Στο 10° θεολογικό συνέδριο της ί. μητροπόλεως
Θεσσαλονίκης (Νοέμβριος του 1989) είχα την ευκαιρία να παρουσιάσω μία εισήγησι
για το πρόσωπο της γυναίκας που αναφέρεται στο 12ο κεφάλαιο της αποκαλύψεως ως
«περιβεβλημένη τον ήλιον και η σελήνη υποκάτω των ποδών αυτής και επί της
κεφαλής αυτής στέφανος αστέρων δώδεκα» (Απ. 12,1). Το θέμα είναι εξαιρετικά
ενδιαφέρον, καθ' όσον αποτελεί καθοριστικό «σημείον», «μέγα», μέσα στο ρου της
αποκαλύψεως του αγίου Ιωάννου, και απασχολεί ιδιαίτερα τους ερμηνευτάς, ούτως ώστε
να διατυπώνωνται πολλές και ποικίλες προτάσεις για την κατανόησί του. Το
πρόσωπο της Γυναίκας απασχόλησε ήδη αρκετούς πατέρες και εκκλησιαστικούς
συγγραφείς από τους πρώτους ακόμη αιώνες της αρχαίας ερμηνευτικής παραδόσεως,
οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν σήμερα τις γνώμες τους ως μία έγκυρη και
έγκριτη βοήθεια στην έρευνα του ζητήματος, θεώρησα λοιπόν αξιόλογο και σκόπιμο,
προκειμένου να συμβάλω σε ένα συνέδριο με θέμα το ιερό βιβλίο της Αποκαλύψεως,
να συμπληρώσω την προηγουμένη μου εισήγησι παρουσιάζοντας ειδικά τις σχετικές
ερμηνείες των αρχαίων ερμηνευτών, Ελλήνων και Λατίνων, για τη γυναίκα του Απ.
12 και εκθέτοντας συστηματικά τις απόψεις τους.
Μία γενική θεώρηση και συνοπτική αντίληψι των θέσεων
εκείνων των πρώτων ερμηνευτών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ομοφωνία
και ταύτισι μεταξύ τους, αλλά ούτε και αποκλειστική και επίμονη ενασχόλησι με
το ζήτημα. Ωρισμένοι συγγραφείς αρκούνται να επαναλάβουν τις προτάσεις, ακόμη
και τα λόγια, των προγενεστέρων και άλλοι περνούν το πρόβλημα αδιάφορα. Είναι
χαρακτηριστικό, εξ άλλου, ότι δεν απαντάται καμμία συγκεκριμένη και
αναμφισβήτητη τουλάχιστον μαρτυρία στα πρώτα μεταποστολικά χρόνια, στο β' αι.
Οι αποστολικοί πατέρες και οι απολογηταί δεν έχουν μία ωρισμένη και ειδική
αναφορά2. Σαφώς μιλούν για πρώτη φορά συγγραφείς που ανήκουν στον γ' αι. και
είναι αξιοσημείωτο ότι από τότε, από την πρώτη αρχή ακόμη, διατυπώνονται όλες
σχεδόν οι δυνατές ερμηνείες που επαναλήφθηκαν αργότερα από διαφόρους κατά τη
συνέχεια των αιώνων. Από την εποχή του αγίου Ιππολύτου (μαρτύρησε το 237 μ.
Χ.), ο οποίος αποτελεί τον πρώτο αδιαφιλονίκητο μάρτυρα, μέχρι τα χρόνια του
βενεδικτίνου Ισπανού Beatus (πέθανε το 798 μ. Χ.), έγραψε το 786 μ. Χ.),
απαριθμούνται 24 τουλάχιστον ονόματα ελλήνων και περισσότερο λατίνων ερμηνευτών
Ιππόλυτος, Βικτωρίνος, Μεθόδιος, Εφραίμ, «Κυπριανός», Τυχώνιος, Επιφάνειος,
Ιερώνυμος, Αυγουστίνος, «Αυγουστίνος», Quodvultdeus, Πριμάσιος, Οικουμένιος, Κασσιόδωρος,
Μέγας Γρηγόριος, Πατέριος, Alulfus, Ανδρέας Καισαρείας, «Επιφάνειος», Βέδας,
Αμβρόσιος Autpert, Beatus, Αλκουΐνος, Αρέθας και άλλοι ανώνυμοι.
Το γεγονός ότι υπερτερούν οι δυτικοί και λατίνοι
ερμηνευταί εξηγείται βέβαια από το ότι η Αποκάλυψι αντιμετωπίσθηκε με επιφύλαξι
για την κανονικότητα της από τους έλληνες ερμηνευτάς της Ανατολής . Είναι το
μοναδικό βιβλίο της Καινής Διαθήκης για το οποίο όχι μόνο δεν υπάρχουν πολύ
αρχαία υπομνήματα στην Ανατολή (το πρώτο χρονολογείται τον στ' αι, ενώ το πρώτο
στη Δύσι τον δ' αι.), αλλά έχουν απολεσθή και ακρωτηριασθή όσα παλαιά
υπομνήματα είχαν γραφή .
Τέσσερις είναι οι κύριες ερμηνείες που προτείνονται
για τη Γυναίκα και στις οποίες κατατάσσονται όλοι οι παραπάνω ερμηνευταί:
α) Εκπροσωπεί την Εκκλησία του Χριστού,
β) Αποτελεί σύμβολο της αρχαίας Εκκλησίας, της
Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
γ) Είναι η Παρθένος Μαρία, η Θεοτόκος Μητέρα του
Κυρίου μας.
δ) Σημαίνει τη Θεοτόκο Μαρία, αλλά και την Εκκλησία
του Χριστού.
Θα εξετάσω χωριστά κάθε μία ερμηνεία με τους
εκφραστάς της και θα διατυπώσω στο τέλος την προσωπική μου άποψη.
α) Ότι πρόκειται για την Εκκλησία του Χριστού
υποστηρίχθηκε από την αρχή και από τους περισσότερους συγγραφείς της αρχαίας
παραδόσεως. Συγκεκριμένα την αναφέρουν οι έξης: Ο Ιππόλυτος, Επίσκοπος Ρώμης,
μαθητής του Ειρηναίου, στο έργο του Περί του αντίχριστου . Ο Μεθόδιος,
Επίσκοπος Ολύμπου (μαρτύρησε γύρω στο 312 μ. Χ.), στο έργο του Συμπόσιον . Ο
«Κυπριανός» (γύρω στο 253 μ. Χ.) από την Αφρική ή τη Ρώμη σε έργο κατά του
αιρετικού Νοβατιανού . Ο Τυχώνιος, μετριοπαθής δονατιστής στην Αφρική (πέθανε
το 390 μ. Χ.), οξυδερκής ερμηνευτής, στο περίφημο υπόμνημά του στην Αποκάλυψι
του Ιωάννη, το οποίο επιβλήθηκε και επηρέασε για αιώνες τους μεταγενεστέρους
λατίνους συγγραφείς μέχρι την αναγέννησι, αλλά διασώθηκε μόνο σε αποσπάσματα,
μεταξύ των οποίων και η ερμηνεία στο Απ. 12,1-6 Ο «Αυγουστίνος» (5ο-6ο αι.
μ. Χ.), σε υπόμνημα για την Αποκάλυψι . Ο Πριμάσιος, Επίσκοπος Αδρυμήτου
Αφρικής (πέθανε γύρω στο 552 μ. Χ.), στο υπόμνημά του στην Αποκάλυψι, το οποίο
έχει ιδιαίτερη αξία, διότι εμπεριέχει όλο σχεδόν το χαμένο έργο του Τυχωνίου,
του οποίου κάνει χρήσι κατά κόρον . Ο Γρηγόριος ο Μέγας, στις Ομιλίες του
στον Ιώβ . Ο Πατέριος, γραμματέας του Γρηγορίου, σε ερμηνευτικό του έργο για
διάφορα χωρία της αγίας Γραφής . Ο Alulfus, μαθητής του Γρηγορίου . Ο Ανδρέας,
Επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας (6ο-7ο αι. μ. Χ.), στο υπόμνημά του στην
Αποκάλυψι . Ο Βέδας, βενεδικτίνος Ιερέας στο Jarrow της Αγγλίας (672-735 μ.
Χ.), εμβριθής μελετητής των πατέρων, στο υπόμνημά του στην Αποκάλυψι .
Αυτοί οι ερμηνευταί βλέπουν στο πρόσωπο της γυναίκας
την Εκκλησία επί τη βάσει των διαφόρων χαρακτηριστικών, τα οποία περιγράφει ο
Ιωάννης και τα οποία εφαρμόζονται κατάλληλα στην ιστορία της Εκκλησίας. Εν
τούτοις, δεν συμφωνούν όλοι στην εξήγησι των επί μέρους χαρακτηριστικών. Ο
ήλιος που περιβάλλει τη γυναίκα αναγνωρίζεται βέβαια από τους πλείστους ότι
είναι ο Χριστός, «ο ήλιος της δικαιοσύνης» κατά τον Προφήτη Μαλαχία (Μα 4,2) , ο Λόγος του Θεού που έγινε άνθρωπος , αλλά από ωρισμένους κατανοείται ότι
σημαίνει επίσης την ελπίδα της αναστάσεως ή την ενάργεια της αλήθειας . Η
σελήνη έχει ποικίλες εκδοχές. Λέγεται ότι δηλώνει την επουράνια δόξα που
στολίζει την Εκκλησία. Την πίστι εκείνων που καθαρίζονται από τη φθορά με το
λουτρό του βαπτίσματος, διότι το φως της μοιάζει μάλλον με νερό χλιαρό και
διότι από αυτήν εξαρτάται η υγρά ουσία. Συγχρόνως δε εννοείται και η ενέργεια
του βαπτίσματος, καθ' όσον με αυτό αναγεννώνται οι πιστοί όπως η νέα σελήνη .
Λέγεται όμως και αντίθετα, ότι δηλώνει τους υποκριτάς ανθρώπους και τους κακούς
Χριστιανούς, όλα τα πρόσκαιρα πράγματα που εύκολα μεταβάλλονται, την
προσωρινή δόξα και τον ιουδαϊκό νόμο . Οι δώδεκα αστέρες που πλέκουν το
στεφάνι πάνω στο κεφάλι της γυναίκας συμβολίζουν κατά κοινή ομολογία τους
δώδεκα Αποστόλους, με τους οποίους ιδρύθηκε η Εκκλησία . Οι ωδίνες του
τοκετού κατά μία άποψι σημαίνουν τους διωγμούς που υπομένει η Εκκλησία από τους
απίστους , αλλά κατά την επικρατέστερη δηλώνουν τους πνευματικούς κόπους της
Εκκλησίας για την εν Χριστώ αναγέννησι του κόσμου . Τέλος, το αρσενικό παιδί
που γεννά η γυναίκα αναγνωρίζεται αφ’ ενός βέβαια ως ο ιστορικός Χριστός, τον
οποίο ζητούσε να καταβρόχθιση ο Ηρώδης , εννοείται όμως ότι είναι και ο
μυστικός Χριστός, τον οποίο γεννά η Εκκλησία μέσα στις καρδιές των ανθρώπων ,
κατ' επέκτασιν δε και όλα τα μέλη του Χριστού, τα παιδιά της Εκκλησίας .
Ωρισμένοι ερμηνευταί υπογραμμίζοντας το χαρακτηριστικό «άρρενα», το οποίο
προσδιορίζει πλεοναστικά και εμφατικά τον «υιόν» που «έτεκεν» η γυναίκα,
σχολιάζουν ότι φανερώνει «τους χαρακτήρας και την εκτύπωσιν και αρρενωπίαν
ειλικρινώς του Χριστού», που προσλαμβάνουν όσοι βαπτίζονται η ακόμη και το
λαό του Θεού που είναι ανδρείος, απαλλαγμένος από τα γυναικεία πάθη . Άλλοι
εννοούν ότι το αρσενικό δηλώνει το νικητή κατά του διαβόλου ο οποίος πολεμά τη
γυναίκα .
Η αρπαγή του τέκνου θεωρείται ως υπόδειξη ότι το
τέκνο Χριστός είναι βασιλιάς επουράνιος και όχι επίγειος 35 και ως υπαινιγμός
στην ανάληψι του Χριστού, η οποία ισχύει και για την Εκκλησία με την έννοια ότι
τα μέλη του Χριστού βρίσκονται όπου και η κεφαλή τους . Η έρημος, όπου
κατέφυγε η Γυναίκα και ο τόπος που της έχει ετοιμάσει ο Θεός δηλώνει αυτό τον
κόσμο κι αυτή τη ζωή, όπου υπάρχουν σκορπιοί και φίδια, αλλά δεν μπορούν να
βλάψουν την Εκκλησία (παράβαλλε Λκ. 10,19) . Οι δύο δε «πτέρυγες του αετού του
μεγάλου», που δόθηκαν στη Γυναίκα για να σωθή, κατά τον Ιππόλυτο συμβολίζουν
την πίστι στον Ιησού Χριστό, που άπλωσε τα δύο του χέρια πάνω στο σταυρό σαν
φτερούγες «προσκαλούμενος πάντας τους εις αυτόν πιστεύοντας και σκεπάζων 'ως
όρνις νεοσσούς'» , κατά άλλους τις δύο Διαθήκες της Εκκλησίας, οι οποίες την
ασφαλίζουν ή τους δύο Προφήτες που κατά το Απ. 11/ια εμφανίζονται στους
έσχατους χρόνους, στον ένα από τους οποίους αναγνωρίζουν τον Ηλία . Ως
ποταμός εννοείται ο διωγμός , ενώ ως γη που βοήθησε τη Γυναίκα καταπίνοντας
τον ποταμό, εννοείται η χώρα των αγίων, οι άγιοι, που με τις προσευχές τους
φυλάγουν την Εκκλησία από τους εχθρούς της ή ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Χριστός, ο
οποίος μεσιτεύει για μας και έχει καταπιεί το θάνατο .
β) Ότι πρόκειται για την αρχαία Εκκλησία, της
Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, πρότειναν ελάχιστοι συγγραφείς. Ο Βικτωρίνος,
Επίσκοπος του Πεττώ (πέθανε γύρω στο 304 μ. Χ.), στο υπόμνημά του στην
Αποκάλυψι, το οποίο είναι το αρχαιότερο λατινικό υπόμνημα που γνωρίζουμε 44. Ο
Ιερώνυμος (340-420 μ. Χ.), στην αναθεώρησι του υπομνήματος του Βικτωρίνου 45,
το οποίο επεξεργάσθηκε έτσι ώστε να δικαιούται να εκληφθή ως αυθεντικό έργο του
Ιερωνύμου 46. Ως προς το Απ. 12 όμως, ο Ιερώνυμος δεν επέφερε πολλές αλλαγές στην
ερμηνεία του Βικτωρίνου. Ο Αυγουστίνος, Επίσκοπος Ιππώνος (354-430 μ. Χ.),
ερμηνεύοντας τον 142 ψαλμό αναφέρεται στο Απ. 12 με αφορμή τη γέννησι του
Κυρίου από Παρθένο 47. Ο Beatus de Liebana, βενεδικτίνος ηγούμενος του
Valcavado στην Ισπανία (πέθανε το 798 μ. Χ.), στο υπόμνημα του στην Αποκάλυψι,
το οποίο έγραψε το 786 κατά την τάξι μιας catena .
Σύμφωνα μ' αυτή την άποψη η Γυναίκα συμβολίζει την
αρχαία Εκκλησία των πατέρων και των Προφητών και των Αποστόλων. Αυτοί, σαν τη
γυναίκα που ωδίνει τους πόνους του τοκετού, δοκίμασαν τις ωδίνες του πόθου για
τον Μεσσία, κραύγασαν τη λαχτάρα τους να τον αποκτήσουν και βασανίσθηκαν από
την επιθυμία της απαντοχής του. Τελικά ο Ισραήλ του Θεού γέννησε τον Χριστό και
στη συνέχεια ο Χριστός με την Εκκλησία του γεννά τα μέλη του, τους πιστούς.
Στην εν λόγω άποψι κυρίαρχη είναι η ερμηνεία του Βικτωρίνου, η οποία ουσιαστικά
και επαναλαμβάνεται από τους υπόλοιπους ερμηνευτάς .
Ειδικώτερα, ο ήλιος δηλώνει κατά τον Βικτωρίνο την
ελπίδα της αναστάσεως και τη δόξα της ανταμοιβής. Η σελήνη τους αγίους, οι
οποίοι και αυτοί πεθαίνουν, αλλά έχουν την ελπίδα της αναστάσεως όπως το φως
της σελήνης στο σκοτάδι το στεφάνι με τους δώδεκα αστέρες το χορό των κατά
σάρκα προπατόρων του Χριστού. Το τέκνο, βέβαια, είναι ο Χριστός, τον οποίο δεν
μπορεί να καταφάη ο δράκων, διότι αναστήθηκε την τρίτη ήμερα. Για τη φυγή της
Γυναίκας στην έρημο ο Βικτωρίνος έχει τη γνώμη ότι υποδηλώνει τη σωτηρία της καθολικής
Εκκλησίας κατά τις έσχατες ημέρες. Η αρπαγή του τέκνου αναφέρεται στην ανάληψι
του Χριστού, οι δύο πτέρυγες του αετού είναι οι δύο Προφήτες των εσχάτων
χρόνων, ο Ηλίας κι ο άλλος που έρχεται μαζί του. Ο ποταμός συμβολίζει το λαό, ο
οποίος κατά διαταγή του όφεως καταδιώκει την Εκκλησία, ενώ ότι η γη κατάπιε τον
ποταμό σημαίνει την τιμωρία των διωκτών. Δεν παραλείπει όμως ο Βικτωρίνος να
σημείωση ότι όλα τα σημαινόμενα δεν ανήκουν στην ίδια χρονική περίοδο .
Με ιδιάζοντα τρόπο εκφέρει την ίδια ερμηνεία ο
Αυγουστίνος. Η γυναίκα είναι η αρχαία πόλι του Θεού, που έχει την αρχή της στον
Άβελ και καλείται Ιερουσαλήμ και Σιών. Ο ήλιος, με τον οποίο είναι ντυμένη, και
ο υιός που γέννησε είναι ο Χριστός, ο ήλιος της δικαιοσύνης, ο οποίος και
ίδρυσε τη Σιών και γεννήθηκε στη Σιών . Η σελήνη κάτω από τα πόδια της
γυναίκας δηλώνει τη θνητότητα της σάρκας που ακμάζει και παρακμάζει και την
οποία η πολιτεία του Θεού καταπατά με την αρετή. Η δε έρημος συμβολίζει την παρθενική
γέννησι του Χριστού, καθ' όσον μόνο ο Χριστός γεννήθηκε με τέτοιο τρόπο, δηλαδή
από Παρθένο .
Διατυπώθηκε η γνώμη ότι ο Αυγουστίνος ως γυναίκα του
Απ. 12 θεωρεί μόνο τον Ισραήλ της Παλαιάς Διαθήκης 53. Από τη μελέτη όμως του
γενικού έργου του «De Civitate Dei» συνάγεται ότι ο ιερός πατέρας προσδιορίζει
μία μόνο πολιτεία του Θεού, στην οποία συγκαταλέγει το λαό της Παλαιάς και της
Καινής Διαθήκης ομού .