Ο Βίος του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς



Ο όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς, σύγχρονος άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, γεννήθηκε το 1894 στην παλαιά κωμόπολη Βράνιε (Vranje) της Σερβίας, ανήμερα της εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Λόγω αυτού του γεγονότος το βαπτιστικό του όνομα ήταν Μπλάγκογιε (Blagoje – Ευάγγελος). Οι γονείς του ήταν ο Σπυρίδων και η Αναστασία, άνθρωποι με πίστη και ευσέβεια. Στην προσπάθεια απόκτησης τέκνων, αποβιώνουν οκτώ και επιβιώνουν τρία, με πρώτη την Στόγιανα (Στώινα - Stojna - Ευσταθία), δεύτερο τον Στόγιαντιν (Στογιάντιν – Stojadin - Ευστάθιος) και τρίτο τον Μπλάγκογιε (Ευάγγελος). Στα δύο πρώτα παιδιά δόθηκαν ονόματα που σήμαιναν την επιβίωση και σταθερότητα στη ζωή, σύμφωνα με την αντίληψή τους. Όσον αφορά το όνομα του τρίτου παιδιού, φαίνεται ότι ανταποκρίθηκε στην ερμηνεία του ονόματός του. Όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, ο Ευάγγελος, ως π. Ιουστίνος, θα ευαγγελίσει τους ανθρώπους, κηρύττοντας την ενσάρκωση του Λόγου του Θεού, την τιμή στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου και το μυστήριο της Αγίας Τριάδος.

Από την γενιά του πατέρα του υπήρξαν επτά γενιές ιερέων, όπως το μαρτυρεί το επώνυμο Πόποβιτς (Popović - Παπαδόπουλος). Ο παππούς του Άλεξα (Aleksa – Αλέξιος) ήταν ιερέας. Ως ένατη γενιά ο Ευάγγελος ανανέωσε την ιερατική ρίζα του. Τα ονόματα της γενιάς των ιερέων πριν τον π. Αλέξιο μας είναι γνωστά από τα δίπτυχα του π. Ιουστίνου, τους οποίους μνημόνευε στις καθημερινές του θείες Λειτουργίες. Την περίοδο της ιερατικής του διακονίας, ο π. Αλέξιος ήταν εφημέριος στο χωριό Γκόρνιε Ζάπσκο (νοτιότερα από τα Βράνια), εξυπηρετούσε όμως και τις λειτουργικές ανάγκες των περιχώρων κοντά στα Βράνια. Στην επαρχία αυτή βρισκόταν ένα μοναστήρι αφιερωμένο στον άγιο Πρωτομάρτυρα Στέφανο, στο οποίο λειτουργούσε μία μοναστική σχολή της επονομαζόμενης ασματικής θεολογίας. Σε αυτή ο Σπυρίδων φοίτησε μόνο δύο χρόνια, λόγω της επαναφοράς του στο σπίτι από τον πατέρα του ιερέα Αλέξιο. Έτσι διακόπηκε σε αυτόν η συνέχεια της ιερατικής γενιάς. Όμως δεν αποκόπηκε από την εκκλησιαστική διακονία. Έχοντας την θεολογική εμπειρία και γνώση της μοναστικής σχολής και το παράδειγμα του π. Αλεξίου, συμμετείχε ως βοηθός σε ιεροπραξίες και ιεροτελεστίες σε οίκους και ναούς.

Ο Σπυρίδων διακρινόταν ανάμεσα στους συμπατριώτες του για την πραότητα και την καλοσύνη του. Με αυτό το πνεύμα ανατράφηκε ο μικρός Ευάγγελος διαμορφώνοντας στην ψυχή και στην καρδιά του ένα ιερατικό και εκκλησιαστικό ήθος. Εκτός από τα θεολογικά και εκκλησιαστικά χαρίσματα του Σπυρίδωνος, μεταδόθηκαν στην πνευματική ανάπτυξη του Ευάγγελου και άλλες αρετές. Η παρουσία της γιαγιάς του, πρεσβυτέρας Στάνε, και της μητέρας του Τάσε (Αναστασίας), αποτέλεσε το πρώτο στάδιο της εισόδου του στην απλή, λαϊκή πίστη, που αποδίδει την ανάλογη λατρεία στον Θεό και την αληθινή εν Χριστώ αγάπη προς τον πλησίον. Χαρακτηριστικό ακόμη ήταν το ασκητικό δίπτυχο της προσευχής και της νηστείας, τυπικό που ο π. Ιουστίνος όχι μόνο το τηρούσε σε όλη του την ζωή, αλλά το ενίσχυσε ακόμη περισσότερο. Η πνευματική ζωή είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την θεία Λατρεία στον ναό και τις ιερές αποδημίες σε προσκυνηματικούς και μοναστηριακούς τόπους, γι᾿ αυτό και αγαπημένο προσκύνημα της οικογένειας αποτελούσε το μοναστήρι του αγίου Πρόχορου Πσινίσκογκ, στα περίχωρά τους. Εκεί ανέπεμπαν προσευχές ευχαριστίας και ικεσίας στον Σέρβο άγιο Πρόχορο. Η βαθιά πίστη της πρεσβυτέρας γιαγιάς και της μητέρας του Ευάγγελου, έφερε ένα θαυμαστό γεγονός στην Αναστασία, η οποία, αν και είχε μία ιατρικώς ανίατη ασθένεια στο πόδι της, θεραπεύθηκε θαυματουργικά από τον προστάτη της μονής. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, ο Ευάγγελος αγαπούσε ιδιαίτερα τον άγιο Πρόχορο και αργότερα τον επισκεπτόταν στο μοναστήρι του ως ιερομόναχος και καθηγητής του πανεπιστημίου.

2. 2. Νεανικά χρόνια και σπουδές

Το 1905 ο Μπλάγκογιε (Ευάγγελος), αφού είχε τελειώσει με άριστα το δημοτικό, εισήχθη στην εννεατάξια εκκλησιαστική σχολή του αγίου Σάββα στο Βελιγράδι. Η εισαγωγή εκείνη την εποχή δεν ήταν εύκολη, λόγω της δυσκολίας των εξετάσεων και της μεγάλης συμμετοχής υποψήφιων. Η λειτουργία της σχολής του αγίου Σάββα είχε τον τύπο του οικοτροφείου, με πρότυπο την οικογενειακή ζωή, δημιουργώντας δυνατές φιλίες μεταξύ των σπουδαστών. Στην τότε ακαδημαϊκή εποχή παρέδιδαν μαθήματα σπουδαίοι θεολόγοι όπως: ο ιερομόναχος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, οι πρωτοσύγκελοι Δομετιανός και Δοσίθεος, ο Βεσέλιν Τσαϊκάνοβιτς, ο Αθανάσιος Πόποβιτς, ο Μπόρισλαβ Λόρεντς, ο Στέβαν Στογιάνοβιτς Μοκράνιατς κ.ά. Ο ιερομόναχος και μετέπειτα επίσκοπος Αχρίδος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, ήταν καθηγητής θεολογίας και φιλοσοφίας στην σχολή. Επηρέασε πολλούς σπουδαστές με τον τρόπο της διδασκαλίας και της ζωής του. Ανάμεσα από τους φοιτητές αυτούς δεν έλειπε και ο Ευάγγελος, ο οποίος αποζητούσε το θεολογικό και φιλοσοφικό νέκταρ των παραδόσεων του ιερομονάχου Νικολάου. Αυτή η επίδραση επέφερε στον νεαρό Ευάγγελο την πρόοδό του τόσο σε πνευματικό, όσο και σε εκπαιδευτικό επίπεδο.

Το θεολογικό τάλαντο του φοιτητού Ευαγγέλου δεν φάνηκε μόνο στην διάρκεια των σπουδών του. Οι φοιτητικοί σύλλογοι της εποχής του, αποτελούσαν τόπους μορφωτικής και πνευματικής καλλιέργειας. Σε αυτούς διακρίθηκαν το ήθος, η ευγλωττία και η μαχητικότητά του στην επικράτηση της ορθής τοποθέτησης των θεολογικών αληθειών. Ήταν εξαιρετικός γνώστης της Αγίας Γραφής, της ελληνικής πατερικής γραμματείας και της παγκόσμιας βιβλιογραφίας της εποχής του. Μελετούσε από δεκατεσσάρων ετών την Καινή Διαθήκη κάθε ημέρα, διαβάζοντας τρία κεφάλαια. Αυτή η συνήθεια τον εισήγαγε στην Βιβλική ατμόσφαιρα της Γραφής. Αυτή η θεάρεστη πρακτική του, οφείλεται ίσως σε ένα Ρώσο μαθητή, σύγγελος Δημοσθένη, ο οποίος στην σχολή μάζευε τα παιδιά και τους διάβαζε την Αγία Γραφή. Μέσα από την συχνή μελέτη, αγάπησε τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Ιωάννη τον Θεολόγο, τον Απόστολο Παύλο και τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Εκτός από την θεολογία είχε εντρυφήσει στην νεότερη ευρωπαϊκή και σλαβική φιλοσοφία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξε στα έργα του Ντοστογιέφσκι.

Η συνολική θεολογική - φιλοσοφική γνώση του π. Ιουστίνου (Ευάγγελου), διαμόρφωσε μία αντίστοιχη ζωή, συνυφασμένη με εκείνη των πατέρων της Εκκλησίας. Στην φαρέτρα του, εκτός από την βιωματική ορθόδοξη πίστη των γονέων του, προστέθηκε και η θύραθεν παιδεία, προκαλώντας μέσα του την ανάφλεξη της γνήσιας αγάπης στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Ο θείος έρωτάς του προς τον Κύριο θα είναι τόσο έντονος μέσα του, ώστε αργότερα να αποτυπώνεται στα κηρύγματά του στην θεία Λειτουργία και στα συγγραφικά του έργα. Ο Ευάγγελος (Μπλάγκογιε) ήταν ένα ζωηρό αγόρι, έξυπνος, με πολύπλευρη ιδιοσυγκρασία. Από τον ζωντανό χαρακτήρα του δεν απουσίαζε η ευγένεια της ψυχής του, κάτι που ξεχείλιζε σε όλους γύρω του. Αυτά τα χαρακτηριστικά εικονίζουν έναν όμορφο και δραστήριο νέο με αδιάκριτη, αληθινή αγάπη προς όλους. Μία τέτοια προσωπικότητα ελκύει συνήθως καλούς φίλους όπως ο Βέλια Άρσιτς με τον οποίο συναναστρεφόταν συχνά. Φυσικά δεν έλλειψε και το γυναικείο ενδιαφέρον πολλών κοριτσιών που ονειρεύονταν έναν ευγενή και ευπαρουσίαστο νέο για σύζυγό τους.

Στα Βράνια πολλές κοπέλες θέλησαν να τον παντρευτούν. Μία από αυτές, όμορφη και ευκατάστατη, πίεζε μέσω των γονιών της, την σύναψη γάμου μαζί του. Η καρδιά του όμως είχε προσκολληθεί στην μοναχική αφιέρωση, μια ζωή προσευχής και άσκησης. Αυτή η επιθυμία μεγάλωσε όλο και περισσότερο, ενδεχομένως με τον ξαφνικό θάνατο του αδελφού του Στογιάντιν, ο οποίος σκοτώθηκε το 1912 σε ατύχημα, βυθίζοντας σε βαρύ πένθος τον ίδιο και τους γονείς του. Η ματαιότητα του πρόσκαιρου βίου συνετέλεσε στην στροφή του προς τον μοναχισμό. Ως έντιμος και γνήσιος εν Χριστώ άνθρωπος δεν μπορούσε να βλέπει την αναμονή της νεαρής κοπέλας για τον ίδιο. Αποφασισμένος της ανήγγειλε ότι χάνει τον χρόνο της, ελπίζοντας τον γάμο μαζί του. Έτσι, της αποκάλυψε τον μυστικό και ιερό του πόθο.

Το 1914 αποφοίτησε από την εκκλησιαστική σχολή του αγίου Σάββα Βελιγραδίου. Ο Ευάγγελος θέλησε αμέσως να προχωρήσει την διαδικασία της μοναχικής κουράς. Οι γονείς του το αντιλήφθηκαν και αντέδρασαν. Κατέφυγαν στον επίσκοπο του Νίς, στέλνοντας μία επιστολή στον μητροπολίτη Βελιγραδίου Δημήτριο, με μοναδικό σκοπό την αποτροπή της επιθυμίας του Ευαγγέλου. Ο μητροπολίτης Δημήτριος άκουσε τις ικεσίες των γονέων και υποσχέθηκε να μην κάνει το παιδί τους μοναχό. Εκείνο το διάστημα παντρεύτηκε και η αδελφή του Στόϊνα.

Μετά από τα γεγονότα αυτά ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Σε αυτόν ο Μπλάγκογιε επιστρατεύθηκε ως νοσοκόμος του σερβικού στρατού, στον νοσοκομειακό λόχο του Νίς. Μέσα στο στρατόπεδο στέλνει στους γονείς του γράμμα και τους γνωστοποιεί την αμετάκλητη απόφασή του να γίνει μοναχός. Η αδελφή του, παντρεμένη στο Νίς, ύστερα από προτροπή των γονέων της, μαζί με τον σύζυγό της προσπαθεί να μεταπείσει τον Ευάγγελο από την απόφασή του. Εκτός από τις ενδοοικογενειακές συγκρούσεις δεν έλειψαν και τα απρόοπτα. Η υπηρεσία του ως νοσοκόμου τον έφερε αντιμέτωπο με την φοβερή ασθένεια του εξανθηματικού τύφου. Η φρικιαστική νόσος τον οδήγησε κοντά στον θάνατο, αλλά η βοήθεια του Θεού με τις προσευχές των φίλων του, τον έσωσε από αυτή την φοβερή ασθένεια της εποχής. Μετά την ανάρρωσή του στις 8 Ιανουαρίου του 1915 εξακολουθεί να βρίσκεται στο Νίς, εκτελώντας το νοσηλευτικό καθήκον του, έως την υποχώρηση του σερβικού στρατού προς το Κόσοβο και το πέρασμά του στη συνέχεια μέσα από την Αλβανία.

3.ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΑΦΙΕΡΩΣΗ

Την περίοδο εκείνη, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν, ο μητροπολίτης Δημήτριος και μετέπειτα πρώτος πατριάρχης Σερβίας, θέλησε με την αναβίωση του πατριαρχείου να διαφυλάξει τους μελλοντικούς θεολόγους. Έτσι σκέφθηκε να τους στείλει από το Νίς στην Ρωσία για σπουδές, διότι θα αποτελούσαν μετά τον πόλεμο την πρώτη γενιά θεολόγων και κληρικών της Σερβίας. Αυτή η κίνηση δεν πραγματοποιήθηκε, διότι ο σερβικός στρατός οπισθοχώρησε στο Κόσοβο και διέσχισε την Αλβανία μέχρι την Σκόδρα και την Κέρκυρα. Ο Ευάγγελος μαζί με την υπόλοιπη ομάδα νοσοκόμων πέρασε τότε τον δύσβατο δρόμο, με κακουχίες, πείνα και άσχημες καιρικές συνθήκες, από το Πέκιο προς την Σκόδρα. Εκεί έφτασε την ημέρα της μνήμης του αγίου Νικολάου επισκόπου Μύρων της Λυκίας το 1915.

Μετά την επανάκτηση των δυνάμεών του έπειτα από την δύσκολη και εξαντλητική πορεία, ο Μπλάγκογιε ακολούθησε τον μητροπολίτη Δημήτριο, ο οποίος είχε φύγει με την σερβική εξουσία και τον στρατό από την Σερβία. Τότε ο εικοσαετής νέος Ευάγγελος, παρακαλεί τον μητροπολίτη να τον κείρει μοναχό με τα εξής λόγια: «Τώρα μπορείτε ελεύθερα να με κείρετε μοναχό, ελλείψει των γονέων μου. Ποιος ξέρει αν θα ξαναϊδωθούμε πλέον ζωντανοί; Στους γονείς μου θα ήταν ευχάριστο και μόνο να πληροφορηθούν ότι είμαι ζωντανός, ενώ για το αν έγινα ή όχι μοναχός δεν θα ρωτήσουν». Ο μητροπολίτης Δημήτριος, σεβόμενος την επιθυμία του νεαρού Ευάγγελου, δίνει την ευλογία του να προχωρήσει η διαδικασία της αφιέρωσης. Ανέθεσε στον αρχιμανδρίτη Βενιαμίν την ευλογία της τέλεσης μοναχικής κουράς. Η ακολουθία του μοναχικού σχήματος πραγματοποιήθηκε σε ορθόδοξο ναό της Σκόδρας την παραμονή της εορτής της περιτομής του Κυρίου Ιησού Χριστού και του αγίου Βασιλείου επισκόπου Καισαρείας, του Ουρανοφάντορος και Μεγάλου, στις 31 Δεκεμβρίου/1 Ιανουαρίου του 1915/1916. Ο νέος μοναχός έλαβε το όνομα Ιουστίνος, εις μνήμη του αγίου μάρτυρος Ιουστίνου και φιλοσόφου. Γενομένης της ακολουθίας της μοναχικής κουράς, ο μοναχός Ιουστίνος καλείται να αναδειχθεί γνήσιος μάρτυς του Σωτήρος Χριστού, δίνοντας μαρτυρία βιώματος και πράξεως του Ευαγγελίου, όπως και αληθινός εν Χριστώ φιλόσοφος του Αγίου Πνεύματος. Βέβαια είναι απαραίτητη στις παραπάνω αρετές, η τοποθέτηση μίας εξ αυτών, της ταπεινοφροσύνης, ως «ακρογωνιαίου λίθου» στον μοναχικό βίο, επειδή, όπως ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος τονίζει: «Η ταπεινοφροσύνη είναι στολή της θεότητος».

Μετά την μοναχική αφιέρωση του Ιουστίνου ο μητροπολίτης Δημήτριος μεσολαβεί στην σερβική εξουσία και στους συμμάχους, ώστε μια ομάδα νέων θεολόγων να κατευθυνθεί από την πόλη Σκόδρα προς την Ρωσία για σπουδές, με την προοπτική δημιουργίας μορφωμένων Σέρβων. Έτσι με πορεία προς την Πετρούπολη ξεκινούν ο μοναχός Ιουστίνος μαζί με άλλους νέους σπουδαστές θεολόγους. Μεταφέρονται με ένα παλιό ιταλικό πλοίο στο Μπάρι και από εκεί με τρένο μέσω του Παρισιού φτάνουν στο Λονδίνο, όπου τους περίμενε ο ιερομόναχος Νικόλαος Βελιμίροβιτς. Τους πρότεινε να παραμείνουν εκεί εξαιτίας των αναταραχών στην Ρωσία. Παρά την προτροπή, έμειναν σταθεροί στο θέλημα του μητροπολίτη Δημητρίου και αναχώρησαν. Μέσω της Νορβηγίας, της Σουηδίας και της Φιλανδίας, έφτασαν στην Πετρούπολη με τελική στάση την επονομαζόμενη πνευματική της Ακαδημίας τον Ιανουάριο του 1916. Στην Ακαδημία ο π. Ιουστίνος είχε την δυνατότητα να μελετήσει την ορθόδοξη θεολογία, η οποία εκείνη την χρονική περίοδο στην Ρωσία κινούνταν σε πολύ υψηλά επίπεδα. Είχε την ευκαιρία να ερευνήσει από το πρωτότυπο τον Ντοστογιέφσκι και άλλους Ρώσους συγγραφείς. Εκείνη την χρονική περίοδο φοίτησης γνώρισε βαθιά τους Ρώσους αγίους, τον Σέργιο του Ραντονέζ, τον Σεραφείμ του Σαρώφ, τον Ιωάννη της Κροστάνδης. Δεν έλειψαν επίσης και ομολογητές άγιοι της ρωσικής γης, όπως ο πατριάρχης Τύχωνας, ο μητροπολίτης Αντώνιος και άλλοι.

Οι κακές συνθήκες που επικρατούσαν στην Ρωσία, ανάγκασαν την σερβική κυβέρνηση να μετακινήσει τους Σέρβους φοιτητές στην Οξφόρδη. Δεν αποτέλεσε εξαίρεση ο μοναχός Ιουστίνος, ο οποίος επέστρεψε στην Αγγλία τον Ιούνιο του 1916. Χάριν της Αγγλικανικής Εκκλησίας είχε δημιουργηθεί εκεί ένας μικρός σερβικός οικισμός για τους μαθητευόμενους Σέρβους. Σε αυτόν τον υποδέχθηκε ο ιερομόναχος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, ο οποίος τον εισήγαγε σε ένα από τα κολέγια της Οξφόρδης. Οι σπουδές του π. Ιουστίνου στην Οξφόρδη διήρκησαν οκτώ εξάμηνα, από τον Νοέμβριο του 1916 έως τον Μάιο του 1919, δίνοντας όλες τις απαραίτητες εξετάσεις. Ερεύνησε και μελέτησε αρκετά, γεγονός που μαρτυρούν ορισμένα διατηρημένα τετράδια και σημειώσεις του όπως και αντιγραφές βιβλίων. Αν και δεν ήταν ποτέ ο πατήρ Ιουστίνος άνθρωπος του “γραφείου”, ωστόσο στα παιδικά του χρόνια διάβαζε πολύ. Από τα αναφερόμενα τετράδια και σημειώσεις του φαίνεται επίσης ότι στην Οξφόρδη μελετούσε πολύ. Οι μελέτες του αυτές αφορούσαν πρώτιστα τους αγίους Πατέρες, τους ανατολικούς και τους δυτικούς, κατ᾿ εξοχήν μάλιστα τους μοναχο-ασκητικούς, όπως και τους μεγάλους θεολόγους και Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Διότι η εμπειρία και των πρώτων και των άλλων είναι στο σύνολό της ομοειδής. Στην συνέχεια διάβασε τις καλύτερες μελέτες της εποχής εκείνης, που αφορούσαν την θεολογία, την φιλοσοφία, την ιστορία, την λογοτεχνία και την ποίηση. Ήδη τότε γνώριζε αρκετές ξένες γλώσσες, κλασικές και σύγχρονες. Γνώριζε δε τα αρχαιοσλοβενικά, τα αρχαία ελληνικά, τα λατινικά, τα ρωσικά, τα νεοελληνικά, τα αγγλικά, τα γερμανικά και τα γαλλικά. Καθετί που αφορούσε την σπουδή του στον Ντοστογιέφσκι το σχολίαζε με την Αγία Γραφή, κυρίως δε με τον αναντικατάστατό του Απόστολο Παύλο. Όμως υπεράνω όλων προσευχόταν.

Κατά την διάρκεια των σπουδών του στην Αγγλία εκπονεί την διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Η φιλοσοφία και η θρησκεία του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι» το 1919. Η διατριβή του όμως δεν γίνεται δεκτή, λόγω των αντιθέσεών του απέναντι στην δυτική νοοτροπία του ανθρωποκεντρισμού και του ορθολογισμού. Οι καθηγητές του πρότειναν να αλλάξει τις θέσεις του, αλλά ο π. Ιουστίνος αρνήθηκε κατηγορηματικά. Τον εξέφραζε απόλυτα η κριτική της Ευρώπης από τον Ντοστογιέφσκι, διότι τόνιζε την ασυμβίβαστη σχέση της ορθόδοξης θεώρησης του Ευαγγελίου, η οποία είναι η εν Χριστώ εμπειρία και ζωή, με τον δυτικό ουμανισμό και τον αποξηραμένο ανθρωπιστικό τρόπο σκέψης και βιώματος. Δίχως την απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος από την Οξφόρδη, ο π. Ιουστίνος επιστρέφει με τους συμφοιτητές του στην ήδη ελεύθερη Γιουγκοσλαβία το 1919. Μετά την λαίλαπα του πολέμου, συναντά τους γονείς του όχι ως Ευάγγελος, αλλά ως μοναχός Ιουστίνος. Εκείνο το διάστημα ήταν απορροφημένος στον στοχασμό, την μετάνοια, την προσευχή και το χαροποιό πένθος

 Στην Αθήνα

Ο μοναχός Ιουστίνος και η ομάδα των θεολόγων, οι οποίοι έλαβαν διδακτορικό, παρουσιάστηκαν στον μητροπολίτη Δημήτριο, πατριάρχη πλέον της νέας Σερβικής Εκκλησίας. Τότε ο νέος Πατριάρχης τους έδωσε την άδεια και την ευλογία του να ταξιδεύσουν στην Ελλάδα, ούτως ώστε να μελετήσουν βαθύτερα την Ορθοδοξία μέσα από τα κείμενα των Ελλήνων πατέρων της Εκκλησίας. Θεωρούσε ότι η πρόσληψη γνήσιου ορθόδοξου φρονήματος, θα έσβηνε από το πνεύμα τους τα σταλάγματα της δυτικής θεολογίας. Με Συνοδική απόφαση της Σερβικής Εκκλησίας λαμβάνει την υποτροφία και μεταβαίνει στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Οι σπουδές του διαρκούν δύο έτη, από τον Σεπτέμβριο του 1919 έως τον Μάιο του 1921.

Μέσα σε αυτή την περίοδο σπουδών του μοναχού Ιουστίνου στην Ελλάδα, ο Θεός του ανέθεσε ένα σπουδαίο ρόλο στην διακονία της Εκκλησίας. Στις συνεχείς μετακινήσεις του από την Ελλάδα στην Σερβία, τον Μάιο του 1920 χειροτονείται ιεροδιάκονος. Ως κληρικός πλέον αρχίζει την λειτουργική καλλιέργεια του έσω ανθρώπου, με το λατρευτικό χριστιανικό ήθος της Ορθοδόξου Καθολικής και Αποστολικής Παράδοσης της Εκκλησίας, διακονώντας την καρδιά των μυστηρίων, την θεία Λειτουργία. Η συνεχής διακονία του στην αναίμακτη θυσία, τον βοήθησε να εμβαθύνει στα βαθιά μυσταγωγικά ύδατα της γνήσιας πατερικής θεολογίας. Απώτερος σκοπός να μυηθεί όλος και καθ᾿ ολοκληρίαν στην θεία Λειτουργία και στα Άγια. Διακονούσε σε ένα ναό όπου υπήρχαν πρόσφυγες ρωσικής καταγωγής και συλλειτουργούσε εκεί με τους ιερείς ως ιεροδιάκονος. Η Λειτουργία από αυτό το στάδιο του βίου του κατέστη ολότελα η αναπνοή του τόσο στον ναό, όσο και στην καθημερινότητά του, καθιστώντας τον Χριστό κεντρικό σημείο της ζωής του, μεταμορφώνοντας την καρδιά του σε θεανθρώπινη και χριστοκεντρική. Κατέγραφε μέσα του την δραστήρια εκκλησιαστική ζωή των ορθόδοξων Ελλήνων, η οποία θα γινόταν ένα πολύτιμο εφόδιο αναμόρφωσης του ιδίου και του ορθόδοξου χριστιανικού φρονήματος του σερβικού λαού.

Εκτός από την λειτουργική ζωή και την θεολογική έρευνα, η διετής παραμονή του στην Ελλάδα τον ωφέλησε αρκετά, μέσω συναναστροφών του με αυθεντικά πρόσωπα. Ένα από αυτά ήταν μία ευσεβής ηλικιωμένη Ελληνίδα που τον φιλοξενούσε. Απλή καθώς φαινόταν, ξεχώριζε πολύ για την ευσέβειά της προς τους αγίους. «Εκείνη», έλεγε ο π. Ιουστίνος, «γνώριζε σχεδόν όλους τους βίους των αγίων απ᾿ έξω, κι εγώ ως μοναχός αισθάνθηκα ενώπιόν της ντροπή αλλά και θαυμασμό για την ευσέβειά της». Η προσωπικότητα αυτής της γυναίκας συνέβαλε στην σφοδρή του αγάπη προς τους αγίους. Αυτές οι ευλογημένες εμπειρίες μεταφέρθηκαν αργότερα μέσω της διήγησης στα πνευματικά του τέκνα. Τους συμβούλευε να συνδέονται με τους ορθόδοξους Έλληνες, μαθαίνοντας την ελληνική γλώσσα και το χριστιανικό τους φρόνημα. Βέβαια η συμπάθεια προς το ελληνικό γένος υπήρχε από την πλευρά του π. Ιουστίνου, όχι μόνο ως προς την ορθόδοξη πίστη, αλλά και ως προς το εθνικό κομμάτι της ταυτότητος. Είναι γνωστό στην ιστορία των Βρανίων, ότι την περίοδο της Βουλγαρικής εξαρχίας διαφυλάχθηκαν ως γνήσιοι Σέρβοι με την βοήθεια των ορθόδοξων Ελλήνων. Εξαιτίας αυτού οι Τούρκοι στους σερβο-τουρκικούς πολέμους, τους ονόμαζαν «γραικομανίτες», διότι απαγορευόταν να ονομάζονται Σέρβοι. Αυτό διήρκησε όλο το διάστημα εκείνο μέχρι την τελική απελευθέρωση των Βρανίων στις 19 Ιανουαρίου του 1878.

Το πρόγραμμα της φοίτησής του ήταν η παρακολούθηση όλων των υποχρεωτικών μαθημάτων με τις απαραίτητες εξετάσεις, που οδηγούσαν στην εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στην ορθόδοξη θεολογία. Το θέμα της εργασίας είχε τίτλο: «Το πρόβλημα της προσωπικότητος και της γνώσεως κατά τον άγιον Μακάριον τον Αιγύπτιον». Αυτή περιελάμβανε την θεώρηση του αγίου Μακαρίου περί προσώπου στην κατάσταση της αναγέννησης και της χάριτος, όπως και το πώς φαίνεται εκείνο σε καιρό αιχμαλωσίας και ελευθερίας από τα πάθη. Παρουσιάζει ακόμη την στρεβλή γνώση και την αυτογνωσία, όπως και την επερχόμενη φωτισμένη αγία γνώση, με απώτερο στόχο την σωτηρία, έχοντας πνευματικά εφόδια την ανθρωπογνωσία και την θεογνωσία. Έχοντας ολοκληρώσει τις διαδικασίες για την ολοκλήρωση των σπουδών του στην Αθήνα, η Σύνοδος του Πατριαρχείου Σερβίας διακόπτει την χορήγηση της υποτροφίας του. Η ενέργεια αυτή έφερε εμπόδιο στην έκδοση της εργασίας του, καθώς ήταν απαραίτητη για την λήψη του πτυχίου. Συνεπώς, για άλλη μια φορά, γύρισε στην πατρίδα του χωρίς διδακτορικό δίπλωμα.

Στους ανθρώπους του Θεού δεν απουσιάζουν οι πειρασμοί και οι θλίψεις. Είναι οι αρωγοί που διανοίγουν την στενή και τεθλιμμένη οδό της Βασιλείας των Ουρανών, και εφοδιάζουν με εμπειρίες για το πνευματικό και ποιμαντικό έργο που πρόκειται να επιτελέσουν. Ο ανθρώπινος φθόνος της περιοχής στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι (Sremski Karlovci), ανάγκασε τον π. Ιουστίνο σε μια εκ νέου εκπόνηση της εργασίας του, εξαιτίας της κλοπής της από το γραφείο του. Θα λάβει τελικώς το πτυχίο του ύστερα από πέντε χρόνια το 1926, καταθέτοντάς την στον καθηγητή Δυοβουνιώτη στην Αθήνα. Στη γλωσσική διαμόρφωση της διατριβής του είχε συνεργάτη και συνεπίκουρο τον καθηγητή της δογματικής Ιωάννη Ν. Καρμίρη, ο οποίος μελετώντας το πόνημα του ιεροδιακόνου Ιουστίνου, θαύμασε τον μοναδικό τρόπο γραφής του και τις πλούσιες σε περιεχόμενο αγιοπατερικές σκέψεις του.

6. Καθηγητής στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι (Sremski Karlovci) της Σερβίας.

Τον Οκτώβριο του 1921 μεταβαίνει στο Sremski Karlovci ως καθηγητής της θεολογίας στην εκκλησιαστική σχολή της περιοχής. Τα μαθήματα που παρέδιδε ήταν Καινή Διαθήκη, δογματική και πατρολογία. Οι παραδόσεις του χαράχτηκαν στην μνήμη των μαθητών, όπως και η μέριμνά του ως καθηγητή στην πρόοδο των σπουδαστών. Παιδαγωγούσε τους νέους στα μυστήρια της Εκκλησίας και την διδασκαλία της, διδάσκοντάς τους την σημασία του θεολογικού και χριστιανικού στοιχείου στην ζωή του πιστού. Σκοπός του ήταν να εισαγάγει την ορθόδοξη πατερική μεθοδολογία και την αγιοσαββική παιδεία στην εκπαιδευτική ζωή της Εκκλησιαστικής σχολής. Ο π. Ιουστίνος γνώριζε με επάρκεια όχι μόνο την θεολογική σκέψη του δυτικού Χριστιανισμού αλλά και αυτή την ιστορία και την εξέλιξη της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Έτσι, απέρριπτε την σχολαστική μέθοδο και το προτεσταντικό - ορθολογιστικό σύστημα εκπαίδευσης, που υποχθόνια επηρεαζόταν εκείνη την περίοδο από την ευρωπαϊκή ιδεολογία.

Στην σχολή ο ήδη επίσκοπος Αχρίδος Νικόλαος (Βελιμίροβιτς) έδινε συχνά διαλέξεις επιμορφωτικού χαρακτήρος. Σε αυτές τις συναντήσεις καθηγητών και μαθητών, δυναμώνουν οι πνευματικές σχέσεις του π. Ιουστίνου και του αγίου επισκόπου Νικολάου, οι οποίες αποτελούσαν συνάμα και σχέσεις μαθητού και διδασκάλου με βαθύ σεβασμό εκατέρωθεν. Στην έκδοση του βιβλίου «Προσευχές στην λίμνη» του επισκόπου Νικολάου, ο π. Ιουστίνος έγραψε την εισαγωγή, μιλώντας τόσο για τον χαρακτήρα του συγγραφέα, όσο και για το περιεχόμενο του έργου. Εκφράστηκε με ένα ιδιαίτερα εκφραστικό εγκώμιο προς τον επίσκοπο Νικόλαο, αποκαλώντας τον άνθρωπο της προσευχής και της ομολογίας, ευχαριστώντας παράλληλα με δοξολογία τον Θεό που κατάγεται από το Σερβικό γένος. Το εισαγωγικό σημείωμα ολοκληρώνεται με την προσευχή: «Κύριε φιλάνθρωπε, προσευχοποίησέ με με την προσευχητικότητα του Σεβασμιωτάτου πατρός Νικολάου». Ο σεβάσμιος ιεραποστολικός ιεράρχης, σύνθεσε επίσης ένα «Ακάθιστο ύμνο στον Ιησού, τον νικητή του θανάτου» και τον αφιέρωσε στον π. Ιουστίνο με την ταπεινή υπογραφή «Μοναχός Νικόλαος».

Ένα χρόνο αργότερα, την ημέρα μνήμης της αποτομής της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου, χειροτονείται ιερομόναχος από τον πατριάρχη Σερβίας Δημήτριο. Από αυτή την θέση ο π. Ιουστίνος λειτουργεί σε ναούς και μοναστήρια, κηρύττει και γίνεται πνευματικός πατέρας αρκετών ανθρώπων που προσέρχονταν στο μυστήριο της ιεράς εξομολόγησης. Πολλοί από αυτούς είναι σπουδαστές της Θεολογίας και πιστές ψυχές της σερβικής Εκκλησίας. Τον προσκαλούσαν άνθρωποι του λεγόμενου κινήματος των «Θεοσεβών», τους οποίους στήριζε και αγαπούσε. Οι «Θεοσεβείς» ήταν μία ορθόδοξη λαϊκή χριστιανική κίνηση, που επιθυμούσε την υγιή πίστη στον Θεό αντιδρώντας στην ευρωπαϊκή κουλτούρα. Σε αυτούς ο π. Ιουστίνος κήρυττε ότι: «Στην δική μας λαϊκή ψυχή δεν ταιριάζει η ορθολογιστική και σχολαστική διαφώτιση της ρωμαιοκαθολικής και της προτεσταντικής Ευρώπης». Θεωρούσε, επίσης, πως η αναζήτηση του Θεού από τον άνθρωπο γεννά μία δίψα, που την ξεδιψά μόνο το πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού. Έχοντας αυτή την γραμμή ο π. Ιουστίνος, γίνεται μαζί με τον επίσκοπο Νικόλαο Αχρίδος πνευματικός πατέρας και διδάσκαλός τους.

Στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι ο ιερομόναχος Ιουστίνος γνώρισε μία ακόμη αγία πνευματική μορφή. Πρόκειται για τον Ρώσο ιεράρχη και θεολόγο, μητροπολίτη Αντώνιο Χραποβίτσκι, μία σπουδαία προσωπικότητα, στην οποία ο ιερομόναχος Ιουστίνος εξομολογείτο και συλλειτουργούσε μαζί της. Μαθητής όπως ένιωθε απέναντι σε τέτοιες μορφές, εμπνεόταν από την ασκητική και πνευματική γνώση του ιεράρχη. Όσα άκουσε από εκείνον τα περιγράφει ο ίδιος: «Ο μητροπολίτης Αντώνιος εντάχθηκε ήδη στην παράδοσή μας και αυτό έγινε πραγματικότητα με το ανυπέρβλητο έργο του στην μέγιστη ιεραρχική βαθμίδα (την επισκοπική). Έγραψε λίγα, αλλά πορεύτηκε την ζωή του σαν μέσα από τους βίους των αγίων. Γι᾿ αυτό και οτιδήποτε γραπτό απέμεινε από εκείνον είναι πολύτιμο». Επίσης έλεγε: «Επιτρέψτε μου να σας εξομολογηθώ ότι ο μακάριος Μητροπολίτης Αντώνιος ήταν ο πραγματικός κύριος της ψυχής μου, ο αληθινός επίσκοπος και επιτηρητής της καρδιάς μου. Στο πρόσωπό του είχα τον πιο αγαπητό πνευματικό μου πατέρα.»

Εκτός από την διδακτική και πνευματική συναναστροφή με χαριτωμένα πρόσωπα, ο π. Ιουστίνος, μαζί με παλαιούς συμφοιτητές του από την Οξφόρδη, εκδίδει το θεολογικό περιοδικό “ «Χριστιανική ζωή». Σε αυτό το περιοδικό συνέτασσε πολλά άρθρα, που αφορούσαν θέματα κυρίως θεολογικά και εκκλησιαστικά, και κριτικές σε φαινόμενα διαδραματιζόμενα στην Εκκλησία και τον δημόσιο βίο. Τα άρθρα του εντάσσονταν στην στήλη με τίτλο «Από το γραφείο του εκδότου», με πιο γνωστά τα εξής: «Περί του πνεύματος των καιρών», «Η εσωτερική αποστολή της Εκκλησίας μας» και «Σύγχρονη θρησκευτική κίνηση στον λαό μας». Σε ένα τεύχος του περιοδικού υποστηρίχθηκε από τον π. Ιουστίνο και τον ιερομόναχο Ειρηναίο Τζόρτζεβιτς, μετέπειτα επίσκοπο Δαλματίας, η πρόταση αναζήτησης μίας κατάλληλης οδού ένταξης στην θεολογία, ως κανονικό μάθημα στο διδακτικό πρόγραμμα σπουδών, των Βίων των Αγίων. Επίσης, στην Εκκλησιαστική Σχολή, το 1941 προτάθηκε να εισαχθεί το μάθημα «Αγιογραφία», το οποίο υπάρχει μέχρι και σήμερα.

Μέσα από την αρθρογραφία του ο π. Ιουστίνος επιδίωκε την δημιουργία εκκλησιαστικής συνείδησης και διαμόρφωσης ορθόδοξων κριτηρίων στον σερβικό λαό. Εκτός αυτών αποκάλυπτε την αλήθεια των θεολογικών και εκκλησιαστικών θεμάτων της εποχής, με θέρμη και με αίσθηση φιλοδίκαιης απόδοσης, μιμούμενος τους ομολογητές αγίους της ορθοδόξου πίστεως. Η τόλμη και η αλήθεια της πένας του ενοχλούσε εκκλησιαστικούς ανθρώπους που κατείχαν υψηλές θέσεις. Τον χαρακτήριζαν ως αρθρογράφο με επικριτική σκέψη, διότι ασκούσε κριτική σε όσους είχαν την ευθύνη στην Εκκλησία και την παιδεία του σερβικού γένους. Η μέριμνα και η αγάπη του για την Εκκλησία του Χριστού ήταν ο κύριος λόγος του ελέγχου που ασκούσε στους υπεύθυνους της εκπαίδευσης και των εκκλησιαστικών σχολών. Την αρνητική στάση των υψηλών στελεχών ανάλογης εξουσίας στο πρόσωπο του π. Ιουστίνου, προσπάθησε να κατευνάσει ο Πατριάρχης Δημήτριος, ο οποίος τον είχε καλέσει κάποτε λέγοντάς του: «Ξέρεις, υιέ μου, είσαι καλός μοναχός και όλα καλά…, μόνο πρέπει λιγότερο να γράφεις, επειδή έχεις κοφτερή πέννα, ώστε κάποιους ανθρώπους αυτό μπορεί να τους πονέσει!» Αρχιερείς όπως ο μητροπολίτης Ιωσήφ και ο επίσκοπος Νικόλαος Βελιμίροβιτς υποστήριξαν την στάση του Πατριάρχου.

Το 1927 απομακρύνθηκε από το Σρέμσκι Κάρλοβτσι, εξαιτίας μιας κριτικής που άσκησε στον προϊστάμενο της εκκλησιαστικής σχολής, προσάπτοντάς του πολύ σοβαρά και επικίνδυνα λάθη. Την υπόθεση αυτή ανέλαβε η αρμόδια του είδους επιτροπή. Παρόλο που στην περίπτωση αυτή δικαιώθηκε, ο π. Ιουστίνος μετακινήθηκε στην σχολή του Πρίζρεν (Κόσοβο). Την ίδια χρονιά ήθελαν να διακόψουν την έκδοση του περιοδικού «Χριστιανική ζωή», κάτι που το πέτυχαν επειδή στο Πρίζρεν δεν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες για την τύπωση και σύνταξή του. Στο Πρίζρεν δεν άργησε να γίνεται αγαπητός στους μαθητές, όπως και στους συναδέλφους καθηγητές του. Κάποιοι από τους σπουδαστές έγιναν επίσκοποι της Εκκλησίας. Ο ίδιος εργάστηκε σκληρά για την σχολή, δημιουργώντας την φήμη ενός καλού εκπαιδευτικού. Η παραμονή του εκεί διήρκησε ένα χρόνο, καθώς το 1928 τον επανέφεραν στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι, μετά τον θάνατο του προϊστάμενου της εκκλησιαστικής σχολής και του ανέθεσαν την διεύθυνσή της. Η Σύνοδος της Σερβικής Εκκλησίας όμως τον αντικαθιστά, τοποθετώντας στην θέση αυτή τον διευθυντή του γυναικείου γυμνασίου από το Βελιγράδι, ένα άνθρωπο με διαφορετική αντίληψη από τον π. Ιουστίνο και τους ομόφρονες εκπαιδευτικούς της σχολής. Χωρίς την κατοχή της θεολογικής κατάρτισης, αναμενόμενη ήταν και η σύγκρουση του νέου διευθυντή με το προσωπικό των καθηγητών. Η συμπεριφορά του έφτανε στο σημείο να στιγματίζει μαθητές που ήταν πνευματικά τέκνα του π. Ιουστίνου. Στην μερίδα του διδακτικού επιτελείου δυστυχώς βρέθηκαν ομοϊδεάτες της εκπαιδευτικής πολιτικής του προϊστάμενου, προκαλώντας την απομάκρυνση του π. Ιουστίνου από το Κάρλοβατς.

7. Στην Ποντοκαρπαθία της Ρωσίας και στην Τσεχοσλοβακία

Τον Δεκέμβριο του 1930 συγκλήθηκε η αγία Σύνοδος της σερβικής Εκκλησίας. Μία από τις αποφάσεις της ήταν η επιλογή κληρικού ως βοηθού και ακόλουθου του επισκόπου Μοναστηρίου Ιωσήφ Τσβίγιοβιτς, για την ιεραποστολή στην Ποντοκαρπαθία της Ρωσίας και στην Τσεχοσλοβακία. Ως κατάλληλο πρόσωπο με τις ανάλογες ικανότητες κρίθηκε από την ιεραρχία ο π. Ιουστίνος. Η ιεραποστολή αυτή είχε σκοπό την οργάνωση της εκκλησιαστικής και κανονικής ζωής των ορθοδόξων πιστών. Ο πρόεδρος της Τσεχίας είχε αρχίσει την μεταστροφή του στην Ορθοδοξία. Οι κάτοικοι των περιοχών, ιδιαίτερα της απόμακρης Μετακαρπασλοβακίας, άρχισαν την επιστροφή τους στην ορθόδοξη πίστη, ύστερα από την πληγή των αιρετικών διδασκαλιών της Ουνίας της Ρώμης στην συνείδησή τους. Ζήτησαν την βοήθεια από την σερβική Εκκλησία, η οποία ανταποκρίθηκε στέλνοντας τους δύο απεσταλμένους της. Στο έργο τους βοήθησε ο επίσκοπος του Νίς Δοσίθεος που βρισκόταν εκεί, καθώς και ο επίσκοπος Τσεχίας και Μοραβσκοσλένσκι (Moravskosleški) άγιος Γκόραζντ Παύλικ.

Ο επίσκοπος Ιωσήφ με τον ιερομόναχο Ιουστίνο, εργάστηκαν πολύ και με ένθερμο ζήλο για την στερέωση των πιστών στις παραπάνω περιοχές. Τελούσαν την θεία Λειτουργία, κήρυτταν τον λόγο του Ευαγγελίου, κατηχούσαν, εξομολογούσαν, διοργάνωναν τις ενορίες κάθε τοπικής Εκκλησίας και των μοναστικών κέντρων, κατάρτιζαν τον κλήρο στην ακριβή τήρηση των κανονικών διατάξεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας και έπρατταν οτιδήποτε άλλο απαιτούσε το ιεραποστολικό τους έργο. Επισκέφθηκαν πολλές πόλεις της ιεραποστολής, όπως το Ούζγκοροντ, Χούστ, Ίζου, Μπρνο, Μουκάτσεβο, Βλαδίμηρο, Πρέσεβο και Κράκοβ, καθώς και πολυάριθμα χωριά στα ορεινά Καρπάθια. Όλη η εργασία της εκκλησιαστικής σύστασης των περιοχών αυτών διήρκησε έως το 1931. Ο π. Ιουστίνος, εξαιτίας της υιικής του υπακοής και αυταπάρνησης στον μητροπολίτη Ιωσήφ, εγκωμιάστηκε στην Σύνοδο από τον επίσκοπο, διότι δεν είχε ποτέ άλλοτε τόσο συνεργάσιμο και πιστό κληρικό.

Λόγω αυτής της εξαίρετης διακονίας του π. Ιουστίνου, ο μητροπολίτης Ιωσήφ πρότεινε στην Ιερά Σύνοδο να εκλέξουν τον άξιο ιερομόναχο, επίσκοπο της νεοσύστατης επισκοπής του Μουκατσεβσκο-πριάσεβσκα στην Ποντοκαρπαθία. Σε αυτή την πρόταση ο π. Ιουστίνος, παρά τον σεβασμό και την αφοσίωση στον επίσκοπο Ιωσήφ, αρνήθηκε το αρχιερατικό αξίωμα, διότι θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο και άπειρο να αναλάβει την πνευματική ευθύνη μίας νέας μητροπολιτικής επαρχίας. Θεωρούσε ότι ένα πρόσωπο με εμπειρία στην αρχιεροσύνη θα μπορούσε να ανακαινίσει εκ θεμελίων την νέα επαρχία, η οποία βρισκόταν σε δυσμενή κατάσταση λόγω των παρεκκλίσεων από την κανονική και λειτουργική πράξη. Για το θέμα αυτό δημιουργήθηκε μία αντιπαράθεση μεταξύ του επισκόπου Ιωσήφ και του π. Ιουστίνου, με τον πρώτο να παραθέτει το ευαγγελικό χωρίο: «Μην παραλείπετε από την σκέψη σας ούτε και αυτό, ότι δηλαδή το λυχνάρι δεν τοποθετείται υπό τον μόδιον». Ο ταπεινός ιερομόναχος όμως ήταν σταθερός στην απόφασή του, με αποτέλεσμα ο Ιωσήφ να του αποκριθεί αστειευόμενος: «Υπάρχει καταφανής ατυχία σε αυτό, στο ότι δηλαδή εσύ γνωρίζεις τόσο άριστα την Αγία Γραφή».

Η άρνηση του επισκοπικού αξιώματος έγκειται επίσης στο γεγονός ότι η επιθυμία του ήταν η διαπαιδαγώγηση της νεότητας από την θέση του ιερέα και καθηγητού. Μαρτυρία της έγνοιάς του αποτελεί η αλληλογραφία του με τους νέους της Ποντοκαρπαθίας, οι οποίοι τον θεωρούσαν πνευματικό πατέρα τους. Το καλοκαίρι του 1932, τοποθετήθηκε ως καθηγητής στο εκκλησιαστικό λύκειο του Μοναστηρίου (Μπίτολα). Την περίοδο αυτή συνέγραψε και εξέδωσε τον πρώτο τόμο της Δογματικής του (Οκτώβριος 1932). Οι παραδόσεις του ήταν μοναδικές και μυσταγωγικές. Εκεί συνεργάστηκε με τον σύγχρονο άγιο Ιωάννη Μαξίμοβιτς. Ο π. Ιουστίνος διηγείτο αργότερα: «Τον μάλωνα! Όλη την νύχτα προσεύχεται και το πρωί στο μάθημα νυστάζει. Του έλεγα: Κοιμήσου λίγο την νύχτα, μη σε κοροϊδεύουν τα παιδιά και μη ρεζιλεύεις την σχολή μας». Με αισθήματα αγάπης, όλο το λύκειο και οι κάτοικοι τον αποχαιρέτησαν στον σταθμό, καθώς ο π. Ιουστίνος αναχωρούσε για το Βελιγράδι, προκειμένου να αναλάβει τη θέση του καθηγητού στη Θεολογική σχολή της πρωτεύουσας.

8. Καθηγητής στην Θεολογική σχολή του Βελιγραδίου

Το 1934 ο ιερομόναχος Ιουστίνος, ως επίκουρος καθηγητής της Θεολογικής σχολής του Βελιγραδίου, τοποθετήθηκε στην έδρα της Συμβολικής Θεολογίας και μετέπειτα εξελίχθηκε σε καθηγητή της Δογματικής. Η εκλογή του ως καθηγητή στο πανεπιστήμιο έγινε μέσα από δυσκολίες που προξένησαν τα ανθρώπινα πάθη της μικροψυχίας και του φθόνου μίας μερίδας καθηγητών. Εκείνοι προσπάθησαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση το δίπλωμα και τα μέχρι τότε εκδιδόμενα συγγράμματα του π. Ιουστίνου. Όμως η υπομονή και η ελπίδα προς τον Κύριο φέρνει στον κατάλληλο καιρό την σύνεση και την δικαίωση. Έτσι καταπαύθηκαν οι ταλαιπωρίες και οι συγκρούσεις, διαφυλάσσοντας την φήμη και το κύρος του πανεπιστημίου, χαρακτηριστικά που αυξήθηκαν μελλοντικά ακόμη περισσότερο. Η ανάπτυξη αυτή οφειλόταν στην μορφή του αρχιμανδρίτη Ιουστίνου, καθώς η Θεολογική σχολή απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα στον ακαδημαϊκό κόσμο.

Ένα χρόνο αργότερα, το 1935, έδωσε μία διάλεξη στην σχολή, με τίτλο “Περί της ορθοδόξου αξιολογίας και κριτηριολογίας”. Ο μακαριστός επίσκοπος Αθανάσιος Γιέβτιτς αναφέρει πως η διάλεξη αυτή παρουσίαζε ενωμένη την ορθόδοξη θεολογική ομολογία πίστης στον Θεάνθρωπο Χριστό, παρόμοια της οποίας είχε να ακουστεί από τα χρόνια του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του αγίου Σάββα. Σε αυτή την διάλεξη, ο π. Ιουστίνος υπογράμμισε ότι το πρόσωπο του Ιησού Χριστού είναι η μέγιστη αξία και το αλάνθαστο μέτρο, σε αντίθεση με τον ουμανιστικό «χριστιανισμό» της Δύσης. Το ίδιο έτος εκδίδει τον δεύτερο τόμο της Δογματικής του, γνωστό με τον τίτλο «Ορθόδοξη Φιλοσοφία της Αληθείας». Ο π. Ιουστίνος την χρησιμοποιούσε στις παραδόσεις των μαθημάτων του όχι μόνο στο Βελιγράδι, αλλά και σε θεολογικές σχολές της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Αμερικής. Διακρινόταν για την πνευματικότητα και την σπάνια μόρφωσή του, διατηρώντας σταθερά φρόνημα ομολογιακό απέναντι στις προκλήσεις των αθέων της εποχής.

Όταν συστάθηκε ο Φιλοσοφικός σύλλογος του πανεπιστημίου το 1938, ο αρχιμανδρίτης Ιουστίνος υπήρξε ένας από τους ιδρυτές του. Συμμετείχε ενεργά σε επιστημονικές και λογοτεχνικές συνάξεις, όπου έσπερνε τον λόγο του Χριστού κρυμμένο μέσα στην τέχνη και την έρευνα. Όπως περιγράφει η ψυχίατρος Βλάντετα Γιέροτιτς, υπήρχαν τότε δύο ισχυρά ιδεολογικά στρατόπεδα: η κομμουνιστική ιδεολογία και η ορθόδοξο-χριστιανική κοσμοθεωρία, στην οποία ο π. Ιουστίνος ήταν κεντρική μορφή. Οι παραδόσεις του τραβούσαν τους διψασμένους φοιτητές σαν θεολογικό νέκταρ. Ο ίδιος δεν επιθυμούσε την ανάμιξη κληρικών σε πολιτικά κόμματα, θεωρώντας ότι αυτό αλλοιώνει την πνευματική αποστολή του ιερέα.

Ως ιερέας αισθανόταν την ποιμαντική ευθύνη του σερβικού λαού απέναντι στις εθνικές εξελίξεις. Η Εκκλησία της Σερβίας έδωσε μία δύσκολη μάχη κατά του Κονκορδάτου με το Βατικανό το 1937, μια κίνηση που ο π. Ιουστίνος θεωρούσε απειλή Ουνίας και αθεϊσμού. Την επερχόμενη τραγωδία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου την βίωνε έντονα, αναφέροντας μάλιστα και ένα προφητικό όραμα με την κεφαλή του Σωτήρος Χριστού με το αγκαθωτό στεφάνι, το οποίο εμφανιζόταν και χανόταν, προμηνύοντας τις δοκιμασίες που έρχονταν για το σερβικό γένος.

9. Διωγμός από το Θεολογικό Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου

Στην διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Γερμανοί έκλεισαν το Πανεπιστήμιο στις αρχές του 1941. Μετά από ένα χρόνο, οι κατοχικές αρχές άρχισαν να δημιουργούν ομάδες καθηγητών με δικό τους κριτήριο επιλογής. Ο π. Ιουστίνος ήταν ένας από τους τελευταίους που προσέλαβαν, αλλά μόνο για τις εξετάσεις των φοιτητών και όχι για τις παραδόσεις, καθώς οι Γερμανοί γνώριζαν τις απόψεις του σχετικά με τον ευρωπαϊκό ουμανιστικό πολιτισμό. Ο π. Ιουστίνος επισκεπτόταν συχνά τότε το Μικρό Σερβικό Άγιο Όρος και τα μοναστήρια της Υπαπαντής και της Αγίας Τριάδος. Η συγγραφή και οι μεταφράσεις του δεν είχαν σταματήσει, ενώ συμμετείχε στην σύνταξη του Υπομνήματος της Σερβικής Εκκλησίας για την καταστροφή των Σέρβων στο Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας.

Κατά την εορτή του αγίου Σάββα το 1944, ο Ντράζα Μιχαήλοβιτς συγκάλεσε συνέδριο στην κωμόπολη Μπα. Η αντιπροσωπεία ζήτησε τη θεολογική άποψη του π. Ιουστίνου για τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους. Εκείνος συνέταξε μια μελέτη που τόνιζε την πλήρη ανεξαρτησία της Εκκλησίας από κάθε κυβέρνηση, προτρέποντας σε μια συνύπαρξη ανάλογη με την αρμονία ψυχής και σώματος. Οι τοποθετήσεις του όμως δεν έγιναν δεκτές με ευαρέσκεια. Στην πορεία, το τυραννικό κομμουνιστικό καθεστώς που ακολούθησε τον στοχοποίησε ως εμπόδιο.

Το 1945 ο π. Ιουστίνος αποπέμφθηκε από το πανεπιστήμιο μαζί με 200 καθηγητές και το όνομά του συμπεριλήφθηκε στη λίστα όσων προορίζονταν για εκτέλεση ως «εχθρός του λαού». Ωστόσο, ο πρύτανης Στέβα Ιακόβλιεβιτς, παλιός του φίλος, ζήτησε τη διαγραφή του ονόματός του, σώζοντάς τον την τελευταία στιγμή. Στη συνέχεια, ο π. Ιουστίνος αποσύρθηκε στη μονή Σούκοβο. Το 1946, αξιωματούχος της μυστικής υπηρεσίας OZNA εισέβαλε στο μοναστήρι την ώρα που ο π. Ιουστίνος λειτουργούσε, διατάζοντάς τον υπό την απειλή όπλου να βγει έξω. Εκείνος αποκρίθηκε με θάρρος: «Όχι! Δεν βγαίνω προτού ολοκληρώσω την λειτουργία... εσύ, αν θέλεις, εκτέλεσέ με!». Μετά το πέρας της Λειτουργίας συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές του Βελιγραδίου.

Κατά τη φυλάκισή του, οι κομμουνιστές κατέσχεσαν πολλά βιβλία και χειρόγραφά του, συμπεριλαμβανομένων των τόμων της «Δογματικής». Τελικά, αποφυλακίστηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1946, ανήμερα της εορτής του Αγίου Νικολάου, γεγονός που ο ίδιος απέδωσε σε θαύμα του Αγίου και στις ενέργειες του μητροπολίτη Ιωσήφ Τσβίγιοβιτς.

10. Στην ιερά μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ Τσέλιγιε

Ο καταδιωγμένος π. Ιουστίνος, στερήθηκε την ανθρώπινη βοήθεια και παρηγοριά τόσο σε θρησκευτικό, με την στέρηση των πιστών, όσο και σε πολιτικό επίπεδο, με το κρατικό δίκαιο να μην του παρέχει πόρους διαβίωσης. Έτσι αναζητούσε τόπο διαμονής σε ένα μοναστήρι. Στις μονές που απευθύνθηκε (Κάλενιτς, Όβτσαρ, Σούκοβο, Ραβάνιτσα) καμία αδελφότητα δεν τον δέχθηκε. Όμως η ελπίδα του ψαλμικού χωρίου του έδινε δύναμη στην πορεία του: «πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων, καὶ ἐκ πασῶν αὐτῶν ῥύσεται αὐτοὺς ὁ Κύριος».

Την εποχή εκείνη η Σερβική Εκκλησία είχε αρκετά αρχαία μοναστήρια, τα οποία είχαν μεγάλη επιρροή στον τοπικό λαό. Αυτό οδήγησε τους κομμουνιστές να μετατρέψουν πολλά εξ αυτών σε μουσεία χωρίς μοναχούς για να αποτρέψουν την δράση τους. Υπήρχαν όμως μικρότερα μοναστήρια με περιορισμένη επιρροή μόνο στις γύρω επαρχίες, με αποτέλεσμα να θεωρούνται από τις εξουσιαστικές αρχές ακίνδυνα. Ένα τέτοιο κοινόβιο έμελλε να φιλοξενήσει τον π. Ιουστίνο.

Μία μοναχή, η μητέρα Σάρα, βρισκόταν αρχικά στη μονή Λιουμπόστινια. Μαζί με μερικές αδελφές, το 1947, εγκαταστάθηκε στην μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, γνωστή ως Τσέλιγιε (Κελλιά – Ćelije), κοντά στο Βάλιεβο (δυτική Σερβία). Ένα χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 1948, στον μικρό ναό του αγίου Σάββα στο Βελιγράδι, η μητέρα Σάρα συνάντησε τον π. Ιουστίνο. Γνωρίζοντας την ακεραιότητά του, του πρότεινε να έρθει στο μοναστήρι του Τσέλιγιε. Ο ίδιος δέχθηκε την πρόσκλησή της και έμεινε εκεί μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής του. Με ομόφωνη απόφαση της γυναικείας αδελφότητας, έγινε ο πνευματικός πατέρας τους, καθώς και των πιστών προσκυνητών της μονής. Καθιερώθηκε η καθημερινή τέλεση των ακολουθιών του νυχθημέρου και της θείας Λειτουργίας, σύμφωνα με το μοναστηριακό τυπικό. Κατέστη ένας φωτεινός δισκάσκαλος των απλών Σέρβων, μορφωμένων και μη, όπως και καθηγητών από τον χώρο της θεολογίας, της ιστορίας, της φιλοσοφίας και άλλων επιστημών. Με μία εύστοχη έκφραση αποτέλεσε «την κεκρυμμένην συνείδησιν της Εκκλησίας της Σερβίας αλλά και της μαρτυρικής Ορθοδοξίας εν γένει».

Ένα μικρό, ασήμαντο μοναστήρι του Τσέλιγιε αναμορφώθηκε πνευματικά και υλικά, γεγονός που οφειλόταν στην διαμονή του π. Ιουστίνου σε αυτό. Μέχρι της τελευτής του ζούσε ασκητικά, μέγιστος νηστευτής, σαν άλλος Τίμιος Πρόδρομος, και αυστηρός με τον εαυτό του, ενώ λειτουργούσε καθημερινά. Προσευχόταν για τις μοναχές, την μαρτυρική Σερβία και για όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η λειτουργική και ατομική προσευχή του π. Ιουστίνου, αποτελούσε πολύτιμη βοήθεια στην σερβική δοκιμασία της εποχής. Έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια του όταν ιερουργούσε, σε σημείο να βρέχεται το φαιλόνιό του. Βίωνε βαθιά τον πόνο του λαού μέσα από την άσκηση του αναίμακτου μαρτυρίου και του εγκλεισμού. Ενώ το καθολικό της μονής δεν είχε το ανάλογο εκκλησίασμα, ο π. Ιουστίνος κήρυττε σχετικά με την εορτή ή την μνήμη του εκάστοτε τιμωμένου αγίου. Θεωρούσε πως ο ναός ποτέ δεν είναι άδειος, διότι στην Θεία Μυσταγωγία πάντοτε συμμετέχουν και παρίστανται οι άγγελοι του Θεού.

Σχετικά με την αθεϊστική στάση που επικρατούσε στην πατρίδα του έλεγε: «Στα προαύλια των ναών, στα προαύλια των σχολείων και σε όλους εκείνους τους σταυρούς ευρίσκεται ο άγιος Σάββας και βοά προς τον Κύριο “Ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι”. Δεν ξέρουν, Κύριε. Εγκατέλειψαν Εσένα, το μόνον νόημα όλων των κόσμων, εγκατέλειψαν Εσένα ο οποίος μας δίνεις την αιώνια ζωή, εγκατέλειψαν Εσένα ο οποίος μας δίνεις την αιώνια αλήθεια, εγκατέλειψαν Εσένα ο οποίος μας δίνεις την αιώνια δικαιοσύνη. Και οι απόγονοί σου αυτοί, άγιε Σάββα, ποίους ακολούθησαν; Τους ανθρώπους χωρίς Θεό. Ω Κύριε, άφες ημίν, διότι πράγματι ουκ οίδαμεν τι ποιούμεν».

Η φήμη του εξερχόταν από το μοναστήρι διότι η ασκητική ζωή του ανέδιδε ευωδία πατερικής βιωτής, σοφίας και αγιότητος, μαρτυρώντας την αλήθεια του Χριστού, έχοντας πρότυπα κυρίως τον άγιο Σάββα Νεμάνια και τον Νικόλαο Αχρίδος. Μνημόνευε αρκετά ονόματα που του έδιδαν γραπτώς από επιστολές ή προφορικώς όταν τον επισκέπτονταν στην μονή. Οι επισκέπτες δεν προέρχονταν μόνο από την σερβική γη, αλλά και από την Ελλάδα, την Ευρώπη και την Αμερική. Η ηγουμένη της μονής, μητέρα Σάρα, θεωρούσε τον αββά Ιουστίνο δώρο Θεού, καθώς πολλοί φίλοι του βοηθούσαν χρηματικά το μοναστήρι εξαιτίας της προσωπικότητάς του. Αργότερα όμως η ενότητα της αδελφότητας κλονίστηκε.

Οι διαφορετικές αντιλήψεις και οι συνεχείς διαφωνίες για ζητήματα περί μοναστικής υπακοής και εργασιών της μονής με τον π. Ιουστίνο, οδήγησαν το 1958 την γερόντισσα Σάρα στο να εγκαταλείψει το Τσέλιγιε και μαζί με την μισή αδελφότητα να κατευθυνθεί στο μοναστήρι Κόποριν. Μετά από αυτό το τραγικό συμβάν, οι εναπομείνασες μοναχές έπρεπε να εκλέξουν νέα ηγουμένη. Αρχικά εξέλεξαν την μοναχή Ιουστίνα ενώ αργότερα, ύστερα από πρότασή της, εκλέχθηκε η μοναχή Γλυκερία. Νεαρή τότε η μητέρα Γλυκερία, με απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο και στην πνευματική πείρα του π. Ιουστίνου, αναδείχθηκε ικανή στην διοίκηση της μονής, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί πνευματικά και κτηριακά.

Η κομμουνιστική εξουσία δεν άφησε ήσυχο τον π. Ιουστίνο, διότι τον καλούσαν συχνά για ανάκριση. Η κατάσταση οξύνθηκε όταν κυκλοφόρησαν και έγιναν γνωστά στο εξωτερικό τα θεολογικού και φιλοσοφικού περιεχομένου βιβλία του «Φιλοσοφικοί κρημνοί» και «Η τιμή στον άγιο Σάββα ως φιλοσοφία ζωής». Για το πρώτο σύγγραμμα, ήθελαν να ανακαλύψουν τον τρόπο της «λαθραίας εξαγωγής» του, επειδή επέκρινε την πολιτική του κομμουνισμού. Εκείνος, με έξυπνο τρόπο, απάντησε απλά: κάποιος φίλος του από την Γερμανία τον παρακάλεσε να διαβάσει το έργο του και ο π. Ιουστίνος του το έστελνε μέσω γραμμάτων. Ο φίλος του όταν το διάβασε, το εξέδωσε. Συνέβαινε συχνά, μετά την ανάκριση, η κράτησή του από το άθεο καθεστώς. Έτσι, οι μοναχές του Τσέλιγιε πήγαιναν έξω από την φυλακή του Βάλιεβο εις ένδειξη διαμαρτυρίας και σιωπηλές επί ώρες στέκονταν μπροστά στην διεύθυνση του κράτους. Το γεγονός αυτό επέφερε την απελευθέρωση του πνευματικού τους, επειδή εφοβούντο την εξέγερση των Σέρβων του Βάλιεβο, οι οποίοι ήταν κυρίως αντικομμουνιστές, όπως και μεγάλος αριθμός Σέρβων απ᾿ όλα τ᾿ άλλα μέρη.

Τον π. Ιουστίνο τον φοβούνταν επίσης για την επιρροή του στον σερβικό λαό. Το 1950 εκδήμησε ο πατριάρχης Γαβριήλ και, όπως ορίζουν οι κανόνες της Εκκλησίας, έχρηζε σύγκλισης η Σερβική Ιεραρχία, προκειμένου να προβεί στην διαδικασία εκλογής του νέου πατριάρχου της. Βέβαιο ήταν ότι η κομμουνιστική εξουσία «συμμετείχε» στην συνεδρία της εκλογής του νέου εκκλησιαστικού ηγέτη. Ο π. Ιουστίνος ενημερώθηκε σχετικά και πήγε στην Σύνοδο. Αμέσως, όμως, τον πλησίασαν και του είπαν: «Ελάτε, παρακαλώ, στο αυτοκίνητο. Πηγαίνετε πίσω στο Τσέλιε». Η ενέργεια αυτή πιστοποιεί την βαθιά επιρροή του στους επισκόπους της Σερβικής Εκκλησίας, κάτι που το άθεο καθεστώς δεν επιθυμούσε. Σε ανάλογα, σημαντικά, δυσχερή γεγονότα που προέκυπταν στο Βελιγράδι, απαγόρευαν την έξοδο του π. Ιουστίνου από την μονή Τσέλιγιε για αρκετούς μήνες. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε τις συναναστροφές του με τους προσκυνητές της μονής του, που προσέτρεχαν σε εκείνον, κυρίως τις Κυριακές.

Στις πολλές συναναστροφές του με ανθρώπους της τέχνης, των θετικών και των ανθρωπιστικών επιστημών, συνδέθηκαν αξιόλογα πρόσωπα με τον π. Ιουστίνο αλλά και με τις μοναχές του μοναστηριού του Τσέλιγιε. Η δεκαετία του ’60 ήταν η αρχή δημιουργίας μίας μικρής ομάδας, διότι εκείνη την περίοδο δεν ήταν εύκολο να αγωνίζεται κανείς για τον Θεό, ιδιαίτερα οι νέοι άνθρωποι. Κυρίως την δεκαετία του ’70 ξεκίνησε η αύξηση του κύκλου των πνευματικών τέκνων του πατρός Ιουστίνου. Γεννήματα αυτών των συνάξεων και γνωστά πνευματικά αναστήματά του στην Σερβία και σε όλο τον κόσμο είναι οι μακαριστοί πλέον επίσκοποι, κυροί Αμφιλόχιος Ράντοβιτς μητροπολίτης Μαυροβουνίου, Αθανάσιος Γιέβτιτς πρώην Ερζεγοβίνης και ο νυν μητροπολίτης Μπάτσκας κύριος Ειρηναίος.

Για την ενημέρωσή του σχετικά με τα θεολογικά, φιλοσοφικά και λογοτεχνικά δρώμενα της εποχής, ο π. Ιουστίνος εφοδιαζόταν υλικό από τους πολλούς φίλους του, οι οποίοι κατάγονταν από την Ευρώπη και την Αμερική. Το ενδιαφέρον του δεν περιοριζόταν μόνο σε εσωτερικά εκκλησιαστικά ζητήματα, αλλά και σε εξωτερικά, οικουμενικά θέματα. Με ορθόδοξη, αποστολική οπτική πλευρά κατέγραφε με εφόδιο την ιερατική και πανεπιστημιακή εμπειρία του, επιχειρήματα και προβληματισμούς σε καίρια άρθρα, τα οποία εξελίχθηκαν σε μελέτες. Αυτή η ποιμαντική του μέριμνα για την Ορθόδοξη, ανά την οικουμένη, Εκκλησία, τον οδήγησε στην συγγραφή ενός πονήματος με διαχρονικό θέμα, αυτό του οικουμενισμού, με τίτλο «Η Ορθόδοξος Εκκλησία και ο Οικουμενισμός». Η φήμη του ως σπουδαίου πατερικού θεολόγου δεν άφησε ασυγκίνητα τα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Στις 18 Οκτωβρίου του 1968, παρά τον εγκλεισμό του, έλαβε το διδακτορικό της θεολογίας τιμής ένεκεν από την Ορθόδοξη Θεολογική Ακαδημία του αγίου Βλαδιμήρου στην Νέα Υόρκη, δεχόμενος πολλά συγχαρητήρια.

11. Τα τελευταία χρόνια και η κοίμηση του αγίου

Δέκα χρόνια πριν την κοίμησή του, άρχισε ο κλονισμός της υγείας του π. Ιουστίνου. Ένα είδος σπάνιας αναιμίας, επισκέφθηκε το σώμα του. Κάποια από τα πνευματικά του τέκνα ασκούσαν το επάγγελμα του ιατρού. Η χορήγηση φαρμάκων μαζί με την κατάλληλη περίθαλψη, του προσέφεραν μία μικρή παράταση του υπόλοιπου βίου του. Ο Αθανάσιος Γιέβτιτς παρατηρούσε τον Γέροντά του, όταν λάμβανε τα φάρμακά του, προσευχόμενο με τα εξής λόγια: «Κύριε ευλόγησε και εκείνους οι οποίοι εποίησαν αυτά, ανταπόδωσε κατά το έλεός Σου». Φαινόταν το αίσθημα της ευγνωμοσύνης του απέναντι στους ειδικούς και ο χαρακτήρας ενός συνεργάσιμου ασθενούς ανθρώπου.

Στην υπόλοιπη βιοτή του ο πατήρ συνέχιζε το συγγραφικό και μεταφραστικό έργο του. Ολοκλήρωσε δύο μνημειώδη συγγράμματά του, τους «Βίους των Αγίων» και τον τρίτο τόμο της «Δογματικής» του, που διαπραγματεύεται την δογματική πλευρά, περί Εκκλησιολογίας. Η εξέλιξη της τεχνολογίας τότε βοήθησε την εξάπλωση των βιβλίων του. Τα φωτοτυπικά μηχανήματα προσέφεραν την δυνατότητα σε ανθρώπους του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού, να μελετούν αυτά που επιθυμούσαν, είτε αποσπάσματα των συγγραμμάτων του, είτε ολόκληρα τα συγγράμματα. Παράλληλα δεν αναπαυόταν, αλλά συνέχιζε την συνεισφορά του και ως πνευματικός καθοδηγητής.

Είχε βοηθήσει πνευματικά έναν νέο, τον Μπόσκο Μπόιοβιτς. Μέσα σε ένα χρόνο ο π. Ιουστίνος έδωσε πνευματική κατεύθυνση στον νεαρό, με αποτέλεσμα την εμφανή αλλαγή της ζωής του. Το γεγονός αυτό παρακίνησε την μητέρα του Μπόσκο στην ανταπόδοση ευχαριστίας σε εκείνον, θέλοντας να του αγοράσει κάτι. Η ηγουμένη Γλυκερία της είπε, ότι αντ᾿ αυτού, η επιθυμία του αββά ήταν να δει έστω και ένα βιβλίο τυπωμένο, διότι, όπως έλεγε, είναι κι αυτά παιδιά του. Έτσι η χρηματοδότηση των εκδόσεων έγινε από την οικογένεια Μπόιοβιτς, καταφέρνοντας την υλοποίηση ενός ονείρου του π. Ιουστίνου

Η Κοίμηση και η Δόξα του Αγίου

Τα τελευταία έτη ο π. Ιουστίνος γινόταν όλο και πιο απλός. Η μονολόγιστη ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», είχε καταστεί η αναπνοή του, καθώς πολλοί το διαπίστωναν από την συνομιλία μαζί του. Μία άλλη συνήθειά του ήταν, όταν αναχωρούσαν οι επισκέπτες από το μοναστήρι, εκείνος να τους συνοδεύει μέχρι την έξοδο και από την θέση του να τους σταυρώνει και να τους ευλογεί, μέχρις ότου απομακρύνονταν και χάνονταν στον ορίζοντα.

Την 3η του μηνός Απριλίου 1979, η κατάσταση της υγείας του χειροτέρεψε, καθώς υπέστη έμφραγμα του μυοκαρδίου. Οι μοναχές κάλεσαν την απαραίτητη ιατρική βοήθεια. Στην μονή κατέφθασαν δύο ιατροί από το Βελιγράδι και δύο από την Αθήνα. Η κατάσταση μαρτυρούσε ότι ο π. Ιουστίνος ετοιμαζόταν για την επί γης αναχώρησή του και την μετάβασή του κοντά στον πολυαγαπημένο του Ιησού Χριστό και τους αγίους Σάββα και Συμεών Νεμάνια. Τα πνευματικά του τέκνα παρατηρούσαν ότι ο αββάς τους δεν φαινόταν σαν ένας ετοιμοθάνατος αλλά έβλεπαν τα γαλανά του μάτια και το πρόσωπό του φωτεινά από χαρά. Ο π. Ιουστίνος καλούσε κοντά του τα πνευματικά παιδιά του και τις μοναχές της μονής, νουθετώντας τους με τις τελευταίες υποθήκες του. Αποχαιρετούσε με τα λόγια: «Παιδιά, εγώ θα φύγω», προσθέτοντας, επίσης, «Όλα να τα λύνετε από κοινού». Τους ευλόγησε και στην συνέχεια, ολοένα και περισσότερο, σιωπούσε.

Στην εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου του 1979, τελέστηκε αγρυπνία στο μοναστήρι του Τσέλιγιε. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας κοινώνησαν τον π. Ιουστίνο στο κελί του. Ήταν η τελευταία του μετάληψη. Γύρω στις 13:00 το μεσημέρι ακούστηκε μία δυνατή φωνή από το κελί του αββά. Έτρεξαν αμέσως όλοι και διαπίστωσαν ότι ο πνευματικός τους είχε κοιμηθεί. Το πρόσωπό του δεν θύμιζε νεκρό, αλλά ακτινοβολούσε την αιώνια ζωή. Στο χώρο απλώθηκε μία ωραία ευωδία και από τους κλειστούς οφθαλμούς του έρρεαν δάκρυα ασταμάτητα, χαρακτηριστικό και του επίγειου βίου του.

Την 28η Μαρτίου/ 10η Απριλίου 1979 κατέφθασαν στην μονή οι χωρικοί των περιχώρων της σερβικής γης, οι οποίοι τον αποχαιρετούσαν ακίνητοι, κρατώντας ένα αναμμένο κερί, με αίσθημα ευχαριστίας στον Θεό που συνάντησαν και συνομίλησαν με έναν γνήσιο διάκονο του Χριστού. Ο επίσκοπος Σάμπατς-Βάλιεβο Ιωάννης με τον επίσκοπο Ζμπόρνικ και Τούζλας Βασίλειο, μαζί με αρκετούς κληρικούς τέλεσαν την εξόδιο ακολουθία. Επίσης παρέστη κόσμος από την Ελλάδα, το Άγιον Όρος, το Παρίσι και από όλη την Ορθόδοξη οικουμένη. Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο τότε ιερομόναχος Αμφιλόχιος Ράντοβιτς.

Η Ιερά Σύνοδος της Σερβικής Εκκλησίας στην συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 2010, αποφάσισε την αγιοκατάταξή του στον κατάλογο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η μνήμη του τιμάται την 1/14 Ιουνίου.

Προϊόντος του χρόνου το Σερβικό Πατριαρχείο προέβει στην απόφαση της ανακομιδής των τιμίων λειψάνων του αγίου, το Σάββατο της 1ης Ιουνίου 2014. Πάνω από δεκαπέντε χιλιάδες προσκυνητές έφθασαν στην Ιερά Μονή Τσέλιε του Βάλιεβο, για να συμμετάσχουν στο ιστορικό γεγονός της εκταφής του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς. Δύο ημέρες νωρίτερα είχε πραγματοποιηθεί στην Ιερά Μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ η εκταφή των ιερών λειψάνων του αγίου Ιουστίνου, τα οποία με τις δέουσες τιμές τοποθετήθηκαν σε ειδική λάρνακα.

Στην Ιερά Μονή Τσέλιε τελέστηκε Πατριαρχική Θεία Λειτουργία προεξάρχοντος του Πατριάρχη Σερβίας κ. Ειρηναίου. Συλλειτούργησαν αρχιερείς από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, όπως από την Ελλάδα ο Μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος, από την Κύπρο ο Μητροπολίτης Λεμεσού κ. Αθανάσιος, και από το Άγιον Όρος ο Ηγούμενος της Μονής Χιλανδαρίου αρχιμανδρίτης Μεθόδιος. Ο Μακαριστός Προκαθήμενος της Σερβικής Εκκλησίας στο κήρυγμά του αναφέρθηκε στην αγιοκατάταξη του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς πριν από τέσσερα χρόνια, ενώ τόνισε ότι ο άγιος ήταν ένας πνευματικός ηγέτης και θεολόγος της Εκκλησίας της Σερβίας. Στην συνέχεια, με ευλογία του Πατριάρχη Ειρηναίου, τον λόγο έλαβε ο Μητροπολίτης Μπάτσκας, πνευματικό παιδί του αγίου Ιουστίνου, ο οποίος αναφέρθηκε στην ζωή του Οσίου γέροντός του: «Πολλοί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τον γέροντα Ιουστίνο, διότι ήταν μια καθολική προσωπικότητα, ένας πραγματικός άνθρωπος της Εκκλησίας, και ήταν δύσκολο κάποιοι να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν αυτά που βίωναν κοντά του», τόνισε μεταξύ άλλων ο Επίσκοπος Ειρηναίος.

«Όσιε Ιουστίνε (Πόποβιτς) του Τσέλιγιε, πρέσβευε υπέρ ημών».


Σχόλια