Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου, ὁ δρακὶ τὴν πᾶσαν ἔχων κτίσιν.(Θεολογική ερμηνεία του τροπαρίου)

Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου, ὁ δρακὶ τὴν πᾶσαν ἔχων κτίσιν (ἐκ τρίτου).

Ῥάκει καθάπερ βροτὸς σπαργανοῦται, ὁ τῇ οὐσίᾳ ἀναφής.

 Θεὸς ἐν φάτνἀνακλίνεται, ὁ στερεώσας τοὺς οὐρανούς πάλαι κατ' ἀρχάς.

Ἐκ μαζῶν γάλα τρέφεται, ἐν τἐρήμῳ Μάννα ὀμβρίσας τῷ Λαῷ.

Μάγους προσκαλεῖται, ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας.

Δῶρα τούτων αἴρει, ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου.

Προσκυνοῦμέν σου τὴν Γένναν Χριστέ (ἐκ γ').

 Δεῖξον ἡμῖν καὶ τὰ θεῖά σου Θεοφάνεια.

-------------------------------------------------------------------------------

Θεολογική ερμηνεία του τροπαρίου

Το δογματικό αυτό τροπάριο των Χριστουγέννων αποτελεί μία από τις πληρέστερες ποιητικές συνθέσεις της Ορθόδοξης υμνογραφίας, όπου με λόγο λιτό αλλά θεολογικά πυκνό εκφράζεται ολόκληρο το μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Κεντρικός άξονας είναι η ένωση Θεού και ανθρώπου στο Πρόσωπο του Χριστού, χωρίς σύγχυση ή αλλοίωση των φύσεων, σύμφωνα με την πίστη της Εκκλησίας.

Η φράση «Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου» εισάγει αμέσως το λειτουργικό “σήμερον”, το οποίο δεν δηλώνει απλώς χρονικό προσδιορισμό, αλλά τη βιωματική πραγματικότητα της Εκκλησίας. Το γεγονός της Γεννήσεως δεν είναι ένα μακρινό ιστορικό συμβάν, αλλά παρόν και ενεργό μυστήριο, το οποίο η Εκκλησία ζει και προσκυνεί. Η Παρθενία της Θεοτόκου δεν παρουσιάζεται ως απλό θαύμα, αλλά ως δογματική αλήθεια που διασφαλίζει ότι η ενανθρώπηση είναι έργο του Θεού και όχι ανθρώπινη σύλληψη. Αυτός που γεννάται είναι Εκείνος «ὁ δρακι τὴν πᾶσαν ἔχων κτίσιν», ο Παντοκράτωρ Δημιουργός, ο οποίος κρατεί τον κόσμο στην ύπαρξη. Εδώ η υμνογραφία ομολογεί καθαρά τη θεότητα του Χριστού, σύμφωνα με το ευαγγελικό «πάντα δι’ Αὐτοῦ ἐγένετο» (Ιω. 1,3), αποκρούοντας κάθε αντίληψη που θα Τον υποβίβαζε σε απλό άνθρωπο ή ανώτερο κτίσμα.

Αμέσως μετά, το τροπάριο εισάγει το πρώτο μεγάλο παράδοξο: «Ῥάκει καθάπερ βροτὸς σπαργανοῦται, ὁ τῇ οὐσίᾳ ἀναφής». Ο ασώματος και απερίγραπτος Θεός, ο οποίος κατά την ουσία Του δεν μπορεί να αγγιχθεί, προσλαμβάνει πραγματική ανθρώπινη σάρκα και τυλίγεται σε σπάργανα. Δεν πρόκειται για φαινομενικό σώμα, αλλά για αληθινή ανθρώπινη φύση. Όπως τονίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «ὅλος Θεός καὶ ὅλος ἄνθρωπος», χωρίς να παύει να είναι αυτό που ήταν. Η θεότητα δεν μειώνεται από τη σάρκωση, αλλά φανερώνεται μέσα από την ταπείνωση.

Το ίδιο δογματικό βάθος εκφράζεται και στην εικόνα της φάτνης: «Θεὸς ἐν φάτνῃ ἀνακλίνεται, ὁ στερεώσας τοὺς οὐρανούς πάλαι κατ’ ἀρχάς». Εκείνος που με τον λόγο Του στερέωσε τους ουρανούς και έθεσε τάξη στο σύμπαν, καταδέχεται να κατακλιθεί σε τόπο ζώων. Η εικόνα αυτή εκφράζει την άκρα κένωση του Θεού, όχι ως αδυναμία, αλλά ως ελεύθερη πράξη αγάπης. Όπως διδάσκει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, η ταπείνωση του Θεού είναι θεραπευτική: ο Θεός κατέρχεται, για να μπορέσει ο άνθρωπος να αναβεί.

Η υμνογραφία συνεχίζει με ένα ακόμη παράδοξο σωτηριολογικής σημασίας: «Ἐκ μαζῶν γάλα τρέφεται, ὁ ἐν τῇ ἐρήμῳ Μάννα ὀμβρίσας τῷ λαῷ». Ο Χριστός, που στην Παλαιά Διαθήκη έθρεψε τον Ισραήλ με το μάννα, γίνεται βρέφος που τρέφεται με μητρικό γάλα. Η αναφορά αυτή δεν είναι απλώς συγκινησιακή· συνδέει ευθέως τη Γέννηση με την Ευχαριστία. Ο Τροφέας της ζωής προσλαμβάνει ανθρώπινη αδυναμία, για να μπορέσει αργότερα να προσφέρει τον εαυτό Του «βρῶσιν καὶ πόσιν» ζωής αιωνίου.

Η πρόσκληση των Μάγων, «Μάγους προσκαλεῖται, ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας», φανερώνει την καθολικότητα της σωτηρίας. Οι Μάγοι, άνθρωποι εκτός του Ισραήλ, εκπροσωπούν τα έθνη που καλούνται στον Χριστό. Ο Χριστός παρουσιάζεται ως Νυμφίος, όχι μόνο του Ισραήλ, αλλά ολόκληρης της Εκκλησίας, δηλαδή του νέου λαού του Θεού που συγκροτείται από όλα τα έθνη. Η Γέννηση, λοιπόν, έχει εκκλησιολογική διάσταση: από τη φάτνη αρχίζει η σύναξη της οικουμένης.

Η φράση «Προσκυνοῦμέν σου τὴν Γένναν Χριστέ» είναι εξαιρετικά σημαντική θεολογικά. Η Εκκλησία δεν προσκυνεί απλώς τον γεννηθέντα Χριστό, αλλά και το ίδιο το γεγονός της Γεννήσεως, διότι αυτή αποτελεί την αρχή της σωτηρίας. Όπως διδάσκει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αν ο Χριστός δεν γεννιόταν, δεν θα σταυρωνόταν, και χωρίς τον Σταυρό δεν θα υπήρχε Ανάσταση. Η φάτνη ήδη προαναγγέλλει τον Σταυρό.

Το τροπάριο ολοκληρώνεται με την προσευχητική ικεσία: «Δεῖξον ἡμῖν καὶ τὰ θεῖά σου Θεοφάνεια». Η Γέννηση οδηγεί στη φανέρωση. Δεν αρκεί η ιστορική γνώση του Χριστού· ζητείται η πνευματική αποκάλυψη, ο φωτισμός του ανθρώπου, ώστε να αναγνωρίσει τον Χριστό ως Θεό και Σωτήρα. Έτσι συνδέονται οργανικά τα Χριστούγεννα με τα Θεοφάνεια και ολόκληρη η εορτολογική πορεία της Εκκλησίας παρουσιάζεται ως μία ενιαία αποκάλυψη της Αγίας Τριάδος και της σωτηρίας του ανθρώπου.

Το τροπάριο αυτό, τελικά, δεν είναι απλώς ποιητικός ύμνος, αλλά δογματική ομολογία σε μορφή προσευχής. Καλεί τον πιστό όχι μόνο να θαυμάσει το μυστήριο, αλλά να το ζήσει: να ταπεινωθεί, να καθαρίσει την καρδιά του και να γίνει κι ο ίδιος φάτνη, όπου θα κατοικήσει ο Χριστός.

 


Σχόλια