Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Η Μαρτυρική Ομολογία του Ιωσήφ Βρυεννίου

 


«Οκ ρνησόμεθά σε, φίλη ρθοδοξία·  ο ψευσόμεθά σου πατροπαράδοτον σέβας·  ν σο γεννήθημεν, κα σο ζμεν, κα ν σο κοιμηθησόμεθα·  ε δ καλέσει καιρός, κα μυριάκις πρ σο τεθνηξόμεθα.»

 

 

Επιμέλεια και σύνθεση κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου


1. Ιστορικο-Θεολογικό Πλαίσιο: Η Εσχατολογία της Πίστεως

Το κείμενο του Ιωσήφ Βρυεννίου (1350-1430) γράφεται σε μια περίοδο έντονων πιέσεων για την Ένωση των Εκκλησιών, λίγο πριν από τη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Ο Βρυέννιος, ως πνευματικός πατέρας του Μάρκου Ευγενικού, δεν κινείται από έναν στείρο φανατισμό. Η στάση του πηγάζει από τη βαθιά θεολογική πεποίθηση ότι η Ορθοδοξία δεν αποτελεί μια ιδεολογία ή ένα πολιτισμικό μέγεθος, αλλά μια οντολογία — έναν τρόπο ύπαρξης που συνδέει τον άνθρωπο με την αιώνια Αλήθεια.

2. Η Προσωποποίηση της Ορθοδοξίας

Ο Βρυέννιος, χρησιμοποιώντας τη λέξη «φίλη», μας λέει τα εξής:

1. Η Πίστη ως «Κολλητός» Φίλος (Συνοδοιπόρος)

Συνήθως νομίζουμε ότι η πίστη είναι ένας νόμος που μας επιβάλλεται από έξω («πρέπει να κάνεις αυτό»). Ο Βρυέννιος λέει το αντίθετο: Η Ορθοδοξία είναι μια εσωτερική φωνή.

  • Είναι σαν τον φίλο που δεν σου δίνει εντολές, αλλά περπατάει δίπλα σου.
  • Δεν πιστεύεις επειδή «φοβάσαι τον νόμο», αλλά επειδή αγαπάς τον φίλο σου. Είναι μια σχέση εμπιστοσύνης, όπως αυτή που είχε ο Χριστός με τους μαθητές Του.

2. Η Αλήθεια είναι «Συνάντηση», όχι «Διάβασμα»

Στο σχολείο μαθαίνουμε την αλήθεια διαβάζοντας βιβλία. Στην Εκκλησία, όμως, η Αλήθεια είναι Πρόσωπο (ο Χριστός).

  • Δεν «μαθαίνεις» την Ορθοδοξία απλώς με το μυαλό, αλλά τη συναντάς με την καρδιά.
  • Έτσι, αν κάποιος απαρνηθεί την πίστη του, δεν κάνει απλώς ένα λάθος στις εξετάσεις, αλλά διαπράττει μια προδοσία. Είναι σαν να γυρίζεις την πλάτη σε κάποιον που σε αγαπάει βαθιά.

3. Μια Φιλία που δεν τελειώνει ποτέ (Λειτουργική Ζωή)

Ένας καλός φίλος είναι εκεί και στις χαρές και στις λύπες. Η Ορθοδοξία κάνει το ίδιο μέσα στην Εκκλησία:

  • Στις γιορτές: Χαίρεται μαζί σου.
  • Στις δυσκολίες: Συμπάσχει και σε παρηγορεί.
  • Στον θάνατο: Είναι η μόνη φίλη που μένει μαζί σου και μετά τον θάνατο, δίνοντάς σου ελπίδα.

Συμπερασματικά :Για τον Βρυέννιο, η Ορθοδοξία είναι η δική μας «φίλη». Δεν είναι μια θεωρία για το μυαλό, αλλά μια αγκαλιά για την ψυχή. Είναι ο τρόπος να μην νιώθεις ποτέ μόνος, ούτε στη ζωή, ούτε στον θάνατο.

 

3. Η Ορθοδοξία ως Μετοχή στις Άκτιστες Ενέργειες

Ως οργανικός συνεχιστής του Ησυχασμού, ο Βρυέννιος συνδέει τη «φιλία» με την Παλαμική θεολογία.Σύμφωνα με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ο Θεός είναι μεθεκτός κατά τις ενέργειές Του. Η Ορθοδοξία είναι ο «χώρος» αυτών των Ακτίστων Ενεργειών. Η φιλία με την πίστη είναι η βιωματική μετοχή στο Φως του Θαβώρ. Σε αντίθεση με τη δυτική κτιστή χάρη, η «φίλη» Ορθοδοξία υπογραμμίζει την άμεση επαφή. Επιτρέπει την ένωση του κτιστού με το Άκτιστο, χωρίς να καταργείται η ετερότητα των προσώπων. Η ζωή στην Ορθοδοξία είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Η πίστη μεταμορφώνει όλη τη βιολογική ύπαρξη σε λειτουργική μέσω της «αδιαλείπτου προσευχής».

4. Η Τριαδική Διάσταση της Ύπαρξης: «ἐγεννήθημεν - ζῶμεν - κοιμηθησόμεθα»

Η τριαδική κλιμάκωση του κειμένου περιγράφει την πλήρη εκκλησιολογική ενσωμάτωση του ανθρώπου, ορίζοντας την «Εκκλησιαστική Υπόσταση» έναντι της βιολογικής.

  1. «Ἐν σοἐγεννήθημεν»: Η Ορθοδοξία ως η πνευματική μήτρα και κολυμβήθρα που γεννά την «καινήν κτίσιν». Η αλήθεια μας υποδέχεται πριν καν την κατανοήσουμε.
  2. «Σοὶ ζῶμεν»: Η πίστη ως καθημερινή λειτουργική πράξη και συνεχής τροφοδοσία από τη Θεία Ευχαριστία. Είναι το πνευματικό «οξυγόνο» της ψυχής.
  3. «Ἐν σοὶ κοιμηθησόμεθα»: Η εσχατολογική προοπτική. Η χρήση του όρου «κοίμηση» αντί «τελευτή» υποδηλώνει τη νίκη επί του θανάτου. Η Ορθοδοξία είναι η ταυτότητα που φέρει ο πιστός ενώπιον του Δικαίου Κριτού.

5. Το «Πατροπαράδοτον Σέβας» και η Ιερά Παράδοση

Ο Βρυέννιος τονίζει τη συνέχεια της Εκκλησίας. Το «πατροπαράδοτον» δεν είναι προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά η βεβαιότητα της αλήθειας που παραδόθηκε «άπαξ τοις αγίοις». Η άρνηση αυτής της παράδοσης θεωρείται «ψεύδος», δηλαδή οντολογική αλλοίωση της ίδιας της πραγματικότητας.

6. Η Μαρτυρική Συνείδηση: «μυριάκις ὑπὲρ σοῦ τεθνηξόμεθα»

Η κατακλείδα μεταφέρει την ανάλυση από τη θεωρία στη θυσία, συνδέοντας την Ελευθερία με την Αλήθεια.

  • Υπέρβαση της Βιολογίας: Η ετοιμότητα για θάνατο αποδεικνύει ότι η Ορθοδοξία είναι ανώτερη από τη βιολογική ζωή. Ο μάρτυρας είναι ο απόλυτα ελεύθερος άνθρωπος, καθώς δεν δεσμεύεται από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.
  • Επικύρωση με Αίμα: Ακολουθώντας τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, ο Βρυέννιος βλέπει τον θάνατο υπέρ της αληθείας ως την στιγμή που ο άνθρωπος γίνεται «αληθινός μαθητής».
  • Εκκλησιολογική Ευθύνη: Στο ιστορικό του πλαίσιο, το «τεθνηξόμεθα» αποτελεί προειδοποίηση κατά των διπλωματικών συμβιβασμών. Η Ορθοδοξία είναι το Σώμα του Χριστού και παραμένει αδιαπραγμάτευτη.

Συμπεράσματα

Η ομολογία του Ιωσήφ Βρυεννίου οικοδομεί μια ολιστική ανθρωπολογία. Η προσφώνηση «φίλη» αποτελεί την υπαρξιακή αντήχηση της Παλαμικής διάκρισης Ουσίας και Ενέργειας. Αναδεικνύει το μαρτύριο ως την ύψιστη πράξη ελευθερίας, καθιστώντας τον θάνατο μια απλή μετάβαση εντός της ίδιας αδιάσπαστης σχέσης με τον Θεό. Για τον Βρυέννιο, η Ορθοδοξία δεν είναι ένα εξάρτημα της ζωής, αλλά το ίδιο το υποκείμενο της ζωής και το θεμέλιο της νίκης κατά του θανάτου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Βρυέννιος Ιωσήφ, Τα Ευρεθέντα, επιμέλεια Ευγενίου Βουλγάρεως, τ. Α'-Γ', Εν Λειψία 1768-1784 (ανατύπωση εκδ. Ρηγόπουλος, Θεσσαλονίκη 1991). > Είναι η βασική πηγή όπου περιέχεται η Ομολογία και οι λόγοι του.

2. Η Βασική Μονογραφία

  • Τωμαδάκης Νικόλαος, Ο Ιωσήφ Βρυέννιος και η Κρήτη κατά το 1400, Αθήνα 1947. > Το εγκυρότερο έργο για τη ζωή και το συγγραφικό του έργο.

3. Θεολογικό & Παλαμικό Υπόβαθρο

  • Ματζαρίδης Γεώργιος, Η Θεολογία του Γρηγορίου Παλαμά, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1973. > Απαραίτητο για τη σύνδεση της «φιλίας» με τις άκτιστες ενέργειες.
  • Παπαδόπουλος Στυλιανός, Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Η ζωή και η θεολογία του, Αθήνα 1989.

 


Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Περί των λόγων που περιέχει η θεία ευχή, δηλαδή το "Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιε του Θεού, ελέησόν με" (Αγίου Μάρκου τού Ευγενικού)



Εισαγωγικά

Χάρη στις θεολογικές εργασίες στον άγιο Μάρκον Εφέσου του σέρβου επισκόπου  Ειρηναίου Μπούλοβιτς, εξακριβώθηκε ότι ο «Θαυμάσιος λόγος», για το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, που παρεδόθη ως έργον ανωνύμου, ανήκει στον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, τον μέγαν αγωνιστή της Ορθοδοξίας.

Πράγματι, το πρωτότυπο κείμενο, που έχουμε υπ' όψιν και απ' όπου έγινε νέα μετάφραση, δεν αφήνει αμφιβολία για την πατρότητά του και είναι αξιοθαύμαστο και εκφραστικό της αγιότητος του αγίου Μάρκου, που απασχολούσε τον νουν του στην αδιάλειπτη εργασία της ευχής. Είναι δε κοινός τόπος, ότι όλοι οι ασχοληθέντες με το θέμα της νοεράς προσευχής, θεωρούν την ευχήν αυτήν ως καταγομένην από τους αγίους Αποστόλους Πέτρον, Ιωάννην, Παύλον.

Έτσι ο αγιότατος Εφέσου, αναφερόμενος σε αποστολικούς λόγους, ανακαλύπτει το βαθύτερο νόημά τους, που συμπυκνώνεται στην μονολόγιστη αυτή προσευχή και που την παρέδωκαν στην Εκκλησία ως πνευματικό θησαυρό. Είναι δε χαρακτηριστικό της ευαισθησίας του αγίου Πατέρα, για τις αιρετικές πλάνες, το γεγονός ότι δια της ομολογίας ολοκλήρου της ευχής ανατρέπονται τέσσερες γνωστές καταδικασμένες αιρέσεις, όπως δείχνει το σχήμα. Ο άγιος Μάρκος με το βραχύ αυτό έργο του, αποδεικνύεται ότι συνεχίζει την πνευματική παράδοση, που απηχεί τους συνοδικούς αγώνες του 4ου αιώνος, αλλά και ότι συνδυάζει τη λεόντεια αντιαιρετική του δύναμη, μαζί με την ηπιότητα της οσιακής καρδιάς, φλεγομένης ακατάπαυστα από το γλυκύτατον όνομα του Κυρίου Ιησού.

 

Κείμενο σε μετάφραση

 

Πόση δύναμη έχει η ευχή και ποιες είναι οι δωρεές της σε όσους τη χρησιμοποιούν και σε ποια πνευματική κατάσταση τους φέρνει, δεν είμαστε εμείς σε θέση να πούμε.

Τους λόγους όμως από τους οποίους αυτή αποτελείται, τους βρήκαν αρχικά οι άγιοι Πατέρες μας, που δεν τους επινόησαν οι ίδιοι, αλλά πήραν τις αφορμές από παλιά από την ίδια την αγία Γραφή και από τους κορυφαίους Μαθητές του Χριστού· ή, να πούμε καλύτερα, τους δέχθηκαν αυτοί σαν κάποια πατρική κληρονομιά και τους μεταβίβασαν σ' εμάς. Ώστε και από αυτό γίνεται φανερό, σε όσους δεν έμαθαν από την πείρα τους, ότι αυτή η ιερή ευχή είναι κάτι το ένθεο και ένας ιερός χρησμός.

Γιατί πιστεύομε ότι είναι θείοι χρησμοί και πνευματικές αποκαλύψεις και λόγοι Θεού όλα όσα έδωσε στους ιερούς Αποστόλους να πουν ή να συγγράψουν ο Χριστός, ο οποίος λάλησε μέσω αυτών. Έτσι, ο θειότατος Παύλος, φωνάζοντας σ' εμάς σαν από το ύψος του τρίτου ουρανού, λέει: «Κανείς δεν μπορεί να πει Κύριε Ιησού, παρά μόνο με Πνεύμα Άγιο». Με την αρνητική λέξη «κανείς» φανερώνει πολύ θαυμάσια ότι η επίκληση του Κυρίου Ιησού είναι κάτι το πολύ υψηλό και ανώτερο όλων. Επίσης, ο μέγας Ιωάννης που διακήρυξε σαν βροντή τα πνευματικά, αρχίζει με τη λέξη που τελειώνει ο Παύλος και μας δίνει τη συνέχεια της ευχής ως εξής: «Κάθε πνεύμα που ομολογεί τον Ιησού Χριστό, ότι ήρθε ως αληθινός άνθρωπος, είναι από το Θεό». Αυτός χρησιμοποίησε βέβαια εδώ κατάφαση, αλλά απέδωσε, όπως και ο Παύλος, στη χάρη του Αγίου Πνεύματος την επίκληση και ομολογία του Ιησού Χριστού.

Ας έρθει τώρα τρίτος ο Πέτρος, η ακρότατη κορυφή των θεολόγων, για να μας δώσει το υπόλοιπο αυτής της ευχής. Όταν δηλαδή ο Κύριος ρώτησε τους Μαθητές: «Ποιος λέτε ότι είμαι;», προλαβαίνοντας ο φλογερός μαθητής τους άλλους, όπως το συνήθιζε, είπε: «Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού», έχοντας λάβει την αποκάλυψη αυτή, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδίου του Σωτήρα, από τον ουράνιο Πατέρα, ή, πράγμα που είναι το ίδιο, από το Άγιο Πνεύμα.

Πρόσεξε λοιπόν αυτούς τους τρεις ιερούς Αποστόλους πως ακολουθούν ο ένας τον άλλο σαν σε κύκλο, παίρνοντας ο ένας από τον άλλο αυτά τα θεία λόγια έτσι που το τέλος του λόγου του προηγουμένου να γίνεται αρχή για τον επόμενο. Ο ένας δηλαδή λέει «Κύριον Ιησού», ο άλλος «Ιησού Χριστό», ο τρίτος «Χριστό, Υιό του Θεού», και το τέλος συνάπτεται στην αρχή σαν σε κύκλο, όπως είπαμε, επειδή δεν έχει καμία διαφορά να πει κανείς Κύριο και Υιό του Θεού —γιατί και τα δύο αυτά φανερώνουν τη θεότητα του μονογενούς Υιού και παριστούν ότι είναι ομοούσιος και ομότιμος με τον Πατέρα.

Έτσι αυτοί οι μακάριοι Απόστολοι μας παρέδωσαν να επικαλούμαστε και να ομολογούμε εν Πνεύματι τον Κύριο Ιησού Χριστό, Υιό του Θεού· αυτοί είναι και τρεις και πιο αξιόπιστοι απ' όλους —εφόσον κάθε λόγος, σύμφωνα με τη θεία Γραφή, βεβαιώνεται με τρεις μάρτυρες. Αλλά και η σειρά των Αποστόλων που τα είπαν, δεν είναι χωρίς σημασία: από τον Παύλο δηλαδή, τον πιο τελευταίο χρονικά από τους Μαθητές, αρχίζει η μυστική παράδοση της ευχής και δια του μεσαίου, του Ιωάννη, προχωρεί στον πρώτο, τον Πέτρο, που με την αγάπη πλησίαζε τον Ιησού περισσότερο από τους άλλους. Τούτο συμβολίζει, νομίζω, την προκοπή μας με ορθή σειρά και την άνοδό μας και την ένωσή μας με το Θεό μέσα στην αγάπη, δια της πράξεως και της θεωρίας. Γιατί βέβαια ο Παύλος είναι εικόνα της πράξεως, καθώς είπε ο ίδιος: «Κοπίασα περισσότερο απ' όλους», ο Ιωάννης της θεωρίας, και της αγάπης ο Πέτρος, για τον οποίο μαρτυρεί ο Κύριος πως αγαπούσε περισσότερο από τους άλλους.

Πέρα από αυτά, θα μπορούσε να δει κανείς πως τα θεία λόγια της ευχής υποδηλώνουν το ορθό δόγμα της πίστεώς μας και απορρίπτουν κάθε αίρεση των κακοδόξων. Με το «Κύριε», που φανερώνει τη θεία φύση, αποκηρύττονται εκείνοι που φρονούν πως ο Ιησούς είναι μόνο άνθρωπος· με το «Ιησού», που φανερώνει την ανθρώπινη φύση, αποδιώχνονται εκείνοι που Τον θεωρούν μόνο Θεό που υποδύθηκε κατά φαντασία τον άνθρωπο· το «Χριστέ», που περιέχει και τις δύο φύσεις, αναχαιτίζει εκείνους που Τον πιστεύουν Θεό και άνθρωπο, με χωρισμένες όμως τις υποστάσεις τη μία από την άλλη· τέλος, το «Υιε του Θεού» αποστομώνει εκείνους που τολμούν να διδάσκουν τη σύγχυση των δύο φύσεων, επειδή φανερώνει πως η θεία φύση του Χριστού δεν συγχέεται με την ανθρώπινη φύση Του, ακόμη και μετά την ένωση τους. Έτσι οι τέσσερις αυτές λέξεις, ως λόγοι Θεού και μάχαιρες πνευματικές, αναιρούν δύο συζυγίες αιρέσεων, οι οποίες, ενώ είναι κακά εκ διαμέτρου αντίθετα, είναι ομότιμες στην ασέβεια.

 

Κύριε : ανατρέπει τους οπαδούς του Παύλου Σαμοσατέα

Ιησού: τους οπαδούς του Πέτρου Κναφέα 

Χριστέ: τους νεστοριανούς

 Υιέ του Θεού: τους μονοφυσίτες οπαδούς του Ευτυχή και του Διόσκορου


Έτσι λοιπόν μας παραδόθηκαν αυτά τα θεία λόγια, τα οποία δικαίως θα τα ονόμαζε κανείς μνημείο προσευχής και ορθοδοξίας. Αυτά και μόνα τους είναι αρκετά για όσους προχώρησαν στην κατά Χριστόν ηλικία και έφτασαν στην πνευματική τελείωση· αυτοί ενστερνίζονται και καθένα από τα θεία τούτα λόγια χωριστά, όπως δόθηκαν από τους ιερούς Αποστόλους, δηλαδή το «Κύριε Ιησού — Ιησού Χριστέ — Χριστέ, Υιε του Θεού» (κάποτε μάλιστα και μόνο το γλυκύτατο όνομα «Ιησού»), και το ασπάζονται ως ολοκληρωμένη εργασία προσευχής. Και με αυτή γεμίζουν απερίγραπτη πνευματική χαρά, γίνονται ανώτεροι της σάρκας και του κόσμου και αξιώνονται να λάβουν θείες δωρεές. Αυτά τα γνωρίζουν, λένε, οι μυημένοι. Για τους νηπίους όμως εν Χριστώ και ατελείς στην αρετή, παραδόθηκε ως κατάλληλη προσθήκη το «ελέησόν με», η οποία τους δείχνει ότι έχουν επίγνωση των πνευματικών τους μέτρων και ότι χρειάζονται πολύ έλεος από το Θεό. Μιμούνται έτσι τον τυφλό εκείνο που, ποθώντας να βρει το φως του, φώναζε στον Κύριο καθώς περνούσε: «Ιησού, ελέησόν με».

Μερικοί πάλι δείχνουν περισσότερη αγάπη και διατυπώνουν την ευχή στον πληθυντικό, προφέροντάς την ως εξής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον ημάς»· κι αυτό, επειδή ξέρουν πως η αγάπη είναι το πλήρωμα του Νόμου και των Προφητών, καθώς περιέχει και ανακεφαλαιώνει μέσα της κάθε εντολή και κάθε πνευματική πράξη. Συνάμα παίρνουν μαζί τους από αγάπη και τους αδελφούς σε κοινωνία της προσευχής και παρακινούν περισσότερο το Θεό σε έλεος με το να Τον αναγνωρίζουν κοινό Θεό όλων και να Του ζητούν κοινό το έλεος για όλους. Και βέβαια, το έλεος του Θεού έρχεται σ' εμάς με την ορθή πίστη στα δόγματα και με την εκπλήρωση των εντολών, που, όπως δείξαμε, ο σύντομος αυτός στίχος της προσευχής περιέχει και τα δύο.

Τα θεία τώρα ονόματα (Κύριος, Ιησούς, Χριστός), με τα οποία μας δόθηκε η ακρίβεια των δογμάτων, θα μπορούσε να βρει κανείς ότι χρονικά αναφάνηκαν με αυτή τη σειρά και τάξη, και ότι κι εμείς τα λέμε όπως αυτά φανερώθηκαν από την αρχή. Γιατί παντού η Παλαιά Διαθήκη κηρύττει Κύριο το Θεό Λόγο, και πριν και μετά την παράδοση του Νόμου, όπως όταν λέει: «Ο Κύριος έβρεξε φωτιά από τον Κύριο», και: «Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου». Και η Καινή Διαθήκη, κατά τη σάρκωσή Του, παρουσιάζει τον Άγγελο να Του δίνει το όνομα λέγοντας στην Παρθένο: «Θα τον ονομάσεις Ιησού», όπως και έγινε, καθώς λέει ο ιερός Λουκάς. Γιατί όντας, ως Θεός, Κύριος των πάντων, θέλησε με την ενανθρώπησή Του να γίνει και σωτήρας μας —έτσι μεταφράζεται το όνομα «Ιησούς».

Το όνομα πάλι «Χριστός», το οποίο φανερώνει τη θέωση της ανθρώπινης φύσεως που προσέλαβε, ο ίδιος εμπόδιζε τους Μαθητές πριν από το Πάθος να το λένε σε οποιονδήποτε, ύστερα όμως από το Πάθος και την Ανάσταση ο Πέτρος έλεγε με παρρησία: «Να το γνωρίζει όλος ο Ισραήλ, ότι ο Θεός Τον ανέδειξε και Κύριο και Χριστό». Και τούτο ήταν εύλογο· γιατί η ανθρώπινη φύση μας που προσέλαβε ο Θεός Λόγος, χρίσθηκε παρευθύς από τη θεότητά Του, έγινε όμως ό,τι και αυτό που την έχρισε, δηλαδή ομόθεος, αφού ο Ιησούς μου δοξάστηκε με το Πάθος και αναστήθηκε εκ νεκρών. Τότε λοιπόν ήταν καιρός να αναδειχθεί η ονομασία «Χριστός»· τότε δηλαδή που Αυτός, δεν μας ευεργέτησε απλώς, όπως όταν μας έπλασε στην αρχή ή όταν μετά τη συντριβή μας, μας ανέπλασε και μας έσωσε, αλλά που ανέβασε και την ανθρώπινη φύση μας στους ουρανούς και τη συνδόξασε με τον εαυτό Του και την αξίωσε να καθίσει στα δεξιά του Πατέρα.

Τότε ακριβώς άρχισε να κηρύττεται Υιός του Θεού και Θεός από τους Αποστόλους, στους οποίους πρωτύτερα, στις αρχές του κηρύγματος, προκαλούσε δέος αυτή η ονομασία και σπάνια τη χρησιμοποιούσαν, έπειτα όμως την κήρυτταν φανερά πάνω από τους εξώστες, όπως τους προείπε ο ίδιος ο Σωτήρας. Επομένως τα θεια λόγια της ευχής τοποθετήθηκαν σε σειρά αντίστοιχη με τη χρονική ανάδειξη της πίστεως. Έτσι από παντού φανερώνεται σαφέστατα η θεία σοφία εκείνων που τα συνέταξαν και μας τα παρέδωσαν: κι από το ότι αυτά ακολουθούν επακριβώς τις αποστολικές ομολογίες και παραδόσεις, κι από το ότι αναδεικνύουν το ορθόδοξο δόγμα της πίστεώς μας, κι από το ότι μας υπενθυμίζουν τους χρόνους κατά τους οποίους εκδηλώθηκε με διάφορους τρόπους η Οικονομία του Θεού για μας, οδηγώντας μας στη θεοσέβεια με κατάλληλα κάθε φορά ονόματα.

Αυτά λοιπόν προσφέραμε εμείς, κατά τη δύναμή μας, σχετικά με τα λόγια της ευχής, σαν να κόψαμε άνθη από κάποιο δένδρο όμορφο και μεγάλο· τον καρπό όμως που αυτά περιέχουν, ας τον μαζέψουν άλλοι, όσοι δηλαδή με τη μακρά μελέτη και άσκηση το αξιώθηκαν αυτό με το να γίνουν δεκτικοί και να πλησιάσουν το Θεό.

ΠΗΓΗ. Αναδημοσίευση από: http://paterikakeimena.blogspot.com/2011/02/blog-post_693.html

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Επιμέλεια : πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Το παρεχόμενο κείμενο αποτελεί μια θεολογική ερμηνεία της Ιησούς Προσευχής («Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με»), που αποδίδεται στους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας και ακολουθεί την πατερική παράδοση της Ορθοδοξίας.


Α. Το κείμενο επιχειρηματολογεί ότι η Ιησούς Προσευχή δεν είναι ανθρώπινη επινόηση, αλλά θεία παρακαταθήκη που προέρχεται από τους Αποστόλους:

 

Απόστολος

Φράση της ευχής

Βιβλική πηγή

Παύλος

«Κύριε Ιησού»

Α΄ Κορ. ιβ΄ 3

Ιωάννης

«Ιησού Χριστέ»

Α΄ Ιωαν. δ΄ 2-3

Πέτρος

«Χριστέ, Υιέ του Θεού»

Ματθ. ιστ΄ 16

Η τριαδική δομή (Παύλος-Ιωάννης-Πέτρος) δεν είναι τυχαία. Ο συγγραφέας διαβλέπει συμβολική αντιστοιχία: Παύλος = πράξη, Ιωάννης = θεωρία, Πέτρος = αγάπη. Αυτή η τριμερής διάκριση ανταποκρίνεται στην κλασική πατερική τριχοτομία της πνευματικής ζωής (πρακτική φιλοσοφία – φυσική θεωρία – μυστική θεωρία).


Β. Το κείμενο αναδεικνύει πώς κάθε όνομα της ευχής αναιρεί συγκεκριμένη αίρεση:

Όνομα

Αίρεση που αναιρεί

Κύριε

Αίρεση του Παύλος Σαμοσατέα..

Ο Παύλος Σαμοσατεύς ήταν επίσκοπος Αντιοχείας (260-268 μ.Χ.) που δίδαξε ότι ο Ιησούς ήταν απλός άνθρωπος, ο οποίος έγινε Υιός του Θεού κατά χάριν όχι κατά φύσιν. Σύμφωνα με τον υιοθετισμό του, ο Θεός υιοθέτησε τον Ιησού στη Βάπτισή του λόγω της ηθικής του τελειότητας. Η σύνοδος της Αντιόχειας (268 μ.Χ.) τον καταδίκασε και τον καθαίρεσε. Η Ορθοδοξία απάντησε ότι ο Χριστός είναι Θεός αιώνιος και ομοούσιος με τον Πατέρα, όχι υιοθετημένος άνθρωπος. Η λέξη «Κύριε» στην Ιησού Προσευχή αναιρεί τον υιοθετισμό, διακηρύττοντας τη θεότητα του Χριστού.

Ιησού

Αίρεση του Πέτρου Κναφέα (φαντασιοκρατία)

Ο Πέτρος Κναφέας ήταν αιρετικός του 4ου αιώνα μ.Χ. που δίδαξε τη φαντασιοκρατία. Σύμφωνα με αυτήν, ο Χριστός δεν έγινε πραγματικά άνθρωπος, αλλά ήταν μόνο Θεός που φάνηκε σαν άνθρωπος κατά φαντασία. Αρνούνταν την πραγματική ενανθρώπηση, τη γέννηση από την Παρθένο, τα πάθη και τον πραγματικό θάνατο. Η Ορθοδοξία καταδίκασε αυτή την άποψη ως αίρεση, διακηρύττοντας ότι ο Χριστός έλαβε πραγματική ανθρώπινη φύση. Η λέξη «Ιησού» στην Ιησού Προσευχή αναιρεί τη φαντασιοκρατία, επιβεβαιώνοντας την αληθινή ενανθρώπηση.

Χριστέ

Αίρεση του Νεστοριανισμού

Ο Νεστοριανισμός ήταν αίρεση του 5ου αιώνα μ.Χ. που οφείλεται στον Νεστόριο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Δίδασκε ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο ξεχωριστά πρόσωπα, το θείο και το ανθρώπινο, συνδεδεμένα μόνο ηθικά και όχι ουσιαστικά. Αρνούνταν να ονομάσει την Παρθένο Μαρία «Θεοτόκο», αποδεχόμενος μόνο τον όρο «Χριστοτόκο». Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Εφέσου (431 μ.Χ.) καταδίκασε τον Νεστοριανισμό, διακηρύττοντας ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις ενωμένες ασυγχύτως σε ένα πρόσωπο. Η λέξη «Χριστέ» στην Ιησού Προσευχή αναιρεί τον Νεστοριανισμό, επιβεβαιώνοντας την ένωση θεότητας και ανθρωπότητας χωρίς σύγχυση.

 

Υιέ του Θεού

Αίρεση του Μονοφυσιτισμού(Ευτυχής, Διόσκορος)

Ο Μονοφυσιτισμός ήταν αίρεση του 5ου αιώνα μ.Χ. που δίδασκε ότι στον Χριστό υπάρχει μία μόνο φύση, η θεία, η οποία αποδιώχνει την ανθρώπινη. Ο Ευτυχής, αββάς της Κωνσταντινούπολης, και ο Διόσκορος, πατριάρχης Αλεξανδρείας, ήταν οι κύριοι εκπρόσωποί του. Αρνούνταν τη χαλκηδόνεια ορολογία της «διαφοράς των φύσεων» μετά την ένωση, κηρύττοντας ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού απορροφήθηκε από τη θεία. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνος (451 μ.Χ.) καταδίκασε τον Μονοφυσιτισμό, διακηρύττοντας ότι ο Χριστός είναι αναλλοίωτος και ασυγχύτως ενωμένος σε δύο φύσεις. Η φράση «Υιέ του Θεού» στην Ιησού Προσευχή αναιρεί τον Μονοφυσιτισμό, επιβεβαιώνοντας ότι η θεία φύση δεν συγχέεται με την ανθρώπινη.

 

 

 

 

Η δογματική αυτή ανάλυση αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα ΟΜΟΛΟΓΙΚΗΣ θεολογίας  της Ορθοδοξίας. Η ευχή λειτουργεί ως «μάχαιρα πνευματική» που αποκόπτει τις αιρέσεις. Σημειώνεται ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη Χαλκηδόνεια ορολογία («σύγχυση», «χωρισμός») για να αναδείξει την ορθότητα της ευχής.


Δ. Το κείμενο διακρίνει σταδιακή αποκάλυψη των ονομάτων του Χριστού:

 

Όνομα

Χρονική περίοδος

Βιβλική αναφορά

Κύριος

Παλαιά Διαθήκη

προϋπάρχων Λόγος

Ιησούς

Σάρκωση

Λουκ. α΄ 31

Χριστός

Μετά το Πάθος και την Ανάσταση

Πράξ. β΄ 36

Υιός του Θεού

Μετά την Ανάληψη

 ΟΜΟΟΥΣΙΟΣ με τον Πατέρα


Ε. Η προσθήκη «ελέησόν με» αποτελεί παιδαγωγικό στοιχείο . Η αναφορά στον τυφλό της Ιεριχούς (Λουκ. ιη΄ 38-43) εντάσσει την ευχή στην ευαγγελική παράδοση της μετάνοιας.

ΣΤ. Η εκδοχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον ημάς» ερμηνεύεται ως έκφραση αγάπης και κοινωνίας: Η μετάβαση από τον ενικό («ελέησόν με») στον πληθυντικό («ελέησον ημάς») δεν είναι απλώς τυπική. Σηματοδοτεί τη μετακίνηση από την ατομική μετάνοια στην κοινοτική σωτηρία,. Αυτό ανταποκρίνεται στην εκκλησιολογική αρχή ότι «ουδείς σώζεται μόνος».


Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή των Παπικών και οι διαφορές με την Ορθόδοξη Μεγάλη Τεσσαρακοστή

.πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή των Παπικών είναι η περίοδος νηστείας και πνευματικής προετοιμασίας των Παπικών  πριν από το Πάσχα. Αρχίζει την Τετάρτη των Τεφρών και διαρκεί σαράντα ημέρες, χωρίς να υπολογίζονται οι Κυριακές, και ολοκληρώνεται με τη Μεγάλη Εβδομάδα, που είναι αφιερωμένη στα Πάθη του Χριστού. Η περίοδος αυτή θυμίζει τόσο τα σαράντα χρόνια των Ισραηλιτών στην έρημο όσο και τις σαράντα ημέρες νηστείας του Ιησού Χριστού πριν από την έναρξη του δημόσιου έργου Του και καλεί τους πιστούς σε μετάνοια, προσευχή και ελεημοσύνη.

Η Τετάρτη των Τεφρών είναι η πρώτη ημέρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ονομάζεται έτσι επειδή κατά τη λειτουργία ο ιερέας θέτει στάχτη στο μέτωπο των πιστών, σχηματίζοντας το σημείο του Σταυρού. Η στάχτη συμβολίζει τη μετάνοια, τη θνητότητα του ανθρώπου και την ανάγκη επιστροφής στον Θεό. Είναι ημέρα αυστηρής νηστείας και περισυλλογής.

Ο τρόπος νηστείας στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία περιλαμβάνει, την Τετάρτη των Τεφρών και τη Μεγάλη Παρασκευή, περιορισμό της τροφής σε ένα πλήρες γεύμα μέσα στην ημέρα και δύο ελαφρότερα που μαζί δεν ισοδυναμούν με κανονικό γεύμα, καθώς και αποχή από το κρέας. Επιπλέον, όλες τις Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής οι πιστοί απέχουν από το κρέας, ως ένδειξη σεβασμού και συμμετοχής στα Πάθη του Χριστού. Η νηστεία αυτή έχει κυρίως πνευματικό χαρακτήρα και συνδέεται με την εσωτερική κάθαρση και την προετοιμασία για την εορτή του Πάσχα.

Πέρα από τη διατροφή, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην προσευχή, στη συχνότερη συμμετοχή στη θεία λατρεία, στο μυστήριο της εξομολόγησης και στην έμπρακτη αγάπη προς τον συνάνθρωπο μέσω της ελεημοσύνης. Οι πιστοί ενθαρρύνονται να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στην προσωπική προσευχή και στη μελέτη της Αγίας Γραφής, ιδίως των περικοπών που αναφέρονται στα Πάθη και στη Σταύρωση του Χριστού. Η περίοδος αυτή θεωρείται κατάλληλη για αυτοεξέταση, αναγνώριση λαθών και ουσιαστική αλλαγή τρόπου ζωής.

Σε πολλές ενορίες τελείται η ευσεβής άσκηση της Οδού του Σταυρού, κατά την οποία οι πιστοί αναλογίζονται διαδοχικά τα γεγονότα από την καταδίκη του Χριστού έως την Ταφή Του. Η άσκηση αυτή περιλαμβάνει δεκατέσσερις στάσεις, καθεμία από τις οποίες αναφέρεται σε συγκεκριμένο γεγονός του Πάθους, όπως η καταδίκη, η άρση του Σταυρού, η συνάντηση με τη Μητέρα Του, η Σταύρωση και η Ταφή. Οι πιστοί προσεύχονται μπροστά σε εικόνες ή παραστάσεις που απεικονίζουν κάθε στάση, συμμετέχοντας έτσι με κατάνυξη και περισυλλογή στο σωτηριώδες έργο του Χριστού. Η ακολουθία αυτή βοηθά στην πνευματική συμμετοχή στο Πάθος και στη βαθύτερη κατανόηση της θυσίας Του για τη σωτηρία του ανθρώπου.

 Παράλληλα, οργανώνονται κηρύγματα, κατηχητικές συνάξεις και πνευματικές ομιλίες που αποσκοπούν στην ενίσχυση της πίστης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ιερή περίοδος των τριών τελευταίων ημερών πριν από την Ανάσταση, κατά τις οποίες τιμώνται ο Μυστικός Δείπνος, η Σταύρωση και η Ταφή του Κυρίου, με κατανυκτικές τελετές και συμβολικές πράξεις. Η κορύφωση έρχεται με την αναστάσιμη αγρυπνία, όπου οι πιστοί ανανεώνουν τις υποσχέσεις του βαπτίσματός τους και υποδέχονται το φως της Αναστάσεως.

Έτσι, η Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν περιορίζεται σε εξωτερικές πράξεις νηστείας, αλλά αποτελεί κυρίως περίοδο εσωτερικής κάθαρσης, πνευματικού αγώνα και ανανέωσης της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό. Μέσα από τη νηστεία, την προσευχή και την αγάπη προς τον πλησίον, οι πιστοί προετοιμάζονται ουσιαστικά για τη χαρμόσυνη εορτή της Αναστάσεως και για μια ζωή πιο συνειδητή και σύμφωνη με το ευαγγελικό μήνυμα.

Η διαφορά μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής (Παπικής) θεολογίας σχετικά με τη Μεγάλη Σαρακοστή  βρίσκεται στον σκοπό της περιόδου και κυρίως στον τρόπο με τον οποίο κατανοείται η σωτηρία, η αμαρτία και η πνευματική πορεία του ανθρώπου.

Στην Ορθόδοξη θεολογία, η Μεγάλη Τεσσαρακοστή εντάσσεται μέσα στη γενικότερη πορεία του ανθρώπου προς τη θέωση, δηλαδή προς τη μετοχή στη ζωή και στη χάρη του Θεού. Η σωτηρία δεν νοείται ως απλή απαλλαγή από ενοχή, αλλά ως θεραπεία της ανθρώπινης φύσεως που έχει τραυματιστεί από την αμαρτία. Η αμαρτία θεωρείται πνευματική ασθένεια και όχι πρωτίστως νομική παράβαση. Γι’ αυτό και η νηστεία, η προσευχή και η άσκηση έχουν θεραπευτικό χαρακτήρα· αποβλέπουν στην κάθαρση της καρδιάς, στον φωτισμό του νου και στην αποκατάσταση της κοινωνίας με τον Θεό. Η έμφαση δίνεται στην Ανάσταση ως νίκη κατά του θανάτου και ως ανακαίνιση ολόκληρης της ανθρώπινης ύπαρξης. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα των ακολουθιών, η χρήση λιτής υμνογραφίας και οι ειδικές λειτουργίες της περιόδου εκφράζουν αυτήν ακριβώς τη θεραπευτική και μυσταγωγική πορεία.

Αντίθετα, στη  Δυτική  θεολογία η σωτηρία έχει διατυπωθεί περισσότερο με όρους δικαιοσύνης και ικανοποιήσεως. Η αμαρτία θεωρείται κυρίως προσβολή της θείας δικαιοσύνης, η οποία χρειάζεται αποκατάσταση. Η μετάνοια συνδέεται με την έννοια της επανόρθωσης και της ικανοποιήσεως για την αμαρτία. Η Μεγάλη Σαρακοστή, που αρχίζει με την Τετάρτη των Τεφρών, τονίζει ιδιαίτερα τη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης φθαρτότητας και την ανάγκη ηθικής μεταστροφής. Η στάχτη στο μέτωπο υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος είναι πρόσκαιρος και καλείται να επιστρέψει στον Θεό με πράξεις μετανοίας.

Επιπλέον, στην Ορθόδοξη Εκκλησία η πνευματική ζωή κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή έχει έντονα ασκητικό και κοινοτικό χαρακτήρα. Η νηστεία είναι αυστηρότερη και συνδέεται άμεσα με τη συνολική άσκηση του σώματος και της ψυχής. Η συχνή συμμετοχή στις κατανυκτικές ακολουθίες, η βαθιά ποιητική υμνογραφία και η εμπειρία του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας εκφράζουν μια θεολογία που βλέπει τον άνθρωπο να μεταμορφώνεται σταδιακά μέσα στο σώμα της Εκκλησίας.

Στη Δυτική  παράδοση, αν και επίσης τονίζεται η προσευχή και η ελεημοσύνη, παρατηρείται ιστορικά μεγαλύτερη έμφαση στην ατομική ευθύνη και στην ηθική διάσταση της μετανοίας. Η περίοδος χαρακτηρίζεται από έντονη αναφορά στο Πάθος του Χριστού και στη θυσιαστική διάσταση της Σταυρώσεως ως πράξης που ικανοποιεί τη θεία δικαιοσύνη.

Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός της μη χρήσης την Μεγάλη Τεσσαρακοστή από τους Παπικούς του Ακαθίστου ύμνου και των Χαιρετισμών της Θεοτόκου.

Οι  Παπικοί  έχουν άλλους ύμνους προς τη Θεοτόκο, όπως το Ave Maria και το Salve Regina, που έχουν διαφορετική μορφή και σκοπό. Θεολογικά, ενώ η Μαρία αναγνωρίζεται και στην Δυτική  Παράδοση ως Μητέρα του Θεού, η έντονη έμφαση του Ακάθιστου στη Θεοτόκο ως μεσολαβήτρια και η εβδομαδιαία ψαλμωδία δεν υπάρχει στη Δυτική Λατρεία. Επομένως, ο Ακάθιστος Ύμνος παραμένει αποκλειστικά προϊόν της βυζαντινής και ορθόδοξης παράδοσης, με συγκεκριμένο λειτουργικό και θεολογικό πλαίσιο που δεν υιοθετήθηκε από την Δυτική θεολογία.


Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Η ΣΥΝΕΝΟΧΗ ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΑΣΕΒΕΙΑΣ


Έλεγχος της πνευματικής νάρκης των ποιμένων

________________________________________

«Ουαί στους ποιμένες που ποιμαίνουν τους εαυτούς τους και όχι τα πρόβατά μου!» (Ιεζεκιήλ 34:2)

Το καρναβάλι, όπως διοργανώνεται σήμερα στην Ελλάδα, φέρει χαρακτηριστικά που προκαλούν εύλογα ερωτήματα από θεολογικής απόψεως. Πολλές από τις σημερινές εκδηλώσεις παρουσιάζουν αναφορές σε παγανιστικές τελετές του αρχαίου κόσμου, ιδιαίτερα στα Διονύσια όργια, με συμβολισμούς και πρακτικές ασύμβατες με την ορθόδοξη παράδοση.

Μέχρι πότε θα ανεχόμαστε την ασέβεια; Μέχρι πότε θα κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά στην πτώση και την καταστροφή; Πότε επιτέλους θα σπάσουν τη σιωπή τους οι Μητροπολίτες μας; Αυτοί που οφείλουν να αγρυπνούν για τις ψυχές του ποιμνίου, γιατί θα δώσουν λόγο στον ίδιο τον Χριστό, τον Αρχιποιμένα. Αυτοί που πρέπει να προστατεύουν τα πρόβατα από τους λύκους, αντί γι' αυτό κοιμούνται βαθιά, σαν δίκαιοι άνθρωποι που δεν έχουν κανένα πρόβλημα, ενώ η ασέβεια θριαμβεύει.

Αυτό  δεν είναι παράδοση. Είναι αναβίωση των Διονυσιακών οργίων, ειδωλολατρικών τελετών που η Εκκλησία μας πολέμησε επί αιώνες. Και όμως, πού είναι η φωνή των τοπικών εκκλησιαστικών ηγετών; Πού είναι οι  αυστηρές  ποιμαντορικές  εγκύκλιοι που θα καταδικάζει αυτήν την ασέβεια;

Μην ξεχνάμε ότι η σιωπή είναι συνενοχή. Η αδιαφορία είναι προδοσία του ποιμαντικού καθήκοντος.

Στην Πάτρα, το μεγαλύτερο καρναβάλι της χώρας, κάθε χρόνο παρελαύνουν άρματα με «σατιρικά» μηνύματα. Αλλά ποια είναι αυτά τα μηνύματα; Ποιος ελέγχει το περιεχόμενο; Ποιος θέτει τα όρια μεταξύ σάτιρας και βλασφημίας;

Πού είναι η επιτροπή της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών που θα ελέγχει το περιεχόμενο; Υπάρχει  δημόσια τοποθέτηση του Μητροπολίτη που θα καθορίζει τη θέση της Εκκλησίας;

Το φετινό Πατρινό Καρναβάλι, που ολοκληρώθηκε την Καθαρά Δευτέρα, σημαδεύτηκε από σοβαρά προβλήματα. Ο Ερυθρός Σταυρός διαχειρίστηκε πάνω από 600 περιστατικά μέθης και τραυματισμών. Μόνο την Παρασκευή και το Σάββατο (20-21 Φεβρουαρίου 2026) καταγράφηκαν 223 περιστατικά, με κύρια αίτια τα λιποθυμικά επεισόδια και την οξεία μέθη. Πολλοί νέοι χρειάστηκαν άμεσες πρώτες βοήθειες, ενώ αρκετοί διακομίστηκαν σε νοσοκομεία.

Καταγράφηκαν διαπληκτισμοί και βίαιες συμπλοκές στο κέντρο της πόλης. Και οι ποιμένες; Κοιμούνται.

Η Θεολογική Αλήθεια που Αποκρύπτεται

Το Τριώδιο, αυτό το ιερό βιβλίο της Εκκλησίας μας, ξεκινά με την Κυριακή του Τελώνη και Φαρισαίου και οδηγεί στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Οι Απόκριες δεν είναι περίοδος ασωτίας, αλλά προετοιμασίας για τη νηστεία. Η Τσικνοπέμπτη είναι το τελευταίο επιτρεπτό γεύμα κρέατος, όχι άφεση αμαρτιών για κάθε ασέβεια.

Και όμως, οι Μητροπολίτες μας δεν ενημερώνουν το ποίμνιο. Δεν εξηγούν ότι το καρναβάλι είναι ξένο προς την Ορθόδοξη παράδοση. Δεν καταγγέλλουν την εμπορευματοποίηση της αμαρτίας. Δεν προστατεύουν τα παιδιά μας από την έκθεση σε σκηνές ασέβειας.

Ποιος ελέγχει τους δήμους που διοργανώνουν αυτές τις εκδηλώσεις; Στον Τύρναβο, ο δήμος προωθεί το Μπουρανί ως «πολιτιστικό δρώμενο», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για σεξουαλικούς συμβολισμούς και αισχρολογίες.

Η Εκκλησία οφείλει να έχει λόγο σε αυτές τις διοργανώσεις. Οι Μητροπολίτες οφείλουν να συναντώνται με τους δημάρχους, να θέτουν όρια, να αρνούνται την ευλογία τους σε εκδηλώσεις που προσβάλλουν την πίστη. Αλλά τι κάνουν στην πράξη; Τίποτα.

Κάθε χρόνο, χιλιάδες παιδιά παρακολουθούν αυτές τις εκδηλώσεις. Κάθε χρόνο, η νεολαία μας μαθαίνει ότι η ασέβεια είναι «ψυχαγωγία», ότι η βλασφημία είναι «σάτιρα», ότι η ειδωλολατρία είναι «παράδοση». Και η διοίκηση της Εκκλησίας; Σιωπά.

Αυτή η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι προδοσία της αποστολής της. Ο Χριστός μας κάλεσε να είμαστε «φως του κόσμου» και «άλας της γης». Πώς μπορούμε να είμαστε φως όταν αφήνουμε το σκοτάδι να θριαμβεύει; Πώς μπορούμε να είμαστε άλας όταν έχουμε χάσει τη γεύση μας;

Το Παράδειγμα του Αυγουστίνου Καντιώτη

Σε αντίθεση με τη σημερινή πνευματική νάρκη, υπάρχει φωτεινό παράδειγμα από το πρόσφατο παρελθόν. Ο μακαριστός Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης (1907-2010), Μητροπολίτης Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας, αντιμετώπισε το καρναβάλι με τον μόνο τρόπο που αρμόζει σε Ορθόδοξο ποιμένα: με θεολογική συνέπεια και ποιμαντικό θάρρος.

Ο Καντιώτης δεν δίστασε να χαρακτηρίσει το καρναβάλι ως «σατανική πομπή» και ειδωλολατρικό έθιμο . Δεν αρκέστηκε σε λόγια: όταν κάτοικοι του Ξινού Νερού συμμετείχαν σε καρναβαλικές εκδηλώσεις, τους έλεγξε αυστηρότατα.

 Θεωρούσε το καρναβάλι ξένο προς την Ορθόδοξη παράδοση, αναβίωση παγανιστικών τελετών που η Εκκλησία πολέμησε επί αιώνες .

Ο Καντιώτης δεν φοβήθηκε το πολιτικό κόστος. Δεν υπολόγισε τις αντιδράσεις. Έπραξε το καθήκον του ως ποιμένας, θυσιάζοντας την ανθρώπινη δόξα για τη δόξα του Θεού.

Πού είναι σήμερα οι Καντιώτηδες; Πού είναι οι επίσκοποι με το θάρρος της πίστης; Η σύγκριση είναι συντριπτική. Όταν ο Καντιώτης αφόριζε τους μασκαράδες, σήμερα οι Μητροπολίτες μας δεν τολμούν καν να εκδώσουν μια εγκύκλιο.

________________________________________

Έκκληση προς τους Μητροπολίτες

Απευθύνουμε έκκληση στους Μητροπολίτες:

Σπάστε τη σιωπή σας. Βγάλτε εγκυκλίους που να ξεκαθαρίζουν τη θέση της Εκκλησίας. Ο κόσμος χρειάζεται να ακούσει τη φωνή σας, όχι να μαντεύει τι πιστεύετε.

Ασκήστε πίεση. Απαιτήστε να ελεγχθεί τι παρουσιάζεται στις καρναβαλικές εκδηλώσεις. Δεν μπορεί η Εκκλησία να μένει αδιάφορη όταν βεβηλώνονται τα ιερά μας και σκανδαλίζονται τα παιδιά μας.

Καταγγείλετε την ασέβεια. Μη φοβάστε τι θα πούνε οι πολιτικοί. Φοβηθείτε το Θεό που βλέπει όλα όσα κάνουμε και όσα αφήνουμε να γίνονται.

Το Καρναβάλι, όπως γίνεται σήμερα, δεν ταιριάζει στην Ορθοδοξία μας. Είναι ξένο σώμα. Και όταν οι ποιμένες σιωπούν, το κάνουν να φαίνεται αποδεκτό.

Θυμηθείτε τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «Φανερά είναι τα έργα της σάρκας: η πορνεία, η ακαθαρσία, η ασέλγεια, η ειδωλολατρία... όσοι κάνουν τέτοια πράγματα, δεν θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού.»

Η ώρα της ευθύνης είναι τώρα. Η σιωπή σας είναι συνενοχή. Η φωνή σας μπορεί να σώσει ψυχές.

Επιμέλεια κειμένου: π.Δ..Α

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Ο καθηγητής π.Ιωάννης Ρωμανίδης για το προπατορικό αμάρτημα.


πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Ο Ιωάννης Ρωμανίδης διατύπωσε μια ριζικά διαφορετική ανάγνωση του προπατορικού αμαρτήματος, εγκαταλείποντας τη δυτική ηθικιστική προσέγγιση υπέρ μιας θεραπευτικής και οντολογικής θεώρησης της ανθρώπινης κατάστασης. Η βασική του θέση συνοψίζεται σε μια απλή διαπίστωση: ο άνθρωπος δεν κληρονομεί ενοχή από τον Αδάμ, αλλά αρρώστια.

Σύμφωνα με τον Ρωμανίδη, η δυτική θεολογία  μετέτρεψε το προπατορικό αμάρτημα σε ένα δικαστικό πρόβλημα. Ο Αδάμ παρέβη έναν νόμο, ο Θεός θύμωσε, και η τιμωρία του θανάτου επιβλήθηκε σε όλη την ανθρωπότητα. Κάθε άνθρωπος γεννιέται λοιπόν ένοχος, χρεωμένος με μια αμαρτία που δεν διέπραξε, και η σωτηρία συνίσταται στην άφεση αυτής της ενοχής μέσω της θυσίας του Χριστού. Ο Ρωμανίδης απορρίπτει αυτή την εικόνα ως ξένη προς την πατερική παράδοση. Για τους Ορθόδοξους Πατέρες, η αμαρτία δεν είναι πρωτίστως παράβαση ηθικού κανόνα, αλλά αρρώστια της ύπαρξης, σκοτασμός του νού, διαταραχή της σχέσης με το Θεό. Ο Αδάμ, απομακρυνόμενος από τη ζωντανή επαφή με το Θεό, χαλάστηκε οντολογικά, και αυτή η χαλασμένη φύση —όχι η ενοχή— μεταβιβάζεται στους απογόνους του.

Η διαφορά είναι καθοριστική. Όταν η Δυτική θεολογία  μιλά για προπατορικό αμάρτημα, εννοεί μια κληρονομική ενοχή που καθιστά κάθε άνθρωπο δικαίως καταδικασμένο εκ γενετής. Όταν οι Ορθόδοξοι Πατέρες μιλούν για προπατορικό ή προγονικό αμάρτημα, εννοούν τις συνέπειες της πράξης του Αδάμ: τον θάνατο και τη φθορά που εισήλθαν στη φύση μας. Ο θάνατος για τον Ρωμανίδη δεν είναι τιμωρία που επιβάλλει ο Θεός για να ικανοποιηθεί η δικαιοσύνη Του, αλλά φυσικό αποτέλεσμα της αποκοπής από την πηγή της ζωής. Είναι ο εχθρός του Θεού, όργανο του Σατανά, που ο Χριστός ήρθε να καταστρέψει, όχι να εκπληρώσει. Ο άνθρωπος γεννιέται λοιπόν όχι ένοχος, αλλά άρρωστος — με μια φύση αδύναμη, θνητή, προσκολλημένη στα πάθη, ανίκανη να αγαπήσει αληθινά. Η σωτηρία δεν είναι συγχώρεση που ακυρώνει μια φανταστική ποινή, αλλά θεραπεία που αποκαθιστά την υγεία της ψυχής, φωτισμός του νου , μετοχή στη θεία ζωή.

Ο Ρωμανίδης χρησιμοποιούσε ένα απλό παράδειγμα για να κάνει τη διαφορά αντιληπτή. Ένας πατέρας που πίνει δηλητήριο δεν μεταβιβάζει στα παιδιά του την ενοχή της πράξης του, αλλά τις συνέπειες — τα παιδιά γεννιούνται με αδύναμο σώμα, προδιάθεση σε αρρώστιες, ίσως και με δηλητήριο στο αίμα τους. Δεν είναι τιμωρημένα, είναι θύματα. Έτσι ακριβώς και με τον Αδάμ: εμείς δεν τιμωρούμαστε για το δικό του φάουλ, πάσχουμε από τις συνέπειες της δικής του πτώσης. Αυτή η διάκριση αλλάζει ριζικά το νόημα της σωτηρίας. Αν το πρόβλημα είναι η ενοχή, τότε ο Χριστός είναι ο δικαστής που πληρώνει το πρόστιμο για να μας αθωώσει. Αν το πρόβλημα είναι η αρρώστια, τότε ο Χριστός είναι ο γιατρός που έρχεται να μας θεραπεύσει, να μας ενώσει ξανά με το Θεό, να μας κάνει «θεούς κατά χάριν».

Η κριτική του Ρωμανίδη στην Δυτική θεολογία  είναι αυστηρή. Θεωρεί ότι αυτή παρερμήνευσε τον Απόστολο Παύλο, εισάγοντας μια ψευδοηθικιστική φιλοσοφία επηρεασμένη από το νεοπλατωνισμό. Αγνόησε την εμπειρία των Πατέρων της Εκκλησίας, που γνώριζαν τη θέωση ως άμεση πραγματικότητα, και ανέπτυξε μια θεολογία βασισμένη σε λογικές κατηγορίες — ουσία, ύπαρξη, δικαιοσύνη — που οδήγησαν σε έναν Θεό-τιμωρό και σε έναν άνθρωπο-καταδικασμένο. Για τον Ρωμανίδη, αυτή η στροφή απομάκρυνε τη Δύση από την αληθινή χριστιανική εμπειρία, μετατρέποντας τη θρησκεία σε ηθικολογία και τη σωτηρία σε νομική συναλλαγή.

Η θεολογία του Ρωμανίδη επαναφέρει το κέντρο βάρους στην ιατρική διάσταση της σωτηρίας. Ο Χριστιανισμός δεν είναι σύστημα ηθικών κανόνων ούτε θεωρία για την άφεση αμαρτιών — είναι η θεραπευτική επιστήμη των ψυχών. Το Βάπτισμα δεν είναι απλώς συμβολική πράξη που σβήνει την ενοχή, αλλά θανάτωση του παλαιού ανθρώπου και γέννηση σε νέα ζωή. Η Θεία Κοινωνία δεν είναι ανταμοιβή για τους καλούς, αλλά φάρμακο αθανασίας. Η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας —νηστεία, προσευχή, αγρυπνία— δεν είναι τρόποι να εξευμενίσουμε έναν θυμωμένο Θεό, αλλα θεραπευτικές ασκήσεις που αποκαθιστούν την υγεία του νοός. Ο σκοπός δεν είναι να αποφύγουμε την κόλαση, αλλά να θεωθούμε, να γίνουμε φορείς της αγάπης του Θεού στον κόσμο.

Συνοψίζοντας, ο Ρωμανίδης μας καλεί να δούμε τον άνθρωπο όχι ως ένοχο που χρειάζεται συγχώρεση, αλλά ως άρρωστο που χρειάζεται θεραπεία. Το προπατορικό αμάρτημα δεν είναι καταδίκη που κουβαλάμε από τον Αδάμ, αλλά αδυναμία που κληρονομούμε και που μπορούμε να ξεπεράσουμε μέσα στη ζωντανή σχέση με το Θεό. Η σωτηρία δεν είναι δικαστική απόφαση στον ουρανό, αλλά πραγματική μεταμόρφωση εδώ και τώρα — φωτισμός, θέωση, ζωή αιώνιος που αρχίζει από τη στιγμή που ενωνόμαστε με τον Χριστό.

ΠΗΓΗ..Ρωμανίδης, Ιωάννης Σ. (2010). Το προπατορικόν αμάρτημα. Αθήνα: Πουρναράς.


Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ (Σχίσμα: Όχι πλάνη νού , επιμονή θελήσεως)



 

Του π. Διονυσίου (Σλιόνοφ)

 

Καθηγουμένου τῆς Σταυροπηγιακῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Στρατηλάτου Μόσχας, Καθηγητοῦ τῆς Ἕδρας Φιλολογίας τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας Μόσχας, Δρ. Θεολογίας

Εισαγωγικά.

Ο π. Διονύσιος Σλιόνοφ αποτελεί σημαντική φυσιογνωμία της σύγχρονης ρωσικής θεολογίας και κανονικής επιστήμης. Το κείμενο που δημοσιεύουμε  αποτελεί μέρος της ευρύτερης συμβολής του στον διάλογο περί του πρωτείου τιμής έναντι του πρωτείου εξουσίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς και στην ανάλυση των σχέσεων μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των άλλων τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ιδίως μετά την κρίση του 2018 στο Ουκρανικό ζήτημα.

Η προσέγγισή του χαρακτηρίζεται από:

  • Βαθιά γνώση της πατερικής και βυζαντινής γραμματείας
  • Εξειδίκευση στην εκκλησιαστική ιστορία και κανονικό δίκαιο
  • Κριτική στάση απέναντι σε θεωρίες που υποστηρίζουν την ανάδυση "πρωτείου εξουσίας" εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου
  • Έμφαση στην αρχή της αρμονίας ως θεμέλιο της εκκλησιαστικής ενότητας

 


Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βιώνει σήμερα ἕνα μεγάλο σχίσμα, ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ τὶς μονομερεῖς ἐνέργειες τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ὡστόσο ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, καὶ κόμη καὶ στὴν περίπτωση, ποὺ ἕνα τμῆμα ἀποκόπτεται ἀπ' αὐτή, δὲν χάνει τὴν ἑνότητά της.

Ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν (πρβλ. Ἰω. 17, 21), μᾶς διδάσκει ὁ Σωτὴρ Χριστός. Ἐπίσης ἀναγιγνώσκουμε καὶ ψάλλουμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Πιστεύω εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν».

Ἡ ἑνότητα εἶναι μία ἐκ τῶν κομβικῶν διοτήτων τῆς Ἐκκλησίας. Μία ἄλλη παρόμοια διότητα εἶναι ἡ καθολικότητα. Ἐκτὸς τῆς ἑνότητας καὶ τῆς καθολικότητας ἡ διάρθρωση τῆς Ἐκκλησίας δύναται νὰ περιγραφεῖ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας. Ἀπὸ αὐτὴς τῆς ἔννοιας θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὸ πλαίσιο αὐτῆς τῆς συντόμου ἐπισκοπήσεώς μας.

Ἡ ἁρμονία προβλέπει τὴν συνύπαρξη ἑνίων τμημάτων τοῦ συνόλου σὲ συμφωνία μεταξύ τους. Τὰ ἐν λόγῳ τμήματα δύνανται νὰ διαφέρουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μεταξύ τους, νὰ ἀγνοοῦν ἢ νὰ πολεμοῦν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Τὰ τμήματα τῆς ἁρμονίας ὀφείλουν νὰ συνυπάρχουν βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἀλληλοσυμπληρώσεως, καθὼς καὶ σὲ ἀλληλοβοήθεια καὶ σὲ ἀμοιβαία συμφωνία.

Σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ Liddell H.G., Scott R. ἡ λέξη «ἁρμονία» εἶναι ἄκρως πολυσήμαντη: μέσον πρὸς συναρμογή, συμφωνία, τάξις κ.ο.κ.¹

Ἡ ἁρμονία εἶναι ἀρχαία λέξη, ποὺ χρησιμοποιήθηκε στὴν Ὁμηρικὴ ποίηση², τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ποίηση³ καθὼς καὶ ὡς αἰσθητικὴ κατηγορία. Ἡ ποίηση ὡς πεδίο λεκτικῆς δημιουργίας κατὰ τὸ μέγιστο δυνατὸν προσεγγίζει τὴν μουσική. Ὁ Πυθαγόρας ἄκουσε τὴν «μελῳδικὴν ἁρμονίαν» ὅταν περιῆλθε σὲ κύστα σφαίρης⁴. Ὁ φιλόσοφος Ἐμπεδοκλῆς δίδασκε περὶ τῆς οἰκουμενικῆς ἁρμονίας τοῦ παντός, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἁρμονίας τῶν ἀστέρων⁵.

Ὁ Φιλόλαος προσδιόριζε τὴν ἁρμονία ὡς «συνδυασμὸν» ἢ «μεῖγμα» τῶν «ἐναντίων» ἀρχῶν⁶. Ὁ Πλάτων ὡς ἁρμονία κατανοοῦσε τὴν πνευματικὴ «θείαν» ἀρχὴ τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν (εἰδῶν), ἡ λύρα ποὺ ἦταν ὄργανο γιὰ τὴν παραγωγὴ χορδῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται σὲ ἁρμονία, ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς γήινης ἀρχῆς⁷.

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι συζητοῦσαν τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ψυχὴ ἦταν ἁρμονία καὶ δίναν ἀπ' αὐτὸ διαφορετικὰς ἀπαντήσεις⁸.

Στὸν Πλάτωνα ἀπαντᾶται ὁ ἄκρως σημαντικὸς ὁρισμὸς τῆς «ἁρμονίας» ὡς «συμφωνίας», ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καμία διαίρεση ἢ ἀντίθεση: «ἡ γὰρ ἁρμονία συμφωνία ἐστίν, συμφωνία δὲ ὁμολογία τις - ὁμολογίαν δὲ οὐ διαφερομένων, ὡς ἂν διαφέρωνται, δύνατον εἶναι· διαφερομένων δὲ οὐδ' ἂν εἰ μὴ ὁμολογοῖεν δύνατον ἁρμόσαι…»⁹.

Ὁ Ἀριστοτέλης ἐπίσης φαρμόζοντας τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἔναντι τῆς ψυχῆς γράφει ὅτι ἡ ἁρμονία εἶναι μίγμα ἐναντίων ἀρχῶν, ἀλλὰ στὴν ψυχὴ τέτοιες ἀρχαὶ δὲν ὑφίστανται¹⁰.

Στὴ χριστιανικὴ παράδοση ἡ ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἐφαρμοζόταν ἔναντι τοῦ συνδυασμοῦ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, γιὰ τὸν ὁποῖον ἕνας ἐκ τῶν πρώτων ἔγραψε ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυρας¹¹.

Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου ἐφάρμοσε τὸν ὅρο «ἁρμονία» ὡς πρὸς τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, χρησιμοποιῶντας τὴν ἔκφραση «ἁρμονία πατρός»¹².

Μὲ τὴ σειρὰ του ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρεὺς ἔγραψε ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ: «Τοῦτό ἐστι γώ, τοῦτο βούλεται ὁ θεός, τοῦτο συμφωνία ἐστί, τοῦτο ἁρμονία πατρός, τοῦτο υἱοῦ, τοῦτο Χριστός, τοῦτο ὁ λόγος τοῦ θεοῦ, βραχίων κυρίου, δύναμις τῶν ὅλων, τὸ θέλημα τοῦ πατρός»¹³.

Στοὺς μεταγενέστερους ἁγίους πατέρας καὶ χριστιανοὺς συγγραφεῖς ὁ ὅρος «ἁρμονία» χρησιμοποιεῖτο καὶ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς συνένωσης τῶν ἐναντίων καὶ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς πλήρους συμφωνίας τῶν στοιχείων ἢ τμημάτων, ποὺ συγκροτοῦν τὴν ἁρμονία.

Μετὰ τὴ σύντομη ἐπισκόπηση τῆς ἱστορίας τῆς ἔννοιας τῆς ἁρμονίας δύναται νὰ ἀναλυθεῖ μὲ παράδειγμα τὴ διάρθρωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατὰ τὴν α΄, τὴ β΄ καὶ στὶς ἀρχὰς τῆς γ΄ χιλιετίας.


Δύσις καἈνατολὴ τὴν α΄ χιλιετίαν (πρὸ τοῦ σχίσματος τοῦ 1054)

Στὶς σχέσεις τῆς Δυτικῆς (Ῥώμη) καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας (Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ λοιπὰ Πατριαρχεῖα) δύναται νὰ διαφανεῖ ὡρισμένη ἁρμονία. Τὴν πρώτη χιλιετία ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης στὴ Δύση, ὅπως καὶ ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως στὴν Ἀνατολὴ (ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν 4ο αἰ. μ.Χ.) πολάμβαναν συγκεκριμένα προνόμια, τὰ ὁποῖα δὲν παρεμπόδιζαν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα, ἀλλὰ συνέδραμαν στὴν ἐξασφάλιση τῆς ἐν λόγῳ ἑνότητας μέσα ἀπὸ τὸν ἀμοιβαῖον ἐμπλουτισμὸ (ἐν καὶ χωρὶς δυσκολίες).

Ὡς παριθμήσουμε τὰ πρεσβεῖα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ῥώμης:

  1. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης ἦταν ἀποστολικῆς προελεύσεως. Ὁ ἱδρυτὴς της ἀπόστολος Πέτρος, θεωρεῖται ἕνας ἐκ τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἠξιώθη μίας διαίτερης ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὸν Σωτῆρα Χριστό, ὅπως καταφαίνεται ἀπὸ τὰ ἑξῆς λόγια Του: «Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18). Ὅμως ὡς «πέτρα» οἱ ἀνατολικοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ χριστιανοὶ συγγραφεῖς κατανοοῦσαν οὐχὶ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀλλὰ τὴν κοινὴν ἀρετὴ τῆς πίστεως καὶ ἄλλες ἀρετές.
  2. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης εἶχε τὴν ἕδρα της στὴν πρωτεύουσα τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ μετὰ τὴ δημιουργία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὴν πρωτεύουσα τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (μέχρι τὴν ἅλωση τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 476). Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴ τῆς Συνόδου ἐν Χαλκηδόνι (451 μ.Χ.) ὁ αὐτοκράτορας τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας κατεῖχε τὸ πρωτεῖα στὶς ἐπίσημες ὑπογραφές, ἐν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τὸ δευτερεῖα¹⁴. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης στηριζόταν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ πρωτείου τῆς Ῥώμης καὶ τὴν περίοδο ποὺ ὑπῆρχε, καὶ τὴν περίοδο ποὺ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει.
  3. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καταλάμβανε τὴν πρώτη θέση στὰ δίπτυχα τῶν ἐκκλησιῶν, δηλαδὴ κατεῖχε τὸ πρωτεῖα τιμῆς.
  4. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης ὑπερασπιζόταν τὸ ἄμωμον τῆς πίστεως καὶ βοηθοῦσε τὴν ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν στὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων, ὅπως λ.χ. στὴν πολεμικὴ κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ ἀργότερα κατὰ τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ.
  5. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης διεκδικοῦσε τὸ πρωτεῖο οὐχὶ μόνον τιμῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξουσίας, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία ποὺ δίδετο στοὺς κανόνες τῆς ἐν Σαρδικῇ Συνόδου σχετικὰ μὲ τὴν ἔκκλητον πρὸς τὸν Πάπα τῆς Ῥώμης. Τὸ δικαστικὸ πρωτεῖο τῆς Ῥώμης λειτουργοῦσε ἐνίοτε πρὸς ὄφελος τῆς ἀνατολῆς, ὅπως, λ.χ. στὴν περίπτωση τῆς ἀθῳώσεως ἀπὸ τὸν Πάπα τῆς Ῥώμης Ἰούλιο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος διώκετο ἀπὸ τοὺς φιλοαρειανικοὺς ἐπισκόπους. Γενικότερα τόσο ἡ χριστιανικὴ ἀνατολή, ὅσο καὶ ἡ Δύση δὲν ἀναγνώρισαν τὸ πρωτεῖο τῆς Ῥώμης οὔτε θεωρητικά, ἀλλὰ οὔτε καὶ πρακτικῶς (ἂν θυμηθοῦμε τὴν αὐτοτελῆ θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καρθαγένης, ποὺ δὲν ὑπαγόταν σ' ἐκείνη τῆς Ῥώμης).

Ὅλες οἱ ἀνατολικὲς ἐκκλησίες, ποὺ συμμετεῖχαν τὴν λεγόμενη Πενταρχία ἢ Τετραρχία (χωρὶς τὴ Ῥώμη) κατεῖχαν σειρὰ ἀπὸ δικά τους πρεσβεῖα:

  1. Καθεμία ἐξ αὐτῶν εἶχε διαμφισβήτητο ἀποστολικὴ προέλευση, ἐκτὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ τελευταία μόνον τὸν 9ο αἰ. μ.Χ. συνέδεσε τὴν προέλευσή της μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου.
  2. Ἀπὸ τὸν 4ο – 5ο αἰ. μ.Χ. ἀναδείχθηκαν ὡς ἑπτὰ ἀνεξάρτητα Πατριαρχεῖα, τὰ ὁποῖα συνέπιπταν ἐν πολλοῖς μὲ τὶς διοικήσεις τῆς Ῥωμαϊκῆς/Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας (οὐχὶ ὅμως πλήρως).
  3. Κάθε Πατριαρχεῖο κατεῖχε τὴν οἰκεία αὐτοῦ θέση στὰ δίπτυχα τῶν ἐκκλησιῶν, ἐν καὶ οὐχὶ τὴν πρώτη, πάντως μία ἀναγνωρισμένη θέση, ποὺ τοῦ ἐξασφάλιζε κατ' οὐσίαν τὰ ἴσα δικαιώματα στὶς σχέσεις μὲ τὰ ἄλλα Πατριαρχεῖα.
  4. Οἱ ἀνατολικοὶ ἅγιοι Πατέρες ἐπέδειξαν στὰ θέματα τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως ζῆλον οὐχὶ μικρότερον τῶν δυτικῶν. Ἡ προτεραιότητα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης στὸν ἀρχαῖο πολιτισμὸ δήλωνε καὶ κατὰ κάποιο βαθμὸ ὑπέδειξε καὶ τὴν προτεραιότητα τῆς ἑλληνικῆς θεολογίας, ποὺ ἀποτελεῖ σε (τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν) τὸ πρωτότυπον ὡς πίνακα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον οἱ δυτικοὶ ζωγράφοι κατάφεραν νὰ ἀναπαράγουν ἕνα ποιοτικὸ ἀντίγραφο, ποὺ ἐν καὶ ἐμπλουτίσθηκε ἀπὸ τὴν δική τους ἐμπειρία, παρέμενε δευτερεύουσας σημασίας.
  5. Κάθε Πατριάρχης ἦσκει τὰς ἀνωτάτας δικαστικὰς ἀρμοδιότητας ἐντὸς τῆς οἰκείας του δικαιοδοσίας.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σὲ ἀντιδιαστολὴ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς, τῆς Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καὶ τῆς ἱερᾶς ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, διέθετε μερικὰ δικά της διαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἦταν πρωτεύουσα τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸ 324 καὶ ἐφεξῆς ἤρχισε νὰ θεωρεῖται τὸ προνομιοῦχον τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας, κόμη καὶ ὡς ἕδρα τοῦ μονάρχου κυβερνήτη (ἀπὸ τὸ 324 μ.Χ.), τοῦ αὐτοκράτορος ἁγίου Κωνσταντίνου. Ὡς ἐκκλησία τῆς πρωτευούσης ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἠλαύνε διαίτερης ὑποστήριξης τοῦ αὐτοκράτορος.
  2. Τὰ δικαστικά, δικαιοδοτικὰ καὶ «περίορια» δικαιώματα (τὸ ζήτημα περὶ τῶν τελευταίων θὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ χωριστά) τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως διατυπώθηκαν διαιτέρως στὸν 9ο, τὸν 17ο καὶ τὸν 28ο κανόνα τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου. Στὴν πραγματικότητα ἦταν ἀποκλειστικῶς ἐνδοδικαιοδοτικὰ δικαιώματα. Ὡστόσο ὑπῆρξε καὶ προηγούμενον περιόριων ἢ ἐξωδικαιοδοτικῶν πράξεων, ποὺ ἐγίνησαν μὲ συγκατάθεση τῶν πλευρῶν καὶ κατὰ κανόνα δὲν ἐπέφεραν ζημία στὴν ἐκκλησιαστικὴν ἑνότητα καὶ μόνοιαν.
  3. Στὸ κανονικὸ ἔδαφος τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως συνήλθαν καὶ οἱ ἑπτὰ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, ποὺ ἀποτελοῦν τὰ ἀνώτατα νομοθετικὰ καὶ διοικητικὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας. Καμία ἐκ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν συνήλθε οὔτε στὴ Ῥώμη, οὔτε στὸ ἔδαφος ἄλλου Πατριαρχείου, πρᾶγμα, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως ἀποδεικνύει μεταξὺ ἄλλων καὶ ἕνα ὡρισμένον κῦρος τῆς ἐκκλησίας τῆς πρωτευούσης τῆς αὐτοκρατορίας γιὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν γενικῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων.
  4. Μετὰ τὴν κατάκτηση ὑπὸ τῶν Περσῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ ὑπὸ τῶν Ἀράβων τοῦ ἐδάφους τῶν ἕδρων τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς τὸν 7ο αἰ. μ.Χ. ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρέμεινεν ἡ μόνη ἐλεύθερη ἐκκλησία στὸ Βυζάντιον.

Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καὶ ἐκείνη τῆς Κωνσταντινουπόλεως (μαζὶ μὲ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς) συγκροτοῦσαν ὡς ἕνα ἑνιαῖον σύνολο, δηλαδὴ τὴν «Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Ἡ Ῥώμη, ποὺ κατεῖχε τὸ πρωτεῖον τιμῆς, θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται σὲ ἁρμονικὰς σχέσεις μὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν ὡς πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου. Οἱ Πάπες τῆς Ῥώμης ἐμποροῦσαν νὰ θεωροῦν τὸν ἑαυτὸν τους εἰδικοὺς φύλακας τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔπρεπε εἰλικρινῶς νὰ δεχθοῦν ὅτι ἡ βασικὴ παράδοσις τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως διαμορφωνόταν οὐχὶ τόσον στὴ Δύσιν, ὅσον στὴν Ἀνατολήν. Ἀκριβῶς κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον ἐσκέπτετο ἀναμφίβολα ὁ ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως Πάπας Μαρτῖνος, ὁ ὁποῖος προσκάλεσε στὴ Σύνοδον τοῦ Λατερανοῦ τὸν ὅσιον Μάξιμον ὁμολογητήν, τὸν κορυφαῖον ὑπερασπιστὴν τῆς Ὀρθοδόξου χριστολογίας ἔναντιον τῶν αἱρέσεων τοῦ μονοενεργητισμοῦ καὶ τοῦ μονοθελητισμοῦ.

Ἐν καὶ ἡ Δύσις καὶ ἡ Ἀνατολὴ εἶχαν κατὰ διαστήματα τεταμένες σχέσεις, κυρίως λόγῳ τῆς ἐπιδιώξεως οὐχὶ μόνον τοῦ (ἀποδεκτοῦ) πρωτείου τιμῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ (παράδεκτου ὡς περίορια ἐπίπεδα ἐκτὸς τῆς οἰκείας δικαιοδοσίας) πρωτείου ἐξουσίας, γενικότερα εὑρίσκαν τὴν ἐσωτερικὴν δύναμιν νὰ ὑποχωροῦν, νὰ μὴ ἐπιμένουν ὑπερβολικῶς στὶς θέσεις τους καὶ νὰ διαφυλάσσουν τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἑνότητα.

Ἐν τούτοις μετὰ τὸ 1054 ἐχάθη αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ δὲν ἔχει μέχρι σήμερα ἀποκατασταθῇ.


Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μετὰ τὸ Μέγα Σχίσμα

Μετὰ τὴν ἀπόσχισιν τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν τὸ 1054 ἦλθε ἡ πνευματικὴ καταστροφή. Οἱ δυτικοὶ χριστιανοὶ κατὰ τὴν σκοπιὰν τῶν ἀνατολικῶν, περιῆλθαν οὐχὶ ἁπλῶς εἰς κατάστασιν σχίσματος, ἀλλὰ καὶ αἱρέσεως, διότι πρέσβευαν τὴν λεγομένην διδασκαλίαν τοῦ Filioque (περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ καὶ τοῦ Υἱοῦ), παράδεκτην ἀπὸ τὴν σκοπιὰν τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ ἠκολούθουν μερικὰς διαίτερας τελετουργικὰς πρακτικὰς (λ.χ. ἡ Θεία Μετάληψις μὲ ἄζυμα), οἱ ὁποῖες ἀπορρίπτονταν ὡς παράδεκται καὶ ἐγκυμονοῦσες τὸν κίνδυνον κιβδηλώσεως τῆς πίστεως¹⁵. Οἱ αὐταὶ αἱ ἀνατολικαὶ ὀρθόδοξες ἐκκλησίαι στὰς μεταξὺ τους σχέσεις ἐξακολουθοῦσαν νὰ ἐφαρμόζουν τὴν ἀρχὴν τῆς ἁρμονίας. Ταυτοχρόνως εἶχαν σὲ διατηρημένην τὴν πρώτην θέσιν στὸ ἱερὸν Δίπτυχα γιὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ῥώμης, ἡ ὁποία θὰ ἠμποροῦσε νὰ τὴν ἀνακτήσῃ σὲ περίπτωσιν ποὺ διορθωνόταν. Παρὰ τὸ προφανὲς πρεσβεῖον τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ἐκκλησίας τῆς αὐτοκρατορίας, αὐτὴ προσπαθοῦσε νὰ διαφυλάσσῃ ὁσότιμες σχέσεις μὲ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν ὑπεστήριζε καὶ τὰς νεοπαγεῖς σλαβικὰς ἐκκλησίας στὰ Βαλκάνια, δηλ. τὰς Βουλγαρίας καὶ Σερβίας, καὶ ἐν συνεχείᾳ καὶ τῆς Ῥωσίας. Ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως τόνιζε τὴν προτεραιότητά της ἔναντι αὐτῶν (ὡς ἐκκλησία ἔχουσα πρωτεῖον τιμῆς), ἀλλὰ προσπαθοῦσε τὴν διαστιγμὴ οὐχὶ τόσον νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν βοήθειάν τους, ὅσον νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ νὰ συνδράμῃ στὴν διάδοσιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν καὶ παραδόσεων.


Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καῬωσικὈρθόδοξος Ἐκκλησία

Μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Πόλεως τὸ 1453 ἔπαυσεν ἡ ὑποστήριξις τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας. Μποροῦμεν νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἔτος 1453 ἐσήμανε τὸ τέλος τοῦ κρατικοῦ καὶ αὐτοκρατορικοῦ χριστιανισμοῦ στὸ Βυζάντιον, ὅπως καὶ τοῦ Βυζαντίου καθεαυτοῦ.

Ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναδείχθηκε πρῶτα ἀνεξάρτητη μητρόπολις (ἀπὸ τὸ 1448) καὶ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ἐπομένου αἰῶνος καὶ Πατριαρχεῖον (ἀπὸ τὸ 1589 καὶ ὁριστικῶς ἀπὸ τὸ 1590/1593). Ἡ ἐν λόγῳ χρονολογία ἐπιβεβαιώνει ὡρισμένην διαδοχικότητα μεταξὺ τῶν δύο ἐκκλησιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ἀπώλεσε στὴν πράξει τὸ κρατικὸν στήριγμά της, ἐν ἡ δευτέρα τὸ ἀπέκτησε, ἐν ἑτοιμότητι νὰ συνεχίσουν τὴν ἁρμονία τῶν διαμορφωθεισῶν σχέσεών των.

Τὴν περίοδον τῆς λεγομένης τουρκοκρατίας συνέβαιναν οἱ ἑξῆς σημαντικὲς διαδικασίες.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐν τῇ ἥττῃ καὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῆς αὐτοκρατορικῆς της ταυτότητος, ἀπέκτησε νέα ἐπιπρόσθετα προνόμια καὶ δικαιώματα λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ Μωάμεθ ὁ Πορθητὴς τὸ 1454 οὐχὶ μόνον ἀπεκατέστησε τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ τὸν διόρισεν ἐθνάρχη, δηλαδὴ κοσμικὸν ἄρχοντα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους μὲ ἀρμοδιότητες ἐπὶ σειρᾶς ζητημάτων (δίκαιον γάμου, δικαιώματα διοκτησίας κ.τ.λ.). Ὡστόσο, τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως περιῆλθεν εἰς μίαν ἱκανῶς μειονεκτικὴν θέσιν καὶ θὰ ἔπρεπε μερικῶς νὰ «πληρώσῃ» γιὰ τὰ νέα του δικαιώματα μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς ἐκκλησίας. Ἀρχικῶς τὰ δικαιώματα τοῦ ἐθνάρχου Πατριάρχου ἴσχυαν μόνον ἔναντι τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῆς οἰκείας αὐτοῦ δικαιοδοσίας, ἐν μετὰ τὴν ὑποταγὴν τῆς Αἰγύπτου, τῆς Συρίας καὶ τῆς Παλαιστίνης στὸν ὀθωμανοὺς Τούρκους τὸ 1517, ἴσχυαν καὶ ἔναντι τῶν πολοιπῶν Πατριαρχείων τῆς ἀνατολῆς ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ ἑνιαίου «ῥωμαϊκοῦ γένους» (Rum Milleti) ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης¹⁶.

Ἔναντι τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀπέκτησε ὁλοένα καὶ περισσοτέραν, μεγαλυτέραν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία κατὰ τὸν 18ο-19ο αἰ. ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπόγειόν της. Ὡς πρῶτος τιμητικῶς στὴν «πολυπατριαρχικὴν» ἐκκλησίαν τῆς ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέστη στὴν πράξει πρῶτος καὶ τιμητικῶς καὶ ἐξουσιαστικῶς, μὲ τὴν προσωπικὴν ὑποστήριξιν τῶν Τούρκων σουλτάνων, οἱ ὁποῖοι ἐχρειάζοντο τὴν ἀτομικὴν ἐξουσίαν καὶ εὐθύνην του γιὰ τὸν χριστιανικὸν πληθυσμόν. Τὰ «προνόμια» ὑπὸ τῶν μουσουλμάνων κυβερνήτας ἦσαν ἕνα εἶδος ποικοδομήματος στὴν ἐκκλησιαστικὴν νομοθεσίαν, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπεν νὰ διαπιστωθῇ οὐχὶ τόσον ἡ ἐξασθένησις, ὅσον ἡ ἐνδυνάμωσις τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Αὐτὴ ἡ πανίσχυρος ἐξουσία τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ὅμως δὲν ἀπεκτείνετο ἐπὶ τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο ἐν ἐδάφεσιν ἀνεξαρτήτων ἀπὸ τὴν τουρκικὴν κυβέρνησιν κρατῶν.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴν σειρὰν της ἀπεδείχθη ὅτι κατέχει τὰ ἑξῆς διαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Στὴν Ῥωσία ἡ Ἐκκλησία ἠλαύνε διαίτερης ὑποστήριξης ἐξαρχῆς ὑπὸ τῶν μεγάλων πριγκίπων καὶ ἀργότερα ὑπὸ τῶν τσάρων καὶ τῶν αὐτοκρατόρων. Οἱ χριστιανοὶ τῆς ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, τὴν ὁποίαν διοικοῦσεν ἕνας μουσουλμάνος σουλτάνος, ἐγνώριζον ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἀνεξάρτητον ῥωσικὸν κράτος, τὸ ὁποῖον διοικεῖ ἕνας ὀρθόδοξος τσάρος. Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴν τοῦ ὑστεροῦ Μεσαίωνα καὶ κατὰ τὴν Νεωτέραν ἐποχὴν ἡ Ῥωσία ἦτο ἡ μόνη Ὀρθόδοξος Αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία οὐχὶ μόνον διεδέχθη, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ὡρισμένα κριτήρια ὑπερέβη τὸ Ὀρθόδοξον Βυζάντιον. Ἡ κατὰ τὸν Πατριάρχην Ἱεροσολύμων Δοσίθεον¹⁷ «Θεόστεπτος αὐτοκρατορία» ἔπρεπε νὰ διασώσῃ τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν δουλεία.
  2. Ἡ ἐδαφικὴ ἔκτασις τοῦ κράτους τῆς Ῥωσίας καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ Ῥωσικὴ Αὐτοκρατορία ὑπερέβη τὸ Βυζάντιον.
  3. Ἡ Ῥωσία ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ ῥωσικοῦ βασιλείου ἦτο πολυεθνικὸν κράτος, ποὺ δὲν περιοριζότο ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ῥωσικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον ὡστόσον διεδραμάτισε καθοριστικὸν ρόλον πολιτιστικὰ καὶ πνευματικά.
  4. Ὅπως καὶ ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οὕτω καὶ ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦτο βεβαία γιὰ τὴν ἀποστολικήν της προέλευσιν μέσῳ τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος κατέφθασεν οὐχὶ μόνον εἰς τὰ τείχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ Νόβγκοροντ.

Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἤρχισαν σταδιακῶς νὰ οἰκοδομῶνται αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς καὶ τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ τακτικαὶ ἐπισκέψεις τῶν ἱεραρχῶν τῆς ἀνατολῆς εἰς τὴν Γῆν τῶν Ρῶς, συνοδευόμεναι ὑπὸ παρόντος καὶ συλλογικῆς καθεδρᾶς οἰκονομικῆς βοηθείας, τὴν ὁποίαν τόσην ἀνάγκην εἶχεν ἡ Ὀρθόδοξος ἀνατολή.

Ἐν τῇ Γῇ τῶν Ρῶς ἀπεδέχοντο τὸ πρωτεῖον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὴν η΄ ἐρωταπόκρισιν τῶν Πατριαρχῶν τῆς ἀνατολῆς τὸ ἔτος 1663), ἀλλὰ μόνον τότε ὅταν ἦτο ἀπαραίτητον γιὰ τὴν ἀντιμετώπισιν ἐσωτερικῶν σκοπῶν καὶ ζητημάτων. Καὶ ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει ἀνεγνώριζον τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν δύναμιν τῆς Ῥωσίας, τὴν ὁποίαν ἀπεδείκνυον ἡρωικαὶ στοὺς λεγομένους ῥωσοτουρκικοὺς πολέμους (ἀνεξαρτήτως τοῦ πῶς ἐκτιμοῦν αὐτοὺς τοὺς πολέμους οἱ σύγχρονοι φιλοδυτικοὶ ἱστορικοί)¹⁸.


Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ Βαλκάνια

Σὲ δυσχερεῖς συνθήκας ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρέπει νὰ εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ οὐχὶ μόνον μὲ τὰς παλαίφατας ἀποστολικὰς ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλας τὰς λοιπάς, συμπεριλαμβανομένων κἀκείνων τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς σλαβικῆς. Οἱ ἐκκλησίαι Σερβίας καὶ Βουλγαρίας ἐθεωροῦντο παλαιόθεν Αὐτοκέφαλες. «Αὐτοκέφαλη» στὸ κανονικὸν δίκαιον θεωρεῖται μία ἐκκλησία μὲ πατριαρχικὸν τύπον, ἐν τῇ ἀρχικῇ της ἐννοίᾳ ὁ «αὐτοκέφαλος» σημαίνει «αὐτοτελής/ἐλεύθερος».

Οἱ παλαιαὶ ἐκκλησίαι ἐν τοῖς Βαλκανίοις, ἀρχιεπισκοπαὶ ἢ Πατριαρχεῖα, δὲν ἐθεωροῦντο ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ὁλοκληρωμέναι, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ σχετικὸν μήνυμα τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἁγίου Καλλίστου (14ος αἰ.) πρὸς τὸν ἱερὸν κλῆρον καὶ τοὺς μονάζοντας τῆς ἱερᾶς ἀρχιεπισκοπῆς Τυρνόβου¹⁹.

Οἱ αὐταὶ αἱ Βαλκανικαὶ ἐκκλησίαι ἐνόουν τὸν ἑαυτὸν τους οὐχὶ τόσον ὑποταγμένον, ὅσον ἐλεύθερον. Ἴσως, σὲ μίαν τοιαύτην προσέγγισιν ἐκρύβετο κάποια ὑπερβολικὴ φυγόκεντρος δύναμις. Ἀλλὰ γενικότερα τὰ προνόμια τῶν Βαλκανικῶν ἐκκλησιῶν οἰκοδομοῦντο ἐπὶ ἀγαθῶν θεμελίων.

Ἡ α΄ Ἰουστινιανή, ποὺ τὴν ἐδημιούργησεν ἐν τοῖς Βαλκανίοις ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανὸς κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ 6ου αἰ. μ.Χ., ἦτο ἡ πρώτη στὰ Βαλκάνια ἐκκλησία, ποὺ ἔλαβεν ἰσοτίμους μετὰ τὴν Ῥώμην καὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν δικαστικὰς ἀρμοδιότητας. Οἱ μεταγενέστερες ἐκκλησίαι Βουλγαρίας καὶ Μακεδονίας ἐθεωροῦν τὸν ἑαυτὸν τους διαδόχους τῆς α΄ Ἰουστινιανῆς, πρᾶγμα ποὺ ἀποτυπώνεται καὶ εἰς τοὺς τίτλους τῶν Προκαθημένων των.

Ἀπὸ τοῦ παρόντος οἱ κανονολόγοι, ἱστορικοὶ καὶ θεολόγοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς-νομικῆς θεωρίας τοῦ μητροπολίτου Περιστερίου Γρηγορίου Παπαθωμᾶ ἐπιμένουν ὅτι οἱ ὀρθόδοξες ἐκκλησίαι τῶν Βαλκανίων ἦσαν δευτέρας κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι τὸν 19ον αἰ. σὺν ἠναγκάσθησαν τὴν ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ ταῖς χορηγήσῃ αὐτοκέφαλον ἀπὸ τὴν ἐπίπεσιν πολιτικῶν συγκυριῶν. Ἐν τῇ πραγματικότητι τὰ αὐτοκέφαλά των εἶναι πολὺ παλαιότερα καὶ τὸν 19ον αἰ. ἁπλῶς συνέβη ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς τάξεως, ποὺ εἶχεν ἀπολεσθῇ λόγῳ περιπλόκων πολιτικῶν καὶ ἄλλων ἐξωτερικῶν παραγόντων.

Ὁ ὡς ἄνω, ὅλαι αἱ ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο τόσον ἐν τῷ ἐδάφει τῆς ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ὅσον καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων της, ἐτέλουν ἐν ἁρμονίᾳ, ἡ διατάραξις τῆς ὁποίας ὁδηγοῦσεν εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς πνευματικῆς ἑνότητος καὶ εἰς δυσθεράπευτα σχίσματα.


Ἡ διατάραξις τῆς ἁρμονίας τὸ 1872

Τὸ 1872 ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς κατεδίκασε τὴν συσταθεῖσαν τὸ 1870 Βουλγαρικὴν ἐξαρχίαν ὡς ἔνοχον γιὰ «φυλετισμόν» (προτίμησιν τῶν ἰδιωτικῶν, ἐθνικῶν συμφερόντων ἔναντι τῶν κοινῶν ἐκκλησιαστικῶν). Ἐν τῇ ἐν λόγῳ καταδίκῃ ἐπικεντρώθη ἡ χαρακτηριστικὴ γιὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς ἀνατολῆς μονομέρεια ἐπὶ πλέον μιᾶς ἄλλης φυλετικῆς βάσεως, τῆς ἑλληνικῆς.

Ἡ καταδίκη τοῦ φυλετισμοῦ κατέστη ταυτοχρόνως θρίαμβος τῶν οἰκείων δικαιωμάτων τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μὲ καθιέρωσιν τῆς πραγματικῆς καὶ ἐν δυνάμει δυνατότητος γιὰ κόμη μεγαλυτέραν ἀνάπτυξιν τῆς μονομέρειας, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον «ἰσχὺν οὐκ ἔχει»²⁰. Ὁ λόγιος ἀρχειονόμος τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στὰ τέλη τοῦ 19ου – ἀρχὰς τοῦ 20οῦ αἰ. Μανουὴλ Ἰω. Γεδεὼν ἐμφάνισε τὴν σύστασιν τῆς Βουλγαρικῆς ἐξαρχίας ὡς τὴν ἰσχυροτέραν πρόκλησιν γιὰ τὰ προνόμια τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἐν τῇ μακραίωνῃ ἱστορίᾳ του²¹.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσπαθοῦσε νὰ ἀποφύγῃ τὰς δύο ἀκρότητας καὶ νὰ παρουσιάσῃ μίαν ἐπίλυσιν τῆς διαφορᾶς βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς χρυσῆς τομῆς. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔπαιξε τὸν ρόλον τοῦ «κατέχοντος» καὶ συμφιλιωτοῦ, ἐν καὶ οἱ φιλικῶς πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν διακείμενοι θεολόγοι ἔβλεπαν στὴν συνδρομὴ τῆς Ῥωσίας πολὺ μεγαλυτέρας ἀπειλὰς παρ' ὅ,τι στὴν ἐξουσίαν τῶν Τούρκων²².


Τἀνώτατον ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον

Τὸ ζήτημα τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου εἶναι τῆς αὐτῆς κατηγορίας, ὅπως καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπονομῆς αὐτοκέφαλου καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς Συνάξεως Προκαθημένων τῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ θὰ ἐξετάζονται χωριστὰ ἐν τοῖς ἐπομένοις δημοσιεύμασι. Ἐν τῇ ἱστορικῇ ἀναδρομῇ αἱ περίοριαι πράξεις ἐπετρέποντο στὰς περιπτώσεις ἀποστολῆς καὶ ἐπὶ μεμονωμένων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων. Ὡστόσο, σὲ περίπτωσιν νομιμοποιήσεως τῆς λειτουργίας τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου ἐν τῷ προσώπῳ ἑνὸς καὶ μόνον τόμου – τοῦ ἐπικεφαλῆς τῆς ἐκκλησίας καὶ τιμητικῶς πρώτου – δημιουργεῖται μία ἄκρως ἐπικίνδυνος κατάστασις, ποὺ ἀπειλεῖ μὲ ἐπιπτώσεις τοῦ πλέον πωδυνοῦ σχίσματος.

Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως προσπαθεῖ νὰ καταδείξῃ τὰς ἀρχικὰς του δικαστικὰς ἀρμοδιότητας, αἱ ὁποῖαι δῆθεν ἐπιβεβαιώνονται εἰς τοὺς κανόνας 9, 17 καὶ 28 τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου καὶ στὴν προγενεστέραν (καὶ μεταγενεστέραν) πρακτικὴν τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ἐν τῇ πραγματικότητι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου δὲν εἶναι καὶ τόσον διαφιλονικούμενον, ὥστε νὰ δύναται νὰ φανῇ ἐκ πρώτης ψεύδους κόμη καὶ κατὰ τὸ ἀπόγειον τῆς ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Σὲ κάθε περίπτωσιν οἱ ἀνώτατοι πνευματικοὶ δικασταὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης Τοπικῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ οἰκεῖοι αὐτῶν Προκαθήμενοι. Αὐτὸς εἶναι ὁ παράγραφος κανὼν, ἄλλος δὲν ὑπάρχει, οὔτε μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ.

Οἱ παραπομπαὶ εἰς τὴν Χαλκηδόνα, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἑρμηνείας τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος²³ κ.τ.λ., γίνονται ὑπὸ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου ἐξουσίας χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ' ὄψιν ἡ πολύτως νέα ἐποχή, ποὺ ἡ ἰσότης τῶν ἐκκλησιῶν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς νομικῆς, εἶναι οὐσιῶδες θεμέλιον γιὰ τὴν παρουσίαν καὶ τὴν δράσιν των, κόμη καὶ ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς συνοδικῆς των ἑνότητος.

Ἐν τῇ οὐσίᾳ τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως διεμόρφωσε μίαν βάσιν ψευδῶν ἐπιχειρημάτων ἐκ μερικῶν κανόνων καὶ σχετικῶν ἑρμηνειῶν τους, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδίας ἀξιώσεις του ὡς πρώτου ἐν ἐξουσίᾳ ἐν τῇ ἀνατολῇ. Αὐτὴ ἡ «βάσις» ἀνταποκρίνεται θεωρητικῶς εἰς τὰς κραυγὰς σκέψεις, ποὺ ἐκτέθησαν ἐν τῇ «Ἐπαναγωγῇ» («Εἰσαγωγή»), ἕνα μνημεῖον τοῦ ἔτους 880 μ.Χ., τὸ ὁποῖον οὐδέποτε δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸν εἰς κοινὸν ἐκκλησιαστικὸν ἐπίπεδον²⁴.

Ἡ ἄσκησις τῶν περιόριων καὶ ἐξωδικαιοδοτικῶν δικαστικῶν ἀρμοδιοτήτων ἀποτελεῖ σήμερον τὴν πλέον ἰσχυρὰν ἔκδηλωσιν τοῦ πρωτείου ἐξουσίας, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν διαταραχὴν τῆς ἑνότητος, τῆς συνοδικότητος καὶ τῆς ἁρμονίας.


ἐκκλησιαστικἑνότης: ἀνεπίτευκτος ἢ πραγματική;

Σήμερον λοιπὸν ἔχει προκληθεῖ ἀπώλεια τῆς συμφωνίας καὶ τῆς ἁρμονίας μεταξὺ τῶν κατὰ τόπους ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν. Δυστυχῶς, ὡς ἀποτέλεσμα τῶν μονομερῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τὸ πρωτεῖον τιμῆς, ποὺ μετεξελίχθη εἰς πρωτεῖον ἐξουσίας, ὑπερέβη κάθε ἀποδεκτὸν ὅριον. Ἡ βαθιὰ πεποίθησις τῆς προφανοῦς δικαιούσης πλευρᾶς γιὰ τὸ δίκαιό της ὁδήγησεν εἰς τὴν συσπείρωσιν τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς νὰ καταβληθοῦν προσπάθειαι νὰ δοθῇ μία σοβαρὰ ἐπιστημονικὴ θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορικὴ θεμελίωσις, πρᾶγμα ποὺ ἐπὶ θέσει ἀρχῆς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.

Ἡ κοινὴ δεολογία τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐργαλείων τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς καὶ ἀμερικανικῆς ἐπιστήμης ἐξακολουθεῖ ὡστόσον νὰ διατυπώνεται μὲ ἀπόβαθρον τὴν ἐπιφανειακὴν ἀληθοφάνειαν.

Οἱ προσπάθειαι τῶν θεολόγων καὶ κανονολόγων τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀγνοοῦνται, δὲν εἰσακούονται, δὲν λαμβάνονται ὑπ' ὄψιν, παραμένουν ἀναπάντητοι ἢ λαμβάνουν μίαν τυπικὴν ἀπάντησιν, οὐχὶ τόσον βάσει τῆς ἐπιστήμης, ὅσον βάσει δεολογικῶν ἀρχῶν.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπεχώρησεν εἰς τὸ Σκοπιανὸν ζήτημα, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀποχωρήσῃ εἰς τὸ Οὐκρανικόν. Διατί; Ἡ ἀντικανονικότης τῶν ληφθέντων μέτρων εἶναι τοσοῦτον κραυγαλέα, ὥστε σὲ περίπτωσιν ἀναγνωρίσεώς των ὑφ' ὁιασδήποτε ἐκκλησίας, ἀπειλεῖ μὲ σοβαρὰν διαίρεσιν ἢ ἀπόσπασιν μερίδος πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς φετηρίαν ἔχουν τὴν διαφύλαξιν τῆς παραδόσεως καὶ τῶν παραδοσιακῶν πνευματικῶν ἀξιῶν.

Ἡ μοναδικὴ ὁδὸς γιὰ θεραπείαν τοῦ σχίσματος εἶναι ἡ ἀποποίησις τῶν περιόριων μέτρων καὶ τῶν συνεπειῶν των ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, γεγονὸς ποὺ μὲ ἀπόβαθρον τὴν ῥητορικήν του καὶ τὰς συγκεκριμένας μεταγενεστέρας ἐνεργείας κρίνεται ἀπίθανον. Ὡστόσο, ὁ πεζοπόρος εἶναι ποὺ περνικᾶ τὸν δρόμον. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς ἐκκλησίας συνέβησαν θρασέες προσχωρήσεις εἰς σχίσμα ἢ εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην αἵρεσιν, αἱ ὁποῖαι εἰς τελικὴν ἀνάλυσιν περικεράσθησαν.

Ὁ ὄψιμος βυζαντινὸς θεολόγος ἅγιος Νεῖλος Καβάσιλας ἔγραψεν ὅτι μὲ «κοινὰς» ὑποθέσεις τῆς ἐκκλησίας ὁ «πρῶτος» δύναται νὰ ἀσχοληθῇ σὲ συμφωνίᾳ μὲ ὅλους τοὺς λοιπούς, ἀλλὰ οὐχὶ ἐπὶ μόνος του²⁵. Εἶναι ἀποδεκτὸν τὸ πρωτεῖον τιμῆς, ἀλλὰ τὸ πρωτεῖον ἐξουσίας ἔρχεται νὰ πολεμήσῃ «τὴν κοινὴν εἰρήνην τῆς ἐκκλησίας»²⁶. Αὐταὶ αἱ σκέψεις εἶναι σήμερον ἐπίκαιραι ὅσον ποτὲ ἄλλοτε.

Ἡ ἐφεξῆς συγγραφὴ ἐκκλησιαστικῶν ἱστορικῶν καὶ κανονικῶν-θεολογικῶν μελετῶν ἐπὶ τοῦ ἐπίμαχου ζητήματος θὰ μπορέσῃ, ὅπως τὸ ὕδωρ ποὺ λαξεύει τὴν πέτραν, νὰ δημιουργήσῃ προϋποθέσεις γιὰ τὴν διευθέτησιν τῆς καταστάσεως καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀπολεσθείσης ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος.

Θα δημιουργήσω ένα ενιαίο κείμενο συνενώνοντας όλα τα αποσπάσματα που μου δώσατε, με σωστή μορφοποίηση και δομή.


ΕΝΙΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Εισαγωγή

Ἐπιθυμοῦμε ἕνα οὐσιαστικὸ διάλογο μὲ τοὺς Ῥώσους ἀδελφούς, προάγοντας μία δημιουργικὴ θεολογικὴ ἀντιπαράθεση μὲ τοὺς Ἕλληνες θεολόγους τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Σὲ μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία προωθεῖται ἡ προσέγγιση μὲ ἑτεροδόξους καὶ αἱρετικούς, ἐνῶ ὁ σχετικὸς διάλογος χαρακτηρίζεται ὡς «διάλογος ἀγάπης», θεωροῦμε ἀδιανόητο νὰ μὴ τίθεται μὲ τὴν ἴδια σοβαρότητα τὸ ζήτημα τῆς πανορθόδοξης ἑνότητας ἐν τῇ πίστει τῶν Πατέρων. Εἴθε οἱ στῆλες τῆς ἐφημερίδας νὰ συμβάλουν οὐσιαστικὰ στὴν προώθηση αὐτοῦ τοῦ θεάρεστου ἔργου.


Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βιώνει σήμερα ἕνα μεγάλο σχίσμα, ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ τὶς μονομερεῖς ἐνέργειες τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ὡστόσο ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, καὶ κόμη καὶ στὴν περίπτωση, ποὺ ἕνα τμῆμα ἀποκόπτεται ἀπ' αὐτή, δὲν χάνει τὴν ἑνότητά της.

Ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν (πρβλ. Ἰω. 17, 21), μᾶς διδάσκει ὁ Σωτὴρ Χριστός. Ἐπίσης ἀναγιγνώσκουμε καὶ ψάλλουμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Πιστεύω εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν».

Ἡ ἑνότητα εἶναι μία ἐκ τῶν κομβικῶν διοτήτων τῆς Ἐκκλησίας. Μία ἄλλη παρόμοια διότητα εἶναι ἡ καθολικότητα. Ἐκτὸς τῆς ἑνότητας καὶ τῆς καθολικότητας ἡ διάρθρωση τῆς Ἐκκλησίας δύναται νὰ περιγραφεῖ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας. Ἀπὸ αὐτὴς τῆς ἔννοιας θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὸ πλαίσιο αὐτῆς τῆς συντόμου ἐπισκοπήσεώς μας.

Ἡ ἁρμονία προβλέπει τὴν συνύπαρξη ἑνίων τμημάτων τοῦ συνόλου σὲ συμφωνία μεταξύ τους. Τὰ ἐν λόγῳ τμήματα δύνανται νὰ διαφέρουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μεταξύ τους, νὰ ἀγνοοῦν ἢ νὰ πολεμοῦν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Τὰ τμήματα τῆς ἁρμονίας ὀφείλουν νὰ συνυπάρχουν βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἀλληλοσυμπληρώσεως, καθὼς καὶ σὲ ἀλληλοβοήθεια καὶ σὲ ἀμοιβαία συμφωνία.

Σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ Liddell H.G., Scott R. ἡ λέξη «ἁρμονία» εἶναι ἄκρως πολυσήμαντη: μέσον πρὸς συναρμογή, συμφωνία, τάξις κ.ο.κ.¹

Ἡ ἁρμονία εἶναι ἀρχαία λέξη, ποὺ χρησιμοποιήθηκε στὴν Ὁμηρικὴ ποίηση², τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ποίηση³ καθὼς καὶ ὡς αἰσθητικὴ κατηγορία. Ἡ ποίηση ὡς πεδίο λεκτικῆς δημιουργίας κατὰ τὸ μέγιστο δυνατὸν προσεγγίζει τὴν μουσική. Ὁ Πυθαγόρας ἄκουσε τὴν «μελῳδικὴν ἁρμονίαν» ὅταν περιῆλθε σὲ κύστα σφαίρης⁴. Ὁ φιλόσοφος Ἐμπεδοκλῆς δίδασκε περὶ τῆς οἰκουμενικῆς ἁρμονίας τοῦ παντός, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἁρμονίας τῶν ἀστέρων⁵.

Ὁ Φιλόλαος προσδιόριζε τὴν ἁρμονία ὡς «συνδυασμὸν» ἢ «μεῖγμα» τῶν «ἐναντίων» ἀρχῶν⁶. Ὁ Πλάτων ὡς ἁρμονία κατανοοῦσε τὴν πνευματικὴ «θείαν» ἀρχὴ τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν (εἰδῶν), ἡ λύρα ποὺ ἦταν ὄργανο γιὰ τὴν παραγωγὴ χορδῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται σὲ ἁρμονία, ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς γήινης ἀρχῆς⁷.

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι συζητοῦσαν τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ψυχὴ ἦταν ἁρμονία καὶ δίναν ἀπ' αὐτὸ διαφορετικὰς ἀπαντήσεις⁸.

Στὸν Πλάτωνα ἀπαντᾶται ὁ ἄκρως σημαντικὸς ὁρισμὸς τῆς «ἁρμονίας» ὡς «συμφωνίας», ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καμία διαίρεση ἢ ἀντίθεση: «ἡ γὰρ ἁρμονία συμφωνία ἐστίν, συμφωνία δὲ ὁμολογία τις - ὁμολογίαν δὲ οὐ διαφερομένων, ὡς ἂν διαφέρωνται, δύνατον εἶναι· διαφερομένων δὲ οὐδ' ἂν εἰ μὴ ὁμολογοῖεν δύνατον ἁρμόσαι…»⁹.

Ὁ Ἀριστοτέλης ἐπίσης φαρμόζοντας τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἔναντι τῆς ψυχῆς γράφει ὅτι ἡ ἁρμονία εἶναι μίγμα ἐναντίων ἀρχῶν, ἀλλὰ στὴν ψυχὴ τέτοιες ἀρχαὶ δὲν ὑφίστανται¹⁰.

Στὴ χριστιανικὴ παράδοση ἡ ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἐφαρμοζόταν ἔναντι τοῦ συνδυασμοῦ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, γιὰ τὸν ὁποῖον ἕνας ἐκ τῶν πρώτων ἔγραψε ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυρας¹¹.

Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου ἐφάρμοσε τὸν ὅρο «ἁρμονία» ὡς πρὸς τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, χρησιμοποιῶντας τὴν ἔκφραση «ἁρμονία πατρός»¹².

Μὲ τὴ σειρὰ του ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρεὺς ἔγραψε ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ: «Τοῦτό ἐστι γώ, τοῦτο βούλεται ὁ θεός, τοῦτο συμφωνία ἐστί, τοῦτο ἁρμονία πατρός, τοῦτο υἱοῦ, τοῦτο Χριστός, τοῦτο ὁ λόγος τοῦ θεοῦ, βραχίων κυρίου, δύναμις τῶν ὅλων, τὸ θέλημα τοῦ πατρός»¹³.

Στοὺς μεταγενέστερους ἁγίους πατέρας καὶ χριστιανοὺς συγγραφεῖς ὁ ὅρος «ἁρμονία» χρησιμοποιεῖτο καὶ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς συνένωσης τῶν ἐναντίων καὶ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς πλήρους συμφωνίας τῶν στοιχείων ἢ τμημάτων, ποὺ συγκροτοῦν τὴν ἁρμονία.

Μετὰ τὴ σύντομη ἐπισκόπηση τῆς ἱστορίας τῆς ἔννοιας τῆς ἁρμονίας δύναται νὰ ἀναλυθεῖ μὲ παράδειγμα τὴ διάρθρωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατὰ τὴν α΄, τὴ β΄ καὶ στὶς ἀρχὰς τῆς γ΄ χιλιετίας.


Δύσις καἈνατολὴ τὴν α΄ χιλιετίαν (πρὸ τοῦ σχίσματος τοῦ 1054)

Στὶς σχέσεις τῆς Δυτικῆς (Ῥώμη) καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας (Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ λοιπὰ Πατριαρχεῖα) δύναται νὰ διαφανεῖ ὡρισμένη ἁρμονία. Τὴν πρώτη χιλιετία ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης στὴ Δύση, ὅπως καὶ ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως στὴν Ἀνατολὴ (ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν 4ο αἰ. μ.Χ.) πολάμβαναν συγκεκριμένα προνόμια, τὰ ὁποῖα δὲν παρεμπόδιζαν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα, ἀλλὰ συνέδραμαν στὴν ἐξασφάλιση τῆς ἐν λόγῳ ἑνότητας μέσα ἀπὸ τὸν ἀμοιβαῖον ἐμπλουτισμὸ (ἐν καὶ χωρὶς δυσκολίες).

Ὡς παριθμήσουμε τὰ πρεσβεῖα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ῥώμης:

  1. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης ἦταν ἀποστολικῆς προελεύσεως. Ὁ ἱδρυτὴς της ἀπόστολος Πέτρος, θεωρεῖται ἕνας ἐκ τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἠξιώθη μίας διαίτερης ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὸν Σωτῆρα Χριστό, ὅπως καταφαίνεται ἀπὸ τὰ ἑξῆς λόγια Του: «Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18). Ὅμως ὡς «πέτρα» οἱ ἀνατολικοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ χριστιανοὶ συγγραφεῖς κατανοοῦσαν οὐχὶ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀλλὰ τὴν κοινὴν ἀρετὴ τῆς πίστεως καὶ ἄλλες ἀρετές.
  2. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης εἶχε τὴν ἕδρα της στὴν πρωτεύουσα τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ μετὰ τὴ δημιουργία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὴν πρωτεύουσα τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (μέχρι τὴν ἅλωση τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 476). Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴ τῆς Συνόδου ἐν Χαλκηδόνι (451 μ.Χ.) ὁ αὐτοκράτορας τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας κατεῖχε τὸ πρωτεῖα στὶς ἐπίσημες ὑπογραφές, ἐν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τὸ δευτερεῖα¹⁴. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης στηριζόταν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ πρωτείου τῆς Ῥώμης καὶ τὴν περίοδο ποὺ ὑπῆρχε, καὶ τὴν περίοδο ποὺ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει.
  3. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καταλάμβανε τὴν πρώτη θέση στὰ δίπτυχα τῶν ἐκκλησιῶν, δηλαδὴ κατεῖχε τὸ πρωτεῖα τιμῆς.
  4. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης ὑπερασπιζόταν τὸ ἄμωμον τῆς πίστεως καὶ βοηθοῦσε τὴν ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν στὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων, ὅπως λ.χ. στὴν πολεμικὴ κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ ἀργότερα κατὰ τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ.
  5. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης διεκδικοῦσε τὸ πρωτεῖο οὐχὶ μόνον τιμῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξουσίας, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία ποὺ δίδετο στοὺς κανόνες τῆς ἐν Σαρδικῇ Συνόδου σχετικὰ μὲ τὴν ἔκκλητον πρὸς τὸν Πάπα τῆς Ῥώμης. Τὸ δικαστικὸ πρωτεῖο τῆς Ῥώμης λειτουργοῦσε ἐνίοτε πρὸς ὄφελος τῆς ἀνατολῆς, ὅπως, λ.χ. στὴν περίπτωση τῆς ἀθῳώσεως ἀπὸ τὸν Πάπα τῆς Ῥώμης Ἰούλιο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος διώκετο ἀπὸ τοὺς φιλοαρειανικοὺς ἐπισκόπους. Γενικότερα τόσο ἡ χριστιανικὴ ἀνατολή, ὅσο καὶ ἡ Δύση δὲν ἀναγνώρισαν τὸ πρωτεῖο τῆς Ῥώμης οὔτε θεωρητικά, ἀλλὰ οὔτε καὶ πρακτικῶς (ἂν θυμηθοῦμε τὴν αὐτοτελῆ θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καρθαγένης, ποὺ δὲν ὑπαγόταν σ' ἐκείνη τῆς Ῥώμης).

Ὅλες οἱ ἀνατολικὲς ἐκκλησίες, ποὺ συμμετεῖχαν τὴν λεγόμενη Πενταρχία ἢ Τετραρχία (χωρὶς τὴ Ῥώμη) κατεῖχαν σειρὰ ἀπὸ δικά τους πρεσβεῖα:

  1. Καθεμία ἐξ αὐτῶν εἶχε διαμφισβήτητο ἀποστολικὴ προέλευση, ἐκτὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ τελευταία μόνον τὸν 9ο αἰ. μ.Χ. συνέδεσε τὴν προέλευσή της μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου.
  2. Ἀπὸ τὸν 4ο – 5ο αἰ. μ.Χ. ἀναδείχθηκαν ὡς ἑπτὰ ἀνεξάρτητα Πατριαρχεῖα, τὰ ὁποῖα συνέπιπταν ἐν πολλοῖς μὲ τὶς διοικήσεις τῆς Ῥωμαϊκῆς/Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας (οὐχὶ ὅμως πλήρως).
  3. Κάθε Πατριαρχεῖο κατεῖχε τὴν οἰκεία αὐτοῦ θέση στὰ δίπτυχα τῶν ἐκκλησιῶν, ἐν καὶ οὐχὶ τὴν πρώτη, πάντως μία ἀναγνωρισμένη θέση, ποὺ τοῦ ἐξασφάλιζε κατ' οὐσίαν τὰ ἴσα δικαιώματα στὶς σχέσεις μὲ τὰ ἄλλα Πατριαρχεῖα.
  4. Οἱ ἀνατολικοὶ ἅγιοι Πατέρες ἐπέδειξαν στὰ θέματα τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως ζῆλον οὐχὶ μικρότερον τῶν δυτικῶν. Ἡ προτεραιότητα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης στὸν ἀρχαῖο πολιτισμὸ δήλωνε καὶ κατὰ κάποιο βαθμὸ ὑπέδειξε καὶ τὴν προτεραιότητα τῆς ἑλληνικῆς θεολογίας, ποὺ ἀποτελεῖ σε (τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν) τὸ πρωτότυπον ὡς πίνακα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον οἱ δυτικοὶ ζωγράφοι κατάφεραν νὰ ἀναπαράγουν ἕνα ποιοτικὸ ἀντίγραφο, ποὺ ἐν καὶ ἐμπλουτίσθηκε ἀπὸ τὴν δική τους ἐμπειρία, παρέμενε δευτερεύουσας σημασίας.
  5. Κάθε Πατριάρχης ἦσκει τὰς ἀνωτάτας δικαστικὰς ἀρμοδιότητας ἐντὸς τῆς οἰκείας του δικαιοδοσίας.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σὲ ἀντιδιαστολὴ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς, τῆς Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καὶ τῆς ἱερᾶς ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, διέθετε μερικὰ δικά της διαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἦταν πρωτεύουσα τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸ 324 καὶ ἐφεξῆς ἤρχισε νὰ θεωρεῖται τὸ προνομιοῦχον τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας, κόμη καὶ ὡς ἕδρα τοῦ μονάρχου κυβερνήτη (ἀπὸ τὸ 324 μ.Χ.), τοῦ αὐτοκράτορος ἁγίου Κωνσταντίνου. Ὡς ἐκκλησία τῆς πρωτευούσης ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἠλαύνε διαίτερης ὑποστήριξης τοῦ αὐτοκράτορος.
  2. Τὰ δικαστικά, δικαιοδοτικὰ καὶ «περίορια» δικαιώματα (τὸ ζήτημα περὶ τῶν τελευταίων θὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ χωριστά) τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως διατυπώθηκαν διαιτέρως στὸν 9ο, τὸν 17ο καὶ τὸν 28ο κανόνα τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου. Στὴν πραγματικότητα ἦταν ἀποκλειστικῶς ἐνδοδικαιοδοτικὰ δικαιώματα. Ὡστόσο ὑπῆρξε καὶ προηγούμενον περιόριων ἢ ἐξωδικαιοδοτικῶν πράξεων, ποὺ ἐγίνησαν μὲ συγκατάθεση τῶν πλευρῶν καὶ κατὰ κανόνα δὲν ἐπέφεραν ζημία στὴν ἐκκλησιαστικὴν ἑνότητα καὶ μόνοιαν.
  3. Στὸ κανονικὸ ἔδαφος τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως συνήλθαν καὶ οἱ ἑπτὰ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, ποὺ ἀποτελοῦν τὰ ἀνώτατα νομοθετικὰ καὶ διοικητικὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας. Καμία ἐκ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν συνήλθε οὔτε στὴ Ῥώμη, οὔτε στὸ ἔδαφος ἄλλου Πατριαρχείου, πρᾶγμα, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως ἀποδεικνύει μεταξὺ ἄλλων καὶ ἕνα ὡρισμένον κῦρος τῆς ἐκκλησίας τῆς πρωτευούσης τῆς αὐτοκρατορίας γιὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν γενικῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων.
  4. Μετὰ τὴν κατάκτηση ὑπὸ τῶν Περσῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ ὑπὸ τῶν Ἀράβων τοῦ ἐδάφους τῶν ἕδρων τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς τὸν 7ο αἰ. μ.Χ. ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρέμεινεν ἡ μόνη ἐλεύθερη ἐκκλησία στὸ Βυζάντιον.

Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καὶ ἐκείνη τῆς Κωνσταντινουπόλεως (μαζὶ μὲ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς) συγκροτοῦσαν ὡς ἕνα ἑνιαῖον σύνολο, δηλαδὴ τὴν «Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Ἡ Ῥώμη, ποὺ κατεῖχε τὸ πρωτεῖον τιμῆς, θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται σὲ ἁρμονικὰς σχέσεις μὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν ὡς πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου. Οἱ Πάπες τῆς Ῥώμης ἐμποροῦσαν νὰ θεωροῦν τὸν ἑαυτὸν τους εἰδικοὺς φύλακας τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔπρεπε εἰλικρινῶς νὰ δεχθοῦν ὅτι ἡ βασικὴ παράδοσις τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως διαμορφωνόταν οὐχὶ τόσον στὴ Δύσιν, ὅσον στὴν Ἀνατολήν. Ἀκριβῶς κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον ἐσκέπτετο ἀναμφίβολα ὁ ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως Πάπας Μαρτῖνος, ὁ ὁποῖος προσκάλεσε στὴ Σύνοδον τοῦ Λατερανοῦ τὸν ὅσιον Μάξιμον ὁμολογητήν, τὸν κορυφαῖον ὑπερασπιστὴν τῆς Ὀρθοδόξου χριστολογίας ἔναντιον τῶν αἱρέσεων τοῦ μονοενεργητισμοῦ καὶ τοῦ μονοθελητισμοῦ.

Ἐν καὶ ἡ Δύσις καὶ ἡ Ἀνατολὴ εἶχαν κατὰ διαστήματα τεταμένες σχέσεις, κυρίως λόγῳ τῆς ἐπιδιώξεως οὐχὶ μόνον τοῦ (ἀποδεκτοῦ) πρωτείου τιμῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ (παράδεκτου ὡς περίορια ἐπίπεδα ἐκτὸς τῆς οἰκείας δικαιοδοσίας) πρωτείου ἐξουσίας, γενικότερα εὑρίσκαν τὴν ἐσωτερικὴν δύναμιν νὰ ὑποχωροῦν, νὰ μὴ ἐπιμένουν ὑπερβολικῶς στὶς θέσεις τους καὶ νὰ διαφυλάσσουν τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἑνότητα.

Ἐν τούτοις μετὰ τὸ 1054 ἐχάθη αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ δὲν ἔχει μέχρι σήμερα ἀποκατασταθῇ.


Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μετὰ τὸ Μέγα Σχίσμα

Μετὰ τὴν ἀπόσχισιν τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν τὸ 1054 ἦλθε ἡ πνευματικὴ καταστροφή. Οἱ δυτικοὶ χριστιανοὶ κατὰ τὴν σκοπιὰν τῶν ἀνατολικῶν, περιῆλθαν οὐχὶ ἁπλῶς εἰς κατάστασιν σχίσματος, ἀλλὰ καὶ αἱρέσεως, διότι πρέσβευαν τὴν λεγομένην διδασκαλίαν τοῦ Filioque (περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ καὶ τοῦ Υἱοῦ), παράδεκτην ἀπὸ τὴν σκοπιὰν τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ ἠκολούθουν μερικὰς διαίτερας τελετουργικὰς πρακτικὰς (λ.χ. ἡ Θεία Μετάληψις μὲ ἄζυμα), οἱ ὁποῖες ἀπορρίπτονταν ὡς παράδεκται καὶ ἐγκυμονοῦσες τὸν κίνδυνον κιβδηλώσεως τῆς πίστεως¹⁵. Οἱ αὐταὶ αἱ ἀνατολικαὶ ὀρθόδοξες ἐκκλησίαι στὰς μεταξὺ τους σχέσεις ἐξακολουθοῦσαν νὰ ἐφαρμόζουν τὴν ἀρχὴν τῆς ἁρμονίας. Ταυτοχρόνως εἶχαν σὲ διατηρημένην τὴν πρώτην θέσιν στὸ ἱερὸν Δίπτυχα γιὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ῥώμης, ἡ ὁποία θὰ ἠμποροῦσε νὰ τὴν ἀνακτήσῃ σὲ περίπτωσιν ποὺ διορθωνόταν. Παρὰ τὸ προφανὲς πρεσβεῖον τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ἐκκλησίας τῆς αὐτοκρατορίας, αὐτὴ προσπαθοῦσε νὰ διαφυλάσσῃ ὁσότιμες σχέσεις μὲ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν ὑπεστήριζε καὶ τὰς νεοπαγεῖς σλαβικὰς ἐκκλησίας στὰ Βαλκάνια, δηλ. τὰς Βουλγαρίας καὶ Σερβίας, καὶ ἐν συνεχείᾳ καὶ τῆς Ῥωσίας. Ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως τόνιζε τὴν προτεραιότητά της ἔναντι αὐτῶν (ὡς ἐκκλησία ἔχουσα πρωτεῖον τιμῆς), ἀλλὰ προσπαθοῦσε τὴν διαστιγμὴ οὐχὶ τόσον νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν βοήθειάν τους, ὅσον νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ νὰ συνδράμῃ στὴν διάδοσιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν καὶ παραδόσεων.


Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καῬωσικὈρθόδοξος Ἐκκλησία

Μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Πόλεως τὸ 1453 ἔπαυσεν ἡ ὑποστήριξις τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας. Μποροῦμεν νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἔτος 1453 ἐσήμανε τὸ τέλος τοῦ κρατικοῦ καὶ αὐτοκρατορικοῦ χριστιανισμοῦ στὸ Βυζάντιον, ὅπως καὶ τοῦ Βυζαντίου καθεαυτοῦ.

Ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναδείχθηκε πρῶτα ἀνεξάρτητη μητρόπολις (ἀπὸ τὸ 1448) καὶ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ἐπομένου αἰῶνος καὶ Πατριαρχεῖον (ἀπὸ τὸ 1589 καὶ ὁριστικῶς ἀπὸ τὸ 1590/1593). Ἡ ἐν λόγῳ χρονολογία ἐπιβεβαιώνει ὡρισμένην διαδοχικότητα μεταξὺ τῶν δύο ἐκκλησιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ἀπώλεσε στὴν πράξει τὸ κρατικὸν στήριγμά της, ἐν ἡ δευτέρα τὸ ἀπέκτησε, ἐν ἑτοιμότητι νὰ συνεχίσουν τὴν ἁρμονία τῶν διαμορφωθεισῶν σχέσεών των.

Τὴν περίοδον τῆς λεγομένης τουρκοκρατίας συνέβαιναν οἱ ἑξῆς σημαντικὲς διαδικασίες.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐν τῇ ἥττῃ καὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῆς αὐτοκρατορικῆς της ταυτότητος, ἀπέκτησε νέα ἐπιπρόσθετα προνόμια καὶ δικαιώματα λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ Μωάμεθ ὁ Πορθητὴς τὸ 1454 οὐχὶ μόνον ἀπεκατέστησε τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ τὸν διόρισεν ἐθνάρχη, δηλαδὴ κοσμικὸν ἄρχοντα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους μὲ ἀρμοδιότητες ἐπὶ σειρᾶς ζητημάτων (δίκαιον γάμου, δικαιώματα διοκτησίας κ.τ.λ.). Ὡστόσο, τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως περιῆλθεν εἰς μίαν ἱκανῶς μειονεκτικὴν θέσιν καὶ θὰ ἔπρεπε μερικῶς νὰ «πληρώσῃ» γιὰ τὰ νέα του δικαιώματα μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς ἐκκλησίας. Ἀρχικῶς τὰ δικαιώματα τοῦ ἐθνάρχου Πατριάρχου ἴσχυαν μόνον ἔναντι τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῆς οἰκείας αὐτοῦ δικαιοδοσίας, ἐν μετὰ τὴν ὑποταγὴν τῆς Αἰγύπτου, τῆς Συρίας καὶ τῆς Παλαιστίνης στὸν ὀθωμανοὺς Τούρκους τὸ 1517, ἴσχυαν καὶ ἔναντι τῶν πολοιπῶν Πατριαρχείων τῆς ἀνατολῆς ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ ἑνιαίου «ῥωμαϊκοῦ γένους» (Rum Milleti) ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης¹⁶.

Ἔναντι τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀπέκτησε ὁλοένα καὶ περισσοτέραν, μεγαλυτέραν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία κατὰ τὸν 18ο-19ο αἰ. ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπόγειόν της. Ὡς πρῶτος τιμητικῶς στὴν «πολυπατριαρχικὴν» ἐκκλησίαν τῆς ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέστη στὴν πράξει πρῶτος καὶ τιμητικῶς καὶ ἐξουσιαστικῶς, μὲ τὴν προσωπικὴν ὑποστήριξιν τῶν Τούρκων σουλτάνων, οἱ ὁποῖοι ἐχρειάζοντο τὴν ἀτομικὴν ἐξουσίαν καὶ εὐθύνην του γιὰ τὸν χριστιανικὸν πληθυσμόν. Τὰ «προνόμια» ὑπὸ τῶν μουσουλμάνων κυβερνήτας ἦσαν ἕνα εἶδος ποικοδομήματος στὴν ἐκκλησιαστικὴν νομοθεσίαν, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπεν νὰ διαπιστωθῇ οὐχὶ τόσον ἡ ἐξασθένησις, ὅσον ἡ ἐνδυνάμωσις τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Αὐτὴ ἡ πανίσχυρος ἐξουσία τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ὅμως δὲν ἀπεκτείνετο ἐπὶ τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο ἐν ἐδάφεσιν ἀνεξαρτήτων ἀπὸ τὴν τουρκικὴν κυβέρνησιν κρατῶν.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴν σειρὰν της ἀπεδείχθη ὅτι κατέχει τὰ ἑξῆς διαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Στὴν Ῥωσία ἡ Ἐκκλησία ἠλαύνε διαίτερης ὑποστήριξης ἐξαρχῆς ὑπὸ τῶν μεγάλων πριγκίπων καὶ ἀργότερα ὑπὸ τῶν τσάρων καὶ τῶν αὐτοκρατόρων. Οἱ χριστιανοὶ τῆς ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, τὴν ὁποίαν διοικοῦσεν ἕνας μουσουλμάνος σουλτάνος, ἐγνώριζον ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἀνεξάρτητον ῥωσικὸν κράτος, τὸ ὁποῖον διοικεῖ ἕνας ὀρθόδοξος τσάρος. Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴν τοῦ ὑστεροῦ Μεσαίωνα καὶ κατὰ τὴν Νεωτέραν ἐποχὴν ἡ Ῥωσία ἦτο ἡ μόνη Ὀρθόδοξος Αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία οὐχὶ μόνον διεδέχθη, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ὡρισμένα κριτήρια ὑπερέβη τὸ Ὀρθόδοξον Βυζάντιον. Ἡ κατὰ τὸν Πατριάρχην Ἱεροσολύμων Δοσίθεον¹⁷ «Θεόστεπτος αὐτοκρατορία» ἔπρεπε νὰ διασώσῃ τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν δουλεία.
  2. Ἡ ἐδαφικὴ ἔκτασις τοῦ κράτους τῆς Ῥωσίας καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ Ῥωσικὴ Αὐτοκρατορία ὑπερέβη τὸ Βυζάντιον.
  3. Ἡ Ῥωσία ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ ῥωσικοῦ βασιλείου ἦτο πολυεθνικὸν κράτος, ποὺ δὲν περιοριζότο ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ῥωσικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον ὡστόσον διεδραμάτισε καθοριστικὸν ρόλον πολιτιστικὰ καὶ πνευματικά.
  4. Ὅπως καὶ ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οὕτω καὶ ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦτο βεβαία γιὰ τὴν ἀποστολικήν της προέλευσιν μέσῳ τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος κατέφθασεν οὐχὶ μόνον εἰς τὰ τείχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ Νόβγκοροντ.

Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἤρχισαν σταδιακῶς νὰ οἰκοδομῶνται αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς καὶ τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ τακτικαὶ ἐπισκέψεις τῶν ἱεραρχῶν τῆς ἀνατολῆς εἰς τὴν Γῆν τῶν Ρῶς, συνοδευόμεναι ὑπὸ παρόντος καὶ συλλογικῆς καθεδρᾶς οἰκονομικῆς βοηθείας, τὴν ὁποίαν τόσην ἀνάγκην εἶχεν ἡ Ὀρθόδοξος ἀνατολή.

Ἐν τῇ Γῇ τῶν Ρῶς ἀπεδέχοντο τὸ πρωτεῖον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὴν η΄ ἐρωταπόκρισιν τῶν Πατριαρχῶν τῆς ἀνατολῆς τὸ ἔτος 1663), ἀλλὰ μόνον τότε ὅταν ἦτο ἀπαραίτητον γιὰ τὴν ἀντιμετώπισιν ἐσωτερικῶν σκοπῶν καὶ ζητημάτων. Καὶ ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει ἀνεγνώριζον τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν δύναμιν τῆς Ῥωσίας, τὴν ὁποίαν ἀπεδείκνυον ἡρωικαὶ στοὺς λεγομένους ῥωσοτουρκικοὺς πολέμους (ἀνεξαρτήτως τοῦ πῶς ἐκτιμοῦν αὐτοὺς τοὺς πολέμους οἱ σύγχρονοι φιλοδυτικοὶ ἱστορικοί)¹⁸.


Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ Βαλκάνια

Σὲ δυσχερεῖς συνθήκας ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρέπει νὰ εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ οὐχὶ μόνον μὲ τὰς παλαίφατας ἀποστολικὰς ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλας τὰς λοιπάς, συμπεριλαμβανομένων κἀκείνων τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς σλαβικῆς. Οἱ ἐκκλησίαι Σερβίας καὶ Βουλγαρίας ἐθεωροῦντο παλαιόθεν Αὐτοκέφαλες. «Αὐτοκέφαλη» στὸ κανονικὸν δίκαιον θεωρεῖται μία ἐκκλησία μὲ πατριαρχικὸν τύπον, ἐν τῇ ἀρχικῇ της ἐννοίᾳ ὁ «αὐτοκέφαλος» σημαίνει «αὐτοτελής/ἐλεύθερος».

Οἱ παλαιαὶ ἐκκλησίαι ἐν τοῖς Βαλκανίοις, ἀρχιεπισκοπαὶ ἢ Πατριαρχεῖα, δὲν ἐθεωροῦντο ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ὁλοκληρωμέναι, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ σχετικὸν μήνυμα τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἁγίου Καλλίστου (14ος αἰ.) πρὸς τὸν ἱερὸν κλῆρον καὶ τοὺς μονάζοντας τῆς ἱερᾶς ἀρχιεπισκοπῆς Τυρνόβου¹⁹.

Οἱ αὐταὶ αἱ Βαλκανικαὶ ἐκκλησίαι ἐνόουν τὸν ἑαυτὸν τους οὐχὶ τόσον ὑποταγμένον, ὅσον ἐλεύθερον. Ἴσως, σὲ μίαν τοιαύτην προσέγγισιν ἐκρύβετο κάποια ὑπερβολικὴ φυγόκεντρος δύναμις. Ἀλλὰ γενικότερα τὰ προνόμια τῶν Βαλκανικῶν ἐκκλησιῶν οἰκοδομοῦντο ἐπὶ ἀγαθῶν θεμελίων.

Ἡ α΄ Ἰουστινιανή, ποὺ τὴν ἐδημιούργησεν ἐν τοῖς Βαλκανίοις ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανὸς κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ 6ου αἰ. μ.Χ., ἦτο ἡ πρώτη στὰ Βαλκάνια ἐκκλησία, ποὺ ἔλαβεν ἰσοτίμους μετὰ τὴν Ῥώμην καὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν δικαστικὰς ἀρμοδιότητας. Οἱ μεταγενέστερες ἐκκλησίαι Βουλγαρίας καὶ Μακεδονίας ἐθεωροῦν τὸν ἑαυτὸν τους διαδόχους τῆς α΄ Ἰουστινιανῆς, πρᾶγμα ποὺ ἀποτυπώνεται καὶ εἰς τοὺς τίτλους τῶν Προκαθημένων των.

Ἀπὸ τοῦ παρόντος οἱ κανονολόγοι, ἱστορικοὶ καὶ θεολόγοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς-νομικῆς θεωρίας τοῦ μητροπολίτου Περιστερίου Γρηγορίου Παπαθωμᾶ ἐπιμένουν ὅτι οἱ ὀρθόδοξες ἐκκλησίαι τῶν Βαλκανίων ἦσαν δευτέρας κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι τὸν 19ον αἰ. σὺν ἠναγκάσθησαν τὴν ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ ταῖς χορηγήσῃ αὐτοκέφαλον ἀπὸ τὴν ἐπίπεσιν πολιτικῶν συγκυριῶν. Ἐν τῇ πραγματικότητι τὰ αὐτοκέφαλά των εἶναι πολὺ παλαιότερα καὶ τὸν 19ον αἰ. ἁπλῶς συνέβη ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς τάξεως, ποὺ εἶχεν ἀπολεσθῇ λόγῳ περιπλόκων πολιτικῶν καὶ ἄλλων ἐξωτερικῶν παραγόντων.

Ὁ ὡς ἄνω, ὅλαι αἱ ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο τόσον ἐν τῷ ἐδάφει τῆς ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ὅσον καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων της, ἐτέλουν ἐν ἁρμονίᾳ, ἡ διατάραξις τῆς ὁποίας ὁδηγοῦσεν εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς πνευματικῆς ἑνότητος καὶ εἰς δυσθεράπευτα σχίσματα.


Ἡ διατάραξις τῆς ἁρμονίας τὸ 1872

Τὸ 1872 ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς κατεδίκασε τὴν συσταθεῖσαν τὸ 1870 Βουλγαρικὴν ἐξαρχίαν ὡς ἔνοχον γιὰ «φυλετισμόν» (προτίμησιν τῶν ἰδιωτικῶν, ἐθνικῶν συμφερόντων ἔναντι τῶν κοινῶν ἐκκλησιαστικῶν). Ἐν τῇ ἐν λόγῳ καταδίκῃ ἐπικεντρώθη ἡ χαρακτηριστικὴ γιὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς ἀνατολῆς μονομέρεια ἐπὶ πλέον μιᾶς ἄλλης φυλετικῆς βάσεως, τῆς ἑλληνικῆς.

Ἡ καταδίκη τοῦ φυλετισμοῦ κατέστη ταυτοχρόνως θρίαμβος τῶν οἰκείων δικαιωμάτων τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μὲ καθιέρωσιν τῆς πραγματικῆς καὶ ἐν δυνάμει δυνατότητος γιὰ κόμη μεγαλυτέραν ἀνάπτυξιν τῆς μονομέρειας, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον «ἰσχὺν οὐκ ἔχει»²⁰. Ὁ λόγιος ἀρχειονόμος τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στὰ τέλη τοῦ 19ου – ἀρχὰς τοῦ 20οῦ αἰ. Μανουὴλ Ἰω. Γεδεὼν ἐμφάνισε τὴν σύστασιν τῆς Βουλγαρικῆς ἐξαρχίας ὡς τὴν ἰσχυροτέραν πρόκλησιν γιὰ τὰ προνόμια τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἐν τῇ μακραίωνῃ ἱστορίᾳ του²¹.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσπαθοῦσε νὰ ἀποφύγῃ τὰς δύο ἀκρότητας καὶ νὰ παρουσιάσῃ μίαν ἐπίλυσιν τῆς διαφορᾶς βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς χρυσῆς τομῆς. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔπαιξε τὸν ρόλον τοῦ «κατέχοντος» καὶ συμφιλιωτοῦ, ἐν καὶ οἱ φιλικῶς πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν διακείμενοι θεολόγοι ἔβλεπαν στὴν συνδρομὴ τῆς Ῥωσίας πολὺ μεγαλυτέρας ἀπειλὰς παρ' ὅ,τι στὴν ἐξουσίαν τῶν Τούρκων²².


Τἀνώτατον ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον

Τὸ ζήτημα τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου εἶναι τῆς αὐτῆς κατηγορίας, ὅπως καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπονομῆς αὐτοκέφαλου καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς Συνάξεως Προκαθημένων τῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ θὰ ἐξετάζονται χωριστὰ ἐν τοῖς ἐπομένοις δημοσιεύμασι. Ἐν τῇ ἱστορικῇ ἀναδρομῇ αἱ περίοριαι πράξεις ἐπετρέποντο στὰς περιπτώσεις ἀποστολῆς καὶ ἐπὶ μεμονωμένων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων. Ὡστόσο, σὲ περίπτωσιν νομιμοποιήσεως τῆς λειτουργίας τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου ἐν τῷ προσώπῳ ἑνὸς καὶ μόνον τόμου – τοῦ ἐπικεφαλῆς τῆς ἐκκλησίας καὶ τιμητικῶς πρώτου – δημιουργεῖται μία ἄκρως ἐπικίνδυνος κατάστασις, ποὺ ἀπειλεῖ μὲ ἐπιπτώσεις τοῦ πλέον πωδυνοῦ σχίσματος.

Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως προσπαθεῖ νὰ καταδείξῃ τὰς ἀρχικὰς του δικαστικὰς ἀρμοδιότητας, αἱ ὁποῖαι δῆθεν ἐπιβεβαιώνονται εἰς τοὺς κανόνας 9, 17 καὶ 28 τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου καὶ στὴν προγενεστέραν (καὶ μεταγενεστέραν) πρακτικὴν τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ἐν τῇ πραγματικότητι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου δὲν εἶναι καὶ τόσον διαφιλονικούμενον, ὥστε νὰ δύναται νὰ φανῇ ἐκ πρώτης ψεύδους κόμη καὶ κατὰ τὸ ἀπόγειον τῆς ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Σὲ κάθε περίπτωσιν οἱ ἀνώτατοι πνευματικοὶ δικασταὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης Τοπικῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ οἰκεῖοι αὐτῶν Προκαθήμενοι. Αὐτὸς εἶναι ὁ παράγραφος κανὼν, ἄλλος δὲν ὑπάρχει, οὔτε μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ.

Οἱ παραπομπαὶ εἰς τὴν Χαλκηδόνα, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἑρμηνείας τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος²³ κ.τ.λ., γίνονται ὑπὸ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου ἐξουσίας χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ' ὄψιν ἡ πολύτως νέα ἐποχή, ποὺ ἡ ἰσότης τῶν ἐκκλησιῶν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς νομικῆς, εἶναι οὐσιῶδες θεμέλιον γιὰ τὴν παρουσίαν καὶ τὴν δράσιν των, κόμη καὶ ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς συνοδικῆς των ἑνότητος.

Ἐν τῇ οὐσίᾳ τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως διεμόρφωσε μίαν βάσιν ψευδῶν ἐπιχειρημάτων ἐκ μερικῶν κανόνων καὶ σχετικῶν ἑρμηνειῶν τους, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδίας ἀξιώσεις του ὡς πρώτου ἐν ἐξουσίᾳ ἐν τῇ ἀνατολῇ. Αὐτὴ ἡ «βάσις» ἀνταποκρίνεται θεωρητικῶς εἰς τὰς κραυγὰς σκέψεις, ποὺ ἐκτέθησαν ἐν τῇ «Ἐπαναγωγῇ» («Εἰσαγωγή»), ἕνα μνημεῖον τοῦ ἔτους 880 μ.Χ., τὸ ὁποῖον οὐδέποτε δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸν εἰς κοινὸν ἐκκλησιαστικὸν ἐπίπεδον²⁴.

Ἡ ἄσκησις τῶν περιόριων καὶ ἐξωδικαιοδοτικῶν δικαστικῶν ἀρμοδιοτήτων ἀποτελεῖ σήμερον τὴν πλέον ἰσχυρὰν ἔκδηλωσιν τοῦ πρωτείου ἐξουσίας, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν διαταραχὴν τῆς ἑνότητος, τῆς συνοδικότητος καὶ τῆς ἁρμονίας.


ἐκκλησιαστικἑνότης: ἀνεπίτευκτος ἢ πραγματική;

Σήμερον λοιπὸν ἔχει προκληθεῖ ἀπώλεια τῆς συμφωνίας καὶ τῆς ἁρμονίας μεταξὺ τῶν κατὰ τόπους ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν. Δυστυχῶς, ὡς ἀποτέλεσμα τῶν μονομερῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τὸ πρωτεῖον τιμῆς, ποὺ μετεξελίχθη εἰς πρωτεῖον ἐξουσίας, ὑπερέβη κάθε ἀποδεκτὸν ὅριον. Ἡ βαθιὰ πεποίθησις τῆς προφανοῦς δικαιούσης πλευρᾶς γιὰ τὸ δίκαιό της ὁδήγησεν εἰς τὴν συσπείρωσιν τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς νὰ καταβληθοῦν προσπάθειαι νὰ δοθῇ μία σοβαρὰ ἐπιστημονικὴ θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορικὴ θεμελίωσις, πρᾶγμα ποὺ ἐπὶ θέσει ἀρχῆς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.

Ἡ κοινὴ δεολογία τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐργαλείων τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς καὶ ἀμερικανικῆς ἐπιστήμης ἐξακολουθεῖ ὡστόσον νὰ διατυπώνεται μὲ ἀπόβαθρον τὴν ἐπιφανειακὴν ἀληθοφάνειαν.

Οἱ προσπάθειαι τῶν θεολόγων καὶ κανονολόγων τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀγνοοῦνται, δὲν εἰσακούονται, δὲν λαμβάνονται ὑπ' ὄψιν, παραμένουν ἀναπάντητοι ἢ λαμβάνουν μίαν τυπικὴν ἀπάντησιν, οὐχὶ τόσον βάσει τῆς ἐπιστήμης, ὅσον βάσει δεολογικῶν ἀρχῶν.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπεχώρησεν εἰς τὸ Σκοπιανὸν ζήτημα, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀποχωρήσῃ εἰς τὸ Οὐκρανικόν. Διατί; Ἡ ἀντικανονικότης τῶν ληφθέντων μέτρων εἶναι τοσοῦτον κραυγαλέα, ὥστε σὲ περίπτωσιν ἀναγνωρίσεώς των ὑφ' ὁιασδήποτε ἐκκλησίας, ἀπειλεῖ μὲ σοβαρὰν διαίρεσιν ἢ ἀπόσπασιν μερίδος πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς φετηρίαν ἔχουν τὴν διαφύλαξιν τῆς παραδόσεως καὶ τῶν παραδοσιακῶν πνευματικῶν ἀξιῶν.

Ἡ μοναδικὴ ὁδὸς γιὰ θεραπείαν τοῦ σχίσματος εἶναι ἡ ἀποποίησις τῶν περιόριων μέτρων καὶ τῶν συνεπειῶν των ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, γεγονὸς ποὺ μὲ ἀπόβαθρον τὴν ῥητορικήν του καὶ τὰς συγκεκριμένας μεταγενεστέρας ἐνεργείας κρίνεται ἀπίθανον. Ὡστόσο, ὁ πεζοπόρος εἶναι ποὺ περνικᾶ τὸν δρόμον. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς ἐκκλησίας συνέβησαν θρασέες προσχωρήσεις εἰς σχίσμα ἢ εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην αἵρεσιν, αἱ ὁποῖαι εἰς τελικὴν ἀνάλυσιν περικεράσθησαν.

Ὁ ὄψιμος βυζαντινὸς θεολόγος ἅγιος Νεῖλος Καβάσιλας ἔγραψεν ὅτι μὲ «κοινὰς» ὑποθέσεις τῆς ἐκκλησίας ὁ «πρῶτος» δύναται νὰ ἀσχοληθῇ σὲ συμφωνίᾳ μὲ ὅλους τοὺς λοιπούς, ἀλλὰ οὐχὶ ἐπὶ μόνος του²⁵. Εἶναι ἀποδεκτὸν τὸ πρωτεῖον τιμῆς, ἀλλὰ τὸ πρωτεῖον ἐξουσίας ἔρχεται νὰ πολεμήσῃ «τὴν κοινὴν εἰρήνην τῆς ἐκκλησίας»²⁶. Αὐταὶ αἱ σκέψεις εἶναι σήμερον ἐπίκαιραι ὅσον ποτὲ ἄλλοτε.

Ἡ ἐφεξῆς συγγραφὴ ἐκκλησιαστικῶν ἱστορικῶν καὶ κανονικῶν-θεολογικῶν μελετῶν ἐπὶ τοῦ ἐπίμαχου ζητήματος θὰ μπορέσῃ, ὅπως τὸ ὕδωρ ποὺ λαξεύει τὴν πέτραν, νὰ δημιουργήσῃ προϋποθέσεις γιὰ τὴν διευθέτησιν τῆς καταστάσεως καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀπολεσθείσης ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος.


Σημειώσεις

¹. Ἁρμονία // Liddell H.G., Scott R. A Greek-English Lexicon / ed. Jones H.S., McKenzie R. et al. Oxford, 1996. P. 244.

². Homerus. Ilias. 22:255.

³. Πρβλ. στὸν Πίνδαρο: Pindarus. Pythia. 8:68.

⁴. <Pythagoras>

⁵. Empedocles. Fragmenta. 129:2-4.

⁶. Philolaus. Testimonia Fr. 23:3-4.

⁷. Plato. Phaedo – Stephanus P. 85e:3-5 – 86a:3.

⁸. Ibid. P. 95a:1-2; Dicaearchus. Fragmenta Fr. 12d:1-2.

⁹. Plato. Symposium – Stephanus. P. 187b:1-7.

¹⁰. Aristoteles. De anima – Bekker. P. 407b:27-34.

¹¹. Βλ. Justinus Martyr. Dialogus cum Tryphone. 6, 2:2-8.

¹². Βλ. Irinaeus. Adversus haereses (libri 1-2) 2, 54, 1:8-14.

¹³. Clemens Alexandrinus. Protrepticus. 12, 120, 4:1-5.

¹⁴. Πρβλ. Καραγιαννόπουλος Ι. Τὸ Βυζαντινὸν κράτος. Θεσσαλονίκη, 1996. σ. 88.

¹⁵. Βλ. Дионисий (Шлёнов), игум. Догматическая сторона споров об опресноках // Православное учение о церковных таинствах. Т. 2: Евхаристия: Богословие. Священство. [Доклад на V международной богословской конференции]. Москва, 2009. σ. 154-168.

¹⁶. Βαλάκου-Θεοδωρούδη Μ. Τὸ νομικὸν περίγραμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς διεθνοῦς κοινότητος. Θεσσαλονίκη, 2001. σ. 195.

¹⁷. Dositheus. Historia 11 // Δωδεκάβιβλος. σ. 14:35.

¹⁸. Βλ. Ἀβύδου Κύριλλος Πρὸς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Πρακτορεῖον Εἰδήσεων Romfea.gr – Σχολιασμὸς συνεντεύξεως τοῦ Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίωνα. (26.01.21) // romfea.gr

¹⁹. Registrum patriarchatus Constantinopolitani (1350-1363) 264:30-31 // CFHB. SV. 19/3. S. 564, 566. «…ἐδωρήθη συγκαταβάσεως λόγῳ πρὸς τὸν Τρινόβου τὸ ὀνομάζεσθαι πατριάρχην Βουλγαρίας, οὐ μέντοι εἶναι καὶ συναρίθμιον τοῖς λοιποῖς ἁγιωτάτοις πατριάρχαις καὶ διατοῦτο μηδὲ μνημονεύεσθαι ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις…». Ibid. 264:54-66 // Op. cit. P. 566, 568. «Ἐπειδὴ πέντε πατριάρχαι ἐτάχθησαν τὸ καταρχὰς παρὰ τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ, μέχρις ἂν συνῆν ἡμῖν καὶ πάπας Ῥώμης, ἔκτοτε δὲ μέχρι τοῦ νῦν εἰσὶν ἡνωμένοι οἱ τέσσαρες, οἵτινες κοινωνίαν ἔχοντες ἀδιάσπαστον μνημονεύονται παρ' ἀλλήλων ἐν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς πάσαις συνάξεσιν, ἔδει γοῦν τὸν Τρινόβου πατριάρχην, ἅμα μὲν δι' ἥν ὤφειλεν ἔχειν ὑποταγὴν εἰς τὴν καθ' ἡμᾶς ἁγιωτάτην τοῦ Θεοῦ Μεγάλην Ἐκκλησίαν, παρ' ἧς εἴληφε καὶ τὸ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι πατριάρχης, ἅμα δὲ καὶ διὰ τὸ περιποιεῖσθαι ἑαυτῷ τιμὴν καὶ κοινωνίαν τῆς ἡμῶν μετριότητος καὶ τῶν ἄλλων πατριαρχῶν, ἀνάγκην ἔχειν ἀναφέρειν ἀεὶ τὴν τε ἡμῶν μετριότητα καὶ τοὺς ἄλλους πατριάρχας ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις καὶ οὕτως ἀποσώζειν καὶ αὐτὸν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ τὸν τύπον τῆς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως κἀντεῦθεν φαίνεσθαι ἡνωμένος καὶ συναρίθμιος ἡμῖν».

²⁰. Athanasius Alexandrinus. Apologia contra Arianos sive Apologia secunda. 23, 4:1.

²¹. Βλ. Μανουὴλ Ἰω. Γεδεών. Αἱ φάσεις τοῦ παρ' ἡμῖν ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος. Κωνσταντινούπολις, 1910.

²². Βλ. Ὁ Ἀβύδου Κύριλλος Πρὸς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Πρακτορεῖον Εἰδήσεων Romfea.gr – Σχολιασμὸς συνεντεύξεως τοῦ Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίωνα.

²³. Βλ. URL: romfea.gr

²⁴. Βλ. ἀναλυτικότερα: Дионисий (Шлёнов), игум. Первенство Константинопольского епископа в Византии и Поствизантии: канонический и богословский аспект // Эстонская Православная Церковь: 100 лет автономии. Таллин, 2021. σσ. 50-82.

²⁵. Nilus Cabasilas. De processione Spiritus Sancti. 15, 236:5-9. τῷ δὲ Ῥώμης ἐπισκόπῳ (5) μόνῳ πόθεν τὸ ταῦτα δύνασθαι; Εἰ δὲ λέγοιεν διὰ τὸ πρωτεῖον, ἀλλ' οὐ τοῦτο τοῖς ἀποστόλοις δοκεῖ· ἀπείρηται γὰρ τῷ πρώτῳ μηδὲν τι ποιεῖν τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κοινῶν, ἀγνοούντων τῶν ἄλλων, ὥσπερ δὴ καὶ τοῖς ἄλλοις, ἂν μὴ καὶ ὁ πρῶτος παρῇ.

²⁶. Ibid. 15, 241:1-4. (241) Τὸ δὲ λέγειν πρὸς τὸ τοῦτο προσθεῖναι ἤρκεσεν ἡ τοῦ τῆς Ῥώμης ἀρχιερέως ἐξουσία, παρ' ἧς καὶ τὰς ἀρχαίας συνόδους εὕρηται βεβαιουμένας, πῶς οὐ φορτικόν, καὶ πολέμιον μὲν ταῖς ἀποστολικαῖς διατάξεσι, πολέμιον δὲ τῇ κοινῇ τῆς Ἐκκλησίας εἰρήνῃ;

 

ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ