμμετοχής στις Συνόδους της ιεραρχίας αυτής είναι απολύτως μάταιη και χωρίς καλά αποτελέσματα. Τέτοια αρχή μόνο ντροπιάζει αυτούς που προσπαθούν μέσω τέτοιου “γραφειοκρατικού πουριτανισμού“ να προστατεύουν την ορθόδοξη πίστη. Η προστασία της πίστεως σε μια μη ορθόδοξη συνεδρίαση (καθώς είναι εκείνη η οποία έγινε στην Κρήτη, η οποία οργανωνόταν κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών με ξεκάθαρο σκοπό να νομιμοποιηθεί επισήμως η οικουμενιστική αίρεση) αποτελεί μόνο ένα μικρόψυχο μαλάκωμα συνείδησης εκείνων των επισκόπων οι οποίοι είναι ενήμεροι για την προδοσία της πίστεως στην Εκκλησία, αλλά οι οποίοι δεν είναι ικανοί να παλεύουν εναντίον αυτής της προδοσίας με τα παραδοσιακά και κανονικά μέσα, τολμηρά και θαρραλέα.

[4] https://pravoslavljepzv.wordpress.com/2016/06/22/%d0%bf%d1%80%d0%b2%d0%b8-%d0%b4%d0%b0%d0%bd%d0%b8-%d1%81%d0%b0%d0%b1%d0%be%d1%80%d0%b0-%d0%bd%d0%b0-%d0%ba%d1%80%d0%b8%d1%82%d1%83-%d0%b1%d0%be%d1%98%d0%b8%d0%bc-%d1%81%d0%b5-%d0%b4%d0%b0%d0%bd%d0%b0/

[5] “Από το 1978 έως το 1983 ο Πατριάρχης Ηλίας Β΄ ήταν ένας από τους προέδρους του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών…“ (http://www.spc.rs/sr/gruzijski_patrijarh_ilija_ii_napunio_83_godine_zhivota)

[6] Το αναφερόμενο κείμενο Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον στα ρωσικά και όλα τα εισαγωγικά απ’ αυτό στο δικό μας κείμενο παρακάτω, είναι παρμένα από αυτή την ιστοσελίδα: http://www.pravmir.ru/otnosheniya-pravoslavnoy-tserkvi-s-ostalnyim-hristianskim-mirom/

[7] “ Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησίᾳ αὐτῆς πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντός τοῦ συγχρόνου κόσμου…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.

[8] “ Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πιστή εἰς τήν ἐκκλησιολογίαν αὐτῆς, εἰς τήν ταυτότητα τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς δομῆς καί εἰς τήν διδασκαλίαν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, συμμετέχουσα ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Π.Σ.Ε…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.

[9] “Οἱ σύγχρονοι διμερεῖς θεολογικοί διάλογοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς καί ἡ συμμετοχή αὐτῆς εἰς τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν ἐρείδονται ἐπί τῆς συνειδήσεως ταύτης τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ οἰκουμενικοῦ αὐτῆς πνεύματος ἐπί τῷ τέλει τῆς ἀναζητήσεως βάσει τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως καί τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῆς ἑνότητος ὅλων τῶν Χριστιανῶν… Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει κοινήν τήν συνείδησιν περί τῆς ἀναγκαιότητος τοῦ διαχριστιανικοῦ θεολογικοῦ διαλόγου, διό καί κρίνει ἀναγκαῖον νά συνοδεύηται οὗτος πάντοτε ὑπό τῆς ἐν τῷ κόσμῳ μαρτυρίας διά πράξεων ἀμοιβαίας κατανοήσεως καί ἀγάπης…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.

[10] “ Ὡς μαρτυρεῖ ἡ ὅλη ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπετέλει τήν ἀνωτάτην αὐθεντίαν ἐπί θεμάτων πίστεως καί κανονικῶν διατάξεων…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.

[11] “Παρά ταῦτα, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.

[12] Η αναφερόμενη απόκρυψη των κειμένων της Κρήτης από τη πλευρά του Πατριαρχείου στο Βελιγράδι είναι απόδειξη ότι ο Πατριάρχης Ειρηναίος και οι επίσκοποι οικουμενιστές Σέρβοι συμπεριφέρονται χωρίς ειλικρίνεια προς τον σερβικό ορθόδοξο λαό, αλλιώς – θα αναγκαστούν να παραδεχτούν μπροστά στο Θεό και τον λαό ότι έχουν προδώσει την ορθόδοξη πίστη, έχουν αναγνωρίσει τους παπιστές και άλλους αιρετικούς ως Εκκλησίες, δηλαδή ότι έχουν απαρνηθεί το Χριστό και τον Άγιο Σάββα της Σερβίας.

[13] Η “Σύνοδος“ η οποία αποτελεί έναρξη της ακραίας μεταρρύθμισης και της οικουμενιστικής ανακατάταξης στο Βατικανό.

[14] https://pravoslavljepzv.wordpress.com/2016/06/22/%d0%bf%d1%80%d0%b2%d0%b8-%d0%b4%d0%b0%d0%bd%d0%b8-%d1%81%d0%b0%d0%b1%d0%be%d1%80%d0%b0-%d0%bd%d0%b0-%d0%ba%d1%80%d0%b8%d1%82%d1%83-%d0%b1%d0%be%d1%98%d0%b8%d0%bc-%d1%81%d0%b5-%d0%b4%d0%b0%d0%bd%d0%b0/

 

Nα μη μιανθούμε από την κοινωνία μας με τον Παπισμό και Οικουμενισμό, με τους φιλοπαπικούς και οικουμενιστάς Ορθοδόξους

.

H οργή του Θεού έχει καταλάβει την Εκκλησία εδώ και πολλές δεκαετίες. Ο Παπισμός και ο Οικουμενισμός θριαμβεύουν. Τότε ο Μ. Αθανάσιος και οι άλλοι Πατέρες κατενόησαν τον κίνδυνο, που περιέγραφε το όραμα του Μ. Αντωνίου. Τώρα βλέπουμε να μολύνονται οι ναοί και τα θυσιαστήρια απο συμπροσευχές και συλλείτουργα με τους «αλόγους» αιρετικούς και ενισχύουμε την μόλυνση και την επαινούμε, συλλακτίζοντες κι εμείς μέσα εις τα Άγια των Αγίων. Αν παρακολουθήσει κανείς οικουμενίστικα συλλείτουργα και συμπροσευχές, σαν αυτό που έγινε στην Καμπέρα, στην Ζ' Γενική Συνέλευση του Παγκόσμιου Συμβουλίου των δήθεν Εκκλησιών, και σαν αυτά που γίνονται συχνά με τη συμμετοχή ιερέων ομοφυλοφίλων που τολμούν και κρατούν το Άγιο Δισκοπότηρο και γυναικών επισκόπων και ιερειών, η εικόνα υπερβαίνει και το όραμα του Μ. Αντωνίου. Μόνη ελπίδα για να επανεύρει η Εκκλησία την ομορφιά της είναι η σύσταση και συμβουλή του Μ. Αντωνίου: «Μόνον μη μιάνετε εαυτούς μετά των Αρειανών». Μόνο να μη μιανθούμε από την κοινωνία μας με τον Παπισμό και Οικουμενισμό, με τους φιλοπαπικούς και οικουμενιστάς Ορθοδόξους. Επειδή μέχρι τώρα δεν το επράξαμε δυναμικά και αποφασιστικά, γι' αυτό παρατείνει ο Θεός επί έτη την οργή του, την αιχμαλωσία των Ορθοδόξων στην παναίρεση του Οικουμενισμού. Μέχρι πότε επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί και λαϊκοί θα επιτρέπουμε τα άλογα κτήνη, τους αιρετικούς, να λακτίζουν και να μιαίνουν τα Ιερά και τα Άγια της Ορθοδοξίας; Όσο απρακτούμε και βρίσκουμε διάφορες προφάσεις πνευματικοφανείς, το βδέλυγμα της ερημώσεως θα ίσταται εν τόπω αγίω.

(ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΦΩΝΗ)

Τα συγκοινωνούντα δοχεία στον μολυσμό πίστεως και η ευθύνη του χριστεπωνύμου πληρώματος

Αφού οι Επίσκοποι μνημονεύουν τόν Πατριάρχη καί επομένως υπόκεινται καί αυτοί στόν κανόνα: “ο κοινωνών ακοινωνήτω, ακοινώνητος έσται”· καί εγώ μνημονεύω τόν Επίσκοπό μου, ο οποίος μνημονεύει τόν Πατριάρχη, ο οποίος κοινωνεί μέ τόν Πάπα· καί εσείς οι λαϊκοί έρχεστε από μένα, ο οποίος μνημονεύω τόν Επίσκοπο καί κοινωνάτε καί μέ αποδέχεστε. Επομένως, μία σειρά –αυτή η σειρά τού παραπτώματος πού αρχίζει από τόν Πατριάρχη, αρχίζει σιγά-σιγά σάν συγκοινωνούν δοχείον, νά φθάνει σάν ευθύνη μέχρις εμάς!                                       

Αλλά ποιός από τόν κόσμο τά ξέρει αυτά; Οι περισσότεροι από τούς λαϊκούς, θά πούν: “Μά, αφού τό κάνει ο Πατριάρχης, αφού τό κάνει ο Πάπας, τί φταίω εγώ;”. Φταίς κι εσύ!  Δέν δικαιολογείται η  άγνοια...              Είμαστε όλοι υπεύθυνοι. Δέν είναι μόνον υπεύθυνος ο Πατριάρχης. Δέν είναι μόνον υπεύθυνος ο Επίσκοπος ο οποίος σιωπά καί η οποία σιωπή είναι τρίτο είδος αθεϊας. Είμαστε υπεύθυνοι καί εμείς οι Πρεσβύτεροι καί μαζί μέ εμάς, είστε καί σείς οι λαϊκοί, πού έρχεστε μαζί μέ μάς καί δέν μάς λέτε:  “Φεύγουμε εμείς”.(π.Θεόδωρος Ζήσης)

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΣ. ΘΕΟΔΩΡΟ ΤΟΝ ΣΤΟΥΔΙΤΗ – ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ


 




π.Ευθυμίου Τρικαμηνά

         Ἔχουμε τή γνώμη καί τήν πεποίθησι ὅτι δέν θά ἠδύνατο νά εὑρεθῆ ἀκριβέστερη καί πληρέστερη διδασκαλία διά τήν ἐκκλησιαστική Οἰκονομία ἀπό αὐτή τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Ἀλλά καί τά παραδείγματα τά ὁποῖα προσάγει ὡς ἀκριβής γνώστης τῆς ὅλης Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, καθώς καί αὐτά, τά ὁποῖα ἐξάγουμε ἀπό τήν ἴδια τήν ζωή του, μᾶς ὁδηγοῦν ἀβίαστα εἰς τό συμπέρασμα ὅτι καί μόνο αὐτόν νά παρουσιάσωμε διά τό ἐν λόγῳ θέμα, εἶναι ἀρκετό διά νά ἔχωμε μία πλήρη καί σαφῆ εἰκόνα περί τῆς θεολογίας καί τοῦ δέον γενέσθαι σήμερα εἰς αὐτήν τήν ὑπόθεσι.

         Ὡς γνωστόν ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης θεωρεῖται σήμερα ἀπό τήν πλειονότητα τῶν Ὀρθοδόξων ὡς ὑπέρμαχος καί ἀγωνιστής ὑπέρ τῆς ἀκριβείας καί ὄχι τῆς Οἰκονομίας, ἀλλά αὐτό δέν εἶναι σωστό, διότι ὁ ὅσιος ἐχρησιμοποιοῦσε καί τήν Οἰκονομία ἐκεῖ ὅπουυ ἐχρειάζετο καί μάλιστα εἶναι ὁ μόνος ἴσως, ὁ ὁποῖος δίδει θεολογικό ὁρισμό, ἀναλυτικό καί σαφῆ μέ πρακτικά παραδείγματα, τοῦ τί ἐστί Οἰκονομία καί πῶς χρησιμοποιεῖται εἰς τήν Ἐκκλησία.

         Σέ ἐπιστολή μέ παραλήπτη τόν μάγιστρο Θεόκτιστο ὁ ὅσιος δίδει ἀκριβέστατο ὁρισμό του τί ἐστί ἐκκλησιαστική Οἰκονομία: «Οἰκονομίας γάρ  ὅρος, ὡς οἶσθα, μήτε τι τῶν κειμένων ἀθετεῖν καθόλου, μήτε ἐφ' ὧ οἷόν τε μικρόν ὑφεῖναι κατά καιρόν καί λόγον· ὡς ἐντεῦθεν εὑρεῖν τό ζητούμενον ἀτεχνῶς· πρός τό σφοδρότερον ὑπάγεσθαι τῷ πράγματι, καί ζημιοῦσθαι τά τελεώτερα».    (Φατ. 24,64,23).

Ὁ ὅσιος λοιπόν μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ Οἰκονομία δέν ἔχει τήν ἔννοια νά ἀθετήσωμε κάτι ἀπό τά παραδεδομένα, οὔτε ἀκόμη νά ἀθετήσωμε καί αὐτό εἰς τό ὁποῖο ὑποχωρήσαμε ἐξ αἰτίας κάποιας ἀνάγκης γιά κάποιο χρονικό διάστημα, καί νά θελήσωμε ἔτσι μέ κακό τρόπο νά φθάσωμε στόν σκοπό μας, διότι θά χειροτερέψωμε κατ’ αὐτόν τόν τρόπο τήν κατάστασι καί θά ζημιωθοῦμε τά οὐσιωδέστερα καί ἀνώτερα.

Ἐξ αὐτοῦ γίνεται φανερό ὅτι καταδικάζονται ὅσοι, γιά δῆθεν Οἰκονομία, συμπροσεύχονται μέ αἱρετικούς, αἴρουν τά ἀναθέματα εἰς τά ὁποῖα αὐτοί ὑπεβλήθησαν, ἀναγνωρίζουν αἱρετικές ἐκκλησίες τύπου Π.Σ.Ε., ἀναγνωρίζουν μυστήρια αἱρετικῶν τύπου Μπελαμέντ κ.λπ., διότι πέραν τοῦ ὅτι δέν ὑπῆρχε λόγος καί ἀνάγκη δι’ αὐτές τίς δῆθεν Οἰκονομίες, δέν ἔχουν ἐπί πλέον προσωρινό ἀλλά μόνιμο χαρακτῆρα, δηλαδή ἀθέτησι εὐαγγελικῶν καί Πατερικῶν Παραδόσεων.

Ἐπίσης καταδικάζονται καί ὅσοι ἀνάγουν εἰς Παραδόσεις καί, τρόπον τινά, δογματοποιοῦν τό ἡμερολόγιο, ἤ ἀκόμη δογματοποιοῦν τήν λεγομένη λειτουργική ἑνότητα εἰς βάρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς, διότι καί αὐτά δέν εἶναι παραδεδομένα, οὔτε ἀπό τίς Γραφές, οὔτε ἀπό τούς Πατέρες, δηλαδή δέν ἀνήκουν εἰς αὐτά τά ὁποῖα ἀναφέρεται ὁ ὅσιος «μήτε τι τῶν κειμένων ἀθετεῖν καθόλου». Αὐτά τά ὁποῖα ὀνομάζονται Παραδόσεις καί δόγματα εἶναι σαφῶς παραδεδομένα καί ἀπολύτως προσδιορισμένα ἀπό τίς Γραφές καί τούς Πατέρες. Καί αὐτό τέλος τό παραδεδομένο, τό ὁποῖο γιά σοβαρό λόγο ἀθετήσαμε, πρέπει γρήγορα νά τό ἐπαναφέρωμε γιά νά μήν ζημιωθοῦμε τά οὐσιώδη καί ἔχοντα σχέσι μέ τήν σωτηρία μας.

         Ἐν συνεχείᾳ φέρνει ὁ ὅσιος παραδείγματα ἀπό τήν Ἁγ. Γραφή καί τούς Πατέρες: «Καί τοῦτο δεδιδάγμεθα, ἐν μέν τοῖς ἀποστόλοις, παρά τοῦ Παύλου, ἁγνισαμένου καί περιτεμόντος τόν Τιμόθεον· ἐν δέ τοῖς Πατράσι παρά τοῦ μεγάλου Βασιλείου προσηκαμένου τό λῆμμα τοῦ Οὐάλεντος, καί ὑποσιωπήσαντος· πρός καιρόν τήν Θεός φωνήν γυμνήν ἐπί τοῦ Πνεύματος. Ἀλλ' οὔτε ὁ Παῦλος ἔμεινεν ἁγνιζόμενος, οὔτε Βασίλειος προσηκάμενος ἔτι τό τοῦ Οὐάλεντος δῶρον, καί μή κηρύττων Θεόν τό Πνεῦμα· τοὐναντίον μέν οὖν ἀμφότεροι ὑπέρ ἑκατέρων θανάτους αἱρησάμενοι φαίνονται» (Φατ. 24,65,27).

Ἀπό τά παραδείγματα τοῦ ὁσίου κατανοοῦμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Οἰκονομία δύναται νά φθάση καί σέ δογματικό ἐπίπεδο, ὅπως ἦταν τό θέμα τῆς Ἰουδαϊκῆς Περιτομῆς καί ἡ ἀποσιώπησις τῆς Θεότητος τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, ἀρκεῖ νά γίνεται γιά σοβαρό λόγο καί γιά λίγο χρονικό διάστημα.  Διά νά φέρωμε δέ σέ συμφωνία τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, ὅπως π.χ. τοῦ Ἁγ. Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ «εἰς τά τῆς πίστεως οὐκ ἐγχωρεῖ συγκατάβασις» κ.λπ., ἀναφέρομε ὅτι ἐδῶ ὁμιλεῖ ὁ ἅγιος γιά μόνιμη συγκατάβασι καί Οἰκονομία, ὅπως ἦταν στήν περίπτωσι ἐκείνη ἡ ἕνωσις μέ τούς Παπικούς, ἐνῶ ἐδῶ ὁ ὅσιος ἀναφέρεται σέ προσωρινές Οἰκονομίες καί ἔτσι κατανοοῦμε ὅτι δέν ὑπάρχει κατ’ οὐσίαν διάστασις Γραφῶν καί Πατέρων ἤ διάστασις μεταξύ τῶν Πατέρων.

         Ἀπό τήν διδασκαλία αὐτή ἐπίσης τοῦ ὁσίου κατανοοῦμε ὅτι, ὅταν γίνεται μία Οἰκονομία, φαίνεται ἐξ ἀρχῆς ἄν ἔχη μόνιμο ἢ προσωρινό χαρακτῆρα, ὅπως π.χ. ἡ ἄρσις τῶν ἀναθεμάτων μέ τούς Παπικούς, ἡ ἔνταξις στό Π.Σ.Ε. κ.λπ., καί ὡς ἐκ τούτου φαίνεται ἐξ ἀρχῆς ἄν εἶναι Ὀρθόδοξος Οἰκονομία ἤ, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, παρανομία καί προδοσία πίστεως. Ἀκόμη γίνεται κατανοητό ὅτι δέν δυνάμεθα νά ἀναγάγωμε σέ Παραδόσεις κάτι γιά τό ὁποῖο οὐδέποτε ὡμίλησαν οἱ Γραφές καί οἱ Πατέρες, ὅπως εἶναι τό ἡμερολόγιο καί μάλιστα Παραδόσεις ἔχουσες δογματικές διαστάσεις, γιά τίς ὁποῖες νομιμοποιεῖται ἡ Ἀποτείχισις.

         Ἡ συνέχεια τῆς διδασκαλίας τοῦ ὁσίου εἶναι τόσο διαφωτιστική, ὅσο καί καταλυτική, γιά τίς σημερινές αἰτίασεις Οἰκουμενιστῶν καί Ἀντιοικουμενιστῶν: «Οὕτως τις ἐκ τοῦ αἰῶνος οἰκονομῶν, οὐ διέσφαλται τοῦ καλοῦ· θᾶττον γάρ ἐπεδράξατο ὅ μικρόν ἐνέλιπεν. Ὡς ἐπί τοῦ οἰακοστρόφου, ὑπανέντος μικρόν τό πηδάλιον, διά τήν ἀντιπνεύσασαν καταιγίδα. Ἑτέρως δέ διενεχθείς διήμαρτε τοῦ σκοποῦ· ἀντί οἰκονομίας παράβασιν τελέσας. Καί τά παραδείγματα πολλά, ἅ παρέλκον ἐστί γράφειν διά τό μακρηγορές» (Φατ. 24,65,35).


         Ἐδῶ νομίζω ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ «καλοῦ» δέν εἶναι ἀόριστη ἀλλά περικλείει τήν Ὀρθόδοξο πίστι καί ἀλήθεια καί τό «ἐπεδράξατο» σημαίνει ὅτι ἐπανῆλθε εἰς αὐτό τό ὁποῖο προσωρινῶς ἄφησε μέ μεγαλύτερη σφοδρότητα.  Στό θέμα λοιπόν τῆς Ὀρθοδόξου Οἰκονομίας, γιά νά μήν ὑπάρχη σφάλμα καί παρέκκλισις εἰς τήν πίστι πρέπει ὁπωσδήποτε, αὐτό τό ὁποῖο γιά σοβαρό λόγο προσωρινῶς ἀφήσαμε, νά τό ἐπαναφέρωμε καί νά τό ἀποκαταστήσωμε μέ μεγαλυτέρα δύναμι.  Ἄρα, αὐτοί οἱ ὁποῖοι, ὄχι μόνον δέν ἐπαναφέρουν αὐτά τά ὁποῖα ἀθέτησαν, ἀλλά, στηριζόμενοι εἰς αὐτά, προχωροῦν σέ μεγαλύτερες παραβάσεις, εἶναι ἀποστάτες τῆς πίστεως, γιά τόν ἐπιπρόσθετο λόγο τῆς ἐνδοτικῆς καί συμβιβαστικῆς των προαιρέσεως· καί αὐτοί οἱ ὁποῖοι τούς ἀκολουθοῦν καί συμπορεύονται μαζί των σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο, εἶναι οἱ βολεμένοι καί μή ἔχοντες διάθεσι κατ’ οὐσίαν, οὔτε γιά τήν ἐλαχίστη καί παραμικρή θυσία καί ἀγῶνα εἰς τά θέματα τῆς πίστεως.  Δηλαδή θέλουν τόν καιρό τῆς αἱρέσεως καί τοῦ διωγμοῦ τῆς πίστεως νά τόν διέλθουν, κατά τό δή λεγόμενο, ἀβρόχοις ποσί.

         Τό παράδειγμα ἐν προκειμένῳ, τό ὁποῖο προσάγει ὁ ὅσιος, εἶναι θά λέγαμε ἀκριβέστατο καί ἀνταποκρίνεται πλήρως εἰς αὐτό τό ὁποῖο θέλει νά διδάξη. Ἡ «ἀντιπνεύσασα καταιγίδα» εἶναι αὐτή ἡ ὁποία ἀναγκάζει τόν κυβερνήτη τοῦ πλοίου γιά λίγο νά ἀλλάξη πορεία γιά νά μήν προξενήση βλάβη εἰς τό πλοῖο. Ἄν ὅμως δέν ἐπαναφέρη τό πλοῖο εἰς τήν ἀρχικήν του πορεία, δηλαδή ἐν προκειμένῳ νά μεταβῆ ἀπό τήν Οἰκονομία εἰς τήν Ἀκρίβεια, τότε «διήμαρτε τοῦ σκοποῦ, ἀντί οἰκονομίας παράβασιν τελέσας», δηλαδή ἄλλαξε πορεία και, ἀπό τήν ὁδό τῆς σωτηρίας, ἀκολουθεῖ πλέον τήν ὁδό τῆς πλάνης καί αἱρέσεως. Αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει σήμερα μέ τούς Οἰκουμενιστές καί τούς Ἀντιοικουμενιστές, οἱ ὁποῖοι τούς ἀκολουθοῦν.

         Δέν θά πρέπει νά παρέλθη ἀπαρατήρητο αὐτό τό ὁποῖο ἀναφέρει ὁ ὅσιος, ὅτι δηλαδή ἐπί τοῦ θέματος τούτου ἔχει ὑπ’ ὄψιν του πολλά παραδείγματα, προφανῶς ἐκκλησιαστικά, τά ὁποῖα δέν ἀναφέρει γιά νά μήν μακρυγορήση. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ περί Οἰκονομίας διδασκαλία του ἑδράζεται στήν πρακτική τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί ἄρα ἐνσωματώνεται στήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι.

         Ὅλη αὐτή ἡ ἐπιστολή τοῦ ὁσίου εἶναι ἕνα κειμήλιο Ὀρθοδόξου διδασκαλίας. Ἐμεῖς διδασκόμενοι ἀπό αὐτόν, δηλαδή διά νά μήν μακρυγορήσωμε, θά ἀναφερθοῦμε στό τελευταῖο τμῆμα της, τό ὁποῖο ἔχει σχέσι μέ τήν ὑπόθεσι τῆς Ὀρθοδόξου Οἰκονομίας: «Οὐκ ἔστιν οὖν, οὐκ ἔστιν, ὦ δέσποτα, οὔτε τήν καθ' ἡμᾶς Ἐκκλησίαν, οὔτε ἑτέραν, παρά τούς κειμένους νόμους καί κανόνας ποιεῖν τι. Ἐπεί εἰ τοῦτο δοθείη, κενόν τό Εὐαγγέλιον, εἰκῇ οἱ κανόνες καί ἕκαστος κατά τόν καιρόν τῆς οἰκείας ἀρχιερωσύνης, ἐπειδή ἔξεστιν αὐτῷ ὡς δοκεῖ μετά τῶν σύν αὐτῷ πράσσειν, ἔστω νέος εὐαγγελιστής, ἄλλος ἀπόστολος, ἕτερος νομοθέτης. Ἀλλ' οὐδαμῶς».

         Ἡ ἐπανάληψις τοῦ «οὐκ  ἔστιν» σημαίνει τό ἀδύνατον καί ἀδιανόητον· καί τό «οὔτε τήν  καθ’ ἡμᾶς ἐκκλησίαν οὔτε ἑτέραν», σημαίνει τίς τοπικές Ἐκκλησίες· οἱ νόμοι δέ καί οἱ Κανόνες εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ ἱεροί Κανόνες. Ὅταν λοιπόν κάποιος Ἐπίσκοπος ἤ κάποια Σύνοδος πράττει παρά τόν Εὐαγγελικό νόμο καί τούς ἱερούς Κανόνες σέ δημόσια, ἐννοεῖται, καί ἐκκλησιαστικά θέματα, ἀκυρώνει κατ’ οὐσίαν τήν Ἁγ. Γραφή καί τούς ἱερούς Κανόνες καί γίνεται ὁ Ἐπίσκοπος ἤ ἡ Σύνοδος, Ἀπόστολος, Εὐαγγελιστής καί νομοθέτης, δημιουργώντας οὐσιαστικά ἄλλο Εὐαγγέλιο καί ἄλλους κανόνες, ὅ,τι δηλαδή κοντολογίς γίνεται σήμερα μέ τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.  Εἶναι ἀπαράμιλλη ἡ ἀκρίβεια καί ἡ σαφήνεια τοῦ ὁσίου εἰς τό σημεῖο αὐτό καί εἶναι θά λέγαμε, ὡσάν νά ὁμιλῆ διά τήν ἐποχή μας.

         Ἐδῶ πρέπει, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, νά παρουσιάσουν οἱ ΓΟΧ ἤ καί κάποιοι Ἀποτειχισμένοι  ποῦ παρελάβαμε ὡς Κανόνα καί Νόμο τό ἡμερολόγιο ἤ καί τό νά θέσωμε τήν λειτουργική ἑνότητα ἀνώτερη ἤ καί ἰσάξια μέ τήν ἐκκλησιαστική, ὥστε χάριν τῆς λειτουργικῆς λεγομένης ἑνότητος νά θυσιάζωμε  διά τῆς Ἀποτειχίσεως τήν ἐκκλησιαστική.  Ἄν πάλι ἡ λειτουργική ἑνότης θεωρηθῆ ὡς θέμα πίστεως, πρέπει νά ἀποδειχθῆ ὅτι πάντοτε αὐτή ὑπῆρχε, σύμφωνα μέ τήν Ἁγ. Γραφή (Ἰουδ. 3), εἰδάλλως μεταπίπτομε στήν παπική μέθοδο νά δημιουργοῦμε δηλαδή ἄλλη Παράδοσι καί ἄλλη πίστι. Ἐξυπακούεται βεβαίως ὅτι δέν ἀντιλέγομε εἰς τό ὅτι εἶναι καλό καί θεάρεστο νά ὑπάρχη  καί ἡ λεγομένη λειτουργική ἑνότητα, ἀλλά εἶναι πλάνη νά τήν ἐξισώνωμε μέ τήν ἐκκλησιαστική καί, ὡς ἐκ τούτου, νά θυσιάζωμε τήν ἐκκλησιαστική χάριν τῆς λειτουργικῆς.

         Ἡ κατάληξις τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς τοῦ ὁσίου εἶναι ὄντως μεγαλοπρεπής καί συγχρόνως αὐστηρή δι’ αὐτούς οἱ ὁποῖοι καινοτομοῦν καί ἑδράζεται ἀποκλειστικῶς καί μόνο εἰς τήν Ἁγ. Γραφή, δι’ αὐτό ἔχει καί τό ἀσφαλές καί ἀναντίρρητο: «παραγγελίαν γάρ ἔχομεν ἐξ αύτοῦ τοῦ ἀποστόλου, παρ’ ὅ παρελάβομεν, παρ’ ὅ οἱ κανόνες τῶν κατά καιρούς συνόδων καθολικῶν τε καί τοπικῶν, ἐάν τις δογματίζῃ ἤ προστάσσῃ ποιεῖν ἡμᾶς, ἀπαράδεκτον αὐτὸν ἔχειν μηδέ λογίζεσθαι αὐτόν ἐν κλήρῳ ἁγίων· καί τό δύσφημον παρῆμεν λέγειν, ὅ αὐτός εἴρηκεν». Ἐδῶ ὁμιλεῖ μέ ἄκρα σαφήνεια καί ἀπόλυτη συνέπεια στήν Ἁγ. Γραφή, γιά τό πῶς πρέπει νά συμπεριφερώμεθα ἐμεῖς πρός ὅσους καινοτομοῦν ἤ μᾶς προστάσσουν νά ὑπακούσωμε σέ κάτι ἀντίθετο ἀπό τίς Γραφές καί τούς ἱερούς Κανόνες. Ὁ κλῆρος τῶν Ἁγίων εἶναι ἡ μερίς τῶν Ὀρθοδόξων, δηλαδή δέν θά τόν συγκαταριθμοῦμε αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο ἤ τήν Σύνοδο, ἐφ’ ὅσον καινοτομοῦν εἰς τήν μερίδα τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά θά ἀπομακρυνώμεθα διά τῆς Ἀποτειχίσεως ἀπό αὐτούς.  Αὐτή εἶναι ἡ ἐν καιρῷ αἱρέσεως παραμονή εἰς τήν Ἐκκλησία.

Τό δύσφημο (κακόφημο) τό ὁποῖο δέν ἀναφέρει ὁ ὅσιος, ἀλλά ἀντιπαρέρχεται γιά συντομία, εἶναι ὁ ἀναθεματισμός τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Γαλατ. 1,8-9) πρός οἱονδήποτε καινοτομεῖ, ἀπό ἀνθρώπου ἕως ἀγγέλου.

         Θά ἀναφερθοῦμε ἐν συνεχείᾳ καί σέ ἄλλες ἐπιστολές τοῦ ὁσίου γιά νά κατανοήσωμε τό σπουδαῖο γιά τίς ἡμέρες μας θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας.

          Ὑπάρχει μία ἐπιστολή τοῦ ὁσίου, ἡ ὁποία ἔχει ὡς παραλήπτη τόν μοναχό Γρηγόριο καί ἡ ὁποία δέν ἔχει καταχωρηθῆ στήν συλλογή τοῦ J. Migne ἀλλά στήν ὁλοκληρωμένη συλλογή τοῦ Γ. Φατούρου (ἐπιστ. 556,853 σελ.) Ἐδῶ περιγράφεται μία Οἰκονομία  τοῦ ὁσίου, ἡ ὁποία πολλά θά ἔχη νά εἰπῆ καί στίς ἡμέρες μας, ἄν βεβαίως ἔχωμε καί ἐμεῖς τό ἴδιο πνεῦμα μέ τόν ὅσιο. Ἡ ὑπόθεσις ἡ ὁποία περιγράφεται διά πολλῶν λεπτομερειῶν στήν ἐπιστολή ἀπό τόν ὅσιο εἶναι ἡ ἑξῆς.

         Ὑπῆρχαν κάποιοι, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσαν τόν ὅσιο ὡς πρός τήν τοποθέτησί του ἐπί τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως. Αὐτοί κατηγοροῦσαν αὐτόν ὅτι  κάνει λάθος εἶναι αὐστηρός, θά ἐκπέση τῆς Ἐκκλησίας ἄν δέν διορθωθῆ, θά κάνη σχίσμα κλπ. Τό σημαντικό σημεῖο τῆς διαφορᾶς των δέν ἦταν ὡς πρός τήν Ἀποτείχισι ἀπό τούς Μοιχειανούς, ἀλλά ὡς πρός τόν χαρακτηρισμό τῆς καταστάσεως. Ὁ ὅσιος δηλαδή ἐδίδασκε ὅτι ἡ δημοσία καί Συνοδική ἀθέτησις τῆς εὐαγγελικῆς ἐντολῆς τοῦ γάμου εἶναι αἵρεσις, ἐνῶ αὐτοί ἔλεγον ὅτι δέν εἶναι αἱρετικοί, ἀλλά ἁπλῶς παραβάτες τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, καταπατητές τῶν ἱερῶν Κανόνων, ἀνίεροι, ἀκοινώνητοι κλπ: «…ἐπεί φησί, ὅτι πάντες οἱ φίλοι καί εὐσεβεῖς τῷ μή λέγειν αἵρεσιν ἀλλ’ ἤ μόνον παράβασιν τῶν ἐντολῶν τοῦ θεοῦ, καταπατητάς τῶν θείων κανόνων καί ἀνιέρους, φεύγετε αὐτῶν τήν κοινωνίαν παντάπασι, καί ἕτερα πρός τοῖς εἰρημένοις ἐπιπλήττων, ὡς οὐχ οἷόν τε τό γράμμα ἀπαγγεῖλαι διά τό πλῆθος».

         Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης τότε ἀπέστειλε πρός αὐτούς μία μελέτη μέ ἁγιογραφικές καί πατερικές μαρτυρίες διά νά ἐπιλύση τίς ἀπορίες καί ἐνστάσεις των. Βλέποντας ὅμως αὐτούς νά ἐπιμένουν, ἴσως διότι ἐφοβοῦντο τήν ἐξουσία καί τά δεινά, ἴσως ἐπειδή δέν τό ἐχωροῦσε αὐτό ὁ νοῦς των, ἤ καί ἀπό ἄλλες ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, φθόνου κλπ. καί ἐπειδή ἐφοβήθηκε μήπως ἐπέλθει σχίσμα μεταξύ των, τό ὁποῖο θά ἦτο ἡ χαρά τοῦ διαβόλου καί τῶν αἱρετικῶν, ἤ καί τό χειρότερο, φοβούμενος δηλαδή μήπως ἐπιστρέψουν αὐτοί πάλι στούς αἱρετικούς, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἦταν ἀποστασία ἐκ τῆς ἀληθείας, μέ τήν συνεργασία καί συμφωνία τοῦ ἀδελφοῦ Εὐπρεπιανοῦ, ἀπεφάσισαν νά κάνουν Οἰκονομία κατά μίμησι σέ τέτοιες περιπτώσεις τῶν Ἁγ. Πατέρων, ἡ ὁποία δέν θά εἶχε καμμία βλάβη, οὔτε ἀθέτησι τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ: «…ὁρῶν οὖν ὅτι τό μή φέρειν αὐτούς τήν ἐκ τοῦ λέγειν αἵρεσιν ὀργήν τοῦ κρατοῦντος αἴτιον τῆς ἀσυμφωνίας ἤ νοός ἐν τοῖς μέν ἀχωρησίαν ἤ τάχα καί τοῦ φθόνου ὑποσμηχόμενον τό κέντρον καί πάντοθεν ἀπορῶν τό τε σχίσμα ἡμῶν αὐτῶν δεδιώς, εἰς χαράν ὄν τοῦ διαβόλου καί τῶν αἱρετιζόντων, τό τε συνελθεῖν αὐτοῖς ἀποστασίαν εἶναι ἀληθείας, συμβουλίᾳ καί τοῦ ἀδελφοῦ ἐπί οἰκονομίαν ἦλθον μιμήσει τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, μηδέν ἔχουσαν, ὡς οἶμαι, τό βλάπτον καί παρά τό εἰκός εἰς νόμον θεοῦ· καί δή ταύτην παρατίθημι, ἔχουσαν ὧδε».

         Ἐδῶ βλέπομε ὅτι τό πνεῦμα τῶν Πατέρων ἐν καιρῷ αἱρέσεως εἶναι νά οἰκονομοῦμε τίς μεταξύ μας διαφορές καί ἀντιγνωμίες, ἐφ’ ὅσον δέν βλάπτεται ἡ πίστις καί ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, νά μήν ὑπάρχουν μεταξύ μας σχίσματα καί νά τά ἐξαλείφωμε, ὅταν αὐτά δημιουργοῦνται, μέ ὑποχωρήσεις, οἱ ὁποῖες ἀποβλέπουν εἰς τό νά διατηρῆται ἡ μεταξύ μας συνοχή καί κοινωνία καί ἡ Ἀποτείχισις ἀπό τήν αἵρεσι. Τό ὅτι εἰς τό σημεῖο αὐτό ὁ ὅσιος ἐκθέτει ὅλες τίς σκέψεις του καί τούς προβληματισμούς του, καθώς καί τήν ἀπόφασί του περί Οἰκονομίας, μᾶς καθοδηγεῖ πῶς πρέπει καί ἐμεῖς νά σκεπτώμεθα σέ ἀνάλογες περιπτώσεις.

Ἡ Οἰκονομία, τήν ὁποία ἔκανε, προκειμένου νά ἀποφευχθῆ ἡ μεταξύ των διάστασις, ἦταν ἡ ἑξῆς. Κάθε μία πλευρά θά διατηροῦσε τήν ἄποψί της διά τήν δημιουργηθεῖσα στήν Ἐκκλησία κατάστασι, δηλαδή αὐτοί θά ἔλεγαν ὅτι αὐτό ἦτο παράβασις ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί ἱερῶν Κανόνων καί ὅτι αὐτοί πού τό ἔκαναν ἦταν ἀνίεροι καί ἀκοινώνητοι, καί ὁ ὅσιος καί οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτόν θά ἔλεγαν ὅτι αὐτό εἶναι αἵρεσις καί οἱ προσχωρήσαντες εἰς αὐτήν ἦσαν ἀκοινώνητοι. Θά ἐσυναντῶντο δηλαδή καί οἱ μέν καί οἱ δέ εἰς τήν Ἀποτείχισι ἀπό τούς Μοιχειανούς.  Αὐτοί δέ οἱ ὁποῖοι θά τούς ἐκατηγοροῦσαν ὅτι τάχα δέν συμφωνοῦν μεταξύ των θά ἀποστομώνοντο ἀπό τήν μεταξύ των συμφωνία εἰς τήν Ἀποτείχισι.  Ὁ χρόνος μόνο τῆς Οἰκονομίας θά ἦτο ἀόριστος, μέχρι δηλαδή νά κατανοήσουν καί νά τούς πληροφορήση ὁ Θεός ὅτι καί τό σχίσμα δέν εἶναι μικρότερο κακό ἀπό τήν αἵρεσι, σύμφωνα μέ τόν Χρυσορρήμονα ἅγιο: «Ἐπεί ὁρῶ ὑμᾶς εἰς τοσοῦτον ὑπενδοῦται ὥστε ἀπορραγήν γενέσθαι εἰς ἡμᾶς, τοῦτο φρονεῖν γέγονέ μοι εὖ ἔχειν εἰς οἰκονομίας τρόπον. εἰ μή φέροι τις λέγειν αἵρεσιν ἀχωρησίᾳ νοός, ἀσθενείας μέν ἐστι, κἄν οὐ βούληται, λογίζεσθαι οὕτως ὁ ἀκούων, συγχωρητέον δέ ὅμως τήν φωνήν χάριν τῆς συναφείας, τῶν ἄλλων σῳζωμένων, λέγω δή τῆς τε ἀκοινωνησίας καθόλου καί ἄλλης πως οὐ συγκαταβάσεως, καθά καί οἱ φίλοι δῆθεν ἐπαινοῦσιν ὑμᾶς· κἀμοί καί τοῖς ὁμοίως μοι αἱρουμένοις ἔστω τό λέγειν αὐτήν αἵρεσιν, καθώς πεπιστεύκαμεν ἐν ἀποδείξει τῆς ἀληθείας, καί εἰ οἱ δι’ ἐναντίας τοῦτο ὁρῶντες ἐνδιαβάλλουσιν ἡμᾶς ἀσυμφώνους εἶναι, μηδετέρῳ μέρει μελέτω· ἐν γάρ τῇ ἀφωνίᾳ συμφωνία ἡμῖν πραγματεύεται τοῖς πράγμασι, ἐξ ἴσου ἀφισταμένοις τῆς κοινωνίας αὐτῶν, ἕως ἄν ὁ θεός πληροφορήσῃ ἡμᾶς, τοῦτο εἰδότας, ὡς καί τό σχίσμα οὐδέν ἔλαττον αἱρέσεως, ὡς τῷ Χρυσοστόμῳ εἴρηται».

Μέ βάσι τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου πρέπει καί ἐμεῖς νά ἀναλογισθοῦμε ἄν εἶναι σωστό νά «κολλοῦμε» σήμερα στά ἡμερολόγια, σέ ἡγετικές ἀπαιτήσεις καί ἐξαναγκασμό τῶν ἄλλων νά ἀποδεχθοῦν τήν ἄποψί μας, ἤ νά δημιουργοῦμε διαστάσεις καί διχόνοιες γιά δευτερεύοντα θέματα.  Βλέπομε τόν ὅσιο νά παραιτῆται κάθε ἡγετικῆς τάσεως καί τό μόνο του μέλημα νά εἶναι ἡ ἀποφυγή σχισμάτων καί διαστάσεων. Καί ἐδῶ ἡ Οἰκονομία ἔχει τή θέσι της καί μάλιστα σύμφωνα μέ τόν ὅσιο εἶναι ἡ πατερική γραμμή «ἐπί οἰκονομίᾳ ἦλθον μιμήσει τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν». Ἡ μεταξύ μας συμφωνία θά ἔχη μεγίστη ὠφέλεια, ὄχι μόνο σέ ἐμᾶς, ἀλλά καί σέ ὅσους προβληματίζονται καί ἐπιθυμοῦν νά ἐξέλθουν ἀπό τήν αἵρεσι καί ἐκ τοῦ ἀντιθέτου βεβαίως ἡ μεταξύ μας ἀσυμφωνία καί διάστασις θά προξενήση βλάβη, ὄχι μόνο σέ ἐμᾶς, ἀλλά καί στούς προβληματισμένους καί καλοπροαίρετους καί εὑρισκομένους εἰς τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γιά τούς ὁποίους ἴσως ἀπό τόν Θεό θεωρηθοῦμε τελικά ὑπεύθυνοι καί ὑπαίτιοι τῆς παραμονῆς των εἰς αὐτήν.

         Ἄν τέλος ἰδοῦμε ἀπό μία ἄλλη ἄποψι τήν διάστασι καί διαφωνία αὐτή, τήν ὁποία ἀνωτέρω περιγράψαμε, θά πρέπει νά ἀναφέρωμε ὅτι αὐτοί οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦσαν μέ τόν ὅσιο, ἦσαν κατ’ οὐσίαν αὐστηρότεροι ἀπό αὐτόν, ἐφ’ ὅσον ἐθεωροῦσαν νόμιμο τήν Ἀποτείχισι ἀπό αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς δημοσίως καί Συνοδικῶς παρανομοῦσαν καί καταπατοῦσαν τούς ἱερούς Κανόνες, ἐνῶ ὁ ὅσιος ἐθεωροῦσε νόμιμο τήν Ἀποτείχισι ἐξ αἰτίας τῆς ὑπάρξεως τῆς αἱρέσεως.  Καταλαβαίνει λοιπόν ἕκαστος πόσο μακρυά ἀπό τό πνεῦμα τῶν Πατέρων εἶναι ὅσοι διστάζουν στήν Ἀποτείχισι σήμερα πού ὑπάρχει ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς Παναίρεσις καί ὁδηγεῖ μέ μαθηματική ἀκρίβεια στά ἔσχατα, στόν Ἀντίχριστο κλπ.

Θά ἀναφερθοῦμε ἐν συνεχείᾳ καί σέ μία ἄλλη Οἰκονομία τοῦ Ὁσίου, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στίς ἐπιστολές του.

Αὐτή ἦτο ὅτι γιά κάποιο χρονικό διάστημα ἐσιωποῦσε καί, ἐνῶ ἐγνώριζε τήν ὑπόθεσι τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ οἰκονόμου Ἰωσήφ εἰς τήν ἱερωσύνη ἀπό τόν Πατριάρχη ἅγιο Νικηφόρο, κατόπιν βέβαια πιέσεων ἀπό τόν αὐτοκράτορα Νικηφόρο τόν ἀπό Γενικοῦ, ὁ ὅσιος ἁπλῶς δέν συμμετεῖχε σέ συλλείτουργα καί ἐκκλησιαστικές τελετές, περιμένοντας διά τῆς σιωπῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ἀπομακρύνσεως νά ἰδῆ τήν ἔκβασι τῆς ὑποθέσεως. Αὐτό τό γεγονός τό περιγράφει σέ ἐπιστολή πρός τούς μοναχούς τῆς Μονῆς Σακκουδίωνος: «Ἕως μὲν ἦν καιρὸς τοῦ οἰκονομεῖν καὶ κρύπτειν τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀκοινωνησίας Ιωσήφ τοῦ οἰκονόμου, ἐποιοῦμεν τοῦτο, τέκνα καὶ ἀδελφοί, οὐκ ἐκ φόβου κρατούμενοι, κἂν ἁμαρτωλοὶ τυγχάνωμεν, ἀλλ' ἐξ οἰκονομικῆς συγκαταβάσεως, ἐκμιμούμενοί πως τοὺς ἁγίους πατέρας ἡμῶν, καθὰ κἀκεῖνοι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι χρώμενοι ταύτῃ ὑπεξήγαγον ἑαυτοῖς τὸν πειρασμόν, τὸ μὲν φειδόμενοι τῶν ἀσθενεστέρων καὶ κακούντων, τὸ δὲ μικρὸν ὑπενδιδοῦντες κυβερνητικῶς, ἵνα τὸ ζητούμενον μικρὸν ὕστερον ἀντιλάβωσι κατόρθωμα. ἐπὰν δὲ νῦν ηὐδόκησεν ὁ ἀγαθὸς ἡμῶν θεὸς εἰς προῦπτον ἐκβῆναι τὴν ὑπόθεσιν, φανερῶς ἄρτι καὶ γράφομεν. πῶς δέ; διὰ τῆς τοῦ λογοθέτου τοῦ δρόμου ἐπερωτήσεως καὶ τῆς πρὸς αὐτὸν τοῦ ἀρχιεπισκόπου ἀποκρίσεως» (Φατ. 31, 84, 2).

Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ Ὅσιος ὅτι οἱ οἰκονομίες γίνονται χάριν τῶν ἀσθενεστέρων ἀδελφῶν καί αὐτῶν οἱ ὁποῖοι μέ κακή διάθεσι ζητοῦν αἰτίας γιά νά κατηγορήσουν καί νά σκανδαλίσουν τούς Χριστιανούς. Ἡ ἀπομάκρυνσις ὅμως αὐτή ἔγινε γνωστή καί ἐστάλη ὁ λογοθέτης τοῦ δρόμου να ἐρωτήση εὐθέως γιά ποίαν αἰτίαν σέ τόσες ἑορτές ἀπουσίασαν οἱ Ὅσιοι καί δέν συμμετεῖχον εἰς αὐτές. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἔγινε φανερή ἡ ὑπόθεσις, ὁ ἀδελφός τοῦ Ὁσίου ἅγιος Ἰωσήφ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἀπήντησε εἰς τον ἀπεσταλμένο καί ἐξήγησε τόν λόγο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀπομακρύνσεως: «Φησὶ γάρ, "διατί ἕως τοῦ παρόντος οὐ συνεκοινώνησας ἡμῖν καὶ τῷ πατριάρχῃ, τοσούτων ἑορτῶν διελθουσῶν"; καὶ ὅτι "εἰπὲ παρρησίᾳ τὸ αἴτιον". καὶ ὡμολόγησεν ὁ ἀρχιεπίσκοπος καὶ οὐκ ἠρνήσατο, καὶ ὡμολόγησεν ὅτι "οὔτε πρὸς τοὺς εὐσεβεῖς ἡμῶν βασιλεῖς ἔχω τι οὐδ' αὖ πρὸς τὸν πατριάρχην, ἀλλὰ πρὸς τὸν οἰκονόμον τὸν στεφανώσαντα τὸν μοιχὸν καὶ διὰ τοῦτο καθῃρημένον παρὰ τῶν ἱερῶν κανόνων". πρὸς οἷς ἡ ἀπόκρισις τοῦ λογοθέτου ὅτι  "οἱ εὐσεβεῖς ἡμῶν βασιλεῖς χρείαν σου οὐκ ἔχουσιν οὔτε ἐν Θεσσαλονίκῃ οὔτε ἀλλῇ"» (Φατ. 31, 85,14).

Ἡ σιωπή, λοιπόν, εἶναι καί αὐτή τρόπος οἰκονομίας, ὅταν δέν γίνεται ἀπό φόβο καί δειλία, ἀλλά χάριν τῶν ἀσθενῶν καί ἀδυνάτων στήν πίστι. Οὔτε βέβαια, ὅταν προσβάλλεται εὐθέως ἡ πίστις, διότι τότε ὁ Ὅσιος τήν σιωπή αὐτή τήν κατηγορεῖ καί τήν θεωρεῖ προδοσία (π.χ. «Ἐντολὴ γὰρ Κυρίου μὴ σιωπᾶν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης πίστεως· λάλει γάρ, φησί, καὶ μὴ σιώπα» κ.λπ. Φατ. 425, 595, 12).

Τελικῶς ἔγινε γνωστή ἡ ὑπόθεσις τῆς παρανομίας σέ ὅλη τήν πόλι: «ἐξηχήθη δὲ ἡ ὑπόθεσις ἐπί τε τοῦ πατριάρχου καὶ πάσης τῆς πόλεως σχεδόν, καὶ εἰσὶ μὲν πολλοὶ συνθλιβόμενοι καὶ συμφθεγγόμενοι ἡμῖν, ἀλλὰ νυκτερινοὶ θεοσεβεῖς, μὴ δυνάμενοι ἐν φωτὶ παρρησιασθῆναι» (Φατ. 31.85,26).

Ἐδῶ εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀναφερθοῦμε στούς «νυκτερινούς θεοσεβεῖς», τό ὁποῖο εἶναι μιά θαυμαστή καί παραστατική ἔκφρασι τοῦ ὁσίου, ἡ ὁποία ἀποδίδεται σέ ὅλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι συμπαρίστανται, συνθλίβονται καί ὁμιλοῦν μέχρις ἐκεῖ πού δέν κινδυνεύει ἡ ἡσυχία των, ἡ ἐξουσία των καί τό λεγόμενο βόλεμά των. Τό «μὴ δυνάμενοι ἐν φωτὶ παρρησιασθῆναι», σημαίνει ὅτι ὅλοι αὐτοί δέν ὁμολογοῦν καί δέν κινδυνεύουν χάριν τῆς ἀληθείας.

Θά ἠδυνάμεθα καί ἄλλα νά ἀναφέρωμε ἀπό τίς ἐπιστολές τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου γιά τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας, ἀλλά τά ἀντιπαρερχόμεθα θεωρώντας ὅτι ἀναφέραμε τίς βασικές θέσεις του ἐπί τοῦ θέματος τούτου.

Διερευνώντας το θέμα: «εκκλησιαστική οικονομία» και τα όριά της (Δ)

Η εκκλησιαστική «οἰκονομία», ὡς πρὸς τὸν Πατέρα Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.




Αυτός ὑπέγραψε ἡμιαρειανικὸ σύμβολο. Λέγεται σχετικῶς ἐπ’ αὐτοῦ: «Ὅταν ὁ Γεώργιος Λαοδικείας ἐκόμισεν εἰς Καισάρειαν τον ἑνωτικόν τύπον τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίου, ὁ ἐπίσκοπος Διάνιος, ἐν τῇ εὐπιστίᾳ του, ὑπέγραψε, ὡς ἄλλωστε ἔπραξαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐν Κπόλει, ἐν οἷς καὶ ὁ ὁμώνυμος πατηρ τοῦ Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, ταχθέντες μετὰ τῶν "ὁμοιουσιανῶν"». Ὁ λόγος ποὺ δεν τοῦ διέκοψε τὴν κοινωνία ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἦταν ἐπειδὴ ἐξ ἁπλότητος ἐξαπατήθηκε ὁ Πατέρας του καὶ γνώριζε ὅτι ἦταν ὀρθόδοξος καὶ διὰ τοῦτο δεν την διέκοψε, ποὺ ἄλλωστε ἀπολογήθηκε καὶ εὐθαρσῶς…….

Ὁ Πατήρ τοῦ Θεολόγου, ἅγιος Γρηγόριος, δὲν ὑπῆρξε ποτέ  αἱρετικός στο φρόνημα ἂν καὶ ὑπέγραψε ἡμιαρειανικὸ σύμβολο. «... ὑπέγραψε ἀπὸ ἁπλότητα ἕνα αἱρετικό, ἡμιαρειανικὸ σύμβολο πίστεως (361)»·.«Ὑπῆρχε δηλαδὴ σ’ αὐτόν πάντοτε ἡ "καθαρότης τοῦ δόγματος", καὶ κατὰ συνέπεια ἡ "ὁμοδοξία" (κοινὴ πίστις) μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν "στασιαζόντων" μοναχῶν.

 Ἐπὶ πλέον, τὸ ὅτι την  δημόσια ἀπολογία του ὁ πατήρ Γρηγόριος την πραγματοποίησε τὸ 364 τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι δεν ὀφείλεται στον πατέρα –ὁ ὁποῖος σημειωτέον τότε ἦταν ἐνενήντα ἐτῶν– ἀλλὰ στον υἱὸ Γρηγόριο, διότι ἄργησε νὰ τοῦ τὸ προτείνει.

Συμπερασματικῶς καταλήγουμε στὰ ἑξῆς: ὁ υἱός Γρηγόριος ἦταν ἡ αἰτία ποὺ ἄργησε ὁ πατερας του  νὰ ἀπολογηθεῖ δημοσίως· καὶ ὁ πατηρ Γρηγόριος ἦταν πάντοτε ὀρθόδοξος στὸ φρόνημα ἀκόμη καὶ τὴν στιγμὴ τῆς ὑπογραφῆς του· ἀπ απλότητα παρασύρθηκε ὁ ἐνενηκοντούτης γέρων. Ὡς πρὸς την ὑπογραφή του, ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέγει ὅτι μόλις ἀντιλήφθηκε τον δόλο ἀμέσως.  Συνεπῶς τί ἐκκλησιαστικὴ οἰκονομία δύναται νὰ ἀσκηθεῖ σὲ κάποιον (καὶ μάλιστα ἅγιο) ποὺ ἦταν ὀρθόδοξος στὸ φρόνημα, δεν κήρυξε ποτὲ την αἵρεση, ἀμέσως μετανόησε γιὰ τὸ ἐκ παραδρομῆς σφάλμα του καὶ δεν εἶχε καμία ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τους Ὁμοίους Ἀρειανους (ὅταν ἀντιλήφθηκε τὸν δόλο τους); Σαφῶς καμία.

(ΠΗΓΗ.Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ -Ιερομονάχου Ευγενίου. Διαμορφωμένο κείμενο)

Διερευνώντας το θέμα: «εκκλησιαστική οικονομία» και τα όριά της (Γ)

Η ΧΡΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΟΨΟΥΕΣΤΙΑΣ




         Γιά τήν ὑπόθεσι αὐτή τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας ἀπό τόν ἅγ. Κύριλλο στό θέμα τοῦ αἱρετικοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας θά χρησιμοποιήσωμε τίς μαρτυρίες τοῦ ὁσ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἐπειδή τά κείμενα ἀπό τά ὁποῖα αὐτός ἔλαβε αὐτές τίς πληροφορίες, καί εἶναι τοῦ ἁγ. Εὐλογίου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, δέν ὑπάρχουν στήν ἔκδοσι τῆς Πατρολογίας τοῦ J. P. Μigne. Γιά τό θέμα τῶν Οἰκονομιῶν καί τίς σχετικές μέ αὐτές διδασκαλίες τοῦ ὁσ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου θά κάνωμε εἰδική ἀναφορά κατωτέρω. Ἐδῶ παραθέτομε μόνο τά κείμενα τά ὁποῖα ἀφοροῦν τό θέμα τοῦ ἁγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, σχετικά μέ τόν Θεόδωρο Μοψουεστίας.

         Ὁ ἅγ. Ναυκράτιος λοιπόν ὁ Στουδίτης, συναγωνιστής  καί σύγχρονος τοῦ ὁσ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἐρωτᾶ σέ ἐπιστολή του τόν ὅσιο Θεόδωρο γιά τό θέμα αὐτῆς τῆς Οἰκονομίας ἀπό τόν ἅγ. Κύριλλο. Ἴσως ἀποσκοποῦσε ἡ ἐρώτησις αὐτή τοῦ Ναυκρατίου στή συμβουλή ὡς πρός τό τί στᾶσι ἔπρεπε νά κρατήσουν οἱ Ἀποτειχισμένοι κληρικοί καί λαϊκοί λόγῳ τῆς Μοιχειανικῆς αἱρέσεως: «Ἐπί τάς ἐρωτήσεις σου τρεπτέον τόν λόγον. Ἔφης ἀνθ’ ὅτου ὁ θεῖος Κύριλλος ᾠκονόμει μή ἀποσχίζεσθαι τῶν τῆς Ἑῴας ἐν διπτύχοις ἀναφερόντων τόν Θεόδωρον τόν Μοψουεστίας αἱρετικόν ὄντα. Ἐπ’ ἄν ὀρθότατα καί καιριώτατα τά τῆς εὐσεβείας δόγματα παρ’ αὐτοῖς ἐσέσωστο» (ΕΠΕ Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν 18 Β,250,3).

         Ἡ ἐκκλησιαστική λοιπόν Οἰκονομία τοῦ ἁγ. Κυρίλλου ἦταν ὅτι δέν ἀποσχίσθηκε ἀπό κάποιους ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἐμνημόνευαν εἰς τά δίπτυχα τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο Θεόδωρο Μοψουεστίας. Ἡ ἀκρίβεια ἄρα καί Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ἦταν νά ἀποτειχίζωνται οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ἀπό τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί ἀπό αὐτούς οἱ ὁποῖοι τούς ἐμνημόνευαν ἐπισήμως εἰς τά δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας δέν εἶχε καταδικασθῆ ἀπό Σύνοδο ὡς αἱρετικός αὐτήν τήν περίοδο καί ἄρα ὑπάρχει ἐφαρμογή τοῦ 15ου ἱεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, τετρακόσια (400) χρόνια καί πλέον, πρίν ἐξαγγελθῆ αὐτός ὁ Κανόνας. Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες κατέγραψαν τήν ἤδη ὑπάρχουσα Ὀρθόδοξο Παράδοσι, ἡ ὁποία ἔχει ὡς βάσι τήν διδασκαλία τῆς Ἁγ. Γραφῆς. Εἶναι ἀξιοσημείωτο, ὅπως ἀναφέρει τό ἀνωτέρω κείμενο, ὅτι αὐτοί οἱ Ἐπίσκοποι ἀπό τούς ὁποίους κατ’ ἀκρίβειαν ὁ ἅγ. Κύριλλος ἔπρεπε νά ἀποτειχισθῆ, ἦσαν κατά τά ἄλλα Ὀρθόδοξοι. Ἡ Γραφή μάλιστα στήν ἔκδοσι Γ. Φατούρου καί σέ ἄλλες ἐκδόσεις εἶναι ὀρθότερη καί ἔχει τό «ἐπ’ ἄν ὀρθότατα κλπ.» κατόπιν κόμματος (,) καί ὄχι τελείας, ὅπως ἡ ἔκδοσις τῆς ΕΠΕ καί τοῦ Migne, ὁπότε θεωρεῖται ὡς ἐπεξήγησις γιά τό τί  ἐπίστευαν κατά τά ἄλλα οἱ Ἐπίσκοποι αὐτοί, ἀπό τούς ὁποίους ἔπρεπε  ὁ ἅγιος νά ἀποτειχισθῆ.

         Ἐν συνεχείᾳ ἀπαντῶντας ὁ ὅσιος Θεόδωρος εἰς τήν ἐρώτησι τοῦ Ναυκρατίου κάνει μία θαυμασία καί μοναδική ἐξήγησι καί διδασκαλία γιά τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας: «Σαφηνείας δέ ἕνεκεν ἔστω τά παρ’ ἡμῶν  ἐχόμενα τῆς αὐτῆς ἐννοίας ὅτι τῶν οἰκονομιῶν αἱ μέν πρός καιρόν γεγόνασι παρά τῶν Πατέρων,  αἱ δέ τό διηνεκές ἔχουσιν» (ΕΠΕ 18 Β, 250,12). Ἀναφέρει λοιπόν ὅτι ὑπάρχουν δύο εἴδη Οἰκονομίας, αὐτές δηλαδή, οἱ ὁποῖες γίνονται λόγῳ ἀνάγκης γιά λίγο χρονικό διάστημα, καί αὐτές οἱ ὁποῖες γίνονται καί ἔχουν μόνιμο χαρακτῆρα καί ἰσχύ.

         Ἐν συνεχείᾳ ἐξηγεῖ αὐτά τά δύο εἴδη, ἀναφέροντας ἀνάλογα παραδείγματα: «Οἷον διηνεκές μέν, ὡς ἀντί τῶν ὑποστάσεων παραχωρεῖσθαι τά πρόσωπα πρός τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῖς Ἰταλοῖς. Πρός καιρόν δέ, οἷον τοῦ Ἀποστόλου ἐπί τῆς περιτομῆς, τοῦ μεγάλου Βασιλείου ἐπί τοῦ ἁγίου Πνεύματος· οἷον καί τόν νῦν τοῦ θείου Κυρίλλου».  Ἀπό τά παραδείγματα τά ὁποῖα ἀναφέρει ὁ ὅσιος, κατανοοῦμε ὅτι οἱ μόνιμες καί διαρκεῖς Οἰκονομίες δέν ἐπιφέρουν καμμία παρέκκλισι καί ἀλλοίωσι στήν πίστι  καί γίνονται διά κάποια ἀνάγκη, ὅπως στήν προκειμένη περίπτωσι τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου,  τήν στενότητα καί πτωχεία τῆς Λατινικῆς γλώσσας, χάριν τῆς ὁποίας ἐπετράπη εἰς τό διηνεκές νά ὀνομάζουν τίς ὑποστάσεις τῆς Ἁγ. Τριάδος, πρόσωπα. Στίς διαρκεῖς καί μόνιμες Οἰκονομίες θά ἠδυνάμεθα νά συναριθμήσωμε καί τόν νηπιοβαπτισμό, τήν μετάδοσι τῆς Θ. Κοινωνίας διά τῆς λαβίδος κλπ.

         Οἱ Οἰκονομίες ἀντιθέτως, οἱ ὁποῖες  ἐπιφέρουν μία ἀλλοίωσι στήν πίστι καί Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλες προσωρινές καί γίνονται ἐξ αἰτίας κάποιας μεγάλης ἀνάγκης, ἡ ὁποία ὅταν παρέλθη ἐπανερχόμεθα πάλι εἰς τήν ἀκρίβεια ὡς ἀσφαλῆ ὁδό σωτηρίας. Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ ὅσιος σάν παραδείγματα τήν περιτομή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τόν Τιμόθεο, τήν ἀποσιώπησι τῆς θεότητος τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἀπό τόν Μ. Βασίλειο καί τήν συνέχισι τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας πρός αὐτούς πού ἐμνημόνευαν στά δίπτυχα τόν Θεόδωρο Μοψουεστίας ἀπό τόν ἅγ. Κύριλλο.

         Ἐν συνεχείᾳ, ἀναφερόμενος ὁ ὅσιος στίς προσωρινές Οἰκονομίες, ἐπεξηγεῖ ὅτι αὐτές, ἐφ’ ὅσον γίνονται προσωρινά καί λόγῳ μεγάλης ἀνάγκης δέν εἶναι κατακριτέες, οὔτε παράνομες, ὅμως λόγῳ ἐλλείψεως τῆς ἀκριβείας ἔχουν μία κατωτερότητα. Μέ τήν διδασκαλία αὐτή ὁ ὅσιος καταρρίπτει τά ἐπιχειρήματα τῶν Οἰκουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι δῆθεν χρησιμοποιῶντας τήν ὁδό τῆς Οἰκονομίας, ὡδήγησαν τούς Ὀρθοδόξους στήν αἱρετική ὁδό τῆς ἐντάξεως π.χ. στό Π.Σ.Ε., στίς συμπροσευχές στά πλαίσια τοῦ διαλόγου μέ  τούς αἱρετικούς, στήν ἀναγνώρισι τῶν μυστηρίων τους κλπ.  Διότι  προφανῶς ἐδῶ οὔτε ἀνάγκη ὑπῆρχε, οὔτε προσωρινό χαρακτῆρα ἔχουν αὐτές οἱ δῆθεν Οἰκονομίες, ἀλλά ἀντιθέτως ἔχουν προσλάβει τήν μορφή τῆς ἐπιδημίας καί τῆς λοιμικῆς νόσου. Ἐλέγχει ἐπίσης ὁ ὅσιος καί τούς Ἀντιοικουμενιστές, οἱ ὁποῖοι γιά λόγους δῆθεν οἰκονομίας παραμένουν στήν αἵρεσι, χωρίς καμμία ἀπολύτως ἀνάγκη. Ποία ἄλλωστε ἀνάγκη δύναται νά σέ κάνη νά παραμείνης στό στόμα τοῦ λύκου;

Κατωτέρω ὁ ὅσιος ἀναφέρει μερικά πρακτικά παραδείγματα ἀπό τήν καθημερινή ζωή, γιά νά γίνη κατανοητό τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας καί συνεχίζει: «Οὕτω κἀν τοῖς ἁγίοις ἐν ταῖς οἰκονομίαις, ὡς καί Κυρίλλῳ τῷ μεγάλῳ ἐν τῷδε. Μικρόν γάρ πάντως ἀνέμενε τῶν Ἀνατολικῶν τό βραδύνουν ἤ προσπαθές, πρός τό αἱρετικόν μή ὑπολαμβάνειν τόν ὄντως αἱρετικόν. Τί γάρ ἦν ἄλλο τό μεσολαβοῦν, ἐπ’ ἄν ὀρθοδόξως ἐκήρυττον τήν πίστιν κἀν τούτῳ αὐτόν τόν  μνημονευόμενον αὐτοῖς ἀναθεματίζοντες;» (ΕΠΕ 18 Β, 250,26). Ὁ ἅγ. Κύριλλος λοιπόν, σύμφωνα μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ ὁσίου, ἔκανε τήν Οἰκονομία, ἀναμένοντας νά κατανοήσουν οἱ Ἐπίσκοποι αὐτοί αὐτό τό θέμα, ὅτι δηλαδή διά τῆς μνημονεύσεως τόν αἱρετικό τόν θεωροῦν Ὀρθόδοξο, ἐνῶ διά τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τόν ἐκλαμβάνουν ὡς ὄντως αἱρετικό. Ἐδῶ κατανοοῦμε καί τόν σκοπό τῆς μνημονεύσεως καί τό ἀδιανόητο στήν σκέψι καί διδασκαλία τῶν Πατέρων νά μνημονεύσωμε ἐπ’ Ἐκκλησίαις κάποιον ὄντως αἱρετικό.

         Ἡ ἐξήγησις, τήν ὁποία παραθέτει ὁ ὅσιος ἀμέσως στή συνέχεια, δι’ ὅλα αὐτά εἶναι καταλυτική καί διδάσκει κάθε Ὀρθόδοξο τό τί πρέπει νά κάνη ἀνά πᾶσα στιγμή ἀπέναντι στούς αἱρετικούς. «Ἐπειδή πᾶς ὀρθοδοξῶν κατά πάντα, πάντα αἱρετικόν δυνάμει, κἄν οὐ ρήματι, ἀναθεματίζει». Δηλαδή διά νά εἶναι κάποιος κατά πάντα Ὀρθόδοξος πρέπει ὁπωσδήποτε μέ κάθε τρόπο καί μέσο (αὐτό σημαίνει τό «δυνάμει») νά ἀναθεματίζη τόν κάθε αἱρετικό, ἔστω καί ἄν δέν τό λέγη μέ τά λόγια. Ἐδῶ κατανοοῦμε ὅτι κατ’ οὐσίαν καί ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν εἶναι ὁ ἀναθεματισμός τούς μέσα στήν λατρευτική σύναξι τῆς Ἐκκλησίας.  Ἀντιθέτως δέ ἡ μνημόνευσίς των εἶναι ἡ ἐπισημοποίησις καί πιστοποίησις τῆς ὀρθοδοξότητός των.  Καί φυσικά δέν ἀναφέρεται ὁ ὅσιος σέ καταδικασμένους ὑπό Συνόδου, ὅπως δολίως καί πονηρῶς ἐφεύραμε ἐμεῖς σήμερα χάριν τοῦ βολέματος καί τοῦ ἐφησυχασμοῦ μας.

         Ἀκολούθως ἀναφέρει ὁ ὅσιος τήν κατ’ ἀκρίβειαν ἕνωσι τοῦ ἁγ. Κυρίλλου μέ τούς Ἐπισκόπους αὐτούς καί τό τέλος τῆς Οἰκονομίας:  «Ἔπειτα, ὅτε αὐτοῖς ἀνῆψεν ὁ τέλειος νοῦς, τότε αὐτοῖς συναφθέντος κατά πάντα τοῦ ἁγίου ἴσως». Ἐδῶ γίνεται κατανοητό ὅτι ὁ ἅγ. Κύριλλος  ἐχρησιμοποίησε τήν ὁδό τῆς Οἰκονομίας καί δέν ἀποσχίσθηκε ἀπό Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὄντως ἀγαθή προαίρεσι, ἦταν κατά πάντα τά ἄλλα Ὀρθόδοξοι καί ἁπλῶς δέν κατανοοῦσαν αὐτήν τήν διδασκαλία καί Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας στό θέμα τῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν. Καί ἐμεῖς σήμερα παίρνομε αὐτό τό παράδειγμα (καί κάποια ἄλλα βέβαια παρεμφερῆ) καί νομίζομε ὅτι μᾶς κατοχυρώνουν νά μνημονεύωμε δεδηλωμένους αἱρετικούς μέ διεστραμμένη προαίρεσι, μέ ξεκάθαρη πορεία καί σκοπό, μέ κανένα Ὀρθόδοξο στοιχεῖο καί χαρακτηριστικό πλήν τῆς ἐξωτερικῆς των ἐμφανίσεως καί θέσεως,  καί μάλιστα ἔπειτα ἀπό τόσα χρόνια πού βλέπομε ποῦ ὁδηγοῦν τήν Ἐκκλησία, τί ἐπιδιώκουν καί ἀπό ποῦ κατευθύνονται.

         Εἶναι ἀναγκαῖο καί χρήσιμο διά τήν Ἀποτείχισι νά ἀναφερθῆ, πρίν κλείσουμε αὐτήν τήν ἑνότητα, καί ἡ διδασκαλία τήν ὁποία ἐν συνεχείᾳ κάνει ὁ ὅσιος διά τό ὅτι πρέπει νά παραβλέπωμε τίς μικρές μεταξύ μας διαφορές καί νά μήν διακόπτωμε χάριν αὐτῶν τήν μεταξύ μας ἐκκλησιαστική κοινωνία: «Ἤ οὐχί καί ἡμεῖς τό αὐτό ποιοῦντες φαινόμεθα; Ἐσθ’ ὅτε τινῶν ὁμογνωμόνων ἡμῖν κατά τι διαφερομένων, ἔνθα οὐ πολύ τό λυποῦν ἤ ἐξιστῶν τῆς ἀκριβείας, καί ὅμως καταδεχόμεθα τήν πρός αὐτούς κοινωνίαν, ἵνα μή διά μικρόν τι μικρόν ὕστερον δυνάμενον κατορθωθῆναι ἀπολέσωμεν τό πᾶν· τοῦτο δέ ἀτέχνων καί οὐ μυστηρίων Θεοῦ οἰκονόμων. Τοιοῦτο μέν τό πρός καιρόν οἰκονομεῖν τούς λόγους καί τούς τρόπους ἐν κρίσει καί ἀληθείᾳ καί νόμῳ, ἀλλ’ οὐκ ἐν παρανομίᾳ καί ψεύδει τό καθόλου» (ΕΠΕ 18 Β,252 1).

         Οἱ Οἰκονόμοι λοιπόν τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, καταλήγει ὁ ὅσιος, δέν σκέπτονται καί ἀποφασίζουν μέ προσωπικά δεδομένα, ἀλλά μέ ἐκκλησιαστικά καί δι’ αὐτό παραβλέπουν τά μικρά καί τίς  μικρότητες, ὥστε  θυσιάζοντας αὐτά τά μικρά νά κερδίσουν τά μεγάλα καί νά βοηθήσουν διά τῆς Οἰκονομίας τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν καί ὄχι ἐκ τοῦ ἀντιθέτου κολλῶντας στά μικρά καί στίς μικρότητες νά ἀπωλέσουν τό πᾶν, δηλαδή νά γίνουν ἐμπόδιο καί νά ἀποκλείσουν ἔτσι τήν σωτηρία τῶν ἄλλων.  Αὐτό ἀναφέρει ὁ ὅσιος εἶναι ἔργο «ἀτέχνων καί οὐ μυστηρίων Θεοῦ οἰκονόμων» δηλαδή ἀνειδίκευτων εἰς τήν τέχνη αὐτή, κάτι σάν νά λέμε ὁ κρεοπώλης νά κάνη τόν ἰατρό καί ὁ μανάβης τόν καθηγητή.

(απόσπασμα απο άρθρο π.Ε.ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ)

Θα ακολουθήσε ΕΝΣΤΑΣΗ¨και ΑΠΑΝΤΗΣΗ  στην παραπάνω "οικονομία"

Κείμενα που δημοσιεύτηκαν για την υπόθεση του επισκόπου Τυχικού μετά τις τελευταίες εξελίξεις




Εισαγωγικά.

Δημοσιεύουμε τα link των κειμένων που αλιεύσαμε στο διαδίκτυο και έχουν σχέση με την υπόθεση του Επισκόπου Τυχικού μετά την απόφαση της Συνόδου του Φαναρίου.

Δεν τα δημοσιεύουμε αυτούσια, επειδή γράφονται και απόψεις που δεν συμφωνούμε

π.Δ.Α

1. Ω του παραδόξου θαύματος!! (https://eeod.gr/news/85031-o-tou-paradxou-thamatos)

--------------------------------------------------------------------------------------------

2. Ο Αρχιεπίσκοπος,ο Τυχικός και το Οικουμενικό Πατριαρχείο: όταν η ευθύνη επιστρέφει στην πηγή.( https://exapsalmos.gr/o-archiepiskoposo-tychikos-kai-to-oikoumeniko-patriarcheio-otan-i-efthyni-epistrefei-stin-pigi/)

--------------------------------------------------------------------------------------------------

3. Ὁ Τυχικός ἀπέκρουε τά τηλεφωνήματα τοῦ Ο.Τ. Κατεστράφη! (https://orthodoxostypos.gr/%e1%bd%81-%cf%84%cf%85%cf%87%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82-%e1%bc%80%cf%80%ce%ad%ce%ba%cf%81%ce%bf%cf%85%ce%b5-%cf%84%ce%ac-%cf%84%ce%b7%ce%bb%ce%b5%cf%86%cf%89%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%cf%84/)

-----------------------------------------------------------------------------------------

4. Επίσκοπος Τυχικός: «Απαράδεκτη» η απόφαση, λεει η δικηγόρος του.( https://(www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=120795)

---------------------------------------------------------------------------------------------------

5. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΝ ΤΟΝ ΑΘΩΟ & ΤΟΥ ΖΗΤΟΥΝ ΝΑ ΥΠΑΚΟΥΣΗ ΣΤΟΥΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ!!!!!!! Το χρονικο μιας προαναγγελθεισας καρατομησης.( https://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=120780)

----------------------------------------------------------------------------------------------------

6. Τρία(3) Σχόλια για το Φανάρι και τον Τυχικό.

( https://opaidagogos.blogspot.com/2025/10/3.html)

7. Θλιμμένες σκέψεις γιά μία ἡμέρα πτώσης καί ὀδύνης…( https://agonasax.blogspot.com/2025/10/blog-post_85.html)

8. «Καθαίρεσαν την ευσέβεια» – Το Φανάρι υπέγραψε την καταδίκη της ίδιας της Εκκλησίας. (https://agonasax.blogspot.com/2025/10/blog-post_60.html)

9. Όταν το Φανάρι αναγνωρίζει το λάθος αλλά καταδικάζει τον δίκαιο: περίπτωση Τυχικού.( https://agonasax.blogspot.com/2025/10/blog-post_76.html)

10. Το Φανάρι επικύρωσε ομόφωνα την απόφαση της Εκκλησίας Κύπρου για τον Μητροπολίτη Τυχικό (http://aktines.blogspot.com/2025/10/blog-post_44.html)

11. Αναμενόμενη η απόφαση παναιρεσιαρχείου.( https://www.triklopodia.gr/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bc%ce%b5%ce%bd%cf%8c%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b7-%ce%b7-%ce%b1%cf%80%cf%8c%cf%86%ce%b1%cf%83%ce%b7-%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b5%cf%83%ce%b9%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5/)

-----------------------------------------------------------------------

12.Η δίκη του Μητροπολίτη Τυχικού: Όταν η Εκκλησία «νίπτει τας χείρας της»

(https://spzh.eu/en/zashhita-very/88645-the-trial-of-metropolitan-tychikos-when-the-church-washes-its-hands?fbclid=IwY2xjawNkBBRleHRuA2FlbQIxMQABHjK_VeVlke0Owctnn1IP_JkKai2UFVg40Nn1XLowiVhcV3DQHtA_jYnH8vxq_aem_0eyKx9h824JRTB6nrBaUNQ)


 

 

 

 

 

 

 

 


Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

Διερευνώντας το θέμα: «εκκλησιαστική οικονομία» και τα όριά της (Β)

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ




         Ἡ πρώτη καί μεγάλη ἐκκλησιαστική Οἰκονομία τήν ὁποία ἔκανε ὁ Μ. Βασίλειος ἦταν ἡ σιωπή του γιά ἕνα χρονικό διάστημα ὅσον ἀφορᾶ τήν θεότητα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Ἡ οἰκονομία αὐτή, ὅπως καταλαβαίνει ἕκαστος ἔχει δογματικές διαστάσεις καί ἔγινε αἰτία στήν ἐποχή του νά κατηγορηθῆ   ἀπό τούς αὐστηρούς Ὀρθοδόξους καί αὐτός καί οἱ συνοδοιποροῦντες μέ αὐτόν, ὅπως π.χ. ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὡς δειλοί καί ὡς ὑποστείλαντες τήν σημαία τῆς πίστεως.

         Τόν λόγο τῆς Οἰκονομίας αὐτῆς καί τίς ἀντιδράσεις τῶν Ὀρθοδόξων περιγράφει μέ σαφήνεια, σέ ἐπιστολή του πρός τόν μέγα Βασίλειο, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.

         Στήν ἀρχή τῆς ἐπιστολῆς καί μετά ἀπό κάποια ἐγκώμια πρός τόν Ἁγ. Βασίλειο ἀναφέρει γιά τήν ὑπόθεσι τῆς Οἰκονομίας αὐτῆς τά ἑξῆς: «Πολλοί κατεγνώκασιν ἡμῶν ὡς περί τήν πίστιν οὐκ ἰσχυρῶν, ὅσοι κοινοποιοῦσι τά ἡμέτερα καλῶς ποιοῦντες. Καί οἱ μέν ἀσέβειαν ἐγκαλοῦσι φανερῶς, οἱ δέ δειλίαν· καί ἀσέβειαν μέν, οἱ μηδέ ὑγιῶς λέγειν πιστεύοντες· δειλίαν δέ, οἱ τήν ὑποστολήν αἰτιώμενοι. Καί τά μέν τῶν ἄλλων τι χρή καί λέγειν; Ὅ δ’ οὖν νεωστί συνέβη, τοῦτό σοι διηγήσομαι» (ΕΠΕ 7,110,18).

         Πολλοί μᾶς ἐκατηγόρησαν, ἀναφέρει ὁ Θεολόγος ὅτι δέν εἴμεθα ἰσχυροί εἰς τήν πίστιν, ἄλλοι μᾶς ἐγκαλοῦν γιά φανερή ἀσέβεια καί ἄλλοι γιά δειλία. Καί γιά ἀσέβεια μᾶς κατηγοροῦν ὅσοι πιστεύουν ὅτι ὁ λόγος μας δέν εἶναι ὑγιής καί Ὀρθόδοξος, γιά δειλία δέ αὐτοί πού ἰσχυρίζονται ὅτι ὑποστείλαμε τήν σημαία τῆς πίστεως. Ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὅτι εὑρέθηκε σέ κάποια συγκέντρωσι, στήν ὁποία ἦλθε σέ κάποιο σημεῖο τῆς συζητήσεως ἡ ὑπόθεσις αὐτή, ὅτι δηλαδή δέν ὁμολογοῦσε ὁ Μ. Βασίλειος φανερῶς καί εὐθαρσῶς τήν θεότητα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καί ὁ Γρηγόριος αὐτό τό ἐκάλυπτε. Κάποιος δέ ἐπιφανής ἀπό τούς παρευρισκομένους παίρνοντας τόν λόγο εἶπε, μεταξύ ἄλλων, τά ἑξῆς: «Τά μέν ἄλλα ἐπαινείσθωσαν οἱ ἄνδρες, εἴ δοκεῖ· οὐδέ αὐτός ἀντιλέγω. Τό μέγιστον δέ οὐ δίδωμι, τήν ὀρθοδοξίαν μάτην μέν ἐπαινεῖται Βασίλειος, μάτην δέ Γρηγόριος, ὁ μέν προδιδούς τήν πίστιν οἷς διαλέγεται, ὁ δέ συμπροδιδούς οἷς ἀνέχεται» (ΕΠΕ 7,112,7).

         Ἀναφέρει  λοιπόν αὐτός ὅτι ὁ μέν Βασίλειος ἐπρόδωσε τήν πίστι μέ τόν τρόπο πού διαλέγεται καί ὁ Γρηγόριος ἐπρόδωσε καί αὐτός ἐπειδή αὐτό τό ἀνέχεται καί το δικαιολογεῖ. Ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρει ὁ ἀνωτέρω ἐπιφανής Ὀρθόδοξος, ὅτι ἄκουσε ὁ ἴδιος μία ὁμιλία τοῦ Ἁγ. Βασιλείου, εἰς τήν ὁποία ἐνῶ διασαφίστηκε καθαρά καί ἀπερίφραστα ἡ θεότητα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, ἀφέθηκε ἀπροσδιόριστη καί συνεσκιασμένη ἡ θέσις καί ὑπόστασις τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Αὐτό τελικῶς δηλώνει, τό νά μήν ὁμολογῆται δηλαδή μέ παρρησία ἡ ἀλήθεια, δέν εἶναι εὐσέβεια ἀλλά πολιτική καί διπλοπροσωπία. «...Ὁ δέ ὑποφαίνει μέν ἀμυδρῶς καί οἷον σκιαγραφεῖ τόν λόγον, οὐ παρρησιάζεται δέ τήν ἀλήθειαν, πολιτικώτερον ἤ εὐσεβέστερον τήν ἀκοήν ἐπικλύζων, καί τῇ δυνάμει τοῦ λόγου τήν διπλόην περικαλύπτων» (ΕΠΕ 7,112,24). Ἐν συνεχείᾳ, ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ἀπολογεῖται δι’ αὐτήν τήν οἰκονομία τοῦ Ἁγ. Βασιλείου καί ἀναφέρει ὅτι οἱ αἱρετικοί ζητοῦν αὐτήν τήν στιγμή τήν καθαρή ὁμολογία τοῦ Βασιλείου διά νά τόν ἐκδιώξουν ἀπό τήν Μητρόπολι Καισαρείας, αὐτόν ὁ ὀποῖος εἶναι πλέον ὁ μόνος ἐναπομείνας σπινθήρας τῆς ἀληθείας καί ἡ ζωντανή δύναμις τῆς πίστεως, ἐπειδή ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔχουν ὑποταγεῖ: «Καί δημοσίᾳ πᾶν τό λεγόμενον, πολύς τε περί αὐτόν ὁ πόλεμος, ζητούντων λαβέσθαι τῶν αἱρετικῶν γυμνῆς τῆς φωνῆς καί αὐτοῦ Βασιλείου, ἵν’ ὁ μέν ἐξωσθῇ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ μόνος σχεδόν ὑπολειπόμενος τῆς ἀληθείας σπινθήρ καί ἡ ζωτική δύναμις, τῶν κύκλῳ πάντων κατειλημμένων» (ΕΠΕ 7,114,1). Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, συνεχίζει ὁ Θεολόγος, θά ριζωθῆ τό κακό καί ἡ αἵρεσις εἰς τήν Καισάρεια καί θά χρησιμοποιηθῆ ἀπό τούς αἱρετικούς σάν ἕνα ὁρμητήριο γιά νά ἐπικρατήση ἡ αἵρεσις σέ ὅλη τήν οἰκουμένη: «ριζωθῇ δέ τό κακόν ἐν τῇ πόλει καί ὥσπερ ἀπό τινος ὁρμητηρίου τῆς Ἐκκλησίας ταύτης, πᾶσαν καταδράμῃ τήν οἰκουμένην» (ΕΠΕ 7,114,6).

         Εἶναι λοιπόν καλύτερα, συνεχίζει ὁ ἅγιος, νά γίνη αὐτή ἡ οἰκονομία στήν ἀληθινή πίστι μέ δική μας μικρή ὑποχώρησι, παρά νά καταλυθῆ ἡ ἀληθινή πίστις μέ τήν φανερή καί ἀπροκάλυπτη ὁμολογία: «Βέλτιον οὖν οἰκονομηθῆναι τήν ἀλήθειαν, μικρόν εἰξάντων ἡμῶν, ὥσπερ νέφει τινι, τῷ καιρῷ, ἤ καταλυθῆναι τῷ φανερῷ τοῦ κηρύγματος» (ΕΠΕ 7,114,8).

         Γιά ἐμᾶς τούς Ὀρθοδόξους, ἐπιλέγει ὁ ἅγιος, δέν ὑπάρχει μέ αὐτήν τήν Οἰκονομία οὐδεμία βλάβη καί ζημία, διότι τήν θεότητα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος τήν διακηρύττομε καί μέ ἄλλες λέξεις καί ἐκφράσεις, εἰς τήν Ἐκκλησία ὅμως θά ἐπέλθη μεγάλη ζημία, ἐφ’ ὅσον μέ τήν ἐκδίωξι ἑνός Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου, θά ἐκδιωχθῆ καί ἡ ἀλήθεια: «Ἡμῖν μέν γάρ οὐδέν βλάβος καί ἀπ’ ἄλλων λέξεων τοῦτο συναγουσῶν, Θεόν τό Πνεῦμα γινώσκειν (οὐ γάρ ἐν ἤχῳ μᾶλλον, ἤ διανοίᾳ κεῖσθαι τήν ἀλήθειαν), τῇ Ἐκκλησίᾳ δέ μεγάλην ζημίαν τό δι’ ἑνός ἀνδρός διωχθῆναι τήν ἀλήθειαν» (ΕΠΕ 7,114,10).

         Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος μέ πολλή σαφήνεια ἀναφέρει στούς σκανδαλισθέντες Ὀρθοδόξους τούς λόγους γιά τούς ὁποίους ἔγινε ἡ Οἰκονομία αὐτή ἀπό τόν Μ. Βασίλειο, τό ὄφελος καί τήν ζημία τά ὁποῖα ἔχει ἡ Ἐκκλησία σέ κάθε περίπτωσι, τούς κινδύνους καί τίς προθέσεις τῶν αἱρετικῶν καί τελικῶς τήν θεολογική τοποθέτησι τοῦ ὅλου θέματος.

         Τό φοβερό ὅμως εἶναι αὐτό τό ὁποῖο ἀναφέρει στή συνέχεια, ὅτι δηλαδή ὅλοι οἱ παρόντες δέν ἐπείστηκαν ἀπό αὐτά τά ἐπιχειρήματα καί ὄχι μόνο δέν ἐπείστηκαν, ἀλλά καί τά ἐθεώρησαν ὡς ἐμπαιγμό καί ματαιολογίες καί μέ φωνές ἐκατηγόρουν καί τούς δύο λέγοντας ὅτι ἦσαν δειλοί καί μέ τήν οἰκονομία αὐτή ἤθελαν νά οἰκονομήσουν τήν δειλία των. Τέλος ἀνέφεραν στίς κατηγορίες ὅτι εἶναι πολύ καλύτερο νά φυλάττομε τήν πίστι μας μέ τήν ὁμολογία τῆς ἀληθείας, παρά νά τήν ἐξευτελίζωμε καί προδίδωμε καί κατ’ οὐσίαν νά ἀποδεχώμεθα τήν αἵρεσι διά τῆς δῆθεν οἰκονομίας: «Οὐκ ἐδέξαντο τήν οἰκονομίαν ὡς ἕωλον καί παίζουσαν αὐτούς οἱ παρόντες· ἀλλά καί κατεβόων ἡμῶν, ὡς τήν δειλίαν μᾶλλον, ἤ τόν λόγον οἰκονομούντων. Πολύ γάρ εἶναι βέλτιον, τό ἡμέτερον φυλάττειν διά τῆς ἀληθείας, ἤ τοῦτό γε ἀχρειοῦν, καί μή προσλαμβάνειν τό ἀλλότριον, διά τῆς δῆθεν οἰκονομίας» (ΕΠΕ 7,114,14).

         Εἶναι ὄντως δύσκολο νά κατανοήσωμε τήν περίπτωσι αὐτή τῆς Οἰκονομίας, τήν ὁποία ἔκαναν οἱ δύο αὐτοί φωστῆρες καί Οἰκουμενικοί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας. Καί νομίζω εἶναι δυσκολώτερο νά εἰσέλθωμε εἰς τό πνεῦμα των καί ἀκόμη δυσκολώτερο νά μεταφέρωμε τό πνεῦμα αὐτό τῆς παρούσης ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας στήν ἐποχή μας. Καί τοῦτο διότι στερούμεθα αὐτῆς τῆς χάριτος καί ἁγιότητος, τήν ὁποία αὐτοί εἶχαν καί ὡς ἐκ τούτου παίρνομε κάποια θέσι καί λαμβάνομε κάποιες ἀποφάσεις, στηριζόμενοι στήν λογική καί ὄχι στήν ἐμπειρία.  Τό βέβαιο πάντως εἶναι ὅτι γιά νά κάνουν αὐτή τήν μεγάλη Οἰκονομία οἱ θεοφόροι αὐτοί Πατέρες καί Οἰκουμενικοί διδάσκαλοι, στηρίχθηκαν ἀποκλειστικῶς καί μόνο στήν παροῦσα ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας. Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο τά ἐπιχειρήματα τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου διά νά πείση τούς σκανδαλισθέντες Ὀρθοδόξους, δέν εἶναι οὔτε ἀπό τήν Ἁγ. Γραφή, οὔτε ἀπό τήν διδασκαλία καί τήν ζωή τῶν Ἁγίων, ἀλλά ἑδράζονται ἀποκλειστικῶς καί μόνο στήν ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διαβεβαίωσις δέ  ὅτι δέν θά ὑπάρξη βλάβη εἰς τήν πίστι μέ αὐτήν τήν Οἰκονομία, ἐπικυρώνει τήν διδασκαλία τοῦ Χρυσοστόμου ἁγίου «Οἰκονομητέον ἔνθα μή παρανομητέον», δηλαδή ποτέ ἡ Οἰκονομία δέν γίνεται ἐφ’ ὅσον ἐπιφέρει βλάβη καί ζημιά στήν πίστι, ἀλλά γίνεται πρός ὄφελος τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τῶν πιστῶν.

         Μία δεύτερη Οἰκονομία τήν ὁποία ἔκανε ὁ Ἅγ. Βασίλειος ἀναφέρεται εἰς τόν πρῶτον Κανόνα του. Ὡς γνωστόν οἱ Κανόνες τοῦ Μ. Βασιλείου ἐπικυρώθηκαν, σύμφωνα μέ τά προλεγόμενα εἰς αὐτούς ἀπό τόν Ἅγ. Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ἀπό τίς  Δ’ καί Ζ’ Οἰκουμενικές Συνόδους. Ἡ περίπτωσις αὐτή τῆς Οἰκονομίας ἀναφέρεται στήν ἐπιστροφή κάποιων σχισματικῶν στήν Ἐκκλησία. Ἡ ἀκρίβεια λοιπόν, ἀναφέρει ὁ ἅγιος, ἀπαιτεῖ ἐπιστρέφοντες οἱ σχισματικοί αὐτοί εἰς τήν Ἐκκλησία νά βαπτίζωνται. Ἀναφερόμενος ἐν τέλει ὁ ἅγιος εἰς τούς σχισματικούς οἱ ὁποῖοι ἐλέγοντο Ἐγκρατῖται, λέγει ὅτι αὐτοί πρέπει ὁπωσδήποτε ἐπιστρέφοντες εἰς τήν Ἐκκλησία νά βαπτίζωνται, διότι πέραν τῶν ἄλλων εἶχαν παραχαράξει καί τόν ἐξωτερικό τύπο τοῦ βαπτίσματος. Ἐν συνεχείᾳ, ἀναφέρει ὁ Ἅγ. Βασίλειος τά ἑξῆς ἑρμηνευμένα ἀπό τόν Ἁγ. Νικόδημο: «Πλήν ἀνίσως καί τοῦτο τό, νά βαπτίζωμεν αὐτούς  ἐπιστρέφοντας, ἔχῃ νά γένῃ ἐμπόδιον εἰς τήν κοινήν συγκατάβασιν καί οἰκονομίαν, ὁποῦ περί πάντων τῶν σχισματικῶν ἔκαμαν οἱ Πατέρες, ἄς ἀκολουθοῦμεν καί ἡμεῖς εἰς αὐτήν, μήπως διά τήν αὐστηρότητα τῆς προσταγῆς ταύτης τούς κάμνωμεν ἀμελεῖς εἰς τό νά βαπτίζωνται, αἰσχυνομένους τάχα, ὅτι ὡσάν ἄπιστοι τελείως βαπτίζονται, καί  ἀκολούθως ἐμποδίσωμεν τήν σωτηρίαν τους».

         Ἐδῶ ὁ Ἅγ. Βασίλειος ἀποκαλύπτει μέ πολλή σαφήνεια τόν λόγο καί τόν σκοπό τῆς Οἰκονομίας.  Ἡ Οἰκονομία λοιπόν, ἀναφέρει, γίνεται γιά νά βοηθήσωμε τήν ἐπιστροφή καί σωτηρία τῶν πεπλανημένων, ἐφ ὅσον ἡ ἀκρίβεια αὐτά θά τά ἐδυσκόλευε καί προφανῶς θά τά ἀκύρωνε: «Ὑφορῶμαι γάρ μήποτε, ὡς βουλόμεθα ὀκνηρούς αὐτούς περί τό βαπτίζειν ποιῆσαι, ἐμποδίσωμεν τοῖς σωζομένοις διά τό τῆς προτάσεως αὐστηρόν».

         Τό πνεῦμα λοιπόν τῶν Πατέρων εἶναι νά βοηθοῦμε μέ κάθε τρόπο τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καί ὄχι νά τήν δυσκολεύωμε θέτοντας αὐστηρές ἐντολές καί ὅρους διά τήν ἐπιστροφή των. Αὐτή εἶναι στήν προκειμένη περίπτωσι ἡ ἔννοια τῆς Οἰκονομίας. Ἄν τώρα ὁ ἅγιος ἔκανε Οἰκονομία εἰς αὐτούς οἱ ὁποῖοι ἐπαραχάρατταν τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, τό ὁποῖο σαφῶς εἶναι παραδεδομένο ἀπό τήν Ἁγ. Γραφή καί τήν Ἐκκλησία, καταλαβαίνει κανείς τί πρέπει νά γίνη εἰς τήν σημερινή κατάστασι δι’ αὐτά, τά ὁποῖα δέν παρεδόθησαν οὔτε ἀπό τήν Ἁγ. Γραφή, οὔτε ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὅπως εἶναι τό Ἡμερολόγιο καί διάφορα ἄλλα τρέχοντα προβλήματα. Ἀπό αὐτά πάλι ἀποκλείεται ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ἡ κατ’ Οἰκονομία παραμονή κάποιου καί συμπόρευσι μέ τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διότι αὐτό δέν βοηθᾶ εἰς τήν σωτηρία, ἐφ’ ὅσον αὐτός εὑρίσκεται εἰς τό στόμα τοῦ λύκου, ἀλλά συνεργεῖ εἰς τήν ἀπώλεια.

(απόσπασμα απο άρθρο π.Ε.Τρικαμηνά)