Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2025

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ (νέα δημοσίευση)

Εισαγωγικό σημείωμα για τους αναγνώστες

Δημοσιεύσαμε σήμερα άρθρο με τίτλο "Η ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ (μια πρώτη προσέγγιση)"  θέλοντας να παρουσιάσουμε τις απόψεις των μελετητών που ερμηνεύουν την Αποκάλυψη με βάση τον γραμμικό χρόνο. Επειδή η πηγή που αναφέραμε  ανήκε εν γνώσει μας στους Αντβενιστές της έβδομης μέρας (που ακολουθούν αυτόν τον τρόπο ερμηνείας) και διαπιστώσαμε ότι παρεξηγήθηκε αυτό, διαγράψαμε την ανάρτηση και την αντικαθιστούμε με την επόμενη. Αρχικός μας σκοπός ήταν να παρουσιάσουμε αναλυτικά και στην συνέχεια κριτικά τις τρείς  ερμηνείες, σχετικά με την χρονολογική οργάνωση της Αποκάλυψης.. Δυστυχώς όμως αναγνώστες είδαν μόνο την πηγή του άρθρου και όχι το περιεχόμενο και άσκησαν κριτική όχι στο περιεχόμενο, αλλά στην πηγή κ.λ.π.(θεωρώ την κριτική  καλοπροαίρετη αλλά άστοχη)

 Υπενθυμίζουμε ότι  μερικά γεγονότα   της Αποκάλυψης ακολουθούν χρονολογικά τον γραμμικό χρόνο όπως συμβαίνει στα γεγονότα πριν την μετάθεση  της Εκκλησίας στην έρημο (Εμφάνιση Ψευδοπροφήτη-προετοιμασία της έλευσης του Αντιχρίστου-Χάραγμα-Εμφάνιση Αντιχρίστου-Α Περίοδος εμφάνισης του Αντιχρίστου-η εμφάνιση των δύο προφητών-θάνατος και Ανάσταση των προφητών-Β περίοδος εμφάνισης του Αντιχρίστου-διωγμός της Εκκλησίας -μετάθεση της Εκκλησίας στην έρημο-Η περίοδος της Μεγάλης θλίψης -Δευτέρα παρουσία-θρίαμβος της Εκκλησίας).

Τέλος υπενθυμίζω οτι η κριτική που ασκήθηκε στον πατέρα.Α.Μ.αφορα τις απόψεις του για τις ταυτότητες σε συνδυασμό με το βιβλίο της Αποκάλυψης, όπου ο Γεροντας υιοθετουσε Προτεσταντικες εσχατολογικες θεωρίες.Μην τα συγχέουμε.


π.Δ.Α

-----------------------------------

Χρονολογική θεώρηση των γεγονότων της Αποκάλυψης

Μελετώντας το βιβλίο της Αποκάλυψης και ιδιαίτερα το ΠΕΜΠΤΟ και το ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ βλέπουμε ότι μετά το άνοιγμα και των 7 σφραγίδων που αντιστοιχούν σε 7 αποκαλυπτικές εικόνας, έρχεται μία νέα επτάδα οπτασιακών εικόνων που ανοίγουν με το σάλπισμα επτά αγγέλων. Μετά και από αυτήν την επτάδα, έρχεται μία τρίτη επτάδα που αναφέρεται πάλι σε οπτασιακές εικόνες με χαρακτηριστικό την έκχυση αντιστοίχως επτά φιαλών. Μέσα σε αυτές τις τρεις επτάδες, σύνολο δηλαδή 21 εικόνων, έχομε  οπτασιακές πτυχές της πορείας της Εκκλησίας και της ιστορίας. Και τώρα τίθεται το ερώτημα. Κατά την διάρκειαν της εκθέσεώς των, πώς πρέπει να εννοηθούν χρονικά;

Για το θέμα αυτό έχουν διατυπωθεί ΤΡΕΙΣ  ΘΕΩΡΙΕΣ

1.Η θεωρία της Επαναλήψεως ή κυκλική θεωρία

2.Η χρονολογική θεωρία (γραμμικός χρόνος)

3.Η συνδυαστική θεωρία της ελικοειδους προδου τπυ κειμενου (Την θεωρία αυτή ΔΕΝ ΤΗΝ ΠΡΟΤΕΙΝΕ ο π.Α.Μ.αλλα παλιότερη ερμηνευτές)

Η πρώτη θεωρία δέχεται την κατά παράλληλους κύκλους επανάληψη των αυτών πραγμάτων και ιδεών η γεγονότων στις επταδικές εικόνες των αλλεπαλλήλων οράσεων και καλείται θεωρία της επαναλήψεως ή ανακεφαλαιώσεως ή κυκλική θεωρία. Όταν δηλαδή, πληρωθούν τα γεγονότα των επτά σφραγίδων, αρχίζει η πλήρωση των επτά σαλπίγγων. Όταν πληρωθούν και αυτές, αρχίζει η πλήρωσις των επτά φιαλών

Όταν και αυτές πληρωθούν, αρχίζει πάλι ο κύκλος των επτά σφραγίδων κ.ο.κ. Έχουμε, δηλαδή, τρεις παράλληλους κύκλους πληρώσεως επταδικών γεγονότων που διαρκώς πληρούνται έως της συντελείας των αιώνων με πύκνωση προς τα έσχατα.

Η δεύτερη θεωρία  αποδέχεται την ευθύγραμμη χρονολογική η περιοδική πρόοδο των συμβολιζομένων στις επιμέρους οράσεις γεγονότων, και καλείται χρονολογική θεωρία. Όταν, δηλαδή, πληρωθούν τα γεγονότα της πρώτης επτάδας, προχωρούμε στα γεγονότα της επόμενης επτάδας έως ότου φτάσουμε στα έσχατα χωρίς επανάληψη των γεγονότων. Παράδειγμα: «Ευθύς δε μετά την θλίψιν των ημερών εκείνων ο ήλιος σκοτισθήσεται και η σελήνη ου δώσει το φέγγος αυτής…» (Ματθ. 24,29). Εδώ πρόκειται, όπως βλέπουμε, περί ευθυγράμμου θέσεως των γεγονότων. Εν τούτοις, οι καλύτεροι ερμηνευτές, παλαιοί και νεότεροι, δέχονται την πρώτη  θεωρία χωρίς να αποκλείουν και τη δευτέρα.  Δέχονται, δηλαδή, ότι μία προφητεία, όπως και των παλαιών προφητών, δεν εξαντλείται σε μία χρονική στιγμή αλλά συνυφαίνεται με το άμεσο, το προσεχές και το απώτατο μέλλον. Μία προφητεία επαναλαμβάνεται και ταυτοχρόνως προχωρεί.

Τελικά μάλλον θα πρέπει γίνει αποδεκτή η συνδυαστική θεώρηση της ελικοειδούς προόδου του κειμένου, «η οποία μοιάζει με ανηφορική άνοδο γύρω από κυκλικό βουνό, στην οποία μετά από κάθε κύκλο ο αναβάτης βρίσκεται υψηλότερα από την αφετηρία του» (Π. Μπρατσιώτης). Σύμβολα, όπως τα δύο θηρία, παρουσιάζονται στο κεφ. 13 και επεξηγούνται ακριβέστερα στο κεφ. 17.

 

Η Αποκ. φαίνεται να έχει την εξής δραματική κυκλική επικεντρική δομή:

 

 

 

 

A. Εισαγωγή: Η Αποκ. ως επιστολή και προφητεία (1,1-20)

 

Α’. Επίλογος: Η Αποκ. ως επιστολή και προφητεία (22,6-21

 

 

Β. Όραμα: οι Εκκλησίες στη γη (κεφ. 2-3)- Β’. Όραμα: η κατάβαση της Καινής Ιερουσαλήμ (21,1-22,5)

 

 

Γ. Η επουράνια Λατρεία και το Αρνίο (κεφ. 4-5) -

 

Γ’. Ο «Επιτάφιος θρήνος» της Πόρνης και της σατανικής Τριάδος /το μεσσιανικό βασίλειο του Λόγου (κεφ. 17-20)

 

Δ. Οι επτά Σφραγίδες (6,1-8,1) -

Δ’: Επτά φιάλες (κεφ. 15-16)

 

 

Ε. Οι επτά Σάλπιγγες (8,2-9,21)

 

 

 

Στ. Θεοφάνια: Ο άγγελος του Κυρίου (κεφ. 10)-

Στ’. Αντι-θεοφάνια: τα δύο θηρία από την θάλασσα και την γη (κεφ. 13) Ε’. Επτά διακηρύξεις (κεφ. 14)

 

 

Ζ. Πόλεμος εναντίον των αγίων στη γη (κεφ. 11) και εναντίον του δράκοντα στον ουρανό (κεφ. 12)

 

 

 



Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2025

Η ΦΥΓΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ (Σ.Σάκκου)


Στο 10° θεολογικό συνέδριο της ί. μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (Νοέμβριος του 1989) είχα την ευκαιρία να παρουσιάσω μία εισήγησι για το πρόσωπο της γυναίκας που αναφέρεται στο 12ο κεφάλαιο της αποκαλύψεως ως «περιβεβλημένη τον ήλιον και η σελήνη υποκάτω των ποδών αυτής και επί της κεφαλής αυτής στέφανος αστέρων δώδεκα» (Απ. 12,1). Το θέμα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, καθ' όσον αποτελεί καθοριστικό «σημείον», «μέγα», μέσα στο ρου της αποκαλύψεως του αγίου Ιωάννου, και απασχολεί ιδιαίτερα τους ερμηνευτάς, ούτως ώστε να διατυπώνωνται πολλές και ποικίλες προτάσεις για την κατανόησί του. Το πρόσωπο της Γυναίκας απασχόλησε ήδη αρκετούς πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς από τους πρώτους ακόμη αιώνες της αρχαίας ερμηνευτικής παραδόσεως, οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν σήμερα τις γνώμες τους ως μία έγκυρη και έγκριτη βοήθεια στην έρευνα του ζητήματος, θεώρησα λοιπόν αξιόλογο και σκόπιμο, προκειμένου να συμβάλω σε ένα συνέδριο με θέμα το ιερό βιβλίο της Αποκαλύψεως, να συμπληρώσω την προηγουμένη μου εισήγησι παρουσιάζοντας ειδικά τις σχετικές ερμηνείες των αρχαίων ερμηνευτών, Ελλήνων και Λατίνων, για τη γυναίκα του Απ. 12 και εκθέτοντας συστηματικά τις απόψεις τους.

Μία γενική θεώρηση και συνοπτική αντίληψι των θέσεων εκείνων των πρώτων ερμηνευτών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ομοφωνία και ταύτισι μεταξύ τους, αλλά ούτε και αποκλειστική και επίμονη ενασχόλησι με το ζήτημα. Ωρισμένοι συγγραφείς αρκούνται να επαναλάβουν τις προτάσεις, ακόμη και τα λόγια, των προγενεστέρων και άλλοι περνούν το πρόβλημα αδιάφορα. Είναι χαρακτηριστικό, εξ άλλου, ότι δεν απαντάται καμμία συγκεκριμένη και αναμφισβήτητη τουλάχιστον μαρτυρία στα πρώτα μεταποστολικά χρόνια, στο β' αι. Οι αποστολικοί πατέρες και οι απολογηταί δεν έχουν μία ωρισμένη και ειδική αναφορά2. Σαφώς μιλούν για πρώτη φορά συγγραφείς που ανήκουν στον γ' αι. και είναι αξιοσημείωτο ότι από τότε, από την πρώτη αρχή ακόμη, διατυπώνονται όλες σχεδόν οι δυνατές ερμηνείες που επαναλήφθηκαν αργότερα από διαφόρους κατά τη συνέχεια των αιώνων. Από την εποχή του αγίου Ιππολύτου (μαρτύρησε το 237 μ. Χ.), ο οποίος αποτελεί τον πρώτο αδιαφιλονίκητο μάρτυρα, μέχρι τα χρόνια του βενεδικτίνου Ισπανού Beatus (πέθανε το 798 μ. Χ.), έγραψε το 786 μ. Χ.), απαριθμούνται 24 τουλάχιστον ονόματα ελλήνων και περισσότερο λατίνων ερμηνευτών Ιππόλυτος, Βικτωρίνος, Μεθόδιος, Εφραίμ, «Κυπριανός», Τυχώνιος, Επιφάνειος, Ιερώνυμος, Αυγουστίνος, «Αυγουστίνος», Quodvultdeus, Πριμάσιος, Οικουμένιος, Κασσιόδωρος, Μέγας Γρηγόριος, Πατέριος, Alulfus, Ανδρέας Καισαρείας, «Επιφάνειος», Βέδας, Αμβρόσιος Autpert, Beatus, Αλκουΐνος, Αρέθας και άλλοι ανώνυμοι.

 

Το γεγονός ότι υπερτερούν οι δυτικοί και λατίνοι ερμηνευταί εξηγείται βέβαια από το ότι η Αποκάλυψι αντιμετωπίσθηκε με επιφύλαξι για την κανονικότητα της από τους έλληνες ερμηνευτάς της Ανατολής . Είναι το μοναδικό βιβλίο της Καινής Διαθήκης για το οποίο όχι μόνο δεν υπάρχουν πολύ αρχαία υπομνήματα στην Ανατολή (το πρώτο χρονολογείται τον στ' αι, ενώ το πρώτο στη Δύσι τον δ' αι.), αλλά έχουν απολεσθή και ακρωτηριασθή όσα παλαιά υπομνήματα είχαν γραφή .

 

Τέσσερις είναι οι κύριες ερμηνείες που προτείνονται για τη Γυναίκα και στις οποίες κατατάσσονται όλοι οι παραπάνω ερμηνευταί:

 

α) Εκπροσωπεί την Εκκλησία του Χριστού,

β) Αποτελεί σύμβολο της αρχαίας Εκκλησίας, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.

γ) Είναι η Παρθένος Μαρία, η Θεοτόκος Μητέρα του Κυρίου μας.

δ) Σημαίνει τη Θεοτόκο Μαρία, αλλά και την Εκκλησία του Χριστού.

Θα εξετάσω χωριστά κάθε μία ερμηνεία με τους εκφραστάς της και θα διατυπώσω στο τέλος την προσωπική μου άποψη.

α) Ότι πρόκειται για την Εκκλησία του Χριστού υποστηρίχθηκε από την αρχή και από τους περισσότερους συγγραφείς της αρχαίας παραδόσεως. Συγκεκριμένα την αναφέρουν οι έξης: Ο Ιππόλυτος, Επίσκοπος Ρώμης, μαθητής του Ειρηναίου, στο έργο του Περί του αντίχριστου . Ο Μεθόδιος, Επίσκοπος Ολύμπου (μαρτύρησε γύρω στο 312 μ. Χ.), στο έργο του Συμπόσιον . Ο «Κυπριανός» (γύρω στο 253 μ. Χ.) από την Αφρική ή τη Ρώμη σε έργο κατά του αιρετικού Νοβατιανού . Ο Τυχώνιος, μετριοπαθής δονατιστής στην Αφρική (πέθανε το 390 μ. Χ.), οξυδερκής ερμηνευτής, στο περίφημο υπόμνημά του στην Αποκάλυψι του Ιωάννη, το οποίο επιβλήθηκε και επηρέασε για αιώνες τους μεταγενεστέρους λατίνους συγγραφείς μέχρι την αναγέννησι, αλλά διασώθηκε μόνο σε αποσπάσματα, μεταξύ των οποίων και η ερμηνεία στο Απ. 12,1-6  Ο «Αυγουστίνος» (5ο-6ο αι. μ. Χ.), σε υπόμνημα για την Αποκάλυψι . Ο Πριμάσιος, Επίσκοπος Αδρυμήτου Αφρικής (πέθανε γύρω στο 552 μ. Χ.), στο υπόμνημά του στην Αποκάλυψι, το οποίο έχει ιδιαίτερη αξία, διότι εμπεριέχει όλο σχεδόν το χαμένο έργο του Τυχωνίου, του οποίου κάνει χρήσι κατά κόρον . Ο Γρηγόριος ο Μέγας, στις Ομιλίες του στον Ιώβ . Ο Πατέριος, γραμματέας του Γρηγορίου, σε ερμηνευτικό του έργο για διάφορα χωρία της αγίας Γραφής . Ο Alulfus, μαθητής του Γρηγορίου . Ο Ανδρέας, Επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας (6ο-7ο αι. μ. Χ.), στο υπόμνημά του στην Αποκάλυψι . Ο Βέδας, βενεδικτίνος Ιερέας στο Jarrow της Αγγλίας (672-735 μ. Χ.), εμβριθής μελετητής των πατέρων, στο υπόμνημά του στην Αποκάλυψι .

Αυτοί οι ερμηνευταί βλέπουν στο πρόσωπο της γυναίκας την Εκκλησία επί τη βάσει των διαφόρων χαρακτηριστικών, τα οποία περιγράφει ο Ιωάννης και τα οποία εφαρμόζονται κατάλληλα στην ιστορία της Εκκλησίας. Εν τούτοις, δεν συμφωνούν όλοι στην εξήγησι των επί μέρους χαρακτηριστικών. Ο ήλιος που περιβάλλει τη γυναίκα αναγνωρίζεται βέβαια από τους πλείστους ότι είναι ο Χριστός, «ο ήλιος της δικαιοσύνης» κατά τον Προφήτη Μαλαχία (Μα 4,2) , ο Λόγος του Θεού που έγινε άνθρωπος , αλλά από ωρισμένους κατανοείται ότι σημαίνει επίσης την ελπίδα της αναστάσεως  ή την ενάργεια της αλήθειας . Η σελήνη έχει ποικίλες εκδοχές. Λέγεται ότι δηλώνει την επουράνια δόξα που στολίζει την Εκκλησία.  Την πίστι εκείνων που καθαρίζονται από τη φθορά με το λουτρό του βαπτίσματος, διότι το φως της μοιάζει μάλλον με νερό χλιαρό και διότι από αυτήν εξαρτάται η υγρά ουσία. Συγχρόνως δε εννοείται και η ενέργεια του βαπτίσματος, καθ' όσον με αυτό αναγεννώνται οι πιστοί όπως η νέα σελήνη . Λέγεται όμως και αντίθετα, ότι δηλώνει τους υποκριτάς ανθρώπους και τους κακούς Χριστιανούς,  όλα τα πρόσκαιρα πράγματα που εύκολα μεταβάλλονται,  την προσωρινή δόξα  και τον ιουδαϊκό νόμο . Οι δώδεκα αστέρες που πλέκουν το στεφάνι πάνω στο κεφάλι της γυναίκας συμβολίζουν κατά κοινή ομολογία τους δώδεκα Αποστόλους, με τους οποίους ιδρύθηκε η Εκκλησία . Οι ωδίνες του τοκετού κατά μία άποψι σημαίνουν τους διωγμούς που υπομένει η Εκκλησία από τους απίστους , αλλά κατά την επικρατέστερη δηλώνουν τους πνευματικούς κόπους της Εκκλησίας για την εν Χριστώ αναγέννησι του κόσμου . Τέλος, το αρσενικό παιδί που γεννά η γυναίκα αναγνωρίζεται αφ’ ενός βέβαια ως ο ιστορικός Χριστός, τον οποίο ζητούσε να καταβρόχθιση ο Ηρώδης , εννοείται όμως ότι είναι και ο μυστικός Χριστός, τον οποίο γεννά η Εκκλησία μέσα στις καρδιές των ανθρώπων , κατ' επέκτασιν δε και όλα τα μέλη του Χριστού, τα παιδιά της Εκκλησίας . Ωρισμένοι ερμηνευταί υπογραμμίζοντας το χαρακτηριστικό «άρρενα», το οποίο προσδιορίζει πλεοναστικά και εμφατικά τον «υιόν» που «έτεκεν» η γυναίκα, σχολιάζουν ότι φανερώνει «τους χαρακτήρας και την εκτύπωσιν και αρρενωπίαν ειλικρινώς του Χριστού», που προσλαμβάνουν όσοι βαπτίζονται  η ακόμη και το λαό του Θεού που είναι ανδρείος, απαλλαγμένος από τα γυναικεία πάθη . Άλλοι εννοούν ότι το αρσενικό δηλώνει το νικητή κατά του διαβόλου ο οποίος πολεμά τη γυναίκα .

Η αρπαγή του τέκνου θεωρείται ως υπόδειξη ότι το τέκνο Χριστός είναι βασιλιάς επουράνιος και όχι επίγειος 35 και ως υπαινιγμός στην ανάληψι του Χριστού, η οποία ισχύει και για την Εκκλησία με την έννοια ότι τα μέλη του Χριστού βρίσκονται όπου και η κεφαλή τους . Η έρημος, όπου κατέφυγε η Γυναίκα και ο τόπος που της έχει ετοιμάσει ο Θεός δηλώνει αυτό τον κόσμο κι αυτή τη ζωή, όπου υπάρχουν σκορπιοί και φίδια, αλλά δεν μπορούν να βλάψουν την Εκκλησία (παράβαλλε Λκ. 10,19) . Οι δύο δε «πτέρυγες του αετού του μεγάλου», που δόθηκαν στη Γυναίκα για να σωθή, κατά τον Ιππόλυτο συμβολίζουν την πίστι στον Ιησού Χριστό, που άπλωσε τα δύο του χέρια πάνω στο σταυρό σαν φτερούγες «προσκαλούμενος πάντας τους εις αυτόν πιστεύοντας και σκεπάζων 'ως όρνις νεοσσούς'» , κατά άλλους τις δύο Διαθήκες της Εκκλησίας, οι οποίες την ασφαλίζουν  ή τους δύο Προφήτες που κατά το Απ. 11/ια εμφανίζονται στους έσχατους χρόνους, στον ένα από τους οποίους αναγνωρίζουν τον Ηλία . Ως ποταμός εννοείται ο διωγμός , ενώ ως γη που βοήθησε τη Γυναίκα καταπίνοντας τον ποταμό, εννοείται η χώρα των αγίων, οι άγιοι, που με τις προσευχές τους φυλάγουν την Εκκλησία από τους εχθρούς της  ή ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Χριστός, ο οποίος μεσιτεύει για μας και έχει καταπιεί το θάνατο .

β) Ότι πρόκειται για την αρχαία Εκκλησία, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, πρότειναν ελάχιστοι συγγραφείς. Ο Βικτωρίνος, Επίσκοπος του Πεττώ (πέθανε γύρω στο 304 μ. Χ.), στο υπόμνημά του στην Αποκάλυψι, το οποίο είναι το αρχαιότερο λατινικό υπόμνημα που γνωρίζουμε 44. Ο Ιερώνυμος (340-420 μ. Χ.), στην αναθεώρησι του υπομνήματος του Βικτωρίνου 45, το οποίο επεξεργάσθηκε έτσι ώστε να δικαιούται να εκληφθή ως αυθεντικό έργο του Ιερωνύμου 46. Ως προς το Απ. 12 όμως, ο Ιερώνυμος δεν επέφερε πολλές αλλαγές στην ερμηνεία του Βικτωρίνου. Ο Αυγουστίνος, Επίσκοπος Ιππώνος (354-430 μ. Χ.), ερμηνεύοντας τον 142 ψαλμό αναφέρεται στο Απ. 12 με αφορμή τη γέννησι του Κυρίου από Παρθένο 47. Ο Beatus de Liebana, βενεδικτίνος ηγούμενος του Valcavado στην Ισπανία (πέθανε το 798 μ. Χ.), στο υπόμνημα του στην Αποκάλυψι, το οποίο έγραψε το 786 κατά την τάξι μιας catena .

Σύμφωνα μ' αυτή την άποψη η Γυναίκα συμβολίζει την αρχαία Εκκλησία των πατέρων και των Προφητών και των Αποστόλων. Αυτοί, σαν τη γυναίκα που ωδίνει τους πόνους του τοκετού, δοκίμασαν τις ωδίνες του πόθου για τον Μεσσία, κραύγασαν τη λαχτάρα τους να τον αποκτήσουν και βασανίσθηκαν από την επιθυμία της απαντοχής του. Τελικά ο Ισραήλ του Θεού γέννησε τον Χριστό και στη συνέχεια ο Χριστός με την Εκκλησία του γεννά τα μέλη του, τους πιστούς. Στην εν λόγω άποψι κυρίαρχη είναι η ερμηνεία του Βικτωρίνου, η οποία ουσιαστικά και επαναλαμβάνεται από τους υπόλοιπους ερμηνευτάς .

Ειδικώτερα, ο ήλιος δηλώνει κατά τον Βικτωρίνο την ελπίδα της αναστάσεως και τη δόξα της ανταμοιβής. Η σελήνη τους αγίους, οι οποίοι και αυτοί πεθαίνουν, αλλά έχουν την ελπίδα της αναστάσεως όπως το φως της σελήνης στο σκοτάδι το στεφάνι με τους δώδεκα αστέρες το χορό των κατά σάρκα προπατόρων του Χριστού. Το τέκνο, βέβαια, είναι ο Χριστός, τον οποίο δεν μπορεί να καταφάη ο δράκων, διότι αναστήθηκε την τρίτη ήμερα. Για τη φυγή της Γυναίκας στην έρημο ο Βικτωρίνος έχει τη γνώμη ότι υποδηλώνει τη σωτηρία της καθολικής Εκκλησίας κατά τις έσχατες ημέρες. Η αρπαγή του τέκνου αναφέρεται στην ανάληψι του Χριστού, οι δύο πτέρυγες του αετού είναι οι δύο Προφήτες των εσχάτων χρόνων, ο Ηλίας κι ο άλλος που έρχεται μαζί του. Ο ποταμός συμβολίζει το λαό, ο οποίος κατά διαταγή του όφεως καταδιώκει την Εκκλησία, ενώ ότι η γη κατάπιε τον ποταμό σημαίνει την τιμωρία των διωκτών. Δεν παραλείπει όμως ο Βικτωρίνος να σημείωση ότι όλα τα σημαινόμενα δεν ανήκουν στην ίδια χρονική περίοδο .

Με ιδιάζοντα τρόπο εκφέρει την ίδια ερμηνεία ο Αυγουστίνος. Η γυναίκα είναι η αρχαία πόλι του Θεού, που έχει την αρχή της στον Άβελ και καλείται Ιερουσαλήμ και Σιών. Ο ήλιος, με τον οποίο είναι ντυμένη, και ο υιός που γέννησε είναι ο Χριστός, ο ήλιος της δικαιοσύνης, ο οποίος και ίδρυσε τη Σιών και γεννήθηκε στη Σιών . Η σελήνη κάτω από τα πόδια της γυναίκας δηλώνει τη θνητότητα της σάρκας που ακμάζει και παρακμάζει και την οποία η πολιτεία του Θεού καταπατά με την αρετή. Η δε έρημος συμβολίζει την παρθενική γέννησι του Χριστού, καθ' όσον μόνο ο Χριστός γεννήθηκε με τέτοιο τρόπο, δηλαδή από Παρθένο .

 

Διατυπώθηκε η γνώμη ότι ο Αυγουστίνος ως γυναίκα του Απ. 12 θεωρεί μόνο τον Ισραήλ της Παλαιάς Διαθήκης 53. Από τη μελέτη όμως του γενικού έργου του «De Civitate Dei» συνάγεται ότι ο ιερός πατέρας προσδιορίζει μία μόνο πολιτεία του Θεού, στην οποία συγκαταλέγει το λαό της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης ομού .


Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025

ΟΡΑΜΑ ΘΑΥΜΑΣΤΟΝ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟΝ ΣΤΟΝ ΡΟΥΜΑΝΟ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟ ΜΟΡΟΪ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ



«…δεν θα δώσεις εσύ λόγο, για την αλλαγή του Ημερολογίου...»

Οί ευθύνες τής αλλαγής του Ημερολογίου και Εορτολογίου πού επέφεραν τον Χριστιανικό διχασμό μέσα στήν Ορθοδοξία, θα κυνηγάνε σάν ανάθεμα μέχρι και την άλλη ζωή όσους μεγάλους αξιωματούχους Πατριάρχες και Επισκόπους συνήργησαν καί παρέσυραν τούς πιστούς διχοτομώντας έτσι την Εκκλησία...
Οι μικροί μέσα στον κόσμο, ότι βρήκαν από τούς γονείς τους, αυτό καί ακολουθούν. Στό Παλαιό γεννήθηκαν, το Παλαιό ακολουθούν! Στό Νέο γεννήθηκαν, τό Νέο ακολουθούν! Η ευθύνη όμως για τον διχασμό παραμένει πάντα στούς μεγάλους!

Η ιστορία της Ιεράς Μονής Σιχαστρίας στην Ρουμανία είναι στενά συνδεδεμένη με τον Πρωτοσύγκελο Ιωαννίκιο Μορόι ο οποίος μετά από το 1909 αναγέννησε από τις στάχτες για τέταρτη φορά στην ιστορία της την Μονή αυτή.

Το 1944 τον διαδέχθηκε ο μεγαλύτερος γέροντας του 20ου αιώνα στην Ρουμανία ο γέροντας Κλεόπας Ηλίε, καταστώντας την Μονή Σιχαστρίας ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα της σύγχρονης Ρουμανίας.

Μιά από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες που έζησε ο πρωτοσύγκελος Ιωαννίκιος Μορόι στην Σιχαστρία, ήταν η αλλαγή του ημερολογίου, τον Οκτώβριο του 1924. Σχεδόν τρία χρόνια ο ηγούμενος δεν ήθελε να αλλάξει το ημερολόγιο και να ακολουθεί το νέο. Φοβόνταν μήπως έκανε κάποιο μεγάλο λάθος.

Σε αυτό τον επηρέαζαν και πολυάριθμοι μοναχοί και πνευματικοι οι οποίοι τον συμβούλευαν να μην αλλάξει το ημερολόγιο.

Μια φορά τον κάλεσαν στην Μονή Νεάμτς όπου ο μητροπολίτης Νικόδημος Μουντεάνου, ηγούμενος της Λαύρας, του είπε:
– Πατέρα Ιωαννίκιε, γιατί δείχνεις ανυπακοή; Ορίστε η απόφαση της Ιεράς Συνόδου. Ή θα αλλάξετε το ημερολόγιο, ή θα σας καθαιρέσω και η σκήτη θα διαλυθεί. Διάλεξε ένα από τα δύο...
– Σεβασμιώτατε, σέβομαι την εντολή της υπακοής αλλά φοβάμαι να αλλάξω το ημερολόγιο. Δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο εαν δεν λάβω μία άνωθεν διαβεβαίωση. Δώστε μου ευλογία να νηστέψω πρώτα 40 ημέρες.
– Είναι πολύ 40 ημέρες. Νήστεψε όσο μπορείς. Μετά όμως από αυτήν την νηστεία να μου πεις οπωσδήποτε την απόφασή σου...

Ο ηγούμενος ήλθε λυπημένος στην Συχαστρία.
– Πατέρες τελειώσαμε. Ή αλλάζουμε το ημερολόγιο ή διαλύεται η σκήτη μας. Να ξέρετε πως εγώ από την Δευτέρα αρχίζω 40ήμερη νηστεία. Το ίδιο να κάνετε και εσείς. Να προσευχηθείτε με όλη την δύναμή σας στα κελιά σας για να μας διδάξει ο Θεός τι πρέπει να κάνουμε. Κανένας δεν επιτρέπεται να μπει στο κελί μου. Όποιος μπει θα έχει κανόνα ασυγχώρητο.

Πέρασε μία εβδομάδα, έπειτα ακόμη μία, αλλά ο ηγούμενος δεν έδινε σημεία ζωής. Όλη η αδελφότητα ανησυχούσε. Θα έμπαιναν στο κελί του αλλά φοβούνταν τον περιορισμό του ηγουμένου. Όταν έφτασε η 21η ημέρα ο ιεροδιάκονος Γλυκέριος, υποτακτικός του ηγουμένου, είπε στους άλλους αδελφούς:
– Ο πατέρας μας βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο. Δεν μπορούνε να τον αφήσουμε να πεθάνει. Εαν εσείς θέλετε να κάνετε υπακοή, έχει καλώς. Εγώ πάντως θα μπω. Ευλογήστε να σπάσω την πόρτα!
Οι άλλοι όμως δεν είπαν τίποτα, παρά μόνο αυτό:
– Εμείς δεν θέλουμε να παρακούσουμε τον κανόνα που έδωσε ο ηγούμενος.
Τότε ο ιεροδιάκονος χτύπησε το παράθυρο και την πόρτα.
– Ευλόγησον άγιε ηγούμενε!
Ούτε μία απάντηση. Τότε έσπασε την πρώτη πόρτα.
– Ευλογήστε πατέρες να σπάσω και την δεύτερη πόρτα.
Αυτοί όμως σιωπούσαν. Φοβόνταν.
– Καλύτερα να πεθάνω εγώ με την κατάρα, αλλά να μην πεθάνει ο ηγούμενος –είπε ο ιεροδιάκονος Γλυκέριος– και κάνοντας το σημείο του σταυρού είπε: ''Κύριε βοήθει μοι!''
Και χάλασε και την δεύτερη πόρτα. Όλοι οι πατέρες μπήκαν στο κελί. Ο ηγούμενος ήταν κάτω πεσμένος με το πρόσωπο προς τα πάνω και τα χέρια στα πλάγια. Τα μάτια ήταν μισάνοιχτα. Το Ψαλτήρι ήταν δίπλα του και το καντήλι ήταν σβημένο.
– Ευλογείτε άγιε ηγούμενε! είπαν όλοι.
Δεν πρόσεξαν όμως καμία αντίδραση στο πρόσωπό του όμως. Τότε οι πατέρες άλλαξαν χρώμα και άρχισαν να κλαίνε.
– Αλίμονο! Πέθανε ο άγιος ηγούμενος!
– Όχι, δεν πέθανε. Τα μάτια είναι ανοιχτά. Σαν να μας παρακολουθεί με το βλέμμα του, αλλά δεν μπορεί να μιλήσει. Είναι εντελώς αδύνατος. Ίσα που αισθάνομαι τον σφυγμό του.
Έφεραν γρήγορα τα Τίμια Δώρα. Τότε ο ιερομόναχος Παμβώ τον κοινώνησε και του έδωσε ζεστό νερό. Έπειτα άρχισαν να τον ταίζουν λίγο-λίγο με ψίχα και μετά από δύο ημέρες μπόρεσε ο καλός πνευματικός ποιμένας να σταθεί στα πόδια του. Δεν μπορούσε όμως να μιλήσει παρά ψιθυριστά.

Μετά από ακόμη μία εβδομάδα, ο γέροντας πήγε στην κοινή τράπεζα. Όλοι περίμεναν να τους πει κάτι, κάποια συμβουλή, κάποιο σημάδι σχετικά με την αλλαγή του ημερολογίου. Αφού πολύ τον παρακάλεσαν, τους είπε:
– Ευχαριστώ τον Θεό που πέρασα αυτήν την δοκιμασία. Ο κόπος ήταν μεγάλος, οι πειρασμοί μεγάλοι και πολλοί, αλλά ο Κύριος δεν παρέβλεψε τον δούλο Του...

Μέχρι την δέκατη ημέρα μπόρεσα να σταθώ όρθιος και γονατιστός και διάβαζα συνεχώς από το Ψαλτήρι. Έπειτα άρχισα σταδιακά να αδυνατίζω, τα μάτια μου θόλωσαν, έπεσα κάτω και δεν μπορούσα να σηκωθώ μέχρι που ήλθατε. Με το μυαλό όμως προσευχόμουν μέρα-νύχτα και ζητούσα έλεος από τον Θεό.

Πολλά όμως υπέφερα αυτό το διάστημα από τους δαίμονες. Ερχόνταν πάνω μου με μεγάλη μανία: με χτυπούσαν, με απειλούσαν, με φόβιζαν. Με χτύπησαν με κάτι σαν πύρινα ραβδιά. Κάποια στιγμή όρμησαν επάνω μου τέσσερις δαίμονες ντυμένοι με μαύρα μακριά ρούχα, με κόκκινα φέσια στο κεφάλι και με κοφτερά σπαθιά στα χέρια.
– Έλα να κάνουμε κομματάκια αυτόν τον γέρο, επειδή θέλει να γίνει άγιος, έλεγαν ο ένας στον άλλον.
Έπειτα αφού με χτύπησαν δυνατά στα πλευρά με τα σπαθιά και στο στήθος πλησίασαν στα αυτιά μου και φώναξαν ανατριχιαστικά:
– Ποιός σου είπε εσένα ότι σήμερα γίνονται πια άγιοι;
– Εσάς ποιός σας είπε πως δεν γίνονται; τους απάντησα εγώ.
Ήλθαν και δεύτερη φορά και ήταν περισσότεροι στον αριθμό. Ήταν ντυμένοι το ίδιο και τα μπαστούνια ήταν σαν από φλόγα. Με χτύπησαν πάλι δυνατά,που πίστεψα πως θα πεθάνω. Επειτα φώναξαν με άγρια φωνή από πάνω μου:
– Τσάμπα νηστεύεις, πάλι στα χέρια μας θα καταλήξεις..
– Εγώ ελπίζω στο έλεος του Θεού και δεν θα πέσω στα χέρια σας, απάντησα εγώ.

Πέρασαν λίγες μέρες, δεν ξέρω πόσες και καθόμουν κάτω και προσευχόμουν με τον νου, όταν ξαφνικά βλέπω την σκέπη του κελιού να φεύγει από την θέση της και έβλεπα καθαρά τον ουρανό και τα αστέρια που έλαμπαν.
– «Τι να είναι αυτό;» αναρωτήθηκα. Έπειτα είδα μία ακτίνα φωτός που κατέβαινε από τον ουρανό προς τα επάνω μου. Πάνω σε αυτήν την ακτίνα είδα να έρχονται προς τα κάτω τρεις αρχιερείς, ντυμένοι με λαμπρά και πολύχρωμα άμφια. Ο μεσαίος μου φαίνονταν πως ήταν ο Θεοδόσιος ο πρώην επίσκοπος Ρόμαν που ήταν και πνευματικός μου.
Αισθανόμουν μία μεγάλη χαρά στην ψυχή και δεν ήξερα τι να πιστέψω. Προσευχόμουν όμως με δάκρυα στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό και στην Παναγία να με γλυτώσουν από τις παγίδες του εχθρού. Αυτοί οι Τρεις ιεράρχες, οι οποίοι ίσως να ήταν ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Μέγας Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, σταμάτησαν από πάνω μου, περίπου στα δέκα βήματα.Έπειτα ο μεσαίος με λεπτή φωνή σαν σάλπιγγα μου είπε:
– Ιωανίκιε, γιατί αμφιβάλλεις και δεν θέλεις να κάνεις υπακοή; Δεν ξέρεις πως η ανυπακοή είναι μεγάλο αμάρτημα; Ή δεν διάβασες στην Αγία Γραφή ότι η υπακοή είναι μεγαλύτερη και από την θυσία; Κάνε λοιπόν υπακοή, όπως σου λένε οι πιο μεγάλοι, δεν θα δώσεις εσύ λόγο για την αλλαγή του ημερολογίου...
Μετά από αυτά τα λόγια, οι τρεις αρχιερείς, έβαλαν τα χέρια τους σταυρωτά στο στήθος και με ευλόγησαν όλοι ταυτόχρονα. Μετά άρχισαν να ανεβαίνουν προς τον ουρανό, πάνω στην ίδια ακτίνα φωτός η οποία αποχωρούσε πίσω τους, μέχρι που δεν έβλεπα τίποτα. Ξαφνικά είδα το ταβάνι του κελιού, τις εικόνες και το καντήλι.

Από την χρονιά εκείνη η αδελφότητα της Σιχαστρίας δέχτηκε χώρις άλλη αντίρρηση το νέο ημερολόγιο. Έπειτα πολλοί πιστοί και μοναχοί από τα μέρη εκείνα, ακούγοντας αυτό, εγκατέλειψαν το παλιό και ακολούθησαν το καινούργιο αφού είχαν τον Ιωαννίκιο για πνευματικό τους πατέρα.

Από το βιβλίο “Ieroschimonahul Ioanichie Moroi-Egumenul Sihastriei”.

Η Εσχατολογία του «Κινήματος κατά των Κωδικών - αριθμών» στο Φως της Ορθόδοξης Παράδοσης-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΤΑ



Το τελευταίο επιχείρημα του ΚΚΤΚ που αξίζει προσοχής: ο αριθμός αποδίδεται σε ένα πρόσωπο, αντικαθιστά το «θεόδοτο όνομα» και εισάγει στο «σύστημα του Αντιχρίστου».
Πρώτον, ο προσωπικός αριθμός ταυτοποίησης δεν αντικαθιστά το όνομα, αλλά το συμπληρώνει· και μάλιστα, εξατομικεύει στο μέγιστο βαθμό το όνομα του ανθρώπου (και τον ίδιο τον άνθρωπο), διότι κανένας άλλος δεν έχει ούτε μπορεί να έχει τον ίδιο αριθμό!
Δεύτερον, ο προσωπικός αριθμός ταυτοποίησης είναι απλώς μια διευκόλυνση για το ηλεκτρονικό σύστημα, και δεν υπάρχει τίποτε το φοβερό σε αυτό. «Εάν κάποια κλειδαριά με αναγνωρίζει μέσω του αποτυπώματος του δακτύλου μου, αυτό δεν σημαίνει ότι εγώ μετατράπηκα σε αποτύπωμα δακτύλου ή ότι στερήθηκα το όνομά μου. Αν πάλι ο φορολογικός υπολογιστής με αναγνωρίζει με τη βοήθεια ενός συνόλου αριθμών, ούτε αυτό σημαίνει ότι στερήθηκα το χριστιανικό και ανθρώπινο όνομά μου», εξηγεί ο πρωτοδιάκονος Ανδρέας Κουράεφ[1].
Τρίτον, τι σημαίνει «θεοδότο όνομα»; Η πρώτη γυναίκα έλαβε το όνομά της όχι από τον Θεό, αλλά από τον άνθρωπο, ήδη μετά την πτώση (Γεν. 3:20). Εξάλλου, οποιοδήποτε όνομα κι αν έχει ο άνθρωπος, στην ουσία του λειτουργεί ως αναγνωριστικό της προσωπικότητάς του και ένα γνώρισμα του πεπτωκότος μας κόσμου, διότι δεν μπορεί να αποτυπώσει πλήρως το «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» στον άνθρωπο.
Τέταρτον, στον Θεό δεν χρειάζονται τα ονόματά μας για να μας διακρίνει· μας γνωρίζει ούτως ή άλλως. Αν ο Θεός έδινε σημασία στα ονόματα, δεν θα ονόμαζε τον πρώτο δημιουργημένο άνθρωπο Ἀδάμ – δηλαδή γη.
Πέμπτον, είμαστε δημιουργημένοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού, και όπως ο Θεός δεν ταυτίζεται με το όνομά Του – είναι μεγαλύτερος από αυτό, έτσι και ο άνθρωπος δεν ταυτίζεται με το όνομά του. Όπως γράφει ο Β. Ν. Λόσκι:

«Η προσωπικότητα του Χριστού, όπως και η προσωπικότητα του ανθρώπου, δεν περιορίζεται στο φυσικό σώμα, την ψυχή ή το πνεύμα, αλλά υπάρχει πέρα ​​από αυτά τα συστατικά, τα οποία είναι μόνο μια έκφραση της φύσης της.»[2]«Η προσωπικότητα, αυτή η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο, είναι η ελευθερία του ανθρώπου σε σχέση με τη φύση του»[3], και επομένως και σε σχέση με το όνομά του.
Δεν χρειάζεται να θεοποιούμε το όνομαΕίναι απλώς ένα αναγνωριστικό της προσωπικότητας στον πεπτωκότα κόσμο. Στην Παράδοση της Εκκλησίας, τα ονόματα δεν θεοποιούνται, όπως απεδείχθη από το αποτέλεσμα των συζητήσεων γύρω από τις ονοματολατρικές έριδες.
Έκτον το ίδιο το επώνυμο κατέχει τα ίδια χαρακτηριστικά με έναν προσωπικό αναγνωριστικό κωδικό.

«Όπως και ο κώδικας, το επώνυμο δεν επιλέγεται· όπως και ο κώδικας, το επώνυμο είναι αμετάβλητο και παραμένει με τον άνθρωπο (τουλάχιστον για τον άνδρα) σε όλη του τη ζωή. Όπως και ο κώδικας, το επώνυμο πρέπει να δηλώνεται σε όλες τις επαφές του ανθρώπου με τις επίσημες υπηρεσίες. Όπως και ο κώδικας, το επώνυμο στην καθημερινή χρήση δεν εμπεριέχει καμία αναφορά για την ένταξη του ανθρώπου στην Χριστιανική Εκκλησία»[4].

Πολλά από τα σύγχρονα επώνυμα σχηματίστηκαν από παρατσούκλια ή από την «δουλική υπαγωγή» στον γαιοκτήμονα, από τον τόπο, το επάγγελμα κτλ. Πού λοιπόν μπορεί να βρεθεί μέσα σε αυτά «θεϊκό» στοιχείο;
Δεν είναι το όνομα που κοσμεί τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος το όνομα. Ένα όμορφο όνομα – “Εωσφόρος”– δεν βοήθησε τον διάβολο να παραμείνει πιστός στον Θεό. Υπάρχουν ονόματα που προέρχονται από ειδωλολατρικούς θεούς, ωστόσο τα ονόματα αυτά έγιναν άγια. Πολλά ειδωλολατρικά ονόματα στο εκκλησιαστικό μηναίο, ανήκουν σε μάρτυρες, οσίους, οσιομάρτυρες, ιερομάρτυρες και αγίους.

«Περί του “αντιχρίστου συστήματος”, το οποίο οικοδομείται με τις ψηφιακές τεχνολογίες και το Διαδίκτυο.»

Δεν πρέπει να θεωρείται «σύστημα του Αντίχριστου» ό,τι γίνεται με τα χέρια και το μυαλό του ανθρώπου, ούτε ότι δεν περιγράφεται με «βιβλικούς» όρους. Οι ίδιες λέξεις, με την ίδια ορθογραφία, μπορεί να έχουν διαφορετική σημασία. Για παράδειγμα, ο όρος «όνομα» στις ψηφιακές τεχνολογίες δεν ταυτίζεται ακριβώς με τον ίδιο όρο στη φιλοσοφία ή τη θεολογία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ό,τι διαφέρει από τη θεολογία είναι «αντιχριστιανικό σύστημα». Ομοίως, το ηλεκτρονικό όνομα ως σύνολο ψηφίων, που χρησιμοποιεί η μηχανή για να καταγράψει τον κάτοχό του σε ένα μητρώο, δεν σημαίνει «είσοδο στη παγκόσμια εξουσία του κακού». Αν φυσικοί, μαθηματικοί, βιολόγοι κ.ά. στην εργασία τους δεν χρησιμοποιούν βιβλική γλώσσα ή αν κάποιες λέξεις έχουν διαφορετικό νόημα (όπως το «όνομα») αυτό δεν σημαίνει ότι υπηρετούν τον μέλλοντα Αντίχριστο ή «προετοιμάζουν την έλευσή του». Επομένως, οι ισχυρισμοί ότι μέσω προσωπικών αριθμών αντικαθίσταται το «θεϊκό» όνομα με κάτι «σατανικό» δεν έχουν καμία θεολογική ή άλλη βάση.
Έτσι, η εσχατολογία του ΚΚΤΚ, παρά την εξωτερική ομοιότητά του με τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό (στη χρήση ορολογίας), στα βασικά του αξιώματα έρχεται σε αντίθεση με τη διδασκαλία της Εκκλησίας στα βασικά της δόγματα: τη διδασκαλία για το τέλος των καιρών, τον Αντίχριστο και το μυστήριο της ανομίας. Ταυτόχρονα, το ΚΚΤΚ εκδηλώνει επικίνδυνες απόψεις που είναι χαρακτηριστικές για σχισματικές κοινότητες, αιρετικές ομάδες και αποκρυφιστικές οργανώσεις: (όπως το πνεύμα του Αντίχριστου, η αυτοδύναμη δράση της «σφραγίδας του Αντίχριστου», η επίδραση των αριθμών και των ονομάτων στον άνθρωπο).

 


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το σύνολο των αποκαλυπτικών δογμάτων του ΚΚΤΚ (Κίνημα κατά των κωδικών) διαφέρει ουσιαστικά από την εσχατολογική διδασκαλία της Εκκλησίας.

Η «εσχατολογία» του ΚΚΤΚ αντιτίθεται στην Ορθόδοξη Παράδοση στη διδασκαλία:

·  για τον χρόνο της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού,

·   για τα σημεία της «συντελείας του κόσμου»,

·  για τον χρόνο εμφάνισης, τον ρόλο, τους τρόπους και τη σειρά των ενεργειών του Αντιχρίστου.

Στη διδασκαλία του ΚΚΤΚ για την «συντέλεια των καιρών» δεν προσδιορίζεται το κύριο σημείο της έλεύσεώς της – η εμφάνιση του Αντιχρίστου. Η «Ημέρα της Κρίσεως», σύμφωνα με το ΚΚΤΚ, αρχίζει είτε με την προσέγγιση σε κάποιο «μοιραίο όριο», είτε (ταυτόχρονα) με τη «στιγμή της Θυσίας του Γολγοθά».
Αντιβαίνει επίσης στην Παράδοση και η διδασκαλία για το «πνεύμα του Αντιχρίστου», που «δεν έχει ακόμη βασιλέψει», αλλά δύναται να ενεργεί. Στο ΚΚΤΚ ο Αντίχριστος παρουσιάζεται ως αόρατη προσωπικότητα που ήδη υπάρχει στην ιστορία και την καθοδηγεί.
Η «σφραγίδα» στην «εσχατολογία» του ΚΚΤΚ αποκτά αυτόνομη υπόσταση: εμφανίζεται στον ορατό κόσμο πριν από τον Αντίχριστο, υπάρχει χωρίς το όνομά του και «προετοιμάζει» τον κόσμο να τον λατρεύσει. Μπορεί να επηρεάζει τη συνείδηση των ανθρώπων, να στερεί από τον άνθρωπο τον νου, τη βούληση και τη δυνατότητα μετανοίας, να «μολύνει τη συνείδηση», να τον εξαναγκάζει να αρνηθεί τον Χριστό (αυτοτελώς, προτού ακόμη εμφανισθεί ο Αντίχριστος), καθώς και να επηρεάζει την πορεία της ιστορίας.
Η διδασκαλία του ΚΚΤΚ περί «σφραγίδας του Αντιχρίστου» φανερώνει μεταβλητότητα στο περιεχόμενό της (σε αντίθεση με την Παράδοση της Εκκλησίας). Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας μεταβάλλεται και η βάση της διδασκαλίας του ΚΚΤΚ: παλαιότερα ως «σφραγίδα του Αντιχρίστου» εθεωρείτο το barcode (εξ ου και η ονομασία «κίνημα κατά των κωδικών»), ενώ σήμερα (μετά από 40 χρόνια) στην έννοια της «σφραγίδας» συμπεριλαμβάνονται πλέον τα ηλεκτρονικά κυκλώματα – τα «τσιπ». Όμως, στον κόσμο ήδη δοκιμάζονταν τεχνικά μέσα ταυτοποιήσεως μέσω αποτυπώματος παλάμης ή ίριδας του οφθαλμού, ενώ το ΚΚΤΚ παραμένει κίνημα «κατά των κωδικών» και δεν παύει να υπάρχει στον ορθόδοξο χώρο. Αυτό συμβαίνει διότι έχει δημιουργήσει τη δική του παράδοση. Μπορεί να υποτεθεί ότι θα συνεχίσει να υπάρχει και να αναπτύσσεται, συμπεριλαμβάνοντας στην έννοια της «σφραγίδας του Αντιχρίστου» ολοένα και νέα τεχνολογικά επιτεύγματα.
Στην «εσχατολογία» του ΚΚΤΚ απουσιάζει ο Χριστός. Όλα τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στον «αποκαλυπτικό» του λόγο – εκτυλίσσονται χάριν του Αντιχρίστου. Ο «Αρμαγεδδών» τους τελειώνει με την βασιλεία του Αντιχρίστου. Δεν έχει συνέχεια. Έτσι, ο Αντίχριστος από αντικείμενο της ιστορίας (σημείο της εγγύς Δευτέρας Παρουσίας) γίνεται πλήρης υποκείμενό της.
Ωστόσο, στα κύρια δογματικά του σημεία, το ΚΚΤΚ μέσα στο περιβάλλον της Ορθοδόξου Εκκλησίας παραμένει ταυτόσημο με το ΚΚΤΚ του νεοπεντηκοστιανισμού:

·  το barcode είναι η σφραγίδα του Αντιχρίστου,

·  οι ψηφιακές τεχνολογίες οδηγούν στην απαγόρευση της αγοραπωλησίας, επομένως συμφωνούν με την Αποκάλυψη 13:17 («ούτε να αγοράσει ούτε να πουλήσει»),

·    η παγκοσμιοποίηση είναι «διαδικασία του Αντιχρίστου».

Κατά συνέπεια, το σύνολο των αποκαλυπτικών δογμάτων, δανεισμένο από τους νεοπεντηκοστιανούς, δεν μπορεί να ονομαστεί μέρος της Παραδόσεως της Εκκλησίας ούτε ως «ιδιαίτερη άποψη» περί των εσχάτων του κόσμου. Πρόκειται για διδασκαλία ξεχωριστή από την Ορθόδοξη Παράδοση, η οποία έχει δημιουργήσει δική της ερμηνεία του Ευαγγελίου και της Αποκαλύψεως του Ιωάννη του Θεολόγου, που δεν έχει τίποτε κοινό με την Ορθοδοξία. Σε αυτήν υπάρχει λίγη πολιτική, λίγη νομική, λίγη οικονομία· όλα τα υπόλοιπα είναι φήμες, αναξιόπιστα γεγονότα, υποθέσεις και εικασίες – κατά την έκφραση του Αποστόλου Παύλου, «μυθοπλασίες γραωδείς» (Α΄ Τιμ. 4,7)· και, το κυριότερο, ένας νεοπεντηκοστιανικός τρόπος προσεγγίσεως της Αγίας Γραφής, μακριά από την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας.
Ο όγκος της παρούσης εργασίας δεν επιτρέπει την εξέταση σειράς άλλων θεμάτων, σχετικών με το αντικείμενο. Θα μπορούσε να μελετηθεί η επίδραση της ιδεολογίας του ΚΚΤΚ στην ηθικο-ασκητική μορφή και την πνευματική ζωή του χριστιανού. Επίσης αξίζει προσοχής η διδασκαλία του ΚΚΤΚ για την Εκκλησία «στα έσχατα χρόνια», στην οποία επίσης παρατηρείται απόκλιση από την Ορθόδοξη Παράδοση.

Η επίλυση αυτών των ζητημάτων και η απάντηση σε αυτά μπορεί να αποτελέσει συνέχεια της προτεινόμενης εργασίας.


ΠΗΓΗ: ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΓΙΟΥ ΤΥΧΩΝΑ ΕΔΡΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. 
''Η εσχατολογία του «κινήματος κατά των κωδίκων» (ΚΚΤΚ) υπό το φως της Ορθόδοξης Παραδόσεως''. Συγγραφέας Ουκρανιέτς, Γ. Ι., Προϊστάμενος Τμήματος Θεολογίας Μάλκοφ Π. Γ. 
https://pstgu.ru/upload/medialibrary/b08/b08083cd79a457ecd6bd8a8b999017ab.pdf
    
ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ-https://entoytwnika1.blogspot.com/2025/08/3.html
ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ :https://entoytwnika1.blogspot.com/2025/08/4.html
ΠΕΜΠΤΟ ΜΕΡΟΣ: https://entoytwnika1.blogspot.com/2025/08/5_26.html
ΕΚΤΟ ΜΕΡΟΣ: https://entoytwnika1.blogspot.com/2025/08/6.html
ΕΒΔΟΜΟ ΜΕΡΟΣ:https://entoytwnika1.blogspot.com/2025/09/7.html
ΟΓΔΟΟ ΜΕΡΟΣ: https://entoytwnika1.blogspot.com/2025/09/8.html

Η ΕΥΡΕΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

  

 (Ερευνητικό άρθρο του μακαριστού Ιωάννου Καρδάση).

            Το παρεκκλήσιο της Ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού. Η εύρεση και η συσχέτισή της με την αγία Ελένη. Το ζήτημα της γνησιότητας. Η ισχυρή παράδοση στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τον ΡΚαθολικισμό.

 

            (Αποσπάσματα από το βιβλίο του καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ Κ. Καλοκύρη: «Το αρχιτεκτονικό Συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός», ο οποίος διενήργησε ανασκαφές στον Πανάγιο Τάφο και τα γύρω από αυτόν προσκυνήματα, με εντολή του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Σελ. 98-108)

 

            Είναι γεγονός ότι κάτω από την παλαιά βασιλική, όπου βρίσκεται ο Πανάγιος Τάφος υπάρχει παρεκκλήσιο της εύρεσης του Τιμίου Σταυρού (κρύπτη της αγίας Ελένης) κατασκευασμένο από τον Κων. Μονομάχο (1042-1055). Στον υπόγειο αυτό χώρο βρέθηκε τμήμα ξύλου, το οποίον οι πιστοί του 4ου αιώνα ταύτισαν με τον Τίμιο Σταυρό του Χριστού.

 

            Δεν υπάρχει Ορθόδοξη μελέτη, η οποία με καθαρώς επιστημονικά, ιστορικά και αρχαιολογικά κριτήρια να εξετάζει ολοκληρωτικά το θέμα. Η παράδοση αναφέρει ότι η αγία Ελένη βρήκε τον Τ. Σταυρό με τις ανασκαφικές έρευνες που διέταξε και έγιναν. Όμως από τα μέσα του 4ου αιώνα, όπου τοποθετείται η εύρεση καμιά ιστορική πηγή δεν αναφέρει ότι αυτή οφείλεται στην αγία Ελένη. Δεν μαρτυρούνται δε ανασκαφικές έρευνες από αυτήν από σύγχρονές της πηγές, εκκλησιαστικές ή άλλες, ούτε γίνεται λόγος για την εύρεση του Τ. Σταυρού στις ανασκαφικές εργασίες που έγιναν με εντολή του Μ. Κωνσταντίνου για την αποκάλυψη του Παναγίου Τάφου και την ίδρυση της πλησίον του βασιλικής. Ούτε ο πατέρας της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Ευσέβιος Καισαρείας, γράφοντας το 335 και εγκωμιάζοντας υπερβολικά τον Μ. Κωνσταντίνο και την μητέρα του, ως ο επίσημος βιογράφος των, δεν αναφέρει πουθενά ότι εκείνη βρήκε τον Σταυρό, ενώ κάνει λόγο για τους ναούς που ίδρυσε (της Γέννησης στη Βηθλεέμ, της Ανάληψης στο όρος των Ελαιών) και για τα άλλα έργα ευποιίας της και μάλιστα όταν, γηραλέα πλέον (το 332) «ήκεν σπεύδουσα νεανικώς η πρέσβυς» στα Ιεροσόλυμα (Ευσεβίου Καισαρείας: Εις τον βίον Κωνσταντίνου, ΒΕΠΕΣ, τ. 24, XLI, σελ. 160)

 

            Επομένως, ο πλέον ενήμερος Ευσέβιος αγνοεί τα περί ανασκαφών της βασιλομήτορας. Ήταν όμως ποτέ δυνατόν, εάν συνέβη ένα τέτοιο γεγονός, τόσο τιμητικό για την Αυγούστα, να μην το αναφέρει και μάλιστα εγκωμιαστικά; Αλλά και ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Κύριλλος (350-386), ενώ μας γνωστοποιεί στις Κατηχήσεις του (350) την εύρεση του Σταυρού, τον οποίον μπορεί κανείς να δει («το ξύλον το άγιον του σταυρού μαρτυρεί μέχρι σήμερον παρ’ ημίν φαινόμενον», PG, Κατήχησις Α΄ Φωτιζομένων, Κατήχ. 10. 19), όμως αγνοεί πως και από ποιόν βρέθηκε. Σε επιστολή του δε προς τον γιο του Μ. Κωνσταντίνου, αυτοκράτορα Κωνστάντιο (αρειανό το φρόνημα) αναφέρει: «επί..... Κωνσταντίνου του σου πατρός το σωτήριον του σταυρού ξύλον εν Ιεροσολύμοις ηύρηται». Επομένως βρέθηκε «επί Μ. Κωνσταντίνου», αλλ’ όχι «υπό Μ. Κωνσταντίνου».

 

            Αλλά και η αγία Μελάνη, η οποία παρευρέθηκε στην τελετή του Σταυρού στα Ιεροσόλυμα τις ημέρες του Πάσχα του 398 (και αφηγείται σχετικώς στον επίσκοπο Νόλης Παυλίνο, P.L. τ. LI, στ. 329) δεν αναφέρει την εύρεση του Σταυρού από την Αυγούστα.

 

            Είναι περίεργο ότι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας που έζησαν τον 4ο αιώνα και κοιμήθηκαν περί το τέλος του, δηλ: ο Μ. Αθανάσιος (+373), ο Μ. Βασίλειος (+379), ο Γρηγόριος Θεολόγος (+390), ο Γρηγόριος Νύσσης (+394) και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (+407), ενώ έγραψαν ομιλίες και εγκώμια για τον Τ. Σταυρό, όμως δεν αναφέρουν ότι η εύρεση οφείλεται στην αγία Ελένη, ενώ τότε, ως φαίνεται, είχε αρχίσει να διαδίδεται το πράγμα.

 

            Ο Χρυσόστομος πιστεύει ότι ο αληθινός Σταυρός του Ιησού δεν υπάρχει επί της γης, επειδή τον πήρε στον ουρανό ο Χριστός, ως το τρόπαιό του κατά του διαβόλου και του θανάτου και, μαζί με αυτόν θα έλθει κατά τη δευτέρα Παρουσία: «ουκ’ αφήκεν αυτόν (σταυρόν) είναι επί της γης, αλλά ανέσπασεν αυτόν και εις τον ουρανόν ανήγαγεν. Πόθεν δήλον τούτο; Μετ΄ αυτού μέλλει έρχεσθαι εν τη δευτέρα παρουσία» (Ιω. Χρυσοστόμου, ομιλία «εις τον Σταυρόν και εις τον ληστήν» PG τόμ. 49, Α΄ ομιλία, στ. 404 και Β΄ ομιλία, στ. 413).

 

            Κάπως ανάλογο χωρίο υπάρχει στην 13η κατήχηση του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων: Ο άγιος Κύριλλος (350-386) καλεί τους δυσπιστούντες για τη σταύρωση του Ιησού να ελέγξουν όλα τα σχετικά με την σταύρωση, όπως είναι ο Γολγοθάς: «…..ο Γολγοθάς ούτος ο άγιος ο υπερανεστώς και μέχρι σήμερον φαινόμενος και δεικνύων μέχρι νυν όπως δια Χριστόν αι πέτραι τότε ερράγησαν, το μνήμα το πλησίον, όπου ετέθη, και ο επιτεθείς τη θύρα λίθος ο μέχρι σήμερον παρά τω μνημείω κείμενος….. τούτο (ο σταυρός) μετά του Ιησού φαίνεσθαι μέλλει πάλιν εξ ουρανού…..» (PG. κατήχ. 13. 39-41). Εδώ, παρατηρούμε, ότι ο άγιος Κύριλλος δεν αναφέρει καν την ύπαρξη σταυρού επί της γης και τούτο 25 χρόνια μετά την –-υποτιθέμενη- εύρεση  του Σταυρού από την αγία Ελένη (6.3.326).

 

            Κάτι ανάλογο αναφέρεται και στο λόγο: «Εις τον Σταυρόν και την δευτέραν Παρουσίαν» του αγίου Εφραίμ του Σύρου (306-373): «….. Ο ίδιος ο Τίμιος Σταυρός πρόκειται να εμφανισθεί ξανά πρώτος στη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, ως τίμιο και ζωοποιό και σεβαστό και άγιο σκήπτρο του μεγάλου βασιλιά Χριστού, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου που είπε ότι «θα φανεί στον ουρανό το σημείο του Υιού του ανθρώπου (Ματθ. 24. 30)…..». (themistoklismourtzanos.blogspot.com/2011/09/blog-post_12.html). Τα χωρία αυτά δεν διευκρινίζουν σαφώς, αν ο Σταυρός βρίσκεται στον ουρανό, όπως το διασαφηνίζει ο Χρυσόστομος ή αν «σταυρού τύπος» θα εμφανιστεί κατά την Β΄ Παρουσία. Πάντως, αν ο σταυρός ευρίσκετο επί της γης και μάλιστα στα Ιεροσόλυμα, πρώτος ο άγιος Κύριλλος θα το διατυμπάνιζε και θα καλούσε κάθε δύσπιστο να προσέλθει να τον προσκυνήσει. 

 

            Η παράδοση για την εύρεση του Σταυρού από την αγία Ελένη, δημιουργήθηκε από το 395, όπου την γνωρίζουν: οι ιστορικοί Σωκράτης, Σωζόμενος και Θεοδώρητος, στη Δύση δε στις αρχές του 5ου αιώνα οι Ιερώνυμος, Ρουφίνος, Παυλίνος της Νόλα και Αμβρόσιος Μεδιολάνων, ο οποίος αναφέρει ότι ο Σταυρός βεβαιώθηκε από την επ’ αυτού επιγραφή του Πιλάτου. 

 

            Τελικά, ανεξάρτητα από την έρευνα, η οποία μέχρι σήμερα δεν συνηγορεί για την εύρεση του Σταυρού από την αγία Ελένη, η παράδοση της Εκκλησίας κατακυρώνει την εύρεση από αυτήν και την δηλοποιεί στην υμνολογία της: «Κωνσταντίνος σήμερον συν τη μητρί τη Ελένη τον Σταυρόν εμφαίνουσι....», καθώς και στο ευχολόγιό της και δη στο μυστήριο του γάμου: «..... την χαράν ήν έσχεν η αγία Ελένη ότε εύρε τον Τίμιον Σταυρόν».

 

            Όσον αφορά την προσκύνηση τεμαχίου του Τιμίου Σταυρού, ο Ιω. Δαμασκηνός καταγράφει, ότι δεν πρέπει να προσκυνείται τέτοιο μετά την διάλυσή του Σταυρού: «Προκυνητέον τοίνυν το σημείον του Χριστού. Ένθα γαρ αν η το σημείον, εκεί και αυτός έσται. Την δε ύλην, εξ ης ο τύπος του σταυρού συνίσταται, ει και χρυσός ή λίθοι είεν τίμιοι, μετά την του τύπου (ει τύχοι) διάλυσιν ου προσκυνητέον» (Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, κεφ. Δ11 (84)).

 

            Συμπεράσματα

 

            1/ Ο Μ. Κων/νος είχε διατάξει να γίνουν ανασκαφές στα Ιεροσόλυμα προς εύρεση του Παναγίου Τάφου, πολύ πριν επισκεφθεί τους αγίους Τόπους η αγία Ελένη. Στις ανασκαφές αυτές δεν είχε βρεθεί ο Τίμιος Σταυρός.

 

            2/ Η αγία Ελένη επισκέφθηκε τα Ιεροσόλυμα, το 332, σε πολύ μεγάλη ηλικία. Δεν διενήργησε ανασκαφές, ούτε βρήκε τον Τ. Σταυρό.

 

            3/ Ο βιογράφος της, Καισαρείας Ευσέβιος, αναφέρει την ίδρυση πλείστων Ναών, πλην όμως δεν αναφέρει εύρεση του Τ. Σταυρού.

 

            4/ Αναφέρεται, ότι το 350, σε νεώτερες ανασκαφές βρέθηκε τεμάχιο ξύλου, το οποίον οι πιστοί ταύτισαν με τον Σταυρό του Κυρίου.

 

            5/ Ο Ιεροσολύμων Κύριλλος (350-386) πιστοποιεί, ότι αυτό το τεμάχιο ξύλου προέρχεται από τον Σταυρό του Κυρίου, δεν αναφέρει δε και αυτός εύρεση από την αγία Ελένη.

 

            6/ Όλοι οι μεγάλοι Πατέρες της Ανατολής του 4ου αι. (Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης, Ιω. Χρυσόστομος) δεν αναφέρουν εύρεση του Σταυρού από την αγία Ελένη.

 

            7/ Τρεις Πατέρες της Εκκλησίας (Ιω. Χρυσόστομος, Κύριλλος Ιεροσολύμων, Εφραίμ ο Σύρος) δηλώνουν, ότι ο Χριστός δεν άφησε το Σταυρό του επί της γης, αλλά τον πήρε μαζί του στον Ουρανό, με την Ανάληψή του, με αυτόν δε πρόκειται να έλθει πάλι, κατά την β΄ παρουσία.

 

            8/ Η παράδοση για την εύρεση του Σταυρού από την αγία Ελένη δημιουργήθηκε τον 5ο αι. από τον Μεδιολάνων Αμβρόσιο και διαδόθηκε και στην Ανατολή.

 

            9/ Η Εκκλησία δέχτηκε αυτή την εκδοχή από τη Δύση και την ενσωμάτωσε στην υμνολογία της.

 

            10/ Ο άγιος Ιω. Δαμασκηνός απαγορεύει την προσκύνηση τεμαχίου του Σταυρού, πράγμα που το θεωρεί, ως ειδωλολατρία.

 

            20.9.16

 

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ