Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

ΑΛΛΟΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ



Διάλογος Ορθοδόξων – Λουθηρανών

Ιστορικό Υπόβαθρο

Ο διάλογος μεταξύ Ορθοδόξων και Λουθηρανών έχει ιστορία περίπου 450 ετών. Ξεκίνησε με την αλληλογραφία μεταξύ θεολόγων της Τυβίγγης και του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ Κωνσταντινουπόλεως στα τέλη του 16ου αιώνα, όταν οι Λουθηρανοί παρουσίασαν την Ομολογία της Αυγούστας στον Ορθόδοξο κόσμο.

Έναρξη και Πορεία του Διαλόγου

Ο σύγχρονος επίσημος διάλογος ξεκίνησε το 1981, μετά από απόφαση της 4ης Πανορθόδοξης Συνδιάσκεψης (1968). Η Διεθνής Μικτή Επιτροπή Ορθοδόξων και Λουθηρανών συνέρχεται δύο φορές τον χρόνο και αποτελεί τον μοναδικό θεολογικό διάλογο της Ορθόδοξης Εκκλησίας με αυτή τη συχνότητα.

Κύρια Θεολογικά Ζητήματα

  • Ένα από τα πιο σημαντικά επιτεύγματα ήταν η Κοινή Δήλωση του 2024 στο Κάιρο, όπου συμφωνήθηκε η σημασία της χρήσης του αυθεντικού Συμβόλου της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως χωρίς την προσθήκη του filioque.
  • Η 18η Ολομέλεια (2024) και η προπαρασκευαστική συνάντηση (2023) εστίασαν στον ρόλο του Αγίου Πνεύματος, ενώ η 19η Ολομέλεια (Λάρνακα, Μάιος 2025) συζήτησε το θέμα «Συνοδικότης και Πρωτεῖον».
  • Οι συζητήσεις καλύπτουν επίσης τη Θεία Ευχαριστία, το Βάπτισμα και την εκκλησιολογική δομή και των δύο παραδόσεων.

Βασικά Στοιχεία Σύγκλισης και Απόκλισης

Στον διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Λουθηρανών, τα βασικά σημεία σύγκλισης και απόκλισης εστιάζονται σε καίρια δογματικά και εκκλησιολογικά ζητήματα. Στα θετικά σημεία σύγκλισης περιλαμβάνονται η κοινή αποδοχή της Τριαδολογίας και της χριστολογίας —καθώς οι Λουθηρανοί ομολογούν δύο φύσεις στο πρόσωπο του Χριστού—, καθώς και η πρόσφατη ιστορική συμφωνία του 2024 στο Κάιρο σχετικά με τη χρήση του αυθεντικού Συμβόλου της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως χωρίς την προσθήκη του filioque.

Από την άλλη πλευρά, σημαντικές αποκλίσεις παραμένουν στην εκκλησιολογία, όπου η λουθηρανική παράδοση αντιλαμβάνεται την Εκκλησία ως «αόρατη» και «ορατή», στη Θεία Ευχαριστία, όπου οι Λουθηρανοί υποστηρίζουν τη «μυστηριακή ένωση» απορρίπτοντας όμως τη δογματική μετουσίωση, καθώς και στη διοικητική δομή και διακυβέρνηση των Εκκλησιών, η οποία διαφοροποιείται ανάμεσα στο επισκοπικό σύστημα και στις συνόδους πιστών.

 

Συμμετέχοντες στους Θεολογικούς Διαλόγους

Διάλογος Ορθοδόξων – Λουθηρανών

  • Εκκλησία της Ελλάδος: Ο Μητροπολίτης Περιστερίου Γρηγόριος (Παπαθωμάς) έχει διατελέσει ενεργό μέλος και συμπρόεδρος σε διεθνείς επιτροπές, μαζί με πανεπιστημιακούς θεολόγους.
  • Οικουμενικό Πατριαρχείο: Ο Μητροπολίτης Σασάνων Γεννάδιος (Λιμούρης) υπήρξε κορυφαία μορφή και συμπρόεδρος της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής για δεκαετίες. Στις πιο πρόσφατες συναντήσεις (όπως η 19η Ολομέλεια στη Λάρνακα το 2025 και η Κοινή Δήλωση στο Κάιρο το 2024), το Πατριαρχείο εκπροσωπείται σταθερά από ανώτατους ιεράρχες και καθηγητές θεολογίας (π.χ. ο Μητροπολίτης Κρήτης Ευγένιος ή ειδικοί σύμβουλοι της Πατριαρχικής Αντιπροσωπείας).

 

 

 

 Διάλογος Ορθοδόξων – Αγγλικανών

Ιστορικό Υπόβαθρο

Οι επαφές ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1930, αλλά ο επίσημος θεολογικός διάλογος άρχισε το 1973. Υπάρχει μακρά ιστορία, με αξιοσημείωτη την αλληλογραφία του Πατριάρχη Κυρίλλου Λουκάρεως με τον Αρχιεπίσκοπο του Κάντερμπουρι τον 17ο αιώνα.

Έναρξη και Πορεία του Διαλόγου

Το 1976 οι Αγγλικανοί έκαναν ένα σημαντικό βήμα, παραδεχόμενοι ότι το filioque πρέπει να απαλειφθεί από το Σύμβολο της Πίστεως. Το 1978 εκδόθηκε το Athens Statement στην Αθήνα, το οποίο τόνιζε ότι η χειροτονία γυναικών θα αποτελούσε «ανατροπή όλων των ελπίδων για την επίτευξη ενότητος».

Κύρια Θεολογικά Ζητήματα

  • Χειροτονία Γυναικών: Η απόφαση της Αγγλικανικής Εκκλησίας να χειροτονεί γυναίκες (και αργότερα ομοφυλόφιλους κληρικούς σε επισκοπικό βαθμό) προκάλεσε σοβαρούς κλυδωνισμούς και αποτέλεσε σημαντικό εμπόδιο στην πρόοδο του διαλόγου.
  • Εκκλησιολογία και Ιεροσύνη: Η Αγγλικανική Κοινωνία διατηρεί τριμερή ιεραρχία (διάκονοι, πρεσβύτεροι, επίσκοποι) και αποδέχεται ιστορική διαδοχή, αλλά με διαφορετική κατανόηση της παράδοσης.
  • Θεία Ευχαριστία και Λειτουργική Ζωή: Υπάρχουν συζητήσεις για τη μυστηριακή θεολογία, αν και οι Αγγλικανοί έχουν ευρύ φάσμα απόψεων.

Τρέχουσα Κατάσταση

Ο διάλογος συνεχίζεται σε διμερές επίπεδο (π.χ. στις ΗΠΑ), αλλά η πρόοδος έχει επιβραδυνθεί σημαντικά λόγω των εσωτερικών εξελίξεων στην Αγγλικανική Κοινωνία. Οι Ορθόδοξοι επιμένουν ότι η χειροτονία γυναικών και η αποδοχή της ομοφυλοφιλίας σε εκκλησιαστικό επίπεδο αποτελούν ασυμβίβαστα σημεία με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Διάλογος Ορθοδόξων – Αγγλικανών

  • Εκκλησία της Ελλάδος: Σημαντική συμμετοχή είχαν κατά καιρούς ακαδημαϊκοί καθηγητές δογματικής και συμβολικής θεολογίας από τα Θεολογικά Τμήματα Αθηνών και Θεσσαλονίκης (όπως ο αείμνηστος Καθηγητής Νίκος Νησιώτης σε πολυμερείς φάσεις, και εκπρόσωποι της Συνοδικής Επιτροπής επί των Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων).
  • Οικουμενικό Πατριαρχείο: Ο Μητροπολίτης Σασάνων Γεννάδιος και ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας)

 

 

 

Διάλογος Ορθοδόξων – Μεταρρυθμιστών (Προτεσταντών)

Ιστορικό Υπόβαθρο

Ο όρος «Μεταρρυθμιστές» αναφέρεται γενικά στις Εκκλησίες και Ομολογίες που προέκυψαν από τη Μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα (Καλβινισμός, Μεθοδισμός, Επισκοπελιανοί, Πρεσβυτεριανοί κ.ά.). Οι Ορθόδοξοι διακρίνουν τις Μεταρρυθμισμένες Εκκλησίες σε «ἀπώτερον» (Λουθηρανισμός, Καλβινισμός, Μεθοδιστές) και «ἐγγύτερον» (Επισκοπελιανοί, Αγγλικανική Εκκλησία) προσκείμενες στην Ορθοδοξία.

Έναρξη και Πορεία του Διαλόγου

Οι επαφές εντάσσονται στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ), όπου οι Ορθόδοξοι συμμετέχουν από το 1948. Ο διάλογος δεν είναι τόσο δομημένος όσο με τους Λουθηρανούς ή τους Αγγλικανούς, αλλά πραγματοποιείται μέσω πολυμερών και διμερών συναντήσεων.

Κύρια Θεολογικά Ζητήματα

  • Οι Μεταρρυθμιστές υποστηρίζουν ότι η σωτηρία επιτυγχάνεται «μόνο δια πίστεως» (sola fide) και ότι η μόνη πηγή αυθεντίας είναι η Αγία Γραφή (sola scriptura), σε αντίθεση με την Ορθόδοξη παράδοση που αποδέχεται εξίσου την Ιερά Παράδοση και τα έργα.
  • Οι Μεταρρυθμιστές απορρίπτουν την έννοια της «μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας» ως ορατού σώματος με συγκεκριμένη δομή, και υιοθετούν την έννοια της «αόρατης Εκκλησίας».
  • Οι περισσότεροι Μεταρρυθμιστές απορρίπτουν τη μετουσίωση και θεωρούν τη Θεία Ευχαριστία συμβολική ή μνημειακή πράξη, σε αντίθεση με την Ορθόδοξη μυστηριακή θεολογία.
  • Όπως και οι Λουθηρανοί και οι Αγγλικανοί, οι Μεταρρυθμιστές (με εξαιρέσεις) αποδέχονται το filioque, κάτι που αποτελεί σημείο διαφωνίας με την Ορθοδοξία.

Βασικά Στοιχεία Σύγκλισης και Απόκλισης

Παρά το γεγονός ότι οι Ορθόδοξοι και οι Προτεσταντές πιστεύουν στην Αγία Τριάδα και στον Χριστό, και διαφωνούν με ορισμένες πρακτικές της Καθολικής Εκκλησίας, έχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, διαφωνούν στον τρόπο που σώζεται ο άνθρωπος (η Ορθοδοξία μιλά για ελεύθερη βούληση και θέωση, ενώ οι Προτεσταντές για σωτηρία μόνο μέσω της πίστης), στα Μυστήρια της Εκκλησίας, καθώς και στο πόσο σημαντική είναι η Παράδοση σε σχέση με τη Βίβλο.

Διάλογος Ορθοδόξων – Παλαιοκαθολικών

Οι Παλαιοκαθολικοί, οι οποίοι αποσχίστηκαν από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μετά το Α' Βατικανό Σύνοδο του 1870 αρνούμενοι το παπικό αλάθητο (με τον όρο να εμφανίζεται από το 1853), διατηρούν πολλά κοινά στοιχεία με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Συγκεκριμένα, αναγνωρίζουν την επταπλή μυστηριακή ζωή, διατηρούν την ιστορική αποστολική διαδοχή και τη λειτουργική παράδοση, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν απορρίψει και το filioque. Λόγω αυτών των συγκλίσεων, βρίσκονται σε ανεπίσημο θεολογικό διάλογο με την Ορθοδοξία από τον 19ο αιώνα, ο οποίος προωθείται μέσα από κοινές δημοσιεύσεις θεολόγων και Αρχιερέων.

Διάλογος Ορθοδόξων – Παλαιοκαθολικών

  • Εκκλησία της Ελλάδος: Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιγνάτιος και καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών συμμετέχουν συχνά στις διμερείς θεολογικές επιτροπές.(πχ  ο Ομότιμος Καθηγητής Γεώργιος Μαρτζέλος).
  • Οικουμενικό Πατριαρχείο: Ο Μητροπολίτης Σασίμων Γεννάδιος

 

 

Διάλογος Ορθοδόξων – Ασσυρίων (Ανατολικοί Ασσύριοι / «Νεστοριανοί»)

Αν και δεν υπάρχει τόσο εκτεταμένη βιβλιογραφία στα ελληνικά, η Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρεί επαφές και με την Ανατολική Ασσυριακή Εκκλησία (πρώην «Νεστοριανή»), μέσω του ΠΣΕ και διμερών επαφών. Το κεντρικό ζήτημα είναι η χριστολογία (η Ασσυριακή Εκκλησία δέχεται δύο υποστάσεις/πρόσωπα στον Χριστό, σε αντίθεση με την Ορθόδοξη διδασκαλία της μίας υποστάσεως και δύο φύσεων).


4. Διάλογος Ορθοδόξων – Πεντηκοστιανών / Ευαγγελικών

Οι σχέσεις μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των Πεντηκοστιανών-Ευαγγελικών διαμορφώνονται κυρίως μέσα από πολυμερείς συνεργασίες στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) και τοπικές πρωτοβουλίες, καθώς απουσιάζει ένας επίσημος, δομημένος θεολογικός διάλογος. Οι μεταξύ τους διαφορές είναι βαθιές και εντοπίζονται σε καίρια δογματικά ζητήματα: οι Πεντηκοστιανοί υιοθετούν την αρχή Sola Scriptura απορρίπτοντας την Ιερά Παράδοση, απορρίπτουν τον νηπιοβαπτισμό, τη μυστηριακή εξομολόγηση και τη μετουσίωση της Θείας Ευχαριστίας, δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στα πνευματικά χαρίσματα και τη γλωσσολαλία ως «δεύτερο βάπτισμα», ενώ εσχατολογικά προσδοκούν την «αρπαγή» των πιστών πριν από τη Δευτέρα Παρουσία.


5. Διάλογος Ορθοδόξων – Μεθοδιστών / Άλλων Προτεσταντικών Ομολογιών

Μέσω του ΠΣΕ, η Ορθόδοξη Εκκλησία συνομιλεί και με Μεθοδιστές, Πρεσβυτεριανούς, Βαπτιστές και άλλες προτεσταντικές ομολογίες. Αυτοί οι διάλογοι είναι γενικά λιγότερο δομημένοι και περισσότερο πολυμερείς.

ΟΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Οι επίσημοι διμερείς και πολυμερής θεολογικοί διάλογοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις λοιπές χριστιανικές ομολογίες (Λουθηρανούς, Αγγλικανούς, Μεταρρυθμιστές, Παλαιοκαθολικούς, Ασσυρίους και Πεντηκοστιανούς) συνδέθηκαν άμεσα με την Σύνοδο της Κρήτης (2016). Το συνοδικό κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» παρείχε την επίσημη θεσμική ομπρέλα και το πλαίσιο αναφοράς για όλες αυτές τις επαφές. Η  παροχή «συνοδικής ομπρέλας» στους διαλόγους ισοδυναμεί με συνοδική αναγνώριση των αιρέσεων και προδοσία της ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Προσπάθειες προσέγγισης και κοινές δηλώσεις —όπως οι πρόσφατες συζητήσεις και συμφωνίες για το filioque με τους Λουθηρανούς— αποτελούν  απαράδεκτες δογματικές υποχωρήσεις και αλλοίωση της πατερικής διδασκαλίας. Η συνέχιση του διμερούς διαλόγου με τους Αγγλικανούς, παρά τις σαρωτικές εκτροπές τους σε ζητήματα πίστης και ηθικής (όπως η χειροτονία γυναικών και η αποδοχή της LGBTQ+ ατζέντας), θεωρείται τρανταχτή απόδειξη της ηθικής και πνευματικής κατάπτωσης του οικουμενιστικού κινήματος. Η πολυμερής συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και οι επαφές με Μεταρρυθμιστές και Πεντηκοστιανούς κρίνονται ως ανοιχτή αποδοχή των αιρετικών προτεσταντικών αρχών, όπως το Sola Scriptura ( «μόνο η Γραφή») και το Sola Fide («μόνο δια πίστεως).

 

Βασικές βιβλιογραφικές πηγές.

Βασικές Πηγές και Επίσημα Κείμενα

  • Διεθνής Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Λουθηρανικής Παγκόσμιας Ομοσπονδίας – Κοινές Ανακοινώσεις και Πρακτικά Ολομελειών (συμπεριλαμβανομένης της Κοινής Δήλωσης του Καΐρου του 2024 και των πορισμάτων της Λάρνακας του 2025).
  • Αρχεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος – Εκθέσεις των Συνοδικών Επιτροπών επί των Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων που δημοσιεύονται στα επίσημα περιοδικά «Επισ“», «Θεολογία» και «Πάντος».
  • Athens Statement (1978) – Το επίσημο ανακοινωθέν της Θεολογικής Επιτροπής στον διάλογο Ορθοδόξων-Αγγλικανών.

 


Ζ- Οι Θεολογικοί Διάλογοι Ορθοδόξων και Αρχαίων Ανατολικών Μονοφυσιτικών Ομολογιών



 

1. Τι είναι οι δύο οικογένειες της Ορθοδοξίας

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι Αρχαίες Μονοφυσιτικές  "Εκκλησίες" δεν βρίσκονται σε εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ τους.

Η διαίρεση ανάγεται στον 5ο αιώνα, μετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451), και αποτελεί την πρώτη εκκλησιαστική διαίρεση στην ιστορία του Χριστιανισμού.

Οι Αρχαίες Ανατολικές μονοφυστικές  ομολογίες  περιλαμβάνουν την Κοπτική Εκκλησία της Αιγύπτου, την Αρμενική Αποστολική Εκκλησία, την Συριακή Ορθόδοξη Εκκλησία, την Εκκλησία της Μαλάμπαρ, την Εκκλησία της Ερυθραίας και την Αιθιοπική Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

2. Η ρίζα του προβλήματος: Η Σύνοδος της Χαλκηδόνας

Το 451 συγκλήθηκε στη Χαλκηδόνα η Δ' Οικουμενική Σύνοδος, με σκοπό να διευκρινίσει τη διδασκαλία για τη φύση του Ιησού Χριστού. Η Σύνοδος δίδαξε ότι ο Χριστός είναι ένα πρόσωπο (μία υπόσταση) με δύο διακριτές αλλά αχώριστες φύσεις — θεία και ανθρώπινη.

Οι Αρχαίες Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν αποδέχτηκαν αυτή τη διατύπωση. Προτίμησαν τη φράση του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας «μία φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη».  Οι Ορθόδοξοι τους κατηγόρησαν για μονοφυσιτισμό (δηλαδή ότι αρνούνται την ανθρώπινη φύση του Χριστού), ενώ οι ίδιοι υποστήριζαν ότι απλώς ακολουθούν την παράδοση του Αγίου Κυρίλλου και απορρίπτουν τόσο τον Νεστοριανισμό όσο και τον Ευτυχιανισμό.

 

3. Οι Άτυποι Διάλογοι (1964–1971)

Μετά από αιώνες αποξένωσης, οι δύο πλευρές άρχισαν να συζητούν ξανά τον 20ό αιώνα, μέσω της Επιτροπής Πίστεως και Τάξεως του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών.

Πραγματοποιήθηκαν τέσσερις άτυπες συναντήσεις:

  • Άαρχους, Δανία (1964): Οι συμμετέχοντες διαπίστωσαν ότι στην ουσία της χριστολογικής διδασκαλίας συμφωνούσαν πλήρως.
  • Μπρίστολ, Αγγλία (1967): Συμφωνήθηκαν θέματα για μελλοντική συζήτηση, όπως η εξουσία των Οικουμενικών Συνόδων, τα Μυστήρια και η σύγκριση της εκκλησιολογίας των δύο πλευρών.
  • Γενεύη, Ελβετία (1970)
  • Αντίς Αμπέμπα, Αιθιοπία (1971): Η τελευταία άτυπη συνάντηση πριν από την έναρξη των επίσημων διαλόγων.

 

4. Οι Επίσημοι Διάλογοι και η Μικτή Θεολογική Επιτροπή

Η Δ' Πανορθόδοξη Διάσκεψη του 1968 αποφάσισε την έναρξη του επίσημου Θεολογικού Διαλόγου με τις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες.

Γενεύη (1985)

Η πρώτη επίσημη συνάντηση της Μικτής Επιτροπής έγινε στις 15 Δεκεμβρίου 1985 στη Γενεύη. Συμφωνήθηκε ότι ο στόχος ήταν να «ξαναβρούμε τα κοινά μας εδάφη στη Χριστολογία και την Εκκλησιολογία».

Ουάντι Ελ-Νατρούν, Αίγυπτος (1989) — Πρώτη Κοινή Δήλωση

Στις 24 Ιουνίου 1989 υπογράφηκε η Πρώτη Κοινή Δήλωση. Οι δύο πλευρές δήλωσαν ότι δεν χωρίζουν ούτε διαιρούν την ανθρώπινη φύση του Χριστού από τη θεία Του φύση, ούτε πιστεύουν ότι η ανθρώπινη φύση απορροφήθηκε στη θεία και έπαυσε να υπάρχει.

Γενεύη (1990) — Δεύτερη Κοινή Δήλωση

Στις 23–28 Σεπτεμβρίου 1990 πραγματοποιήθηκε στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ της Γενεύης η τρίτη επίσημη συνάντηση της Μικτής Επιτροπής, υπό την προεδρία του Μητροπολίτη Δαμασκηνού Ελβετίας.

Στη συνάντηση υπογράφηκε η Δεύτερη Κοινή Δήλωση, η οποία διευκρίνιζε και ερμήνευε την πρώτη, με ιδιαίτερη αναφορά σε ποιμαντικά ζητήματα, αναθέματα και την αποδοχή (ή μη) των τεσσάρων τελευταίων Οικουμενικών Συνόδων.

Συμμετέχοντες από το Οικουμενικό Πατριαρχείο:

  • Σεβ. Μητροπολίτης Ελβετίας κ. Δαμασκηνός — Συμπρόεδρος της Μικτής Επιτροπής
  • Ελλογιμ. Καθηγητής κ. Βλάσιος Φειδάς — Γραμματεύς της Επιτροπής

Συμμετέχοντες από την Εκκλησία της Ελλάδος:

  • Αιδεσιμολ. Καθηγητής Πρωτοπρεσβύτερος κ. Ιωάννης Ρωμανίδης — Εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως επιβεβαιώνεται από σχετική έκθεση προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος (Πρωτόκολλο αρ. 416, 1η Οκτωβρίου 1990).

Η Δεύτερη Κοινή Δήλωση διαπίστωσε ότι και οι δύο οικογένειες διατήρησαν την ίδια αυθεντική ορθόδοξη χριστολογική πίστη, αν και χρησιμοποίησαν διαφορετικούς όρους. Ωστόσο, παρέμεινε ανοικτό το ζήτημα των τεσσάρων τελευταίων Οικουμενικών Συνόδων.

Γενεύη (1993)

Η τελευταία συνεδρίαση της Μικτής Επιτροπής έγινε από 1ης έως 6ης Νοεμβρίου 1993 στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ της Γενεύης, με σκοπό την εξέταση της διαδικασίας αποκαταστάσεως της πλήρους κοινωνίας.

Κατά τις συνεδρίες της Ολομελείας συμπροήδρευαν οι Σεβ. Μητροπολίτες Ελβετίας κ. Δαμασκηνός (Οικουμενικό Πατριαρχείο) και Δαμιέττης κ. Bishoy (Κοπτική Εκκλησία).

Συμμετέχοντες από το Οικουμενικό Πατριαρχείο:

  • Σεβ. Μητροπολίτης Ελβετίας κ. Δαμασκηνός — Συμπρόεδρος της Μικτής Επιτροπής
  • Ελλογιμ. Καθηγητής κ. Βλάσιος Φειδάς — Γραμματεύς της Επιτροπής

Συμμετέχοντες από την Εκκλησία της Ελλάδος:

  • Σεβ. Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελέτιος
  • Αιδεσιμολ. Καθηγητής Πρωτοπρεσβύτερος κ. Ιωάννης Ρωμανίδης — Εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος

Από την ορθόδοξη πλευρά συγκροτήθηκε Συντακτική Επιτροπή για την προετοιμασία ειδικών Προτάσεων περί της άρσεως των αναθεμάτων, στην οποία συμμετείχαν οι καθηγητές π. Ιωάννης Ρωμανίδης, π. Γεώργιος Δράγας (εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου) και κ. Βλάσιος Φειδάς.

Ως αποτέλεσμα των συζητήσεων συντάχθηκαν οι «Προτάσεις περί της άρσεως των αναθεμάτων», οι οποίες συμφωνήθηκαν ομοφώνως και υποβλήθηκαν προς τις δύο εκκλησιαστικές οικογένειες.

5. Τι έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα

Τα βασικά επιτεύγματα των διαλόγων είναι:

  • Χριστολογική συμφωνία: Οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι απορρίπτουν τόσο τον Νεστοριανισμό όσο και τον αυστηρό Μονοφυσιτισμό, και ότι διαφυλάσσουν την ίδια πίστη για τον Χριστό.
  • Αμοιβαία αναγνώριση της ορολογίας: Αναγνωρίστηκε ότι η φράση «δύο φύσεις» των Χαλκηδονίων και η φράση «μία ενωμένη φύσις» των μη Χαλκηδονίων εκφράζουν την ίδια αλήθεια με διαφορετικά λόγια.(!!!!!;;;;))
  • Άρση των αναθεμάτων: Συμφωνήθηκε ότι θα πρέπει να άρουν τα αναθέματα που είχαν επιβληθεί κατά των Αγίων και των Συνόδων της άλλης πλευράς, αν και αυτό δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί σε πρακτικό επίπεδο.

6. Τα εμπόδια που παραμένουν

Παρά τη χριστολογική συμφωνία, υπάρχουν ακόμη σημαντικά ζητήματα:

  • Οι Οικουμενικές Σύνοδοι: Οι Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες αναγνωρίζουν μόνο τις τρεις πρώτες Οικουμενικές Συνόδους (Νικαίας, Κωνσταντινουπόλεως, Εφέσου), ενώ οι Ορθόδοξοι αναγνωρίζουν επτά. Αυτό παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο.
  • Εκκλησιαστική κοινωνία: Οι δύο οικογένειες δεν τελούν ακόμη από κοινού τη Θεία Κοινωνία.
  • Αποδοχή από τις Εκκλησίες: Τα κείμενα των διαλόγων είναι εισηγήσεις προς τις Ιερές Συνόδους και πρέπει να εγκριθούν από αυτές.

7. Η σημερινή κατάσταση και οι προοπτικές

Η Μικτή Θεολογική Επιτροπή δεν έχει συνεδριάσει από το 1993, με αποτέλεσμα τα θέματα του διαλόγου να παραμένουν στάσιμα για πολλά χρόνια. Ωστόσο, υπάρχουν νέες πρωτοβουλίες, όπως η συνάντηση του 2005 στο Σαμπεζί και η επανεκκίνηση του διαλόγου με νέες συναντήσεις μετά το 2014.

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΕΣ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΚΕΣ «ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ» (;;;)).

Η παράγραφος 6 της Συνόδου της Κρήτης (2016), η οποία περιλαμβάνεται στο επίσημο κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», αναφέρεται ειδικά στις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες (τις Προκακηδόνιες ή Μονοφυσιτικές Εκκλησίες, όπως η Κοπτική, η Αρμενική, η Συριακή και η Αιθιοπική).

Το ακριβές κείμενο της παραγράφου έχει ως εξής:

«Η Ορθόδοξος Εκκλησία εξήτασε συστηματικώς το ζήτημα της θεολογικής ταυτότητος των Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών (Μονοφυσιτών), κατά την θεολογικήν πορείαν και τον θεολογικόν διάλογον της Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών, και επεβεβαίωσεν ότι αύται δύνανται να αναγνωρισθώσιν ως έχουσαι την αυτήν πίστιν προς την Ορθόδοξον Καθολικήν Εκκλησίαν επί τη βάσει της κοινής χριστολογικής διδασκαχίας των Οικουμενικών Συνόδων Δ' (Χαλκηδόνος) και Ε' (Κωνσταντινουπόλεως Β')· συγχρόνως δε διαπιστούται ότι αι Εκκληsίαι αύται δεν μετέχουσιν της μυστηριακής κοινωνίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, καθόσον δεν έχει ολοκληρωθεί η θεολογική και εκκλησιολογική αποκατάστασις της πλήρους κοινωνίας αυτών μετά της Ορθοδόξου Εκκλησίας».

ΣΧΟΛΙΑ.

Η σκανδαλώδης παραδοχή ότι οι αμετανόητοι αντιχαλκηδόνιοι κατέχουν δήθεν «την αυτήν πίστιν» συνιστά ωμή προδοσία της πατερικής ακρίβειας, καθώς επιχειρείται η αποδοχή τους χωρίς ποτέ να έχουν αποκηρύξει τις καταδικασμένες αιρετικές κακοδοξίες του Σεβήρου και του Ευτυχή.

Η ασύνετη και αντικανονική χρήση του όρου «Εκκλησίες» για αιρετικά μορφώματα εκτός της μίας Μάνδρας του Χριστού ισοδυναμεί με κατάλυση των Ιερών Κανόνων και θεσμοθέτηση της παναρετικής «θεωρίας των κλάδων».

Η προκλητική αναφορά στην αναγκαιότητα μελλοντικής «αποκατάστασης» προδιαγράφει επικίνδυνους συμβιβασμούς και προαναγγέλλει μια νοθευμένη, αντικανονική διακοινωνία που υποτάσσει τα αμετάθετα δόγματα των Οικουμενικών Συνόδων στις σκοπιμότητες του σύγχρονου συγκρητισμού.

 


Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

ΣΤ-ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ -ΤΟ ΚΕΙΜEΝΟ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ

ΣΤ-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ

Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Εισαγωγικά.

Το Κείμενο του Μπαλαμάντ (1993) επιχείρησε να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις Ανατολής και Δύσης, θεμελιώνοντας μια νέα οικουμενιστική προσέγγιση ενότητας στηριγμένη στην αποδοχή της υφιστάμενης εκκλησιαστικής πραγματικότητας. Αυτή η προοπτική πυροδότησε τη σφοδρή αντίδραση της αντι-οικουμενιστικής πτέρυγας, καθώς η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους το απέρριψε κατηγορηματικά με ιστορική ανακοίνωση, ενώ σημαντικές Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, όπως της Ελλάδος και της Γεωργίας, αρνήθηκαν να το επικυρώσουν συνοδικά. Το αδιέξοδο αυτό οδήγησε σε ναυάγιο με την ατυχή έκβαση της Η΄ Γενικής Συνέλευσης της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής στο Emmitsburg της Βαλτιμόρης των ΗΠΑ (9–19 Ιουλίου 2000). Καίτοι ο διάλογος βρισκόταν επί μία εξαετία σε τελματώδη κατάσταση, με την επανέναρξή του στο Βελιγράδι το 2006 εισήλθε σε μια νέα φάση.

Η  συνάντηση του Βελιγραδίου (2006) (Θ συνέλευση Μικτής Θεολογικής Επιτροπής)

Η Θ΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής πραγματοποιήθηκε από τις 18 έως τις 25 Σεπτεμβρίου 2006 στο Βελιγράδι της Σερβίας, αποτελούμενη συνολικά από 60 μέλη (30 Ορθόδοξα και 30 Ρωμαιοκαθολικά). Τις εργασίες διεύθυναν ως συμπρόεδροι ο Καρδινάλιος Walter Kasper και ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας), με γραμματείς τον Μητροπολίτη Σασίμων Γεννάδιο και τον π. Ελευθέριο Fortino. Στη συνάντηση συμμετείχαν αντιπρόεδροι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας, Γεωργίας, καθώς και από τις Εκκλησίες Κύπρου, Ελλάδος, Πολωνίας, Αλβανίας, Τσεχίας-Σλοβακίας και Φινλανδίας (απουσίαζε το Πατριαρχείο Βουλγαρίας), ενώ από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά απουσίασαν δύο μέλη.

Μετά την παρουσίαση του προηγούμενου έργου της Επιτροπής (1980-2000), στο επίκεντρο τέθηκε η συζήτηση του κειμένου που είχε καταρτιστεί στη Μόσχα το 1990 με τίτλο «Εκκλησιολογικές και κανονικές συνέπειες της μυστηριακής φύσης της Εκκλησίας: Συνοδικότητα και αυθεντία στην Εκκλησία». Το κείμενο αυτό εξέταζε τη συνοδικότητα και την αυθεντία σε τρία επίπεδα (τοπικό, επαρχιακό, παγκόσμιο) ως συνέχεια των κειμένων του Μονάχου (1982), του Bari (1987) και του Νέου Βάλαμο (1988). Αν και κατά τη συνάντηση δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί ένα τελικό, κοινώς αποδεκτό κείμενο, η γόνιμη ζύμωση και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν οδήγησαν στη σύσταση μικτής επιτροπής για την αναθεώρησή του. Η διαδικασία αυτή έθεσε τις βάσεις ώστε το κείμενο να παρουσιαστεί αρτιότερο και να τύχει κοινής αποδοχής στην επόμενη Γενική Συνέλευση του 2007.

Η συνάντηση της Ραβέννας (2007)

Η Ι΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής πραγματοποιήθηκε στη Ραβέννα της Ιταλίας από τις 8 έως τις 14 Οκτωβρίου 2007. Το κεντρικό θέμα της συνάντησης αυτής ήταν η συζήτηση του αναθεωρημένου κειμένου που είχε προκύψει από τις παρατηρήσεις και τα σχόλια πάνω στο αρχικό κείμενο της Μόσχας (1990) κατά τη διάρκεια της προηγούμενης συνάντησης στο Βελιγράδι το 2006.

Κατά την πρώτη ημέρα της συνάντησης, όταν η διορθόδοξη επιτροπή συνεδρίασε χωριστά για να συντονίσει το έργο της, προέκυψε σοβαρή εσωτερική κρίση. Οι εκπρόσωποι του Πατριαρχείου Μόσχας αποχώρησαν διαμαρτυρόμενοι για την παρουσία αντιπροσώπων της Εκκλησίας της Εσθονίας, την οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε ανακηρύξει «αυτόνομη», αλλά η Μόσχα δεν την αναγνώριζε ως τέτοια. Παρά την απουσία της ρωσικής αντιπροσωπείας, οι εργασίες και οι συζητήσεις συνεχίστηκαν κανονικά. Το αποτέλεσμα ήταν η ομόφωνη έγκριση ενός κοινού κειμένου με τίτλο: «Εκκλησιολογικαί και κανονικαί συνέπειαι της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας. Εκκλησιαστική κοινωνία, συνοδικότης και αυθεντία» (γνωστό ως «Κείμενο της Ραβέννας»). Αυτό το κείμενο είναι το τελευταίο πριν την Σύνοδο της Κρήτης (2016). Το κείμενο αυτό αποτελεί εκκλησιολογική συνέχεια των προηγούμενων κοινών κειμένων του Μονάχου (1982), του Bari (1987) και του Νέου Βάλαμο (1988)


Οι συμμετέχοντες

Από το Οικουμενικό Πατριαρχείο

  • Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας): Ορθόδοξος συμπρόεδρος της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής και κύριος εισηγητής.
  • Μητροπολίτης Σασίμων Γεννάδιος (Λιμνούριος): Συνγραμματέας (Co-secretary) της Επιτροπής από την ορθόδοξη πλευρά.
  • Συμμετείχαν επιπλέον κληρικοί και πανεπιστημιακοί σύμβουλοι υπό τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Θρόνου.

Από την Εκκλησία της Ελλάδος

  • Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Σαββάτος): Μέλος της αντιπροσωπείας, θεολόγος και πανεπιστημιακός, ο οποίος μετέχει σταθερά στις διορθόδοξες και διμερείς θεολογικές επιτροπές.
  • Σημείωση: Στις συνελεύσεις της Μικτής Επιτροπής, η Εκκλησία της Ελλάδος και οι άλλες κατά τόπους Αυτοκέφαλες Εκκλησίες εκπροσωπούνταν από ορισμένους συνοδικούς ιεράρχες και καθηγητές Πανεπιστημίου, των οποίων τα πλήρη ονομαστικά μητρώα τηρούνται στα αρχεία της Γραμματείας του Θεολογικού Διαλόγου στο Φανάρι και στο Ποντιφικό Συμβούλιο για την Προώθηση της Χριστιανικής Ενότητας στο Βατικανό.

 

 

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

 

ΑΡΘΡΟ 39

ΚΕΙΜΕΝΟ:

«Αντίθετα προς τας τοπικάς και περιφερειακάς συνόδους, μία Οικουμενική Σύνοδος δεν αποτελεί θεσμόν, ού οποίου η συχνότης δύναται να καθορισθή υπό των κανόνων· είναι μάλλον ένα γεγονός, ένας καιρός εμπνευόμενος υπό του Αγίου Πνεύματος, το οποίον οδηγεί την Εκκλησίαν, ώστε να γεννήση εν αυτή τους θεσμούς, ούς αύτη χρήζει και οι οποίοι ανταποκρίνονται εις την φύσιν αυτής. Αύτη η αρμονία μεταξύ της Εκκλησίας και των συνόδων είναι τοσούτω βαθεία, ώστε, ακόμη και μετά το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, το οποίον κατέστησεν αδύνατην την σύγκλησιν Οικουμενικών Συνόδων κατά την αυστηράν έννοιαν του όρου, αμφότεραι αι Εκκλησίαι συνέχισαν να συγκαλώσι συνόδους ότε ανέκυπτον σοβαροί κίνδυνοι. Αι σύνοδοι αύται συνήγαγον τους επισκόπους των τοπικών Εκκλησιών εις κοινωνίαν μετά του Θρόνου της Ρώμης ή, καθώς εννοείται διαφορετικώς, μετά του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, αντιστοίχως. Εν τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, μερικαί εκ τούτων των συνόδων, αι οποίαι συνεκλήθησαν εν τη Δύσει, εθεωρήθησαν ως οικουμενικαί. Η κατάστασις αύτη, η οποία υπεχρέωσεν αμφοτέρας τας πλευράς της Χριστιανοσύνης να συγκαλώσι συνόδους ιδίας εκάστης, ευνόησεν τας διχονοίας αίτινες συνετέλεσαν εις την αλληλοαπομάκρυνσιν. Αι μέθοδοι, αίτινες θα επιτρέψουν την αποκατάστασιν της οικουμενικής συναίνεσεως, οφείλουν να αναζητηθώσι.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι επικίνδυνο διότι εξισώνει τις συνόδους που συγκλήθηκαν από τη Ρώμη μετά το σχίσμα με τις Οικουμενικές Συνόδους της αδιαιρέτου Εκκλησίας. Οι συνόδοι της Ρώμης μετά το 1054 δεν ήταν οικουμενικές διότι οι Ορθόδοξοι δεν συμμετείχαν σε αυτές και οι αποφάσεις τους περιείχαν αιρέσεις όπως το Φιλιόκβε και την παπική αλάθητο. Το κείμενο παρουσιάζει το σχίσμα σαν να ήταν ένα απλό διοικητικό πρόβλημα και όχι ως αποκοπή από την αλήθεια της πίστεως. Η φράση ότι και οι δύο πλευρές συνέχισαν να συγκαλούν συνόδους υπονοεί ότι και οι δύο είχαν εξίσου νόμιμο δικαίωμα, ενώ στην πραγματικότητα οι συνόδοι της Ρώμης ήταν τοπικές συνόδοι αιρετικών που δεν είχαν καμία σχέση με την οικουμενικότητα. Αυτή η εξίσωση ανοίγει τον δρόμο για να αναγνωριστούν οι παπικές συνόδοι ως έγκυρες, πράγμα που θα σήμαινε αποδοχή των αιρέσεων.

 

ΑΡΘΡΟ 40

ΚΕΙΜΕΝΟ: «Κατά την πρώτην χιλιετίαν, η οικουμενική κοινωνία των Εκκλησιών εν τη συνήθει ροή των πραγμάτων διετηρείτο διά των αδελφικών σχέσεων μεταξύ των επισκόπων. Αι σχέσεις αύται, μεταξύ των επισκόπων αυτών, μεταξύ των επισκόπων και των αντιστοίχων πρώτων αυτών, και επίσης μεταξύ των πρώτων αυτών κατά τον κανονικόν τάξιν, τον μαρτυρούμενον υπό της αρχαίας Εκκλησίας, ετρέφοντο και εστερεούντο την εκκλησιαστικήν κοινωνίαν. Η ιστορία καταγράφει τας διαβουλεύσεις, επιστολάς και εφέσεις προς τας μεγάλας έδρας, ιδίως προς την έδραν της Ρώμης, αίτινες εκφράζουν ζωηρώς την αλληλεγγύην, την οποίαν δημιουργεί η κοινωνία. Κανονικαί διατάξεις, όπως η συμπερίληψις των ονομάτων των επισκόπων των κυριωτέρων έδρων εις τα δίπτυχα και η κοινοποίησις της ομολογίας της πίστεως προς τους άλλους πατριάρχας επί τη ευκαιρία των εκλογών, αποτελούν συγκεκριμένας εκφράσεις της κοινωνίας.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό παρουσιάζει την επικοινωνία με τη Ρώμη σαν να ήταν κάτι το καθοριστικό για την ενότητα της Εκκλησίας, ενώ στην πραγματικότητα η Ρώμη ήταν μία από τις πέντε έδρες και όχι η κεφαλή όλης της Εκκλησίας. Η αναφορά στα δίπτυχα και στις επιστολές παρουσιάζεται σαν απόδειξη ειδικής σχέσης, ενώ αυτές οι πρακτικές ήταν απλές εκδηλώσεις αδελφικής αγάπης μεταξύ ίσων και όχι υποταγής. Το κείμενο αποσιωπά ότι οι Ορθόδοξοι πατριάρχες δεν αναγνώριζαν καμία δικαιοδοσία του Πάπα πάνω τους και ότι η επικοινωνία γινόταν μεταξύ ισότιμων αδελφών. Η επιλεκτική χρήση της ιστορίας εξυπηρετεί τον σκοπό να παρουσιαστεί η Ρώμη ως κέντρο ενότητας, κάτι που δεν ισχύει.

 

ΑΡΘΡΟ 41

ΚΕΙΜΕΝΟ:

 «Αμφότεραι αι πλευραί συμφωνούσιν ότι ούτος ο κανονικός τάξις ανεγνωρίζετο υπό πάντων εν τη εποχή της αδιαιρέτου Εκκλησίας. Περαιτέρω, συμφωνούσιν ότι η Ρώμη, ως η Εκκλησία η οποία προεδρεύει εν τη αγάπη κατά την φράσιν του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, κατείχε την πρώτην θέσιν εν τω τάξει, και ότι ο επίσκοπος Ρώμης ήτο ο πρώτος μεταξύ των πατριαρχών. Διαφωνούσιν όμως ως προς την ερμηνείαν των ιστορικών τεκμηρίων εκ της εποχής ταύτης αναφορικώς προς τα προνόμια του επισκόπου Ρώμης ως πρώτου, ζήτημα το οποίον εννοείτο ήδη διαφορετικώς εν τη πρώτη χιλιετία.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι το σοβαρότερο και πιο επικίνδυνο ολοκλήρου του κειμένου. Το ότι οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι συμφώνησαν ότι ο επίσκοπος Ρώμης ήταν ο πρώτος μεταξύ των πατριαρχών αποτελεί τεράστια υποχώρηση. Στην Ορθόδοξη παράδοση το πρωτείο της Ρώμης ήταν πρωτείο τιμής και όχι δικαιοδοσίας. Ο Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας όταν έλεγε ότι η Ρώμη προεδρεύει εν αγάπη δεν εννοούσε καμία εξουσία επί των άλλων, αλλά απλώς εξύμνησε την αγάπη της ρωμαϊκής Εκκλησίας. Το κείμενο αφήνει να εννοηθεί ότι υπήρχε κάποιο είδος πρωτείου που δεν έχει διευκρινιστεί, και έτσι ανοίγει τον δρόμο για να ερμηνευθεί αργότερα ως παπική κυριαρχία. Η φράση ότι υπήρχαν διαφορετικές ερμηνείες ήδη από την πρώτη χιλιετία υπονοεί ότι και οι δύο ερμηνείες είχαν ισότιμη νομιμότητα, ενώ στην πραγματικότητα η ορθόδοξη ερμηνεία ήταν η μόνη ορθή και η παπική ερμηνεία ήταν η αρχή της αποστασίας. Η αποδοχή αυτού του άρθρου σημαίνει ότι η Ορθόδοξη πλευρά παραδέχεται κάποιο είδος πρωτείου του Πάπα, πράγμα που οδηγεί αναπόφευκτα στη συγχώνευση.

ΑΡΘΡΟ 42

ΚΕΙΜΕΝΟ:

«Η συνοδικότης εν τω οικουμενικώ επιπέδω, ασκουμένη εν ταις οικουμενικαίς συνόδοις, συνεπάγεται ενεργόν ρόλον του επισκόπου Ρώμης, ως πρώτου των επισκόπων των μεγάλων έδρων, εν τη συναινέσει των συναχθέντων επισκόπων. Αν και ο επίσκοπος Ρώμης δεν συνεκάλεσε τας οικουμενικάς συνόδους των πρώτων αιώνων και ουδέποτε προεδρεύσεν αυτών προσωπικώς, ούτως όμως ενεπλάκη στενώς εις την διαδικασίαν λήψεως αποφάσεων υπό των συνόδων.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι προβληματικό διότι παρουσιάζει τον επίσκοπο Ρώμης να έχει ενεργό ρόλο στις Οικουμενικές Συνόδους, ενώ στην πραγματικότητα ο Πάπας δεν συγκάλεσε τις πρώτες Οικουμενικές Συνόδους, ούτε προήδρευσε σε αυτές. Οι Αυτοκράτορες συνεκάλεσαν τις συνόδους και οι Πατριάρχες προήδρευαν. Η συμμετοχή της Ρώμης ήταν μέσω των λεγάτων της και όχι μέσω του ίδιου του Πάπα. Το κείμενο παρουσιάζει μια παραποιημένη εικόνα της ιστορίας για να δικαιολογήσει τον παπικό ρόλο. Η φράση ότι «ενεπλάκη στενώς στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων» είναι αόριστη και μπορεί να ερμηνευθεί ως δικαίωμα μονομερούς απόρριψης ή εγκρίσεως, κάτι που δεν υπήρχε στην πρώτη χιλιετία. Αυτή η παραποίηση της ιστορίας εξυπηρετεί τον σκοπό να νομιμοποιηθεί η παπική παρέμβαση στις αποφάσεις της Εκκλησίας.

 

 

 

ΑΡΘΡΟ 43

ΚΕΙΜΕΝΟ: «Το πρωτείον και η συνοδικότης είναι αλληλένδετα. Διά τούτο το πρωτείον εν τω διαφόρω επιπέδω της ζωής της Εκκλησίας, τοπικώ, περιφερειακώ και οικουμενικώ, οφείλει πάντοτε να εξετάζεται εν τω πλαισίω της συνοδικότητος, και η συνοδικότης ομοίως εν τω πλαισίω του πρωτείου. Ως προς το πρωτείον εν τω διαφόρω επιπέδω, επιθυμούμεν να διακηρύξωμεν τα ακόλουθα σημεία: Πρώτον, το πρωτείον εν πάσι τοις επιπέδοις αποτελεί πρακτικήν εδραιωμένην εις την κανονικήν παράδοσιν της Εκκλησίας. Δεύτερον, ενώ το γεγονός του πρωτείου εν τω οικουμενικώ επιπέδω γίνεται αποδεκτόν υπό Ανατολής και Δύσεως, υπάρχουν διαφοραί κατανοήσεως αναφορικώς προς τον τρόπον καθόν ασκείται, και επίσης αναφορικώς προς τας εκ των Γραφών και θεολογικάς βάσεις αυτού.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι επικίνδυνο διότι θεωρεί το πρωτείο και τη συνοδικότητα ως αλληλένδετα σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου του οικουμενικού. Αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζεται κάποιο πρωτείο σε οικουμενικό επίπεδο, δηλαδή κάποιος που θα είναι πάνω από όλους τους επισκόπους. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει κανένα πρόσωπο πάνω από την Οικουμενική Σύνοδο. Η ανώτατη εξουσία ανήκει στη Σύνοδο και όχι σε κάποιον πρώτο. Η παραδοχή ότι υπάρχει πρωτείο σε οικουμενικό επίπεδο ανοίγει τον δρόμο για να γίνει ο Πάπας κεφαλή όλης της Εκκλησίας. Επίσης η φράση ότι υπάρχουν διαφορές κατανόησης ως προς τον τρόπο άσκησης σημαίνει ότι το κείμενο αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να ασκηθεί με τρόπο που να ικανοποιεί τις παπικές αξιώσεις. Αυτό είναι απαράδεκτο διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να δεχθεί καμία μορφή παπικής κυριαρχίας.

 

ΑΡΘΡΟ 44

ΚΕΙΜΕΝΟ:

«Εν τη ιστορία της Ανατολής και της Δύσεως, τουλάχιστον μέχρι του ενάτου αιώνος, αναγνωρίζετο σειρά προνομίων, πάντοτε εν τω πλαισίω της συνοδικότητος, κατά τας συνθήκας των καιρών, διά τον πρώτον ή την κεφαλήν εν εκάστω των καθιερωμένων εκκλησιαστικών επιπέδων: τοπικώς, διά τον επίσκοπον ως πρώτον της επισκοπής του προς τους πρεσβυτέρους και τον λαόν· περιφερειακώς, διά τον πρώτον εκάστης μητροπόλεως προς τους επισκόπους της επαρχίας αυτού, και διά τον πρώτον εκάστου των πέντε πατριαρχών, προς τους μητροπολίτας εκάστης περιφερείας· και οικουμενικώς, διά τον επίσκοπον Ρώμης ως πρώτον μεταξύ των πατριαρχών. Αύτη η διάκρισις των επιπέδων δεν μειοί την μυστηριακήν ισότητα εκάστου επισκόπου ή την καθολικότητα εκάστης τοπικής Εκκλησίας.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό παρουσιάζει μια αναλογία μεταξύ του επισκόπου που είναι πρώτος στην επισκοπή του, του μητροπολίτη που είναι πρώτος στην επαρχία του, του πατριάρχη που είναι πρώτος στο πατριαρχείο του, και του Πάπα που είναι πρώτος σε οικουμενικό επίπεδο. Αυτή η αναλογία είναι παραπλανητική διότι εξισώνει πράγματα που δεν είναι ίδια. Ο επίσκοπος στην επισκοπή του έχει πλήρη εξουσία, ο μητροπολίτης στην επαρχία του έχει συγκεκριμένα καθήκοντα, ο πατριάρχης στο πατριαρχείο του έχει κανονική δικαιοδοσία, αλλά κανένας από αυτούς δεν είναι κεφαλή όλης της Εκκλησίας. Η εξίσωση αυτών των επιπέδων με τον Πάπα σε οικουμενικό επίπεδο σημαίνει ότι ο Πάπας θα πρέπει να έχει ανάλογη εξουσία σε παγκόσμιο επίπεδο, κάτι που συνιστά παπική κυριαρχία. Η φράση ότι δεν μειώνεται η μυστηριακή ισότητα των επισκόπων είναι απλώς ένα καλλωπιστικό επίθεμα για να καλύψει την ουσία, η οποία είναι η αναγνώριση παπικής εξουσίας επί όλης της Εκκλησίας.

 

ΑΡΘΡΟ 45

ΚΕΙΜΕΝΟ:

«Εναπολείπεται να μελετηθή εις βάθος το ζήτημα του ρόλου του επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία πασών των Εκκλησιών. Τίς είναι η ειδική λειτουργία του επισκόπου της πρώτης έδρας εν μια εκκλησιολογία της κοινωνίας και υπό το πρίσμα των όσων είπομεν περί συνοδικότητος και εξουσίας εν τω παρόντι κειμένω; Πώς οφείλει να νοηθή και να βιωθή η διδασκαλία της πρώτης και δευτέρας Βατικανείου Συνόδου περί του οικουμενικού πρωτείου υπό το φως της εκκλησιαστικής πρακτικής της πρώτης χιλιετίας; Ταύτα είναι κρίσιμα ερωτήματα διά τον διάλογον ημών και διά τας ελπίδας ημών να αποκαταστήσωμεν την πλήρη κοινωνίαν μεταξύ ημών.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι προβληματικό διότι θέτει ως θέμα μελλοντικής συζήτησης τον ρόλο του Πάπα σε μια εκκλησιολογία κοινωνίας, πράγμα που σημαίνει ότι το κείμενο της Ραβέννας δεν απέρριψε το παπικό πρωτείο, αλλά το άφησε ανοιχτό για μελλοντική αποδοχή. Η αναφορά στις Βατικάνειες Συνόδους είναι επικίνδυνη διότι αυτές οι συνόδοι καθόρισαν το παπικό πρωτείο ως δικαιοδοσία και την παπική αλάθητο, οι οποίες είναι αιρέσεις. Το να συζητείται πώς θα ενσωματωθούν οι αποφάσεις αυτών των συνόδων στην εκκλησιαστική ζωή σημαίνει ότι η Ορθόδοξη πλευρά είναι διατεθειμένη να συζητήσει την αποδοχή αιρετικών αποφάσεων. Η φράση περί αποκατάστασης της πλήρους κοινωνίας υπονοεί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι πλήρης χωρίς τη Ρώμη, κάτι που αντιβαίνει στην ορθόδοξη διδασκαλία ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η πλήρης και ακέραιη Εκκλησία του Χριστού και δεν χρειάζεται καμία προσθήκη.

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ [1]

ΚΕΙΜΕΝΟ:

«Τα Ορθόδοξα μέλη ησθάνθησαν σημαντικόν να τονίσωσιν ότι η χρήσις των όρων και εκφράσεων η Εκκλησία, η ανά τον κόσμον Εκκλησία, η αδιαίρετος Εκκλησία και το Σώμα Χριστού εν τω παρόντι εγγράφω και εν παρομοίοις εγγράφοις εκπονηθείσιν υπό της Μικτής Επιτροπής κατ ουδένα τρόπον δεν υπονομεύει την αυτοαντίληψιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, περί της οποίας ομιλεί το Σύμβολον της Πίστεως της Νικαίας. Εκ Καθολικής επόψεως ισχύει η αυτή αυτοεπίγνωσις: η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία υφίσταται εν τη Καθολική Εκκλησία, κατά το Lumen Gentium 8· τούτο δεν αποκλείει την αναγνώρισιν ότι στοιχεία της αληθούς Εκκλησίας είναι παρόντα εκτός της Καθολικής κοινωνίας.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Αυτή η υποσημείωση είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο ολοκλήρου του κειμένου. Το ότι οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι δέχθηκαν να υπογράψουν ένα κείμενο όπου οι όροι Εκκλησία και Σώμα Χριστού χρησιμοποιούνται και για τη ρωμαιοκαθολική κοινότητα σημαίνει ότι δεν διαφύλαξαν την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Η φράση ότι η χρήση αυτών των όρων δεν υπονομεύει την αυτοαντίληψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι απλώς μια δικαιολογία για να καλυφθεί η υποχώρηση. Στην πραγματικότητα, όταν το κείμενο μιλά για την Εκκλησία στον ενικό και αναφέρεται και στις δύο πλευρές, δημιουργεί την εντύπωση ότι και οι δύο είναι Εκκλησίες με την πλήρη έννοια του όρου. Η αναφορά στο Lumen Gentium 8, το οποίο διδάσκει ότι η αληθινή Εκκλησία υφίσταται μόνο στη ρωμαιοκαθολική κοινωνία, ενώ αναγνωρίζει κάποια στοιχεία έξω από αυτήν, είναι αιρετική διδασκαλία που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τους Ορθοδόξους. Η υποσημείωση αυτή στην ουσία αποδέχεται ότι υπάρχουν δύο τρόποι να ομιλεί κανείς για την Εκκλησία, ο ορθόδοξος και ο παπικός, και ότι και οι δύο είναι έγκυροι, πράγμα που συνιστά σύγχυση και αποδοχή της πλάνης.

 

ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Τα προβληματικά άρθρα του κειμένου της Ραβέννας αποτελούν σοβαρούς κινδύνους για την Ορθόδοξη πίστη διότι ανοίγουν τον δρόμο για την αναγνώριση παπικού πρωτείου, για την αποδοχή της ρωμαιοκαθολικής κοινότητας ως Εκκλησίας, για την παραποίηση της ιστορίας των Οικουμενικών Συνόδων και για την προώθηση μιας ψευδούς ενότητας που δεν βασίζεται στην αλήθεια. Το κείμενο δεν αναφέρεται στις αιρέσεις των Ρωμαιοκαθολικών, δεν ζητά την αποκήρυξή τους και παρουσιάζει τον διάλογο ως μέσο ένωσης χωρίς να διευκρινίζει ότι η ένωση προϋποθέτει την επιστροφή στην ορθή πίστη. Γι αυτό το κείμενο πρέπει να απορριφθεί από κάθε ορθόδοξο χριστιανό που θέλει να παραμείνει πιστός στην αγία παράδοση των αποστόλων και των πατέρων.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ  ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Η εκκλησιαστική παράδοση αντιμετωπίζει τους διαλόγους όχι ως διπλωματικές συνομιλίες, αλλά ως ομολογιακή μαρτυρία. Επομένως, επιτρέπονται και ενθαρρύνονται αποκλειστικά χωρίς δογματικές εκπτώσεις και με απώτερο στόχο την επιστροφή των ετεροδόξων στην πατρική κληρονομιά της Μίας Εκκλησίας.

Η Σύνοδος της Κρήτης που έγινε τον Ιούνιο του 2016 σχετίζεται άμεσα με το κείμενο της Ραβέννας του 2007 διότι συνέχισε και ενίσχυσε την ίδια οικουμενιστική γραμμή που άνοιξε το κείμενο της Ραβέννας. Το κείμενο της Ραβέννας είχε θέσει ως ανοιχτό ζήτημα το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης και είχε αφήσει να εννοηθεί ότι υπάρχει κάποιο είδος πρωτείου σε οικουμενικό επίπεδο, ενώ η Σύνοδος της Κρήτης μέσα από τα κείμενά της για τις σχέσεις με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο υιοθέτησε παρόμοια λογική αναγνώρισης των ετεροδόξων ως εκκλησιών με ιστορική ύπαρξη, κάτι που θυμίζει την υποσημείωση της Ραβέννας όπου οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι δέχθηκαν να χρησιμοποιούνται οι όροι Εκκλησία και Σώμα Χριστού και για τη ρωμαιοκαθολική κοινότητα. Επίσης λίγους μήνες μετά τη Σύνοδο της Κρήτης, τον Σεπτέμβριο του 2016, η Μικτή Διεθνής Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου ενέκρινε στο Κιέτι της Ιταλίας νέο κείμενο με τίτλο «Συνοδικότητα και πρωτείο κατά την πρώτη χιλιετία: στην πορεία προς κοινή κατανόηση, στην υπηρεσία της ενότητας της Εκκλησίας», το οποίο αποτελεί άμεση συνέχεια του κειμένου της Ραβέννας και ασχολείται με το ίδιο θέμα του πρωτείου σε σχέση με τη συνοδικότητα. Η Σύνοδος της Κρήτης προετοίμασε το έδαφος για αυτή τη συνέχεια, αφού στα κείμενά της δεν απέρριψε την οικουμενιστική κατεύθυνση της Ραβέννας αλλά την ενσωμάτωσε στην πανορθόδοξη συζήτηση. Αυτή η σύνδεση προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από το Πατριαρχείο Μόσχας και άλλες Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν στη Σύνοδο ή αρνήθηκαν να την αναγνωρίσουν, μεταξύ άλλων και διότι θεώρησαν ότι η Σύνοδος της Κρήτης υιοθέτησε την προβληματική γραμμή της Ραβέννας ως προς το πρωτείο και τις σχέσεις με τους αιρετικούς. Συνοπτικά η Σύνοδος της Κρήτης λειτούργησε ως γέφυρα που μετέφερε την οικουμενιστική θεολογία της Ραβέννας στο επίπεδο της πανορθόδοξης συνοδικής έκφρασης και άνοιξε τον δρόμο για περαιτέρω υποχωρήσεις στο θέμα του παπικού πρωτείου.


Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Ε- ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΠΑΛΑΜΑΝΤ (Β) -ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Η Στάση της Εκκλησίας της Ελλάδας

Η Εκκλησία της Ελλάδας δεν πήγε καθόλου στη συνάντηση του Μπαλαμάντ. Ήταν μία από τις έξι Ορθόδοξες Εκκλησίες που απουσίαζαν. Η απουσία της δεν ήταν τυχαία. Είχε ήδη δηλώσει ότι δεν μπορεί να συμμετάσχει σε διάλογο αν η Ρωμαιοκαθολική πλευρά δεν απορρίψει πρώτα οριστικά και ξεκάθαρα την Ουνία. Στην επιστολή που έστειλε προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη στις 8 Δεκεμβρίου 1994 η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας εξέφρασε την απόλυτη απόρριψή της στο κείμενο. Η Σύνοδος τόνισε ότι το κείμενο του Μπαλαμάντ υπονομεύει όσα είχαν συμφωνηθεί στο Φράιζινγκ το 1990, όπου η Ουνία είχε καταδικαστεί ξεκάθαρα. Στο Μπαλαμάντ αντίθετα το πνεύμα άλλαξε και η Ουνία παρουσιάστηκε με θετικό τρόπο. Μέσα από συγκεκριμένες παραγράφους του κειμένου οι Ουνιτικές εκκλησίες νομιμοποιούνται όχι μόνο ως προς την ύπαρξή τους αλλά και ως προς τη δράση τους. Η Σύνοδος κατηγόρησε τους Ορθόδοξους αντιπροσώπους που υπέγραψαν ότι ξέχασαν τα βάσανα που προκάλεσαν οι Ουνίτες στους Ορθόδοξους κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Τους κατηγόρησε ότι δέχτηκαν τους Ουνίτες ως ίσους συνομιλητές και ότι παραιτήθηκαν από την πεποίθηση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Η Σύνοδος προειδοποίησε ότι το κείμενο οδηγεί σε επικίνδυνες εκκλησιολογικές συνέπειες γιατί στην ουσία προτείνει άμεση κοινωνία μεταξύ Ορθόδοξων και Ρωμαιοκαθολικών κάτι που θα σταματούσε τον ίδιο τον θεολογικό διάλογο. Τελικά το συμπέρασμα της Εκκλησίας της Ελλάδας ήταν ότι το κείμενο είναι απαράδεκτο για κάθε Ορθόδοξο. Είναι ξένο προς την Ορθόδοξη Παράδοση και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις αποφάσεις των Πανορθοδόξων Συνόδων που είχαν ορίσει τα όρια του διαλόγου.

Η Κριτική του Πατέρα Θεόδωρου Ζήση

Ο πατέρας Θεόδωρος Ζήσης σε βιβλίο του για την Ουνία άσκησε έντονη κριτική στο κείμενο. Κατ' αρχάς είπε ότι το Μπαλαμάντ αναιρεί όσα είχαν συμφωνηθεί στη Βιέννη και στο Φράιζινγκ. Παρόλο που η Ουνία απορρίπτεται στα λόγια ως μέθοδος ένωσης στην πράξη το κείμενο την αθωώνει και τη δικαιώνει. Αντί να την αντιμετωπίζει ως εκκλησιολογική ανωμαλία την επαινεί για την πιστότητά της στη Ρώμη. Ενώ είχε συμφωνηθεί ότι ο διάλογος δεν θα προχωρούσε χωρίς να λυθεί πρώτα το πρόβλημα της Ουνίας το κείμενο καλεί τους Ουνίτες να συμμετάσχουν ως ίσοι. Ταυτόχρονα αφήνει αιχμές κατά των Ορθόδοξων λέγοντας ότι αυτοί παρεμποδίζουν την ενότητα. Ο πατέρας Ζήσης είδε μεγάλες εκκλησιολογικές υποχωρήσεις. Η απαγόρευση του αναβαπτισμού εξισώνει δογματικά τις δύο Εκκλησίες. Θεωρεί ότι και οι δύο έχουν γνήσια πίστη μυστήρια και αποστολική διαδοχή. Αυτό ακυρώνει την παράδοση αιώνων που θεωρεί τους Ρωμαιοκαθολικούς αιρετικούς. Η αποδοχή του όρου αδελφές εκκλησίες είναι η μεγαλύτερη παραχώρηση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία παύει να θεωρείται η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και υποβιβάζεται σε απλό τμήμα της Εκκλησίας του Χριστού όπως λέει η προτεσταντική θεωρία των κλάδων. Ο πατέρας Ζήσης μίλησε και για διγλωσσία. Είναι απαράδεκτο να αποδέχεσαι τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως αδελφή και ταυτόχρονα να τη θεωρείς αιρετική και σχισματική. Η Εκκλησία εκφράζεται μέσα στη Θεία Ευχαριστία. Όσοι δεν μνημονεύονται δεν είναι μέλη της. Συνεπώς δεν μπορεί να υπάρχει ελαστικότητα. Ο μόνος δρόμος για ένωση είναι να λυθεί η αιτία της ακοινωνησίας. Επίσης επέκρινε την ορολογία. Αντί για Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία που ήταν ο καθιερωμένος όρος στον διάλογο το κείμενο λέει Καθολική Εκκλησία. Επίσης οι Ουνίτες ονομάζονται Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες κάτι που προσβάλλει την ιστορική μνήμη της Ορθοδοξίας. Για όλους αυτούς τους λόγους ο πατέρας Ζήσης θεωρεί το κείμενο απαράδεκτο και λέει ότι πρέπει να προβληματιστούν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες αν ο διάλογος είναι τελικά χρήσιμος ή επιζήμιος.

Η Κριτική του Καθηγητή Ηλία Πατσαβού

Ο καθηγητής Κανονικού Δικαίου Ηλίας Πατσαβός από τη Βοστώνη δημοσίευσε τον Μάιο του 1994 άρθρο στο περιοδικό Eastern Churches Journal με σκληρή κριτική. Είπε ότι για πρώτη φορά στην ιστορία το κείμενο αναγνωρίζει ότι Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί μαζί αποτελούν τη Μία Αγία Εκκλησία. Με αυτόν τον τρόπο οι Ορθόδοξοι εγκαταλείπουν την ορθόδοξη εκκλησιολογία και δέχονται την προτεσταντική θεωρία των κλάδων. Ο Πατσαβός τόνισε ότι στην Ορθόδοξη παράδοση αδελφές εκκλησίες λέγονται μόνο οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες μεταξύ τους και όχι οι ετερόδοξες. Η αποδοχή του όρου στο Μπαλαμάντ είναι μόνο λεκτική και δεν έχει θεολογικό βάθος. Αν η Ορθόδοξη Εκκλησία δεχτεί τη Ρωμαιοκαθολική ως αδελφή τότε αναγκάζεται να αναγνωρίσει ως αδελφές και τις Ουνιτικές Εκκλησίες που είναι σε κοινωνία με τη Ρώμη. Οπότε αναρωτιέται ποιος είναι ο λόγος να λέει το κείμενο ότι καταδικάζει την Ουνία όταν στην ουσία την αναγνωρίζει. Ο Πατσαβός είπε ότι το κείμενο δίνει στους Ουνίτες τη λανθασμένη εντύπωση ότι έχουν ορθή εκκλησιολογία και έτσι εμποδίζεται ο υγιής προβληματισμός μέσα στις Ουνιτικές Εκκλησίες. Σχετικά με την Αγία Γραφή ο Πατσαβός απέρριψε την ερμηνεία που δίνει το κείμενο στο χωρίο Ιωάννη 17:21 όπου ο Χριστός λέει ίνα πάντες εν ώσιν. Το Μπαλαμάντ ερμηνεύει το χωρίο ως προσευχή για την ένωση των εκκλησιών. Ο Πατσαβός λέει ότι ο Χριστός δεν προσεύχεται για την ένωση εκκλησιών αλλά για την ολοκλήρωση των διδασκαλιών Του μέσα από τη θέα του Ακτίστου Φωτός. Χαρακτήρισε ανιστόρητη την παράγραφο 10 του κειμένου γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διαμόρφωσε τη σωτηριολογία της ως αντίδραση στην Ουνία αλλά την είχε ήδη από τον Άγιο Κυπριανό Καρχηδόνας πολύ πριν. Επίσης είπε ότι είναι άτοπο να συνδέεται η απαγόρευση του αναβαπτισμού με την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν βαπτίζει κανέναν παρά τη θέλησή του. Ο Πατσαβός φοβήθηκε ότι η προώθηση της ένωσης χωρίς να λυθούν πρώτα οι δογματικές διαφορές όπως το Φιλιόκβε το παπικό πρωτείο το αλάθητο και η κτιστή χάρη κινδυνεύει να τις υποβαθμίσει σε απλά θεολογούμενα. Τέλος τόνισε ότι η απουσία έξι Ορθόδοξων Εκκλησιών από τη συνάντηση είναι πολύ σημαντικό γεγονός και ότι οι αντίρροπες ιστορικές μνήμες κυρίως από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες κάνουν τη συγχώρεση πολύ δύσκολη στην πράξη. Γι' αυτούς τους λόγους θεωρεί τη σκληρή κριτική των Ορθοδόξων κατά του Μπαλαμάντ απόλυτα δίκαιη.

Η Κριτική του Πατέρα Ιωάννη Ρωμανίδη

Ο πατέρας Ιωάννης Ρωμανίδης άσκησε την πιο δριμεία και συστηματική θεολογική κριτική. Θεωρούσε ότι η συμφωνία του Μπαλαμάντ καταστρέφει την Ορθόδοξη θεολογία. Αμβλύνει τις δογματικές διαφορές με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Προδίδει την Ορθοδοξία. Και τελικά δικαιώνει την Ουνία αντί να την καταδικάζει. Ο πατέρας Ρωμανίδης θεωρούσε ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες που απουσίασαν κατανόησαν την πραγματική πολιτική του Βατικανού. Χαρακτήριζε τον διάλογο πόλεμο από τα νώτα με πρόσχημα τον διάλογο της αγάπης. Οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι δέχτηκαν πλήρως τη λατινική θεολογική προπαγάνδα που απλώς φόρεσε ένα ορθόδοξο κάλυμμα. Θεωρούσε παγίδα την αναγνώριση των ορθόδοξων μυστηρίων από τη Β' Βατικανή Σύνοδο. Με βάση αυτή την αναγνώριση το Μπαλαμάντ οδηγεί στην απόρριψη της ορθόδοξης εκκλησιολογίας και στην αποδοχή της ρωμαιοκαθολικής. Εντόπισε δύο λανθασμένες βάσεις στο κείμενο. Πρώτον την παρερμηνεία της ιστορίας του Σχίσματος. Δεύτερον την παρερμηνεία της Αρχιερατικής Προσευχής του Χριστού στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη. Διευκρίνισε ότι στο ίνα ώσιν εν ο Χριστός δεν προσεύχεται για τη δήθεν ένωση διαιρεμένων εκκλησιών. Προσεύχεται για την ενότητα των μαθητών Του μέσω της θέας του ακτίστου φωτός και της Δόξας Του κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Αυτή είναι η Δόξα του Αναστημένου Χριστού και των πιστών. Ο πατέρας Ρωμανίδης διατύπωσε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία που ζει μέσα στο φως της αποκάλυψης της ίδιας της Αλήθειας που είναι ο Χριστός είναι αδύνατον να αναγνωρίσει ως αδελφή της μια άλλη εκκλησία που δεν ζει τη θέωση. Αφού στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν υπάρχει η θέωση κατέληξε ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν έχουν πραγματική αποστολική διαδοχή ούτε έγκυρα μυστήρια. Ανέλυσε το εκκλησιολογικό παράδοξο της Ουνίας. Από τη στιγμή που οι Ορθόδοξοι υπογράψαντες αναγνώρισαν τα μυστήρια των Ρωμαιοκαθολικών κάτι που σημαίνει μυστηριακή κοινωνία ο λόγος ύπαρξης της Ουνίας έπαυσε. Άρα οι Ουνιτικές Εκκλησίες θα έπρεπε κανονικά να αφομοιωθούν πλήρως από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Τα Κοινά Σημεία της Κριτικής

Όλοι οι κριτικοί συμφωνούν σε βασικά ζητήματα. Καταγγέλλουν ότι το κείμενο εγκαταλείπει την ορθόδοξη εκκλησιολογία και δέχεται την προτεσταντική θεωρία των κλάδων. Θεωρούν απαράδεκτο τον όρο αδελφές εκκλησίες γιατί στην Ορθόδοξη παράδοση αυτός ο όρος αναφέρεται μόνο στις Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Η αποδοχή του οδηγεί σε παραίτηση από τη μοναδικότητα της Ορθοδοξίας και σε αναγκαστική αναγνώριση των Ουνιτικών Εκκλησιών ως αδελφών. Όλοι διαφωνούν με την απαγόρευση του αναβαπτισμού γιατί εξισώνει δογματικά Ορθόδοξους και Ρωμαιοκαθολικούς και αχρηστεύει την πατερική παράδοση. Όλοι θεωρούν ότι το κείμενο νομιμοποιεί την Ουνία αντί να την καταδικάζει. Όλοι συμφωνούν ότι η ερμηνεία του χωρίου Ιωάννη 17:21 είναι λανθασμένη και ότι αναφέρεται στην ενότητα μέσω της θέας του ακτίστου φωτός και όχι στην ένωση εκκλησιών. Όλοι διαπιστώνουν ότι το κείμενο αμνηστεύει και αποσιωπά θεμελιώδεις δογματικές διαφορές όπως το Φιλιόκβε το παπικό πρωτείο και το αλάθητο. Όλοι προειδοποιούν για τον κίνδυνο άμεσης μυστηριακής κοινωνίας που θα ακύρωνε τον ίδιο τον διάλογο. Και όλοι καταλήγουν ότι το κείμενο του Μπαλαμάντ είναι απαράδεκτο για την Ορθόδοξη Πίστη και την Ιερά Παράδοση.

Το κείμενο του Μπάλαμαντ και η Σύνοδος της Κρήτης

Το κείμενο του Μπαλαμάντ (1993) δεν ήταν απλώς ένα απομονωμένο λάθος, αλλά το προοίμιο και το θεμέλιο της Συνόδου της Κρήτης (2016), η οποία μετέτρεψε σε επίσημη διδασκαλία όσα το Μπαλαμάντ είχε προτείνει ως «σκέψεις»: η Σύνοδος της Κρήτης αποδέχθηκε την εκκλησιολογία των «αδελφών Εκκλησιών», αναγνώρισε έγκυρα μυστήρια στους Παπικούς και στους Προτεστάντες, νομιμοποίησε την Ουνία ως «δικαίωμα ύπαρξης» και απέρριψε την παραδοσιακή εκκλησιολογία της «επιστροφής», ακριβώς όπως έπραξε το Μπαλαμάντ· έτσι, ό,τι το Μπαλαμάντ είχε γράψει ως «συμφωνία εμπειρογνωμόνων» στον Λίβανο, η Σύνοδος της Κρήτης το ανύψωσε σε «πανορθόδοξη απόφαση», ολοκληρώνοντας τη μετάλλαξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας από Σώμα Χριστού σε «σύνδεσμο αδελφών Εκκλησιών» και καθιστώντας τον οικουμενιστικό συγκρητισμό επίσημη πολιτική της Εκκλησίας.