Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Ε- ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΠΑΛΑΜΑΝΤ (Β) -ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Η Στάση της Εκκλησίας της Ελλάδας

Η Εκκλησία της Ελλάδας δεν πήγε καθόλου στη συνάντηση του Μπαλαμάντ. Ήταν μία από τις έξι Ορθόδοξες Εκκλησίες που απουσίαζαν. Η απουσία της δεν ήταν τυχαία. Είχε ήδη δηλώσει ότι δεν μπορεί να συμμετάσχει σε διάλογο αν η Ρωμαιοκαθολική πλευρά δεν απορρίψει πρώτα οριστικά και ξεκάθαρα την Ουνία. Στην επιστολή που έστειλε προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη στις 8 Δεκεμβρίου 1994 η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας εξέφρασε την απόλυτη απόρριψή της στο κείμενο. Η Σύνοδος τόνισε ότι το κείμενο του Μπαλαμάντ υπονομεύει όσα είχαν συμφωνηθεί στο Φράιζινγκ το 1990, όπου η Ουνία είχε καταδικαστεί ξεκάθαρα. Στο Μπαλαμάντ αντίθετα το πνεύμα άλλαξε και η Ουνία παρουσιάστηκε με θετικό τρόπο. Μέσα από συγκεκριμένες παραγράφους του κειμένου οι Ουνιτικές εκκλησίες νομιμοποιούνται όχι μόνο ως προς την ύπαρξή τους αλλά και ως προς τη δράση τους. Η Σύνοδος κατηγόρησε τους Ορθόδοξους αντιπροσώπους που υπέγραψαν ότι ξέχασαν τα βάσανα που προκάλεσαν οι Ουνίτες στους Ορθόδοξους κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Τους κατηγόρησε ότι δέχτηκαν τους Ουνίτες ως ίσους συνομιλητές και ότι παραιτήθηκαν από την πεποίθηση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Η Σύνοδος προειδοποίησε ότι το κείμενο οδηγεί σε επικίνδυνες εκκλησιολογικές συνέπειες γιατί στην ουσία προτείνει άμεση κοινωνία μεταξύ Ορθόδοξων και Ρωμαιοκαθολικών κάτι που θα σταματούσε τον ίδιο τον θεολογικό διάλογο. Τελικά το συμπέρασμα της Εκκλησίας της Ελλάδας ήταν ότι το κείμενο είναι απαράδεκτο για κάθε Ορθόδοξο. Είναι ξένο προς την Ορθόδοξη Παράδοση και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις αποφάσεις των Πανορθοδόξων Συνόδων που είχαν ορίσει τα όρια του διαλόγου.

Η Κριτική του Πατέρα Θεόδωρου Ζήση

Ο πατέρας Θεόδωρος Ζήσης σε βιβλίο του για την Ουνία άσκησε έντονη κριτική στο κείμενο. Κατ' αρχάς είπε ότι το Μπαλαμάντ αναιρεί όσα είχαν συμφωνηθεί στη Βιέννη και στο Φράιζινγκ. Παρόλο που η Ουνία απορρίπτεται στα λόγια ως μέθοδος ένωσης στην πράξη το κείμενο την αθωώνει και τη δικαιώνει. Αντί να την αντιμετωπίζει ως εκκλησιολογική ανωμαλία την επαινεί για την πιστότητά της στη Ρώμη. Ενώ είχε συμφωνηθεί ότι ο διάλογος δεν θα προχωρούσε χωρίς να λυθεί πρώτα το πρόβλημα της Ουνίας το κείμενο καλεί τους Ουνίτες να συμμετάσχουν ως ίσοι. Ταυτόχρονα αφήνει αιχμές κατά των Ορθόδοξων λέγοντας ότι αυτοί παρεμποδίζουν την ενότητα. Ο πατέρας Ζήσης είδε μεγάλες εκκλησιολογικές υποχωρήσεις. Η απαγόρευση του αναβαπτισμού εξισώνει δογματικά τις δύο Εκκλησίες. Θεωρεί ότι και οι δύο έχουν γνήσια πίστη μυστήρια και αποστολική διαδοχή. Αυτό ακυρώνει την παράδοση αιώνων που θεωρεί τους Ρωμαιοκαθολικούς αιρετικούς. Η αποδοχή του όρου αδελφές εκκλησίες είναι η μεγαλύτερη παραχώρηση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία παύει να θεωρείται η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και υποβιβάζεται σε απλό τμήμα της Εκκλησίας του Χριστού όπως λέει η προτεσταντική θεωρία των κλάδων. Ο πατέρας Ζήσης μίλησε και για διγλωσσία. Είναι απαράδεκτο να αποδέχεσαι τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως αδελφή και ταυτόχρονα να τη θεωρείς αιρετική και σχισματική. Η Εκκλησία εκφράζεται μέσα στη Θεία Ευχαριστία. Όσοι δεν μνημονεύονται δεν είναι μέλη της. Συνεπώς δεν μπορεί να υπάρχει ελαστικότητα. Ο μόνος δρόμος για ένωση είναι να λυθεί η αιτία της ακοινωνησίας. Επίσης επέκρινε την ορολογία. Αντί για Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία που ήταν ο καθιερωμένος όρος στον διάλογο το κείμενο λέει Καθολική Εκκλησία. Επίσης οι Ουνίτες ονομάζονται Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες κάτι που προσβάλλει την ιστορική μνήμη της Ορθοδοξίας. Για όλους αυτούς τους λόγους ο πατέρας Ζήσης θεωρεί το κείμενο απαράδεκτο και λέει ότι πρέπει να προβληματιστούν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες αν ο διάλογος είναι τελικά χρήσιμος ή επιζήμιος.

Η Κριτική του Καθηγητή Ηλία Πατσαβού

Ο καθηγητής Κανονικού Δικαίου Ηλίας Πατσαβός από τη Βοστώνη δημοσίευσε τον Μάιο του 1994 άρθρο στο περιοδικό Eastern Churches Journal με σκληρή κριτική. Είπε ότι για πρώτη φορά στην ιστορία το κείμενο αναγνωρίζει ότι Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί μαζί αποτελούν τη Μία Αγία Εκκλησία. Με αυτόν τον τρόπο οι Ορθόδοξοι εγκαταλείπουν την ορθόδοξη εκκλησιολογία και δέχονται την προτεσταντική θεωρία των κλάδων. Ο Πατσαβός τόνισε ότι στην Ορθόδοξη παράδοση αδελφές εκκλησίες λέγονται μόνο οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες μεταξύ τους και όχι οι ετερόδοξες. Η αποδοχή του όρου στο Μπαλαμάντ είναι μόνο λεκτική και δεν έχει θεολογικό βάθος. Αν η Ορθόδοξη Εκκλησία δεχτεί τη Ρωμαιοκαθολική ως αδελφή τότε αναγκάζεται να αναγνωρίσει ως αδελφές και τις Ουνιτικές Εκκλησίες που είναι σε κοινωνία με τη Ρώμη. Οπότε αναρωτιέται ποιος είναι ο λόγος να λέει το κείμενο ότι καταδικάζει την Ουνία όταν στην ουσία την αναγνωρίζει. Ο Πατσαβός είπε ότι το κείμενο δίνει στους Ουνίτες τη λανθασμένη εντύπωση ότι έχουν ορθή εκκλησιολογία και έτσι εμποδίζεται ο υγιής προβληματισμός μέσα στις Ουνιτικές Εκκλησίες. Σχετικά με την Αγία Γραφή ο Πατσαβός απέρριψε την ερμηνεία που δίνει το κείμενο στο χωρίο Ιωάννη 17:21 όπου ο Χριστός λέει ίνα πάντες εν ώσιν. Το Μπαλαμάντ ερμηνεύει το χωρίο ως προσευχή για την ένωση των εκκλησιών. Ο Πατσαβός λέει ότι ο Χριστός δεν προσεύχεται για την ένωση εκκλησιών αλλά για την ολοκλήρωση των διδασκαλιών Του μέσα από τη θέα του Ακτίστου Φωτός. Χαρακτήρισε ανιστόρητη την παράγραφο 10 του κειμένου γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διαμόρφωσε τη σωτηριολογία της ως αντίδραση στην Ουνία αλλά την είχε ήδη από τον Άγιο Κυπριανό Καρχηδόνας πολύ πριν. Επίσης είπε ότι είναι άτοπο να συνδέεται η απαγόρευση του αναβαπτισμού με την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν βαπτίζει κανέναν παρά τη θέλησή του. Ο Πατσαβός φοβήθηκε ότι η προώθηση της ένωσης χωρίς να λυθούν πρώτα οι δογματικές διαφορές όπως το Φιλιόκβε το παπικό πρωτείο το αλάθητο και η κτιστή χάρη κινδυνεύει να τις υποβαθμίσει σε απλά θεολογούμενα. Τέλος τόνισε ότι η απουσία έξι Ορθόδοξων Εκκλησιών από τη συνάντηση είναι πολύ σημαντικό γεγονός και ότι οι αντίρροπες ιστορικές μνήμες κυρίως από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες κάνουν τη συγχώρεση πολύ δύσκολη στην πράξη. Γι' αυτούς τους λόγους θεωρεί τη σκληρή κριτική των Ορθοδόξων κατά του Μπαλαμάντ απόλυτα δίκαιη.

Η Κριτική του Πατέρα Ιωάννη Ρωμανίδη

Ο πατέρας Ιωάννης Ρωμανίδης άσκησε την πιο δριμεία και συστηματική θεολογική κριτική. Θεωρούσε ότι η συμφωνία του Μπαλαμάντ καταστρέφει την Ορθόδοξη θεολογία. Αμβλύνει τις δογματικές διαφορές με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Προδίδει την Ορθοδοξία. Και τελικά δικαιώνει την Ουνία αντί να την καταδικάζει. Ο πατέρας Ρωμανίδης θεωρούσε ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες που απουσίασαν κατανόησαν την πραγματική πολιτική του Βατικανού. Χαρακτήριζε τον διάλογο πόλεμο από τα νώτα με πρόσχημα τον διάλογο της αγάπης. Οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι δέχτηκαν πλήρως τη λατινική θεολογική προπαγάνδα που απλώς φόρεσε ένα ορθόδοξο κάλυμμα. Θεωρούσε παγίδα την αναγνώριση των ορθόδοξων μυστηρίων από τη Β' Βατικανή Σύνοδο. Με βάση αυτή την αναγνώριση το Μπαλαμάντ οδηγεί στην απόρριψη της ορθόδοξης εκκλησιολογίας και στην αποδοχή της ρωμαιοκαθολικής. Εντόπισε δύο λανθασμένες βάσεις στο κείμενο. Πρώτον την παρερμηνεία της ιστορίας του Σχίσματος. Δεύτερον την παρερμηνεία της Αρχιερατικής Προσευχής του Χριστού στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη. Διευκρίνισε ότι στο ίνα ώσιν εν ο Χριστός δεν προσεύχεται για τη δήθεν ένωση διαιρεμένων εκκλησιών. Προσεύχεται για την ενότητα των μαθητών Του μέσω της θέας του ακτίστου φωτός και της Δόξας Του κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Αυτή είναι η Δόξα του Αναστημένου Χριστού και των πιστών. Ο πατέρας Ρωμανίδης διατύπωσε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία που ζει μέσα στο φως της αποκάλυψης της ίδιας της Αλήθειας που είναι ο Χριστός είναι αδύνατον να αναγνωρίσει ως αδελφή της μια άλλη εκκλησία που δεν ζει τη θέωση. Αφού στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν υπάρχει η θέωση κατέληξε ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν έχουν πραγματική αποστολική διαδοχή ούτε έγκυρα μυστήρια. Ανέλυσε το εκκλησιολογικό παράδοξο της Ουνίας. Από τη στιγμή που οι Ορθόδοξοι υπογράψαντες αναγνώρισαν τα μυστήρια των Ρωμαιοκαθολικών κάτι που σημαίνει μυστηριακή κοινωνία ο λόγος ύπαρξης της Ουνίας έπαυσε. Άρα οι Ουνιτικές Εκκλησίες θα έπρεπε κανονικά να αφομοιωθούν πλήρως από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Τα Κοινά Σημεία της Κριτικής

Όλοι οι κριτικοί συμφωνούν σε βασικά ζητήματα. Καταγγέλλουν ότι το κείμενο εγκαταλείπει την ορθόδοξη εκκλησιολογία και δέχεται την προτεσταντική θεωρία των κλάδων. Θεωρούν απαράδεκτο τον όρο αδελφές εκκλησίες γιατί στην Ορθόδοξη παράδοση αυτός ο όρος αναφέρεται μόνο στις Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Η αποδοχή του οδηγεί σε παραίτηση από τη μοναδικότητα της Ορθοδοξίας και σε αναγκαστική αναγνώριση των Ουνιτικών Εκκλησιών ως αδελφών. Όλοι διαφωνούν με την απαγόρευση του αναβαπτισμού γιατί εξισώνει δογματικά Ορθόδοξους και Ρωμαιοκαθολικούς και αχρηστεύει την πατερική παράδοση. Όλοι θεωρούν ότι το κείμενο νομιμοποιεί την Ουνία αντί να την καταδικάζει. Όλοι συμφωνούν ότι η ερμηνεία του χωρίου Ιωάννη 17:21 είναι λανθασμένη και ότι αναφέρεται στην ενότητα μέσω της θέας του ακτίστου φωτός και όχι στην ένωση εκκλησιών. Όλοι διαπιστώνουν ότι το κείμενο αμνηστεύει και αποσιωπά θεμελιώδεις δογματικές διαφορές όπως το Φιλιόκβε το παπικό πρωτείο και το αλάθητο. Όλοι προειδοποιούν για τον κίνδυνο άμεσης μυστηριακής κοινωνίας που θα ακύρωνε τον ίδιο τον διάλογο. Και όλοι καταλήγουν ότι το κείμενο του Μπαλαμάντ είναι απαράδεκτο για την Ορθόδοξη Πίστη και την Ιερά Παράδοση.

Το κείμενο του Μπάλαμαντ και η Σύνοδος της Κρήτης

Το κείμενο του Μπαλαμάντ (1993) δεν ήταν απλώς ένα απομονωμένο λάθος, αλλά το προοίμιο και το θεμέλιο της Συνόδου της Κρήτης (2016), η οποία μετέτρεψε σε επίσημη διδασκαλία όσα το Μπαλαμάντ είχε προτείνει ως «σκέψεις»: η Σύνοδος της Κρήτης αποδέχθηκε την εκκλησιολογία των «αδελφών Εκκλησιών», αναγνώρισε έγκυρα μυστήρια στους Παπικούς και στους Προτεστάντες, νομιμοποίησε την Ουνία ως «δικαίωμα ύπαρξης» και απέρριψε την παραδοσιακή εκκλησιολογία της «επιστροφής», ακριβώς όπως έπραξε το Μπαλαμάντ· έτσι, ό,τι το Μπαλαμάντ είχε γράψει ως «συμφωνία εμπειρογνωμόνων» στον Λίβανο, η Σύνοδος της Κρήτης το ανύψωσε σε «πανορθόδοξη απόφαση», ολοκληρώνοντας τη μετάλλαξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας από Σώμα Χριστού σε «σύνδεσμο αδελφών Εκκλησιών» και καθιστώντας τον οικουμενιστικό συγκρητισμό επίσημη πολιτική της Εκκλησίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου