γραμματείς δίδασκαν άλλα αντί άλλων. Ο Ηρώδης πάλι ζητούσε να βρη το νεογέννητο βρέφος όχι για να το τιμήση, μα για να το σκοτώση.
Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025
Χριστός Γεννάται (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)
γραμματείς δίδασκαν άλλα αντί άλλων. Ο Ηρώδης πάλι ζητούσε να βρη το νεογέννητο βρέφος όχι για να το τιμήση, μα για να το σκοτώση.
Η λογοκλοπή των Χριστουγέννων
Το ζήτημα της «λογοκλοπής» των Χριστουγέννων αφορά τη
σύγκρουση δύο βασικών ιστορικών θεωριών για την προέλευση της 25ης Δεκεμβρίου.
Ενώ η θεωρία της «Χριστιανοποίησης» κυριαρχεί στη λαϊκή
κουλτούρα, η «Υπολογιστική» θεωρία κερδίζει έδαφος στους
ακαδημαϊκούς κύκλους τα τελευταία χρόνια.
1. Η Θεωρία της Χριστιανοποίησης (Replacement Theory)
Σύμφωνα με αυτήν, η Εκκλησία επέλεξε την 25η Δεκεμβρίου για
να «σκεπάσει» δημοφιλείς παγανιστικές γιορτές:
- Sol
Invictus (Ανίκητος Ήλιος): Το 274 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός
καθιέρωσε την 25η Δεκεμβρίου ως γιορτή του Ήλιου. Οι Χριστιανοί φέρεται να
οικειοποιήθηκαν την ημέρα για να προβάλουν τον Χριστό ως τον αληθινό «Ήλιο
της Δικαιοσύνης».
- Σατουρνάλια: Παρόλο
που γιορτάζονταν νωρίτερα (17-23 Δεκεμβρίου), πολλά έθιμά τους, όπως η
ανταλλαγή δώρων και τα συμπόσια, ενσωματώθηκαν στο χριστιανικό εορταστικό
δωδεκαήμερο.
- Μίθρας: Η
25η Δεκεμβρίου θεωρούνταν επίσης η γενέθλια ημέρα του θεού Μίθρα, λατρεία
ιδιαίτερα διαδεδομένη στους Ρωμαίους στρατιώτες.
2. Η Υπολογιστική Θεωρία (Calculation Hypothesis)
Αυτή η θεωρία υποστηρίζει ότι η ημερομηνία προέκυψε από
εσωτερικούς χριστιανικούς υπολογισμούς, πριν καθιερωθεί η
γιορτή του Ανίκητου Ήλιου:
- Η
Σύλληψη και ο Θάνατος: Υπήρχε η αρχαία παράδοση ότι οι «μεγάλοι
άνδρες» πεθαίνουν την ίδια ημέρα που συνελήφθησαν. Οι πρώτοι Χριστιανοί
υπολόγισαν τον θάνατο του Χριστού (και άρα τον Ευαγγελισμό) στις 25
Μαρτίου.
- Το
Εννεάμηνο: Προσθέτοντας ακριβώς εννέα μήνες κύησης στην 25η
Μαρτίου, η γέννηση τοποθετείται αυτόματα στις 25 Δεκεμβρίου.
- Ιστορικές
Πηγές: Στοιχεία για αυτή τη θεωρία υπάρχουν σε κείμενα του
Ιππόλυτου Ρώμης και του Ιούλιου Αφρικανού ήδη από τις αρχές του 3ου αιώνα
(περ. 202-221 μ.Χ.), δηλαδή δεκαετίες πριν από την επίσημη γιορτή του Sol
Invictus.
3. Σημαντικά Ιστορικά Ορόσημα
- 336
μ.Χ.: Ο πρώτος επίσημος καταγεγραμμένος εορτασμός των
Χριστουγέννων στη Ρώμη, επί Μεγάλου Κωνσταντίνου.
- 380
μ.Χ.: Με το Διάταγμα της Θεσσαλονίκης, ο Χριστιανισμός γίνεται
επίσημη θρησκεία και η γιορτή εξαπλώνεται στην Ανατολή (Κωνσταντινούπολη),
αντικαθιστώντας σταδιακά τον κοινό εορτασμό με τα Θεοφάνια.
- 9ος
αιώνας: Τα Χριστούγεννα καθιερώνονται πλέον ως η μείζονα
θρησκευτική γιορτή που γνωρίζουμε σήμερα.
Συμπέρασμα: Η χρήση του όρου «λογοκλοπή»
θεωρείται από πολλούς ιστορικούς υπερβολική. Αντίθετα, φαίνεται πως υπήρξε
μια πολιτισμική ώσμωση, όπου η Εκκλησία χρησιμοποίησε το υπάρχον
εορταστικό πλαίσιο της εποχής για να μεταφέρει το δικό της θεολογικό
μήνυμα.
Πότε γεννήθηκε ο Χριστός. Απάντηση σε προτεσταντικές ανακρίβειες.
Το θέμα τών εορτών, είναι ένα ακόμα θέμα που έχει γίνει
αντικείμενο επιθέσεων από διάφορες Προτεσταντικές ομάδες. Ειδικά η ημερομηνία
τής γεννήσεως τού Κυρίου Ιησού Χριστού, θεωρείται από πολλούς πολέμιους τής
Εκκλησίας ως ένα αποδεδειγμένο λάθος τής Εκκλησίας. Έτσι, με τη συνήθη
προχειρότητα, ο ένας αντιγράφει τον άλλο, διαιωνίζοντας με ανευθυνότητα τα
επιχειρήματά τους, τα οποία στη συνέχεια θα αποδείξουμε εσφαλμένα.
H μέθοδος που ακολουθούν οι αρνητές των Χριστουγέννων για να
αποδείξουν λάθος την ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου ως ημερομηνία γεννήσεως του
Κυρίου, είναι έμμεση. Επειδή δεν υπάρχουν στοιχεία γι' αυτή, στηρίζονται στη
γέννηση του Ιωάννη του Προδρόμου, για τον οποίο η Αγία Γραφή μας λέει ότι γεννήθηκε
6 μήνες πριν από τον Κύριο Ιησού (Λουκάς 1/α΄ 24 - 26).
Σ' αυτά τα εδάφια, φαίνεται ότι η Παναγία συνέλαβε
τον Ιησού 6 μήνες μετά τη σύλληψη του Ιωάννη από την Ελισάβετ, συνεπώς
αυτή ήταν και η διαφορά ηλικίας τους.
Για να υπολογίσουν την ημερομηνία γεννήσεως του Ιωάννη,
χρησιμοποιούν το εδάφιο Λουκάς 1/α΄ 23, 24, όπου αναφέρεται ότι η
Ελισάβετ έμεινε έγκυος αμέσως "μετά τις ημέρες της
λειτουργίας" του ιερέα Ζαχαρία στο Ναό, που ήταν πατέρας του
Ιωάννη. Αν λοιπόν βρούμε πότε ήταν οι ημέρες λειτουργίας του Ζαχαρία, μπορούμε
να βρούμε τη γέννηση του Ιωάννη, και κατ' επέκτασιν τη γέννηση του Ιησού
Χριστού.
Από το Λουκάς 1/α΄ 5, πληροφορούμαστε ότι ο
Ζαχαρίας ιεράτευε κατά την "εφημερία Αβιά". Αυτή
ήταν μία από τις 24 εφημερίες που είχαν οι Ισραηλίτες για τους
ιερείς τους.
Τα ονόματα και η σειρά των 24 εφημεριών, φαίνονται
στο Α΄ Χρονικών 24/κδ΄ 7 - 18.
|
Το κείμενο
στο Α΄ Χρονικών 24:7-18 περιγράφει τον καθορισμό των 24
εφημεριών (σειρών υπηρεσίας) των ιερέων στο Ναό, τις οποίες οργάνωσε
ο Δαβίδ. Οι ιερείς χωρίστηκαν σε 24 ομάδες και η σειρά τους καθορίστηκε με
κλήρο, ώστε κάθε ομάδα να υπηρετεί στο Ναό για μία εβδομάδα, δύο φορές το
χρόνο. Αυτά είναι τα
ονόματα των 24 εφημεριών με τη σειρά που κληρώθηκαν:
|
Εκεί, στο εδάφιο 10, φαίνεται ότι η
εφημερία του Αβιά ήταν η 8η. Έτσι, διαιρώντας τους 12 μήνες του χρόνου
με το 24, βγαίνουν 15 ημέρες για κάθε εφημερία. Η εφημερία του
Αβιά λοιπόν, είναι το 8ο δεκαπενθήμερο της κάθε χρονιάς.
Από πότε όμως θα πρέπει να αρχίσουμε να μετράμε; Το Εβραϊκό
έτος, δεν άρχιζε τον Ιανουάριο. Αυτό το βλέπουμε στην Έξοδο 12/ιβ΄
1,2, που λέει για το μήνα Νισσάν ή Αβίβ της Εξόδου του Ισραήλ από την
Αίγυπτο: "Ο μην ούτος θέλει είσθαι εις εσάς αρχή μηνών. Πρώτος των
μηνών..." Έτσι λοιπόν, οι Προτεστάντες για να βρουν την εφημερία
Αβιά, λογαριάζουν 8 δεκαπενθήμερα, αρχίζοντας από τα μέσα Μαρτίου, στα
οποία αντιστοιχεί η αρχή του μηνός Νισσάν ή Αβίβ.(=πρωτος μήνας του Εβραϊκού
ημερολογίου)
΄Εχουμε λοιπόν: 15 Μαρτίου + 8 δεκαπενθήμερα = 15
Ιουλίου: Τέλος εφημερίας Αβιά, και αρχή εγκυμοσύνης της Ελισάβετ.
15 Ιουλίου + 6 μήνες = 15 Ιανουαρίου: Εγκυμοσύνη της
Παναγίας.
15 Ιανουαρίου + 9 μήνες = 15 Οκτωβρίου περίπου η
γέννηση του Ιησού.
2. Tα λάθη τού παραπάνω υπολογισμού
Για όσους δε γνωρίζουν, ο παραπάνω υπολογισμός φαίνεται
σωστός και λογικός. Με λίγη προσοχή όμως, τα λάθη αποκαλύπτονται:
1ο σφάλμα: Ο υπολογισμός αυτός, στηρίζεται στη
σειρά των εφημεριών, τότε που πρωτοξεκίνησαν να λειτουργούν.
Όταν όμως η Ιερουσαλήμ καταστράφηκε το 587 π.Χ., οι εφημερίες έπαψαν, και οι
εφημέριοι σκορπίστηκαν.
Όταν λοιπόν επέστρεψαν από την αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα, και
ξανάρχισαν να λειτουργούν, η σειρά ήταν πλέον διαφορετική! Μπορούμε
να τη διαβάσουμε στην Αγία Γραφή, στο Νεεμία 12/ιβ΄ 1 - 7.
|
Το κείμενο
στο βιβλίο του Νεεμία 12:1-7 περιέχει έναν κατάλογο των
ιερέων και των Λευιτών που επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ μαζί με
τον Ζοροβάβελ (τον πολιτικό ηγέτη) και τον Ιησού (τον Αρχιερέα), μετά το
τέλος της αιχμαλωσίας. Συγκεκριμένα,
οι στίχοι αναφέρουν: Τα ονόματα
(Στίχοι 1-7): Αναφέρονται 22 ονόματα ιερέων που ήταν οι «κεφαλές των
ιερέων» εκείνης της εποχής. Τα ονόματα αυτά είναι: 1.
Σεραΐας, Ιερεμίας, Έσδρας, 2.
Αμαριάς, Μαλούχ, Χαττούς, 3.
Σεχανίας, Ρεούμ, Μερημώθ, 4.
Ιδδώ, Γιννεθών, Αβιά, 5.
Μιαμίν, Μααδιάς, Βιλγά, 6.
Σεμαΐας, Ιωιαρίβ, Ιεδαΐας, 7.
Σαλλού, Αμώκ, Χελκίας και Ιεδαΐας (δεύτερος |
Εκεί παρατηρούμε ότι η εφημερία του Αβιά, δεν είναι
πλέον 8η, αλλά 12η! Έτσι, θα πρέπει να προσθέσουμε στον παραπάνω
υπολογισμό, ακόμα 4 δεκαπενθήμερα, και έτσι η γέννηση του Ιησού Χριστού,
γίνεται:
15 Οκτωβρίου + 60 ημέρες = 15 Δεκεμβρίου περίπου η
γέννηση του Χριστού!
Σκεφτείτε, πως αυτή η ημερομηνία, είναι εξαιρετικά κοντινή
στις 25 Δεκεμβρίου, και θα ήταν εύκολο να εξηγηθούν αυτές οι 10 ημέρες, ώστε να
υποστηρίξουμε ότι πράγματι ο Κύριος Ιησούς γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου.
Επειδή όμως θέλουμε να είμαστε συνεπείς και σοβαροί
με τα πιστεύω μας, δεν θα επιχειρήσουμε κάτι τέτοιο, παρά το ότι ο
πειρασμός είναι μεγάλος ως αντίπραξη προς τους Προτεσταντικούς υπολογισμούς.
Στην πραγματικότητα όμως, υπάρχουν περισσότερα σφάλματα στον υπολογισμό τους.
2ο σφάλμα: Στην πραγματικότητα, καμία
σοβαρή μελέτη επί του θέματος, δεν λέει ότι η κάθε εφημερία ιεράτευε
επί δεκαπέντε ημέρες. Η εφημερία ήταν μόνο για μία εβδομάδα, από
Σάββατο σε Σάββατο, και αυτό γινόταν δύο φορές το χρόνο. (Φλάβιος
Ιώσηπος: "Αρχαιότητες", βιβλίο 7ο, 14: 7).
3ο σφάλμα: Αν και οι εφημερίες προχωρούν κατ'
έτος, οι Ισραηλίτες κάθε 3 χρόνια είχαν έναν εμβόλιμο μήνα. Εφ'
όσον λοιπόν σε αυτό το μήνα θα υπηρετούσαν κάποιες εφημερίες, το νέο
έτος θα αρχίσει με κάποια άλλη απ' ότι τα προηγούμενα.
Με τα παραπάνω, θέλουμε να πούμε ότι τουλάχιστον προς το
παρόν, δεν είναι δυνατόν να προσδιορίσουμε την ημερομηνία γέννησης του
Κυρίου, και κατά συνέπεια το επιχείρημα της εφημερίας Αβιά είναι
άτοπο.
Άλλα επιχειρήματα. Ένα άλλο επιχείρημα κατά των
Χριστουγέννων, στηρίζεται στο θέμα της απογραφής, που έκανε
τον Ιωσήφ και τη Μαρία να πάνε στη Βηθλεέμ.
Λένε ότι δεν είναι δυνατόν να έγινε η απογραφή το
Δεκέμβριο, καθώς λόγω της κακοκαιρίας θα ήταν δύσκολο να ταξιδέψει ο κόσμος. Εδώ
όμως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Οι περίοδοι απογραφής, θα έπρεπε να είναι
χειμερινές, ώστε να μη δημιουργούνται προβλήματα στους αγρότες
και τους κτηνοτρόφους, που σε άλλες εποχές θα είχαν πολλή δουλειά, και
θα πάθαιναν οικονομική ζημιά.
Λένε επίσης, ότι δεν είναι δυνατόν να ήταν
Δεκέμβριος, καθώς υπήρχαν κατά την αφήγηση ποιμένες που αγρυπνούσαν στην
ύπαιθρο.
Κατ' αρχήν, οι ποιμένες φύλαγαν σκοπιά τη νύκτα, και το
κείμενο δεν λέει ότι βρίσκονταν στο ύπαιθρο. Από τα
κλιματολογικά στοιχεία της περιοχής εκείνης, γνωρίζουμε ότι εκεί ο
Χειμώνας είναι αρκετά ήπιος, και τουλάχιστον για κάποια μικρή περίοδο
της νύκτας και εναλλάξ, θα μπορούσαν οι ποιμένες να φυλούν σκοπιές χωρίς
πρόβλημα ψύχους.
Κάποια αρχαία πληροφορία από τον Ιώσηπο, μας λέει ότι η
απογραφή που έγινε κατά τη γέννηση του Κυρίου Ιησού, έγινε την 9η του
μηνός Σαπέτ. (Το χειρόγραφο αυτό πάρθηκε από τον Τίτο, και φυλάσσεται
σε μουσείο της Ρώμης). Η 9η του μηνός Σαπέτ, είναι περίπου η 25η
Δεκεμβρίου.
Δεν θέλουμε όμως να θεωρήσουμε το θέμα αυτό τόσο σημαντικό,
καθώς οι ημερομηνίες δεν έχουν τόση σημασία. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν
γιορτάζουμε ημερομηνίες. Στην Εκκλησία κηρύττουμε το Ευαγγέλιο. Έτσι, τη
μια μέρα τονίζουμε τη γέννηση του Κυρίου, την άλλη το γεγονός
ότι βαπτίστηκε, την άλλη ότι σταυρώθηκε για εμάς, ή ότι αναλήφθηκε. Και αυτό
θα μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε ημέρα του έτους.
Ο Χριστός κοντά στα άλλα που έπαθε για τον Άνθρωπο, ΕΠΑΘΕ και ΑΠΟΓΡΑΦΗ. Σχολιασμός σε ένα ξεχασμένο ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ από την ζωή του Χριστού, με βαθιά θεολογική προέκταση .
Αφιερωμένο στους σύγχρονους αριθμοφοβικούς.
Εισαγωγικά.
Δημοσιεύουμε στην αρχή ένα καταπληκτικό κείμενο του
μακξαριστού καθηγητή του Α.Π.Θ. Σεργίου Σάκκου. Στην συνέχεια με αφορμή το
κείμενο αυτό παραθέτουμε σχετικά υμνογραφικά κείμενα με τον κατάλληλο
σχολιασμό, με σύγχρονα μηνύματα.
π.Δ.Α
Το κείμενο του καθηγητή.
“Οι
Ρωμαίοι, όταν αποτελούσαν κράτος μόνοι τους, έκαναν απογραφή κάθε πέντε χρόνια.
Όταν κατέκτησαν λαούς πολλούς και έγιναν μία αχανής αυτοκρατορία, επειδή ήταν
δύσκολο να διοργανώνουν απογραφή κάθε πενταετία, τριπλασίασαν το διάστημα και
το έκαναν δεκαπενταετία.
Η απογραφή άρχιζε κάθε φορά με ένα διάταγμα του
αυτοκράτορα. Ο ευαγγελιστής Λουκάς το διάταγμα αυτό το λέει στα ελληνικά
«δόγμα». Οι πρώτες παγκόσμιες απογραφές άρχισαν επί του δευτέρου Ρωμαίου
αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, ο οποίος μετά από πολλούς εξωτερικούς και
εμφυλίους πολέμους επικράτησε ως μονάρχης όλου του γνωστού τότε κόσμου.
Η πρώτη απογραφή στους Εβραίους συνέπεσε με τη
γέννηση του Χριστού. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία τότε περιλάμβανε πολλά έθνη.
Ορισμένα από τα έθνη αυτά είχαν δικούς τους βασιλιάδες. Αλλά όλοι οι βασιλιάδες
εκείνοι ήταν δούλοι του αυτοκράτορα της Ρώμης, ο οποίος ήταν βασιλιάς των
βασιλιάδων και διόριζε ή απέλυε τους βασιλιάδες σαν ιδιωτικούς υπαλλήλους. Κατά
τους χρόνους που γεννήθηκε ο Χριστός, είναι γνωστό σε όλους ότι αυτοκράτορας
της Ρώμης ήταν ο Αύγουστος και βασιλιάς υποτελής των Εβραίων ο Ηρώδης.
Όπως κάθε δεκαπενταετία έτσι και τη φορά εκείνη, που
η απογραφή εφαρμόσθηκε στον Ισραήλ για πρώτη φορά, ο Αύγουστος εξέδωσε διάταγμα
να απογραφεί όλος σχεδόν ο γνωστός τότε κόσμος. «Εγένετο δε», γράφει ο
ευαγγελιστής Λουκάς, που είναι ένας καταπληκτικός ιστορικός, «εν ταις ημέραις
εκείναις εξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου απογράφεσθαι πάσαν την
οικουμένην. Αύτη η απογραφή πρώτη εγένετο ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου».
Κυρήνιος λεγόταν ο τότε Ρωμαίος γενικός διοικητής της Συρίας. Το Ρωμαϊκό κράτος
χωριζόταν σε μεγάλα γεωγραφικά διαμερίσματα, όπως είναι σήμερα στη χώρα
μας η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Θεσσαλία κλπ. Η Συρία ήταν ένα τέτοιο διαμέρισμα.
Τα διαμερίσματα αυτά χωρίζονταν σε άλλα μικρότερα, όπως περίπου είναι σήμερα οι
νομοί. Η Παλαιστίνη ήταν νομός της Συρίας. Ο Ηρώδης ήταν υφιστάμενος του
Κυρηνίου. Οι αρχαίοι, όταν ήθελαν να σημειώσουν τη χρονολογία, έγραφαν το όνομα
του ηγεμόνα στις μέρες του οποίου συνέβαινε ένα γεγονός.
Γι’ αυτό και ο Λουκάς σημειώνει· «ηγεμονεύοντος της
Συρίας Κυρηνίου».
Στο διάταγμα του βασιλιά των βασιλιάδων Αυγούστου υπάκουαν όλοι. Έφευγαν από
τις πόλεις, όπου κατοικούσαν, και πήγαιναν στην πόλη από την οποία κατάγονταν,
για να απογραφούν όπως κάνουμε και μεις σήμερα, όταν ψηφίζουμε. «Και επορεύοντο
πάντες απογράφεσθαι, έκαστος εις την ιδίαν πόλιν. Ανέβη δε και Ιωσήφ από της
Γαλιλαίας εκ πόλεως Ναζαρέτ εις την Ιουδαίαν εις πόλιν Δαυίδ, ήτις καλείται
Βηθλεέμ, διά το είναι αυτόν εξ οίκου και πατριάς Δαυίδ, απογράψασθαι συν Μαριάμ
τη μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί ούση εγκύω» (Λκ 2,3-5). Οι διαταγές ήταν
αυστηρές, οι Ρωμαίοι αξιωματικοί επίσης αυστηροί. Κάθε καθυστέρηση ή απουσία
τιμωρούνταν παραδειγματικά. Δεν γινόταν καμία εξαίρεση. Κόσμος πολύς κατέφθανε απ’
όλες τις περιοχές στα κέντρα απογραφής. Κανείς δεν υπολόγιζε τις ταλαιπωρίες·
έβαζε την οικογένεια του σε μία άμαξα ή, αν ήταν φτωχός, έβαζε τα άρρωστα και
ανήλικα μέλη σε ένα – δύο άλογα και οι υπόλοιποι πεζοί πήγαιναν στην πατρική
πόλη. Οι δρόμοι γεμάτοι από πλήθη. Τα πανδοχεία, τα ξενοδοχεία της εποχής
εκείνης, δεν είχαν χώρο ούτε στη σκάλα ούτε στην αυλή. Εννοείται ότι τα αρχαία
ξενοδοχεία δεν είχαν κρεβάτια ούτε στρώματα ούτε καν δωμάτια ατομικά. Ανάμεσα
στο πλήθος ήταν και ο φτωχός Βηθλεεμίτης Ιωσήφ, που κατοικούσε χρόνια τώρα στη
Ναζαρέτ. Πήγαινε να απογραφεί στη πατρίδα του· μαζί του ταλαιπωρούνταν και η
απλοϊκή κόρη Μαριάμ, η έγκυος παρθένος, που βρισκόταν στις τελευταίες ήμερες
της εγκυμοσύνης. Και αυτοί και ο Χριστός, που ήταν ακόμη στα σπλάγχνα της
μητέρας του, πήγαιναν να απογραφούν σαν αντικείμενα της περιουσίας του
Αυγούστου!
Μετά από τη ταλαιπωρία του ταξιδιού έφθασαν στη
Βηθλεέμ και, όπως όλοι οι ταξιδιώτες, κατέλυσαν σε κάποιο πανδοχείο. Τα
πανδοχεία διέθεταν μεγάλους χώρους όπου συνωστίζονταν οι πελάτες και
κατακλίνονταν, αν μπορούσαν να κατακλιθούν, ο ένας δίπλα στον άλλο. Κοντά σε
κάθε πανδοχείο υπήρχε απαραίτητα ο στάβλος – όπως σήμερα κοντά στο ξενοδοχείο
υπάρχει το πάρκιγκ – για να βρίσκουν εκεί τροφή και ανάπαυση τα μεταφορικά μέσα
της εποχής, τα υποζύγια. Το βράδυ που έφθασε η αγία οικογένεια στη Βηθλεέμ,
ιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, συμπληρώθηκαν οι μέρες να γεννήσει η Μαρία και
γέννησε τον υιό της τον πρωτότοκο και τον σπαργάνωσε μέσα στο παχνί (του
στάβλου), διότι «ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι» (Λκ 2,7). Δεν υπήρχε στο
πανδοχείο ιδιαίτερος τόπος για το έκτακτο γεγονός της γέννας και φυσικά δεν
ήταν δυνατόν να γεννήσει η Παρθένος μπροστά σ’ όλους τους ενοίκους του
πανδοχείου. Έτσι το πρώτο κρεβατάκι στο όποιο ακούμπησαν το νεογέννητο Χριστό
ήταν η φάτνη, το παχνί όπου ρίχνουν το άχυρο των ζώων, διότι δεν υπήρχε
καθαρότερο μέρος. Την άλλη μέρα, ή τις άλλες, πήραν σειρά να απογραφούν. Και ο
μεν Ιωσήφ δήλωσε ένα μέλος περισσότερο, ο δε Αύγουστος απέγραψε ένα δούλο
περισσότερο.
Ο ενανθρωπήσας Θεός γεννήθηκε δούλος, την ώρα
που αγεληδόν γινόταν η καταμέτρηση των δούλων, και η πρώτη υποχρέωση της ζωής
του ήταν να εξαγοράσει τον εαυτό του για ένα χρόνο.
Τί ταπείνωση! Και ενώ αυτός ήταν ο βασιλιάς των βασιλιάδων της οικουμένης,
άλλος κρατούσε φαινομενικά τη θέση του βασιλιά των βασιλιάδων, ο Αύγουστος· κι
αυτός γεννήθηκε σαν κτήμα και μέρος της περιουσίας εκείνου. Ενώ ο Ιησούς ήταν ο
βασιλιάς του Ισραήλ, ως υιός του Δαυίδ, και η γνησιότητα της καταγωγής του από
τον Δαυίδ φαινόταν από τα έγγραφα της απογραφής, τα οποία τον υποχρέωσαν να
απογραφεί στη πόλη του Δαυίδ Βηθλεέμ, εν τούτοις άλλος καθόταν ως τύραννος στο
τράχηλο του Ισραήλ, ο Ιδουμαίος Ηρώδης, που όχι υιός του Δαυίδ δεν ήταν, αλλά
ούτε Ισραηλίτης. Όταν γεννήθηκε ο αληθινός βασιλιάς του κόσμου, ο ένας
βασιλιάς, ο Αύγουστος, τον απέγραφε ως κτήμα του και ο άλλος βασιλιάς, ο
Ηρώδης, τον κυνηγούσε ως θύμα του, ήθελε να τον σφάξει.
Οι ποιητές της Εκκλησίας κάτω από το γεγονός της
απογραφής βλέπουν μία άλλη απογραφή, πνευματική.
Μονάρχησε ο Αύγουστος στη γη για να παύσει η
πολυαρχία· ενανθρώπησε ο Χριστός, για να παύσει η πολυθεΐα.
Απογράφηκαν οι λαοί με το διάταγμα του Καίσαρα
Αυγούστου· επιγραφήκαμε οι πιστοί με το όνομα του Χριστού, πήραμε το όνομά του,
για δικό μας, ονομαστήκαμε Χριστιανοί.
Απογράφηκε ο Θεός ως δούλος του Αυγούστου, για να
μας ελευθερώσει από τη δουλεία της αμαρτίας.
Απογράφηκε ο Ιησούς στα φορολογικά βιβλία του
Αυγούστου, για να πληρώνει χρηματικό φόρο· απογραφήκαμε και μείς στο βιβλίο της
ζωής και προσφέρουμε «υπέρ την χρηματικήν φορολογίαν πλουτισμόν ορθοδόξου
θεολογίας». Ακούμε τα υψηλά αυτά μελωδήματα στη γιορτή των Χριστουγέννων.
Άθλιοι όσοι απογράφονταν ως δούλοι του Καίσαρα Αυγούστου. Μακάριοι όσοι
απογραφόμαστε ως δούλοι του παμβασιλέα Χριστού. Τρισάθλιοι όσοι πλήρωναν φόρο
σώματος στο μονάρχη Αύγουστο. Τρισευτυχισμένοι όσοι λυτρωθήκαμε ψυχικά και
σωματικά με το αίμα του αιωνίου μονάρχη Ιησού και πληρώνουμε σ’ αυτόν φόρο
πίστεως. Απολαμβάνουμε την ευλογία αυτή, διότι ο Ιησούς υπέφερε την αθλιότητα
εκείνη
Σχολιασμός (πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου)
Υμνογραφικά αποσπάσματα
- Στιχηρό
Χριστουγέννων (Μέγας Εσπερινός)
|
Ήχος
β΄ «Ὁ ἀναρίθμητος ἀριθμεῖται, Πηγή:
Μηναίον Δεκεμβρίου, 25 Δεκεμβρίου, Μέγας Εσπερινός |
Ο Θεός, ο οποίος είναι κατά τη φύση Του
«αναρίθμητος» –άπειρος, αχώρητος και πέρα από κάθε ανθρώπινη λογική ή μέτρηση–
δέχεται να «αριθμηθεί». Με την Απογραφή του Κυρηνίου, ο
Άναρχος και Άπειρος Δημιουργός του σύμπαντος επιτρέπει στον εαυτό Του να γίνει
«μονάδα» σε μια κρατική λίστα, υποτασσόμενος στη ρωμαϊκή γραφειοκρατία. Αυτή η
πράξη φανερώνει το μεγαλείο της θείας συγκατάβασης, όπου η θεότητα
«κενώνεται» οικειοθελώς για να χωρέσει στην ανθρώπινη, πεπερασμένη
πραγματικότητα.
Παράλληλα, «ὁ
ἀμέτρητος μετρεῖται». Ο Θεός που δεν έχει όρια,
λαμβάνει σώμα με συγκεκριμένες διαστάσεις. Μετριέται ως βρέφος, καταλαμβάνει
χώρο στη φάτνη, περιορίζεται στον χρόνο και την ιστορία. Η μέτρηση αυτή δεν
είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά οικειότητας: ο Θεός γίνεται πλέον «ψηλαφητός»,
μια απτή, ιστορική παρουσία προσβάσιμη στον άνθρωπο.
Ο σκοπός αυτής της ταπείνωσης εξηγείται στη
συνέχεια: «ἐν
πτωχείᾳ πλουτίζει τοὺς βροτούς». Ο Χριστός επιλέγει την
απόλυτη φτώχεια –τη σπηλιά, τη φάτνη, την ταλαιπωρία της απογραφής– όχι από
ανάγκη, αλλά ως μέσο για να προσφέρει στους «βροτούς» (τους θνητούς ανθρώπους)
τον άφθαρτο πλούτο της θεότητας και την αιώνια ζωή. Η δική Του στέρηση γίνεται
η δική μας περιουσία· ο Πλούσιος πτωχεύει για να πλουτίσουμε εμείς από τη χάρη
Του.
Όλη αυτή η κίνηση πηγάζει από το «ἔλεος». «Ὁ πλούσιος ἐν ἐλέει»
παραμένει παντοδύναμος Θεός, αλλά ο πλούτος Του εκφράζεται ως άπειρη αγάπη και
ευσπλαχνία προς το δημιούργημά Του.
Συνοψίζοντας, οι στίχοι αυτοί αναδεικνύουν το δόγμα
ότι ο Θεός δεν σώζει τον άνθρωπο «από μακριά» ή θεωρητικά, αλλά εισέρχεται
δυναμικά στη διαδικασία της απογραφής, της μέτρησης και της φτώχειας, για να
αγιάσει κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης. Η εγγραφή Του στη γη είναι η εγγύηση
για τη δική μας εγγραφή και πολιτογράφηση στη Βασιλεία των Ουρανών
- Ιδιόμελο
Χριστουγέννων (Απόστιχα)
|
Ήχος
δ΄ «Ἐν τῇ ἀπογραφῇ τῆς οἰκουμένης, Πηγή:
Μηναίον Δεκεμβρίου, 25 Δεκεμβρίου, Απόστιχα |
Ο υμνογράφος δεν βλέπει στην απογραφή μια απλή
γραφειοκρατική υποχρέωση της εποχής, αλλά μια θεία οικονομία που
στοχεύει στην αποκατάσταση του ανθρώπινου γένους.
Στο κείμενο αυτό, η «εγγραφή» του Χριστού λειτουργεί
ως το αντίδοτο στην «εγγραφή» της αμαρτίας. Ο Χριστός, ο οποίος ως Θεός είναι ο
νομοθέτης του σύμπαντος, δέχεται οικειοθελώς να υποταχθεί στον νόμο ενός
επίγειου ηγεμόνα και να «εγγραφεί» ως υπήκοος της οικουμένης. Αυτή η πράξη
αποτελεί την άκρα ταπείνωση (κένωση) του Θεανθρώπου, ο οποίος εισέρχεται στην
ιστορία ως ένας από εμάς, υποκείμενος σε περιορισμούς και καταλογισμούς.
Ο σκοπός αυτής της εγγραφής είναι
καθαρά σωτηριολογικός: «ἵνα
τὴν ἐγγραφήν
τῆς ἀρχαίας
ἁμαρτίας ἐξαλείψῃ τοῖς
βροτοῖς». Υπάρχει εδώ ένας υπέροχος
παραλληλισμός ανάμεσα σε δύο αρχεία. Από τη μία πλευρά, το «χρεόγραφο» της
αμαρτίας, η πνευματική καταγραφή της αποστασίας του ανθρώπου από τον Θεό που
κληρονομήθηκε από τους πρωτοπλάστους. Από την άλλη, η επίσημη εγγραφή του
ονόματος του Ιησού στα κατάστιχα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Με το να εγγραφεί ο Χριστός ως θνητός ανάμεσα στους
θνητούς, χρησιμοποιεί τη δική Του εγγραφή ως «σβήστρα» για το χρέος της
ανθρωπότητας. Η παρουσία Του στη γήινη απογραφή νομιμοποιεί την ανθρώπινη φύση
Του και ταυτόχρονα την αγιάζει. Η θεολογία του ύμνου μας διδάσκει ότι ο Θεός
έγινε «πολίτης» αυτού του κόσμου, προκειμένου να καταστήσει εμάς τους «βροτούς»
(τους θνητούς) πολίτες της δικής Του αιώνιας Βασιλείας.
Έτσι, η απογραφή μεταμορφώνεται από πράξη υποταγής
στον Καίσαρα σε πράξη απελευθέρωσης από τον θάνατο. Ο Χριστός «γράφεται» στη γη
για να μπορέσουν τα ονόματα των ανθρώπων να «γραφτούν» ανεξίτηλα στο Βιβλίο της
Ζωής, καταργώντας το παλαιό χρεόγραφο της φθοράς και εγκαινιάζοντας μια νέα
σχέση ανάμεσα στον Δημιουργό και το δημιούργημα.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ
Η Απογραφή του Χριστού: Από τα Κατάστιχα
του Καίσαρα στο Βιβλίο της Ζωής
Η Απογραφή του Κυρηνίου δεν αποτελεί μια απλή
ιστορική σύμπτωση, αλλά το προοίμιο των Παθών και της Σωτηρίας. Ο Ευαγγελιστής
Λουκάς καταγράφει τον Θεάνθρωπο να υποτάσσεται στο διάταγμα του Καίσαρα
Αυγούστου, αναδεικνύοντας την πλήρη είσοδό Του στην ανθρώπινη ιστορία. Ο
Χριστός δεν έρχεται ως επισκέπτης, αλλά ως «δούλος», αποδεχόμενος την κρατική
αριθμοποίηση και τη γραφειοκρατία.
Ο Χριστός δέχεται να θεωρηθεί «κτήμα» του επίγειου
ηγεμόνα, για να ελευθερώσει εμάς από τη δουλεία της φθοράς. Η δική Του
ταπείνωση γίνεται η δική μας ύψωση· η δική Του πτωχεία, ο δικός μας πνευματικός
πλούτος. Εγγράφεται στα πρόσκαιρα μητρώα της γης, ώστε τα δικά μας ονόματα να
εγγραφούν ανεξίτηλα στο Βιβλίο της Ζωής.
Από τη φάτνη της Βηθλεέμ μέχρι τον Γολγοθά, η πορεία
είναι ενιαία: είναι ο δρόμος της άκρας Κένωσης. Το ερώτημα που
τίθεται διαχρονικά σε κάθε άνθρωπο είναι προσωπικό: Σε ποια απογραφή ανήκουμε;
Στα φθαρτά μητρώα του κόσμου ή στην αιώνια απογραφή της Βασιλείας του Θεού;
Μακάριοι είναι όσοι, διά του Χριστού, πολιτογραφούνται πλέον ως τέκνα Θεού.
Η αλλοίωση των Χριστουγέννων από την οικουμενιστική θεολογία
Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
Α. Η θεολογική αλλοίωση των Χριστουγέννων από την
οικουμενιστική θεολογία εκκινεί από μια θεμελιώδη μετατόπιση από τον Θεάνθρωπο
στον «συνάνθρωπο». Ενώ η ορθόδοξη θέση υποστηρίζει ότι ο Χριστός σαρκώνεται για να νικήσει τον
θάνατο και τη φθορά προσφέροντας τη δυνατότητα της θέωσης, η οικουμενιστική
οπτική μεταθέτει την έμφαση από τη θεότητα του Λόγου στην ανθρώπινη ιδιότητα.
Με αυτόν τον τρόπο, τα Χριστούγεννα μετατρέπονται σε μια ανθρωποκεντρική
«γιορτή της ανθρωπιάς», της αλληλεγγύης και των δικαιωμάτων, υποβιβάζοντας τον
Χριστό σε ένα απλό «πρότυπο αγάπης»· μια εξέλιξη που θεολογικά προσεγγίζει τις
κακοδοξίες του Νεστοριανισμού ή του Αρειανισμού.
Β. Παράλληλα, αναπτύσσεται μια «Θεολογία της
Ειρήνης» εις βάρος της «Θεολογίας της Αλήθειας». Στο όνομα μιας παγκόσμιας
ειρήνης —η οποία συχνά συγχέεται με το αγγελικό «επί γης ειρήνη»— προωθείται η
εξομοίωση των δογμάτων. Προβάλλεται το επιχείρημα ότι εφόσον όλοι οι χριστιανοί
εορτάζουν τη Γέννηση, οι δογματικές διαφορές, όπως το Filioque, το Πρωτείο ή η
διδασκαλία περί ακτίστων ενεργειών, στερούνται ουσίας. Έτσι, η ειρήνη των
Χριστουγέννων ερμηνεύεται πλέον ως γεωπολιτική ή κοινωνική καταλλαγή,
αλλοιώνοντας το πατερικό μήνυμα που θέλει την ειρήνη ως καρπό της συμφιλίωσης
του ανθρώπου με τον Θεό μέσω της ορθής πίστης.
Γ. Για να καταλάβουμε πώς η οικουμενιστική νοοτροπία αλλάζει
τα Χριστούγεννα, πρέπει να δούμε τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που παραλάβαμε από
τους Αγίους μας και σε αυτό που προωθείται σήμερα ως «μοντέρνα» χριστιανική
γιορτή.
Η Νηστεία: Από
«Πνευματική Γυμναστική» σε «Τυπική Διαδικασία»
Στην Ορθοδοξία, οι 40 μέρες πριν τα Χριστούγεννα είναι μια
περίοδος προπόνησης. Όπως ένας αθλητής στερείται πράγματα για να νικήσει, έτσι
και ο πιστός στερείται ορισμένες τροφές και ανέσεις. Ο στόχος δεν είναι το
στομάχι, αλλά η κάθαρση της ψυχής. Η οικουμενιστική θεολογία υποβαθμίζει τη
νηστεία, θεωρώντας την κάτι «παρωχημένο» ή «δευτερεύον». Έτσι, η Σαρακοστή των
Χριστουγέννων από περίοδος πνευματικού αγώνα μετατρέπεται σε μια απλή περίοδο
«αναμονής» (αυτό που στη Δύση λένε Advent).
Το Δυτικό
"Advent" και η Ορθόδοξη Νηστεία
Το Advent (που σημαίνει «Έλευση») είναι το μοντέλο που
ακολουθούν οι Καθολικοί και οι Προτεστάντες. Επικεντρώνεται στο να «φτιάξουμε
ατμόσφαιρα». Στολίζουμε, ακούμε χριστουγεννιάτικα τραγούδια, τρώμε γλυκά και
περιμένουμε τη μέρα των Χριστουγέννων μέσα σε μια ευχάριστη ψυχολογία. Στην
Ορθοδοξία, η χαρά έρχεται μετά τον κόπο. Αν γιορτάζεις και τρως καλά όλο τον
Δεκέμβριο, τότε τη μέρα των Χριστουγέννων είσαι ήδη «χορτάτος». Η
οικουμενιστική προσέγγιση θέλει να είμαστε «χαρούμενοι» όλο τον καιρό,
ξεχνώντας ότι χωρίς τη νηστεία και τη μετάνοια, η χαρά των Χριστουγέννων
είναι επιφανειακή και κοσμική.
Η Μετάνοια και το Συναίσθημα
Στη θεολογική αντιπαράθεση μεταξύ της παραδοσιακής πίστης
και της οικουμενιστικής επιρροής, η σύγκρουση «Μετάνοια εναντίον
Συναισθήματος» αποτελεί το κεντρικό σημείο αλλοίωσης του
χριστουγεννιάτικου φρονήματος. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη προσέγγιση, το
βαθύτερο νόημα της εορτής συμπυκνώνεται στη βεβαιότητα ότι «ο Χριστός γεννιέται
για να με σώσει από τις αμαρτίες μου». Αυτή η παραδοχή οδηγεί αναπόφευκτα τον
πιστό στην ανάγκη να αναγνωρίσει τα λάθη του και να επιδιώξει την εσωτερική
αλλαγή, μια διαδικασία που απαιτεί πνευματική αυστηρότητα και
συνειδητή άσκηση.
Αντίθετα, η Οικουμενιστική προσέγγιση προβάλλει
ένα μήνυμα που εστιάζει στο ότι «ο Χριστός γεννιέται για να μας διδάξει την
αγάπη και την ειρήνη». Αν και αυτό ακούγεται ηθικά ωραίο, παραμένει σε ένα
επίπεδο επιφανειακού συναισθήματος, καθώς δεν απαιτεί από τον άνθρωπο να
νηστέψει, να εξομολογηθεί ή να πολεμήσει τα πάθη του. Πρόκειται ουσιαστικά για
μια «ανώδυνη» θρησκεία που εναρμονίζεται πλήρως με τα φώτα και τα
στολίδια των πόλεων, προσφέροντας μια προσωρινή ψυχολογική ανάταση, η οποία
όμως δεν καταφέρνει να αλλάξει τον άνθρωπο εσωτερικά και οντολογικά.
Αυτή η μετατόπιση από τη βιωματική μετάνοια στη
συναισθηματική ευφορία θεωρείται από τους αντι-οικουμενιστές θεολόγους ως μια
σοβαρή πνευματική έκπτωση. Όπως επισημαίνεται σε αναλύσεις
στο Αντιαιρετικό Εγκόλπιο και σε κείμενα της Ιεράς Μητροπόλεως
Πειραιώς, η αντικατάσταση του ασκητικού ήθους από μια «ρομαντική»
θρησκευτικότητα στερεί από τον πιστό τη δυνατότητα της πραγματικής θεραπείας
και της ουσιαστικής συνάντησης με τον Σαρκωμένο Λόγο.
Η Οικουμενιστική προσέγγιση υποστηρίζει τα εξής: «Ο Χριστός
γεννιέται για να μας διδάξει την αγάπη και την ειρήνη». Αυτό ακούγεται ωραίο,
αλλά είναι μόνο συναίσθημα. Δεν απαιτεί από σένα να νηστέψεις, να εξομολογηθείς
ή να πολεμήσεις τα πάθη σου. Είναι μια «ανώδυνη» θρησκεία που ταιριάζει με τα
φώτα και τα στολίδια των πόλεων, αλλά δεν αλλάζει τον άνθρωπο εσωτερικά.
Γιατί αυτό θεωρείται «Αλλοίωση»;
Όταν αλλάζεις τον τρόπο που γιορτάζεις, στο τέλος αλλάζεις
και αυτό που πιστεύεις.
Αν καταργήσουμε τη νηστεία και την άσκηση για να γιορτάζουμε
«όλοι μαζί» (Ορθόδοξοι και Δυτικοί) με τον ίδιο κοσμικό τρόπο, τότε τα
Χριστούγεννα παύουν να είναι ένα Μυστήριο και γίνονται ένα Φεστιβάλ.
Ο Χριστός από «Σωτήρας» γίνεται ένας «δάσκαλος ηθικής», και
η Εκκλησία από «νοσοκομείο ψυχών» γίνεται ένας «σύλλογος φιλανθρωπίας».
Με απλά λόγια: Η οικουμενιστική θεολογία μας προσφέρει τα
Χριστούγεννα ως ένα «ωραίο πακέτο» με περιτύλιγμα την αγάπη, αλλά μας αφαιρεί
το «περιεχόμενο» που είναι η πνευματική προσπάθεια, η νηστεία και η πραγματική
συνάντηση με τον Θεό μέσα από την άσκηση. Στο οικουμενιστικό μοντέλο, η έμφαση
δίνεται στη «ζεστασιά» της γιορτής και στην αισθητική (στολισμοί, κάλαντα,
φιλανθρωπία). Αυτό το μοντέλο είναι «λιγότερο μετανοητικό» επειδή δεν απαιτεί
από τον άνθρωπο να αλλάξει τον εαυτό του, αλλά απλώς να συμμετάσχει σε μια
συλλογική ευφορία.
Εν τέλει, ο συγκρητισμός και η ανάδυση μιας
«θρησκείας των γιορτών» οδηγούν στην πλήρη διάβρωση της μοναδικότητας
της Ενανθρώπησης. Στο πλαίσιο του διαθρησκειακού διαλόγου, η Γέννηση
αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα από τα πολλά «σύμβολα ελπίδας» της ανθρωπότητας,
στερούμενη τον χαρακτήρα της ως η μοναδική οδός σωτηρίας. Η θεολογική κριτική
καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο οικουμενισμός «αδειάζει» τα Χριστούγεννα από το
δόγμα για να τα γεμίσει με συναίσθημα, προωθώντας μια «ένωση χωρίς αλήθεια» που
αλλοιώνει το φρόνημα της Εκκλησίας.
ΠΗΓΕΣ.
1.Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, Η Ορθόδοξος Εκκλησία και ο Οικουμενισμός.
2.Αρχιμανδρίτου Γεωργίου Καψάνη. Η Εκκλησία και ο
Οικουμενισμός.
3.Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Μεταλληνού, Οικουμενισμός:
4.Μοναχού Μιχαήλ (Αγιορείτου), Οικουμενισμός: Η Ορθοδοξία
της νέας εποχής. Μια κριτική προσέγγιση στον σύγχρονο συγκρητισμό. κ.α
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025
Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου, ὁ δρακὶ τὴν πᾶσαν ἔχων κτίσιν.(Θεολογική ερμηνεία του τροπαρίου)
Σήμερον
γεννᾶται ἐκ Παρθένου, ὁ δρακὶ τὴν πᾶσαν
ἔχων κτίσιν (ἐκ τρίτου).
Ῥάκει
καθάπερ βροτὸς σπαργανοῦται, ὁ τῇ οὐσίᾳ ἀναφής.
Θεὸς ἐν φάτνῃ ἀνακλίνεται,
ὁ στερεώσας τοὺς οὐρανούς πάλαι κατ' ἀρχάς.
Ἐκ
μαζῶν γάλα τρέφεται, ὁ ἐν τῇ
ἐρήμῳ Μάννα
ὀμβρίσας τῷ Λαῷ.
Μάγους
προσκαλεῖται, ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας.
Δῶρα
τούτων αἴρει, ὁ Υἱὸς τῆς
Παρθένου.
Προσκυνοῦμέν σου τὴν Γένναν Χριστέ (ἐκ γ').
Δεῖξον
ἡμῖν καὶ τὰ θεῖά
σου Θεοφάνεια.
-------------------------------------------------------------------------------
Θεολογική ερμηνεία του τροπαρίου
Το δογματικό αυτό τροπάριο των Χριστουγέννων αποτελεί μία
από τις πληρέστερες ποιητικές συνθέσεις της Ορθόδοξης υμνογραφίας, όπου με λόγο
λιτό αλλά θεολογικά πυκνό εκφράζεται ολόκληρο το μυστήριο της Θείας
Οικονομίας. Κεντρικός άξονας είναι η ένωση Θεού και ανθρώπου στο Πρόσωπο
του Χριστού, χωρίς σύγχυση ή αλλοίωση των φύσεων, σύμφωνα με την πίστη της
Εκκλησίας.
Η φράση «Σήμερον γεννᾶται
ἐκ Παρθένου» εισάγει αμέσως
το λειτουργικό “σήμερον”, το οποίο δεν δηλώνει απλώς χρονικό προσδιορισμό, αλλά
τη βιωματική πραγματικότητα της Εκκλησίας. Το γεγονός της Γεννήσεως δεν είναι
ένα μακρινό ιστορικό συμβάν, αλλά παρόν και ενεργό μυστήριο, το οποίο η
Εκκλησία ζει και προσκυνεί. Η Παρθενία της Θεοτόκου δεν παρουσιάζεται ως απλό
θαύμα, αλλά ως δογματική αλήθεια που διασφαλίζει ότι η ενανθρώπηση είναι έργο
του Θεού και όχι ανθρώπινη σύλληψη. Αυτός που γεννάται είναι Εκείνος «ὁ δρακι τὴν πᾶσαν
ἔχων κτίσιν», ο Παντοκράτωρ
Δημιουργός, ο οποίος κρατεί τον κόσμο στην ύπαρξη. Εδώ η υμνογραφία ομολογεί
καθαρά τη θεότητα του Χριστού, σύμφωνα με το ευαγγελικό «πάντα δι’ Αὐτοῦ
ἐγένετο» (Ιω. 1,3),
αποκρούοντας κάθε αντίληψη που θα Τον υποβίβαζε σε απλό άνθρωπο ή ανώτερο
κτίσμα.
Αμέσως μετά, το τροπάριο εισάγει το πρώτο μεγάλο παράδοξο: «Ῥάκει καθάπερ βροτὸς σπαργανοῦται, ὁ τῇ
οὐσίᾳ ἀναφής».
Ο ασώματος και απερίγραπτος Θεός, ο οποίος κατά την ουσία Του δεν μπορεί να
αγγιχθεί, προσλαμβάνει πραγματική ανθρώπινη σάρκα και τυλίγεται σε σπάργανα.
Δεν πρόκειται για φαινομενικό σώμα, αλλά για αληθινή ανθρώπινη φύση. Όπως
τονίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «ὅλος
Θεός καὶ ὅλος ἄνθρωπος», χωρίς να παύει να είναι αυτό που ήταν. Η
θεότητα δεν μειώνεται από τη σάρκωση, αλλά φανερώνεται μέσα από την ταπείνωση.
Το ίδιο δογματικό βάθος εκφράζεται και στην εικόνα της
φάτνης: «Θεὸς ἐν φάτνῃ ἀνακλίνεται,
ὁ στερεώσας τοὺς οὐρανούς πάλαι κατ’ ἀρχάς».
Εκείνος που με τον λόγο Του στερέωσε τους ουρανούς και έθεσε τάξη στο σύμπαν,
καταδέχεται να κατακλιθεί σε τόπο ζώων. Η εικόνα αυτή εκφράζει την άκρα κένωση
του Θεού, όχι ως αδυναμία, αλλά ως ελεύθερη πράξη αγάπης. Όπως διδάσκει ο Άγιος
Γρηγόριος ο Θεολόγος, η ταπείνωση του Θεού είναι θεραπευτική: ο Θεός
κατέρχεται, για να μπορέσει ο άνθρωπος να αναβεί.
Η υμνογραφία συνεχίζει με ένα ακόμη παράδοξο σωτηριολογικής
σημασίας: «Ἐκ μαζῶν γάλα τρέφεται, ὁ ἐν
τῇ ἐρήμῳ
Μάννα ὀμβρίσας τῷ λαῷ». Ο Χριστός, που στην Παλαιά Διαθήκη έθρεψε τον
Ισραήλ με το μάννα, γίνεται βρέφος που τρέφεται με μητρικό γάλα. Η αναφορά αυτή
δεν είναι απλώς συγκινησιακή· συνδέει ευθέως τη Γέννηση με την Ευχαριστία. Ο
Τροφέας της ζωής προσλαμβάνει ανθρώπινη αδυναμία, για να μπορέσει αργότερα να
προσφέρει τον εαυτό Του «βρῶσιν
καὶ πόσιν» ζωής αιωνίου.
Η πρόσκληση των Μάγων, «Μάγους προσκαλεῖται, ὁ Νυμφίος τῆς
Ἐκκλησίας», φανερώνει την
καθολικότητα της σωτηρίας. Οι Μάγοι, άνθρωποι εκτός του Ισραήλ, εκπροσωπούν τα
έθνη που καλούνται στον Χριστό. Ο Χριστός παρουσιάζεται ως Νυμφίος, όχι μόνο
του Ισραήλ, αλλά ολόκληρης της Εκκλησίας, δηλαδή του νέου λαού του Θεού που
συγκροτείται από όλα τα έθνη. Η Γέννηση, λοιπόν, έχει εκκλησιολογική διάσταση:
από τη φάτνη αρχίζει η σύναξη της οικουμένης.
Η φράση «Προσκυνοῦμέν
σου τὴν Γένναν Χριστέ»
είναι εξαιρετικά σημαντική θεολογικά. Η Εκκλησία δεν προσκυνεί απλώς τον
γεννηθέντα Χριστό, αλλά και το ίδιο το γεγονός της Γεννήσεως, διότι αυτή
αποτελεί την αρχή της σωτηρίας. Όπως διδάσκει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αν
ο Χριστός δεν γεννιόταν, δεν θα σταυρωνόταν, και χωρίς τον Σταυρό δεν θα υπήρχε
Ανάσταση. Η φάτνη ήδη προαναγγέλλει τον Σταυρό.
Το τροπάριο ολοκληρώνεται με την προσευχητική ικεσία: «Δεῖξον ἡμῖν
καὶ τὰ θεῖά σου Θεοφάνεια». Η Γέννηση οδηγεί στη φανέρωση.
Δεν αρκεί η ιστορική γνώση του Χριστού· ζητείται η πνευματική αποκάλυψη, ο
φωτισμός του ανθρώπου, ώστε να αναγνωρίσει τον Χριστό ως Θεό και Σωτήρα. Έτσι
συνδέονται οργανικά τα Χριστούγεννα με τα Θεοφάνεια και ολόκληρη η εορτολογική
πορεία της Εκκλησίας παρουσιάζεται ως μία ενιαία αποκάλυψη της Αγίας Τριάδος
και της σωτηρίας του ανθρώπου.
Το τροπάριο αυτό, τελικά, δεν είναι απλώς ποιητικός ύμνος,
αλλά δογματική ομολογία σε μορφή προσευχής. Καλεί τον πιστό όχι μόνο να
θαυμάσει το μυστήριο, αλλά να το ζήσει: να ταπεινωθεί, να καθαρίσει την καρδιά
του και να γίνει κι ο ίδιος φάτνη, όπου θα κατοικήσει ο Χριστός.

