Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

Ερανίσματα απο το βιβλίο -Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ των Ορθοδόξων απο την εκκλησιαστική κοινωνία μη καταδιασθέντων αιρετικών.(Α)


ΜΕΡΟΣ Α 
-------------------------
Εισαγωγικά 
(Τα αποσπάσματα που δημοσιεύονται είναι απο το ομώνυμο βιβλίο του ιερομονάχου Ευγενίου σε απλούστερη γλώσσα).

Υπάρχει πνευματικός μολυσμός για τους Ορθοδόξους όταν κοινωνούν με αιρετικούς που έχουν αποκοπεί από την Εκκλησία. Αυτό προκύπτει από χωρία του Προφήτη Ιεζεκιήλ, όπως τα ερμήνευσαν οι Άγιοι Πατέρες, καθώς και από μαρτυρίες των Αγίων Αποστόλων, της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου και γενικά των Πατέρων της Εκκλησίας. Το ίδιο διδάσκει και ο Μέγας Βασίλειος.

Όπως:

  • η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος αντιμετώπισε τον Νεστόριο,
  • η Δ΄ τον Διόσκορο,
  • η ΣΤ΄ τον Μακάριο,
  • η Ζ΄ τους Εικονομάχους επισκόπους που επέστρεφαν,
  • και η Θ΄ τον Ιωάννη Καλέκα και τον Γρηγόριο Ακίνδυνο,

έτσι και από τα επίσημα κείμενα και τις αποφάσεις αυτών των Συνόδων φαίνεται ξεκάθαρα ότι όλοι αυτοί είχαν πραγματική και κανονική ιερωσύνη μέχρι τη στιγμή που καθαιρέθηκαν. Τότε μόνο την έχασαν.

Είχαν ιερωσύνη ακόμη και όταν βρίσκονταν σε αμετανόητη αίρεση (γι’ αυτό και καθαιρέθηκαν), ή – στην περίπτωση της Ζ΄ Οικουμενικής – πριν μετανοήσουν.

Παρόλο που σε διάφορες εποχές οι αιρετικοί επικράτησαν σε τοπικές Εκκλησίες και μάλιστα επίσημα, ακόμη και για πολλά χρόνια, και παρόλο που δίδασκαν αιρέσεις που είχαν ήδη καταδικαστεί στο παρελθόν και τις ανανέωναν συνοδικά, ενώ οι Ορθόδοξοι απέφευγαν την κοινωνία μαζί τους, η ίδια η ύπαρξη της ιερωσύνης τους δεν είχε καταστραφεί. Αυτό φαίνεται καθαρά τουλάχιστον από τις Γ΄, Δ΄, ΣΤ΄ και Ζ΄ Οικουμενικές Συνόδους.

Η καθαίρεση, όπως εξηγούν με ακρίβεια οι Οικουμενικές Σύνοδοι, δεν είναι απλώς ανακοίνωση ότι η ιερωσύνη είχε ήδη χαθεί, αλλά η αφαίρεσή της. Δηλαδή, η χάρη της ιερωσύνης αφαιρείται με συγκεκριμένη συνοδική πράξη, σε συγκεκριμένο χρόνο, από τον Θεό και τη Σύνοδο των επισκόπων.

Άρα, η ιδέα ότι ο μολυσμός σημαίνει αυτόματη καθαίρεση ή ότι τα μυστήρια γίνονται αυτόματα άκυρα, δεν στηρίζεται στις πράξεις των Οικουμενικών Συνόδων. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν μια αίρεση έχει αναγνωριστεί συνοδικά, όπως έγινε και στη σύνοδο της Κρήτης το 2016.


Τι είναι ο μολυσμός και πώς λειτουργεί

  1. Η ρίζα και η αιτία του μολυσμού είναι η αίρεση, την οποία σπέρνει ο διάβολος στην καρδιά του ανθρώπου. Ο άνθρωπος γίνεται αιρετικός επειδή αποδέχεται την αίρεση.
  2. Η αίρεση μολύνει πρώτα τον ίδιο τον αιρετικό, επειδή τον χωρίζει από τον Θεό. Αυτό είναι το πρώτο και βασικό αποτέλεσμα και επιβεβαιώνεται από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο και από μαρτυρίες Αγίων, όπως του αββά Αγάθωνα. Μέχρι εδώ ο μολυσμός αφορά μόνο το πρόσωπο του αιρετικού.
  3. Η αίρεση προκαλεί σχίσμα μέσα στην Εκκλησία. Η ενότητα των πιστών γίνεται μέσω της Θείας Κοινωνίας. Ο αιρετικός που δεν έχει ακόμη καταδικαστεί συνοδικά διασπά αυτή την ενότητα, επειδή έχει ήδη αποκοπεί από τον Θεό. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις πράξεις της Ε΄ Οικουμενικής και από τον 15ο Κανόνα της ΑΒ΄ Συνόδου, που δικαιώνει όσους διακόπτουν την κοινωνία πριν από συνοδική καταδίκη.
  4. Μολύνονται τα μυστήρια, τόσο του αιρετικού όσο και εκείνων που κοινωνούν μαζί του γνωρίζοντας την κατάστασή του. Αυτό φαίνεται καθαρά στην Ε΄ Οικουμενική, όπου αφαιρέθηκε το όνομα του Πάπα Βιγίλιου από τα δίπτυχα για να μη μολυνθούν τα μυστήρια των Ορθοδόξων επισκόπων.

Δεν αποφεύγουμε τον καθαιρεμένο ή αιρετικό ιερέα μόνο επειδή δεν τελεί πλέον έγκυρα μυστήρια, αλλά και λόγω του φρονήματός του, γιατί από εκεί ξεκινά η μόλυνση.

  1. Η μόλυνση των μυστηρίων σημαίνει κρίση και καταδίκη, τόσο για τον ιερέα όσο και για όσους κοινωνούν μαζί του εν γνώσει τους. Όπως κάποιος που κοινωνεί με βαριά αμαρτία χωρίς μετάνοια, έτσι και εδώ η Θεία Κοινωνία γίνεται εις κρίμα και κατάκριμα.
  2. Ο μολυσμός σημαίνει επίσης:
    • συμμετοχή στην αίρεση,
    • θεϊκή κατάκριση του αιρετικού,
    • και τελικά απομάκρυνση από τη χάρη του Θεού.

Η κοινωνία με αιρετικό, κατά τους Πατέρες, σημαίνει:

  • μνημόνευση ή συλλειτουργία (για κληρικούς),
  • λήψη της Θείας Κοινωνίας από αυτόν (για λαϊκούς),
  • συμπροσευχή ή ακόμη και στενή συναναστροφή.

Σημαντική διευκρίνιση

Καθοριστικό ρόλο παίζει το αν γίνεται “εν γνώσει”. Δηλαδή, αν κάποιος γνωρίζει ότι ο άλλος είναι αιρετικός και παρ’ όλα αυτά κοινωνεί μαζί του. Για όσους δεν γνωρίζουν ή δεν καταλαβαίνουν πλήρως, η ευθύνη ανήκει στην κρίση του Θεού, ο οποίος γνωρίζει τις καρδιές και τα κίνητρα του καθενός.

Όπως λέει και ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, δεν μπορούμε να αποφανθούμε απόλυτα για όλους, γιατί οι άνθρωποι διαφέρουν σε γνώση, πρόθεση, ηλικία και ζήλο.

Εμείς έχουμε χρέος να ακολουθούμε όσα μας παρέδωσαν οι Πατέρες, για να μη σφάλουμε. Όσο μεγαλύτερη είναι η γνώση, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ευθύνη, όπως διδάσκει η Αγία Γραφή και το Ευαγγέλιο.

Αυτά λένε τα κείμενα.

Η αρχή  " "ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έσται"(δηλ.«όποιος κοινωνεί με κάποιον που είναι εκτός εκκλησιαστικής κοινωνίας, γίνεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας»)  δεν αφορά μόνο αιρετικούς που έχουν ήδη καταδικαστεί συνοδικά, αλλά και αιρετικούς που ακόμη δεν έχουν καταδικαστεί επίσημα, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Αγίων Αποστόλων, της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου, των Ιερών Κανόνων και των Αγίων Πατέρων.

Οι Ιεροί Κανόνες (ο 2ος και ο 10ος Αποστολικός) επιβάλλουν ακοινωνησία όχι ως τιμωρία, αλλά για να αποφευχθεί ο πνευματικός μολυσμός. Όπως ακριβώς η ακοινωνησία επιβάλλεται σε όποιον κοινωνεί με καταδικασμένο αιρετικό για να μη μολυνθεί πνευματικά, το ίδιο ισχύει και όταν κάποιος κοινωνεί με αιρετικό που δεν έχει ακόμη καταδικαστεί.

Ο μολυσμός δεν σταματά στο πρώτο πρόσωπο. Μεταδίδεται:

  • από τον αιρετικό,
  • σε εκείνον που κοινωνεί μαζί του εν γνώσει,
  • και ακόμη παραπέρα, σε τρίτο πρόσωπο που κοινωνεί με τον δεύτερο.

Είναι σαν τα συγκοινωνούντα δοχεία: η συμμετοχή στο σχίσμα του αιρετικού γίνεται είτε άμεσα είτε έμμεσα, όταν υπάρχει συνειδητή κοινωνία.

Με απλά λόγια:
Αφού ο μολυσμός μεταδίδεται από τον μη καταδικασμένο αιρετικό στον Ορθόδοξο που κοινωνεί μαζί του, μεταδίδεται και σε όποιον κοινωνεί με αυτούς. Δηλαδή, υπάρχει άμεση και έμμεση συμμετοχή στο σχίσμα.


Η οἰκονομία και τα όριά της

Η εκκλησιαστική «οἰκονομία» δεν αναιρεί αυτά τα συμπεράσματα, αλλά τα επιβεβαιώνει. Επειδή ακριβώς υπάρχει ο μολυσμός και επειδή οι Ιεροί Κανόνες επιβάλλουν απομάκρυνση από τους αιρετικούς, η Εκκλησία – σε εξαιρετικές περιπτώσεις και συνοδικά – μπορεί προσωρινά να επιτρέψει κάτι που κανονικά απαγορεύεται αυστηρά.

Αυτό γίνεται μόνο:

  • όταν υπάρχει σοβαρότατος λόγος (π.χ. σωτηρία ψυχών),
  • και όταν το αποδέχεται το πλήρωμα της Εκκλησίας.

Η οἰκονομία δεν καταργεί τον μολυσμό:

  • ούτε στον ίδιο τον αιρετικό,
  • ούτε σε όσους τον μνημονεύουν ή κοινωνούν μαζί του,
    όταν η αίρεση διδάσκεται φανερά μέσα στην Εκκλησία.

Εξαιρέσεις υπάρχουν μόνο σε περιπτώσεις ανώτερης βίας (π.χ. απειλή μαζικής σφαγής πιστών) ή σε περιπτώσεις πνευματικής ασθένειας, όπου η οἰκονομία εφαρμόζεται σταδιακά, με στόχο να οδηγηθεί ο άνθρωπος σιγά-σιγά στην πλήρη τήρηση της ακρίβειας.

Η οἰκονομία είναι προσωρινή και παύει όταν ο πιστός φτάσει στην πλήρη εφαρμογή των Ιερών Κανόνων.

Αυτή τη μορφή οἰκονομίας εφάρμοσε και ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Μπορεί να εφαρμοστεί μόνο αν τηρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις:

Για Ορθόδοξους κληρικούς:

  • να μη μνημονεύουν αιρετικό επίσκοπο,
  • να μη συλλειτουργούν με αιρετικό κληρικό,
  • να μη μεταδίδουν μυστήρια σε αιρετικό.

Για Ορθόδοξους λαϊκούς:

  • να μη κοινωνούν από το ποτήριο αιρετικού που δεν έχει καθαιρεθεί.

Άρα, η οἰκονομία αποδεικνύει ότι οι Ιεροί Κανόνες είναι υποχρεωτικοί, όχι προαιρετικοί. Αν ήταν προαιρετικοί, δεν θα χρειαζόταν οἰκονομία.


Μαρτυρία από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο

Η ενότητα της Εκκλησίας διασαλεύεται μόνο από τις αιρέσεις. Όποιος φρονεί διαφορετικά από όσα παρέλαβε η Εκκλησία:

  • χάνει την ενότητα της πίστης,
  • και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος.

Γι’ αυτό η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος θεωρεί ύψιστο καθήκον των ιερέων τη διαφύλαξη της ενότητας της πίστης.

Όταν ένας ιερέας απομακρύνεται από την Ορθόδοξη πίστη:

  • μολύνει τα μυστήρια που τελεί,
  • χάνει τη χάρη της πνευματικής πατρότητας,
  • και από ποιμένας γίνεται λύκος που καταστρέφει το ποίμνιο.

Γι’ αυτό και αφαιρέθηκε το όνομα του πάπα Βιγιλίου από τα Δίπτυχα, ώστε να προστατευθεί η καθαρότητα των Μυστηρίων.

Στα Δίπτυχα:

  • μνημονεύονται μόνο οι Ορθόδοξοι,
  • και διαγράφονται οι αιρετικοί,
    είτε ζώντες είτε κεκοιμημένοι.

Διότι δεν είναι χριστιανικό να εξισώνεται η αίρεση με την Ορθόδοξη πίστη. Όλοι οι ιερείς πρέπει να έχουν μία γνώμη, ένα φρόνημα, μία πίστη: την Ορθόδοξη αλήθεια.


Τελικό συμπέρασμα (με απλά λόγια)

Ο ιερέας που διδάσκει αίρεση συνειδητά:

  • χάνει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος,
  • προκαλεί σχίσμα,
  • μολύνει τα Μυστήρια όχι επειδή παύει να είναι ιερέας, αλλά επειδή αυτά τελούνται προς κρίση και κατάκριση, τόσο για τον ίδιο όσο και για όσους κοινωνούν μαζί του εν γνώσει.

Γι’ αυτό:

  • αποφεύγουμε την κοινωνία με αιρετικούς,
  • δεν μνημονεύουμε όσους δεν είναι στην Ορθόδοξη πίστη,
  • προστατεύουμε την ενότητα της Εκκλησίας και την καθαρότητα των Μυστηρίων.

Όλοι οι ιερείς οφείλουν να έχουν μία πίστη: την Ορθόδοξη, την Αλήθεια.

 Και τώρα ας μας επιτραπεί να καταχωρήσουμε ένα κείμενο το οποίο ανασύρουμε εκ της εισαγωγής του βιβλίου «Η πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος» του Μητροπ. Μελετίου:

«…Η ενότητα αυτή παρασαλεύεται μόνον από τας ετεροδοξίας. Ο ετέρως, παρ’ ό παρέλαβε, φρονών, παύει να έχει την ενότητα της πίστεως και την κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος. Δια τούτο κατά την Ε΄ Σύνοδον (πράξις Α΄, § 3,17) υπέρτατον χρέος των ιερέων, φυλάκων της Εκκλησίας, είναι η περιφρούρησις και η διασφάλισις της ενότητος της πίστεως.

Η έκπτωσις ιερέων από την ενότητα της πίστεως μιαίνει τα υπ’ αυτών τελούμενα μυστήρια και αίρει από αυτούς το χάρισμα της πνευματικής πατρότητος. Αντί ποιμένων αποβαίνουν λύκοι, κατατρώγοντες το ποίμνιό τους (βλ. Πράξ. ΣΤ΄ § 15,10 και Πράξ. Α΄ 3,14).

Δια τούτο ο Ιουστινιανός δηλοί (και η Σύνοδος επικυρώνει την «θέσιν» αυτήν [εν Πράξει Ζ΄ § 16,1-2]), ότι ουδέποτε θα ανεχθή να λάβη την θείαν κοινωνίαν από ιερείς υπόπτους επί αιρέσει.

Και οι ορθόδοξοι καθ’ όλον το διάστημα του ακακιανού σχίσματος ηρνήθησαν να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων από χειρών απλώς υπόπτων. «Ακοινώνητοι δια τί μένομεν επί τοσαύτα (35) έτη; δια τί ου κοινωνούμεν;» (ACO 3, σελ. 72).

Ιερείς και πατέρες είναι μόνον οι τηρούντες την πίστιν ανόθευτον (Πράξ. Α΄ § 3,14).

Κάθε ιερεύς τελεί τα άχραντα μυστήρια αξίως και επί αγιασμώ, μόνον εφ’ όσον είναι ηνωμένος με την πίστιν της Εκκλησίας. Προς δήλωσιν και παραφύλαξιν αυτής της ενότητος γίνεται η μνημόνευσις των ιερών Διπτύχων.

Εις μεν τα Δίπτυχα των ζώντων αναγράφονται και εκφωνούνται τα ονόματα των «κοινωνικών» ορθοδόξων αρχιερέων και πατριαρχών. Δια τούτο δε και η Σύνοδός μας, προς περιφρούρησιν της καθαρότητος των αγίων μυστηρίων, διαγράφει από τα ιερά Δίπτυχα το όνομα του τότε αρχιερατεύοντος πάπα Βιγιλίου (βλ. Πράξ. Ζ΄ § 16-17).

Εις τα Δίπτυχα των κεκοιμημένων μνημονεύονται μόνον οι ορθόδοξοι πατέρες και διδάσκαλοι. Δια τούτο και, όταν διεπιστώθη ότι ο Θεόδωρος εκήρυττεν ετεροδιδασκαλίας, διεγράφη το όνομά του από τα ιερά Δίπτυχα της εν Μοψουεστία Εκκλησίας.

Είναι «αλλότριον των Χριστιανών να μνημονεύωνται εις τα ιερά Δίπτυχα αιρετικοί», τονίζει η Σύνοδός μας (Πράξ. Ζ΄ § 16,3)· διότι είναι «αλλότριον των χριστιανών να δέχονται την ασέβειαν (=αίρεσιν) εξ ίσου με την ορθόδοξον πίστιν» (Πράξ. Α΄ § 3,13).

Όλοι οι ιερείς πρέπει να έχουν μίαν και μόνην γνώμην (Πράξ. Β΄ § 5,7)· εν φρόνημα· την ορθήν πίστιν· την αλήθειαν».


Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Η ύπαρξη του μολυσμού κατά τη μαρτυρία της Γραφής, των Οικουμενικών Συνόδων και των Αγίων Πατέρων (Β)

Οι Αγιορείτες Πατέρες στα χρόνια του Βέκκου, στην επιστολή τους προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, λένε:

«Και ο μεγάλος πατέρας μας και ομολογητής Θεόδωρος ο Στουδίτης λέει τα εξής σε κάποιον, μέσα από την τίμια επιστολή του: "Μου είπες ότι φοβάσαι να πεις στον πρεσβύτερό σου να μην μνημονεύει τον αιρεσιάρχη, παρόλο που δεν τολμώ να σου πω κάτι παραπάνω· όμως η κοινωνία έχει μολυσμό μόνο και μόνο από το να τον αναφέρει κανείς, ακόμη κι αν αυτός που τον αναφέρει είναι ορθόδοξος". Αυτά είπε ο πατέρας. Και πριν από αυτό, και ο ίδιος ο Θεός το είχε δείξει, λέγοντας: "Οι ιερείς μου παρέβησαν τον νόμο μου και βεβήλωσαν τα άγιά μου". Πώς; Επειδή δεν ξεχώριζαν το βέβηλο από το άγιο, αλλά τα θεωρούσαν όλα κοινά. Τι μπορεί να είναι πιο φωτεινό και πιο αληθινό από αυτό;»

Και οι Αγιορείτες Πατέρες κάνουν ξεκάθαρη αναφορά στον μολυσμό που προέρχεται από τη μνημόνευση αιρετικού που δεν έχει καταδικαστεί, και αυτό επειδή σε τέτοιον αναφέρεται ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, τον οποίο και επικαλούνται. Η εφαρμογή αυτού του δόγματος στη μνημόνευση του Πάπα –για την οποία επικαλούνται το απόσπασμα του οσίου Θεοδώρου– έχει το νόημα ότι, αν υπάρχει μολυσμός από τη μνημόνευση αιρετικού που δεν έχει καθαιρεθεί, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τον Πάπα. Επίσης, ερμηνεύουν το χωρίο του προφήτη Ιεζεκιήλ ως αναφερόμενο σε αιρετικούς που δεν έχουν καθαιρεθεί, αφού το συνδέουν με το απόσπασμα του αγίου Θεοδώρου: «και ο Θεός το έδειξε αυτό», δηλαδή ό,τι ήδη είχε πει ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.

Ο όσιος Μελέτιος ο Γαλησιώτης λέγει:

«Ο Στουδίτης, ο σοφός, ο μεγάλος ανάμεσα στους πατέρες· λέει ότι η έστω και σύντομη κοινωνία με αιρετικούς φέρνει στους ορθοδόξους μολυσμό που δεν είναι καθόλου ασήμαντος.»

Και ο όσιος Μελέτιος αναφέρεται στον μολυσμό από την κοινωνία με αιρετικούς που δεν έχουν ελεγχθεί και καταδικαστεί, επειδή κι αυτός επικαλείται τον άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη. Και από την ανάγνωση όλου του λόγου του οσίου Πατρός «Κατ’ Ιταλών» οδηγείται ο αναγνώστης με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι αναφέρεται επίσης σε τέτοιους αιρετικούς. Ενδεικτικά, σε κάποιο σημείο λέει:

«Είναι εντελώς ακατάλληλο το να προσκολλάται κανείς και να έχει κοινωνία με παράνομους ανθρώπους, ακόμη κι αν είναι αδέλφια, συγγενείς, φίλοι, ιερείς, βασιλείς ή κάποιοι ισχυροί.»

Εδώ ο Όσιος μιλά για ιερείς· άρα αναφέρεται σε αιρετικούς που δεν έχουν ακόμη καθαιρεθεί. Και όσα λέει ο Όσιος έχουν την ίδια σημασία, σχετικά με τον Πάπα, με όσα είπαν και οι Αγιορείτες Πατέρες (βλ. παραπάνω).

Ο άγιος Ιωσήφ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και η Σύνοδός του λέγουν:

«Οι άγιοι μάς παραγγέλλουν να αντιστεκόμαστε μέχρι και το αίμα, ώστε να μη μολυνθούμε από την κοινωνία με τους βλάσφημους. Ο Ιερός Χρυσόστομος μας προτρέπει να μην συμφιλιωνόμαστε μαζί τους, να μην συνδεόμαστε με φιλία, ειρήνη ή με οποιαδήποτε άλλη σχέση, όπως υπενθυμίσαμε στην αγάπη σας. Ο δε Μέγας Βασίλειος, στους ασκητικούς λόγους του, λέει ότι είναι ξεκάθαρη έκπτωση της πίστεως το να αρνείται κανείς κάτι από όσα είναι γραμμένα ή να εισάγει κάτι που δεν είναι γραμμένο». Και παρακάτω: «Και ο Μέγας ανάμεσα στους ασκητές και σοφός στα θεία, ο άγιος Εφραίμ, λέει τα εξής: "Αλίμονο σε όσους μολύνουν την αγία πίστη με αιρέσεις ή κάνουν υποχωρήσεις στους αιρετικούς"».

Το συνοδικό αυτό κείμενο μας λέει ότι είναι παραγγελία —δηλαδή εντολή, διαταγή— των Αγίων η αντίσταση μέχρις αίματος, ώστε να μην μολυνθούμε από την κοινωνία με τους αιρετικούς. Δεν είναι, λοιπόν, μόνο εντολή του αγίου Ιωσήφ ούτε μόνο της Συνόδου του, αλλά όλων των Αγίων. Δηλαδή, η Εκκλησία διαχρονικά μας προστάζει να μη μολυνόμαστε από την κοινωνία με αιρετικούς που δεν έχουν ακόμη κατακριθεί· ότι αναφέρεται σε τέτοιους αποδεικνύεται από το ότι μνημονεύει σε αυτό το πλαίσιο τον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος μιλά για αιρετικούς που δεν έχουν καταδικαστεί (βλ. σσ. 560 κ.ε.).

Την ίδια ακριβώς παράθεση έχει και ο Ιερομόναχος–κανονολόγος Ματθαίος Βλάσταρις, ο οποίος λέει: «Οι θεόπνευστοι Πατέρες μας παραγγέλλουν να αντιστεκόμαστε μέχρις αίματος, ώστε να μη μολυνθούμε με την κοινωνία των βλάσφημων». Ιδού άλλη μία απόδειξη ότι αποτελεί «ομόφωνη διδασκαλία» των Αγίων Πατέρων η εντολή να αποφεύγουμε μέχρι θανάτου τον μολυσμό που προέρχεται από την κοινωνία με αιρετικούς που δεν έχουν καταγνωσθεί. Ο ιερός Ματθαίος μάλιστα αναφέρεται στην ίδια αυτή συνάφεια στον Μέγα Βασίλειο. Εντυπωσιάζει επίσης το ότι το παραθέτει αυτολεξεί και ο διάσημος κανονολόγος, καθώς και ότι ο Δοσίθεος το επανεκδίδει στον «Τόμο Καταλλαγής» του τον 17ο αιώνα.

Τελικά, η Εκκλησία μαρτυρεί ότι υπάρχει μολυσμός από τέτοιους αιρετικούς, ο οποίος μεταδίδεται μέσω της κοινωνίας στον ορθόδοξο πιστό, ο οποίος οφείλει να αγωνίζεται μέχρι και το αίμα για να τον αποφύγει.

Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός λέει:

«Λαμβάνοντας την επιστολή της αγιότητάς σου πήρα μεγάλη παρηγοριά μέσα στα σκυθρωπά που μας συνέβησαν· γιατί αυτοί που τιμήθηκαν και υψώθηκαν πάνω από κάθε αξία από την Εκκλησία του Θεού, την ατίμασαν και την μόλυναν ενώνοντάς την με εκείνους που εδώ και πολλούς αιώνες έχουν αποκοπεί, έχουν σαπίσει και είναι υποκείμενοι σε αμέτρητα αναθέματα, και με την κοινωνία μαζί τους μόλυναν την άσπιλη Νύμφη του Χριστού… Πρέπει όμως όσοι αγαπούν τον Θεό να παραταχθούν γενναία και να είναι έτοιμοι να υποστούν κάθε κίνδυνο για την ευσέβεια και για να μη μολυνθούν από την κοινωνία με τους ασεβείς»

Αλλά ο άγιος Μάρκος μας λέει ότι όσοι αγαπούν τον Θεό πρέπει με έργα και με γενναιότητα να παραταχθούν απέναντί τους και να είναι έτοιμοι να υποστούν κάθε κίνδυνο για χάρη της ευσέβειας και για να μη μολυνθούν από την κοινωνία με τους ασεβείς. Εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε ότι δεν χρειάζεται μόνο για χάρη της ευσέβειας να είμαστε έτοιμοι να κινδυνεύσουμε, αλλά και για να μη μολυνθούμε από την εκκλησιαστική κοινωνία με τους ασεβείς. Αυτό αποδεικνύει ότι πράγματι αυτή είναι θέση της Εκκλησίας, όπως είδαμε στις προηγούμενες παραθέσεις.

Ότι ο λόγος εδώ αφορά τους Λατινόφρονες και όχι τους Παπικούς, φαίνεται από ολόκληρη την επιστολή, όπου λέγεται:
«Και σαν να μην έφταναν όσα είχαν ήδη προηγηθεί (δηλαδή ότι ένωσαν την Εκκλησία με τους Λατίνους), για να επικυρώσουν την καινοτομία που οι ίδιοι εισήγαγαν, διάλεξαν για προστάτη τους—μάλλον μισθωτό και όχι ποιμένα, λύκο και όχι νομέα—τον λατινόφρονα Πατριάρχη, τον οποίο μπορούν να κατευθύνουν όπως θέλουν και μέσω του οποίου πιστεύουν ότι θα εγκαταστήσουν στις ψυχές όλων το πονηρό λατινικό δόγμα· και ίσως μάλιστα να κινήσουν και διωγμό εναντίον όσων φοβούνται τον Κύριο, επειδή με κανέναν τρόπο δεν δέχονται κοινωνία μαζί τους.»

Ποιοι λοιπόν δεν δέχονται κοινωνία μαζί τους; Οι Ορθόδοξοι προς τους Λατινόφρονες. Οι Λατινόφρονες είναι εκείνοι που θέλουν, μέσω του λατινόφρονος Πατριάρχη, να εισαγάγουν το λατινικό δόγμα στις ψυχές όλων.

Επομένως, η φράση «και για να μη μολυνθούν από την κοινωνία των ασεβών» σημαίνει ότι οι Ορθόδοξοι δεν πρέπει να μολυνθούν από την εκκλησιαστική κοινωνία με τους ασεβείς και ακαθαίρετους Λατινόφρονες. Εδώ η μόλυνση αναφέρεται ακριβώς στην κοινωνία με τους Λατινόφρονες και στην ασεβή στάση τους, και όχι μόνο στο ότι ενώθηκαν με τους Λατίνους και μόλυναν έτσι την Εκκλησία με την κοινωνία τους.

Εξάλλου, το ότι οι Λατινόφρονες ενώθηκαν με τους Λατίνους δεν σημαίνει ότι έχασαν αυτομάτως την ιερωσύνη τους. Επιπλέον, και ο άγιος Γεννάδιος Σχολάριος τους θεωρεί ως έχοντες ιερωσύνη, αφού και η Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (1283), η οποία εξέτασε το λατινικό δόγμα, αντιμετώπισε τον Βέκκο και τους ομοφρονούντες του ως κληρικούς που μπορούσαν να καθαιρεθούν —και πράγματι τους καθαίρεσε· και η καθαίρεση σημαίνει την αφαίρεση της ιερωσύνης.

Γι’ αυτό λέγει:
«Όποιος μνημονεύει τον Πάπα, ή έχει κοινωνία με αυτόν που τον μνημονεύει, ή τον συμβουλεύει ή τον ενθαρρύνει, θα τον θεωρήσω όπως η άγια και μεγάλη Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία εξέτασε το λατινικό δόγμα και καθαίρεσε τότε όσους το φρονούσαν, δηλαδή τον Βέκκο και τους ομοφρονούντες του.»

(Αποσπασμα απο το βιβλίο του ιερομονάχου Ευγενίου -Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ- σε απλούστερη γλωσσική διασκευή.Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου 

Η ύπαρξη του μολυσμού κατά τη μαρτυρία της Γραφής, των Οικουμενικών Συνόδων και των Αγίων Πατέρων (Α)


Στην Παλαιά Διαθήκη ο Κύριος λέει μέσω του Προφήτη Ιεζεκιήλ:
«Οι ιερείς της παρέβηκαν τον νόμο μου και βεβήλωσαν τα άγιά μου· δεν ξεχώριζαν το άγιο από το βέβηλο, ούτε το καθαρό από το ακάθαρτο» (Ιεζ. 22,26).

Οι ιερείς, σύμφωνα με τον λόγο του Θεού, μόλυναν τα άγια. Οι Άγιοι Πατέρες ερμήνευσαν αυτό το χωρίο ως αναφερόμενο σε αιρετικούς ιερείς που δεν έχουν καθαιρεθεί, καθώς και σε όσους κοινωνούν μαζί τους (βλ. Άγιο Νικηφόρο Πατριάρχη Κων/πόλεως, σελ. 46· Αγιορείτες Πατέρες, σελ. 49, 185 κ.ε.). Το ίδιο το κείμενο μιλά καθαρά για ιερείς.

Οι Άγιοι Απόστολοι, στις «Διαταγές» τους (βιβλίο 8, κεφ. 34), λένε:

«Αν δεν είναι δυνατόν να συναχθείτε στην Εκκλησία εξαιτίας των ασεβών, τότε, επίσκοπε, κάνε συνάξεις στα σπίτια· ώστε να μην εισέρχεται ο ευσεβής σε εκκλησία ασεβών. Διότι δεν αγιάζει ο τόπος τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος τον τόπο. Αν όμως ασεβείς κατέχουν τον ναό, να τον αποφεύγεις, διότι βεβηλώνεται από αυτούς· όπως οι άγιοι ιερείς αγιάζουν, έτσι και οι ασεβείς μολύνουν.
Αν δεν μπορείτε να συναχθείτε ούτε σε σπίτι ούτε σε εκκλησία, τότε ο καθένας ας ψάλλει, ας διαβάζει και ας προσεύχεται μόνος του ή δύο ή τρεις μαζί· “διότι όπου δύο ή τρεις είναι συνηγμένοι στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους”.
Πιστός να μην προσεύχεται κατ’ οίκον μαζί με κατηχούμενο· δεν είναι σωστό ο μυημένος να μολύνεται με τον αμύητο. Ευσεβής να μην συμπροσεύχεται με αιρετικό, ούτε κατ’ οίκον· “Τι σχέση έχει το φως με το σκοτάδι;”.»

Από αυτά φαίνεται καθαρά ότι οι Απόστολοι θεωρούν πως ο ασεβής, ακάθαρτος και ακαθαίρετος ιερέας μπορεί να μολύνει την Εκκλησία, τίθεται εκτός κοινωνίας, και ο πιστός πρέπει να αποφεύγει τέτοια σύναξη. Για αυτό λένε:
«Να τον αποφεύγεις, επίσκοπε, διότι έχει βεβηλωθεί από αυτούς».

Και αν δεν είναι δυνατόν να συγκεντρωθεί ο λαός ούτε σε σπίτι ούτε σε ναό, τότε ο καθένας ας προσεύχεται μόνος του.
Αυτό αποτελεί σαφέστατη μαρτυρία για την ύπαρξη μολυσμού της Εκκλησίας από ιερέα που έχει καταστεί αδιάκριτα ακάθαρτος και ακατάλληλος για κοινωνία.

Ο Μέγας Αντώνιος, όπως αφηγείται ο Μέγας Αθανάσιος στη βιογραφία του, είπε τα εξής:

«…Τότε ο Μέγας Αντώνιος, αφού αναστέναξε βαθιά, έλεγε: “Παιδιά μου, καλύτερα να πεθάνει κανείς πριν συμβούν όσα είδα στην οπτασία”.
Επειδή όμως εκείνοι επέμεναν να τους εξηγήσει, έλεγε με δάκρυα: “Πρόκειται να γίνει μεγάλη συμφορά στην Εκκλησία. Θα παραδοθεί σε ανθρώπους που θα έχουν νου σαν άλογα κτήνη. Είδα την Αγία Τράπεζα του ναού του Κυρίου και γύρω της, από όλες τις πλευρές, στέκονταν ημίονοι. Μάλιστα κλωτσούσαν το εσωτερικό της σαν άτακτα ζώα που πηδούν χωρίς λογική.
Σίγουρα ακούσατε τον στεναγμό μου, γιατί άκουσα φωνή που έλεγε: Θα μολυνθεί το θυσιαστήριό μου”.»

Αυτά είδε ο γέροντας, και δύο χρόνια αργότερα (περίπου το 354), έγινε η εισβολή των Αρειανών.
Τότε όλοι καταλάβαμε ότι οι κλωτσιές των ημιόνων προεικόνιζαν αυτά που κάνουν τώρα οι Αρειανοί, χωρίς ντροπή και χωρίς φρόνηση, σαν τα κτήνη.

Και συνεχίζει ο Μέγας Αντώνιος:

«Προσέξτε μόνο να μη μολύνετε τους εαυτούς σας με την εκκλησιαστική κοινωνία των Αρειανών. Γιατί η διδασκαλία τους δεν είναι των Αποστόλων, αλλά των δαιμόνων και του πατέρα τους, του διαβόλου.»

Και παρακάτω:

«Να μιμείστε τους Αγίους και να μη πλησιάζετε τους σχισματικούς Μελιτιανούς, επειδή γνωρίσατε την πονηρή και ασεβή προαίρεσή τους.
Ούτε με τους Αρειανούς να έχετε καμιά εκκλησιαστική κοινωνία.
Φυλάξτε λοιπόν τους εαυτούς σας καθαρούς από αυτούς.
Να μην έχετε καμιά κοινωνία ούτε με τους σχισματικούς ούτε με τους αιρετικούς Αρειανούς.
Ξέρετε άλλωστε ότι και εγώ τους απέφευγα εξαιτίας της χριστομάχου και κακοδόξου αιρέσεώς τους.»

Οι Αρειανοί μόλυναν το θυσιαστήριο του Κυρίου, γι’ αυτό ο Μέγας Αντώνιος προειδοποιεί τους μοναχούς να μη μολυνθούν από την κοινωνία μαζί τους, αλλά να παραμείνουν καθαροί — όπως έπραξε και ο ίδιος σε όλη του τη ζωή.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Αρειανοί, μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, είχαν ακόμη «υπόσταση» ιερωσύνης.

Ο Μέγας Βασίλειος λέει ότι «βεβηλώθηκαν τα άγια» και ότι ο ναός έγινε «κοινός οίκος» (= μολυσμένος ναός), από τους ακαθαιρέτους Αρειανούς.
Η βεβήλωση αυτή, όπως εξηγούν ο Όσιος Νικηφόρος Πατριάρχης Κων/πόλεως και ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, καθιστά τους αιρετικούς βεβήλους και ακοινώνητους.

Ο Θεολόγος Γρηγόριος λέει:
«Τι άγρια θηρία αφήσαμε να ορμήσουν πάνω στα σώματα των Αγίων, όπως έκαναν κάποιοι που εξευτέλισαν την ανθρώπινη φύση, κατηγορώντας τους μόνο γι’ αυτό: ότι δεν συμφώνησαν με την ασέβεια ούτε μολύνθηκαν από την κοινωνία, την οποία αποφεύγουμε σαν δηλητήριο φιδιού, που δεν βλάπτει το σώμα αλλά σκοτεινιάζει τα βάθη της ψυχής».

Ποια θηρία, λοιπόν, αφήσαμε πάνω στα σώματα των Αγίων, μας λέει ο σεπτός Ιεράρχης, όπως έκαναν ορισμένοι που εξευτέλισαν την ανθρώπινη φύση, μόνο και μόνο επειδή εκείνοι δεν συντάχθηκαν με την ασέβεια ούτε μολύνθηκαν από την κοινωνία (με τους αιρετικούς), την οποία εμείς αποφεύγουμε σαν δηλητήριο φιδιού, που δεν πειράζει το σώμα, αλλά σκοτεινιάζει τα βάθη της ψυχής;

Το χωρίο του Αγίου Ιεράρχη «μηδ τ κοινωνί χρανθναι» αναφέρεται στα αιρετικά πρόσωπα· και αυτή η κοινωνία, όπως ερμηνεύει ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, μαυρίζει και σκοτεινιάζει το εσωτερικό της ψυχής. Ο όσιος λέει συγκεκριμένα:
«Ας φύγουμε από την κοινωνία των χριστομάχων – των Εικονομαχών – αδελφοί, σαν από δηλητήριο φιδιού, που δεν μαυρίζει το σώμα, όπως λέει ο Θεολόγος, αλλά τα βάθη της ψυχής».
Και ο άγιος Γρηγόριος αναφέρεται σε αιρετικούς που δεν είχαν ακόμη καταδικαστεί, όπως έχει διευκρινιστεί παραπάνω.

Η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος, σε επιστολή της προς τους κληρικούς και διακόνους της Κωνσταντινούπολης, λέει:
«…και όλοι μαζί να αποκόψουμε τον κήρυκα της ασέβειας, τον πιο ασεβή Νεστόριο, και να καθαρθούν οι Εκκλησίες από το μίασμα του».
Ο Νεστόριος, πριν ακόμα καθαιρεθεί από τη Σύνοδο, αποτελούσε μίασμα, δηλαδή ρύπο και ακαθαρσία, για τις Εκκλησίες. Και, όπως ερμηνεύει ο πρόεδρός της, άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, αυτός ο μολυσμός καθιστούσε τον Νεστόριο ακοινώνητο για τους Ορθοδόξους πριν από την καθαίρεσή του, ώστε εκείνοι που δεν κοινωνούσαν μαζί του να παραμένουν καθαροί.

(Αποσπασμα απο το βιβλίο του ιερομονάχου Ευγενίου -Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ- σε απλούστερη γλωσσική διασκευή.Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

ΝΙΚΑΙΑ - ΦΑΝΑΡΙ: ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΥΝΕΒΗ;

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ (ΓΟΧ) ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: 

 



Μεγάλος θόρυβος προκλήθηκε ἐσχάτως σχετικὰ μὲ τὸν ἑορτασμὸ τῆς ἐπετείου τῶν 1700 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας καὶ ἐν συνεχείᾳ τῆς Θρονικῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου στὴν Κωνσταντινούπολη (28-30 Νοεμβρίου).


+Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος Κλήμεντος


 Πάπας Ρώμης Λέων ΙΔ΄ καὶ ὁ Πατριάρχης Κων/λεως Βαρθολομαῖος μὲ τὶς συνοδίες τους, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόδωρος, ὅπως καὶ πολλοὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου εὐρύτερα, βρέθηκαν στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος. Τὸ γεγονὸς προβλήθηκε καὶ ἐπαινέθηκε ὡς ἱστορικῆς σημασίας μὲ ἰδιαίτερα θετικὸ τρόπο. Οἱ λόγοι περὶ ἑνότητος καὶ ἀγάπης, οἱ εἰκόνες καὶ σκηνὲς ἐναγκαλισμῶν, ἀσπασμῶν, ὅπως καὶ κοινῶν τελετῶν, προσευχῶν, ὑπογραφῶν, εὐλογιῶν, μηνυμάτων καὶ χειρονομιῶν εὐμενῶν ἔκαναν τὸν γῦρο τοῦ κόσμου καὶ ἐξέπεμψαν ἔντονες ἐντυπώσεις ἀπὸ κοσμικῆς καὶ συναισθηματικῆς πλευρᾶς.


μως, ἀπὸ καθαρὰ πνευματικῆς σκοπιᾶς ὅλα αὐτὰ τὰ συμβάντα τί ἐντύπωση προκάλεσαν; Βάσει τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ κριτηρίου, ὅπως τὸ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν θεολογία μας, τὴν ἱστορία μας, τὴν παράδοσή μας καὶ τὴν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων μας, ποῦ μποροῦμε νὰ κατατάξουμε αὐτοὺς τοὺς ἑορτασμοὺς καὶ πῶς νὰ τοὺς ἀξιολογήσουμε καὶ χαρακτηρίσουμε; Ἤδη κάποιοι ἔχουν προβεῖ ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς στὸ ἔργο αὐτὸ καὶ ὑπενθύμισαν ὅτι τηρήθηκαν τὰ ἴδια, ὅπως συνέβη καὶ σὲ ἐπισκέψεις Παπῶν στὸ Φανάρι τὶς προηγούμενες δύο δεκαετίες (2006, 2014) μὲ τὶς ἀντικανονικὲς συμπροσευχὲς καὶ συνδιακηρύξεις, ὅπως καὶ μὲ τὰ ἀτελῆ συλλείτουργα. Καὶ ὅτι αὐτὰ συνιστοῦν ἀπερίφραστα μέγα θεολογικὸ ψεῦδος. Διότι ἐπρόκειτο γιὰ συγκρητιστικὲς ἐκδηλώσεις πρὸς τὸ θεαθῆναι μὲ ἕναν καὶ μοναδικὸ σκοπό: αὐτὸν τῆς προωθήσεως καὶ ἑδραιώσεως τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.


Παπικοὶ καὶ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστές, ὅπως καὶ ἀντιπρόσωποι Οἰκουμενικῶν Ὀργανισμῶν καὶ λοιπῶν αἱρέσεων, ἐξέφρασαν γιὰ ἄλλη μία φορὰ μὲ τὸν πιὸ ἐπίσημο τρόπο τὴν ταύτισή τους στὸ Οἰκουμενιστικό τους ὅραμα. Κατ’ αὐτοὺς ὑπάρχει ἀγάπη, ὑπερτονισμὸς τῆς ἀγάπης, χωρὶς ὅμως Ἀλήθεια. Ὁμιλοῦν καὶ ἐκφράζουν τὴν ἑνότητά τους χωρὶς Ἀλήθεια, πρᾶγμα ἀφύσικο ὀρθοδόξως.


Α. Νίκαια – ἐπετειακὸς ἑορτασμὸς


κεῖ ἀκριβῶς ποὺ καταισχύνθηκε ἡ ἀρειανικὴ αἵρεση, στὴν Νίκαια, ἐκεῖ ἔγινε συνεορτασμὸς μὲ τὸν Πάπα τῆς Ρώμης, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ Πρωτεῖο καὶ κυρίως μὲ τὸ Ἀλάθητό του συνιστᾶ καὶ ἐκπροσωπεῖ ἕναν θλιβερὸ Νεο-αρειανισμό, σύμφωνα μὲ τὸν Ὁμολογητὴ Πατέρα Ἰουστῖνο Πόποβιτς. Αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ τραγικὸ καὶ ἐπαίσχυντο! Οἱ Οἰκουμενιστὲς ἐδῶ καὶ ἕναν αἰῶνα μὲ ὅσα καινοφανῆ κηρύσσουν, πράττουν καὶ ὑπηρετοῦν, οὐσιαστικὰ διασχίζουν τὸν ἄρραφο χιτῶνα τῆς Πίστεως καὶ καταργοῦν τὴν Ἁγιοπατερικὴ τάξη καὶ εὐπρέπεια τῆς ἁγίας Ὀρθοδοξίας.


Οἱ θλιβερὲς αὐτὲς διαπιστώσεις δὲν εἶναι ὑπερβολικές. Ἡ μνήμη τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία καθόρισε καὶ ἐπιβεβαίωσε τὴν ὀρθόδοξη δογματικὴ ἀλήθεια ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὲς «ὡς προκάλυμμα γιὰ τὴν θόλωση τῶν δογματικῶν ὁρίων» (Μητροπολίτης Ζαπορίζιε Λουκᾶς, «Ρομφαία», 6-12-2025). Καὶ αὐτὸ γίνεται ἀκόμη πιὸ τραγικὸ ἀπὸ τὴν διαπίστωση ὅτι ἐπιδιώκεται ἑνότητα μὲ τοὺς Παπικοὺς καὶ λοιποὺς ἑτεροδόξους -παρὰ τὴν ἀπουσία τῆς Ἀληθείας, χωρὶς νὰ ὑπάρχει πρωτίστως οὐσιαστικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ ἐπούλωση καὶ θεραπεία φοβερῶν διασπάσεων, οἱ ὁποῖες συνέβησαν παλαιότερα καὶ πρόσφατα ἐξ αἰτίας ἀκριβῶς ἀποφάσεων καὶ ἐνεργειῶν τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν. Θυμίζουμε τὸ Ἡμερολογιακὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ στὸ θέμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως καὶ τὸ Οὐκρανικό.


Εἶναι σημαντικὴ διαπίστωση, ὅτι ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει Μετάνοια καὶ διόρθωση τῶν ἐπταισμένων, μόνο πνευματικὴ σύγχυση προκαλεῖται καὶ ἐντείνεται. Αὐτὸ εἶναι ποὺ ἀντιμετωπίζουμε, δυστυχῶς, χωρὶς νὰ διαφαίνεται λύση στὸν ὁρίζοντα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὀρθῶς παρατηρεῖται ὅτι «τὸ γεγονὸς ποὺ συνέβη στὴν Νίκαια δὲν εἶναι ἁπλὸ πολιτιστικὸ δρώμενο· εἶναι σημεῖο πορείας. Καὶ ἡ πορεία δείχνει ὄχι πρὸς τὴν ὀρθόδοξη συνοδικότητα, ἀλλὰ πρὸς μία νέα μορφὴ Οὐνίας» (Μητρ. Ζαπορίζιε Λουκᾶς). Ἐνώπιον αὐτῆς τῆς πραγματικότητος, οἱ Οἰκουμενιστὲς πανηγυρίζουν γιὰ τὸ «μήνυμα ἑνότητας, καταλλαγῆς, ἀλήθειας καὶ ἀγάπης» ποὺ δῆθεν ἐκπέμφθηκε στὴν Νίκαια (Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ἱστολόγιο «Panorthodox Synod», 29-11-2025).


Βέβαια, οἱ Οἰκουμενιστὲς ἀναγνωρίζουν ὅτι ὑπάρχουν «θεολογικὲς διαφορές» ποὺ δὲν μποροῦν νὰ παρακαμφθοῦν, ὅμως τονίζουν ὅτι αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἐμπόδιο «γιὰ νὰ ἐκφράσουν οἱ χριστιανικὲς Ἐκκλησίες τὴν ἑνότητά τους μέσα ἀπὸ ἕναν ἐποικοδομητικὸ λόγο στὴ σύγχρονη κοινωνία καὶ νὰ δώσουν ἀπαντήσεις στὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου» (Μεσσηνίας Χρυσόστομος). Ὁμολογοῦν δηλαδὴ ὅτι κάνουν τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο ἀπὸ ὅ,τι ἔκαναν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ὅλων τῶν κατοπινῶν. Ἐκεῖνοι διεκήρυτταν καὶ διασφάλιζαν τὴν ἑνότητά τους στὴν βάση τῆς δογματικῆς συμφωνίας καὶ τῆς ἐπιλύσεως ἀκόμη καὶ διοικητικῶν θεμάτων Κανονικῆς εὐταξίας. Οἱ σημερινοὶ ὅμως πιστεύουν ὅτι μποροῦν νὰ αἰσθάνονται ἑνωμένοι μὲ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ νὰ ἐκφέρουν κοινὸ λόγο οἰκοδομῆς ὡς ἀπάντηση στὰ προβλήματα, χωρὶς πρωτίστως νὰ συνομολογήσουν ἕνωση πίστεως καὶ ἀληθείας!


 Κων/λεως Βαρθολομαῖος μίλησε στὴν Νίκαια γιὰ «ἱστορικὸ κοινὸ προσκύνημα», «γιὰ κοινὴ εὐλάβεια καὶ κοινὸ αἴσθημα ἐλπίδος» καὶ γιὰ παροχὴ «ζωντανῆς μαρτυρίας τῆς ἴδιας πίστεως ποὺ ἐξέφρασαν οἱ Πατέρες τῆς Νίκαιας»! Ὁ δὲ Πάπας Λέων, ἐκφραστὴς ἐκ τῆς θέσεώς του τοῦ Βατικανείου Ρωμαιοκεντρικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ μὲ τὴν αἴσθηση τοῦ «παγκοσμίου ποιμένος», μίλησε γιὰ ἀνάγκη «παγκόσμιας συμφιλίωσης καὶ ἀδελφοσύνης» καὶ εὐχήθηκε «τὸ ἐπετειακὸ ὁρόσημο νὰ ἀποτελέσει ἀφετηρία νέων καρπῶν ἑνότητας, συμφιλίωσης καὶ εἰρήνης γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα»… Γίνεται σαφὲς ὅτι οἱ Οἰκουμενιστὲς στὴν πραγματικότητα δὲν σχετίζονται μὲ τὴν Ἀλήθεια τῆς Νίκαιας, οἱ δὲ ἀπὸ κοινοῦ ἑόρτιες καὶ ἐπετειακὲς τελετές τους συνιστοῦν ἀντικανονικὲς καὶ ἀσεβεῖς πράξεις, ἀπομειωτικὲς τῆς ἀληθοῦς Πίστεως.


Β. «Κοινὴ Δήλωση» Πάπα καὶ Πατριάρχη


Πάπας καὶ Πατριάρχης συνυπέγραψαν «Κοινὴ Δήλωση» στὸ Φανάρι, τὸ Σάββατο 29 Νοεμβρίου, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσα τάξη σὲ τέτοιες περιπτώσεις. Σὲ αὐτὴν θεωροῦν ὅτι ἔχουν κοινὴ πίστη καὶ ὁμολογία μὲ αὐτὴν ποὺ ἐκφράσθηκε στὴν Νίκαια. Ἡ θέση αὐτὴ ἔχει διατυπωθεῖ ἐδῶ καὶ δεκαετίες ἀπὸ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστές, ὡς ἰδιαίτερα ἐξυπηρετικὴ στοὺς στόχους τους. Γιὰ παράδειγμα, ὁ τότε Μύρων Χρυσόστομος διεκήρυττε στὸ Φανάρι ὅτι «πᾶσαι αἱ Ἐκκλησίαι καὶ Ὁμολογίαι συμπίπτουν καὶ συναντῶνται ἐπὶ τῆς αὐτῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως» (περιοδ. «Ἐπίσκεψις», 15-6-1981, σελ. 6).


Τοῦτο ὅμως ἀμφισβητεῖται ἀφοῦ οἱ θεολογικὲς προϋποθέσεις κάθε πλευρᾶς εἶναι διαφορετικὲς ἔστω καὶ ἄν λεκτικῶς δύνανται νὰ ἀπαγγείλουν ἀπὸ κοινοῦ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως στὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο χωρὶς κάποια παραποίηση. Ὅμως, κοινὴ Τριαδολογία δὲν ὑπάρχει μὲ τοὺς Παπικοὺς καὶ τοὺς λοιποὺς ἑτεροδόξους, οὔτε κοινὴ Χριστολογία, Ἐκκλησιολογία καὶ Σωτηριολογία στὸ φῶς βέβαια καὶ τῶν λοιπῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀλληλένδετες, ἀλληλεξαρτώμενες καὶ ἀλληλοσυμπληρούμενες. Κύριο σημεῖο τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως» εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς: «Εἶναι κοινή μας ἐπιθυμία νὰ συνεχισθεῖ ἡ διαδικασία διερεύνησης μιᾶς πιθανῆς λύσης γιὰ ἀπὸ κοινοῦ τέλεση τῆς Ἑορτῆς τῶν Ἑορτῶν κάθε ἔτος. Ἐλπίζουμε καὶ προσευχόμεθα ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ “ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ συνέσει πνευματικῇ” (Κολ. 1, 9) νὰ δεσμευθοῦν στὴν διαδικασία ἐπιτεύξεως κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῆς λαμπρᾶς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ὁ ἀπὸ κοινοῦ ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα, ὅπως σχολιάζεται, δύναται «νὰ ἐμπνεύσει νέα καὶ θαρραλέα βήματα» πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς ἑνότητος (“Voria.gr”, 10-12-2025).


Οἱ Οἰκουμενιστὲς καὶ στὸ ζήτημα αὐτὸ διακρατοῦν τὸ ὅμοιο λανθασμένο σκεπτικό τους. Παρὰ τὶς διαφορὲς πίστεως, θεωροῦν ὅτι δύνανται ὄχι μόνο νὰ ἐκφράζουν τὴν ἑνότητά τους στὴν παροχὴ «κοινῆς μαρτυρίας», ἀλλὰ καὶ νὰ συνεορτάζουν τὶς ἑορτὲς –πρᾶγμα ποὺ συνέβη ἀκριβῶς μὲ τὴν Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμιση τοῦ 1924 βάσει τοῦ Πατριαρχικοῦ Διαγγέλματος τοῦ 1920, καὶ μάλιστα αὐτὸ τοῦτο τὸ Ἅγιον Πάσχα.


Οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὲς ἐξέφρασαν ξεκάθαρα στὴν Β΄ Προσυνοδικὴ Διορθόδοξη Διάσκεψη στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης τὸ 1982 τὴν ἐπιθυμία νὰ ἐφαρμοσθεῖ ἀπὸ ὅλους τὸ λεγόμενο «νέο ὀρθόδοξο ἡμερολόγιο» ὡς ἀκριβέστερο τόσο γιὰ τὶς ἀκίνητες ἑορτὲς ὅσο καὶ γιὰ τὸ Πασχάλιο (βλ. ἀνάλυση στὸ βιβλίο μας: 100 χρόνια Ἡμερολογιακῆς Μεταρρύθμισης…, Λάρισα 2024, σελ. 80-88). Αὐτὸ εἶναι ποὺ προβάλλει ὁ Κων/λεως Βαρθολομαῖος ὡς κοινὴ ἡμερομηνία «σύμφωνα πρὸς τὸ Πασχάλιο τῆς καθ’ ἡμᾶς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Αὐτὸ θὰ ὁλοκληρώσει καὶ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴ τῆς Ἡμερολογιακῆς Μεταρρυθμίσεως, ἡ ὁποία ἀποφασίσθηκε ἀπὸ τὸν Μελέτιο Μεταξάκη στὸ λεγόμενο «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τοῦ 1923 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ποὺ ὁ Βαρθολομαῖος ἔχει φαίνεται ὄνειρο ζωῆς νὰ ἀποτελειώσει, ἄν βεβαίως τὸ ἐπιτρέψει ὁ Κύριος.


κόμη καὶ οἱ σχολιαστὲς κοσμικῶν ἐφημερίδων διαβλέπουν στὴν δήλωση περὶ «Κοινοῦ Πάσχα» τὴν «ἔνδειξη ἑνότητας», δηλαδὴ ὅτι «ἡ κοινὴ ἡμερομηνία θὰ ἀποτελεῖ ὁρατὸ σημεῖο σύγκλησης μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν», καὶ ὅτι τοῦτο συνιστᾶ «βασικὸ κεντρικὸ ἄξονα μὲ ἄμεση παγκόσμια σημασία» (βλ. ἐφημερ. «δημοκρατία», 4-12-2025). Πάντως, ἐφ’ ὅσον δὲν προσδιορίσθηκε στὴν «Κοινὴ Δήλωση» κάτι τὸ συγκεκριμένο ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, πέραν τῆς ἐπισημάνσεως καὶ τῶν εὐχῶν, σημαίνει ὅτι τὸ θέμα δὲν ἔτυχε ἀκόμη εἰδικῆς κοινῆς ἐπεξεργασίας. Προφανῶς, θὰ προσπαθήσουν ἐντὸς τοῦ 2026 νὰ προχωρήσουν σὲ κοινὴ συμφωνία, διότι ἔχει ἤδη ἐκφρασθεῖ ὅτι «Κοινὸ Πάσχα» ἐλπίζουν νὰ καθιερώσουν ἀπὸ τὸ ἔτος 2027 καὶ ἑξῆς.


Στὴν «Κοινὴ Δήλωση» γίνεται ἐπίσης εὔφημος μνεία στὴν 60ὴ ἐπέτειο τῆς «ἱστορικῆς Κοινῆς Διακηρύξεως» Πάπα Παύλου ΣΤ΄ καὶ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου τοῦ 1965, ἡ ὁποία «ἐξάλειψε τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν ἀναθεμάτων τοῦ 1054». Τὸ γεγονὸς αὐτὸ χαρακτηρίζεται ὡς «προφητικὴ χειρονομία». Ὀρθοδόξως, ἡ λεγόμενη «ἄρση τῶν ἀναθεμάτων» τίθεται στὸ πλαίσιο τοῦ ἐξουνιτισμοῦ τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν, ὅπως περιγράφουμε στὸ ἀναφερθὲν ἔργο μας (βλ. 100 χρόνια Ἡμερολογιακῆς Μεταρρύθμισης…, σελ. 73-75). Ἐπίσης, στὴν «Κοινὴ Δήλωση» τοῦ Φαναρίου (29-11-2025) γράφεται ὅτι «ὅσοι διστάζουν σὲ ὁποιαδήποτε μορφὴ διαλόγου νὰ ἀκούσουν προσεκτικὰ τὶ τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς Ἐκκλησίαις (Ἀποκαλ. 2, 29), τὸ ὁποῖο στὶς τρέχουσες περιστάσεις τῆς ἱστορίας μᾶς παρακινεῖ νὰ προσφέρουμε στὸν κόσμο ἀνανεωμένη μαρτυρία εἰρήνης, συνδιαλλαγῆς καὶ ἑνότητος».


τσι οἱ Οἰκουμενιστές, βέβαιοι ὄντες ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνουν εἶναι ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προσπαθοῦν ἀτυχῶς νὰ κάμψουν τὶς ἀντιστάσεις ὅσων εἶναι ἀκόμη διστακτικοί. Ἄν καὶ στὸ ἐνδεχόμενο ἑνὸς πραγματικοῦ Διαλόγου Ἀληθείας κατὰ τὸ Πατερικὸ ὑπόδειγμα οὐδεὶς ἀληθινὰ Ὀρθόδοξος θὰ εἶχε τὸν ὁποιονδήποτε δισταγμό. Ἡ ἀντίρρηση ἔγκειται τόσο στὸ πλαίσιο διεξαγωγῆς του (1980 ἑ.), ὅσο καὶ κυρίως στὴν ὅλη του Οἰκουμενιστικὴ προϋπόθεση καὶ στοχοθεσία. Οἱ ὑπογράφοντες τὴν «Κοινὴ Δήλωση» Πάπας καὶ Πατριάρχης, παραδέχονται ὅτι διεξάγεται καὶ θεολογικὸς διάλογος «στὴν διαδικασία ἐπαναπροσέγγισης μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν μας», ὅμως παραδέχονται ὅτι στὴν διαδικασία περιλαμβάνονται καὶ ἄλλα «ἀναγκαῖα στοιχεῖα», ὅπως «τῶν ἀδελφικῶν ἐπαφῶν, προσευχητικοῦ καὶ κοινοῦ ἔργου σὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς τομεῖς ὅπου ἡ συνεργασία εἶναι ἤδη ἐφικτή».


Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα: προτάσσουν αὐτὰ ποὺ ἕπονται, χωρὶς νὰ ἐπιλύσουν αὐτὰ ποὺ προηγοῦνται! Θυμίζουμε ὅμως ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐλάλησε διὰ τῶν Ἱερῶν Συνόδων, τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων σχετικὰ μὲ τὸν καθορισμὸ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων ποὺ ἀντιλέγονται, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δίδει τώρα «ἀνανεωμένη» ὁδηγία περὶ αὐτῶν προτρέποντας καὶ ἐπιτρέποντας πράγματα, τὰ ὁποῖα ἕως τώρα ἦταν καὶ εἶναι μὴ ἀποδεκτά, μὴ ἐπιτρεπτὰ καὶ καταδικαστέα! Εἶναι φανερὸν ὅτι οἱ δυστυχεῖς Οἰκουμενιστὲς ἐμπαίζονται ἀπὸ τὸ πονηρὸ πνεῦμα καὶ ἐκλαμβάνουν τὶς ὑποδείξεις του, τὶς ἀντίθετες πρὸς τὸ Πανάγιο Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, ὅτι εἶναι δῆθεν ὑποδείξεις θεῖες, ἀληθινὲς καὶ ἀναγκαῖες! Ὥστε καὶ οἱ ἴδιοι νὰ ἐξαπατῶνται οἰκτρῶς, ἀλλὰ νὰ συμπαρασύρουν στὸν ὄλεθρο καὶ ὅσους τυχὸν τοὺς ἐμπιστεύονται καὶ τοὺς θεωροῦν ἀληθεῖς καὶ ἀξιοπίστους.



Γ. Θρονικὴ Ἑορτὴ Κωνσταντινουπόλεως


Πρὶν ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴ τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως», νωρὶς τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου 29 Νοεμβρίου, ὁ Πάπας Λέων ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο στὸν Πατριαρχικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Φανάρι, ὅπου ἐψάλη Δοξολογία καὶ ἀντηλλάγησαν μηνύματα.


 Πάπας Λέων μνημονεύθηκε κανονικὰ ὡς Ἐπίσκοπος Ρώμης ἀπὸ Πατριαρχικὸ Διάκονο, πρὶν ἀπὸ τὴν μνημόνευση τοῦ ἰδίου τοῦ Λατινόφρονος Πατριάρχου. Ἐπίσης, τοῦ ἐψάλη ἀπὸ τὸν Χορὸ «Πολυχρόνιον» σὰν σὲ κανονικὸ καὶ κοινωνικὸ Ἐπίσκοπο καὶ Προκαθήμενο. Ἀντηλλάγη ἀσπασμὸς καὶ ἔγινε συνευλόγηση τῶν παρευρισκομένων στὸν χῶρο τοῦ Ναοῦ ποὺ εἶχε μετατραπεῖ σὲ χῶρο κοσμικοῦ θεάματος, ἐφ’ ὅσον ἄλλωστε εἶχε μολυνθεῖ γιὰ ἄλλη μία φορά. Οἱ πάντες καὶ οἱ πάσες μὲ ἐπαγγελματικὴ ἤ ἐρασιτεχνικὴ φωτογραφικὴ ἤ κινηματογραφικὴ συσκευή, συναγωνιζόμενοι καὶ συνωθούμενοι σὲ ἐκστατικὴ κατάσταση, προσπαθοῦσαν νὰ ἀπαθατίσουν τὶς «μοναδικὲς» κατ’ αὐτοὺς στιγμές. Καμία αἴσθηση ἱερότητος, κανένα ἴχνος συναισθήσεως. Ὅλα τὰ φῶτα στὰ «ἰνδάλματα», στοὺς «πρωταγωνιστὲς τοῦ δράματος», χωρὶς νὰ ἀφήνεται κανένα περιθώριο λατρείας καὶ τιμῆς στὸν οὕτως ἤ ἄλλως Μεγάλο Ἀπόντα: στὸν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστό! Πρόκειται ὅμως γιὰ κάτι ποὺ ἔχει καθιερωθεῖ, γιὰ ἔθος Οἰκουμενικό. Ἐδῶ καὶ μιὰ ἑξηκονταετία ἰδίως λαμβάνει χώρα συνεχὴς λειτουργικὸς συγχρωτισμὸς σὲ πολλὰ ἐπίπεδα καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους.


Γιὰ τοὺς ἐξουνιτισθέντες Οἰκουμενιστὲς τοῦτο εἶναι ἀπολύτως φυσικὸ ἐπακόλουθο τῆς διατυπωθείσης πίστεώς τους. Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμὸς γιὰ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ, συναποτελοῦν «τὸ ἑνιαῖον σῶμα τοῦ Χριστοῦ» (περιοδ. «Ὀρθοδοξία», Ἰούλιος-Σεπτέμβριος 1994, σελ. 444). Μαζί, ὅπως καὶ μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς, ἔχουν -κατὰ Βαρθολομαῖον- κοινὴ εὐθύνη «ἐν τῇ καθόλου Ἐκκλησίᾳ» (περιοδ. «Ἐπίσκεψις», 499/31-12-1993, σελ. 6). Θυμίζουμε ἄλλωστε ὅτι μυστηριακὴ ἀλληλο-αναγνώριση συνέβη ἐπίσημα καὶ στὰ πλαίσια τοῦ διαλόγου τους στὸ Βελεμένδιο τοῦ Λιβάνου τὸ ἔτος 1993, χωρὶς βεβαίως νὰ ἔχουν ἐπιλυθεῖ τὰ θέματα πίστεως τὰ ὁποῖα ὑποτίθεται ὅτι τοὺς χωρίζουν.


Θυμίζουμε καὶ πάλι ὅτι κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Κανονικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση τοῦτο εἶναι ἀδιανόητο καὶ ἀπαράδεκτο. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες Βασίλειος ὁ Μέγας καὶ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, γιὰ παράδειγμα, οἱ ὁποῖοι ἀντιμετώπισαν παρόμοιες καταστάσεις, θεωροῦν μία τέτοιου εἴδους κοινωνία «ὀλέθρια» καὶ «ψυχοφθόρα». Οἱ Ἅγιοι Ὁμολογητὲς Ἁγιορεῖτες Πατέρες τὸν ΙΓ΄ αἰ., σὲ ἐπιστολή τους πρὸς τὸν Λατινόφρονα Αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Παλαιολόγο, τονίζουν ὅτι «μολυσμὸν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐτὸ (τὸ ὄνομα κακοδόξου ἐπισκόπου στὴν Θ. Λειτουργία) κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων». Ἄν οἱ Λατινόφρονες δὲν μνημονεύονται, ἀλλὰ ἡ ἀναφορά τους μολύνει τὸν ἀναφέροντα ἔστω καὶ ἄν εἶναι ὀρθόδοξος κατὰ τὰ ἄλλα, ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Λατίνων καὶ Λατινοφρόνων Πάπας Ρώμης δύναται νὰ μνημονεύεται;!


Δηλαδή, 650 χρόνια μετὰ τὴν ὡς ἄνω ἐπιστολή, ὅταν ὁ Παπισμὸς δογμάτισε τόσες ἄλλες κακοδοξίες καὶ αἱρέσεις, καὶ μάλιστα ἀκόμη καὶ τὴν καταδικασθεῖσα Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμισή του τοῦ ΙΣΤ΄ αἰ., μπορεῖ νὰ μνημονεύεται στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀρχηγοῦ του χωρὶς καμία ἐπίπτωση; Χωρὶς νὰ προξενεῖται κανένας πλέον μολυσμὸς καὶ χωρὶς κανένα ψυχικὸ κόστος; Θεωροῦμε ὅτι ὅποιος καὶ διὰ τῆς ἐνόχου σιωπῆς του καταπίνει τὶς πικρὲς ἀλήθειες ποὺ ἐξάγονται αὐτονόητα ἀπὸ ὅλα αὐτά, αὐτὸς καθίσταται συνένοχος στὸν Λατινισμὸ τοῦ Πατριάρχου του καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. Ὁ μολυσμὸς τῆς νέας αὐτῆς Οὐνίας ἔχει καταμολύνει τὴν πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα. Ὅσοι ἀδυνατοῦν νὰ κατανοήσουν τὸ πασιφανὲς τοῦτο, ὅσοι παρὰ ταῦτα νομίζουν ὅτι πλέουν σὲ πελάγη ψυχικῆς εὐεξίας καὶ ἀνατάσεως, σημαίνει ὅτι ἔχουν φθάσει σὲ ἀξιοθρήνητη πνευματικὴ ἀναισθησία, ἀπὸ τὴν ὁποία εἴθε νὰ μᾶς φυλάξει ὁ Κύριος! Ἐπιστρέφοντες στὰ τῆς Θρονικῆς ἑορτῆς, λέγουμε ὅτι μετὰ καὶ τὴν ὑπογραφὴ τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως», ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος παρέστη ἐπισήμως μετὰ μανδύου ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα σὲ λειτουργία ποὺ τέλεσε ὁ Πάπας Λέων γιὰ τοὺς Παπικοὺς ποὺ ζοῦν στὴν Τουρκία σὲ στάδιο τῆς Πόλεως.


Εἶχε προηγηθεῖ τὸ πρωὶ τοῦ Σαββάτου «Οἰκουμενικὴ Συνάντηση προκαθημένων καὶ ἐκπροσώπων ἐκκλησιῶν, ποὺ πραγματοποιήθηκε στὸν νεόδμητο Συροϊακωβιτικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ, στὸ προάστιο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου». Τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς, 30 Νοεμβρίου, τελέσθηκε πατριαρχικὸ συλλείτουργο στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Φανάρι, τοῦ Πάπα Λέοντος παρισταμένου στὸ Ἀντίθρονο σὲ περίοπτη θέση. Ἀντηλλάγη λειτουργικὸς ἀσπασμὸς στὸ «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους» μεταξὺ Πατριάρχου καὶ Πάπα, ὅπως καὶ μεταξὺ τοῦ Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ Πάπα. Ὁ Πάπας ἀπήγγειλε λατινικὰ τὴν Κυριακὴ προσευχὴ («Πάτερ ἡμῶν»). Στὸ τέλος ἀντηλλάγησαν μηνύματα, ἐψάλησαν καὶ πάλι τὰ Πολυχρόνια Πάπα καὶ Πατριάρχου καὶ ἀκολούθησαν ἀσπασμοὶ καὶ συνευλογίες πρὸς τὸ ἐκκλησίασμά τους. Τέλος, ἀπὸ τὸν ἐξώστη τοῦ Πατριαρχείου εὐλόγησαν τοὺς παρισταμένους. Ἀκολούθησε ἐπίσημο γεῦμα στὴν πατριαρχικὴ τράπεζα. Οἱ Οἰκουμενιστὲς συνευωχούμενοι προχωροῦν ἀκάθεκτοι στὴν ἐν τῇ πράξει ἐφαρμογὴ τῶν σκοπῶν τους, σοβαρᾶς ἀντιστάσεως μὴ ὑπαρχούσης…


Δ. Δικαιολογίες ἐξαπατήσεως


νῶ θὰ ἔπρεπε νὰ προβληθεῖ σθεναρὴ ἀντίδραση ἐνώπιον αὐτῆς τῆς καταιγιστικῆς ἀντορθοδόξου πραγματικότητος, ἐν τούτοις τέτοιο πρᾶγμα δὲν φαίνεται νὰ συμβαίνει. Ὅταν ἡ Ἀλήθεια τῆς πίστεως καταπατεῖται καὶ περοφρονεῖται τόσον σκαιῶς, ὅταν αὐτὴ συσκοτίζεται καὶ χάνεται, ἡ κατὰ Θεὸν ἀντίσταση εἶναι μονόδρομος. Πρόκειται γιὰ καίριο ζήτημα πνευματικῆς ἐπιβιώσεως, μαρτυρίας καὶ εὐθύνης. Ὅμως, κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ στὴν Ἑλλάδα καὶ εὐρύτερα, οἱ ὁποῖοι βεβαίως γνωρίζουν ὅλα ὅσα συνέβησαν μετὰ πάσης λεπτομερείας, παρουσιάζουν τὶς ἑξῆς κύριες τάσεις:


α. Αὐτὴν τῆς αἰδήμονος σιωπῆς, τουλάχιστον δημοσίως, τοῦ ἀπολύτου στρουθοκαμηλισμοῦ, ποὺ συνιστᾶ ὅπως τονίσαμε συνενοχή. Ἐπικρατεῖ ἐκκωφαντικὴ προσποίηση ὅτι δὲν συνέβη καὶ δὲν συμβαίνει κάτι τὸ ὁποῖο νὰ τοὺς ἀφορᾶ. Σὰν νὰ ὑπάρχει μία ἄλλη πραγματικότητα, ἕνα παράλληλο σύμπαν, ὅπου ὅλα ἔχουν καλῶς καὶ βαίνουν ἀσφαλῶς!… β. Ὑπάρχουν καὶ αὐτοὶ ποὺ εἴτε λόγῳ συνειδησιακοῦ ἐλέγχου εἴτε λόγῳ πιέσεως ἀπὸ τὸ περιβάλλον τους, προσπαθοῦν δυστυχῶς νὰ δικαιολογήσουν τὰ ἀδικαιολόγητα γινόμενοι δημοσίως οἰκτρὰ καταγέλαστοι. Ἔτσι, ἄλλοι διατείνονται ὅτι ὁ Πάπας μετέβη στὴν Νίκαια καὶ στὸ Φανάρι σὰν ἀρχηγὸς κράτους, διότι ἔχει καὶ αὐτὴ τὴν ἐξαμβλωματικὴ ἰδιότητα, καὶ ἔτσι ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο παρὰ ὡς Προκαθήμενος Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα «Ἀδελφῆς»!


λλοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἁπλῶς γίνεται διάλογος ἤ δηλώσεις καὶ ἐνέργειες «ἀπὸ ἀγάπη», ἀκόμη καὶ στὰ περὶ Κοινοῦ Πάσχα, χωρὶς ὅμως ἀντίκρισμα στὴν πραγματικότητα. Ἄλλοι ἐπιμένουν ὅτι δὲν ἔγινε πλῆρες συλλείτουργο, ἀφοῦ δὲν ἔφθασαν σὲ κοινὸ ποτήριο, καὶ ἄρα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει ταραχὴ καὶ ἀνησυχία. Δηλαδή, σὰν νὰ ἔχουμε ἕνα ἀστεφάνωτο ζευγάρι ποὺ ἐπιτελεῖ ὅλα τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ πέραν τοῦ «συγκυλισμοῦ», ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν «ὁλοκληρώνει» πλήρως, ἄρα δὲν μποροῦμε νὰ τὸ κατηγορήσουμε, οὔτε νὰ τοῦ προσάψουμε σοβαρὴ εὐθύνη! Ἁπλῶς χαριεντίζεται ἀπὸ ἀγάπη! Τί θὰ ἔλεγαν οἱ Πνευματικοί; Πρόκειται γιὰ κάτι ἀθῶο καὶ ἀκατηγόρητο; Ἀλήθεια, ἀπέμεινε σὲ κάποιους ἴχνος σοβαρότητος;! Ζητοῦμε συγγνώμην γιὰ τὴν ἀναλογία, ἀλλὰ πῶς ἀλλιὼς νὰ παραστήσουμε τὸ ἔκτροπο;


λλοι τονίζουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως εἶναι Μία, ἡ Ὀρθόδοξη, καὶ ἄρα δὲν ὑπάρχει θέση γιὰ τοὺς Παπικούς, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν νὰ ἐπιστρέψουν ἐν μετανοίᾳ γιὰ νὰ ἑνωθοῦν σὲ αὐτήν. Συμφωνοῦμε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη θέση, ἀλλὰ ὅσοι ἐν ὄψει ὅσων συμβαίνουν λέγουν ἀφελῶς τὴν δική τους αὐτὴ θεωρία, θὰ πρέπει νὰ ἀνοίξουν τὰ μάτια τους καὶ νὰ ἀντικρίσουν τὴν ζοφερὴ πραγματικότητα ὡς πρὸς τὸν χῶρο ποὺ βρίσκονται. Ἄλλοι βεβαιώνουν ὅτι ἀρκοῦνται νὰ προσεύχονται καὶ νὰ τελοῦν τὴν Θ. Λειτουργία, χωρὶς ὅμως νὰ ἐνδιαγέρονται γιὰ τὸ μνημόσυνο τῶν «ἀμνημονεύτων». Αὐτὸ κατὰ τὴν γνώμη τους δὲν ἔχει σημασία οὔτε κάποια σοβαρὴ ἀρνητικὴ ἐπίπτωση. Ἐν τούτοις, εἴδαμε ὅτι ἄλλα κηρύσσει καὶ ὁμολογεῖ ἡ ἁγία Ὀρθοδοξία. Συναφῶς, ἄλλοι λέγουν ὅτι χρειάζεται προσευχὴ γιὰ τὸν Πατριάρχη καὶ τοὺς Οἰκουμενιστὲς σὲ ἑνότητα βέβαια μαζί τους, μήπως καὶ ἀνανήψουν. Προσευχὴ ὑπὲρ μετανοίας τους ναί, ἀλλὰ προσευχὴ μαζί τους καὶ σὲ κοινωνία μὲ αὐτοὺς ὄχι μόνον δὲν τοὺς ἐπαναφέρει στὴν Ἀλήθεια, ἀλλὰ ἀντιθέτως μιαίνει τοὺς ὀρθοδόξους στὸ φρόνημα, οἱ ὁποῖοι νομίζουν σφαλερῶς ὅτι μποροῦν νὰ συνδυάσουν τὰ ἀσυνδύαστα καὶ νὰ συμμετέχουν ἀκίνδυνα σὲ πράγματα ἀντιθετικὰ καὶ ἀλληλο-αποκλειόμενα.


λλοι ἐπικαλοῦνται τὴν στάση ἐπιφανῶν Γερόντων προηγουμένων δεκαετιῶν, γιὰ δῆθεν ἀνοχὴ τῶν αἱρετιζόντων, ἄν καὶ γνωρίζουν τὴν ἀντι-οικουμενιστική τους στάση, ὅπως καὶ τὴν κατὰ πολὺ χειροτέρευση τῶν Οἰκουμενιστῶν κατὰ τὶς τελευταῖες τρεῖς δεκαετίες. Δὲν ἀποτελεῖ ἐπαρκὲς ἄλλοθι μιὰ τέτοια ἐπιλεκτικὴ ἐπίκληση, ἡ ὁποία γίνεται σκόπιμα γιὰ ἀπόσβεση καὶ ὄχι γιὰ ἀνόρθωση τοῦ ἀγωνιστικοῦ ζήλου ὑπὲρ πίστεως. Ἀγῶνας σωτηρίας σοβαρὸς σὲ τέτοια βοῶσα πνευματικὴ κατάντια δὲν ἐπιτελεῖται. Ἄλλοι πάλι ἐπικαλοῦνται τὸ «μὴ κρίνετε ἵνα μὴ κριθῆτε» τοῦ Κυρίου, σὰν νὰ μὴ γνωρίζουν τὸν Πατερικὸ λόγο, ὁ ὁποῖος διευκρινίζει ὅτι αὐτὸ δὲν ἀφορᾶ στὰ θἐματα τῆς πίστεως. Ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοιά τους ἀποτελοῦν ὑπεκφυγὲς καὶ στεροῦνται ὀρθοδόξου θεμελιώσεως καὶ σοβαροῦ Ἁγιοπατερικοῦ καὶ Ἱεροκανονικοῦ ἐρείσματος.


πάρχουν βέβαια καὶ οἱ ὀλίγοι ἀντιδρῶντες (μόνον ἕνας ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ὡς πρὸς τοὺς Ἀρχιερεῖς!), οἱ ὁποῖοι ἀρκοῦνται ἐπὶ τοῦ παρόντος σὲ γνωστὸ «χαρτοπόλεμο», θεωροῦντες ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου λήγει τὸ καθῆκον τους. Τοῦτο δείχνει μὲν κάποια εὐαισθησία, ἀλλὰ παράλληλα ἀπογοητεύει, ἐφ’ ὅσον ἐξαντλεῖ τὸν ἀγῶνα σὲ μία γραπτὴ ἀντίρρηση, χωρὶς περαιτέρω συνέχεια, πρᾶγμα ὄχι ἰδιαίτερα ἐνοχλητικὸ καὶ καθοριστικὸ γιὰ τοὺς παραβάτες τῆς πίστεως. Δὲν θὰ παραλείψουμε νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὑπάρχουν σίγουρα καὶ ἐκεῖνες οἱ ψυχὲς ποὺ ὁ Κύριος γνωρίζει, οἱ ὁποῖες σιωπηρῶς, χωρὶς θλιβερὲς δικαιολογίες καὶ πολυλογίες, ὀδυνῶνται πραγματικῶς καὶ εὔχονται εἰλικρινῶς περὶ τοῦ πρακτέου. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ τὶς εἰσακούσει καὶ νὰ δώσει πληροφορία λυτρωτική! Ἐμεῖς, χωρὶς καμία διάθεση ὑπεροχῆς αὐτο-εξυψωτικῆς ἤ σκληρῆς καταδίκης τῶν ἄλλων, θυμίζουμε ὅτι τὸ μεῖζον πρόβλημα Πίστεως ἀπὸ τὴν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἡ καλλιέργεια τοῦ Δογματικοῦ Συγκρητισμοῦ καὶ ἡ κατάργηση τοῦ κηρύγματος τῆς Μετανοίας. Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἀρκεῖται στὴν εἰρηνικὴ ἀλληλο-αναγνώριση, ἀλληλο-αποδοχὴ καὶ ἀδιατάρακτη ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ καὶ ὄχι στὴν ὁπωσδήποτε ἑνωτικὴ συγχώνευση.


Τοῦτο ὅμως ἀποτελεῖ ἐκτροπὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ νοθεύεται ἡ Θεανθρώπινη Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ὑφίσταται ὁ κίνδυνος τῆς ψυχικῆς ἀπωλείας. Δὲν πρόκειται γιὰ «διαλόγους» οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς ἀπέτυχαν ἤ καρκινοβατοῦν, ἀλλὰ γιὰ ἔκπτωση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Τὰ συνεχῆ συνθήματα γιὰ εἰρήνη, ἑνότητα, ἀγάπη καὶ ἀδελφοσύνη ἀποδεικνύουν ἁπλῶς τὴν ἐγκόσμια προοπτικὴ τῆς παρούσης αἱρέσεως. Ἀποτελοῦν γυμνὲς καλολογίες καὶ ὡραιολογίες, ἐπιφανειακοὺς ὅρους καλῆς θελήσεως, χωρὶς σφραγῖδα Ἁγιοπνευματική. Ὅσοι ξεγελοῦν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους μὲ δικαιολογίες στερούμενες θείας ἐπιμαρτυρίας, τίθενται σαφῶς ἐκτὸς τῆς ἀγωνιζομένης κατὰ τῆς αἱρέσεως Ὀρθοδοξίας, ὡς ἀρνούμενοι τὸ θεῖον ἄθλημα τῆς κατὰ Θεὸν Ὁμολογίας ἔργῳ καὶ λόγῳ, πρᾶγμα πρώτιστης σημασίας σήμερα.


Εὐχόμαστε ἡ θεία Χάρις νὰ στηρίζει τοὺς ἀγωνιζομένους καλῶς καὶ θεοφιλῶς στὸν Ἀγῶνα τῆς πίστεως ἕως τέλους. Νὰ καλέσει στὴν ὀρθὴ ὁδὸ τοὺς ἀναποφασίστους καὶ τοὺς προβληματιζομένους καὶ νὰ κατατροπώσει τὴν αἵρεση αὐτὴ τῶν ἐσχάτων, ἡ ὁποία συνιστᾶ καταφανῶς τὴν Ἀποστασία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἴθε ὁ Κύριος νὰ μᾶς φυλάξει καὶ νὰ μᾶς σώσει στὴν Βασιλεία Του! Ἀμήν.



Λάρισα, 30-11/13-12-2025
Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου



 Ιεράς Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

1. Ἡ Ἐκκλησία ὡς τόπος ἀληθείας (Ἁγ. Μάξιμος)

Ὁ Ἅγιος Μάξιμος δὲν ὁρίζει τὴν Ἐκκλησία κοινωνιολογικά, ἀλλὰ ὀντολογικά καὶ δογματικά.

«Ἐκκλησία ἐστὶν ἡ ὀρθὴ καὶ ἀμώμητος ὁμολογία τῆς πίστεως.»
(Κατὰ Μονοθελητῶν, νοηματικὴ παράφραση)

Ἡ Ἐκκλησία ταυτίζεται μὲ τὴν ἀλήθεια περὶ τοῦ Χριστοῦ, ὅπως αὐτὴ ὁμολογεῖται ἀπαραχάρακτα.


2. Δόγμα καὶ σωτηρία: ἀδιάσπαστη ἑνότητα

Κεντρικὸ ἀξίωμα τοῦ Ἁγίου Μαξίμου:

Ἡ πλάνη στὸ δόγμα καταστρέφει τὴν σωτηρία.

Γι’ αὐτὸ ἀντιστάθηκε στὸ Μονοθελητισμό, παρότι:

  • ὑποστηριζόταν ἀπὸ Πατριάρχες

  • ἐπεβλήθη πολιτικὰ

  • φαινόταν «ἐκκλησιαστικὴ ὁμοφωνία»

Καὶ ὅμως ὁ Ἅγιος ὁμολογεῖ:

«Εἰ καὶ πᾶσα ἡ οἰκουμένη κοινωνῇ, ἐγὼ οὐ κοινωνῶ.»

Ἡ φράση αὐτὴ εἶναι ἀπολύτως ἐκκλησιολογική, ὄχι σχισματική:  ἡ κοινωνία χωρὶς ἀλήθεια δὲν εἶναι Ἐκκλησία.


3. Ἡ ἀλήθεια δὲν ἀποφασίζεται πλειοψηφικά

Ὁ Ἅγιος Μάξιμος θεμελιώνει πατερικὰ αὐτὸ ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἔζησε ἐμπειρικά:

  • Σύνοδος δὲν εἶναι ἀλάθητη ἐκ τοῦ πλήθους

  • ἡ ὀρθότητα κρίνεται ἐκ τῆς συμφωνίας μὲ τὴν Παράδοση

Ὅπως γράφει:

«Τὸ δογματικὸν φρόνημα τῶν Πατέρων ἐστὶν ὁ κανών.»


4. Ἐκκλησία καὶ σταυρὸς

Γιὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο, ἡ Ἐκκλησία:

  • πορεύεται σταυρικὰ

  • ζεῖ ἐν διωγμῷ

  • καὶ ἀποκαλύπτεται στὴν ὁμολογία

Ὁ Ἅγιος:

  • ἐξορίστηκε

  • ἀκρωτηριάστηκε

  • πέθανε χωρὶς δικαίωση ἐν ζωῇ

Καὶ ὅμως:

ἡ Ἐκκλησία ἦταν μὲ αὐτόν, διότι ἦταν μὲ τὴν ἀλήθεια.


5. Θεολογικὸ συμπέρασμα (ἀκριβείας)

Κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή:

  • Ἡ Ἐκκλησία δὲν ταυτίζεται μὲ θεσμικὲς πλειοψηφίες

  • Ἡ κοινωνία χωρὶς ὀρθὴ πίστι δὲν σώζει

  • Ἡ ἀλήθεια μπορεῖ νὰ φυλάσσεται ἀπὸ ἕναν καὶ μόνον

Που βρίσκεται σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία.Τι λέει ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς

Ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ (ὀντολογικὴ θεώρηση)

Γιὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι πρωτίστως θεσμὸς ἢ ἱστορικὸ μέγεθος, ἀλλὰ: χώρος θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς ἀκτίστου χάριτος

Ἡ Ἐκκλησία ὑφίσταται ὅπου:

  • φυλάσσεται ἡ ὀρθὴ πίστις (δογματικὴ ἀκρίβεια)

  • καὶ ἐνεργεῖ ἡ ἄκτιστος ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ

Χωρὶς αὐτὰ, ὑπάρχει τύπος, ἀλλὰ ὄχι ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα.


2. Ἀκτίστων ἐνεργειῶν κριτήριο τῆς Ἐκκλησίας

Κεντρικὸ παλαμικὸ δόγμα: Ὁ Θεὸς μετέχεται ἀληθινὰ, οὐ κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἀκτίστους ἐνεργείας Του

Ἐπομένως:

  • ἡ Ἐκκλησία δὲν ταυτίζεται μὲ ἀνθρώπινες δομές

  • οὔτε μὲ ἐξωτερικὴ ἐνότητα

  • ἀλλὰ μὲ τὴ μέθεξη τῆς θείας χάριτος

Ὅπως ὁ Ἅγιος ρητῶς γράφει (Κατὰ Βαρλαὰμ):

«Ἄνευ τῆς θείας χάριτος, οὐδὲ σωτηρία, οὐδὲ Ἐκκλησία νοεῖται.»


3. Ἀλήθεια καὶ πλῆθος (ἐκκλησιολογικὸ πρόβλημα)

Ὁ Παλαμᾶς ἀπορρίπτει ἐκ προοιμίου κάθε ἐκκλησιολογία πλειοψηφίας.

Ἡ ἀλήθεια:

  • δὲν κατοχυρώνεται συνοδικὰ ἐκ τοῦ πλήθους

  • ἀλλὰ ἀναγνωρίζεται συνοδικὰ ἐκ τῆς συμφωνίας μὲ τὴν Παράδοση

Ἱστορικὰ:

  • ὁ Παλαμᾶς καταδικάστηκε,

  • φυλακίστηκε,

  • καὶ βρέθηκε μειοψηφία,

ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία ἀνεγνώρισε ὕστερα τὴν ἀλήθεια, διότι ἦταν σύμφωνη μὲ τὸ πατερικὸ φρόνημα.

 Ἄρα, γιὰ τὸν Παλαμᾶ: ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ εἶναι ὀλιγάριθμη κατὰ τὴν ἱστορία, ἀλλὰ πλήρης κατὰ τὴν χάρη.


4. Θεολόγος – Ἐκκλησία – Θεωρία Θεοῦ

Ἕνα ἀπὸ τὰ κρισιμότερα παλαμικὰ ἀξιώματα:

«Θεολόγος οὐκ ἐστὶν ὁ πολυλόγος, ἀλλ’ ὁ θεωρῶν τὸν Θεόν.»

Ἐπομένως:

  • ἡ Ἐκκλησία δὲν διασώζεται μὲ λόγους

  • οὔτε μὲ διορθώσεις δομῶν

  • ἀλλὰ μὲ ἁγιασμένους ἀνθρώπους

Ὅπου παύει ἡ θεωρία (φωτισμός – θέωση),
παύει καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ἔστω κι ἂν διατηρεῖται ὁ τύπος.


5. Συμπέρασμα (αὐστηρὰ θεολογικό)

Κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ:

  • Ἡ Ἐκκλησία δὲν χάνεται, ἀλλὰ συρρικνοῦται ὁρατῶς

  • Ἡ ἀλήθεια δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ κοινωνικὴ ἀποδοχή

  • Ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἄκτιστος χάρις, ὀρθὴ πίστις καὶ ἀσκητικὸς βίος