Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος; Η απάντηση του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή


ΚΕΙΜΕΝΟ

"Γιατί εξαιτίας του Χριστού, δηλαδή του μυστηρίου του σχετικού με τον Χριστό, όλος ο χρόνος και όλα όσα είναι εν χρόνω βρήκαν την αρχή και το τέλος της υπάρξεώς τους εν Χριστώ. Γιατί πριν από τον χρόνο τέθηκε μυστικά ως σκοπός μια ένωση των αιώνων, του ορισμένου και του Απροσδιόριστου, του μετρητού και του Αμέτρητου, του πεπερασμένου και του Απείρου, της δημιουργίας και του Δημιουργού, της κινήσεως και της ακινησίας—μια ένωση που φανερώθηκε εν Χριστώ κατά τους τελευταίους τούτους καιρούς» . Πρέπει κανείς να διακρίνει με πολλή προσοχή ανάμεσα στην αιώνια ύπαρξη του Λόγου, στους κόλπους της Αγίας Τριάδας, και στην «οικονομία» της Σαρκώσεώς Του. Η «πρόγνωση» σχετίζεται ακριβώς με τη Σάρκωση: «Επομένως ο Χριστός προγνωρίστηκε, όχι όπως ήταν κατά την φύση Του, αλλά όπως εμφανίστηκε αργότερα σαρκωμένος για χάρη μας σύμφωνα με την τελική οικονομία».
Αυτός είναι ο σκοπός που τέθηκε από τον Θεό πριν από την αρχή της Δημιουργίας και που τον ονομάζουμε προμελετημένη πλήρωση. Όλη η δημιουργία υπάρχει για χάρη αυτής της πλήρωσης, ενώ η ίδια η πλήρωση δεν υπάρχει εξαιτίας κανενός από όσα δημιουργήθηκαν. Επειδή ο Θεός είχε κατά νούν αυτό το τέλος, δημιούργησε τις φύσεις των πραγμάτων. Αυτό είναι πράγματι η πλήρωση της θείας Πρόνοιας και του σχεδίου του Θεού. Διά μέσου αυτής υπάρχει μια ανακεφαλαίωση στο Θεό όσων δημιουργήθηκαν από Αυτόν. Αυτό είναι το μυστήριο που περιλαμβάνει όλους τους αιώνες, το φοβερό σχέδιο του Θεού, που είναι περισσότερο από άπειρο και υπάρχει απείρως πριν από όλους τους αιώνες. Ο Άγγελος, που στην ουσία είναι ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, έγινε άνθρωπος εξαιτίας αυτής της πλήρωσης".
(https://www.polymerwsvolos.org)

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

1. Η Ενανθρώπηση ως μήνυμα σωτηρίας και όχι αποκλειστικά ως συνέπεια της πτώσης

Η χριστιανική παράδοση από την αρχή αντιλαμβάνεται τον Χριστό ως Σωτήρα, «ο οποίος λύτρωσε τον άνθρωπο από τα δεσμά της αμαρτίας και της φθοράς». Η θεολογία των πρώτων Πατέρων συνδέει τη Σάρκωση με τη λύτρωση, αλλά δεν την περιορίζει μόνο στη σωτηρία από την αμαρτία.

  • Οι Πατέρες δεν θεωρούν ότι η Ενανθρώπηση έγινε αποκλειστικά για να αντιμετωπιστεί η αμαρτία.

  • Δεν συζητήθηκε ποτέ επίσημα από τους Πατέρες η ερώτηση: «Θα υπήρχε Σάρκωση χωρίς την πτώση;».

  • Η έμφαση είναι στην πρωταρχική θεία πρόθεση και στο μυστήριο της Σάρκωσης, και όχι μόνο στην ανθρωπολογική ανάγκη.


2. Ο Άγιος Μάξιμος και η έννοια της προμελετημένης πλήρωσης

Ο Άγιος Μάξιμος (580–662) ξεχωρίζει για την ενασχόλησή του με το πρόβλημα του υπέρτατου σκοπού της Ενανθρωπήσεως. Σύμφωνα με τον Άγιο Μάξιμο:

  • Η Ενανθρώπηση θεωρείται πρωταρχικός σκοπός της θείας Δημιουργίας, όχι απλώς μια αντίδραση στην αμαρτία.

  • Η Σάρκωση του Λόγου είναι η «πλήρωση» που υπήρχε κατά νουν Θεού πριν από την αρχή της Δημιουργίας.

  • Η δημιουργία των πάντων γίνεται για χάρη αυτής της πλήρωσης· η πλήρωση αυτή δεν εξαρτάται από τα δημιουργημένα.

Κεντρικά στοιχεία της θεολογίας του Αγίου Μαξίμου:

  1. Η αιώνια πρόγνωση της Σαρκώσεως:

    • Ο Χριστός προγνωρίστηκε «όχι όπως ήταν κατά τη φύση Του», αλλά όπως θα εμφανιζόταν σαρκωμένος.

    • Η πρόγνωση αφορά την οικονομία της Σαρκώσεως, δηλαδή την ιστορική ενσάρκωση για τη σωτηρία και την ανακεφαλαίωση της δημιουργίας.

  2. Διπλή διάσταση της θείας οικονομίας:

    • Η κάθοδος του Θεού στους ανθρώπους (Σάρκωση, συγκατάβαση).

    • Η άνοδος του ανθρώπου στη θέωση, ως συνέχιση της Σαρκώσεως στην οικουμενική τάξη.

  3. Χριστοκεντρικό και θεοκεντρικό πλαίσιο:

    • Η τελική ολοκλήρωση της δημιουργίας βρίσκεται «εν Χριστώ».

    • Όλη η ιστορία της δημιουργίας και του χρόνου αποκτά νόημα μέσα στη Σάρκωση του Χριστού.


3. Το μυστήριο της Σαρκώσεως και η ανακεφαλαίωση της κτίσεως

Ο Άγιος Μάξιμος αναδεικνύει τη Σάρκωση ως μυστήριο που περιλαμβάνει όλους τους αιώνες και φανερώνει την ένωση Θεού και κτίσης:

  • Ο Λόγος γίνεται άνθρωπος για να αποκαταστήσει την καλοσύνη που δόθηκε από τον Πατέρα.

  • Μέσα από το μυστήριο του Χριστού, ο χρόνος και όλα τα όντα βρίσκουν την αρχή και το τέλος της ύπαρξής τους.

  • Το σχέδιο της Θείας Προνοίας διαιρείται σε δύο μεγάλες περιόδους:

    1. Η ιστορία της συγκατάβασης του Θεού μέσω της Σαρκώσεως.

    2. Η ιστορία της ανόδου του ανθρώπου προς τη δόξα της θέωσης.

Η θεώρηση αυτή τονίζει την συνεχή ανακεφαλαίωση της κτίσης στον Θεό ως αποτέλεσμα της Σαρκώσεως.


4. Υποθετικός χαρακτήρας του «κινήτρου» της Σαρκώσεως

Το θέμα του πρώτου κινήτρου της Σαρκώσεως παραμένει υποθετικό στη θεολογία:

  • Η υπόθεση ότι η Σάρκωση μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από την πτώση είναι θεμιτή εντός της Ορθόδοξης θεολογίας.

  • Η θεώρηση του Αγίου Μαξίμου δεν αντιβαίνει στη διδασκαλία των Πατέρων, αλλά προσφέρει μια προμελετημένη θεώρηση της Σαρκώσεως, η οποία εντάσσεται στο γενικό δόγμα περί Δημιουργίας.

Η Σάρκωση γίνεται κατανοητή ως κέντρο του σχεδίου της Δημιουργίας, όχι μόνο ως αντίδραση στην αμαρτία.


5. Κεντρικά θεολογικά συμπεράσματα

  1. Η Σάρκωση είναι πρωταρχικός σκοπός του Θεού, προ της Δημιουργίας.

  2. Ο Χριστός είναι το κέντρο της ιστορίας του κόσμου, ο στόχος και η πλήρωση της Δημιουργίας.

  3. Η Σαρκωμένη Οικονομία του Χριστού διαιρεί τον χρόνο σε δύο μεγάλες εποχές:

    • Κάθοδος Θεού (Σάρκωση, συγκατάβαση).

    • Άνοδος ανθρώπου (θέωση).

  4. Το «κίνητρο» της Σαρκώσεως δεν είναι μονοδιάστατο· η θεολογία του Αγίου Μαξίμου επιτρέπει μια θεώρηση ανεξάρτητη από την πτώση, υποθετική αλλά θεολογικά αποδεκτή.

  5. Ολόκληρη η δημιουργία ανακεφαλαιώνεται στον Χριστό, καθιστώντας τον πρωταρχικό σκοπό και την τελική ολοκλήρωση της κτίσης

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

«Απροϋπόθετος ή Εμπροϋπόθετος η Ενσάρκωση του Θείου Λόγου;»


Θα ενσαρκωνόταν ο Χριστός αν ο Αδάμ δεν είχε αμαρτήσει;

Αυτό οδηγεί σε δύο κύριες προσεγγίσεις:

  1. Απροϋπόθετη Ενσάρκωση: η Ενανθρώπηση ήταν μέρος του αρχικού σχεδίου του Θεού, ανεξάρτητη από την αμαρτία του ανθρώπου.
  2. Εμπροϋπόθετη Ενσάρκωση: η Ενανθρώπηση ήταν συνέπεια της πτώσης του ανθρώπου και έγινε για τη σωτηρία από την αμαρτία.

1. Θεολογικό πλαίσιο

1.1 Σκοπός της Δημιουργίας

Στην Πατερική Θεολογία:

  • Η Δημιουργία έχει σκοπό την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό (θέωση).
  • Ο άνθρωπος δημιουργείται κατ’ εικόνα του Θεού (εν δυνάμει), και κατ’ ομοίωσιν μπορεί να γίνει μετά την τελείωση (ενέργεια).
  • Ο Χριστός είναι ο Αρχέτυπος και Τελικός Σκοπός αυτής της ένωσης.

1.2 Πτώση του Αδάμ

  • Προκάλεσε την ανάγκη για σωματική γέννηση και ιστορική εμφάνιση του Χριστού.
  • Αλλά δεν ακύρωσε τον αρχικό σκοπό της Δημιουργίας: η θεία ένωση ήταν προαιώνια βούληση.

2. Δυτική Θεολογία

2.1 Rupertus Tuitiensis (12ος αι.)

  • Υποστηρίζει ότι η Ενανθρώπηση ήταν μέρος του αρχικού σχεδίου του Θεού.
  • Η ενσάρκωση δεν ήταν «φάρμακο» για την αμαρτία, αλλά προορισμός της Δημιουργίας.
  • Rupertus Tuitiensis, γνωστός και ως Rupert του Tuit, ήταν ένας θεολόγος και σχολαστικός λόγιος του 12ου αιώνα,

2.2 Duns Scotus (13ος αι.)( Ο Duns Scotus (περ. 1266–1308) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Σχολαστικούς φιλοσόφους και θεολόγους του 13ου αιώνα, γνωστός για την ιδιαίτερα σύνθετη και βαθιά σκέψη του

  • Τόνισε την απροϋπόθετη Ενανθρώπηση.
  • Αρχές:
    1. Ο Θεός επιθυμεί τον Εαυτό Του με προτεραιότητα.
    2. Η ενσάρκωση του Λόγου είναι η πιο άμεση έκφραση της θείας αγάπης.
    3. Θα είχε συμβεί ακόμη κι αν ο άνθρωπος δεν αμάρτανε.
  • Επιχειρηματολογία: η Ενσάρκωση είναι προαιώνιος σκοπός, όχι απλώς θεραπεία της πτώσης.

2.3 Θωμάς Ακινάτης

  • Παρουσιάζει υπέρ της εμπροϋπόθετης Ενανθρωπήσεως.
  • Η ενσάρκωση συνδέεται με την ιστορική πτώση.
  • Στηρίζεται στην ερμηνεία της Γραφής και στην παράδοση: η Ενανθρώπηση έγινε για τη λύτρωση του ανθρώπου από την αμαρτία.

3. Πατερική Θεολογία (Ορθόδοξη)

3.1 Άγιοι Πατέρες

  • Μάξιμος Ομολογητής, Ιωάννης Δαμασκηνός, Γρηγόριος Παλαμάς:
    • Η διδασκαλία τους δεν συζητά υποθετικά τι θα γινόταν αν δεν αμάρτανε ο Αδάμ.
    • Εστιάζουν στη θεώρηση του ανθρώπου: ο σκοπός της Δημιουργίας είναι η ένωση με το Θεό μέσω του Λόγου.

3.2 Η έννοια της υποστατικής και κατ’ ενέργεια ένωσης

  • Κατ’ ουσίαν: μόνο τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας είναι πλήρως ενωμένα.
  • Κατ’ υπόσταση: πραγματοποιείται στον Χριστό με τη Σάρκωση.
  • Κατ’ ενέργεια: δίνεται στον άνθρωπο με τη δημιουργία του «κατ’ εικόνα».
  • Ο Χριστός είναι το Αρχέτυπο του ανθρώπου. Το σχέδιο της Ενανθρωπήσεως ήταν ήδη στον θεϊκό νου πριν από την πτώση.

3.3 Πτώση και Ενανθρώπηση

  • Ο Αδάμ ήταν προπτωτικά ικανός για θεώση, αλλά όχι πλήρως.
  • Η πτώση επέβαλε την ανάγκη για σωματική ενσάρκωση του Χριστού στην ιστορία, αλλά ο σκοπός της θεώσεως ήταν ήδη προϋπάρχων.
  • Η διαφορά: με πτώση, η Ενανθρώπηση γίνεται ιστορικά και σωστικά· χωρίς πτώση, η Ενανθρώπηση θα ήταν πνευματική, ως προαιώνιος σκοπός.

4. Σύγκριση απροϋπόθετης vs εμπροϋπόθετης Ενανθρωπήσεως

Στοιχείο

Απροϋπόθετη

Εμπροϋπόθετη

Βάση

Προαιώνια βούληση Θεού

Ανάγκη σωτηρίας λόγω πτώσης

Χρόνος

Θα συνέβαινε ακόμα κι αν δεν υπήρχε αμαρτία

Εξαρτάται από την πτώση

Δυτική παράδοση

Duns Scotus, Rupertus

Θωμάς Ακινάτης

Ορθόδοξη Παράδοση

Ο Χριστός ως Αρχέτυπο του ανθρώπου

Η Ενανθρώπηση προβάλλει τη λύτρωση, αλλά σκοπός πάντα η ένωση με το Θεό

Σκοπός

Ένωση ανθρώπου-Θεού, τελικός προορισμός

Ένωση ανθρώπου-Θεού, λύτρωση της αμαρτίας


5. Βασικό Συμπέρασμα

  1. Η ερώτηση είναι θεολογική, όχι ιστορική.
  2. Στην Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση:
    • Ο Χριστός είναι προαιώνιος σκοπός της Δημιουργίας.
    • Η πτώση απλώς αλλάζει τον τρόπο πραγματοποίησης (ιστορική αντί πνευματική).
  3. Στη Δύση, υπάρχει διαφωνία:
    • Duns Scotus: απροϋπόθετη Ενανθρώπηση.
    • Θωμάς: εμπροϋπόθετη Ενανθρώπηση.

💡 Κεντρική ιδέα: Ο Χριστός είναι το Αρχέτυπο και ο Τελικός Σκοπός της Δημιουργίας· η πτώση δεν ακυρώνει το σχέδιο του Θεού, αλλά την ιστορική μορφή που παίρνει.

1️ Το θεολογικό ερώτημα

Το ζήτημα είναι γνωστό ως: «εμπροϋπόθετη ή απροϋπόθετη Σάρκωση του Λόγου» – δηλαδή:

  • Εμπροϋπόθετη Σάρκωση: Ο Χριστός έγινε άνθρωπος για τη λύτρωση του ανθρώπου από την αμαρτία. Η σάρκωση εξαρτάται από την πτώση: χωρίς αμαρτία δεν θα χρειαζόταν σωτηρία.
  • Απροϋπόθετη Σάρκωση: Ο Χριστός θα γινόταν άνθρωπος ασχέτως από την πτώση. Σκοπός: να ολοκληρωθεί η θεία πρόνοια, η ένωση Θεού και ανθρώπου, η θέωση του κόσμου.

2️ Τι λέει η Ορθοδοξία

  • Η εμπροϋπόθετη θεωρία είναι η επικρατούσα στην ορθόδοξη θεολογία:
    • Αντιστοιχεί στα δεδομένα της Αγίας Γραφής και στη διδασκαλία των Πατέρων.
    • Ο Χριστός σαρκώθηκε για τη σωτηρία των ανθρώπων από την αμαρτία, όπως λέει και το Σύμβολο της Πίστεως:

«Τον δι ημάς του ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν, κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα…»

    • Σάρκωση, πάθος, ανάσταση έχουν σωτηριολογικό σκοπό, και χωρίς αμαρτία θα ήταν «θεωρητικά» αχρείαστα.
  • Η απροϋπόθετη θεωρία έχει κάποια θέση στη θεολογική παράδοση, κυρίως από τον Ιερό Μάξιμο τον Ομολογητή και κάποιους Σλάβους θεολόγους.
    • Υποστηρίζει ότι ο σκοπός της Δημιουργίας (ένωση ανθρώπου με Θεό) θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς.
    • Η σάρκωση ήταν τότε όχι αναγκαιότητα, αλλά συμπλήρωση της θείας οικονομίας.

3️ Κεντρικό συμπέρασμα

  • Η ορθόδοξη θέση είναι ότι η σάρκωση είναι εμπροϋπόθετη: δηλαδή ο Χριστός έγινε άνθρωπος κυρίως για τη σωτηρία από την αμαρτία.
  • Η απροϋπόθετη θεωρία παραμένει ενδιαφέρουσα και θεολογικά σεβαστή, αλλά δεν αποτελεί κύριο δόγμα.
  • Η ένωση Θεού-ανθρώπου και η θέωση είναι ο τελικός σκοπός της Δημιουργίας, αλλά η ιστορική Σάρκωση ως σωτηρία είναι συνδεδεμένη με την πτώση.

1. προϋπόθετο της θείας Ενανθρωπήσεως

Η θέση αυτή υποστηρίζει ότι η Σάρκωση έγινε από την αρχή ως τελικός σκοπός της δημιουργίας, ανεξάρτητα από την πτώση και την ανάγκη σωτηρίας του ανθρώπου.

Κύριοι υποστηρικτές και επιχειρήματα:

  • Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: Ο Χριστός αποτελεί το «μυστήριο κατά Χριστό», δηλαδή τον πρωταρχικό και τελικό σκοπό της δημιουργίας· όλα έγιναν γι’ Αυτόν και όχι για κάποιο άλλο λόγο. Η ένωση θεότητας και ανθρωπότητας αποτελεί τον λόγο για τον οποίο υπάρχει η δημιουργία.
  • Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: Η όλη δημιουργία και η ανθρώπινη φύση αποβλέπουν στο Χριστό ως τελικό σκοπό. Οι πράξεις του Θεού από την αρχή έως το τέλος συνδέονται με την θεανδρική οικονομία.
  • Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: Ολόκληρος ο νοητός και αισθητός κόσμος προορίστηκε για τον Χριστό, και η Ενανθρώπηση ήταν προαποφασισμένη ανεξάρτητα από την πτώση.
  • Σύγχρονοι θεολόγοι: Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος Βλάχος, Παναγιώτης Νέλλας: Ο τελικός σκοπός της δημιουργίας είναι η «εισαγωγή του Πρωτοτόκου» στον κόσμο· η Σάρκωση αποτελεί τον κεντρικό σκοπό της.

Βασική ιδέα: Η Σάρκωση ήταν αρχική πρόνοια Θεού, και η σωτηρία του ανθρώπου δεν ήταν η πρωταρχική αιτία, αλλά μάλλον συνέπεια.


2. μπροϋπόθετο της θείας Ενανθρωπήσεως

Η αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι η Ενανθρώπηση προβλέπει και ανταποκρίνεται στην πτώση του ανθρώπου, δηλαδή έγινε για τη σωτηρία και θέωση του ανθρώπου.

Κύριοι υποστηρικτές και επιχειρήματα:

  • Πατέρες της Εκκλησίας:
    • Ειρηναίος: Ο Λόγος δεν θα γινόταν σάρκα αν δεν υπήρχε η ανάγκη σωτηρίας της σάρκας.
    • Αμβρόσιος: Η αιτία της Ενανθρωπήσεως είναι η λύτρωση της σάρκας που αμάρτησε.
    • Αγ. Αυγουστίνος: «Si homo non periisset, Filius hominis non venisset» — αν ο άνθρωπος δεν είχε χαθεί, ο Υιός δεν θα ερχόταν.
    • Άγιος Χρυσόστομος και Μ. Αθανάσιος: Η Ενανθρώπηση περιορίζεται στη σωτηρία του ανθρώπου και είναι αποτέλεσμα φιλανθρωπίας.
  • Σύγχρονοι θεολόγοι: Χρήστος Ανδρούτσος, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Ιωάννης Καρμίρης, Ανδρέας Θεοδώρου: Η Σάρκωση έγινε δια την σωτηρία του κόσμου από την αμαρτία. Η πτώση του ανθρώπου ήταν προϋπόθεση για την αιτία της Ενανθρωπήσεως.

Βασική ιδέα: Η Σάρκωση είχε ως πρωταρχικό σκοπό τη σωτηρία του ανθρώπου, και αν δεν υπήρχε πτώση, δεν θα υπήρχε η ανάγκη Ενανθρωπήσεως.


3. Σημειώσεις για τις δύο θέσεις

  • Η προϋπόθετη θέση τονίζει τον Χριστό ως πρωταρχικό και τελικό σκοπό της δημιουργίας, ανεξάρτητα από την πτώση.
  • Η μπροϋπόθετη θέση συνδέει άμεσα την Ενανθρώπηση με την πτώση και την σωτηρία του ανθρώπου.
  • Κάποιοι Πατέρες και σύγχρονοι θεολόγοι παραθέτουν επιχειρήματα και για τις δύο θέσεις (π.χ. Άγιος Μάξιμος σύμφωνα με τον Α. Θεοδώρου), ανάλογα με την ερμηνεία των κειμένων τους.

Συμπέρασμα:
Η θεολογία της Ενανθρωπήσεως διαμορφώνεται από δύο βασικά ρεύματα:

  1. Η Σάρκωση ως πρωταρχικός σκοπός της δημιουργίας (προϋπόθετο).
  2. Η Σάρκωση ως απάντηση στην πτώση του ανθρώπου (μπροϋπόθετο).

Το ζήτημα παραμένει κεντρικό στη συζήτηση για το νόημα της θείας οικονομίας και τη σχέση Θεού-δημιουργίας-σωτηρίας.



Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

Η Θεία Ενανθρώπιση στην Ορθόδοξη και Δυτική Θεολογία (Γ)



Το Δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως της Θεοτόκου και η Θεία Ενανθρώπηση

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

1. Εισαγωγή

Το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου αποτελεί μία από τις βασικότερες και πλέον χαρακτηριστικές διαφοροποιήσεις της Ρωμαιοκαθολικής διδασκαλίας από την Ορθόδοξη παράδοση. Η έννοια της «ασπίλου» συλλήψεως (Immaculata Conceptio) υποστηρίζει ότι η Παναγία, προοριζόμενη να γεννήσει τον Υιό και Λόγο του Θεού, έπρεπε να είναι απολύτως αναμάρτητη από τη στιγμή της σύλληψής της.

Σύμφωνα με τη ρωμαιοκαθολική διδασκαλία:

  • Η Θεοτόκος ήταν απαλλαγμένη από κάθε προσωπική αμαρτία.

  • Ήταν επίσης ελεύθερη από το προπατορικό αμάρτημα, που σύμφωνα με την Παπική αντίληψη μεταδίδεται σε όλους τους ανθρώπους μέσω της φυσικής γέννησης.

  • Η ασπίλως σύλληψή της πραγματοποιήθηκε χάρη στην πρόνοια του Θεού, παρά το ότι είχε φυσικούς γονείς, τον Ιωακείμ και την Άννα.

Οι Παπικοί στηρίζουν την αντίληψη αυτή στον ορθολογισμό και το σχολαστικισμό, ισχυριζόμενοι ότι μόνο μία «θεία» γυναίκα θα μπορούσε να γεννήσει τον Θεό Λόγο, αναγάγοντας έτσι τη Θεοτόκο σε επίπεδο σχεδόν θεϊκό.


2. Ιστορική Ανάπτυξη του Δόγματος

  • Το δόγμα εισήχθη τον 12ο αιώνα από τους Βρετανούς μοναχούς Έντμερ και Όσμπερτ.

  • Το 1140 στη Λυών καθιερώθηκε η σχετική εορτή της Παναγίας.

  • Η θεσμοθέτηση ως επίσημο δόγμα έγινε τον 19ο αιώνα, στις 8 Δεκεμβρίου 1854, με τον Πάπα Πίο Θ’.

Η βασική ραχοκοκαλιά της διδασκαλίας στηρίζεται στο χωρίο Λουκά 1:28 («Χαίρε, Κεχαριτωμένη Μαρία»), το οποίο οι Παπικοί παρερμηνεύουν ως ένδειξη αναμαρτησίας της Παναγίας. Η Ορθόδοξη ερμηνεία, αντίθετα, αναγνωρίζει ότι η λέξη «κεχαριτωμένη» δηλώνει την πληρότητα της χάρης του Θεού που έλαβε η Παναγία, όχι απαραίτητα έλλειψη αμαρτίας.


3. Θεολογική Κριτική του Δόγματος

Η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιτίθεται στο δόγμα της ασπίλου συλλήψεως για λόγους σωτηριολογικούς και θεολογικούς:

  1. Μοναδικότητα της Υπερφυσικής Γέννησης του Χριστού

    • Ο Χριστός είναι ο μόνος που γεννήθηκε ασπίλως, δηλαδή χωρίς τη μετάδοση του προπατορικού αμαρτήματος.

    • Η σύλληψή Του έγινε «εκ Πνεύματος Αγίου» και όχι φυσικά, ώστε να μην επηρεάζεται από την ανθρώπινη αμαρτία.

  2. Η ανθρώπινη φύση της Θεοτόκου

    • Η Ορθόδοξη παράδοση διδάσκει ότι η Θεοτόκος ήταν «άνανδρος» και «αειπάρθενος», δηλαδή παρέμεινε παρθένος πριν, κατά και μετά τον τοκετό.

    • Ο Άγιος Ιωσήφ λειτουργούσε μόνο ως προστάτης και κηδεμόνας, όπως περιγράφεται στα Ματθ. 1:18-19.

  3. Σωτηριολογικές συνέπειες

    • Η υπερτονισμένη αγιότητα ή η «θεοποίηση» της Παναγίας στην Παπική θεολογία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης που έλαβε ο Χριστός.

    • Όπως σημειώνει ο Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης: «Εάν η Παρθένος έφερε άλλη φύση, τότε ο Κύριος, προσλαμβάνοντας αυτήν, θεώσε άλλη φύση και όχι τη κοινή όλων των ανθρώπων φύση».


4. Συμπέρασμα

Το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πώς η υπερβολική μαριολογία στην Παπική παράδοση διαφοροποιείται από την Ορθόδοξη διδασκαλία, με άμεσο αντίκτυπο στη σωτηριολογία.

Η Ορθοδοξία τιμά την Παναγία ως Υπεραγία Θεοτόκο, που επέλεξε ο Θεός για τη γέννηση του Σωτήρα, αλλά διατηρεί τη σαφή διάκριση μεταξύ του Χριστού και της ανθρώπινης μητέρας Του:

  • Ο Χριστός είναι ο μοναδικός ασπίλως γεννηθείς.

  • Η Θεοτόκος είναι η «πλήρης Χάριτος», αλλά άνθρωπος με όλες τις συνέπειες της ανθρώπινης φύσης, χωρίς να παραβιάζεται η σωτηριολογική διάσταση.

Η Θεία Ενανθρώπιση στην Ορθόδοξη και Δυτική θεολογία (Β)

Η Θεία ενανθρώπιση και η βλάσφημη Παπική αίρεση για την  ικανοποίηση της Θείας Δικαιοσύνης

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Ο πρώτος που διατύπωσε την πλάνη αυτή ήταν ο «αρχιεπίσκοπος» Καντερβουρίας Άνσελμος (1033-1109), ιδρυτής του Σχολαστικισμού στη Δύση και «άγιος» της παπικής «εκκλησίας».

Στο σύγγραμμά του: «Cur Deus homo?» (Γιατί ο Θεός (έγινε) άνθρωπος;), διαπραγματεύεται το «πως» της απολυτρώσεως, χρησιμοποιώντας δικανικά και λογικά επιχειρήματα.

Την υιοθέτησε ο Θωμάς Ακινάτης (1225-1274), δίνοντάς της πιο σαφή καθορισμό, ως προς το περιεχόμενό της, την αποδέχτηκε ως «διδασκαλία της Εκκλησίας» η «Σύνοδος» του Τριδέντου (1545-1563) και τέλος η Α΄ «Σύνοδος» του Βατικανού (1870), την όρισε «δόγμα πίστεως» για την παπική «εκκλησία»!

Σύμφωνα με την άκρως κακόδοξη αυτή θεωρία, η πτώση του ανθρώπου δεν εκλαμβάνεται ως αστοχία, ως μια λαθεμένη επιλογή, όπως διδάσκει η Εκκλησία, αλλά ως «προσβολή της Θείας Δικαιοσύνης και του μεγαλείου του Θεού».

Η πτώση των Πρωτοπλάστων αποτέλεσε μια τρομακτικών διαστάσεων ύβρη και προσβολή κατά του Δημιουργού, προκαλώντας μια μεγάλη ενοχή, με την παράβαση του αιώνιου θείου νόμου.

Ήταν δε τόσο μεγάλη η προσβολή κατά του Θεού, όσο και η αξία του προσβαλλόμενου Θεού. Γι’ αυτό απαιτούνταν ανάλογη εξιλέωση, για την αποκατάσταση της «τρωθείσας θείας μεγαλειότητας και της ηθικής τάξεως».

Ο προσβαλλόμενος Θεός διατελούσε σε θυμό και μόνιμη αγανάκτηση και απέχθεια εναντίον του ανθρωπίνου γένους, το οποίο έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες της προσβολής κατά του Θεού.

Ο πεπερασμένος άνθρωπος, αφού δεν μπορούσε ποτέ να παράσχει ικανοποίηση στον άπειρο Θεό, θα έπρεπε να περιμένει μόνο τον αιώνιο θάνατο. Το όργανο για την επαναφορά του ανθρώπου σε μια ορθή σχέση με τον Θεό θα έπρεπε να είναι ένας Θεάνθρωπος (Χριστός), με του οποίου την άπειρη αξία ο άνθρωπος εξαγνίστηκε σε μια πράξη συνεργασίας –αναδημιουργίας».

Ο Χριστός σαρκώθηκε για να ικανοποιήσει την Θεία Δικαιοσύνη, να κατευνάσει την θεία οργή και να αποκαταστήσει την ηθική τάξη και όχι να απολυτρώσει τον άνθρωπο από την αιχμαλωσία του Σατανά, την δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά και το θάνατο, να ενώσει τον άνθρωπο με το Θεό και να τον θεώσει, όπως δοξάζει η Εκκλησία.

Ο παπικός «θεολόγος» J. Phole, ομολογεί, ότι «η ενσάρκωση μπορεί να εννοηθεί ως αναγκαίος όρος της απολύτρωσης, μόνο κάτω από την προϋπόθεση ότι ο Θεός απαίτησε επαρκή (δηλ. άπειρη) ικανοποίηση για τις αμαρτίες των ανθρώπων»

Ο Χριστός «αναγκάστηκε» να σαρκωθεί, όχι να απολυτρώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, τη φθορά και τον θάνατο, αλλά από το «θείο θυμό», για να «ικανοποιήσει» την «τρωθείσα θεία δικαιοσύνη»!

Η υπέρτατη θεία δωρεά της σωτηρίας κατανοείται ως μια δικανική διαδικασία, απογυμνωμένη πλήρως από το στοιχείο της αγάπης του Θεού.

Εφόσον η σωτηρία είναι αποτέλεσμα συναλλαγής και δικανικών κανόνων, υπερτονίζεται η επιτέλεση «καλών έργων» και υποβιβάζεται η εσωτερική αλλαγή του ανθρώπου, η συνεχής μετάνοια, η οποία προσελκύει τη θεία χάρη και τον αγιασμό, με απώτερο στόχο την θέωση. Όσα περισσότερα «καλά έργα» επιτελεί ο πιστός, τόσο περισσότερο «ευαρεστεί» το Θεό.

Από ορθοδόξου θεολογικής απόψεως η «Περί Ικανοποιήσεως της Θείας Δικαιοσύνης» θεωρία κρίνεται άκρως κακόδοξη και βλάσφημη, η οποία προσβάλλει καίρια την περί Θεού και την περί απολυτρώσεως διδασκαλία της Εκκλησίας.

Μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η φοβερή αυτή παπική αίρεση δεν τέθηκε ποτέ θέμα συζήτησης στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους.

Διερωτόμαστε: οι ορθόδοξοι συμμετέχοντες σ’ αυτούς δεν θεωρούν απαραίτητο να τεθεί και αυτή η σοβαρή πλάνη στο τραπέζι των συζητήσεων;

Είναι δυνατόν ποτέ να δεχτούμε «ένωση» με τους παπικούς, αποδεχόμενοι (και) αυτή την κακοδοξία, η οποία στρεβλώνει, όπως προαναφέραμε, ριζικά την περί Θεού και Θείας Οικονομίας βιβλική και πατερική διδασκαλία;

 


Η Θεία Ενανθρώπιση στην Ορθόδοξη και στην Δυτική θεολογία. .(Α)



Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Εισαγωγικά

Οι διαφορές στην Θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας  και της Ρωμαιοκαθολικής  είναι πάρα πολλές. Εκτός από τις γνωστές (filioque, Πρωτείο Πάπα, Αλάθητο Πάπα, Μαριολατρία, λειτουργικές πρακτικές κ.α) διαφέρουν και στη  θεολογία των Μεγάλων Δεσποτικών εορτών. Με αφορμή την εορτή της Γέννησης του Χριστού θα προσπαθήσουμε με ένα μικρό  αριθμό άρθρων να τις επισημάνουμε, ώστε να κατανοήσουμε τις μεγάλες διαφορές στην πίστη, που αποτελούν ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΑ  εμπόδια στην επιχειρούμενη ένωση. Θα χρησιμοποιήσουμε για την διερεύνηση του θέματος και εκκλησιαστικούς ύμνους για να κάνουμε πιο κατανοητές τις διαφορές.

 

Λύτρωσιν ἀπέστειλε Κύριος τῷ λαῷ αὐτοῦ. Ἀλληλούϊα.(κοινωνικό Χριστουγέννων)

 

 

Η έννοια της ΛΥΤΡΩΣΗΣ έχει διαφορετική ερμηνεία στην Ορθόδοξη και στην  Ρωμαιοκαθολική θεολογία,

Στην  Ορθόδοξη θεολογία η  λύτρωση δεν είναι απλώς απελευθέρωση από την αμαρτία ή την τιμωρία. Σημαίνει συμμετοχή στη ζωή του Θεού και θεοποίηση του ανθρώπου (θέωση). Στόχος της λύτρωσης είναι η μεταμόρφωση του ανθρώπου, η ενότητα με τον Θεό και η αναδημιουργία του ανθρώπου σύμφωνα με την εικόνα του Θεού. Αυτό το πετυχαίνουμε με τα Μυστήρια της Εκκλησίας και τον προσωπικό πνευματικό αγώνα σε όλες τις μορφές (ορθή πίστη και ορθή πράξη). Η Ορθοδοξία βλέπει τον άνθρωπο ως δημιούργημα κατά εικόνα Θεού (Γένεση 1:26-27), αλλά η αμαρτία τον αποξένωσε από την πλήρη κοινωνία με τον Θεό. Η λύτρωση δεν περιορίζεται στην εξάλειψη της αμαρτίας· είναι ολόκληρη μεταμόρφωση της ανθρώπινης φύση.

Μέσω της Ενανθρώπησης, ο Λόγος «συμμετέχει στην ανθρώπινη φύση» για να την ανυψώσει στη ζωή της θείας χάρης. Η λύτρωση είναι, επομένως, κοινωνία με τον Θεό μέσω του Χριστού, η οποία επιτυγχάνεται όχι μόνο ηθικά αλλά και υπαρξιακά.

Στην Ορθοδοξία, η λύτρωση είναι μεταμορφωτική, μυστική, υπαρξιακή και θεολογικά βιωματική, επικεντρωμένη στη συμμετοχή στη ζωή του Θεού.

Στην Δυτική-Παπική θεολογία η  λύτρωση θεωρείται κυρίως συγχώρεση αμαρτιών και αποκατάσταση της δικαιοσύνης του Θεού, δηλαδή της ηθικής τάξης που δημιούργησε ο Θεός. Η λύτρωση, σε αυτή τη θεολογία, είναι κυρίως εξιλεωτική και ηθική, στοχεύοντας στη συμφιλίωση ανθρώπου και Θεού. Η Ενανθρώπηση και η Σταύρωση του Χριστού είναι μέσα ικανοποίησης της θείας δικαιοσύνης (satisfactio).

Ο Χριστός ενεργεί ως μεσίτης: αναλαμβάνει την τιμωρία της αμαρτίας και παρέχει στους ανθρώπους χάρη και συγχώρεση. Στη Δυτική θεολογία, η λύτρωση είναι σωστική, δικαιωτική και ηθική, με έμφαση στη συγχώρεση της αμαρτίας και στην αποκατάσταση της θείας τάξης, περισσότερο παρά στη μυστική συμμετοχή στη ζωή του Θεού.


Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Ὁ Λατῖνος Πάπας τοῦ Βατικανοῦ Λέων ΙΔ΄ εἰς τὸ Δύστυχον Φανάριον καὶ εἰς τὴν Νίκαιαν τῆς Βιθυνίας.

ΝΤΕΤΖΙΟΡΤΖΙΟ_2025-12-09_Ὁ Λατῖνος Πάπας τοῦ Βατικανοῦ Λέων ΙΔ΄...

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΟΝ ΠΑΠΙΚΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗΝ
ΕΙΣ ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
.

Ὁ Λατῖνος Πάπας τοῦ Βατικανοῦ Λέων ΙΔ΄
εἰς τὸ Δύστυχον Φανάριον καὶ εἰς τὴν Νίκαιαν τῆς Βιθυνίας.

Φιλοξενούμενος τοῦ ἀρχιαποστάτου καὶ ἀρχιαιρεσιάρχου
κ. Δημητρίου Ἀρχοντώνη, τοῦ καὶ Βαρθολομαίου Α΄, ἐπιλεγομένου
.

 

Γράφει ὁ Λαυρέντιος Ντετζιόρτζιο

 

ΚΑΤΟΠΙΝ ΠΟΛΛΩΝ ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΝ τῶν προηγουμένων Λατίνων Παπῶν τοῦ Κράτους τοῦ Βατικανοῦ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν διὰ τὶς ἐκεῖ ἀνίερες καὶ προκλητικὲς ἐπετειακὲς πανηγύρεις τῆς διὰ τὰ ὀψώνια τῶν ἁμαρτιῶν μας— ἐνθρονίσεως τοῦ παναιρετικοῦ λατινόφρονος καὶ οἰκουμενιστοῦ κ. Δημητρίου Ἀρχοντώνη, κατ’ αὐτὰς ὁ Πάπας Λέων ΙΔ΄ πῆγε καὶ εἰς τὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, διὰ νὰ «τιμήσῃ» τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, ἡ ὁποία συνῆλθεν ἐκεῖ τὸ ἔτος 325, θεοπνεύστως εἰσάγουσα καὶ καθιεροῦσα τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως ὡς τὴν ἀκρογωνιαίαν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν Πίστεως τῆς «μίας ἁγίας καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ»!!!

Ποῖον τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἀπόλυτον σαφήνειαν ὑπὸ τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἁγιοπνευματικῶς ἐνεπνεύσθη καὶ συνετέθη, δηλοῦν περὶ τῆς ὁμοουσιότητος τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τὴν σχέσιν τῶν ὑποστάσεων-προσώπων Αὐτῆς:

«1Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων. 2Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γενηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο». (Βλ. Ὡρολόγιον τὸ Μέγα..., ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, Ἀθήνα, 121995, ἀνατ. 131998, σ. 14).

Συνεπληρώθη δὲ ἀπὸ τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, συνελθοῦσαν ἐν Κωνσταντινουπόλει τῷ 381· ἡ ὁποία κατεδίκασε τὸν Ἀρειανισμόν. Καὶ ποία ἦτο ἡ συμπλήρωσις τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως;

«Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν Προφητῶν»!!! (Ὅ.π., σ. 15)

Ὅμως ποία εἶναι ἡ μεγαλυτέρα αἵρεσις τῶν Λατίνων Παπιστῶν; Το Filioque· ποὺ σημαίνει «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ». Δηλαδή: «...τὸ Ἅγιον Πνεῦμα..., τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς κι ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορευόμενον». Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ διατύπωσις «καταργεῖ» τὸν Ἕναν Ἅγιον Τριαδικὸν Θεόν, διασπᾶ καὶ ἱεραρχεῖ τὴν Ἁγίαν Τριάδα, καὶ εἰσάγει τὴν πολυθεΐαν εἰς τὴν «μίαν ἁγίαν καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ»!!!

Εἷς ἐν Τρισὶ καὶ Τρεῖς ἐν Ἑνί, ὅπως ἀναλύεται καὶ ὁμολογεῖται εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως τοῦ ἁγίου Μ. Ἀθανασίου, ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας:

«...Πίστις δὲ καθολικὴ αὕτη ἐστίν, ἵνα ἕνα Θεὸν ἐν Τριάδι καὶ Τριάδα ἐν μονάδι σεβώμεθα, μήτε συγχέοντες τὰς ὑποστάσεις, μήτε τὴν οὐσίαν μερίζοντες· ἄλλη γάρ ἐστιν ἡ τοῦ Πατρὸς ὑπόστασις, ἄλλη τοῦ Υἱοῦ, καὶ ἄλλη τοῦ ἁγίου Πνεύματος· ἀλλὰ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος μία ἐστὶ Θεότης, ἴση δόξα, συναΐδιος ἡ μεγαλειότης. Οἷος ὁ Πατήρ, τοιοῦτος ὁ Υἱός, τοιοῦτο καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Ἄκτιστος ὁ Πατήρ, ἄκτιστος ὁ Υἱός, ἄκτιστον καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀκατάληπτος ὁ Πατήρ, ἀκατάληπτος ὁ Υἱὀς, ἀκατάληπτον καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Αἰώνιος ὁ Πατήρ, αἰώνιος ὁ Υἱός, αἰώνιον καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα· πλὴν οὐ τρεῖς αἰώνιοι, ἀλλ’ εἷς αἰώνιος· ὥσπερ οὐδὲ τρεῖς ἄκτιστοι, οὐδὲ τρεῖς ἀκατάληπτοι, ἀλλ’ εἷς ἄκτιστος, καὶ εἷς ἀκατάληπτος. Ὁμοίως παντοκράτωρ ὁ Πατήρ, παντοκράτωρ ὁ Υἱός, παντοκράτωρ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· πλὴν οὐ τρεῖς παντοκράτορες, ἀλλ’ εἷς παντοκράτωρ. Οὕτω, Θεὸς ὁ Πατήρ, Θεὸς ὁ Υἱός, Θεὸς καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον· πλὴν οὐ τρεῖς Θεοί, ἀλλ’ εἷς Θεός. Ὡσαύτως, Κύριος ὁ ὁ Πατήρ, Κύριος ὁ Υἱός, Κύριον καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· πλὴν οὐ τρεῖς Κύριοι, ἀλλ’ εἷς ἐστί Κύριος· ὅτι, ὥσπερ μοναδικῶς ἑκάστην ὑπόστασιν Θεὸν καὶ Κύριον ὁμολογεῖν χριστιανικῇ ἀληθείᾳ ἀναγκαζόμεθα, οὕτω τρεῖς Θεούς, ἢ τρεῖς Κυρίους λέγειν καθολικῇ εὐσεβείᾳ κωλυόμεθα. Ὁ Πατὴρ ἀπ’ οὐδενός ἐστι πεποιημένος, οὔτε δεδημιουργημένος, οὔτε γεγεννημένος· ὁ Υἱὸς ἀπὸ μόνου τοῦ Πατρός ἐστιν, οὐ πεποιημένος, οὐδὲ δεδημιουργημένος, ἀλλὰ γεγεννημένος [ἐκ τοῦ Πατρός·] τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀπὸ τοῦ Πατρός, οὐ πεποιημένον, οὔτε δεδημιουργημένον, οὔτε γεγεννημένον, ἀλλ’ ἐκπορευτόν. Εἷς οὖν ἐστι Πατήρ, οὐ τρεῖς Πατέρες· εἷς Υἱός, οὐ τρεῖς Υἱοί· ἕν Πνεῦμα ἅγιον, οὐ τρία Πνευματα ἅγια· καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Τριάδι, οὐδὲν πρῶτον, ἢ ὕστερον, οὐδὲν μεῖζον, ἢ ἔλαττον, ἀλλ’ ὅλαι αἱ τρεῖς ὑποστάσεις συνδιαιωνἰζουσαι ἑαυταῖς εἰσὶ καὶ ἴσαι· ὥστε κατὰ πάντα, ὡς εἴρηται, καὶ Τριὰς ἐν μονάδι καὶ μονὰς ἐν Τριάδι λατρεύεται. Ὁ θέλων οὖν σωθῆναι οὕτω περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος φρονείτω...».  (Ὅ.π., σσ. ε΄-ζ΄)

Ὥστε κατόπιν αὐτῆς τῆς θεμελιώδους αἱρετικῆς στρεβλώσεως καὶ βλασφημίας, τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Ὁμολογίας, ἡ παναιρετικὴ κατακρήμνησις τῶν Λατίνων Παπιστῶν δὲν ἔχει ἔλεγχον καὶ ὅρια: ἀπὸ τὸ «Filioque» εἰς τὸ «πρωτεῖον», εἰς τὸ «ἀλάθητον», εἰς τὴν «μαριολατρείαν» μέχρι τὶς ἕως τώρα συνολικῶς 36 αἱρέσεις αὐτῶν!...

Τοιοὐτοτρόπως ὁ Πάπας Λέων ΙΔ΄ «τιμᾶ» τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον καὶ ταυτοχρόνως διὰ τῆς ἀνιέρου αἱρέσεως τοῦ «Filioque» ὑποτιμᾶ καὶ «ἀκυρώνει» τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον!!! Μεταθέτων τὸ Σχίσμα τοῦ 1054 εἰς τὸ μεταξὺ τῶν Α΄ καὶ Β΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων διάστημα, μεταξὺ τοῦ 325 καὶ τοῦ 381, μήπως ἐπιχειρεῖ νὰ διευρύνῃ ὥστε ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ πρὸ τοῦ 1054 περίοδος τῶν πάσης φύσεως πλανῶν κι αἱρέσεων, οἱ ὁποῖες κατὰ καιροὺς ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς  Ῥώμης τυχοῦσες τῆς ἰωβείου ὑπομονῆς καὶ μακραίωνος νουθεσίας καὶ θεραπείας αὐτῶν ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς καὶ νὰ καταστῇ τὸ αἰτούμενον «πρωτεῖον» τοῦ Πάπα, ὄντως «πρωτεῖον»· ἀλλὰ ἐπὶ τῶν πλανῶν καὶ τῶν αἱρέσεων; Τί τάχα νὰ σκέπτεται ὁ νεότευκτος Πάπας τοῦ Βατικανοῦ; Καὶ διὰ ποῖον ἀκριβῶς λόγον, ἐν τέλει, ἐπεσκέφθη τὴν Νίκαιαν;... Μήπως ἐπιδιώκει ν’ ἀκυρώσῃ τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, ὥστε νὰ «καταργηθῇ» ἡ ὁμοουσιότης τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ἡ διατύπωσις «ἐκ τοῦ πατρὸς ἐκπορευόμενον», διὰ νὰ καταστοῦν ἐν καιρῷ θεολογούμενες ἡ ὁμοουσιότης καὶ ἡ σχέσις μεταξὺ τῶν ὑποστάσεων-προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, καὶ τοιοὐτοτρόπως νὰ ἐπιβληθῇ καθολικῶς ἡ αἵρεσις τοῦ «Filioque»;  Ἄλλωστε ὁ Σατανᾶς πολλάκις καὶ συχνάκις ἔχει ἀποδειχθεῖ καὶ εὐφάνταστος καὶ πολυμήχανος ῥαδιοῦργος!!!

 

ΕΙΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΝΟΣΙΟΥΡΓΗΜΑ τῆς ἀτίμου «τιμῆς» παραστέκεται καὶ τὸ ἀποδέχεται καὶ συμμετέχει ὁ παναιρετικὸς λατινόφρων καὶ οἰκουμενιστὴς κ. Δημήτριος Ἀρχοντώνης, ὁ κατὰ πάντα ἀνυπόστατος «οἰκουμενικὸς πατριάρχης» τοῦ ἀτύχου Φαναρίου καὶ τοῦ δυστυχοῦς λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὡς ἀμφιτρύων τοῦ κατὰ τὴν Πίστιν παναιρετικοῦ Λατίνου Πάπα, ἅμα δὲ καὶ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐπαράτου, πανεγκληματικοῦ κι αἱματοστάκτου, κοσμικοῦ Κράτους τοῦ Βατικανοῦ!... Ὅμως, ὁ «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται»!!!

Ἐπιβάλλεται νὰ σημειωθεῖ καὶ τονιστεῖ, ὅτι πρὸ τῆς ἐλεύσεως τῶν βλασφήμων Παπῶν εἰς τὸ παλαίφατον ἀλλὰ πλέον ἁλωθὲν ὑπὸ τῶν παναιρέσεων Φανάριον, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἔχει ἤδη εἰς τὸ ἔπακρον μιανθεῖ ἀπὸ τὴν ἀθρόαν εἰσβολὴν εἰς αὐτὸ τῆς ἑωσφορικῆς παπιστικῆς Λατινοφροσύνης καὶ τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ· ἐνῶ ἡ Μεγάλη Ἐκκλησιά, ἡ Ἁγιὰ Σοφιά, ἔχει καὶ πάλιν βεβηλωθεῖ καὶ περιέλθη εἰς τὴν κατοχὴν τῶν σατανικῶν Ἰσλαμιστῶν! Μάλιστα ἀστασιάστως μπορεῖ νὰ εἰπωθῇ —ἀπὸ τοῦ τελευταίου τετάρτου τοῦ 19ου αἰῶνος ἤδη καταστάντος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἰς ἄντρον τῆς Μασωνίας!!!— ὅτι ὁ συγκρητιστικὸς Οἰκουμενισμὸς ἐγεννήθη εἰς τὸ Φανάριον, διὰ τῶν περιβοήτων ἀντιχρίστων πατριαρχικῶν Ἐγκυκλίων, ποὺ ἐξαπελύθησαν κατὰ τὴν πρώτην εἰκοσαετίαν τοῦ 20οῦ αἰῶνος οἱ ὁποῖες «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» ἐπαγγέλλονται τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν μετὰ τῶν «χριστιανικῶν» αἱρέσεων Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ἄνευ μετανοίας κι ἐπιστροφῆς αὐτῶν εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν!

Ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ 1902, ἐπὶ πατρ. Ἰωακεὶμ Γ, ἀναφέρεται περί: α΄) τῆς ἐν ὁμονοίᾳ καὶ ἀγάπῃ συναντήσεως καὶ ἐνισχύσεως τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν· β΄) τῆς δυνατῆς τούτων πρὸς τὰς «δύο μεγάλας τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀναδενδράδας, τὸν Καθολικισμὸν καὶ τὸν Προτεσταντισμόν, σχέσεως καὶ ἐν χριστιανικῇ ἀγάπῃ προσεγγίσεως»· γ΄) τοῦ «πὼς δεῖ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν προσενεχθῆναι ἰδίᾳ πρὸς τοὺς λεγομένους Καθολικούς, ἐπιποθοῦντας τὴν μετ’ αὐτῆς ἕνωσιν», καὶ δ΄) τῆς «δυνατῆς ἢ μὴ τροποποιήσεως καὶ ἀκριβεστέρου καθορισμοῦ τοῦ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντος Εὐαγγελίου».

Ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ 1920· ἐπὶ τοποτηρητείας τοῦ Πατριαρχικοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὑπὸ Μητρ. Προύσης Δορωθέου, ἀναφέρεται περισσότερον συγκεκριμένα περὶ τῆς προσεγγίσεως τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν μὲ σκοπὸν τὴν ἕνωσιν χωρὶς τὴν μετάνοιαν κι ἐπιστροφὴν εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν τῶν αἱρετικῶν ὁμολογιῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγάπης καὶ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ «τῆς ἑνότητος τῆς Πίστεως καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος»!!!

«Ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησία, φρονοῦσα ὅτι ἡ τῶν διαφόρων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν προσέγγισις πρὸς ἀλλήλας καὶ κοινωνία οὐκ ἀποκλεῖεται ὑπὸ τῶν ὑφισταμένων μεταξύ αὐτῶν δογματικῶν διαφορῶν καὶ ὅτι τοιαύτη τις προσέγγισις τὰ μάλα ἐστὶν εὔκταία καὶ ἀναγκαία, καὶ πολλαχῶς χρήσιμος, εἰς τε τὸ καλῶς ἐνοούμενον συμφέρον ἑκάστης τῶν ἐπιμέρους Ἐκκλησιῶν καὶ τοῦ ὅλου Χριστιανικοῦ σώματος, καὶ εἰς παρασκευήν καὶ διευκόλυνσιν τῆς πλήρους ποτέ, σὺν Θεῷ καὶ εὐλογημένης ἐνώσεως, ἔκρινε τὸν παρόντα καιρὸν τὰ μάλιστα πρόσφορον πρὸς ἀνακίνησιν καὶ ἀπὸ κοινοῦ μελέτην τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος.

»Εἰ γὰρ καὶ ἐν τούτῳ ἐνδέχεται ἵνα προκύψωσι καὶ παρεμβληθῶσιν αἱ ἀπὸ τῶν παλαιῶν προλήψεων καὶ ἐξέων ἢ καὶ ἐξ ἀξιώσεων δυσχέρειαι, αἱ τοσάκις τέως τὸ ἔργον τῆς ἐνώσεως ματαιώσασαι, ὅμως, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, περὶ ἀπλῆς τὸ κατ’ ἀρχάς προκειμένου συναφείας καὶ προσεγγίσεως, αἱ δυσχέρειαι αὗται ἔσονται πάντως ἧττον σπουδαῖαι. [...]

»Ὑπὸ τῆς ἀγάπης γὰρ ἐμπνεόμεναι αἱ διάφοροι Ἐκκλησίαι, καὶ ταύτην προτάσσουσαι ἐν ταῖς περὶ τῶν ἄλλων κρίσεσι καὶ ταῖς πρὸς αὐτὰς σχέσεσι, τὴν μὲν διάστασιν, ἀντὶ τοῦ ἐπεκτείνειν καὶ αὐξάνειν, ὡς οἷόν τε συντομεῦσαι καὶ σμικρῦναι, δυνήσονται». [...]

Ὅμως εἰς μίαν «ἀγάπην κι ἑνότητα» ἄνευ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἀληθείας Του· ἄρα ἄνευ τῆς Ἀγάπης Του καὶ τῆς Δικαιοσύνης Του!!! Ἀλλὰ τότε διὰ ποῖον «Χριστόν» πρόκειται; γιὰ τὸν Ἀντίχριστον; Σαφῶς Ναί, δι’ αὐτόν!!! Μάλιστα ὁ διάλογος διὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας μετὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀγγλικανισμοῦ, μὲ πρωτοστατοῦντα ὡς συμπρόεδρον αὐτοῦ τὸν μασῶνον Σμύρνης Χρυσόστομον Καλαφάτην, εὑρίσκετο ἐπὶ θῦραις ἀπὸ τοῦ 1908, ἀλλ’ ἐματαιώθη ἐν ὄψει τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων (1912-1913), τοῦ Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918), ἅμα δὲ καὶ τῆς Μικρασιατικῆς Ἐκστρατείας μετὰ τῆς ἐπακολουθησάσης Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς (1919-1922) ἐν συνεχὴ σειρὰν προκυπτόντων!...

 

ΤΗΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΝ ΣΚΥΤΑΛΗΝ πρὸς τὴν γενικευμένην Ἀποστασίαν παρέλαβεν ὁ μασῶνος ἀρχιαιρεσιάρχης καὶ ἀρχιαποστάτης Ἀριστοκλῆς Σπύρου (1886-1972), ὁ καὶ «οἰκουμενικὸς πατριάρχης» Ἀθηναγόρας καλούμενος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πρῶτος «πατριάρχης» ἀπὸ τοῦ Σχίσματος (1054), ποὺ ὄχι μόνον συναντήθηκε μὲ τὸν Πάπα τῶν Λατίνων Παπιστῶν Παῦλο τὸν ΣΤ΄, ἀρχηγὸν τοῦ Κράτους τοῦ Βατικανοῦ (Ἱεροσόλυμα, 6-1-1964), ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κοινοῦ ἀνήρεσαν τὰ ἑκατέρωθεν Ἀναθέματα τοῦ 1054, ἀναμειγνύοντες τὴν Ὀρθοδοξίαν μετὰ τῆς παναίρεσεως (ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, 1894-1976) τοῦ Παπισμοῦ. Τοιοὐτοτρόπως ἐγκαινιάζοντες τὴν τρέχουσαν ἐποχὴν τῶν ἀνιέρων «Θεολογικῶν» Διαλόγων —ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεβλήθησαν ἡ Θεολογία τὼν θεουμένων Πατέρων καὶ ἡ Δογματικὴ καὶ οἱ ἱεροὶ Κανόνες τῶν ἐν ἁγίῳ Πνεύματι Συνόδων!!!— μεταξὺ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς παναιρέσεως τοῦ τῶν Λατίνων Παπισμοῦ στὰ πλαίσια τῶν ἀποφάσεων τῆς Β΄ Βατικανείου Συνόδου (Ῥώμη, 1962-1965), εἰς τὴν βάσιν τῆς «ἀγάπης»! Ἀλλὰ μίας ἀγάπης χωρὶς Χριστόν, καὶ ὄχι εἰς τὴν βάσιν τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀληθείας καὶ Ἀγάπης καὶ Δικαιοσύνης!!! Ἀλλ’ «ἀγάπη», χωρὶς Χριστὸν δὲν εἶναι ἀγάπη· μάλιστα θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθῇ —κατὰ τὸν ζουράρειον ἐπιθετικὸν προσδιορισμόν— ὡς «ἀγάπη σαχλεπίσαχλη», ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο διὰ τὴν σοβαρότητα αὐτῆς τούτης τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ!... Εἰς τὴν πραγματικότητα αὐτὴ ἡ ἄνευ Χριστοῦ «ἀγάπη» εἶναι τὸ πλέον ἀβυσσαλέον ἑωσφορικὸν μῖσος· διότι αὐτὴ ἡ «ἀγάπη» ματαιώνει τὴν Σωτηρίαν καὶ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπον μακρὰν τοῦ ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ εἰς τὴν ἀπώλειαν!...

Ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἀνιέρου συναντήσεως καὶ τῆς ὀλεθρίου ἄρσεως τῶν Ἀναθεμάτων κατὰ τῶν παναιρετικῶν Λατίνων Παπιστῶν στὰ Ἱεροσόλυμα (1964) ἀντέδρασε κι ἐξηγέρθη τὸ χριστεπώνυμον πλήρωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μετὰ παρέλευσιν πενταετίας ἀπὸ τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων τρεῖς μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιος, Παραμυθίας Παῦλος, Φλωρίνης Καντιώτης) ἔπαυσαν τὴν Μνημόνευσιν καὶ ἀπετειχίσθησαν ἀπὸ τὸν μασῶνον παναιρετικὸν λατινόφρονα καὶ οἰκουμενιστὴν «πατριάρχην» Ἀθηναγόρα Σπύρου τὸ 1970 κι ἕως τὴν κοίμησή του τὸ 1972. Ἀκολούθως κάποιες Μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ σχεδὸν πάντες οἱ Ἁγιορεῖτες Μοναχοί, μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τῶν αἰτημάτων τους πρὸς τὸν πατρ. Ἀθηναγόρα διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἰσχὺν τῶν ἕως τοῦ 1054 ἰσχυόντων Ἀναθεμάτων, προέβησαν τὸ 1970 εἰς τὴν ἐκ τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας κι ἐκ τῶν ἱερῶν Κανόνων (λ.χ. μα΄ τῶν Ἀποστόλων καὶ ιε΄ τῆς ΑΒ Συνόδου, Κωνσταντινούπολις 861) ἐπιβαλλομένη παῦσιν τῆς Μνημονεύσεως τοῦ παναιρετικοῦ πατρ. Ἀθηναγόρα κι ἐφήρμοσαν τὴν Ἀποτείχισιν ἀπὸ αὐτόν, ὡστόσο διατηροῦντες τὴν ἐκκλησιαστικὴν κοινωνία μετὰ τῶν μνημονευόντων καὶ κοινωνούντων μετ’ αὐτοῦ!...

 

ΕΠΙ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΟΔΟΥ πρὸς τὴν γενικευμένην Ἀποστασίαν, τὴν ὁποίαν ἀπεριορίστως διεύρυνεν ὁ Ἀθηναγόρας, ἐπορεύθη καὶ ὁ διάδοχος αὐτοῦ, ὁ ἄχρους καὶ ἀνύπαρκτος «πατριάρχης» Δημήτριος Παπαδόπουλος (1914-1991), ὑπὸ τὴν ἀφανὴ ποδηγέτησιν καὶ ἀσφυκτικὴν χειραγωγία, πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς Ἀποστασίας, τοῦ κ. Βαρθολομαίου Ἀρχοντώνη (κατὰ κόσμον Δημητρίου· πρ. Φιλαδελφείας, 1973 καὶ πρ. Χαλκηδόνος, 1990· καὶ εἰς τὶς δύο ἐπισκοπὲς ὑπὸ τοῦ Δημητρίου διαδοχικῶς χειροτονηθείς!!!).

Ὁ Δημήτριος, κατὰ τὸν θρονικὸν λόγον του ὑπεσχέθη συνέχισιν τῶν ἀνοιγμάτων πρὸς τὶς αἱρετικὲς ὁμολογίες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως διὰ τὴν διαθρυλλουμένην «ἑνότητα τῆς ἀγάπης», ἀπορριπτομένης «τῆς ἑνότητος τῆς Πίστεως καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», δηλαδὴ ἀπορριπτομένης τῆς πεμπτουσίας τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως!!! Οἱ Ἁγιορεῖτες ἐπέμειναν ἀρνούμενοι νὰ μνημονεύσουν καὶ τὸν νέον Πατριάρχην. Ὁ Δημήτριος, ἂν καὶ ἠπίου χαρακτῆρος ἄνθρωπος —ὡστόσο διαρκῶς τελοῦντος ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον χειραγωγίαν τοῦ σκληροῦ λατινοφίλου (διατρίψαντος καὶ σπουδάσαντος ἐν Βατικανῷ!!!) καὶ οἰκουμενιστοῦ χειριστοῦ αὐτοῦ κ. Ἀρχοντώνη— ἀπήτησε μετὰ σκαιότητος καὶ δι’ ἐκβιασμῶν ἀλλὰ καὶ παντοειδῶν πιέσεων ἀπὸ τὶς χειραγωγούμενες πολιτειακὲς Ἀρχὲς ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ὁποίων καθίσταντο ἀδύνατες βασικὲς λειτουργίες τῶν μοναστικῶν ἀδελφοτήτων τὴν μνημόνευσίν του καὶ τὴν ἐπιβολὴν τῆς «τάξεως» τῆς Ἀποστασίας εἰς τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας!... Ἐν τέλει —καὶ μάλιστα λίαν συντόμως— ἐκάμφθησαν οἱ ἀποτειχισθεῖσες Μονὲς καὶ ἡ μεγάλη πλειονότητα τῶν ἀποτειχισθέντων Ἁγιορειτῶν Μοναχῶν, παρὰ τὴν ἀρχικὴν διάθεσιν ἀντιστάσεως ποὺ ἐπέδειξαν. Μόνη ἐξ αὐτῶν κράτησε καὶ κρατεῖ ἕως σήμερα, ὑπὸ συνεχῆ καὶ ἀπεινῆ διωγμὸν τελοῦσα, ἡ Μονὴ Ἐσφιγμένου· ἂν κι ἐν τέλει κατέληξε νὰ προσχωρήσῃ εἰς τοὺς σχισματικοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς (ΓΟΧ), καὶ μερικοὶ Ἁγιορεῖτες Μοναχοί.

Τοιοὐτοτρόπως ἡ «πατριαρχεία» τοῦ Δημητρίου ὑπῆρξε «πατριαρχεία ἀντ’ αὐτοῦ» —καὶ κατὰ τὴν τρέχουσαν ὁρολογία: proxi!!!— δηλαδὴ ὡς τὸ μακρὺ χέρι τοῦ «ἀφανοῦς» ἀλλ’ ἐπιτηδείου κ. Ἀρχοντώνη· ἕως ὅτου προδήλως φθάσει ἡ δική του ἑωσφορικὴ κι ἐπάρατος ἀναρρίχησις εἰς τὸν οἰκουμενικὸν πατριαρχικὸν Θρόνον...

 

Η ΟΧΙ ΜΟΝΟΝ ΑΠΑΡΕΓΚΛΙΤΩΣ ἀλλὰ καὶ ἀδιαλείπτως καὶ ὁσημέραι ἐπὶ τὰ χείρω στιχουμένη κι ἑστιαζομένη εἰς τὶς παναιρέσεις τοῦ τῶν Λατίνων Παπισμοῦ καὶ τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ πορεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως συνεχίζεται ἀδιαταράκτος ἀπὸ τὸν ἐνεστῶτα καταπατητὴν τοῦ Φαναρίου καὶ σφετεριστὴν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἀρχιαιρεσιάρχην κ. Δημήτριον Ἀρχοντώνη (τὸν καὶ Βαρθολομαῖον Α΄ ἀποκαλούμενον) ὁ ὁποῖος κατὰ πάντα τελεῖ ἱερατικῶς ἀνυπόστατος· ἀκόμα καὶ ὡς νεωκόρος ἀπορριπτέος κατὰ τὰ μέτρα τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας!

Διότι μπορεῖ κατὰ διαδοχὴν νὰ εὑρίσκεται εἰς «τόπον Χριστοῦ», ἀλλ’ ἀπέστη ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εὑρίσκεται εἰς «τῦπον Χριστοῦ» καὶ κατὰ συνέπειαν ἐπεμακρύνθη ἐκ τῆς ἀδιασπάστου συνεχείας «τῆς ἑνότητος τῆς Πίστεως καὶ τοῦ Ἀγίου Πνεύματος»!!! Εἰς «τόπον Χριστοῦ» μπορεῖ κάποιος τυπικῶς, πολυτρόπως καὶ διαφοροτρόπως ἀναξίως ν’ ἀναρριχηθῇ, ἀλλὰ εἰς «τῦπον Χριστοῦ» μόνον διὰ τῆς αὐθεντικῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, τῆς ἀφοσιώσεως εἰς τὸν Θεάνθρωπον Χριστὸν καὶ τῆς ἀφιερώσεως εἰς τὸ λογικὸν ποίμνιόν Του ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ! Διὰ τοῦτο ἄξιος νὰ καταστῇ ἐπίσκοπος μπορεῖ νὰ εἶναι μόνον ὁ θεούμενος!!! Ἐρώτησις ῥητορική: ὑπάρχει σήμερον ἐπίσκοπος θεούμενος;...

Ὁ κ. Ἀρχοντώνης συνεχίζει τὴν μακρὰ πορεία πρὸς τὴν γενικευμένην Ἀποστασία, τὴν ὁποίαν κατὰ «παράδοσιν ἀποστασίας», πλέον τῶν 125 ἐτῶν ἀκολουθοῦν οἱ πλεῖστοι τῶν ἐνοίκων τοῦ παλαιφάτου μέν, ἀλλ’ ἐσβεσμένου πλέον Φαναρίου, ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος, μὲ προεξάρχοντα τὸν μασῶνον ἀρχιαποστάτην Ἀθηναγόρα, καὶ μὲ πιστὸν συνεπέστερον καὶ ἄξιον ἀκόλουθόν του τὸν κ. Δημήτριον Ἀρχοντώνην, εἰς θέσιν συγχρόνου Ἀρείου εὑρισκόμενον!...

 

Οἱ ἐπάρατοι Λατῖνοι Πάπες Παῦλος ΣΤ΄ (1967), Ἰωάννης-Παῦλος Β΄ (1979), Βενέδικτος ΙΣΤ΄ (2008), Φραγκῖσκος (2014) καὶ Λέων ΙΔ΄ (2025)— ἐπισκεπτόμενοι δι’ ἀπανειλημμένων εἰσβολῶν τὸ λατινόφρον καὶ οἰκουμενιστικὸν Φανάριον, δίκην ἐποπτῶν κι ἐπιθεωρητῶν τῆς προδοσίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς προσκυνήσεως τοῦ Ἀντιχρίστου εἰς τὰ πρόσωπα τῶν προδρόμων τοῦ Ἀντιχρίστου, δηλαδὴ ὑπὸ τῶν τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς Δεσποτῶν καὶ τοῦ Δεσποτοκρατικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος αὐτῶν, αὐτουργῶν καὶ ὀργάνων τῆς γενικευμένης Ἀποστασίας ἀπὸ τὸν Ἕναν Ἀληθινὸν καὶ Ζῶντα Ἅγιον Τριαδικὸν Θεόν, ἁπλῶς τὸ ἐπιμολύνουν ἔτι περισσότερον καὶ κατοχυρώνουν τὴν αἱρετικὴν ἐπικυριαρχία τους ἐπ’ αὐτοῦ!...

Καὶ τὸ πλέον χειρότερον: εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως ὅλα τὰ Πατριαρχεῖα καὶ οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες —πρὸς ὥρας διασώζονται οἱ Ἐκκλησίες τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Γεωργίας, οἱ ὁποῖες δὲν συμμετέχουν μὲν εἰς τὸ ΠΣΕ, ἀλλὰ κοινωνοῦν μετὰ τῶν συμμετεχόντων!!!— οἱ ἱεροὶ ναοί, τὰ σεβάσματα καὶ τὰ προσκυνήματα τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας, ἔχουν ὁλοσχερῶς ἁλωθεῖ καὶ καταπατηθεῖ ἀπὸ τὶς παναιρέσεις τοῦ τῶν Λατίνων Παπισμοῦ καὶ τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ διὰ τῆς καθ’ ἡμᾶς λατινοφρόνου καὶ οἰκουμενιστικῆς Δεσποτοκρατίας. Ἀλλὰ κι ἐμμέσως κατατρύχονται ἀπὸ πάσης φύσεως ἑτεροδόξων καὶ ἀλλοδόξων, εἰδωλολατρῶν καὶ παγανιστῶν, ἅμα δὲ καὶ σατανιστῶν περιλαμβανομένων· τοὐλάχιστον ὡς ἐπιρροὲς διαστρεβλώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως!!! Αὐτὴ ἡ ἑωσφορικὴ Δεσποτοκρατία γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπρόδωσε τὸν Χριστὸν κι ἐπροσκύνησε τὸν Ἀντίχριστον εἰς τὰ πρόσωπα τῶν προδρόμων αὐτοῦ, ἐνῷ ἑωσφορικῶς διὰ σατανικῶν μεθοδεύσεων ἀπεργάζεται τὴν ἔλευσίν του, ὥστε εἰς τοὺς ἱεροὺς Ναοὺς τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας νὰ λατρεύεται ἀντὶ τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἀντίχριστος!!!

Οἱ ἱεροὶ ναοί μας, τὰ μοναστήρια μας, τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων μας, οἱ ἁγίες Εἰκόνες μας, τὰ ἱερὰ σκεύη τῆς Θείας Λατρείας μας, τὰ ἱερὰ Κειμήλιά μας, οἱ Θεολογικὲς Σχολές μας, τὰ Ἱερατικὰ Σχολεῖα μας, τὰ πάντα εὑρίσκονται ἐν αἰχμαλωσίᾳ εἰς τὰ βέβηλα χέρια τῆς ἐπαράτου Δεσποτοκρατίας, καὶ τελοῦν προτεκτοράτα τοῦ Βατικανοῦ καὶ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου [Αἱρετικῶν-Οἰκουμενιστικῶν] «Ἐκκλησιῶν» (ΠΣΕ)!...

Ὁ δὲ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἀκατήχητος κι ἀποίμαντος, ἀπορφανισμένος ἀπὸ τοὺς καλοὺς Ποιμένες καὶ ἀποπροσανατολισμένος ἄνευ πνευματικῶν Ταγῶν, παραπέει στὰ τενάγη τῆς πλάνης καὶ στὰ ἐρέβη τῶν αἱρέσεων!!! Ἰδιαιτέρως πλέον εἰς τὴν αἵρεσιν τῶν αἱρέσεων, τὴν μήτραν πασῶν τῶν αἱρέσεων, τὸν Προσομοιωτισμόν· ὅπου καθεὶς προσομοιώνει τὴν Ὀρθόδοξον Πίστιν εἰς τὰ ἑαυτοῦ πάθη καὶ εἰς τὴν ἑαυτοῦ ἁμαρτωλότητα!... Πρόκειται γιὰ ὀλεθρίαν ὁδὸν διὰ τῆς ὁποίας σταδιακῶς ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὸν Κύριον καὶ Θεόν μας καὶ Σωτῆραν μας Ἰησοῦν Χριστὸν διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν παράφρονα αὐτοθεοποίησιν τοῦ ἀνθρώπου! Παράφρονα, διότι ὄντες πλάσματα καὶ τέκνα τοῦ Θεοῦ ἤδη προοριζόμεθα μετὰ τῆς εὐλογίας Του νὰ καταστοῦμε κατὰ χάριν θεοί, κατὰ τὸν τρόπον ποὺ Ἐκεῖνος μᾶς ὅρισε!... Παραφροσύνη· διότι θέλουμε νὰ γίνουμε «θεοί» χωρὶς τὸν Θεόν, χωρὶς τὸν Πατέρα τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον!!!

 

ΑΛΛΑ Η ΟΝΤΩΣ «μία ἁγία καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ», ποὺ ἑδράζεται εἰς τὴν αὐθεντικὴν Ὀρθόδοξον Πίστιν μας καὶ πάντοτε διαφυλάσσεται εἰς τὶς καρδίες τοῦ ἑκάστοτε μικροῦ λείμματος τοῦ ποιμνίου Του, ζεῖ, ἀνθεῖ καὶ φέρει!!! Διότι «πῦλαι ἄδου οὐ κατισχύσουσιν Αὐτῆς»!!!

Ἄλλωστε φύλακες αὐτῆς παραστέκουν οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ: οἱ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Ὁμολογητές, οἱ τῆς Μαρτυρίας Αὐτουργοί καὶ οἱ τοῦ Μαρτυρίου Προσφερόμενοι, οἱ τῆς Ἐρήμου Ἀσκητές, οἱ τῶν Δογμάτων Φωστῆρες, οἱ τῶν Αἱρέσεων Ὀλετῆρες...

Δι’ αὐτό, «τοῖς κείνων ρήμασι πειθόμενοι», μὲ ἀφοσίωσιν πιστεύουμε καὶ μὲ παρρησίαν διακηρύττουμε:

«Οὐκ ἀρνησόμεθά Σε φίλη Ὀρθοδοξία, Οὐ φευσόμεθά Σε πατροπαράδοτον σέβας, Οὐκ ἀφιστάμεθά Σου Μῆτερ εὐσέβεια.

»Ἐν Σοὶ ἐγεννήθημεν, Ἐν Σοὶ ζῶμεν καὶ Ἐν Σοὶ κοιμηθησόμεθα. Εἰ δὲ καλέσει καιρός, καὶ μυριάκις ὑπέρ Σοῦ τεθνηξόμεθα.

»Αὔτη ἡ Πίστις τῶν Ἀποστόλων, Αὔτη ἡ Πίστις τῶν Πατέρων, Αὔτη ἡ Πίστις τῶν Ὁρθοδόξων, Αὐτη ἡ Πίστις τὴν Οἱκουμένην ἐστήριξεν. Αὔτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ Πίστις ἡμῶν. [...]

»Οἱ Προφήται ὡς εἶδον. Οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξον. Ἡ Ἐκκλησία ὡς παράλαβε. Οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν.

»Ἡ Οἱκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν. Ἡ Χάρις ὡς ἔλαμψεν. Ἡ Ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται. Τὸ Ψεύδος ὡς ἀπελήλαται.

»Ἡ Σοφία ὡς ἐπαρρησιάτο. Ὁ Χριστός ὡς ἐβράβευσεν.

»Οὕτω φρονοῦμεν. Οὕτω λαλοῦμεν. Οὕτω κηρύσσομεν». (Ἐκ τοῦ Συνοδικοῦ τῆς ἁγίας Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Νίκαια τῆς Βιθυνίας 787).

 

ΟΥΤΩ ΑΣ ΣΑΛΠΙΣΩΜΕΝ, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί, ὥστε ν’ ἀναθαρρήσουν οἱ ψυχές, νὰ διεγερθοῦν οἱ καρδίες, νὰ καθαρθοῦν οἱ νόες:

Καιρὸς γενικευμένης Ἀποστασίας ἔστηκεν εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ κατ’ αὐτάς· ὁ ζόφος τῆς ἀπωλείας μᾶς ὑπεξαιρεῖ ἀπὸ τὴν Σωτηρίαν εἰς τὴν ἐπουράνιον Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ!!!

Διὰ τοῦτον ἐστὶ καιρὸς Μετανοίας! καιρὸς Ὁμολογίας! καιρὸς Μαρτυρίας καὶ Μαρτυρίου! καιρὸς Ἀγώνων! καιρὸς Θυσιῶν κι Αἵματος!

Ὡς ἁρμόζει εἰς τοὺς ἀληθῶς ἑπομένους τοῖς Ἁγίοις Πατρᾶσιν ὄντως Ὀρθοδόξους Χριστιανούς! τέκνα τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Πλάστου μας, κατ’ εἰκόνα Του καὶ καθ’ ὁμοίωσίν Του πλασμένα· καὶ ὡς ἐκ τούτου κληρονόμοι καὶ μέλλοντες Πολίτες τῆς Ἐπουρανίου Βασιλείας Του!...

Ἀδελφοὶ θαρσεῖτε! «Εἰ ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν, οὐδεὶς καθ’ ἡμῶν»!!! Ἀλλὰ διὰ νὰ εἶναι «ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν», προέχει ΗΜΕΙΣ ΝΑ ΕΙΜΕΘΑ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!!!

Δόξα Σοι ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα Σοι! καὶ πάλιν δόξα Σοι!

Πάντων ἕνεκεν ὁ Θεὸς ἡμῶν!!!

Ἀμήν.

Λαυρέντιος Ντετζιόρτζιο
ἔγραφον ἐν Δροσερῷ Τρικάλων, 9 Δεκ. 2025


Η δογματική διάσταση του Τρισαγίου Ὕμνου

1. Ο Τρισάγιος ως αποκάλυψη της ουρανίου λατρείας

Ο Τρισάγιος Ὕμνος δεν είναι ανθρώπινο ποίημα, αλλά μεταφορά της ουρανίου δοξολογίας στη γήινη λατρεία.

Αγιογραφικό θεμέλιο

  • Ἠσαΐας 6,3:
    «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ· πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ».

  • Ἀποκάλυψις 4,8:
    «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ».

👉 Η Εκκλησία δεν «εμπνέεται» απλώς από αυτά τα χωρία· εισέρχεται μυστικά στην ίδια τη δοξολογία των Αγγέλων. Η Λειτουργία είναι εσχατολογικό γεγονός: ο ουρανός παρών στη γη.

Ο Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής διδάσκει ότι η λατρεία είναι «εἰκών τῶν μελλόντων», δηλαδή πρόγευση της Βασιλείας.


2. Τριαδολογική ερμηνεία του Τρισαγίου

α) Το «τρίς Ἅγιος»

Η τριπλή αναφώνηση δεν δηλώνει τρεις θεούς, αλλά:

  • μία ουσία

  • τρία Πρόσωπα

Ο Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος είναι σαφής:

«Οὐ τὸ ἅπαξ λέγειν ἕνα Θεόν ἡμᾶς σώζει, ἀλλὰ τὸ τρισὶν ὑποστάσεσιν ὁμολογεῖν αὐτόν».

Η επανάληψη του «Ἅγιος» δηλώνει:

  • την υπερβατικότητα της θείας ουσίας

  • την κοινωνία των Προσώπων

β) Τα θεία προσωνύμια

  • Ὁ Θεός → η πηγή της υπάρξεως

  • Ὁ Ἰσχυρός → η παντοδυναμία και ενέργεια του Θεού

  • Ὁ Ἀθάνατος → η άκτιστος και άφθαρτη ζωή

Δεν πρόκειται για τρία διαφορετικά υποκείμενα, αλλά για μία θεότητα, δοξολογούμενη καθολικά.


3. Χριστολογική (Χαλκηδόνια) διάσταση

α) Ο Τρισάγιος και ο σαρκωθείς Λόγος

Η Εκκλησία ψάλλει τον Τρισάγιο εντός της Ευχαριστιακής Συνάξεως, δηλαδή ενώπιον του σαρκωθέντος Χριστού.

Αυτό σημαίνει:

  • Ο Χριστός είναι ὁ Ἅγιος Θεός (κατά τη θεότητα),

  • ο ίδιος είναι ὁ Ἰσχυρός Κύριος,

  • και ὁ Ἀθάνατος, ο οποίος όμως:

    «γεύεται θανάτου» κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα (πρβλ. Ἑβρ. 2,9).

β) Απόρριψη θεοπαθητισμού

Η Εκκλησία απέρριψε την προσθήκη:

«ὁ σταυρωθεὶς δι’ ἡμᾶς»

όχι επειδή αρνείται τη Σταύρωση, αλλά για να:

  • μην αποδοθεί πάθος στη θεία φύση,

  • διαφυλαχθεί η διάκριση φύσεων χωρίς διαίρεση προσώπου.

Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (Χαλκηδόνα) φωτίζει τον Τρισάγιο:

«ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν Χριστὸν… ἐν δύο φύσεσιν».

Ο Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός διευκρινίζει:

«Πάσχει ὁ Χριστός ὡς ἄνθρωπος, μένει ἀπαθής ὡς Θεός».


4. Ο Τρισάγιος ως σύνοψη δογματικής πίστεως

Ο Τρισάγιος είναι:

  • Τριαδολογικός (ποιος είναι ο Θεός),

  • Χριστολογικός (ποιος είναι ο Χριστός),

  • Σωτηριολογικός (ζητούμε έλεος),

  • Εσχατολογικός (λατρεία των εσχάτων).

Δεν υπάρχει δογματική αλήθεια έξω από τη λατρεία·
όπως λέγει ο Ἅγιος Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος:

«Ἡ πίστις ἐν τῇ προσευχῇ φυλάσσεται».


5. Εκκλησιολογική διάσταση

Ο Τρισάγιος ψάλλεται:

  • συνοδικά, όχι ατομικά,

  • από λαό και κλήρο,

  • ως φωνή της Μίας Εκκλησίας.

Η Εκκλησία δεν εξηγεί τον Θεό· Τον δοξολογεί.
Η δογματική εδώ δεν είναι ακαδημαϊκή, αλλά ευχαριστιακή.


6. Πνευματική εμβάθυνση

Όταν ψάλλουμε:

«Ἐλέησον ἡμᾶς»

ομολογούμε ότι:

  • ο Άγιος Θεός δεν μας συντρίβει,

  • αλλά μας καλεί σε κοινωνία αγιασμού.

Ο φόβος γίνεται μετάνοια,
η μετάνοια γίνεται έλεος,
και το έλεος γίνεται θέωση.