Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ (Σχίσμα: Όχι πλάνη νού , επιμονή θελήσεως)



 

Του π. Διονυσίου (Σλιόνοφ)

 

Καθηγουμένου τῆς Σταυροπηγιακῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Στρατηλάτου Μόσχας, Καθηγητοῦ τῆς Ἕδρας Φιλολογίας τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας Μόσχας, Δρ. Θεολογίας

Εισαγωγικά.

Ο π. Διονύσιος Σλιόνοφ αποτελεί σημαντική φυσιογνωμία της σύγχρονης ρωσικής θεολογίας και κανονικής επιστήμης. Το κείμενο που δημοσιεύουμε  αποτελεί μέρος της ευρύτερης συμβολής του στον διάλογο περί του πρωτείου τιμής έναντι του πρωτείου εξουσίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς και στην ανάλυση των σχέσεων μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των άλλων τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ιδίως μετά την κρίση του 2018 στο Ουκρανικό ζήτημα.

Η προσέγγισή του χαρακτηρίζεται από:

  • Βαθιά γνώση της πατερικής και βυζαντινής γραμματείας
  • Εξειδίκευση στην εκκλησιαστική ιστορία και κανονικό δίκαιο
  • Κριτική στάση απέναντι σε θεωρίες που υποστηρίζουν την ανάδυση "πρωτείου εξουσίας" εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου
  • Έμφαση στην αρχή της αρμονίας ως θεμέλιο της εκκλησιαστικής ενότητας

 


Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βιώνει σήμερα ἕνα μεγάλο σχίσμα, ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ τὶς μονομερεῖς ἐνέργειες τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ὡστόσο ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, καὶ κόμη καὶ στὴν περίπτωση, ποὺ ἕνα τμῆμα ἀποκόπτεται ἀπ' αὐτή, δὲν χάνει τὴν ἑνότητά της.

Ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν (πρβλ. Ἰω. 17, 21), μᾶς διδάσκει ὁ Σωτὴρ Χριστός. Ἐπίσης ἀναγιγνώσκουμε καὶ ψάλλουμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Πιστεύω εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν».

Ἡ ἑνότητα εἶναι μία ἐκ τῶν κομβικῶν διοτήτων τῆς Ἐκκλησίας. Μία ἄλλη παρόμοια διότητα εἶναι ἡ καθολικότητα. Ἐκτὸς τῆς ἑνότητας καὶ τῆς καθολικότητας ἡ διάρθρωση τῆς Ἐκκλησίας δύναται νὰ περιγραφεῖ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας. Ἀπὸ αὐτὴς τῆς ἔννοιας θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὸ πλαίσιο αὐτῆς τῆς συντόμου ἐπισκοπήσεώς μας.

Ἡ ἁρμονία προβλέπει τὴν συνύπαρξη ἑνίων τμημάτων τοῦ συνόλου σὲ συμφωνία μεταξύ τους. Τὰ ἐν λόγῳ τμήματα δύνανται νὰ διαφέρουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μεταξύ τους, νὰ ἀγνοοῦν ἢ νὰ πολεμοῦν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Τὰ τμήματα τῆς ἁρμονίας ὀφείλουν νὰ συνυπάρχουν βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἀλληλοσυμπληρώσεως, καθὼς καὶ σὲ ἀλληλοβοήθεια καὶ σὲ ἀμοιβαία συμφωνία.

Σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ Liddell H.G., Scott R. ἡ λέξη «ἁρμονία» εἶναι ἄκρως πολυσήμαντη: μέσον πρὸς συναρμογή, συμφωνία, τάξις κ.ο.κ.¹

Ἡ ἁρμονία εἶναι ἀρχαία λέξη, ποὺ χρησιμοποιήθηκε στὴν Ὁμηρικὴ ποίηση², τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ποίηση³ καθὼς καὶ ὡς αἰσθητικὴ κατηγορία. Ἡ ποίηση ὡς πεδίο λεκτικῆς δημιουργίας κατὰ τὸ μέγιστο δυνατὸν προσεγγίζει τὴν μουσική. Ὁ Πυθαγόρας ἄκουσε τὴν «μελῳδικὴν ἁρμονίαν» ὅταν περιῆλθε σὲ κύστα σφαίρης⁴. Ὁ φιλόσοφος Ἐμπεδοκλῆς δίδασκε περὶ τῆς οἰκουμενικῆς ἁρμονίας τοῦ παντός, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἁρμονίας τῶν ἀστέρων⁵.

Ὁ Φιλόλαος προσδιόριζε τὴν ἁρμονία ὡς «συνδυασμὸν» ἢ «μεῖγμα» τῶν «ἐναντίων» ἀρχῶν⁶. Ὁ Πλάτων ὡς ἁρμονία κατανοοῦσε τὴν πνευματικὴ «θείαν» ἀρχὴ τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν (εἰδῶν), ἡ λύρα ποὺ ἦταν ὄργανο γιὰ τὴν παραγωγὴ χορδῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται σὲ ἁρμονία, ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς γήινης ἀρχῆς⁷.

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι συζητοῦσαν τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ψυχὴ ἦταν ἁρμονία καὶ δίναν ἀπ' αὐτὸ διαφορετικὰς ἀπαντήσεις⁸.

Στὸν Πλάτωνα ἀπαντᾶται ὁ ἄκρως σημαντικὸς ὁρισμὸς τῆς «ἁρμονίας» ὡς «συμφωνίας», ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καμία διαίρεση ἢ ἀντίθεση: «ἡ γὰρ ἁρμονία συμφωνία ἐστίν, συμφωνία δὲ ὁμολογία τις - ὁμολογίαν δὲ οὐ διαφερομένων, ὡς ἂν διαφέρωνται, δύνατον εἶναι· διαφερομένων δὲ οὐδ' ἂν εἰ μὴ ὁμολογοῖεν δύνατον ἁρμόσαι…»⁹.

Ὁ Ἀριστοτέλης ἐπίσης φαρμόζοντας τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἔναντι τῆς ψυχῆς γράφει ὅτι ἡ ἁρμονία εἶναι μίγμα ἐναντίων ἀρχῶν, ἀλλὰ στὴν ψυχὴ τέτοιες ἀρχαὶ δὲν ὑφίστανται¹⁰.

Στὴ χριστιανικὴ παράδοση ἡ ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἐφαρμοζόταν ἔναντι τοῦ συνδυασμοῦ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, γιὰ τὸν ὁποῖον ἕνας ἐκ τῶν πρώτων ἔγραψε ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυρας¹¹.

Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου ἐφάρμοσε τὸν ὅρο «ἁρμονία» ὡς πρὸς τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, χρησιμοποιῶντας τὴν ἔκφραση «ἁρμονία πατρός»¹².

Μὲ τὴ σειρὰ του ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρεὺς ἔγραψε ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ: «Τοῦτό ἐστι γώ, τοῦτο βούλεται ὁ θεός, τοῦτο συμφωνία ἐστί, τοῦτο ἁρμονία πατρός, τοῦτο υἱοῦ, τοῦτο Χριστός, τοῦτο ὁ λόγος τοῦ θεοῦ, βραχίων κυρίου, δύναμις τῶν ὅλων, τὸ θέλημα τοῦ πατρός»¹³.

Στοὺς μεταγενέστερους ἁγίους πατέρας καὶ χριστιανοὺς συγγραφεῖς ὁ ὅρος «ἁρμονία» χρησιμοποιεῖτο καὶ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς συνένωσης τῶν ἐναντίων καὶ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς πλήρους συμφωνίας τῶν στοιχείων ἢ τμημάτων, ποὺ συγκροτοῦν τὴν ἁρμονία.

Μετὰ τὴ σύντομη ἐπισκόπηση τῆς ἱστορίας τῆς ἔννοιας τῆς ἁρμονίας δύναται νὰ ἀναλυθεῖ μὲ παράδειγμα τὴ διάρθρωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατὰ τὴν α΄, τὴ β΄ καὶ στὶς ἀρχὰς τῆς γ΄ χιλιετίας.


Δύσις καἈνατολὴ τὴν α΄ χιλιετίαν (πρὸ τοῦ σχίσματος τοῦ 1054)

Στὶς σχέσεις τῆς Δυτικῆς (Ῥώμη) καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας (Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ λοιπὰ Πατριαρχεῖα) δύναται νὰ διαφανεῖ ὡρισμένη ἁρμονία. Τὴν πρώτη χιλιετία ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης στὴ Δύση, ὅπως καὶ ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως στὴν Ἀνατολὴ (ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν 4ο αἰ. μ.Χ.) πολάμβαναν συγκεκριμένα προνόμια, τὰ ὁποῖα δὲν παρεμπόδιζαν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα, ἀλλὰ συνέδραμαν στὴν ἐξασφάλιση τῆς ἐν λόγῳ ἑνότητας μέσα ἀπὸ τὸν ἀμοιβαῖον ἐμπλουτισμὸ (ἐν καὶ χωρὶς δυσκολίες).

Ὡς παριθμήσουμε τὰ πρεσβεῖα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ῥώμης:

  1. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης ἦταν ἀποστολικῆς προελεύσεως. Ὁ ἱδρυτὴς της ἀπόστολος Πέτρος, θεωρεῖται ἕνας ἐκ τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἠξιώθη μίας διαίτερης ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὸν Σωτῆρα Χριστό, ὅπως καταφαίνεται ἀπὸ τὰ ἑξῆς λόγια Του: «Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18). Ὅμως ὡς «πέτρα» οἱ ἀνατολικοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ χριστιανοὶ συγγραφεῖς κατανοοῦσαν οὐχὶ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀλλὰ τὴν κοινὴν ἀρετὴ τῆς πίστεως καὶ ἄλλες ἀρετές.
  2. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης εἶχε τὴν ἕδρα της στὴν πρωτεύουσα τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ μετὰ τὴ δημιουργία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὴν πρωτεύουσα τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (μέχρι τὴν ἅλωση τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 476). Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴ τῆς Συνόδου ἐν Χαλκηδόνι (451 μ.Χ.) ὁ αὐτοκράτορας τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας κατεῖχε τὸ πρωτεῖα στὶς ἐπίσημες ὑπογραφές, ἐν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τὸ δευτερεῖα¹⁴. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης στηριζόταν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ πρωτείου τῆς Ῥώμης καὶ τὴν περίοδο ποὺ ὑπῆρχε, καὶ τὴν περίοδο ποὺ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει.
  3. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καταλάμβανε τὴν πρώτη θέση στὰ δίπτυχα τῶν ἐκκλησιῶν, δηλαδὴ κατεῖχε τὸ πρωτεῖα τιμῆς.
  4. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης ὑπερασπιζόταν τὸ ἄμωμον τῆς πίστεως καὶ βοηθοῦσε τὴν ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν στὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων, ὅπως λ.χ. στὴν πολεμικὴ κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ ἀργότερα κατὰ τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ.
  5. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης διεκδικοῦσε τὸ πρωτεῖο οὐχὶ μόνον τιμῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξουσίας, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία ποὺ δίδετο στοὺς κανόνες τῆς ἐν Σαρδικῇ Συνόδου σχετικὰ μὲ τὴν ἔκκλητον πρὸς τὸν Πάπα τῆς Ῥώμης. Τὸ δικαστικὸ πρωτεῖο τῆς Ῥώμης λειτουργοῦσε ἐνίοτε πρὸς ὄφελος τῆς ἀνατολῆς, ὅπως, λ.χ. στὴν περίπτωση τῆς ἀθῳώσεως ἀπὸ τὸν Πάπα τῆς Ῥώμης Ἰούλιο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος διώκετο ἀπὸ τοὺς φιλοαρειανικοὺς ἐπισκόπους. Γενικότερα τόσο ἡ χριστιανικὴ ἀνατολή, ὅσο καὶ ἡ Δύση δὲν ἀναγνώρισαν τὸ πρωτεῖο τῆς Ῥώμης οὔτε θεωρητικά, ἀλλὰ οὔτε καὶ πρακτικῶς (ἂν θυμηθοῦμε τὴν αὐτοτελῆ θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καρθαγένης, ποὺ δὲν ὑπαγόταν σ' ἐκείνη τῆς Ῥώμης).

Ὅλες οἱ ἀνατολικὲς ἐκκλησίες, ποὺ συμμετεῖχαν τὴν λεγόμενη Πενταρχία ἢ Τετραρχία (χωρὶς τὴ Ῥώμη) κατεῖχαν σειρὰ ἀπὸ δικά τους πρεσβεῖα:

  1. Καθεμία ἐξ αὐτῶν εἶχε διαμφισβήτητο ἀποστολικὴ προέλευση, ἐκτὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ τελευταία μόνον τὸν 9ο αἰ. μ.Χ. συνέδεσε τὴν προέλευσή της μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου.
  2. Ἀπὸ τὸν 4ο – 5ο αἰ. μ.Χ. ἀναδείχθηκαν ὡς ἑπτὰ ἀνεξάρτητα Πατριαρχεῖα, τὰ ὁποῖα συνέπιπταν ἐν πολλοῖς μὲ τὶς διοικήσεις τῆς Ῥωμαϊκῆς/Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας (οὐχὶ ὅμως πλήρως).
  3. Κάθε Πατριαρχεῖο κατεῖχε τὴν οἰκεία αὐτοῦ θέση στὰ δίπτυχα τῶν ἐκκλησιῶν, ἐν καὶ οὐχὶ τὴν πρώτη, πάντως μία ἀναγνωρισμένη θέση, ποὺ τοῦ ἐξασφάλιζε κατ' οὐσίαν τὰ ἴσα δικαιώματα στὶς σχέσεις μὲ τὰ ἄλλα Πατριαρχεῖα.
  4. Οἱ ἀνατολικοὶ ἅγιοι Πατέρες ἐπέδειξαν στὰ θέματα τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως ζῆλον οὐχὶ μικρότερον τῶν δυτικῶν. Ἡ προτεραιότητα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης στὸν ἀρχαῖο πολιτισμὸ δήλωνε καὶ κατὰ κάποιο βαθμὸ ὑπέδειξε καὶ τὴν προτεραιότητα τῆς ἑλληνικῆς θεολογίας, ποὺ ἀποτελεῖ σε (τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν) τὸ πρωτότυπον ὡς πίνακα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον οἱ δυτικοὶ ζωγράφοι κατάφεραν νὰ ἀναπαράγουν ἕνα ποιοτικὸ ἀντίγραφο, ποὺ ἐν καὶ ἐμπλουτίσθηκε ἀπὸ τὴν δική τους ἐμπειρία, παρέμενε δευτερεύουσας σημασίας.
  5. Κάθε Πατριάρχης ἦσκει τὰς ἀνωτάτας δικαστικὰς ἀρμοδιότητας ἐντὸς τῆς οἰκείας του δικαιοδοσίας.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σὲ ἀντιδιαστολὴ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς, τῆς Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καὶ τῆς ἱερᾶς ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, διέθετε μερικὰ δικά της διαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἦταν πρωτεύουσα τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸ 324 καὶ ἐφεξῆς ἤρχισε νὰ θεωρεῖται τὸ προνομιοῦχον τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας, κόμη καὶ ὡς ἕδρα τοῦ μονάρχου κυβερνήτη (ἀπὸ τὸ 324 μ.Χ.), τοῦ αὐτοκράτορος ἁγίου Κωνσταντίνου. Ὡς ἐκκλησία τῆς πρωτευούσης ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἠλαύνε διαίτερης ὑποστήριξης τοῦ αὐτοκράτορος.
  2. Τὰ δικαστικά, δικαιοδοτικὰ καὶ «περίορια» δικαιώματα (τὸ ζήτημα περὶ τῶν τελευταίων θὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ χωριστά) τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως διατυπώθηκαν διαιτέρως στὸν 9ο, τὸν 17ο καὶ τὸν 28ο κανόνα τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου. Στὴν πραγματικότητα ἦταν ἀποκλειστικῶς ἐνδοδικαιοδοτικὰ δικαιώματα. Ὡστόσο ὑπῆρξε καὶ προηγούμενον περιόριων ἢ ἐξωδικαιοδοτικῶν πράξεων, ποὺ ἐγίνησαν μὲ συγκατάθεση τῶν πλευρῶν καὶ κατὰ κανόνα δὲν ἐπέφεραν ζημία στὴν ἐκκλησιαστικὴν ἑνότητα καὶ μόνοιαν.
  3. Στὸ κανονικὸ ἔδαφος τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως συνήλθαν καὶ οἱ ἑπτὰ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, ποὺ ἀποτελοῦν τὰ ἀνώτατα νομοθετικὰ καὶ διοικητικὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας. Καμία ἐκ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν συνήλθε οὔτε στὴ Ῥώμη, οὔτε στὸ ἔδαφος ἄλλου Πατριαρχείου, πρᾶγμα, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως ἀποδεικνύει μεταξὺ ἄλλων καὶ ἕνα ὡρισμένον κῦρος τῆς ἐκκλησίας τῆς πρωτευούσης τῆς αὐτοκρατορίας γιὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν γενικῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων.
  4. Μετὰ τὴν κατάκτηση ὑπὸ τῶν Περσῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ ὑπὸ τῶν Ἀράβων τοῦ ἐδάφους τῶν ἕδρων τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς τὸν 7ο αἰ. μ.Χ. ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρέμεινεν ἡ μόνη ἐλεύθερη ἐκκλησία στὸ Βυζάντιον.

Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καὶ ἐκείνη τῆς Κωνσταντινουπόλεως (μαζὶ μὲ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς) συγκροτοῦσαν ὡς ἕνα ἑνιαῖον σύνολο, δηλαδὴ τὴν «Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Ἡ Ῥώμη, ποὺ κατεῖχε τὸ πρωτεῖον τιμῆς, θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται σὲ ἁρμονικὰς σχέσεις μὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν ὡς πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου. Οἱ Πάπες τῆς Ῥώμης ἐμποροῦσαν νὰ θεωροῦν τὸν ἑαυτὸν τους εἰδικοὺς φύλακας τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔπρεπε εἰλικρινῶς νὰ δεχθοῦν ὅτι ἡ βασικὴ παράδοσις τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως διαμορφωνόταν οὐχὶ τόσον στὴ Δύσιν, ὅσον στὴν Ἀνατολήν. Ἀκριβῶς κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον ἐσκέπτετο ἀναμφίβολα ὁ ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως Πάπας Μαρτῖνος, ὁ ὁποῖος προσκάλεσε στὴ Σύνοδον τοῦ Λατερανοῦ τὸν ὅσιον Μάξιμον ὁμολογητήν, τὸν κορυφαῖον ὑπερασπιστὴν τῆς Ὀρθοδόξου χριστολογίας ἔναντιον τῶν αἱρέσεων τοῦ μονοενεργητισμοῦ καὶ τοῦ μονοθελητισμοῦ.

Ἐν καὶ ἡ Δύσις καὶ ἡ Ἀνατολὴ εἶχαν κατὰ διαστήματα τεταμένες σχέσεις, κυρίως λόγῳ τῆς ἐπιδιώξεως οὐχὶ μόνον τοῦ (ἀποδεκτοῦ) πρωτείου τιμῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ (παράδεκτου ὡς περίορια ἐπίπεδα ἐκτὸς τῆς οἰκείας δικαιοδοσίας) πρωτείου ἐξουσίας, γενικότερα εὑρίσκαν τὴν ἐσωτερικὴν δύναμιν νὰ ὑποχωροῦν, νὰ μὴ ἐπιμένουν ὑπερβολικῶς στὶς θέσεις τους καὶ νὰ διαφυλάσσουν τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἑνότητα.

Ἐν τούτοις μετὰ τὸ 1054 ἐχάθη αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ δὲν ἔχει μέχρι σήμερα ἀποκατασταθῇ.


Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μετὰ τὸ Μέγα Σχίσμα

Μετὰ τὴν ἀπόσχισιν τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν τὸ 1054 ἦλθε ἡ πνευματικὴ καταστροφή. Οἱ δυτικοὶ χριστιανοὶ κατὰ τὴν σκοπιὰν τῶν ἀνατολικῶν, περιῆλθαν οὐχὶ ἁπλῶς εἰς κατάστασιν σχίσματος, ἀλλὰ καὶ αἱρέσεως, διότι πρέσβευαν τὴν λεγομένην διδασκαλίαν τοῦ Filioque (περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ καὶ τοῦ Υἱοῦ), παράδεκτην ἀπὸ τὴν σκοπιὰν τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ ἠκολούθουν μερικὰς διαίτερας τελετουργικὰς πρακτικὰς (λ.χ. ἡ Θεία Μετάληψις μὲ ἄζυμα), οἱ ὁποῖες ἀπορρίπτονταν ὡς παράδεκται καὶ ἐγκυμονοῦσες τὸν κίνδυνον κιβδηλώσεως τῆς πίστεως¹⁵. Οἱ αὐταὶ αἱ ἀνατολικαὶ ὀρθόδοξες ἐκκλησίαι στὰς μεταξὺ τους σχέσεις ἐξακολουθοῦσαν νὰ ἐφαρμόζουν τὴν ἀρχὴν τῆς ἁρμονίας. Ταυτοχρόνως εἶχαν σὲ διατηρημένην τὴν πρώτην θέσιν στὸ ἱερὸν Δίπτυχα γιὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ῥώμης, ἡ ὁποία θὰ ἠμποροῦσε νὰ τὴν ἀνακτήσῃ σὲ περίπτωσιν ποὺ διορθωνόταν. Παρὰ τὸ προφανὲς πρεσβεῖον τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ἐκκλησίας τῆς αὐτοκρατορίας, αὐτὴ προσπαθοῦσε νὰ διαφυλάσσῃ ὁσότιμες σχέσεις μὲ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν ὑπεστήριζε καὶ τὰς νεοπαγεῖς σλαβικὰς ἐκκλησίας στὰ Βαλκάνια, δηλ. τὰς Βουλγαρίας καὶ Σερβίας, καὶ ἐν συνεχείᾳ καὶ τῆς Ῥωσίας. Ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως τόνιζε τὴν προτεραιότητά της ἔναντι αὐτῶν (ὡς ἐκκλησία ἔχουσα πρωτεῖον τιμῆς), ἀλλὰ προσπαθοῦσε τὴν διαστιγμὴ οὐχὶ τόσον νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν βοήθειάν τους, ὅσον νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ νὰ συνδράμῃ στὴν διάδοσιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν καὶ παραδόσεων.


Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καῬωσικὈρθόδοξος Ἐκκλησία

Μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Πόλεως τὸ 1453 ἔπαυσεν ἡ ὑποστήριξις τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας. Μποροῦμεν νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἔτος 1453 ἐσήμανε τὸ τέλος τοῦ κρατικοῦ καὶ αὐτοκρατορικοῦ χριστιανισμοῦ στὸ Βυζάντιον, ὅπως καὶ τοῦ Βυζαντίου καθεαυτοῦ.

Ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναδείχθηκε πρῶτα ἀνεξάρτητη μητρόπολις (ἀπὸ τὸ 1448) καὶ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ἐπομένου αἰῶνος καὶ Πατριαρχεῖον (ἀπὸ τὸ 1589 καὶ ὁριστικῶς ἀπὸ τὸ 1590/1593). Ἡ ἐν λόγῳ χρονολογία ἐπιβεβαιώνει ὡρισμένην διαδοχικότητα μεταξὺ τῶν δύο ἐκκλησιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ἀπώλεσε στὴν πράξει τὸ κρατικὸν στήριγμά της, ἐν ἡ δευτέρα τὸ ἀπέκτησε, ἐν ἑτοιμότητι νὰ συνεχίσουν τὴν ἁρμονία τῶν διαμορφωθεισῶν σχέσεών των.

Τὴν περίοδον τῆς λεγομένης τουρκοκρατίας συνέβαιναν οἱ ἑξῆς σημαντικὲς διαδικασίες.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐν τῇ ἥττῃ καὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῆς αὐτοκρατορικῆς της ταυτότητος, ἀπέκτησε νέα ἐπιπρόσθετα προνόμια καὶ δικαιώματα λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ Μωάμεθ ὁ Πορθητὴς τὸ 1454 οὐχὶ μόνον ἀπεκατέστησε τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ τὸν διόρισεν ἐθνάρχη, δηλαδὴ κοσμικὸν ἄρχοντα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους μὲ ἀρμοδιότητες ἐπὶ σειρᾶς ζητημάτων (δίκαιον γάμου, δικαιώματα διοκτησίας κ.τ.λ.). Ὡστόσο, τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως περιῆλθεν εἰς μίαν ἱκανῶς μειονεκτικὴν θέσιν καὶ θὰ ἔπρεπε μερικῶς νὰ «πληρώσῃ» γιὰ τὰ νέα του δικαιώματα μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς ἐκκλησίας. Ἀρχικῶς τὰ δικαιώματα τοῦ ἐθνάρχου Πατριάρχου ἴσχυαν μόνον ἔναντι τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῆς οἰκείας αὐτοῦ δικαιοδοσίας, ἐν μετὰ τὴν ὑποταγὴν τῆς Αἰγύπτου, τῆς Συρίας καὶ τῆς Παλαιστίνης στὸν ὀθωμανοὺς Τούρκους τὸ 1517, ἴσχυαν καὶ ἔναντι τῶν πολοιπῶν Πατριαρχείων τῆς ἀνατολῆς ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ ἑνιαίου «ῥωμαϊκοῦ γένους» (Rum Milleti) ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης¹⁶.

Ἔναντι τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀπέκτησε ὁλοένα καὶ περισσοτέραν, μεγαλυτέραν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία κατὰ τὸν 18ο-19ο αἰ. ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπόγειόν της. Ὡς πρῶτος τιμητικῶς στὴν «πολυπατριαρχικὴν» ἐκκλησίαν τῆς ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέστη στὴν πράξει πρῶτος καὶ τιμητικῶς καὶ ἐξουσιαστικῶς, μὲ τὴν προσωπικὴν ὑποστήριξιν τῶν Τούρκων σουλτάνων, οἱ ὁποῖοι ἐχρειάζοντο τὴν ἀτομικὴν ἐξουσίαν καὶ εὐθύνην του γιὰ τὸν χριστιανικὸν πληθυσμόν. Τὰ «προνόμια» ὑπὸ τῶν μουσουλμάνων κυβερνήτας ἦσαν ἕνα εἶδος ποικοδομήματος στὴν ἐκκλησιαστικὴν νομοθεσίαν, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπεν νὰ διαπιστωθῇ οὐχὶ τόσον ἡ ἐξασθένησις, ὅσον ἡ ἐνδυνάμωσις τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Αὐτὴ ἡ πανίσχυρος ἐξουσία τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ὅμως δὲν ἀπεκτείνετο ἐπὶ τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο ἐν ἐδάφεσιν ἀνεξαρτήτων ἀπὸ τὴν τουρκικὴν κυβέρνησιν κρατῶν.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴν σειρὰν της ἀπεδείχθη ὅτι κατέχει τὰ ἑξῆς διαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Στὴν Ῥωσία ἡ Ἐκκλησία ἠλαύνε διαίτερης ὑποστήριξης ἐξαρχῆς ὑπὸ τῶν μεγάλων πριγκίπων καὶ ἀργότερα ὑπὸ τῶν τσάρων καὶ τῶν αὐτοκρατόρων. Οἱ χριστιανοὶ τῆς ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, τὴν ὁποίαν διοικοῦσεν ἕνας μουσουλμάνος σουλτάνος, ἐγνώριζον ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἀνεξάρτητον ῥωσικὸν κράτος, τὸ ὁποῖον διοικεῖ ἕνας ὀρθόδοξος τσάρος. Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴν τοῦ ὑστεροῦ Μεσαίωνα καὶ κατὰ τὴν Νεωτέραν ἐποχὴν ἡ Ῥωσία ἦτο ἡ μόνη Ὀρθόδοξος Αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία οὐχὶ μόνον διεδέχθη, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ὡρισμένα κριτήρια ὑπερέβη τὸ Ὀρθόδοξον Βυζάντιον. Ἡ κατὰ τὸν Πατριάρχην Ἱεροσολύμων Δοσίθεον¹⁷ «Θεόστεπτος αὐτοκρατορία» ἔπρεπε νὰ διασώσῃ τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν δουλεία.
  2. Ἡ ἐδαφικὴ ἔκτασις τοῦ κράτους τῆς Ῥωσίας καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ Ῥωσικὴ Αὐτοκρατορία ὑπερέβη τὸ Βυζάντιον.
  3. Ἡ Ῥωσία ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ ῥωσικοῦ βασιλείου ἦτο πολυεθνικὸν κράτος, ποὺ δὲν περιοριζότο ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ῥωσικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον ὡστόσον διεδραμάτισε καθοριστικὸν ρόλον πολιτιστικὰ καὶ πνευματικά.
  4. Ὅπως καὶ ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οὕτω καὶ ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦτο βεβαία γιὰ τὴν ἀποστολικήν της προέλευσιν μέσῳ τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος κατέφθασεν οὐχὶ μόνον εἰς τὰ τείχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ Νόβγκοροντ.

Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἤρχισαν σταδιακῶς νὰ οἰκοδομῶνται αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς καὶ τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ τακτικαὶ ἐπισκέψεις τῶν ἱεραρχῶν τῆς ἀνατολῆς εἰς τὴν Γῆν τῶν Ρῶς, συνοδευόμεναι ὑπὸ παρόντος καὶ συλλογικῆς καθεδρᾶς οἰκονομικῆς βοηθείας, τὴν ὁποίαν τόσην ἀνάγκην εἶχεν ἡ Ὀρθόδοξος ἀνατολή.

Ἐν τῇ Γῇ τῶν Ρῶς ἀπεδέχοντο τὸ πρωτεῖον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὴν η΄ ἐρωταπόκρισιν τῶν Πατριαρχῶν τῆς ἀνατολῆς τὸ ἔτος 1663), ἀλλὰ μόνον τότε ὅταν ἦτο ἀπαραίτητον γιὰ τὴν ἀντιμετώπισιν ἐσωτερικῶν σκοπῶν καὶ ζητημάτων. Καὶ ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει ἀνεγνώριζον τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν δύναμιν τῆς Ῥωσίας, τὴν ὁποίαν ἀπεδείκνυον ἡρωικαὶ στοὺς λεγομένους ῥωσοτουρκικοὺς πολέμους (ἀνεξαρτήτως τοῦ πῶς ἐκτιμοῦν αὐτοὺς τοὺς πολέμους οἱ σύγχρονοι φιλοδυτικοὶ ἱστορικοί)¹⁸.


Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ Βαλκάνια

Σὲ δυσχερεῖς συνθήκας ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρέπει νὰ εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ οὐχὶ μόνον μὲ τὰς παλαίφατας ἀποστολικὰς ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλας τὰς λοιπάς, συμπεριλαμβανομένων κἀκείνων τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς σλαβικῆς. Οἱ ἐκκλησίαι Σερβίας καὶ Βουλγαρίας ἐθεωροῦντο παλαιόθεν Αὐτοκέφαλες. «Αὐτοκέφαλη» στὸ κανονικὸν δίκαιον θεωρεῖται μία ἐκκλησία μὲ πατριαρχικὸν τύπον, ἐν τῇ ἀρχικῇ της ἐννοίᾳ ὁ «αὐτοκέφαλος» σημαίνει «αὐτοτελής/ἐλεύθερος».

Οἱ παλαιαὶ ἐκκλησίαι ἐν τοῖς Βαλκανίοις, ἀρχιεπισκοπαὶ ἢ Πατριαρχεῖα, δὲν ἐθεωροῦντο ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ὁλοκληρωμέναι, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ σχετικὸν μήνυμα τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἁγίου Καλλίστου (14ος αἰ.) πρὸς τὸν ἱερὸν κλῆρον καὶ τοὺς μονάζοντας τῆς ἱερᾶς ἀρχιεπισκοπῆς Τυρνόβου¹⁹.

Οἱ αὐταὶ αἱ Βαλκανικαὶ ἐκκλησίαι ἐνόουν τὸν ἑαυτὸν τους οὐχὶ τόσον ὑποταγμένον, ὅσον ἐλεύθερον. Ἴσως, σὲ μίαν τοιαύτην προσέγγισιν ἐκρύβετο κάποια ὑπερβολικὴ φυγόκεντρος δύναμις. Ἀλλὰ γενικότερα τὰ προνόμια τῶν Βαλκανικῶν ἐκκλησιῶν οἰκοδομοῦντο ἐπὶ ἀγαθῶν θεμελίων.

Ἡ α΄ Ἰουστινιανή, ποὺ τὴν ἐδημιούργησεν ἐν τοῖς Βαλκανίοις ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανὸς κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ 6ου αἰ. μ.Χ., ἦτο ἡ πρώτη στὰ Βαλκάνια ἐκκλησία, ποὺ ἔλαβεν ἰσοτίμους μετὰ τὴν Ῥώμην καὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν δικαστικὰς ἀρμοδιότητας. Οἱ μεταγενέστερες ἐκκλησίαι Βουλγαρίας καὶ Μακεδονίας ἐθεωροῦν τὸν ἑαυτὸν τους διαδόχους τῆς α΄ Ἰουστινιανῆς, πρᾶγμα ποὺ ἀποτυπώνεται καὶ εἰς τοὺς τίτλους τῶν Προκαθημένων των.

Ἀπὸ τοῦ παρόντος οἱ κανονολόγοι, ἱστορικοὶ καὶ θεολόγοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς-νομικῆς θεωρίας τοῦ μητροπολίτου Περιστερίου Γρηγορίου Παπαθωμᾶ ἐπιμένουν ὅτι οἱ ὀρθόδοξες ἐκκλησίαι τῶν Βαλκανίων ἦσαν δευτέρας κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι τὸν 19ον αἰ. σὺν ἠναγκάσθησαν τὴν ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ ταῖς χορηγήσῃ αὐτοκέφαλον ἀπὸ τὴν ἐπίπεσιν πολιτικῶν συγκυριῶν. Ἐν τῇ πραγματικότητι τὰ αὐτοκέφαλά των εἶναι πολὺ παλαιότερα καὶ τὸν 19ον αἰ. ἁπλῶς συνέβη ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς τάξεως, ποὺ εἶχεν ἀπολεσθῇ λόγῳ περιπλόκων πολιτικῶν καὶ ἄλλων ἐξωτερικῶν παραγόντων.

Ὁ ὡς ἄνω, ὅλαι αἱ ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο τόσον ἐν τῷ ἐδάφει τῆς ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ὅσον καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων της, ἐτέλουν ἐν ἁρμονίᾳ, ἡ διατάραξις τῆς ὁποίας ὁδηγοῦσεν εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς πνευματικῆς ἑνότητος καὶ εἰς δυσθεράπευτα σχίσματα.


Ἡ διατάραξις τῆς ἁρμονίας τὸ 1872

Τὸ 1872 ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς κατεδίκασε τὴν συσταθεῖσαν τὸ 1870 Βουλγαρικὴν ἐξαρχίαν ὡς ἔνοχον γιὰ «φυλετισμόν» (προτίμησιν τῶν ἰδιωτικῶν, ἐθνικῶν συμφερόντων ἔναντι τῶν κοινῶν ἐκκλησιαστικῶν). Ἐν τῇ ἐν λόγῳ καταδίκῃ ἐπικεντρώθη ἡ χαρακτηριστικὴ γιὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς ἀνατολῆς μονομέρεια ἐπὶ πλέον μιᾶς ἄλλης φυλετικῆς βάσεως, τῆς ἑλληνικῆς.

Ἡ καταδίκη τοῦ φυλετισμοῦ κατέστη ταυτοχρόνως θρίαμβος τῶν οἰκείων δικαιωμάτων τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μὲ καθιέρωσιν τῆς πραγματικῆς καὶ ἐν δυνάμει δυνατότητος γιὰ κόμη μεγαλυτέραν ἀνάπτυξιν τῆς μονομέρειας, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον «ἰσχὺν οὐκ ἔχει»²⁰. Ὁ λόγιος ἀρχειονόμος τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στὰ τέλη τοῦ 19ου – ἀρχὰς τοῦ 20οῦ αἰ. Μανουὴλ Ἰω. Γεδεὼν ἐμφάνισε τὴν σύστασιν τῆς Βουλγαρικῆς ἐξαρχίας ὡς τὴν ἰσχυροτέραν πρόκλησιν γιὰ τὰ προνόμια τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἐν τῇ μακραίωνῃ ἱστορίᾳ του²¹.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσπαθοῦσε νὰ ἀποφύγῃ τὰς δύο ἀκρότητας καὶ νὰ παρουσιάσῃ μίαν ἐπίλυσιν τῆς διαφορᾶς βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς χρυσῆς τομῆς. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔπαιξε τὸν ρόλον τοῦ «κατέχοντος» καὶ συμφιλιωτοῦ, ἐν καὶ οἱ φιλικῶς πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν διακείμενοι θεολόγοι ἔβλεπαν στὴν συνδρομὴ τῆς Ῥωσίας πολὺ μεγαλυτέρας ἀπειλὰς παρ' ὅ,τι στὴν ἐξουσίαν τῶν Τούρκων²².


Τἀνώτατον ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον

Τὸ ζήτημα τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου εἶναι τῆς αὐτῆς κατηγορίας, ὅπως καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπονομῆς αὐτοκέφαλου καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς Συνάξεως Προκαθημένων τῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ θὰ ἐξετάζονται χωριστὰ ἐν τοῖς ἐπομένοις δημοσιεύμασι. Ἐν τῇ ἱστορικῇ ἀναδρομῇ αἱ περίοριαι πράξεις ἐπετρέποντο στὰς περιπτώσεις ἀποστολῆς καὶ ἐπὶ μεμονωμένων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων. Ὡστόσο, σὲ περίπτωσιν νομιμοποιήσεως τῆς λειτουργίας τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου ἐν τῷ προσώπῳ ἑνὸς καὶ μόνον τόμου – τοῦ ἐπικεφαλῆς τῆς ἐκκλησίας καὶ τιμητικῶς πρώτου – δημιουργεῖται μία ἄκρως ἐπικίνδυνος κατάστασις, ποὺ ἀπειλεῖ μὲ ἐπιπτώσεις τοῦ πλέον πωδυνοῦ σχίσματος.

Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως προσπαθεῖ νὰ καταδείξῃ τὰς ἀρχικὰς του δικαστικὰς ἀρμοδιότητας, αἱ ὁποῖαι δῆθεν ἐπιβεβαιώνονται εἰς τοὺς κανόνας 9, 17 καὶ 28 τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου καὶ στὴν προγενεστέραν (καὶ μεταγενεστέραν) πρακτικὴν τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ἐν τῇ πραγματικότητι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου δὲν εἶναι καὶ τόσον διαφιλονικούμενον, ὥστε νὰ δύναται νὰ φανῇ ἐκ πρώτης ψεύδους κόμη καὶ κατὰ τὸ ἀπόγειον τῆς ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Σὲ κάθε περίπτωσιν οἱ ἀνώτατοι πνευματικοὶ δικασταὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης Τοπικῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ οἰκεῖοι αὐτῶν Προκαθήμενοι. Αὐτὸς εἶναι ὁ παράγραφος κανὼν, ἄλλος δὲν ὑπάρχει, οὔτε μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ.

Οἱ παραπομπαὶ εἰς τὴν Χαλκηδόνα, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἑρμηνείας τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος²³ κ.τ.λ., γίνονται ὑπὸ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου ἐξουσίας χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ' ὄψιν ἡ πολύτως νέα ἐποχή, ποὺ ἡ ἰσότης τῶν ἐκκλησιῶν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς νομικῆς, εἶναι οὐσιῶδες θεμέλιον γιὰ τὴν παρουσίαν καὶ τὴν δράσιν των, κόμη καὶ ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς συνοδικῆς των ἑνότητος.

Ἐν τῇ οὐσίᾳ τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως διεμόρφωσε μίαν βάσιν ψευδῶν ἐπιχειρημάτων ἐκ μερικῶν κανόνων καὶ σχετικῶν ἑρμηνειῶν τους, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδίας ἀξιώσεις του ὡς πρώτου ἐν ἐξουσίᾳ ἐν τῇ ἀνατολῇ. Αὐτὴ ἡ «βάσις» ἀνταποκρίνεται θεωρητικῶς εἰς τὰς κραυγὰς σκέψεις, ποὺ ἐκτέθησαν ἐν τῇ «Ἐπαναγωγῇ» («Εἰσαγωγή»), ἕνα μνημεῖον τοῦ ἔτους 880 μ.Χ., τὸ ὁποῖον οὐδέποτε δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸν εἰς κοινὸν ἐκκλησιαστικὸν ἐπίπεδον²⁴.

Ἡ ἄσκησις τῶν περιόριων καὶ ἐξωδικαιοδοτικῶν δικαστικῶν ἀρμοδιοτήτων ἀποτελεῖ σήμερον τὴν πλέον ἰσχυρὰν ἔκδηλωσιν τοῦ πρωτείου ἐξουσίας, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν διαταραχὴν τῆς ἑνότητος, τῆς συνοδικότητος καὶ τῆς ἁρμονίας.


ἐκκλησιαστικἑνότης: ἀνεπίτευκτος ἢ πραγματική;

Σήμερον λοιπὸν ἔχει προκληθεῖ ἀπώλεια τῆς συμφωνίας καὶ τῆς ἁρμονίας μεταξὺ τῶν κατὰ τόπους ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν. Δυστυχῶς, ὡς ἀποτέλεσμα τῶν μονομερῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τὸ πρωτεῖον τιμῆς, ποὺ μετεξελίχθη εἰς πρωτεῖον ἐξουσίας, ὑπερέβη κάθε ἀποδεκτὸν ὅριον. Ἡ βαθιὰ πεποίθησις τῆς προφανοῦς δικαιούσης πλευρᾶς γιὰ τὸ δίκαιό της ὁδήγησεν εἰς τὴν συσπείρωσιν τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς νὰ καταβληθοῦν προσπάθειαι νὰ δοθῇ μία σοβαρὰ ἐπιστημονικὴ θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορικὴ θεμελίωσις, πρᾶγμα ποὺ ἐπὶ θέσει ἀρχῆς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.

Ἡ κοινὴ δεολογία τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐργαλείων τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς καὶ ἀμερικανικῆς ἐπιστήμης ἐξακολουθεῖ ὡστόσον νὰ διατυπώνεται μὲ ἀπόβαθρον τὴν ἐπιφανειακὴν ἀληθοφάνειαν.

Οἱ προσπάθειαι τῶν θεολόγων καὶ κανονολόγων τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀγνοοῦνται, δὲν εἰσακούονται, δὲν λαμβάνονται ὑπ' ὄψιν, παραμένουν ἀναπάντητοι ἢ λαμβάνουν μίαν τυπικὴν ἀπάντησιν, οὐχὶ τόσον βάσει τῆς ἐπιστήμης, ὅσον βάσει δεολογικῶν ἀρχῶν.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπεχώρησεν εἰς τὸ Σκοπιανὸν ζήτημα, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀποχωρήσῃ εἰς τὸ Οὐκρανικόν. Διατί; Ἡ ἀντικανονικότης τῶν ληφθέντων μέτρων εἶναι τοσοῦτον κραυγαλέα, ὥστε σὲ περίπτωσιν ἀναγνωρίσεώς των ὑφ' ὁιασδήποτε ἐκκλησίας, ἀπειλεῖ μὲ σοβαρὰν διαίρεσιν ἢ ἀπόσπασιν μερίδος πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς φετηρίαν ἔχουν τὴν διαφύλαξιν τῆς παραδόσεως καὶ τῶν παραδοσιακῶν πνευματικῶν ἀξιῶν.

Ἡ μοναδικὴ ὁδὸς γιὰ θεραπείαν τοῦ σχίσματος εἶναι ἡ ἀποποίησις τῶν περιόριων μέτρων καὶ τῶν συνεπειῶν των ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, γεγονὸς ποὺ μὲ ἀπόβαθρον τὴν ῥητορικήν του καὶ τὰς συγκεκριμένας μεταγενεστέρας ἐνεργείας κρίνεται ἀπίθανον. Ὡστόσο, ὁ πεζοπόρος εἶναι ποὺ περνικᾶ τὸν δρόμον. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς ἐκκλησίας συνέβησαν θρασέες προσχωρήσεις εἰς σχίσμα ἢ εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην αἵρεσιν, αἱ ὁποῖαι εἰς τελικὴν ἀνάλυσιν περικεράσθησαν.

Ὁ ὄψιμος βυζαντινὸς θεολόγος ἅγιος Νεῖλος Καβάσιλας ἔγραψεν ὅτι μὲ «κοινὰς» ὑποθέσεις τῆς ἐκκλησίας ὁ «πρῶτος» δύναται νὰ ἀσχοληθῇ σὲ συμφωνίᾳ μὲ ὅλους τοὺς λοιπούς, ἀλλὰ οὐχὶ ἐπὶ μόνος του²⁵. Εἶναι ἀποδεκτὸν τὸ πρωτεῖον τιμῆς, ἀλλὰ τὸ πρωτεῖον ἐξουσίας ἔρχεται νὰ πολεμήσῃ «τὴν κοινὴν εἰρήνην τῆς ἐκκλησίας»²⁶. Αὐταὶ αἱ σκέψεις εἶναι σήμερον ἐπίκαιραι ὅσον ποτὲ ἄλλοτε.

Ἡ ἐφεξῆς συγγραφὴ ἐκκλησιαστικῶν ἱστορικῶν καὶ κανονικῶν-θεολογικῶν μελετῶν ἐπὶ τοῦ ἐπίμαχου ζητήματος θὰ μπορέσῃ, ὅπως τὸ ὕδωρ ποὺ λαξεύει τὴν πέτραν, νὰ δημιουργήσῃ προϋποθέσεις γιὰ τὴν διευθέτησιν τῆς καταστάσεως καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀπολεσθείσης ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος.

Θα δημιουργήσω ένα ενιαίο κείμενο συνενώνοντας όλα τα αποσπάσματα που μου δώσατε, με σωστή μορφοποίηση και δομή.


ΕΝΙΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Εισαγωγή

Ἐπιθυμοῦμε ἕνα οὐσιαστικὸ διάλογο μὲ τοὺς Ῥώσους ἀδελφούς, προάγοντας μία δημιουργικὴ θεολογικὴ ἀντιπαράθεση μὲ τοὺς Ἕλληνες θεολόγους τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Σὲ μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία προωθεῖται ἡ προσέγγιση μὲ ἑτεροδόξους καὶ αἱρετικούς, ἐνῶ ὁ σχετικὸς διάλογος χαρακτηρίζεται ὡς «διάλογος ἀγάπης», θεωροῦμε ἀδιανόητο νὰ μὴ τίθεται μὲ τὴν ἴδια σοβαρότητα τὸ ζήτημα τῆς πανορθόδοξης ἑνότητας ἐν τῇ πίστει τῶν Πατέρων. Εἴθε οἱ στῆλες τῆς ἐφημερίδας νὰ συμβάλουν οὐσιαστικὰ στὴν προώθηση αὐτοῦ τοῦ θεάρεστου ἔργου.


Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βιώνει σήμερα ἕνα μεγάλο σχίσμα, ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ τὶς μονομερεῖς ἐνέργειες τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ὡστόσο ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, καὶ κόμη καὶ στὴν περίπτωση, ποὺ ἕνα τμῆμα ἀποκόπτεται ἀπ' αὐτή, δὲν χάνει τὴν ἑνότητά της.

Ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν (πρβλ. Ἰω. 17, 21), μᾶς διδάσκει ὁ Σωτὴρ Χριστός. Ἐπίσης ἀναγιγνώσκουμε καὶ ψάλλουμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Πιστεύω εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν».

Ἡ ἑνότητα εἶναι μία ἐκ τῶν κομβικῶν διοτήτων τῆς Ἐκκλησίας. Μία ἄλλη παρόμοια διότητα εἶναι ἡ καθολικότητα. Ἐκτὸς τῆς ἑνότητας καὶ τῆς καθολικότητας ἡ διάρθρωση τῆς Ἐκκλησίας δύναται νὰ περιγραφεῖ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας. Ἀπὸ αὐτὴς τῆς ἔννοιας θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὸ πλαίσιο αὐτῆς τῆς συντόμου ἐπισκοπήσεώς μας.

Ἡ ἁρμονία προβλέπει τὴν συνύπαρξη ἑνίων τμημάτων τοῦ συνόλου σὲ συμφωνία μεταξύ τους. Τὰ ἐν λόγῳ τμήματα δύνανται νὰ διαφέρουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μεταξύ τους, νὰ ἀγνοοῦν ἢ νὰ πολεμοῦν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Τὰ τμήματα τῆς ἁρμονίας ὀφείλουν νὰ συνυπάρχουν βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἀλληλοσυμπληρώσεως, καθὼς καὶ σὲ ἀλληλοβοήθεια καὶ σὲ ἀμοιβαία συμφωνία.

Σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ Liddell H.G., Scott R. ἡ λέξη «ἁρμονία» εἶναι ἄκρως πολυσήμαντη: μέσον πρὸς συναρμογή, συμφωνία, τάξις κ.ο.κ.¹

Ἡ ἁρμονία εἶναι ἀρχαία λέξη, ποὺ χρησιμοποιήθηκε στὴν Ὁμηρικὴ ποίηση², τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ποίηση³ καθὼς καὶ ὡς αἰσθητικὴ κατηγορία. Ἡ ποίηση ὡς πεδίο λεκτικῆς δημιουργίας κατὰ τὸ μέγιστο δυνατὸν προσεγγίζει τὴν μουσική. Ὁ Πυθαγόρας ἄκουσε τὴν «μελῳδικὴν ἁρμονίαν» ὅταν περιῆλθε σὲ κύστα σφαίρης⁴. Ὁ φιλόσοφος Ἐμπεδοκλῆς δίδασκε περὶ τῆς οἰκουμενικῆς ἁρμονίας τοῦ παντός, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἁρμονίας τῶν ἀστέρων⁵.

Ὁ Φιλόλαος προσδιόριζε τὴν ἁρμονία ὡς «συνδυασμὸν» ἢ «μεῖγμα» τῶν «ἐναντίων» ἀρχῶν⁶. Ὁ Πλάτων ὡς ἁρμονία κατανοοῦσε τὴν πνευματικὴ «θείαν» ἀρχὴ τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν (εἰδῶν), ἡ λύρα ποὺ ἦταν ὄργανο γιὰ τὴν παραγωγὴ χορδῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται σὲ ἁρμονία, ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς γήινης ἀρχῆς⁷.

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι συζητοῦσαν τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ψυχὴ ἦταν ἁρμονία καὶ δίναν ἀπ' αὐτὸ διαφορετικὰς ἀπαντήσεις⁸.

Στὸν Πλάτωνα ἀπαντᾶται ὁ ἄκρως σημαντικὸς ὁρισμὸς τῆς «ἁρμονίας» ὡς «συμφωνίας», ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καμία διαίρεση ἢ ἀντίθεση: «ἡ γὰρ ἁρμονία συμφωνία ἐστίν, συμφωνία δὲ ὁμολογία τις - ὁμολογίαν δὲ οὐ διαφερομένων, ὡς ἂν διαφέρωνται, δύνατον εἶναι· διαφερομένων δὲ οὐδ' ἂν εἰ μὴ ὁμολογοῖεν δύνατον ἁρμόσαι…»⁹.

Ὁ Ἀριστοτέλης ἐπίσης φαρμόζοντας τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἔναντι τῆς ψυχῆς γράφει ὅτι ἡ ἁρμονία εἶναι μίγμα ἐναντίων ἀρχῶν, ἀλλὰ στὴν ψυχὴ τέτοιες ἀρχαὶ δὲν ὑφίστανται¹⁰.

Στὴ χριστιανικὴ παράδοση ἡ ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἐφαρμοζόταν ἔναντι τοῦ συνδυασμοῦ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, γιὰ τὸν ὁποῖον ἕνας ἐκ τῶν πρώτων ἔγραψε ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυρας¹¹.

Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου ἐφάρμοσε τὸν ὅρο «ἁρμονία» ὡς πρὸς τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, χρησιμοποιῶντας τὴν ἔκφραση «ἁρμονία πατρός»¹².

Μὲ τὴ σειρὰ του ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρεὺς ἔγραψε ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ: «Τοῦτό ἐστι γώ, τοῦτο βούλεται ὁ θεός, τοῦτο συμφωνία ἐστί, τοῦτο ἁρμονία πατρός, τοῦτο υἱοῦ, τοῦτο Χριστός, τοῦτο ὁ λόγος τοῦ θεοῦ, βραχίων κυρίου, δύναμις τῶν ὅλων, τὸ θέλημα τοῦ πατρός»¹³.

Στοὺς μεταγενέστερους ἁγίους πατέρας καὶ χριστιανοὺς συγγραφεῖς ὁ ὅρος «ἁρμονία» χρησιμοποιεῖτο καὶ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς συνένωσης τῶν ἐναντίων καὶ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς πλήρους συμφωνίας τῶν στοιχείων ἢ τμημάτων, ποὺ συγκροτοῦν τὴν ἁρμονία.

Μετὰ τὴ σύντομη ἐπισκόπηση τῆς ἱστορίας τῆς ἔννοιας τῆς ἁρμονίας δύναται νὰ ἀναλυθεῖ μὲ παράδειγμα τὴ διάρθρωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατὰ τὴν α΄, τὴ β΄ καὶ στὶς ἀρχὰς τῆς γ΄ χιλιετίας.


Δύσις καἈνατολὴ τὴν α΄ χιλιετίαν (πρὸ τοῦ σχίσματος τοῦ 1054)

Στὶς σχέσεις τῆς Δυτικῆς (Ῥώμη) καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας (Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ λοιπὰ Πατριαρχεῖα) δύναται νὰ διαφανεῖ ὡρισμένη ἁρμονία. Τὴν πρώτη χιλιετία ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης στὴ Δύση, ὅπως καὶ ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως στὴν Ἀνατολὴ (ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν 4ο αἰ. μ.Χ.) πολάμβαναν συγκεκριμένα προνόμια, τὰ ὁποῖα δὲν παρεμπόδιζαν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα, ἀλλὰ συνέδραμαν στὴν ἐξασφάλιση τῆς ἐν λόγῳ ἑνότητας μέσα ἀπὸ τὸν ἀμοιβαῖον ἐμπλουτισμὸ (ἐν καὶ χωρὶς δυσκολίες).

Ὡς παριθμήσουμε τὰ πρεσβεῖα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ῥώμης:

  1. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης ἦταν ἀποστολικῆς προελεύσεως. Ὁ ἱδρυτὴς της ἀπόστολος Πέτρος, θεωρεῖται ἕνας ἐκ τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἠξιώθη μίας διαίτερης ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὸν Σωτῆρα Χριστό, ὅπως καταφαίνεται ἀπὸ τὰ ἑξῆς λόγια Του: «Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18). Ὅμως ὡς «πέτρα» οἱ ἀνατολικοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ χριστιανοὶ συγγραφεῖς κατανοοῦσαν οὐχὶ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀλλὰ τὴν κοινὴν ἀρετὴ τῆς πίστεως καὶ ἄλλες ἀρετές.
  2. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης εἶχε τὴν ἕδρα της στὴν πρωτεύουσα τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ μετὰ τὴ δημιουργία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὴν πρωτεύουσα τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (μέχρι τὴν ἅλωση τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 476). Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴ τῆς Συνόδου ἐν Χαλκηδόνι (451 μ.Χ.) ὁ αὐτοκράτορας τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας κατεῖχε τὸ πρωτεῖα στὶς ἐπίσημες ὑπογραφές, ἐν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τὸ δευτερεῖα¹⁴. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης στηριζόταν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ πρωτείου τῆς Ῥώμης καὶ τὴν περίοδο ποὺ ὑπῆρχε, καὶ τὴν περίοδο ποὺ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει.
  3. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καταλάμβανε τὴν πρώτη θέση στὰ δίπτυχα τῶν ἐκκλησιῶν, δηλαδὴ κατεῖχε τὸ πρωτεῖα τιμῆς.
  4. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης ὑπερασπιζόταν τὸ ἄμωμον τῆς πίστεως καὶ βοηθοῦσε τὴν ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν στὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων, ὅπως λ.χ. στὴν πολεμικὴ κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ ἀργότερα κατὰ τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ.
  5. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης διεκδικοῦσε τὸ πρωτεῖο οὐχὶ μόνον τιμῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξουσίας, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία ποὺ δίδετο στοὺς κανόνες τῆς ἐν Σαρδικῇ Συνόδου σχετικὰ μὲ τὴν ἔκκλητον πρὸς τὸν Πάπα τῆς Ῥώμης. Τὸ δικαστικὸ πρωτεῖο τῆς Ῥώμης λειτουργοῦσε ἐνίοτε πρὸς ὄφελος τῆς ἀνατολῆς, ὅπως, λ.χ. στὴν περίπτωση τῆς ἀθῳώσεως ἀπὸ τὸν Πάπα τῆς Ῥώμης Ἰούλιο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος διώκετο ἀπὸ τοὺς φιλοαρειανικοὺς ἐπισκόπους. Γενικότερα τόσο ἡ χριστιανικὴ ἀνατολή, ὅσο καὶ ἡ Δύση δὲν ἀναγνώρισαν τὸ πρωτεῖο τῆς Ῥώμης οὔτε θεωρητικά, ἀλλὰ οὔτε καὶ πρακτικῶς (ἂν θυμηθοῦμε τὴν αὐτοτελῆ θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καρθαγένης, ποὺ δὲν ὑπαγόταν σ' ἐκείνη τῆς Ῥώμης).

Ὅλες οἱ ἀνατολικὲς ἐκκλησίες, ποὺ συμμετεῖχαν τὴν λεγόμενη Πενταρχία ἢ Τετραρχία (χωρὶς τὴ Ῥώμη) κατεῖχαν σειρὰ ἀπὸ δικά τους πρεσβεῖα:

  1. Καθεμία ἐξ αὐτῶν εἶχε διαμφισβήτητο ἀποστολικὴ προέλευση, ἐκτὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ τελευταία μόνον τὸν 9ο αἰ. μ.Χ. συνέδεσε τὴν προέλευσή της μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου.
  2. Ἀπὸ τὸν 4ο – 5ο αἰ. μ.Χ. ἀναδείχθηκαν ὡς ἑπτὰ ἀνεξάρτητα Πατριαρχεῖα, τὰ ὁποῖα συνέπιπταν ἐν πολλοῖς μὲ τὶς διοικήσεις τῆς Ῥωμαϊκῆς/Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας (οὐχὶ ὅμως πλήρως).
  3. Κάθε Πατριαρχεῖο κατεῖχε τὴν οἰκεία αὐτοῦ θέση στὰ δίπτυχα τῶν ἐκκλησιῶν, ἐν καὶ οὐχὶ τὴν πρώτη, πάντως μία ἀναγνωρισμένη θέση, ποὺ τοῦ ἐξασφάλιζε κατ' οὐσίαν τὰ ἴσα δικαιώματα στὶς σχέσεις μὲ τὰ ἄλλα Πατριαρχεῖα.
  4. Οἱ ἀνατολικοὶ ἅγιοι Πατέρες ἐπέδειξαν στὰ θέματα τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως ζῆλον οὐχὶ μικρότερον τῶν δυτικῶν. Ἡ προτεραιότητα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης στὸν ἀρχαῖο πολιτισμὸ δήλωνε καὶ κατὰ κάποιο βαθμὸ ὑπέδειξε καὶ τὴν προτεραιότητα τῆς ἑλληνικῆς θεολογίας, ποὺ ἀποτελεῖ σε (τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν) τὸ πρωτότυπον ὡς πίνακα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον οἱ δυτικοὶ ζωγράφοι κατάφεραν νὰ ἀναπαράγουν ἕνα ποιοτικὸ ἀντίγραφο, ποὺ ἐν καὶ ἐμπλουτίσθηκε ἀπὸ τὴν δική τους ἐμπειρία, παρέμενε δευτερεύουσας σημασίας.
  5. Κάθε Πατριάρχης ἦσκει τὰς ἀνωτάτας δικαστικὰς ἀρμοδιότητας ἐντὸς τῆς οἰκείας του δικαιοδοσίας.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σὲ ἀντιδιαστολὴ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς, τῆς Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καὶ τῆς ἱερᾶς ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, διέθετε μερικὰ δικά της διαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἦταν πρωτεύουσα τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸ 324 καὶ ἐφεξῆς ἤρχισε νὰ θεωρεῖται τὸ προνομιοῦχον τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας, κόμη καὶ ὡς ἕδρα τοῦ μονάρχου κυβερνήτη (ἀπὸ τὸ 324 μ.Χ.), τοῦ αὐτοκράτορος ἁγίου Κωνσταντίνου. Ὡς ἐκκλησία τῆς πρωτευούσης ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἠλαύνε διαίτερης ὑποστήριξης τοῦ αὐτοκράτορος.
  2. Τὰ δικαστικά, δικαιοδοτικὰ καὶ «περίορια» δικαιώματα (τὸ ζήτημα περὶ τῶν τελευταίων θὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ χωριστά) τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως διατυπώθηκαν διαιτέρως στὸν 9ο, τὸν 17ο καὶ τὸν 28ο κανόνα τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου. Στὴν πραγματικότητα ἦταν ἀποκλειστικῶς ἐνδοδικαιοδοτικὰ δικαιώματα. Ὡστόσο ὑπῆρξε καὶ προηγούμενον περιόριων ἢ ἐξωδικαιοδοτικῶν πράξεων, ποὺ ἐγίνησαν μὲ συγκατάθεση τῶν πλευρῶν καὶ κατὰ κανόνα δὲν ἐπέφεραν ζημία στὴν ἐκκλησιαστικὴν ἑνότητα καὶ μόνοιαν.
  3. Στὸ κανονικὸ ἔδαφος τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως συνήλθαν καὶ οἱ ἑπτὰ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, ποὺ ἀποτελοῦν τὰ ἀνώτατα νομοθετικὰ καὶ διοικητικὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας. Καμία ἐκ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν συνήλθε οὔτε στὴ Ῥώμη, οὔτε στὸ ἔδαφος ἄλλου Πατριαρχείου, πρᾶγμα, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως ἀποδεικνύει μεταξὺ ἄλλων καὶ ἕνα ὡρισμένον κῦρος τῆς ἐκκλησίας τῆς πρωτευούσης τῆς αὐτοκρατορίας γιὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν γενικῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων.
  4. Μετὰ τὴν κατάκτηση ὑπὸ τῶν Περσῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ ὑπὸ τῶν Ἀράβων τοῦ ἐδάφους τῶν ἕδρων τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς τὸν 7ο αἰ. μ.Χ. ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρέμεινεν ἡ μόνη ἐλεύθερη ἐκκλησία στὸ Βυζάντιον.

Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καὶ ἐκείνη τῆς Κωνσταντινουπόλεως (μαζὶ μὲ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς) συγκροτοῦσαν ὡς ἕνα ἑνιαῖον σύνολο, δηλαδὴ τὴν «Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Ἡ Ῥώμη, ποὺ κατεῖχε τὸ πρωτεῖον τιμῆς, θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται σὲ ἁρμονικὰς σχέσεις μὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν ὡς πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου. Οἱ Πάπες τῆς Ῥώμης ἐμποροῦσαν νὰ θεωροῦν τὸν ἑαυτὸν τους εἰδικοὺς φύλακας τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔπρεπε εἰλικρινῶς νὰ δεχθοῦν ὅτι ἡ βασικὴ παράδοσις τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως διαμορφωνόταν οὐχὶ τόσον στὴ Δύσιν, ὅσον στὴν Ἀνατολήν. Ἀκριβῶς κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον ἐσκέπτετο ἀναμφίβολα ὁ ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως Πάπας Μαρτῖνος, ὁ ὁποῖος προσκάλεσε στὴ Σύνοδον τοῦ Λατερανοῦ τὸν ὅσιον Μάξιμον ὁμολογητήν, τὸν κορυφαῖον ὑπερασπιστὴν τῆς Ὀρθοδόξου χριστολογίας ἔναντιον τῶν αἱρέσεων τοῦ μονοενεργητισμοῦ καὶ τοῦ μονοθελητισμοῦ.

Ἐν καὶ ἡ Δύσις καὶ ἡ Ἀνατολὴ εἶχαν κατὰ διαστήματα τεταμένες σχέσεις, κυρίως λόγῳ τῆς ἐπιδιώξεως οὐχὶ μόνον τοῦ (ἀποδεκτοῦ) πρωτείου τιμῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ (παράδεκτου ὡς περίορια ἐπίπεδα ἐκτὸς τῆς οἰκείας δικαιοδοσίας) πρωτείου ἐξουσίας, γενικότερα εὑρίσκαν τὴν ἐσωτερικὴν δύναμιν νὰ ὑποχωροῦν, νὰ μὴ ἐπιμένουν ὑπερβολικῶς στὶς θέσεις τους καὶ νὰ διαφυλάσσουν τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἑνότητα.

Ἐν τούτοις μετὰ τὸ 1054 ἐχάθη αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ δὲν ἔχει μέχρι σήμερα ἀποκατασταθῇ.


Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μετὰ τὸ Μέγα Σχίσμα

Μετὰ τὴν ἀπόσχισιν τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν τὸ 1054 ἦλθε ἡ πνευματικὴ καταστροφή. Οἱ δυτικοὶ χριστιανοὶ κατὰ τὴν σκοπιὰν τῶν ἀνατολικῶν, περιῆλθαν οὐχὶ ἁπλῶς εἰς κατάστασιν σχίσματος, ἀλλὰ καὶ αἱρέσεως, διότι πρέσβευαν τὴν λεγομένην διδασκαλίαν τοῦ Filioque (περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ καὶ τοῦ Υἱοῦ), παράδεκτην ἀπὸ τὴν σκοπιὰν τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ ἠκολούθουν μερικὰς διαίτερας τελετουργικὰς πρακτικὰς (λ.χ. ἡ Θεία Μετάληψις μὲ ἄζυμα), οἱ ὁποῖες ἀπορρίπτονταν ὡς παράδεκται καὶ ἐγκυμονοῦσες τὸν κίνδυνον κιβδηλώσεως τῆς πίστεως¹⁵. Οἱ αὐταὶ αἱ ἀνατολικαὶ ὀρθόδοξες ἐκκλησίαι στὰς μεταξὺ τους σχέσεις ἐξακολουθοῦσαν νὰ ἐφαρμόζουν τὴν ἀρχὴν τῆς ἁρμονίας. Ταυτοχρόνως εἶχαν σὲ διατηρημένην τὴν πρώτην θέσιν στὸ ἱερὸν Δίπτυχα γιὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ῥώμης, ἡ ὁποία θὰ ἠμποροῦσε νὰ τὴν ἀνακτήσῃ σὲ περίπτωσιν ποὺ διορθωνόταν. Παρὰ τὸ προφανὲς πρεσβεῖον τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ἐκκλησίας τῆς αὐτοκρατορίας, αὐτὴ προσπαθοῦσε νὰ διαφυλάσσῃ ὁσότιμες σχέσεις μὲ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν ὑπεστήριζε καὶ τὰς νεοπαγεῖς σλαβικὰς ἐκκλησίας στὰ Βαλκάνια, δηλ. τὰς Βουλγαρίας καὶ Σερβίας, καὶ ἐν συνεχείᾳ καὶ τῆς Ῥωσίας. Ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως τόνιζε τὴν προτεραιότητά της ἔναντι αὐτῶν (ὡς ἐκκλησία ἔχουσα πρωτεῖον τιμῆς), ἀλλὰ προσπαθοῦσε τὴν διαστιγμὴ οὐχὶ τόσον νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν βοήθειάν τους, ὅσον νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ νὰ συνδράμῃ στὴν διάδοσιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν καὶ παραδόσεων.


Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καῬωσικὈρθόδοξος Ἐκκλησία

Μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Πόλεως τὸ 1453 ἔπαυσεν ἡ ὑποστήριξις τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας. Μποροῦμεν νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἔτος 1453 ἐσήμανε τὸ τέλος τοῦ κρατικοῦ καὶ αὐτοκρατορικοῦ χριστιανισμοῦ στὸ Βυζάντιον, ὅπως καὶ τοῦ Βυζαντίου καθεαυτοῦ.

Ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναδείχθηκε πρῶτα ἀνεξάρτητη μητρόπολις (ἀπὸ τὸ 1448) καὶ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ἐπομένου αἰῶνος καὶ Πατριαρχεῖον (ἀπὸ τὸ 1589 καὶ ὁριστικῶς ἀπὸ τὸ 1590/1593). Ἡ ἐν λόγῳ χρονολογία ἐπιβεβαιώνει ὡρισμένην διαδοχικότητα μεταξὺ τῶν δύο ἐκκλησιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ἀπώλεσε στὴν πράξει τὸ κρατικὸν στήριγμά της, ἐν ἡ δευτέρα τὸ ἀπέκτησε, ἐν ἑτοιμότητι νὰ συνεχίσουν τὴν ἁρμονία τῶν διαμορφωθεισῶν σχέσεών των.

Τὴν περίοδον τῆς λεγομένης τουρκοκρατίας συνέβαιναν οἱ ἑξῆς σημαντικὲς διαδικασίες.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐν τῇ ἥττῃ καὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῆς αὐτοκρατορικῆς της ταυτότητος, ἀπέκτησε νέα ἐπιπρόσθετα προνόμια καὶ δικαιώματα λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ Μωάμεθ ὁ Πορθητὴς τὸ 1454 οὐχὶ μόνον ἀπεκατέστησε τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ τὸν διόρισεν ἐθνάρχη, δηλαδὴ κοσμικὸν ἄρχοντα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους μὲ ἀρμοδιότητες ἐπὶ σειρᾶς ζητημάτων (δίκαιον γάμου, δικαιώματα διοκτησίας κ.τ.λ.). Ὡστόσο, τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως περιῆλθεν εἰς μίαν ἱκανῶς μειονεκτικὴν θέσιν καὶ θὰ ἔπρεπε μερικῶς νὰ «πληρώσῃ» γιὰ τὰ νέα του δικαιώματα μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς ἐκκλησίας. Ἀρχικῶς τὰ δικαιώματα τοῦ ἐθνάρχου Πατριάρχου ἴσχυαν μόνον ἔναντι τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῆς οἰκείας αὐτοῦ δικαιοδοσίας, ἐν μετὰ τὴν ὑποταγὴν τῆς Αἰγύπτου, τῆς Συρίας καὶ τῆς Παλαιστίνης στὸν ὀθωμανοὺς Τούρκους τὸ 1517, ἴσχυαν καὶ ἔναντι τῶν πολοιπῶν Πατριαρχείων τῆς ἀνατολῆς ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ ἑνιαίου «ῥωμαϊκοῦ γένους» (Rum Milleti) ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης¹⁶.

Ἔναντι τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀπέκτησε ὁλοένα καὶ περισσοτέραν, μεγαλυτέραν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία κατὰ τὸν 18ο-19ο αἰ. ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπόγειόν της. Ὡς πρῶτος τιμητικῶς στὴν «πολυπατριαρχικὴν» ἐκκλησίαν τῆς ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέστη στὴν πράξει πρῶτος καὶ τιμητικῶς καὶ ἐξουσιαστικῶς, μὲ τὴν προσωπικὴν ὑποστήριξιν τῶν Τούρκων σουλτάνων, οἱ ὁποῖοι ἐχρειάζοντο τὴν ἀτομικὴν ἐξουσίαν καὶ εὐθύνην του γιὰ τὸν χριστιανικὸν πληθυσμόν. Τὰ «προνόμια» ὑπὸ τῶν μουσουλμάνων κυβερνήτας ἦσαν ἕνα εἶδος ποικοδομήματος στὴν ἐκκλησιαστικὴν νομοθεσίαν, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπεν νὰ διαπιστωθῇ οὐχὶ τόσον ἡ ἐξασθένησις, ὅσον ἡ ἐνδυνάμωσις τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Αὐτὴ ἡ πανίσχυρος ἐξουσία τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ὅμως δὲν ἀπεκτείνετο ἐπὶ τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο ἐν ἐδάφεσιν ἀνεξαρτήτων ἀπὸ τὴν τουρκικὴν κυβέρνησιν κρατῶν.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴν σειρὰν της ἀπεδείχθη ὅτι κατέχει τὰ ἑξῆς διαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Στὴν Ῥωσία ἡ Ἐκκλησία ἠλαύνε διαίτερης ὑποστήριξης ἐξαρχῆς ὑπὸ τῶν μεγάλων πριγκίπων καὶ ἀργότερα ὑπὸ τῶν τσάρων καὶ τῶν αὐτοκρατόρων. Οἱ χριστιανοὶ τῆς ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, τὴν ὁποίαν διοικοῦσεν ἕνας μουσουλμάνος σουλτάνος, ἐγνώριζον ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἀνεξάρτητον ῥωσικὸν κράτος, τὸ ὁποῖον διοικεῖ ἕνας ὀρθόδοξος τσάρος. Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴν τοῦ ὑστεροῦ Μεσαίωνα καὶ κατὰ τὴν Νεωτέραν ἐποχὴν ἡ Ῥωσία ἦτο ἡ μόνη Ὀρθόδοξος Αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία οὐχὶ μόνον διεδέχθη, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ὡρισμένα κριτήρια ὑπερέβη τὸ Ὀρθόδοξον Βυζάντιον. Ἡ κατὰ τὸν Πατριάρχην Ἱεροσολύμων Δοσίθεον¹⁷ «Θεόστεπτος αὐτοκρατορία» ἔπρεπε νὰ διασώσῃ τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν δουλεία.
  2. Ἡ ἐδαφικὴ ἔκτασις τοῦ κράτους τῆς Ῥωσίας καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ Ῥωσικὴ Αὐτοκρατορία ὑπερέβη τὸ Βυζάντιον.
  3. Ἡ Ῥωσία ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ ῥωσικοῦ βασιλείου ἦτο πολυεθνικὸν κράτος, ποὺ δὲν περιοριζότο ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ῥωσικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον ὡστόσον διεδραμάτισε καθοριστικὸν ρόλον πολιτιστικὰ καὶ πνευματικά.
  4. Ὅπως καὶ ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οὕτω καὶ ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦτο βεβαία γιὰ τὴν ἀποστολικήν της προέλευσιν μέσῳ τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος κατέφθασεν οὐχὶ μόνον εἰς τὰ τείχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ Νόβγκοροντ.

Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἤρχισαν σταδιακῶς νὰ οἰκοδομῶνται αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς καὶ τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ τακτικαὶ ἐπισκέψεις τῶν ἱεραρχῶν τῆς ἀνατολῆς εἰς τὴν Γῆν τῶν Ρῶς, συνοδευόμεναι ὑπὸ παρόντος καὶ συλλογικῆς καθεδρᾶς οἰκονομικῆς βοηθείας, τὴν ὁποίαν τόσην ἀνάγκην εἶχεν ἡ Ὀρθόδοξος ἀνατολή.

Ἐν τῇ Γῇ τῶν Ρῶς ἀπεδέχοντο τὸ πρωτεῖον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὴν η΄ ἐρωταπόκρισιν τῶν Πατριαρχῶν τῆς ἀνατολῆς τὸ ἔτος 1663), ἀλλὰ μόνον τότε ὅταν ἦτο ἀπαραίτητον γιὰ τὴν ἀντιμετώπισιν ἐσωτερικῶν σκοπῶν καὶ ζητημάτων. Καὶ ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει ἀνεγνώριζον τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν δύναμιν τῆς Ῥωσίας, τὴν ὁποίαν ἀπεδείκνυον ἡρωικαὶ στοὺς λεγομένους ῥωσοτουρκικοὺς πολέμους (ἀνεξαρτήτως τοῦ πῶς ἐκτιμοῦν αὐτοὺς τοὺς πολέμους οἱ σύγχρονοι φιλοδυτικοὶ ἱστορικοί)¹⁸.


Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ Βαλκάνια

Σὲ δυσχερεῖς συνθήκας ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρέπει νὰ εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ οὐχὶ μόνον μὲ τὰς παλαίφατας ἀποστολικὰς ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλας τὰς λοιπάς, συμπεριλαμβανομένων κἀκείνων τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς σλαβικῆς. Οἱ ἐκκλησίαι Σερβίας καὶ Βουλγαρίας ἐθεωροῦντο παλαιόθεν Αὐτοκέφαλες. «Αὐτοκέφαλη» στὸ κανονικὸν δίκαιον θεωρεῖται μία ἐκκλησία μὲ πατριαρχικὸν τύπον, ἐν τῇ ἀρχικῇ της ἐννοίᾳ ὁ «αὐτοκέφαλος» σημαίνει «αὐτοτελής/ἐλεύθερος».

Οἱ παλαιαὶ ἐκκλησίαι ἐν τοῖς Βαλκανίοις, ἀρχιεπισκοπαὶ ἢ Πατριαρχεῖα, δὲν ἐθεωροῦντο ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ὁλοκληρωμέναι, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ σχετικὸν μήνυμα τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἁγίου Καλλίστου (14ος αἰ.) πρὸς τὸν ἱερὸν κλῆρον καὶ τοὺς μονάζοντας τῆς ἱερᾶς ἀρχιεπισκοπῆς Τυρνόβου¹⁹.

Οἱ αὐταὶ αἱ Βαλκανικαὶ ἐκκλησίαι ἐνόουν τὸν ἑαυτὸν τους οὐχὶ τόσον ὑποταγμένον, ὅσον ἐλεύθερον. Ἴσως, σὲ μίαν τοιαύτην προσέγγισιν ἐκρύβετο κάποια ὑπερβολικὴ φυγόκεντρος δύναμις. Ἀλλὰ γενικότερα τὰ προνόμια τῶν Βαλκανικῶν ἐκκλησιῶν οἰκοδομοῦντο ἐπὶ ἀγαθῶν θεμελίων.

Ἡ α΄ Ἰουστινιανή, ποὺ τὴν ἐδημιούργησεν ἐν τοῖς Βαλκανίοις ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανὸς κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ 6ου αἰ. μ.Χ., ἦτο ἡ πρώτη στὰ Βαλκάνια ἐκκλησία, ποὺ ἔλαβεν ἰσοτίμους μετὰ τὴν Ῥώμην καὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν δικαστικὰς ἀρμοδιότητας. Οἱ μεταγενέστερες ἐκκλησίαι Βουλγαρίας καὶ Μακεδονίας ἐθεωροῦν τὸν ἑαυτὸν τους διαδόχους τῆς α΄ Ἰουστινιανῆς, πρᾶγμα ποὺ ἀποτυπώνεται καὶ εἰς τοὺς τίτλους τῶν Προκαθημένων των.

Ἀπὸ τοῦ παρόντος οἱ κανονολόγοι, ἱστορικοὶ καὶ θεολόγοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς-νομικῆς θεωρίας τοῦ μητροπολίτου Περιστερίου Γρηγορίου Παπαθωμᾶ ἐπιμένουν ὅτι οἱ ὀρθόδοξες ἐκκλησίαι τῶν Βαλκανίων ἦσαν δευτέρας κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι τὸν 19ον αἰ. σὺν ἠναγκάσθησαν τὴν ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ ταῖς χορηγήσῃ αὐτοκέφαλον ἀπὸ τὴν ἐπίπεσιν πολιτικῶν συγκυριῶν. Ἐν τῇ πραγματικότητι τὰ αὐτοκέφαλά των εἶναι πολὺ παλαιότερα καὶ τὸν 19ον αἰ. ἁπλῶς συνέβη ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς τάξεως, ποὺ εἶχεν ἀπολεσθῇ λόγῳ περιπλόκων πολιτικῶν καὶ ἄλλων ἐξωτερικῶν παραγόντων.

Ὁ ὡς ἄνω, ὅλαι αἱ ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο τόσον ἐν τῷ ἐδάφει τῆς ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ὅσον καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων της, ἐτέλουν ἐν ἁρμονίᾳ, ἡ διατάραξις τῆς ὁποίας ὁδηγοῦσεν εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς πνευματικῆς ἑνότητος καὶ εἰς δυσθεράπευτα σχίσματα.


Ἡ διατάραξις τῆς ἁρμονίας τὸ 1872

Τὸ 1872 ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς κατεδίκασε τὴν συσταθεῖσαν τὸ 1870 Βουλγαρικὴν ἐξαρχίαν ὡς ἔνοχον γιὰ «φυλετισμόν» (προτίμησιν τῶν ἰδιωτικῶν, ἐθνικῶν συμφερόντων ἔναντι τῶν κοινῶν ἐκκλησιαστικῶν). Ἐν τῇ ἐν λόγῳ καταδίκῃ ἐπικεντρώθη ἡ χαρακτηριστικὴ γιὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς ἀνατολῆς μονομέρεια ἐπὶ πλέον μιᾶς ἄλλης φυλετικῆς βάσεως, τῆς ἑλληνικῆς.

Ἡ καταδίκη τοῦ φυλετισμοῦ κατέστη ταυτοχρόνως θρίαμβος τῶν οἰκείων δικαιωμάτων τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μὲ καθιέρωσιν τῆς πραγματικῆς καὶ ἐν δυνάμει δυνατότητος γιὰ κόμη μεγαλυτέραν ἀνάπτυξιν τῆς μονομέρειας, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον «ἰσχὺν οὐκ ἔχει»²⁰. Ὁ λόγιος ἀρχειονόμος τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στὰ τέλη τοῦ 19ου – ἀρχὰς τοῦ 20οῦ αἰ. Μανουὴλ Ἰω. Γεδεὼν ἐμφάνισε τὴν σύστασιν τῆς Βουλγαρικῆς ἐξαρχίας ὡς τὴν ἰσχυροτέραν πρόκλησιν γιὰ τὰ προνόμια τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἐν τῇ μακραίωνῃ ἱστορίᾳ του²¹.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσπαθοῦσε νὰ ἀποφύγῃ τὰς δύο ἀκρότητας καὶ νὰ παρουσιάσῃ μίαν ἐπίλυσιν τῆς διαφορᾶς βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς χρυσῆς τομῆς. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔπαιξε τὸν ρόλον τοῦ «κατέχοντος» καὶ συμφιλιωτοῦ, ἐν καὶ οἱ φιλικῶς πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν διακείμενοι θεολόγοι ἔβλεπαν στὴν συνδρομὴ τῆς Ῥωσίας πολὺ μεγαλυτέρας ἀπειλὰς παρ' ὅ,τι στὴν ἐξουσίαν τῶν Τούρκων²².


Τἀνώτατον ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον

Τὸ ζήτημα τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου εἶναι τῆς αὐτῆς κατηγορίας, ὅπως καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπονομῆς αὐτοκέφαλου καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς Συνάξεως Προκαθημένων τῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ θὰ ἐξετάζονται χωριστὰ ἐν τοῖς ἐπομένοις δημοσιεύμασι. Ἐν τῇ ἱστορικῇ ἀναδρομῇ αἱ περίοριαι πράξεις ἐπετρέποντο στὰς περιπτώσεις ἀποστολῆς καὶ ἐπὶ μεμονωμένων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων. Ὡστόσο, σὲ περίπτωσιν νομιμοποιήσεως τῆς λειτουργίας τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου ἐν τῷ προσώπῳ ἑνὸς καὶ μόνον τόμου – τοῦ ἐπικεφαλῆς τῆς ἐκκλησίας καὶ τιμητικῶς πρώτου – δημιουργεῖται μία ἄκρως ἐπικίνδυνος κατάστασις, ποὺ ἀπειλεῖ μὲ ἐπιπτώσεις τοῦ πλέον πωδυνοῦ σχίσματος.

Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως προσπαθεῖ νὰ καταδείξῃ τὰς ἀρχικὰς του δικαστικὰς ἀρμοδιότητας, αἱ ὁποῖαι δῆθεν ἐπιβεβαιώνονται εἰς τοὺς κανόνας 9, 17 καὶ 28 τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου καὶ στὴν προγενεστέραν (καὶ μεταγενεστέραν) πρακτικὴν τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ἐν τῇ πραγματικότητι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου δὲν εἶναι καὶ τόσον διαφιλονικούμενον, ὥστε νὰ δύναται νὰ φανῇ ἐκ πρώτης ψεύδους κόμη καὶ κατὰ τὸ ἀπόγειον τῆς ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Σὲ κάθε περίπτωσιν οἱ ἀνώτατοι πνευματικοὶ δικασταὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης Τοπικῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ οἰκεῖοι αὐτῶν Προκαθήμενοι. Αὐτὸς εἶναι ὁ παράγραφος κανὼν, ἄλλος δὲν ὑπάρχει, οὔτε μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ.

Οἱ παραπομπαὶ εἰς τὴν Χαλκηδόνα, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἑρμηνείας τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος²³ κ.τ.λ., γίνονται ὑπὸ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου ἐξουσίας χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ' ὄψιν ἡ πολύτως νέα ἐποχή, ποὺ ἡ ἰσότης τῶν ἐκκλησιῶν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς νομικῆς, εἶναι οὐσιῶδες θεμέλιον γιὰ τὴν παρουσίαν καὶ τὴν δράσιν των, κόμη καὶ ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς συνοδικῆς των ἑνότητος.

Ἐν τῇ οὐσίᾳ τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως διεμόρφωσε μίαν βάσιν ψευδῶν ἐπιχειρημάτων ἐκ μερικῶν κανόνων καὶ σχετικῶν ἑρμηνειῶν τους, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδίας ἀξιώσεις του ὡς πρώτου ἐν ἐξουσίᾳ ἐν τῇ ἀνατολῇ. Αὐτὴ ἡ «βάσις» ἀνταποκρίνεται θεωρητικῶς εἰς τὰς κραυγὰς σκέψεις, ποὺ ἐκτέθησαν ἐν τῇ «Ἐπαναγωγῇ» («Εἰσαγωγή»), ἕνα μνημεῖον τοῦ ἔτους 880 μ.Χ., τὸ ὁποῖον οὐδέποτε δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸν εἰς κοινὸν ἐκκλησιαστικὸν ἐπίπεδον²⁴.

Ἡ ἄσκησις τῶν περιόριων καὶ ἐξωδικαιοδοτικῶν δικαστικῶν ἀρμοδιοτήτων ἀποτελεῖ σήμερον τὴν πλέον ἰσχυρὰν ἔκδηλωσιν τοῦ πρωτείου ἐξουσίας, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν διαταραχὴν τῆς ἑνότητος, τῆς συνοδικότητος καὶ τῆς ἁρμονίας.


ἐκκλησιαστικἑνότης: ἀνεπίτευκτος ἢ πραγματική;

Σήμερον λοιπὸν ἔχει προκληθεῖ ἀπώλεια τῆς συμφωνίας καὶ τῆς ἁρμονίας μεταξὺ τῶν κατὰ τόπους ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν. Δυστυχῶς, ὡς ἀποτέλεσμα τῶν μονομερῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τὸ πρωτεῖον τιμῆς, ποὺ μετεξελίχθη εἰς πρωτεῖον ἐξουσίας, ὑπερέβη κάθε ἀποδεκτὸν ὅριον. Ἡ βαθιὰ πεποίθησις τῆς προφανοῦς δικαιούσης πλευρᾶς γιὰ τὸ δίκαιό της ὁδήγησεν εἰς τὴν συσπείρωσιν τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς νὰ καταβληθοῦν προσπάθειαι νὰ δοθῇ μία σοβαρὰ ἐπιστημονικὴ θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορικὴ θεμελίωσις, πρᾶγμα ποὺ ἐπὶ θέσει ἀρχῆς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.

Ἡ κοινὴ δεολογία τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐργαλείων τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς καὶ ἀμερικανικῆς ἐπιστήμης ἐξακολουθεῖ ὡστόσον νὰ διατυπώνεται μὲ ἀπόβαθρον τὴν ἐπιφανειακὴν ἀληθοφάνειαν.

Οἱ προσπάθειαι τῶν θεολόγων καὶ κανονολόγων τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀγνοοῦνται, δὲν εἰσακούονται, δὲν λαμβάνονται ὑπ' ὄψιν, παραμένουν ἀναπάντητοι ἢ λαμβάνουν μίαν τυπικὴν ἀπάντησιν, οὐχὶ τόσον βάσει τῆς ἐπιστήμης, ὅσον βάσει δεολογικῶν ἀρχῶν.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπεχώρησεν εἰς τὸ Σκοπιανὸν ζήτημα, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀποχωρήσῃ εἰς τὸ Οὐκρανικόν. Διατί; Ἡ ἀντικανονικότης τῶν ληφθέντων μέτρων εἶναι τοσοῦτον κραυγαλέα, ὥστε σὲ περίπτωσιν ἀναγνωρίσεώς των ὑφ' ὁιασδήποτε ἐκκλησίας, ἀπειλεῖ μὲ σοβαρὰν διαίρεσιν ἢ ἀπόσπασιν μερίδος πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς φετηρίαν ἔχουν τὴν διαφύλαξιν τῆς παραδόσεως καὶ τῶν παραδοσιακῶν πνευματικῶν ἀξιῶν.

Ἡ μοναδικὴ ὁδὸς γιὰ θεραπείαν τοῦ σχίσματος εἶναι ἡ ἀποποίησις τῶν περιόριων μέτρων καὶ τῶν συνεπειῶν των ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, γεγονὸς ποὺ μὲ ἀπόβαθρον τὴν ῥητορικήν του καὶ τὰς συγκεκριμένας μεταγενεστέρας ἐνεργείας κρίνεται ἀπίθανον. Ὡστόσο, ὁ πεζοπόρος εἶναι ποὺ περνικᾶ τὸν δρόμον. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς ἐκκλησίας συνέβησαν θρασέες προσχωρήσεις εἰς σχίσμα ἢ εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην αἵρεσιν, αἱ ὁποῖαι εἰς τελικὴν ἀνάλυσιν περικεράσθησαν.

Ὁ ὄψιμος βυζαντινὸς θεολόγος ἅγιος Νεῖλος Καβάσιλας ἔγραψεν ὅτι μὲ «κοινὰς» ὑποθέσεις τῆς ἐκκλησίας ὁ «πρῶτος» δύναται νὰ ἀσχοληθῇ σὲ συμφωνίᾳ μὲ ὅλους τοὺς λοιπούς, ἀλλὰ οὐχὶ ἐπὶ μόνος του²⁵. Εἶναι ἀποδεκτὸν τὸ πρωτεῖον τιμῆς, ἀλλὰ τὸ πρωτεῖον ἐξουσίας ἔρχεται νὰ πολεμήσῃ «τὴν κοινὴν εἰρήνην τῆς ἐκκλησίας»²⁶. Αὐταὶ αἱ σκέψεις εἶναι σήμερον ἐπίκαιραι ὅσον ποτὲ ἄλλοτε.

Ἡ ἐφεξῆς συγγραφὴ ἐκκλησιαστικῶν ἱστορικῶν καὶ κανονικῶν-θεολογικῶν μελετῶν ἐπὶ τοῦ ἐπίμαχου ζητήματος θὰ μπορέσῃ, ὅπως τὸ ὕδωρ ποὺ λαξεύει τὴν πέτραν, νὰ δημιουργήσῃ προϋποθέσεις γιὰ τὴν διευθέτησιν τῆς καταστάσεως καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀπολεσθείσης ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος.


Σημειώσεις

¹. Ἁρμονία // Liddell H.G., Scott R. A Greek-English Lexicon / ed. Jones H.S., McKenzie R. et al. Oxford, 1996. P. 244.

². Homerus. Ilias. 22:255.

³. Πρβλ. στὸν Πίνδαρο: Pindarus. Pythia. 8:68.

⁴. <Pythagoras>

⁵. Empedocles. Fragmenta. 129:2-4.

⁶. Philolaus. Testimonia Fr. 23:3-4.

⁷. Plato. Phaedo – Stephanus P. 85e:3-5 – 86a:3.

⁸. Ibid. P. 95a:1-2; Dicaearchus. Fragmenta Fr. 12d:1-2.

⁹. Plato. Symposium – Stephanus. P. 187b:1-7.

¹⁰. Aristoteles. De anima – Bekker. P. 407b:27-34.

¹¹. Βλ. Justinus Martyr. Dialogus cum Tryphone. 6, 2:2-8.

¹². Βλ. Irinaeus. Adversus haereses (libri 1-2) 2, 54, 1:8-14.

¹³. Clemens Alexandrinus. Protrepticus. 12, 120, 4:1-5.

¹⁴. Πρβλ. Καραγιαννόπουλος Ι. Τὸ Βυζαντινὸν κράτος. Θεσσαλονίκη, 1996. σ. 88.

¹⁵. Βλ. Дионисий (Шлёнов), игум. Догматическая сторона споров об опресноках // Православное учение о церковных таинствах. Т. 2: Евхаристия: Богословие. Священство. [Доклад на V международной богословской конференции]. Москва, 2009. σ. 154-168.

¹⁶. Βαλάκου-Θεοδωρούδη Μ. Τὸ νομικὸν περίγραμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς διεθνοῦς κοινότητος. Θεσσαλονίκη, 2001. σ. 195.

¹⁷. Dositheus. Historia 11 // Δωδεκάβιβλος. σ. 14:35.

¹⁸. Βλ. Ἀβύδου Κύριλλος Πρὸς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Πρακτορεῖον Εἰδήσεων Romfea.gr – Σχολιασμὸς συνεντεύξεως τοῦ Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίωνα. (26.01.21) // romfea.gr

¹⁹. Registrum patriarchatus Constantinopolitani (1350-1363) 264:30-31 // CFHB. SV. 19/3. S. 564, 566. «…ἐδωρήθη συγκαταβάσεως λόγῳ πρὸς τὸν Τρινόβου τὸ ὀνομάζεσθαι πατριάρχην Βουλγαρίας, οὐ μέντοι εἶναι καὶ συναρίθμιον τοῖς λοιποῖς ἁγιωτάτοις πατριάρχαις καὶ διατοῦτο μηδὲ μνημονεύεσθαι ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις…». Ibid. 264:54-66 // Op. cit. P. 566, 568. «Ἐπειδὴ πέντε πατριάρχαι ἐτάχθησαν τὸ καταρχὰς παρὰ τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ, μέχρις ἂν συνῆν ἡμῖν καὶ πάπας Ῥώμης, ἔκτοτε δὲ μέχρι τοῦ νῦν εἰσὶν ἡνωμένοι οἱ τέσσαρες, οἵτινες κοινωνίαν ἔχοντες ἀδιάσπαστον μνημονεύονται παρ' ἀλλήλων ἐν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς πάσαις συνάξεσιν, ἔδει γοῦν τὸν Τρινόβου πατριάρχην, ἅμα μὲν δι' ἥν ὤφειλεν ἔχειν ὑποταγὴν εἰς τὴν καθ' ἡμᾶς ἁγιωτάτην τοῦ Θεοῦ Μεγάλην Ἐκκλησίαν, παρ' ἧς εἴληφε καὶ τὸ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι πατριάρχης, ἅμα δὲ καὶ διὰ τὸ περιποιεῖσθαι ἑαυτῷ τιμὴν καὶ κοινωνίαν τῆς ἡμῶν μετριότητος καὶ τῶν ἄλλων πατριαρχῶν, ἀνάγκην ἔχειν ἀναφέρειν ἀεὶ τὴν τε ἡμῶν μετριότητα καὶ τοὺς ἄλλους πατριάρχας ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις καὶ οὕτως ἀποσώζειν καὶ αὐτὸν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ τὸν τύπον τῆς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως κἀντεῦθεν φαίνεσθαι ἡνωμένος καὶ συναρίθμιος ἡμῖν».

²⁰. Athanasius Alexandrinus. Apologia contra Arianos sive Apologia secunda. 23, 4:1.

²¹. Βλ. Μανουὴλ Ἰω. Γεδεών. Αἱ φάσεις τοῦ παρ' ἡμῖν ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος. Κωνσταντινούπολις, 1910.

²². Βλ. Ὁ Ἀβύδου Κύριλλος Πρὸς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Πρακτορεῖον Εἰδήσεων Romfea.gr – Σχολιασμὸς συνεντεύξεως τοῦ Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίωνα.

²³. Βλ. URL: romfea.gr

²⁴. Βλ. ἀναλυτικότερα: Дионисий (Шлёнов), игум. Первенство Константинопольского епископа в Византии и Поствизантии: канонический и богословский аспект // Эстонская Православная Церковь: 100 лет автономии. Таллин, 2021. σσ. 50-82.

²⁵. Nilus Cabasilas. De processione Spiritus Sancti. 15, 236:5-9. τῷ δὲ Ῥώμης ἐπισκόπῳ (5) μόνῳ πόθεν τὸ ταῦτα δύνασθαι; Εἰ δὲ λέγοιεν διὰ τὸ πρωτεῖον, ἀλλ' οὐ τοῦτο τοῖς ἀποστόλοις δοκεῖ· ἀπείρηται γὰρ τῷ πρώτῳ μηδὲν τι ποιεῖν τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κοινῶν, ἀγνοούντων τῶν ἄλλων, ὥσπερ δὴ καὶ τοῖς ἄλλοις, ἂν μὴ καὶ ὁ πρῶτος παρῇ.

²⁶. Ibid. 15, 241:1-4. (241) Τὸ δὲ λέγειν πρὸς τὸ τοῦτο προσθεῖναι ἤρκεσεν ἡ τοῦ τῆς Ῥώμης ἀρχιερέως ἐξουσία, παρ' ἧς καὶ τὰς ἀρχαίας συνόδους εὕρηται βεβαιουμένας, πῶς οὐ φορτικόν, καὶ πολέμιον μὲν ταῖς ἀποστολικαῖς διατάξεσι, πολέμιον δὲ τῇ κοινῇ τῆς Ἐκκλησίας εἰρήνῃ;

 

ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου