Δευτέρα 26 Ιουνίου 2023
Tο Παπικό πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)-Γ
Tο Παπικό πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)-Β.
Έρευνα: Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
ΜΕΡΟΣ -Β
Στις κανονικές διατάξεις της α΄ χιλιετίας δεν συναντάται ο όρος «πρωτείο», αλλά μόνο «πρεσβεία» ή «πρεσβεία τιμής», τα οποία συνδεόνταν με την ιδιαίτερη τιμή που αποδιδόταν σε ορισμένες Εκκλησίες λόγω του σημαντικού κύρους που είχαν στις διεκκλησιαστικές σχέσεις. Κατά τον καθηγητή Β.Φειδά «η θεωρητική αυτή τιμή προς τας αξιολόγους αποστολικάς ή και μητέρας-εκκλησίας απεδόθη διά του κανονικού όρου ‘πρεσβεία τιμής’ και εισήλθε διά του συνοδικού συσήματος εις την ζωήν της εκκλησίας, διότι οι επίσκοποι των τιμωμένων θρόνων προϊσταντο κατά την χειροτονίαν επισκόπου και προήδρευον των συγκαλουμένων συνόδων. Η αναγνωριζομένη εις την τοπικήν εκκλησίαν τιμή απενέμετο εν ταις συνόδοις και εις τον επίσκοπον αυτής. Τα «πρεσβεία τιμής» είχον βεβαίως αναφοράν εις την ενότητα της Εκκλησίας, αλλ’ ήσαν απαλλαγμένα πάσης εννοίας διοικητικής δικαιοδοσίας». Προσεγγίζοντας ιστορικά την εξέλιξη της εκκλησιαστικής διοικήσεως από την απλή Επισκοπή, στη Μητρόπολη, την Εξαρχεία και το Πατριαρχείο (Πενταρχία) γίνεται σαφές ότι η ανάδειξη κάποιων Επισκόπων ως εχόντων τα «πρεσβεία» έναντι άλλων ομοταγών τους, δεν θεμελιώνεται σε κάποιους θεολογικούς ή εκκλησιολογικούς λόγους, αλλά μόνο σε εκκλησιαστικούς.
Τα »Πρεσβεία Τιμής» της Εκκλησίας της Ρώμης
1. Η Ρώμη ήταν το κυριώτερο κέντρο πολιτισμού και προόδου σε όλη σχεδόν την Αυτοκρατορία, όντας μάλιστα και πρωτεύουσά της. Στη Δύση, ιδιαίτερα , δεν υπήρχαν άλλες πόλεις που έστω να πλησίαζαν την αίγλη της.
2. Η Εκκλησία της υπήρξε απ’ αρχής σημαίνουσα, έχοντας δεχθεί το αποστολικό κήρυγμα. Η Παύλεια «προς Ρωμαίους» επιστολή δείχνει ακμάζουσα κοινότητα που διακρινόταν για τη φιλανθρωπία της, πλούσια και πρόθυμη σε βοήθεια άλλων εμπεριστάτων Εκκλησιών («προκαθημένη της αγάπης» κατά τον Ιγνάτιο).
3. Παράλληλα, η Εκκλησία της Ρώμης στους μεταποστολικούς χρόνους παρουσίασε έντονη ιεραποστολική δράση στη Δύση, παράλληλα με τις χιλιάδες των μαρτύρων που προσέφερε στην Εκκλησία του Χριστού.
Δεν είναι λοιπόν παράξενο που όχι μόνο μεμονωμένες Πατερικές φράσεις δείχνουν το μεγαλείο της, αλλά ακόμα και στα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων συχνά απονέμεται η τιμή στην «αποστολική καθέδρα»,στον «αποστολικό θρόνο», «του αγίου και κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου» στην Εκκλησία της «μεγίστης Ρώμης» και στον επίσκοπό της που κάθεται επί της «Πέτρου καθέδρας».
Οι Πατέρες της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου θεωρώντας δεδομένα τα «πρεσβεία τιμής» της Ρώμης θέλησαν να παραχωρήσουν και στο Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, διατηρώντας την πρωτοκαθεδρία της Ρώμης : «Τὸν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετὰ τὸν τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπον, διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν νέαν Ῥώμην». Στην προκειμένη περίπτωση, οι Πατέρες αναφέρονται στην παραχώρηση των πρεσβείων στην Κωνσταντινούπολη λόγω της πολιτικής της σημασίας «διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν νέαν Ῥώμην», χωρίς όμως να αναφέρονται στην αιτία χορηγήσεως της πρωτοκαθεδρίας στη Ρώμη.
Τα πρεσβεία της Ρώμης δεν αποδίδονται τώρα για πρώτη φορά. Είναι εξ «έθους» αναγνωρισμένα και τώρα «η εν λόγω τιμή λαμβάνει διά του κανόνος τούτου εν είδος νομικής επικυρώσεως».
Σύμφωνα με την απόφαση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου τα πρεσβεία τιμής παραχωρήθηκαν στην Εκκλησία της Ρώμης όχι από τον Κύριο, αλλά από τους «Πατέρες» . Δεν εδράζονται επί Κυριακής εντολής, ή αγιογραφικού χωρίου ή αποστολικής παραδόσεως, έστω και προφορικής, αλλά στην σπουδαιότητα της πόλεως ως πρωτευούσης και στο συνεπαγόμενο αυξημένο κύρος και την επιρροή της τοπικής Εκκλησίας στην Καθολική Εκκλησία. Συνεπώς, δεν είναι «θείω δικαίω», αλλά εκκλησιαστικώ !
Από τα πρεσβεία Τιμής στο αλάθητο και στο πρωτείο εξουσίας
Είναι αλήθεια, ότι η όλη προσπάθεια των παπών της Ρώμης να μετατρέψουν το πρωτείο τιμής (primus inter pares), σε πρωτείο εξουσίας (primus) δεν ευδοκίμησε τελικά μέσα στους κόλπους της καθόλου Εκκλησίας, αν και υπήρξαν κατά καιρούς «καλοθελητές» και άγιοι ακόμη, που με περισσή ευκολία και ίσως αγαθότητα ήταν πρόθυμοι να το αποδώσουν στον προκαθήμενο της ρωμαϊκής Εκκλησίας, χωρίς να πονηρευτούν, ότι και η παραμικρή νύξη θα προσλαμβάνονταν από τη Ρώμη, ως απόδειξη της υπεροχής της αυθεντίας της έναντι της καθόλου Εκκλησίας. Διάφορες κατά καιρούς προσπάθειες της Ρώμης να θεμελιώσουν την αξίωση του πρωτείου, συνάντησαν πολλές φορές χλιαρές μόνον αντιδράσεις από τους Πατέρες της Ανατολής, οι οποίοι έθεταν ως πρώτη προτεραιότητα το ασάλευτον της Πίστης και θεωρούσαν αυτό ως το «κινδυνευόμενον» και σε δεύτερο βαθμό το πρωτείο. Από την άλλη, τόσον ο σεβασμός των Πατέρων προς την πρώτη αποστολική καθέδρα, όσο και η «φασιστικώ τω τρόπω» αντιμετώπιση του θέματος από την καθέδρα αυτή «έθετο φυλακήν τοις στόμασι» των Πατέρων (άγιος Νεκτάριος).
Μετά το Σχίσμα του 1054, η Ρώμη κυριολεκτικά «ξεσάλωσε» και έφτασε στο σημείο το παπικό πρωτείο να καταστεί, μαζί με το αλάθητο, επίσημη θέση της ΡΚαθολικής «εκκλησίας» στην Α΄ Βατικανή σύνοδο της Ρώμης το 1870 υπό τον Πάπα Πίο Θ΄.
Με την ανακήρυξη του παπικού πρωτείου και αλαθήτου ως δόγματος πίστεως από την Α΄ Βατικανή «Οικουμενική» Σύνοδο έκλεισε ο κύκλος της αμφισβητήσεως στη Δύση της θεωρίας του παπικού πρωτείου [Σύνοδοι Πίζας (1409), Κωνσταντίας με τα περίφημα διατάγματα Sacrosancta και Frequens (1414-1418), Βασιλείας (1431-1439), Τριδέντω (1545-1563]. Η αναγωγή του πρωτείου, ενός θέματος εκκλησιαστικής και κανονικής τάξεως, ως δόγματος πίστεως, ως θεμελιώδους δογματικής διδασκαλίας, απαραίτητης για τη σωτηρία, ενίσχυσε ασφαλώς τον παπικό θεσμό, αλλά εν τούτοις τον οδήγησε σε μία «ακαμψία» και ουσιαστικά τον εγκλώβισε στην εσωτερική αυταρέσκεια της παπικής αυθεντίας και ουσιαστικά έπληξε το πραγματικό εκκλησιαστικό κύρος του.
Εκεί, ο Πάπας αναφέρεται ως ο τοποτηρητής του Χριστού και μοναδικός αντιπρόσωπός του πάνω στη γη. Είναι ο αρχηγός και η ορατή κεφαλή της Εκκλησίας, δηλ. στο πρόσωπό του συνοψίζεται ολόκληρη η Εκκλησία, η θέση όμως αυτή είναι καθαρά αιρετική, αφού η αλήθεια είναι, ότι μόνον ο Χριστός είναι κεφαλή και αρχηγός της Εκκλησίας. Αυτό το βρίσκουμε στην προς Εφεσίους επιστολή: «και πάντα υπέταξεν (ο Πατέρας) υπό τους πόδας αυτού, και αυτόν (τον Χριστό) έδωκεν κεφαλήν υπέρ πάντα τη εκκλησία, ήτις εστί το σώμα αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (1. 22-23). Έτσι, ο Πατέρας καθιστά το Χριστό κεφαλή της Εκκλησίας του, που είναι το σώμα του και κανέναν άλλον.
Στη Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο (1962-1965) ο Παπισμός προσπάθησε να απεγκλωβιστεί από την απολυτοποίηση του πρωτείου-αλαθήτου, τονίζοντας ιδιαίτερα την καθολικότητα της τοπικής Εκκλησίας και τη διακονία του πρωτείου και αλαθήτου μέσα σε συνοδικά πλαίσια. Θα πρέπει όμως να τονιστεί ότι η Β΄ Βατικάνειος Οικουμενική Σύνοδος «καίτοι εδημιούργησεν νέον πνεύμα εις τας σχέσεις με τας άλλας εκκλησίας («αδελφές εκκλησίες», αναγνώριση της πνευματικότητος, της λατρείας κοκ), καίτοι εξ απόψεως διαθέσεως η ατμόσφαιρα άλλαξε δι’ αυτής, ουδέν το ουσιώδες εις το εκκλησιαστικό οικοδόμημα του Βατικανού τροποποίησε. Όπως άλλωστε είχε δηλωθεί επισήμως υπό του ανδρός, όστις συνεκάλεσεν την Β΄ Βατικάνειον Πάπα Ιωάννου 23ου «ουδέν νέον δόγμα θα διατυπωθεί και ουδέν παλαιόν θα επαναληφθή». Με τις Βατικάνειες λοιπόν Συνόδους δεν έχουμε στο εξής μια απλή ή σοβαρή, έντονη ή διακριτική διεκδίκηση, όπως στα χρόνια του ενωμένου Χριστιανισμού, αλλά δόγμα πίστεως, απαραίτητο πλέον για τη σωτηρία. Η τυχόν άρνησή του επισύρει τα τέσσερα «αναθέματα» της Α΄ Βατικανής «Οικουμενικής» Συνόδου.
Ακολούθως, στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως και του διμερούς Θεολογικού Διαλόγου με την Ορθόδοξη Εκκλησία γίνεται προσπάθεια για την αναζήτηση μιας άλλης ερμηνείας του παπικού πρωτείου, η οποία να διευκολύνει την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Ή για να χρησιμοποιήσω τα ίδια τα λόγια του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄ «ακούω την έκκληση που μου απευθύνεται να εύρω μία μορφή ασκήσεως του πρωτείου ανοικτή στη νέα πραγματικότητα, αλλά χωρίς παραίτηση από τα ουσιώδη της αποστολής του.
Συνεχίζεται.....
Παρασκευή 23 Ιουνίου 2023
Tο Παπικό πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)-MEΡΟΣ-Α
visit counter
Tο Παπικό
πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)
Έρευνα: Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
Τί είναι
το Παπικό Πρωτείο
Το παπικό πρωτείο είναι μια θεωρία, η οποία αναπτύχθηκε κυρίως
από τον 5ο αιώνα στη Ρώμη (χωρίς να λείπουν και προγενέστερες προσπάθειες), για
την εξαιρετική αυθεντία του Πάπα σε ολόκληρη την Εκκλησία. Ο Πάπας της Ρώμης
είχε τιμηθεί με τα πρώτα «πρεσβεία τιμής» (κανόνες ς΄ της Α΄, γ΄ της Β΄, κη΄
της Δ΄ και λς΄ της Πενθέκτης) μεταξύ των πέντε πατριαρχών και χαρακτηριζόταν ως
πρώτος μεταξύ ίσων (primus inter pares).
Η θεωρία του παπικού πρωτείου θεμελιώθηκε στην διαμόρφωση μιας
νέας διδασκαλίας για το ιδιαίτερο «λειτούργημα του Πέτρου» (officium Petri) στο
χορό των Αποστόλων. Σύμφωνα με την διδασκαλία αυτή, ο απόστολος Πέτρος παρέλαβε
από το Χριστό το πλήρωμα της αποστολικής εξουσίας, την οποίαν μετεβίβασε και
στους άλλους αποστόλους. Υπό το πνεύμα αυτό, ο Πάπας της Ρώμης ως διάδοχος του
Πέτρου (successor Petri) προβλήθηκε και ως συνεχιστής του λειτουργήματος του
Πέτρου στην Εκκλησία, ενεργώντας ως τοποτηρητής του (vicarius Petri) ή και ως ο
ίδιος ο Πέτρος (Petrus ipse) και διαιωνίζοντας το λειτούργημα του Πέτρου στη
ζωή της Εκκλησίας. Με τη θεωρία αυτή, ο Πάπας διεκδικούσε την υπεροχή της
αυθεντίας του και έναντι της Οικουμενικής Συνόδου, ενώ από τον 11ο αιώνα
επεξέτεινε την αξίωση αυτή και έναντι των φορέων της πολιτικής εξουσίας. Σύμφωνα
με την εξουσία των δυο ξιφών, ο Πάπας παραλαμβάνει από τον Χριστό τόσο την
ιερατική, όσο και την πολιτική εξουσία. Την μεν πρώτη, για να την ασκεί ο
ίδιος στην Εκκλησία, την δε άλλη για να την αναθέτει στους κοσμικούς άρχοντες,
με το δικαίωμα ελέγχου του τρόπου ασκήσεώς της (θεωρία των δυο ξιφών). Η
Ορθόδοξη Εκκλησία αποδοκίμαζε πάντοτε τη θεωρία του παπικού πρωτείου, η οποία
υπήρξε η κύρια αιτία του Σχίσματος του 1054.
Ο Απόστολος Πέτρος και τα πρωτεία της
Αποστολικότητας
Τα σπέρματα της θεωρίας αυτής του παπικού πρωτείου βρίσκονται
στα Ευαγγέλια και στις Πράξεις των Αποστόλων. Ο απόστολος Πέτρος θεωρείται ο
κορυφαίος των αποστόλων και από τον Παπισμό, ως ο ιδρυτής της Εκκλησίας της
Ρώμης. Απλός αγράμματος ψαράς με το όνομα Συμεών ή την ελληνική εκδοχή Σίμων,
κλήθηκε από τον Χριστό να γίνει μαθητής του, ως δευτερόκλητος μετά τον αδελφό
του απόστολο Ανδρέα. Υπήρξε η δεσπόζουσα μορφή της πρώτης Εκκλησίας ως το
θάνατό του το 64 μ.Χ. Ο Χριστός τον ονόμασε Κηφά, δηλ. βράχο/λίθο, από όπου η
ονομασία του Πέτρος στην ελληνική και Petrus στη λατινική, όπου η αραμαϊκή λέξη
kepha αντιστοιχεί στη λέξη petra. Ήταν γιος του Ιωνά και νυμφευμένος και
συνεργάτης με τους Ιάκωβο και Ιωάννη. Ήταν μια σύνθετη και πολύ ανθρώπινη
προσωπικότητα, ταλαντευόμενος και ασταθής, παρορμητικός και βίαιος, ευερέθιστος
και με συχνές εκρήξεις θυμού. Ευγενικός και ικανός για μεγάλη πίστη και αγάπη.
Μάθαινε αργά και αρκετές φορές έσφαλλε, αργότερα όμως, όταν ανέλαβε ευθύνες,
απέδειξε ωριμότητα και ικανότητα, η δε ισχυρή προσωπικότητά του πρέπει ασφαλώς
να έπαιξε κάποιο ρόλο στο προβάδισμά του έναντι των άλλων Αποστόλων.
Τα συνοπτικά Ευαγγέλια γενικά συμφωνούν και τονίζουν με την
ίδια έμφαση την πρωτοκαθεδρία του Πέτρου ανάμεσα στους δώδεκα Αποστόλους.
Επίσης συμφωνούν στο γεγονός, ότι ο Πέτρος μιλούσε εξ ονόματος της ομάδας και
απέλαυνε κάποιας πρωτοκαθεδρίας έναντι των άλλων μαθητών, το δε όνομά του
αναφέρεται πρώτο στη σειρά. Ήταν ο εκπρόσωπος και ο συλλογικός εκφραστής των
μαθητών. Η εντολή του Χριστού «ποίμενε τα πρόβατά μου» και «βόσκε τα αρνία μου»
επιβεβαιώνει το μεγάλο κύρος του Πέτρου στην Αποστολική Εκκλησία, το οποίον
διαφαίνεται στη Σύνοδο των Ιεροσολύμων. Σ’ αυτόν πρώτον από τους δώδεκα
Αποστόλους εμφανίστηκε ο Χριστός μετά την Ανάσταση. Από τα Ευαγγέλια, τα τρία
πρώτα τονίζουν ακριβώς αυτή την πρωτοκαθεδρία του Πέτρου, ενώ το τέταρτο του
Ιωάννη έμμεσα την αμφισβητεί. Ο Ιωάννης καταγράφει, ότι ήταν αυτός που γνώρισε
τον Πέτρο στο Μεσσία, αυτός ήταν ο μαθητής «ον
ηγάπα» ο Ιησούς και τη στενή σχέση του με τον Χριστό. Παρ’ όλα αυτά, δεν
αρνείται το μεγάλο κύρος του Πέτρου αναφέροντας τα λόγια του Χριστού «ποίμαινε τα πρόβατά μου» και «βόσκε τα αρνία μου» (Ιω. 21. 15-16),
παρ’ όλον ότι σ’ ολόκληρο το ευαγγέλιο φαίνεται να μοιράζεται ο Πέτρος την
πρωτοκαθεδρία του με τον Ιωάννη .
Κήρυξε στη Σαμάρεια, στη Λύδδα, στην Ιόπη, στην Καισάρεια και
στα Ιεροσόλυμα, όπου παρέδωσε αργότερα την εκεί διαποίμανση στον Ιάκωβο. Στην
αποστολική του δραστηριότητα συνοδευόταν από τη σύζυγό του (Κορ. Α΄ 9. 5) αγία
Περπέτουα (30 Ιουνίου). Ο ίδιος στην Α΄ επιστολή του αναφέρει αποστολική
περιοδεία στον Πόντο, Γαλατία, Καππαδοκία, Ασία και Βιθυνία. Μαρτύρησε στη Ρώμη
το 64, με το διωγμό του Νέρωνα, σταυρώθηκε δε με την κεφαλή προς τα κάτω,
σύμφωνα με δική του θέληση, σαν ένδειξη σεβασμού προς τον Κύριό του. Η μνήμη
του εορτάζεται στις 29 Ιουνίου μαζί με τον απόστολο Παύλο, η δε προσκύνηση των
αλυσίδων του αποστόλου Πέτρου εορτάζεται στις 16 Ιανουαρίου. Επίσης, η θυγατέρα
του αποστόλου Πέτρου, οσία Πετρονίλλα, εορτάζει στις 31 Μαΐου.
Σε κανένα βιβλίο της Κ. Διαθήκης δεν αναφέρεται σαφώς η
παρουσία του Πέτρου στη Ρώμη. Όμως η αναφορά του ιδίου στην Α΄ επιστολή στους «εν Βαβυλώνι» είναι μια αρκετά αξιόπιστη
ένδειξη, ότι ο Πέτρος κάποια περίοδο της ζωής του διέμεινε στη Ρώμη (Πέτρ. Α΄
5. 13). Η ισχυρότερη ένδειξη σε ενίσχυση της θέσης, ότι ο Πέτρος μαρτύρησε στη
Ρώμη βρίσκεται στην προς Ρωμαίους επιστολή του Ρώμης Κλήμη Α΄ το 96 (5. 1- 6.
4). Αλλά και μεταγενέστερες μαρτυρίες συνηγορούν στο ότι ο Πέτρος μαρτύρησε στη
Ρώμη επί Νέρωνα, όπως: Στις Αποστολικές
Διαταγές, στο Πασχάλιο Χρονικό της
Εκκλησίας Ιεροσολύμων, στην Επιστολή του
Ρώμης Κλήμη Α΄ προς τον Ιεροσολύμων Ιάκωβο, στον Κύπρου Επιφάνιο, στον Ευσέβιο,
στον Λουγδούνου Ειρηναίο, στον Κορίνθου άγιο Διονύσιο, στον Γάϊο τον πρεσβύτερο, στον Συναξαριστή,
στο Απολυτίκιο
του αγίου και στις ιστοσελίδες των Πατριαρχείων
Αλεξανδρείας και Αντιοχείας.
Ο Πέτρος αναδείχθηκε, αμέσως μετά το θάνατο του Χριστού, ως ο
ηγέτης της πρώτης Εκκλησίας. Επί 15 περίπου χρόνια μετά την Ανάσταση, η μορφή
του Πέτρου κυριάρχησε στην κοινότητα. Προΐσταται στην εκλογή του Ματθία ως
αποστόλου. Ήταν ο πρώτος που έλαβε το λόγο και κήρυξε την ημέρα της
Πεντηκοστής. Επίσης μίλησε εξ ονόματος των αποστόλων στο ιουδαϊκό θρησκευτικό
δικαστήριο, στην Ιερουσαλήμ. Ο Πέτρος οδήγησε τους δώδεκα στη διεύρυνση της
Εκκλησίας «δια πάντων» (Πράξ. 9. 32).
Από την παράθεση στοιχείων, αγιογραφικών, αγιοπατερικών και
ιστορικών, μάλλον οδηγούμεθα στο συμπέρασμα, ότι υπήρχε εκκλησιαστική (όχι
απαραίτητα ρωμαϊκή) παράδοση, περί της καταφανούς ανωτερότητας του Πέτρου
έναντι όλων των άλλων Αποστόλων και της παρουσίας του στη Ρώμη, στα οποία
στηρίζονται οι παπικοί, για να θεμελιώσουν το πρωτείο τους.
Στα αγιογραφικά στοιχεία, πράγματι φαίνεται, ότι υπάρχει μια
ιδιαίτερη προτίμηση στον Πέτρο, έναντι των άλλων αποστόλων. Π.χ. στο «συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα
οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής. Και δώσω σοι τας κλεις της βασιλείας των
ουρανών…..» (Ματθ. 16. 18-19),
στο «ποίμαινε τα πρόβατά μου»
(Ιω. 21. 15-17), στο «αλλ’ υπάγετε είπατε
τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω…..»
(Μάρκ. 16. 7) ή στο «και συ ποτε
επιστρέψας στήριξον τους αδελφούς σου»
(Λουκ. 22. 32), δείχνεται μια ιδιαίτερη προτίμηση προς τον Πέτρο, πράγμα που
δεν δείχνεται στους άλλους μαθητές, όπως π.χ. στον Ιωάννη, τον μαθητή «ον ηγάπα». Στην προηγούμενη δε
αποστροφή, η αναφορά ιδιαίτερα στον Πέτρο και συλλήβδην στους άλλους μαθητές,
δείχνει αυτή την ιδιαιτερότητα. Εξ άλλου, η Εκκλησία θεωρεί τον Πέτρο ως τον
κορυφαίο μαθητή και όχι μόνο. Επίσης αναφέρεται, ότι είναι εκείνος που αγάπησε
το Θεό περισσότερο από κάθε άλλον: «Δεν είμαστε πιο δυνατοί από το Σαμψών, ούτε
σοφώτεροι από τον Σολομώντα, ούτε πιο γνωστικοί από τον θεϊκό Δαβίδ, ούτε αγαπάμε τον Θεό περισσότερο από τον
κορυφαίο Απόστολο Πέτρο…..» (αγίου Ησυχίου Ιεροσολύμων, Κεφάλαια Αντιρρητικά,
Α΄ Εκατοντάς. ΕΠΕ – Φ 13. 471).
Αλλά και από την πλευρά του αποστόλου Πέτρου έχουμε προσπάθεια
εξάσκησης πρωτείου (η οποία δεν ευδοκίμησε), στην περίφημη Σύνοδο των
Ιεροσολύμων το 50 μ.Χ για το θέμα της
σωτηρίας ή μη των εξ εθνών Χριστιανών (μη περιτετμημένων), καθώς και κατά των
αιρετικών Σίμωνα του μάγου και Κηρίνθου. Στη Σύνοδο αυτή συγκεντρώθηκαν όλοι οι
απόστολοι και οι πρεσβύτεροι, ο Παύλος και ο Βαρνάβας. Αφού έγινε συζήτηση για
τα θέματα αυτά σηκώθηκε ο Πέτρος και τους είπε: «Αδελφοί, εσείς ξέρετε καλά ότι
ο Θεός από παλιά με διάλεξε από όλους
μας εμένα, για ν’ ακούσουν οι εθνικοί από το στόμα μου το λόγο του ευαγγελίου
και να πιστέψουν». (Πράξεις 15. 7). Ο Πέτρος λοιπόν είναι ο απόστολος των
εθνών, κατά τα λεγόμενά του και όχι ο Παύλος, είναι αυτός που θα είναι ο
ποιμένας όλων των εθνών, μιας και ο ίδιος ο Θεός του εμπιστεύθηκε αυτό το ρόλο μεταξύ όλων των αποστόλων, πράγμα που
είναι απότοκο της εντολής του Κυρίου «ποίμαινε
τα πρόβατά μου» (Ιω. 21. 16).
Αλλ’ εκτός των αγιογραφικών παραπομπών,
υπάρχουν και οι αγιοπατερικές και οι ιστορικές, που ανυψώνουν τον Πέτρο σε
υψηλότερο βάθρο, δηλαδή μπορούμε να πούμε, σ’ αυτό του πρωτείου διαποίμανσης
και διδασκαλίας και όχι μόνο του πρωτείου τιμής, δόθηκε δε αυτό το προνόμιο και
στον εκάστοτε Πάπα με ένα ιδιάζοντα καταστατικό τρόπο, από Συνόδους, Αγίους και
αυτοκράτορες: Από τον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη και το Μ. Βασίλειο, από τις Συνόδους
Σαρδικής, Γ΄ Οικουμενική, Δ΄
Οικουμενική, Καρθαγένης και την Ιγνατιανή. Επίσης υπάρχει νομοθετική
κύρωση του πρωτείου με τον 131 νόμο του Ιουστινιανού Α΄. Το πρωτείο
αναγνωρίζουν, άμεσα ή έμμεσα επίσης, οι άγιοι της Εκκλησίας μας: πάπας
Κλήμης Α΄, Αντιοχείας Ιγνάτιος, Λουγδούνου (Λυών) Ειρηναίος, πάπας Ανίκητος, πάπας Στέφανος Α΄, Ιερώνυμος,
Ιππώνος Αυγουστίνος, πάπας
Κελεστίνος Α΄, Αλεξανδρείας Κύριλλος
Α΄, πάπας Λέοντας Α΄, Κων/πόλεως Ανατόλιος, πάπας Αγαπητός Α΄, πάπας
Γρηγόριος Α΄ Διάλογος, πάπας Μαρτίνος Α΄, αυτοκράτορας Μαρκιανός, αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄, πάπας Αγάθωνας,
άγιος Θεόδωρος Στουδίτης, άγιος Ιγνάτιος
Κων/πόλεως, Μ. Φώτιος.
Συνεχίζεται
Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023
ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΕΦΕΣΟΥ ''ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΡΘΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ'' (ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΘΗΚΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ)
Κατά την διάρκεια των συζητήσεων ένα από τα επίμαχα θέματα
ήταν η μονομερής εκ μέρους των Λατίνων προσθήκης
στο Σύμβολο της Πίστεως του FILIOQUE.
O Άγιος Μάρκος παρουσιάζοντας τις ορθόδοξες θέσεις απέδειξε μέσα από κείμενα αγίων Πατέρων και των
Οικουμενικών Συνόδων ότι η Προσθήκη αυτή ήταν παράτυπη
και αυθαίρετη καινοτομία, που διετάρασσε τις σχέσεις των Προσώπων
της Αγίας Τριάδος και εισήγε μία φοβερή αίρεση στην Εκκλησία. Η ομιλία του Αγίου Μάρκου επιγράφεται ''Ομολογία περί της ορθής πίστεως'' (
P.G. 160, 100 κ.ε.). Εδώ παρατίθεται
το τελευταίο μέρος της Ομολογίας, το ειδικώς
αναφερόμενον στην Προσθήκη του FILIOQUE
(προηγουμένως ο Άγιος Μάρκος είχε
αποδείξει ότι το FILIOQUE αποτελεί αίρεση καταδικαστέα από τους Αγίους Πατέρες
και τις Οικουμενικές Συνόδους).
''Το ιερόν της πίστεως σύμβολον
ακίνητον δει φυλάττεσθαι κρίνω ως εξεδόθη
και
ους αποβάλλονται συναποβαλλόμενοι, ουδέποτε εις κοινωνίαν προσδέξομαι, τους τολμήσαντας εν τω συμβόλω
την καινοτομίαν προσθήναι
περί της Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως, έως αν εμμένωσιν τη τοιαύτη
καινοτομία. Ο γαρ κοινωνών φησί τω ακοινωνήτω και αυτός ακοινώνητος έστω, και ο θείος
Χρυσόστομος εξηγούμενος το, ει
τις ευαγγελίζεται υμίν πρ' ό παρελάβετε, ανάθεμα. Ουκ είπε, φησίν, εάν εναντία καταγγέλλωσιν, ή το παν ανατρέπωσιν, αλλά,
καν μικρόν τε ευαγγελίζωνται, παρ' ό παρελάβετε,
καν το τυχόν παρακινήσωσιν, ανάθεμα έστωσαν. Και ο αυτός αύθις; οικονομητέον ένθα μη παρανομητέον. Και ο
μέγας Βασίλειος εν τοις ασκητικοίς φανερά έκπτωσις
πίστεως και υπερηφανίας κατηγορία, ή αθετείν
τι των γεγραμμένων ή επεισάγειν των μη γεγραμμένων, του Κυρίου ημών Ιησού ειπόντος, τα εμά πρόβατα της φωνής μου ακούει. Και
προ τούτου ειρηκότος, αλλοτρίω δε ου μοι ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ' αυτού, ότι ουκ οίδασι
την φωνήν των αλλοτρίων, και εν τη μονάζοντας επιστολή,
οίτινες την υγιή πίστιν προσποιούντες ομολογείν, κοινωνούσι δε τοις ετεροφρόσι, τους τοιούτους, ει μετά
παραγγελίαν μη αποστώσι, μη μόνον
ακοινωνήτους έχειν, αλλά μηδέ αδελφούς
ονομάζειν. Και προ τούτου ο
Θεοφόρος Ιγνάτιος εν τη προς τον θείον Πολύκαρπον Σμύρνης
επιστολή, πας ο λέγων, φησί, παρά τα
διατεταγμένα, καν αξιόπιστος ή, καν νηστεύη, καν σημεία ποιεί, καν προφητεύη, λύκος σοι φαινέσθω εν προβάτου δορά,
προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος. Και
τι δει πολλά λέγειν, άπαντες οι της Εκκλησίας διδάσκαλοι, πάσαι αι σύνοδοι, πάσαι αι θεία γραφαί
φεύγειν τους ετερόφρονας παραινούσι, και της αυτών κοινωνίας διίστασθαι. Τούτων ουν εγώ πάντων καταφρονήσας, ακολουθήσω τοις εν θείον σύμβολον
κιβδηλεύσασι, και τον Υιόν επεισάγουσι δεύτερον αίτιον του Αγίου Πνεύματος. Τα γαρ λοιπά των ατοπημάτων
εκ τόγε νυν έχον, ων και έν μόνον
ικανόν ήν ημάς εξ αυτών διαστήσαι, μη πάθοιμι τούτό ποτε, Παράκλητε αγαθέ, μη δ' ούτως εμαυτού και
των καθηκόντων λογισμών αποπέσοιμι, της δε σης διδασκαλίας και των υπό σου εμπνευσθέντων μακαρίων ανδρών εχόμενιος, προστεθείην προς τους εμούς
πατέρας, τούτο ειμή τι και άλλο εντεύθεν αποφερόμενος την ευσέβειαν''.
''Τούτο το Σύμβολον απαιτούμεν υμάς, ω φίλοι, την καλήν παρακαταθήκην των ημετέρων Πατέρων,
των εν τη ημετέρα βασιλίδι
πόλει συναθροισθέντων. Απόδοτε
τοίνυν τούτο, καθώς παρελάβετε παρ' ημών. Εί τις υμίν ενεπίστευσε παρακαταθήκην, ουκ αν αυτήν, ως
παρελάβατε, παρεδώκατε; απόδοτε τοίνυν και το
των πατέρων Σύμβολον, ως ελάβατε. Ου δέχεται προσθήκην, ου δέχεται
μείωσι. Κέκλεισται παρ' αυτών και
εσφράγισται και τους τολμώντας τούτο καινοτομείν αποπέμπονται, και τους έτερον παρ' αυτό ποιούντας
ευθύναις υπάγουσι. Μικρόν
υμίν η γενομένη
της λέξεως προσθήκη
είναι δοκεί, και ολίγος ο περι ταύτης
λόγος; ουκούν και εξαιρεθείσα μικρόν αν βλάψειεν ή
ουδέν, μάλλον δε ωφελήσει τα μέγιστα. Συνάψει
γαρ Χριστιανούς άπαντας. Αλλά μέγα το γεγονός και πολύς ο περί τούτου λόγος.
Ουκούν ουδέ ημείς αμαρτάνομεν πολύν ποιούμενοι τον περί τούτου
λόγον. Δι' οικονομίαν τινά προσετέθη; δι' οικονομίαν
αφαιρεθήτω πάλιν, ίνα προσλάβησθε αδελφούς σπαραττομένους και την αγάπην ούτω περί πολλού ποιουμένους. Παρακαλούμεν τοίνυν υμάς, ω πατέρες
και αδελφοί και κύριοι τιμιώτατοι, ως πρότερον
παρεκαλέσαμεν, διό τα σπλάγχνα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του αγαπήσαντος ημάς, αχρείους όντας και
αμαρτωλούς και απεγνωσμένους, και την ψυχήν
αυτού θέντος υπέρ ημών, επανέλθωμεν προς την καλήν συμφωνίαν την προς ημάς αυτούς και τους αγίους Πατέρας, ήν
είχομεν πρότερον, ότε το αυτό πάντες ελέγομεν, και ουκ ήν εν ημίν σχίσμα τι. Επιγνώμεν αλλήλους
αδελφικώς. Αιδεσθώμεν τους κοινούς Πατέρας ημών. Τιμήσωμεν αυτών τους όρους.
Φοβηθώμεν
αυτών τας απειλάς. Φυλάξωμεν τας παραδόσεις, ίνα
ομοθυμαδόν εν ενί στόματι και μια
καρδία δοξάσωμεν το πάντιμες και μεγαλοπρεπές όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος
νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν''.
(= το ιερό
σύμβολον της πίστεως κρίνω ότι πρέπει να φυλάσσεται ακίνητο όπως εξεδόθη και ας αποβάλλομεν (από την Εκκλησία)
όσους αποβάλλονται (πρέπει
να απομακρύνονται από την Εκκλησία), ποτέ δεν θα δεχθώ σε κοινωνία όσους τόλμησαν
στο σύμβολο να προσθέσουν την καινοτομία περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, όσο εμμένουν σε
αυτήν την καινοτομία. Γιατί όποιος έχει κοινωνία με τον ακοινώνητο και αυτός ας
είναι ακοινώνητος. Και ο θείος Χρυσόστομος εξηγώντας
το, εάν κάποιος ευαγγελίζεται σε σας ενάντια σε ό, τι παραλάβατε, ανάθεμα, δεν είπε, λέγει (ο ιερός
Χρυσόστομος), έαν τα αντίθετα αναγγέλλουν, ή
ανατρέπουν τα πάντα,
αλλά, και αν ακόμη κάτι μικρό ευαγγελίζονται ενάντια σε όσα παραλάβατε,
και αν κάτι ίσως μετακινήσουν, ας
αναθεματίζονται. Και ο ίδιος λέγει πάλι,
μπορεί να γίνεται οικονομία όπου δεν γίνεται παρανομία (''οικονομητέον ένθα μη παρανομητέον''). Και ο Μέγας Βασίλειος στο έργο του ''Ασκητικά'' λέγει ότι είναι
φανερή έκπτωση της πίστεως και κατηγορία για υπερηφάνια, το να αθετείς
κάτι από τα γεγραμμένα ή να
εισάγεις κάτι που δεν είναι γεγραμμένο, καθώς και ο Κύριος ημών Ιησούς είπε; ''τα δικά μου πρόβατα ακούουν την φωνή μου, τον ξένον δεν θα ακολουθήσουν, αλλά θα φύγουν από αυτόν,
διότι δεν αναγνωρίζουν την φωνή των ξένων''
(Ιω. 10, 5). Και στην επιστολή προς τους μοναχούς ( επιστολή Μεγάλου Βασιλείου ''προς μονάζοντας'') λέγει ότι
αυτοί που προσποιητά ομολογούν την υγιή πίστη,
έχουν όμως κοινωνία με όσους φρονούν διαφορετικά (τους ετεροδόξους), αυτούς, εάν τους ειδοποιήσουμε και τους ενημερώσουμε και δεν απομακρυνθούν από αυτούς, όχι μόνον
να μην έχουμε κοινωνία μαζί τους, αλλά ούτε αδελφούς να τους ονομάζουμε. Και πριν από αυτόν ο θεοφόρος
Ιγνάτιος στην επιστολή του προς τον άγιο Πολύκαρπο
επίσκοπο Σμύρνης λέγει ότι, καθένας
που λέγει κάτι αντίθετο από τα διατεταγμένα, και αν ακόμη είναι αξιόπιστος, κι αν νηστεύει, κι αν κάνει θαύματα, κι αν
προφητεύει, να σου φαίνεται ως λύκος με δέρμα προβάτου, που επιδιώκει την φθορά των προβάτων. Και γιατί πρέπει να
λέμε πολλά, όλοι οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας,
όλες οι σύνοδοι, όλες οι θείες γραφές μας προτρέπουν να αποφεύγουμε τους ετεροδόξους (ετερόφρονας), και να
απομακρυνόμαστε από την κοινωνία μαζί τους.
Όλους αυτούς εγώ να τους περιφρονήσω και να ακολουθήσω αυτούς που νόθευσαν
το Σύμβολο της Πίστεως, εισάγοντας
και τον Υιό ως δεύτερον αίτιον του
Αγίου Πνεύματος. Γιατί και τα υπόλοιπα ατοπήματά
τους πέρα από το συγκεκριμένο βεβαίως, εκ των οποίων ατοπημάτων έστω και ένα μόνον ήταν ικανό να μας φέρει
σε διάσταση. Να μην το πάθω αυτό ποτέ, Παράκλητε
αγαθέ, να μην ξεπέσω έτσι από τον εαυτό
μου και από τους κατάλληλους και πρέποντες λογισμούς. Κατέχοντας την διδασκαλία σου (την αγιοπνευματική) και των μακαρίων
ανδρών που ενεπνεύσθησαν από Σένα, θα προσέθετα
τον εαυτόν μου μαζί με τους αγίους Πατέρες μου, αν μη τι άλλο αποκομίζοντας από αυτούς την ευσέβεια.
Τούτο το Σύμβολο απαιτούμεν από σας, φίλοι, την καλή
παρακαταθήκη δηλαδή των Πατέρων μας,
που συγκεντρώθηκαν στην δική μας βασιλική πόλη
(εννοεί τους αγίους
Πατέρες που συγκεντρώθηκαν στην Βασιλεύουσα και συνέταξαν το Σύμβολο της Πίστεως
Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, το γνωστό μας Πιστεύω). Αποδώσατε λοιπόν αυτό (το Σύμβολο), όπως το παραλάβατε από εμάς.
Αν κάποιος από εσάς σας εμπιστεύθηκε
μία παρακαταθήκη, δεν θα παραδώσατε την ίδια, όπως την παραλάβατε; Αποδώσατε
λοιπόν και το Σύμβολο των Πατέρων, όπως το παραλάβατε.. δεν δέχεται προσθήκη,
δεν δέχεται μείωση.
Έχει κλειστεί και σφραγιστεί
από αυτούς (τους Πατέρες), και όσοι τολμούν να
επιφέρουν σε αυτό καινοτομίες, απομακρύνονται, και όσοι διαφορετικά από αυτό πράττουν
έχουν ευθύνες. Σας φαίνεται
ότι είναι μικρό πράγμα η γινομένη προσθήκη της λέξεως, και λίγο να μιλήσουμε
για αυτήν; αν λοιπόν, έστω και μικρόν (το θεωρείτε), την αφαιρέσετε εν θα
έβλαπτε σε τίποτε, αλλά μάλλον θα ωφελήσει τα μέγιστα, διότι θα συνενώσει όλους τους Χριστιανούς. Αλλά
(η προσθήκη) αποτελεί μέγα γεγονός και πολύ πρέπει
να συζητήσουμε για αυτήν. Επομένως
εμείς δεν αμαρτάνουμε μιλώντας πολύ για το
ζήτημα αυτό. Για κάποια οικονομία έγινε η προσθήκη; για οικονομία ας αφαιρεθεί πάλι, για να δεχθείτε αδελφούς
που νοιώθουν σπαραγμό
ψυχής και δίνουν
μεγάλη σημασία στο να γίνει αγάπη. Σας παρακαλούμε λοιπόν, πατέρες και
αδελφοί και εντιμώτατοι κύριοι (οι χαρακτηρισμοί αυτοί απευθύνονται στους Λατίνους), όπως και πρωτύτερα σας παρακαλέσαμε, για τα σπλάγχνα
του Κυρίου μας Ιησού Χριστού
που μας αγάπησε, αν και είμαστε αχρείοι και αμαρτωλοί και σε απόγνωση,
και την ψυχή Του προσέφερε για χάρη
μας, ας επανέλθουμε στην καλήν συμφωνίαν που
είχαμε πρωτύτερα μεταξύ μας και με τους αγίους Πατέρες,
όταν όλοι λέγαμε
τα ίδια, και δεν υπήρχε ανάμεσά μας κάποιο σχίσμα.
Ας αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον ως αδελφόν.
Ας σεβασθούμε τους κοινούς μας Πατέρες. Ας τιμήσουμε τις αποφάσεις τους. Ας φοβηθούμε τις απειλές τους. Ας φυλάξουμε
τις παραδόσεις, ώστε
ομοθυμαδόν με ένα στόμα και μία καρδιά να δοξάσουμε
το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου
Πνεύματος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν''.