Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Η Θ΄ Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στο Πόρτο Αλέγκρε (2006)


Η Θ΄ Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στο Πόρτο Αλέγκρε (2006)

Έρευνα:  πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Ιστορικό, Συμμετέχοντες, Αποφάσεις και Σχέση με τη Σύνοδο της Κρήτης

1. Εισαγωγή και Ιστορικό Πλαίσιο

Η Θ΄ Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) πραγματοποιήθηκε στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας από 14 έως 23 Φεβρουαρίου 2006. Ήταν η πρώτη συνέλευση του ΠΣΕ στον 21ο αιώνα και η πρώτη που έλαβε χώρα στη Λατινική Αμερική, σε μια περιοχή με έντονα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά προβλήματα.

Το θέμα της Συνέλευσης ήταν: «Θεέ, με τη χάρη Σου, μεταμόρφωσε τον κόσμο» (God, in your grace, transform the world). Η επιλογή του Πόρτο Αλέγκρε δεν ήταν τυχαία, καθώς η πόλη είχε γίνει γνωστή ως κέντρο του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ και του αντι-παγκοσμιοποίησης κινήματος.

Συμμετείχαν πάνω από 700 αντιπρόσωποι και σύμβουλοι, εκπροσωπώντας πάνω από 340 μέλη-εκκλησίες του ΠΣΕ από όλο τον κόσμο, ενώ συνολικά περίπου 4.000 άτομα πήραν μέρος στις εκδηλώσεις.

 

2. Οι Αντιπρόσωποι από την Ελλαδική Εκκλησία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Ο πλήρης κατάλογος των 16 αντιπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των υπολοίπων μελών της ελληνικής αντιπροσωπείας δεν έχει δημοσιευθεί στις προσβάσιμες online πηγές. Τα παραπάνω ονόματα προκύπτουν από επίσημες ανακοινώσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς και από δημοσιεύματα του ΠΣΕ για τις εκλογές των οργάνων του.

Α. Εκκλησία της Ελλάδος

 

Σύμφωνα με την επίσημη έκθεση για την 9η Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ στο Πόρτο Αλέγκρε (2006), η αντιπροσωπία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία συγκροτήθηκε κατόπιν απόφασης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, αποτελούνταν από τα εξής μέλη:

Ιεράρχες και Κληρικοί

  • Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιγνάτιος
  • Μητροπολίτης Καλαβρύτων Αμβρόσιος
  • Επίσκοπος Θερμοπυλών Ιωάννης
  • Επίσκοπος Αχαΐας Αθανάσιος (Διευθυντής του Γραφείου της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ε.Ε.), ο οποίος συμμετείχε στην Επιτροπή Διοικητικών Υποθέσεων.
  • Αρχιμανδρίτης Γαβριήλ Παπανικολάου (νυν Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας), ο οποίος συμμετείχε στις Επιτροπές Πολιτικού Σχεδιασμού και Προγραμμάτων Νέων.

Λαϊκοί και Καθηγητές Πανεπιστημίου

  • Καθηγητής Βλάσιος Φειδάς
  • Καθηγητής Κωνσταντίνος Σκουτέρης, ο οποίος συμμετείχε στην Επιτροπή Προγραμματισμού.
  • Καθηγητής Γεώργιος Μαρτζέλος
  • Καθηγητής Γεώργιος Γαλίτης
  • Αικατερίνη Καρκαλά-Ζορμπά, η οποία συμμετείχε στην Επιτροπή Προγραμμάτων Γυναικών.
  • Μαρίνα Κολοβοπούλου
  • Δημοσθένης Θεοχάρης
  • Σέργιος Βοΐλας, ο οποίος εκπροσώπησε τη ΜΚΟ της Εκκλησίας «Αλληλεγγύη» και παρουσίασε τις προοπτικές των κοινωνικών της προγραμμάτων.

Η αποστολή αυτή είχε προετοιμαστεί συστηματικά μέσω ειδικών εισηγήσεων και συνεργασίας με την αντιπροσωπία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προκειμένου να υπάρξει συντονισμένη ορθόδοξη παρουσία στις εργασίες της Συνέλευσης

 

 

Σημαντικό γεγονός προηγήθηκε της Συνέλευσης: τον Μάιο του 2006, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος επισκέφθηκε προσωπικά τα γραφεία του ΠΣΕ στη Γενεύη και ζήτησε την αύξηση των εκπροσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ως αποτέλεσμα, η Εκκλησία της Ελλάδος απέκτησε δύο εκπροσώπους στη Γενική Συνέλευση, αντί για έναν που είχε μέχρι τότε.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, παρά τις επιφυλάξεις του για τον οικουμενισμό, ενίσχυσε τη συμμετοχή της Ελλαδικής Εκκλησίας στον οικουμενικό διάλογο. Επίσης, ο Μητροπολίτης Γαβριήλ συμμετείχε και στην Ι΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ αργότερα.

Β. Οικουμενικό Πατριαρχείο

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε ισχυρή παρουσία στη Συνέλευση. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν παρέστη προσωπικά, αλλά η αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου ήταν από τις μεγαλύτερες ορθόδοξες αντιπροσωπείες.

Από το Οικουμενικό Πατριαρχείο:

  • Μητροπολίτης Σασίμων Γεννάδιος: Διατέλεσε επικεφαλής της αντιπροσωπείας του Πατριαρχείου και εξελέγη τότε Αντιπρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ.
  • Μητροπολίτης Γαλλίας Εμμανουήλ: Συμμετείχε ως βασικό στέλεχος της αντιπροσωπείας.
  • Αρχιδιάκονος Ελπιδοφόρος Λαμπρινιάδης (νυν Αρχιεπίσκοπος Αμερικής): Συμμετείχε εκπροσωπώντας το Φανάρι.

Επίσης, ο Γεώργιος Λαιμόπουλος διετέλεσε Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας του ΠΣΕ και από το 2008 έγινε μόνιμος αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Συμβούλιο. Η παρουσία αυτών των προσώπων σε καίριες θέσεις του ΠΣΕ αποδεικνύει την ενεργό και καθοριστική συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην οικουμενική κίνηση. Επίσης η  Δέσποινα Πράσσας (Despina Prassas): Αναφέρεται ρητά ως μέλος που εκπροσωπούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Ειδική Επιτροπή για την Ορθόδοξη Συμμετοχή στο ΠΣΕ (Special Commission on Orthodox Participation in the WCC). Η επιτροπή αυτή είχε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του νέου πλαισίου συνεργασίας (όπως η καθιέρωση της αρχής της ομοφωνίας) που υιοθετήθηκε στη Συνέλευση του Πόρτο Αλέγκρε το 2006

 

 

Οι Αποφάσεις με Οικουμενιστική λογική.

Οι αποφάσεις της 9ης Συνέλευσης του ΠΣΕ στο Πόρτο Αλέγκρε (2006) που ενσωματώνουν την οικουμενιστική λογική — δηλαδή την αντίληψη ότι οι διαφορετικές χριστιανικές παραδόσεις (και όχι μόνο) οφείλουν να συνεργάζονται υπό την ομπρέλα ενός κοινού οργάνου με στόχο την «ορατή ενότητα» — είναι οι εξής:


1. «Called to be the One Church» — Το εκκλησιολογικό κείμενο του Πόρτο Αλέγκρε

Αυτό το κείμενο (~2.300 λέξεις) υιοθετήθηκε επίσημα από τις εκκλησίες-μέλη ως βάση για την ανανεωμένη δέσμευση στην αναζήτηση της ορατής ενότητας.

Το κείμενο καλεί τις εκκλησίες:

  • να αγωνιστούν για την «πλήρη, ορατή ενότητα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας» (full visible unity of the One, Holy, Catholic and Apostolic Church)
  • να εκφράσουν την ενότητά τους «γύρω από το ένα Τραπέζι του Κυρίου» (around the one Table of the Lord)
  • να ανταλλάσσουν τα χαρίσματα των παραδόσεών τους (receive the gifts of each other's traditions, and offer our gifts to one another)
  • να συνεχίσουν τις θεολογικές συνομιλίες δίνοντας προσοχή σε «νέες φωνές και διαφορετικές μεθόδους προσέγγισης»

Αυτό είναι το πυρήνα της οικουμενιστικής λογικής: η θεώρηση του ΠΣΕ ως οργάνου που οδηγεί σε μία ενιαία εκκλησιαστική δομή πέρα από τις υπάρχουσες διαφορές.


2. Το Μήνυμα της 9ης Συνέλευσης

Το επίσημο Μήνυμα της Συνέλευσης (σε μορφή προσευχής) περιλαμβάνει:

  • Ομολογία ότι οι εκκλησίες «πληγώσαμε ο ένας τον άλλον με τις διαιρέσεις παντού»
  • Έκκληση να «αγωνιστούμε για την πλήρη, ορατή ενότητα της μίας Εκκλησίας του Ιησού Χριστού»
  • Να «γίνουμε γείτονες σε όλους» (neighbours to all)

Το Μήνυμα θεωρεί τις διαιρέσεις ως αποτυχία που πρέπει να υπερπηδηθεί μέσω της οικουμενικής συνεργασίας.


3. Το αναθεωρημένο Σύνταγμα του ΠΣΕ (2006)

Η Συνέλευση υιοθέτησε αναθεωρημένο Σύνταγμα με δύο κρίσιμες αλλαγές:

  • Μετάβαση από την πλειοψηφική ψηφοφορία σε μοντέλο συναίνεσης (consensus-model decision-making), κατόπιν σύστασης της Ειδικής Επιτροπής για τη Συμμετοχή των Ορθοδόξων. Αυτό σημαίνει ότι αποφάσεις που δεν έχουν την πλήρη σύμφωνη γνώμη όλων (συμπεριλαμβανομένων των Ορθοδόξων) δεν μπορούν να ληφθούν — ενισχύοντας έτσι την ιδέα ότι όλες οι παραδόσεις είναι ισότιμοι εταίροι σε ένα κοινό όργανο.
  • Το Σύνταγμα διατηρεί ως σκοπό του ΠΣΕ την κλήση των εκκλησιών προς «ορατή ενότητα σε μία πίστη και μία ευχαριστιακή κοινωνία» (visible unity in one faith and in one eucharistic fellowship).

4. Έκκληση AGAPE — Συνεργασία με άλλες θρησκείες

Η έκκληση για «Εναλλακτική Παγκοσμιοποίηση που Απευθύνεται σε Ανθρώπους και Γη» (AGAPE) περιλαμβάνει τη δέσμευση:

«Θα συνταχθούμε για την ευημερία της ανθρωπότητας και της δημιουργίας με εκείνους από άλλες κοινότητες πίστης» (make common cause for the wellbeing of humanity and creation with those of other faith communities).

Αυτή η διατύπωση επεκτείνει την οικουμενιστική λογική πέρα από τον χριστιανικό κόσμο, συμπεριλαμβάνοντας μη χριστιανικές θρησκείες σε κοινές δράσεις.


5. Διαθρησκειακός διάλογος στο Μήνυμα της Συνέλευσης

Το Μήνυμα ευχαριστεί τον Θεό για:

«τους βαθείς και ανοιχτούς διαλόγους που έχουν αρχίσει τόσο μέσα στις δικές μας εκκλησίες όσο και με εκείνους άλλων πιστών στη αναζήτηση αμοιβαίας κατανόησης και σεβασμού» (deep and open dialogues that have begun both within our own churches and with those of other faiths in the search for mutual understanding and respect).

Αυτή η διατύπωση ενσωματώνει τη λογική του διαθρησκειακού οικουμενισμού, όπου ο διάλογος με μη χριστιανικές θρησκείες τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με τον ενδοχριστιανικό διάλογο.


6. Συνεργασία ΠΣΕ — Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία

Η Συνέλευση ενέκρινε την έκθεση της Κοινής Ομάδας Εργασίας ΠΣΕ/Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για τα 40 χρόνια σχέσεων. Η έκθεση περιελάμβανε ειδική ενότητα για τους διαχριστιανικούς γάμους και διατύπωνε ότι το θέμα θα παραμείνει στην ατζέντα. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν είναι μέλος του ΠΣΕ, αλλά η ενσωμάτωσή της στη λήψη αποφάσεων μέσω της Κοινής Ομάδας Εργασίας αποτελεί έκφραση της οικουμενιστικής λογικής που θεωρεί το ΠΣΕ ως κοινό όργανο όλων των χριστιανικών παραδόσεων.


7. Η «οικουμενική συνείδηση» (ecumenical consciousness)

Το αναθεωρημένο Σύνταγμα του 2006 διατήρησε την έννοια της «οικουμενικής συνείδησης» που είχε επανεισαχθεί το 1998. Σύμφωνα με ακαδημαϊκή ανάλυση, αυτή η έννοια έχει διευρυνθεί ώστε να μην περιορίζεται μόνο στις χριστιανικές εκκλησίες, αλλά να αφορά την οικουμένη, τον «ολόκληρο τον κατοικούμενο κόσμο των θρησκειών».

 

 

Θεολογικά λάθη με Οικουμενιστική Προοπτική

Α. Η «Θεωρία των Κλάδων» (Branch Theory) — Η Άρνηση της Μίας Εκκλησίας

Το σοβαρότερο θεολογικό σφάλμα της Συνέλευσης ήταν η υιοθέτηση της λεγόμενης «Θεωρίας των Κλάδων», η οποία διατυπώθηκε στο κείμενο για την καθολικότητα της Εκκλησίας:

«Κάθε εκκλησία είναι η καθολική Εκκλησία και όχι απλά μέρος της. Κάθε εκκλησία είναι η καθολική Εκκλησία, αλλά όχι ολόκληρη [η καθολική Εκκλησία]. Κάθε εκκλησία πληροί την καθολικότητά της, όταν ευρίσκεται εν κοινωνία με τας άλλας εκκλησίας... Ο ένας χωρίς τον άλλον είμαστε πτωχότεροι».

Αυτή η διατύπωση αποτελεί άμεση άρνηση της ορθοδόξου εκκλησιολογίας, η οποία — όπως διακηρύσσει το Σύμβολο της Πίστεως — πιστεύει στην μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι «ένας κλάδος» μεταξύ πολλών, ούτε η καθολικότητά της εξαρτάται από την κοινωνία με αιρετικούς. Η καθολικότητα είναι ιδιότητα της μίας Εκκλησίας, η οποία υπάρχει πλήρης και αδιαίρετη στην Ορθοδοξία.

Η «Θεωρία των Κλάδων»:

  • Αρνείται το μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της μόνης αληθινής Εκκλησίας του Χριστού.
  • Θεωρεί τις αιρέσεις ως «εκκλησίες», παραβιάζοντας τους ιερούς Κανόνες που ορίζουν ότι όσοι αποσχίζονται από την Εκκλησία δεν είναι εκκλησίες, αλλά συναγωγές αιρετικών (βλ. Κανόνας Αποστόλων 46, Κανόνας Α΄ Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου κ.ά.).
  • Υποβαθμίζει το Βάπτισμα και τη Χειροτονία των αιρετικών, αφού αν αυτές οι ομάδες είναι «εκκλησίες», τότε τα μυστήριά τους είναι έγκυρα — κάτι που αρνούνται οι ιεροί Κανόνες (βλ. Κανόνας ΜΖ΄ Αποστόλων, Κανόνας Ζ΄ Α΄ Οικουμενικής Συνόδου).

Β. Η Μέθοδος της Ομοφωνίας (Consensus) — Η Παγίδα της «Συνοδικότητας»

Η εισαγωγή της μεθόδου της ομοφωνίας παρουσιάστηκε ως «επιτυχία της Ορθοδοξίας», αλλά αυτό  αποτελεί παγίδα. Η ομοφωνία σε έναν οργανισμό όπου συμμετέχουν αιρετικοί σημαίνει ότι η Ορθοδοξία δεσμεύεται να μην εκφράζει την αλήθεια της χωρίς τη συναίνεση των αιρετικών. Αυτό δεν είναι «συνοδικότητα»· είναι υποταγή της αλήθειας στη πλειοψηφία των αιρέσεων.

Η αληθινή συνοδικότητα υπάρχει μόνο εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, μεταξύ των ορθοδόξων επισκόπων. Η «συνοδικότητα» με προτεστάντες, αγγλικανούς και άλλους αιρετικούς είναι παρωδία της συνοδικής παραδόσεως.

Γ. Η Αποδοχή των «Διαφορετικών Εκφράσεων της Πίστεως»

Η Συνέλευση θεώρησε τις διαφορετικές κακοδοξίες ως «διαφορετικούς τρόπους διατύπωσης της ίδιας Πίστεως» και «ποικιλία Χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος». Αυτό αποτελεί βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, το οποίο δεν μπορεί να είναι πηγή αιρέσεων και διαιρέσεων. Οι αιρέσεις δεν είναι «χαρίσματα», αλλά πλάνες που οδηγούν στην απώλεια.

 

4. Η Σχέση με τη Σύνοδο της Κρήτης (2016): Από το Πόρτο Αλέγκρε στην Επίσημη Αποστασία

Α. Το Πόρτο Αλέγκρε ως Προπομπός της Κρήτης

Η Σύνοδος της Κρήτης δεν ήταν ένα ανεξάρτητο γεγονός. Ήταν η συνοδική επικύρωση της πορείας που είχε χαραχθεί στο Πόρτο Αλέγκρε. Το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» δεν ήταν τίποτα λιγότερο από την ενσωμάτωση των αρχών του ΠΣΕ στην πανορθόδοξη συνοδική πρακτική.

Από αντι-οικουμενιστική σκοπιά:

  • Η Σύνοδος της Κρήτης δεν καταδίκασε τη «Θεωρία των Κλάδων» του Πόρτο Αλέγκρε.
  • Δεν αποκήρυξε τον όρο «εκκλησίες» για τις αιρετικές ομολογίες.
  • Δεν διακήρυξε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη αληθινή Εκκλησία.
  • Αντίθετα, επικύρωσε τη συμμετοχή της Ορθοδοξίας στον οικουμενικό διάλογο, χωρίς να θέσει ως προϋπόθεση την επιστροφή των αιρετικών στην Ορθοδοξία.
  • Η Συνέλευση ενέκρινε την έκθεση της Κοινής Ομάδας Εργασίας ΠΣΕ/Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για τα 40 χρόνια σχέσεων, η οποία περιελάμβανε ειδική ενότητα για τους διαχριστιανικούς γάμους. Η συνεργασία αυτή αποτελεί σημαντικό πυλώνα του οικουμενισμού, δεδομένου ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν είναι μέλος του ΠΣΕ αλλά συνεργάζεται στενά.

Β. Η Συνέχεια των λαθών.

Η Σύνοδος της Κρήτης συνέχισε τα σφάλματα του Πόρτο Αλέγκρε:

  • Χρησιμοποίησε τον όρο «ετερόδοξοι χριστιανοί» αντί του ορθού «αιρετικοί», υποβαθμίζοντας τη σοβαρότητα της αιρέσεως.
  • Αναγνώρισε «εκκλησιαστικά στοιχεία» εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κάτι που δεν έχει θεολογική βάση στην πατερική παράδοση.
  • Επικύρωσε τη συμμετοχή στο ΠΣΕ, χωρίς να απαιτήσει την αλλαγή των εκκλησιολογικών του θέσεων.

Γ. Η Άρνηση της Μίας Εκκλησίας

Το κεντρικό θεολογικό πρόβλημα και των δύο συνελεύσεων είναι η άρνηση της μοναδικότητας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι «μια εκκλησία μεταξύ πολλών», ούτε «η πληρέστερη εκκλησία», αλλά η μόνη Εκκλησία. Όπως διακηρύσσει ο Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος: «Extra Ecclesiam nulla salus» (Έξω της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία). Και η Εκκλησία είναι μία, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος: «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα» (Εφεσ. 4,5).

 

5. Θεολογικά Επιχειρήματα από την Αγιογραφική και Πατερική Παράδοση

Α. Οι Ιεροί Κανόνες

  • Κανόνας ΜΖ΄ των Αποστόλων: «Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος αιρετικόν βαπτίσαντα μη δεχέσθω, αλλά αναβαπτιζέσθωσαν». Οι αιρετικοί δεν έχουν έγκυρο βάπτισμα, άρα δεν είναι εκκλησίες.
  • Κανόνας Α΄ Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου: Οι αιρετικοί που επιστρέφουν δέχονται χειροτονία, γιατί οι προηγούμενες «χειροτονίες» τους ήταν άκυρες.
  • Κανόνας Β΄ ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου: «Μηδένα των απάντων των αιρετικών τολμάν εντός οικία γίνεσθαι συνευχήν». Απαγορεύεται η κοινή προσευχή με αιρετικούς — κάτι που καθημερινά συμβαίνει στο ΠΣΕ.

Β. Οι Άγιοι Πατέρες

  • Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Η αίρεσις είναι σχίσμα, και το σχίσμα είναι αίρεσις. Όπου σχίσμα, εκεί αίρεσις· όπου αίρεσις, εκεί σχίσμα».
  • Άγιος Μάξιμος Ομολογητής: Αρνήθηκε την κοινωνία με τους μονοθελήτες, ακόμη και όταν αυτή επιβλήθηκε από την εξουσία. Προτίμησε την εξορία και τα βασανιστήρια παρά την ένωση με αιρετικούς.
  • Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Η ενότης της Εκκλησίας δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, αλλά θείον δώρον».

Γ. Η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αναζητεί την ενότητα, γιατί ήδη την κατέχει πλήρως. Η ενότητα δεν είναι ένας στόχος που πρέπει να επιτευχθεί μέσω διαλόγου με αιρετικούς, αλλά μια πραγματικότητα που υπάρχει στην Ορθοδοξία. Οι αιρετικοί δεν χρειάζονται «διάλογο», αλλά μετάνοια και επιστροφή στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

6. Συμπέρασμα: Η Ανάγκη της Επιστροφής στην Ορθοδοξία

Η Συνέλευση του Πόρτο Αλέγκρε (2006) και η Σύνοδος της Κρήτης (2016) αποτελούν, δύο σταθμούς στην ίδια πορεία αποστασίας από την ακαινοτόμητη ορθόδοξη πίστη. Το Πόρτο Αλέγκρε προετοίμασε το έδαφος με τη «Θεωρία των Κλάδων» και την αναγνώριση των αιρέσεων ως «εκκλησιών», και η Κρήτη επικύρωσε αυτήν την πορεία με τη συνοδική της σφραγίδα.


 


Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Η Η΄ Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε στο Χαράρε (1998)

 

 


Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου


1. Γενικά στοιχεία

Η Η΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ πραγματοποιήθηκε στο Χαράρε της Ζιμπάμπουε από 3 έως 14 Δεκεμβρίου 1998, με τη συμμετοχή 336 Εκκλησιών. Η ένταση μεταξύ Ορθοδόξων και Προτεσταντών είχε φτάσει στο αποκορύφωμα. Οι Ορθόδοξοι διευκρίνισαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να συμμετέχουν ως απλή μειοψηφία που ψηφίζεται και καταψηφίζεται από την προτεσταντική πλειοψηφία σε θέματα πίστης και ηθικής.

Σημαντικό γεγονός ήταν η απουσία των Εκκλησιών της Γεωργίας και της Βουλγαρίας, οι οποίες είχαν αποχωρήσει από το ΠΣΕ το 1997, αν και έστειλαν παρατηρητές.

Πριν από τη Συνέλευση, είχαν πραγματοποιηθεί δύο σημαντικές Διαορθόδοξες Συναντήσεις: στη Θεσσαλονίκη (29 Απριλίου – 2 Μαΐου 1998) και στη Δαμασκό (7–13 Μαΐου 1998), οι οποίες διατύπωσαν κοινή ορθόδοξη θέση.

Ωστόσο, οι Ορθόδοξες αντιπροσωπείες δεν κατόρθωσαν να συντονίσουν τις θέσεις τους στο Χαράρε, με το Οικουμενικό Πατριαρχείο να υιοθετεί ευέλικτη στάση και τις Εκκλησίες της Ελλάδος και της Ρωσίας να εμμένουν πιο αυστηρά στα συμπεράσματα της Θεσσαλονίκης.

2. Η ίδρυση της Ειδικής Επιτροπής

Στο Χαράρε αποφασίστηκε η συγκρότηση της Ειδικής Επιτροπής για τη Συμμετοχή των Ορθοδόξων στο ΠΣΕ (Special Commission on Orthodox Participation in the WCC), η οποία αποτελούνταν εξίσου από 20 Ορθοδόξους και 20 Ετεροδόξους. Η Επιτροπή αυτή αποφάσισε:

  • Την κατάργηση της ψηφοφορίας και την υιοθέτηση της ομοφωνίας (consensus) στις αποφάσεις.
  • Τον οριοθέτηση των κοινών προσευχών από τη μυστηριακή λατρεία (απαγόρευση κοινού Ευχαριστιακού Ποτηρίου)
  • Τον σαφή επανακαθορισμό του ΠΣΕ ως χώρου συνάντησης και διαλόγου και όχι ως «Υπερ-Εκκλησίας»

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκπροσωπήθηκε στο Χαράρε από τον Μητροπολίτη Σασίμων Γεννάδιο (Λυμούρη), ο οποίος διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για τη σύσταση της Ειδικής Επιτροπής. Το Πατριαρχείο υιοθέτησε πιο ευέλικτη στάση σε σχέση με τις αποφάσεις της Θεσσαλονίκης, θεωρώντας ότι οι συμβιβασμοί του ΠΣΕ αποτελούσαν χειρονομία καλής θελήσεως.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε αποστείλει μήνυμα στη Συνέλευση, στο οποίο τόνιζε ότι «μετά από πενήντα χρόνια καρποφόρας συνεργασίας εντός του ΠΣΕ, τα μέλη του οφείλουν να διευκρινίσουν το νόημα και την έκταση της αδελφότητας την οποία βιώνουν».

 

Από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, μεταξύ των ονομαστικά γνωστών συμμετεχόντων ήταν:

  • Μητροπολίτης  Ηλιουπόλεως  Αθανάσιος  (Metropolitan Athanasios of Heliopolis), ο οποίος ηγήθηκε της αντιπροσωπείας του Πατριαρχείου, αφού ο Αρχιεπίσκοπος Στυλιανός δεν μπόρεσε να παραστεί λόγω προηγούμενων δεσμεύσεων.
  • Π. Αναστάσιος Μποζίκης (Fr. Anastasios Bozikis), ο οποίος αναφέρει ότι είχε την τιμή να οριστεί από τον Αρχιεπίσκοπο Στυλιανό στην αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου.
  • Δέσποινα Πράσσα (Despina Prassas), η οποία μίλησε στη Συνέλευση στις 7 Δεκεμβρίου για τη Δεκαετία των Εκκλησιών σε Αλληλεγγύη με τις Γυναίκες.
  • Μέγας πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος  Γεώργιος Τσέτσης (Grand Protopresbyter George/Georges Tsetsis), ο μόνιμος αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο ΠΣΕ (1985–1999) και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, ο οποίος συμμετείχε ενεργά στη Συνέλευση και κατέγραψε τα γεγονότα.
  • Μητροπολίτης Χρυσόστομος της Εφέσου (Metropolitan Chrysostomos of Ephesus), ο οποίος συμμετείχε στη Συνέλευση και στη συνέχεια διορίστηκε συμπρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής για την Ορθόδοξη Συμμετοχή στο ΠΣΕ που συστάθηκε στο Χαράρε.
  • Μητροπολίτης Αθανάσιος Παπάς (Metropolitan Athanasios Papas) από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ο οποίος επίσης διορίστηκε μέλος της Ειδικής Επιτροπής μετά τη Συνέλευση.

Από την Εκκλησία της Ελλάδος, μεταξύ των ονομαστικά γνωστών συμμετεχόντων ήταν:

  • Μητροπολίτης Χρυσόστομος του Περιστερίου (Metropolitan Chrysostomos of Peristerion), ο οποίος διορίστηκε μέλος της Ειδικής Επιτροπής για την Ορθόδοξη Συμμετοχή.
  • Μητροπολίτης Αμβρόσιος των Καλαβρύτων (Metropolitan Ambrosius of Kalavryta), ο οποίος επίσης διορίστηκε μέλος της Ειδικής Επιτροπής

Επιπλέον, υπάρχει αναφορά σε έναν σύμβουλο (adviser) της Εκκλησίας της Ελλάδος που συμμετείχε στην Ορθόδοξη αντιπροσωπεία, χωρίς να κατονομάζεται

ΠΗΓΕΣ.Το αρχείο (https://archive.org/details/wcca25) που  αντιστοιχεί στην επίσημη έκθεση της Συνέλευσης «Together on the Way».. Οι παραπάνω ονομαστικές αναφορές προέρχονται από επίσημες και ημιεπίσημες πηγές (εκθέσεις συμμετεχόντων, πρακτικά της Ειδικής Επιτροπής, δημοσιεύματα του ΠΣΕ και άλλες σχετικές καταγραφές).

 

 

Το Χαράρε (1998): Η γύμνια των Ορθοδόξων οικουμενιστών

1. Η «Αποκαλυπτική» Κρίση και η Απουσία Ετοιμότητας

Το Χαράρε θεωρείται ως η αποκαλυπτική στιγμή της κρίσης, όχι μόνο για το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ), αλλά και για τους ίδιους τους Ορθόδοξους οικουμενιστές.

Σύμφωνα με δραματική μαρτυρία μέλους της ελληνικής αντιπροσωπείας (συμβούλου της Εκκλησίας της Ελλάδος), οι Ορθόδοξοι προσήλθαν «γυμνοί» στη συνέλευση:

«Χωρίς αγιότητα που να μαρτυρά αρρήτως Χριστό, χωρίς προσωπικότητες που να καθηλώνουν, χωρίς ενότητα που να ενοποιεί (αλλά μόνο με μικρονοϊκές αντιπαλότητες εθνοφυλετικού ή συχνότερα ατομοκεντρικού χαρακτήρα), χωρίς θεολογικά επιχειρήματα, χωρίς στόχους, στρατηγική και συντονισμό. Πήγαμε στη Χαράρε γυμνοί και η γυμνότητά μας... αποκαλύφθηκε» — Ε. Κουμπαρέλλη, «Σκέψεις για την Η΄ Συνέλευση στο Χαράρε», Περιοδικό Σύναξη, τ. 69) .

Δηλ. Όταν εμφανίζεσαι σε ένα διεθνές ή σημαντικό φόρουμ (όπως στη Χαράρε) χωρίς πνευματικό βάθος, χωρίς ενότητα, χωρίς επιχειρήματα και χωρίς στρατηγική, η αποτυχία είναι αναπόφευκτη. Η έλλειψη προετοιμασίας και ουσίας δεν μπορεί να κρυφτεί· η «γυμνότητα» (η γύμνια από αρετές, ιδέες και οργάνωση) μοιραία αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια των άλλων.

2. Σημεία Έκθεσης των Ορθόδοξων Αντιπροσωπειών

Οι ορθόδοξες αντιπροσωπείες «εξετέθησαν πολύ και πολλάκις» κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης για τους εξής λόγους:

  • «Αδιάβαστοι» και ανενημέρωτοι: Διαπιστώθηκε ότι σχεδόν κανείς δεν είχε μελετήσει τα τελευταία βασικά κείμενα της επιτροπής «Πίστις και Τάξις» (Faith and Order). Η μακρά θεολογική διαδικασία (όπως η δήλωση της Λίμα του 1982 και το κείμενο «Η Φύσις και ο Σκοπός της Εκκλησίας») ήταν παντελώς άγνωστη στην πλειονότητα.
  • Χωρίς προετοιμασία και πρόγραμμα: Στις κοινές συσκέψεις με τους Αντιχαλκηδονίους/Μονοφυσίτες, ο ορθόδοξος προεδρεύων δεν γνώριζε αγγλικά και δεν υπήρχε ταυτόχρονη μετάφραση. Οι συναντήσεις στερούνταν ημερήσιας διάταξης, αρχής, τέλους και σκοπού, καταλήγοντας σε έναν ανώδυνο παράλληλο μονόλογο.
  • «Μη προσεύχεσθε παντελώς»: Δεν υπήρξε μέριμνα για την τέλεση ορθόδοξων ακολουθιών (εκτός επίσημου προγράμματος) στον χώρο της Συνέλευσης. Επιπλέον, παρερμηνεύτηκε η εντολή για μη συμπροσευχή με ετεροδόξους, μετατρέποντάς τη σε πλήρη αποχή από κάθε προσευχητική μαρτυρία.
  • Έπαρση, περιφρόνηση και «σύμπλεγμα καταδίωξης»: Παρατηρήθηκε ανταγωνισμός σε έπαρση και περιφρόνηση μεταξύ επίσημων αντιπροσωπειών (κυρίως ελληνορθόδοξων). Παράλληλα, εκδηλώθηκε έντονο «σύμπλεγμα καταδίωξης», με τους Έλληνες να απομονώνονται θεωρώντας λανθασμένα ότι οι υπόλοιποι Ορθόδοξοι συνωμοτούσαν καθημερινά εναντίον τους.

3. Η Διχασμένη Στάση και η Αθέτηση της Θεσσαλονίκης

Αν και η Διορθόδοξη Σύνοδος της Θεσσαλονίκης (1998) είχε αποφασίσει ομόφωνα την πλήρη αποχή από κοινές λατρευτικές εκδηλώσεις, προσευχές και ψηφοφορίες, στο Χαράρε η γραμμή αυτή διασπάστηκε:

  • Οι Αυστηροί (Ρωσία, Ελλάδα): Εμμένουν στη «γραμματική» ερμηνεία της απόφασης (πλήρης αποχή).
  • Οι «Προοδευτικοί» (Οικουμενικό Πατριαρχείο & λοιπές Εκκλησίες): Υιοθετούν ευρύτερη ερμηνεία (συμμετοχή στις προσευχές/εργασίες χωρίς ηγετικό ρόλο).

Αποτέλεσμα: Τελικά, η συντριπτική πλειονότητα των Ορθόδοξων παρέστη στις κοινές προσευχές, όλες οι αντιπροσωπείες ψήφισαν και συμμετείχαν κανονικά στην «Ακολουθία Επαναδεσμεύσεως». Η εικόνα αυτή αποκάλυψε ότι η κρίση στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι εξίσου βαθιά με εκείνη των Προτεσταντών.

4. Η Στάση Γεωργίας και Βουλγαρίας

Παρά το γεγονός ότι τα Πατριαρχεία Γεωργίας και Βουλγαρίας είχαν αποχωρήσει επισήμως από το ΠΣΕ (1997–1998), οι παρατηρητές που έστειλαν στο Χαράρε δήλωσαν πίστη στο οικουμενικό ιδεώδες.

Παρατήρηση / Κριτική: Στηλιτεύεται η έλλειψη εκκλησιαστικού φρονήματος, καθώς δικαιολογήθηκαν ότι η αποχώρησή τους ήταν αποτέλεσμα πίεσης από «φανατικούς, συντηρητικούς και θεμελιοκράτες» για την αποφυγή εσωτερικού σχίσματος, προσφέροντας μια απλή δικαιολογία αντί για ορθόδοξη θεολογική μαρτυρία.

5. Η «Ειδική Επιτροπή» ως «Λύση» που Διαιωνίζει το Πρόβλημα

Στη Χαράρε εγκρίθηκε η σύσταση της «Ειδικής Επιτροπής επί της Ορθοδόξου Συμμετοχής στο Π.Σ.Ε.» (με πρωταγωνιστές τους Ζηζιούλα, Λυμούρη, Αναστάσιο, Κύριλλο) με τριετή ορίζοντα για τη μελέτη των ορθόδοξων αιτημάτων.

  • Κριτική: Προβάλλεται το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν έλυσε το πρόβλημα, αλλά απλώς νομιμοποίησε την ορθόδοξη παραμονή στο ΠΣΕ.
  • Η υιοθέτηση της «ομοφωνίας» αντί της ψηφοφορίας δεν αναιρεί το γεγονός ότι το ΠΣΕ παραμένει ένας θεσμός όπου Ορθόδοξοι και ετερόδοξοι/αιρετικοί συνευρίσκονται ως «ίσοι» σε θέματα πίστεως.
  • Παράλληλα, δημιουργήθηκαν ερωτήματα για το γιατί οι Ορθόδοξοι δεν πίεσαν πολύ νωρίτερα για τη συγκρότησή της, ώστε να αποφευχθεί η άτακτη παρουσία τους.

6. Οι Δύο Εσωτερικές Τάσεις

Στη Χαράρε δόθηκε μια σκληρή εσωτερική μάχη μεταξύ των Ορθόδοξων οικουμενιστών της Γενεύης (που προσπάθησαν να περιορίσουν την κριτική εντός των δομών του ΠΣΕ) και της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία κατήγγειλε τη μετατροπή του ΠΣΕ σε έναν κυρίως πολιτικοκοινωνικό οργανισμό.

Έτσι, διαμορφώθηκαν δύο τάσεις:

  1. Οι «Συντηρητικοί»: Πρότειναν τη «θεραπεία» του οργανισμού μέσω της επιστροφής στις ιδρυτικές, εκκλησιολογικές του βάσεις.
  2. Οι «Προοδευτικοί»: Πρότειναν τη ριζική αλλαγή της δομής του ΠΣΕ και τη μετατροπή του σε ένα άτυπο «Φόρουμ Χριστιανικών Εκκλησιών» χωρίς υποχρεωτικά μέλη και δεσμεύσεις.

Συγκριτικός Πίνακας Ορθόδοξων Τάσεων στη Χαράρε

Χαρακτηριστικά

Οι «Συντηρητικοί»

Οι «Προοδευτικοί»

Η «Τρίτη Λύση»

Κύρια Πρόταση

Επιστροφή στις ιδρυτικές ρίζες του Συμβουλίου.

Πλήρης αντικατάσταση της παρούσας δομής του Π.Σ.Ε..

Διάπλαση του Π.Σ.Ε. σε μια «Αδελφότητα» (Fellowship).

Επιδιωκόμενη Μορφή

Επανεύρεση της ταυτότητας του Π.Σ.Ε. ως «Σωματειακής Οργανώσεως» (στα πρότυπα της ίδρυσης του 1948 στο Άμστερνταμ).

Σύσταση ενός άτυπου «Φόρουμ Χριστιανικών Εκκλησιών και Οικουμενιστικών Οργανώσεων».

Μια κοινότητα όπου οι εκκλησίες-μέλη συνεργάζονται χωρίς τις προηγούμενες δεσμεύσεις.

Φιλοσοφία & Λειτουργία

Θεραπεία του οργανισμού εκ των έσω, με επανεστίαση στις αρχικές εκκλησιολογικές του βάσεις.

Ένα φόρουμ χωρίς υποχρεωτικά μέλη και χωρίς ευθύνες ή δεσμεύσεις έναντι των συμμετεχόντων.

Οι εκκλησίες «συνεργάζονται», «διασκέπτονται θεολογικώς», «παρέχουν κοινή μαρτυρία» και έχουν «κοινή αντίληψη περί του τι εστιν Εκκλησία».

Κριτική του Συγγραφέα

Θεωρείται ουτοπική προσπάθεια, καθώς το Π.Σ.Ε. έχει ήδη εκτραπεί σε έναν εκκοσμικευμένο οργανισμό.

Αποτελεί προσπάθεια «καθησυχασμού» των αντι-οικουμενιστών και αποφυγής μιας βαθύτερης εσωτερικής ρήξης.

Χαρακτηρίζεται ως άλλη μια θεωρητική φόρμουλα που συσκοτίζει την απουσία πραγματικής εκκλησιολογικής ενότητας.

 

Συσκότιση του Οράματος & Χρονοβόρες Διαδικασίες:

Όλες αυτές οι προτάσεις «σωτηρίας» του Π.Σ.Ε. έχουν εγκλωβίσει τους Ορθοδόξους σε ατέρμονες, γραφειοκρατικές και χρονοβόρες διαδικασίες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να εξουδετερώνεται η αυθεντική, προφητική και χαρισματική μαρτυρία της Ορθοδοξίας προς τον ετερόδοξο κόσμο.

  • Το Ζήτημα της «Ευχαριστιακής Πρακτικής»: Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σύγχυσης αναφέρεται η συζήτηση για την κοινή λατρεία στη Χαράρε. Παρόλο που αποφασίστηκε να μην τελεστεί οικουμενική ευχαριστιακή ακολουθία στο επίσημο πρόγραμμα (κάτι που ορθόδοξοι θεολόγοι όπως ο Παύλος Μέγιεντορφ πανηγύρισαν ως «νίκη» μετά από «άγρια μάχη»),  η ανάγκη διεξαγωγής τέτοιων «άγριων μαχών» για τα αυτονόητα της πίστης αποτελεί απόδειξη της σύγχυσης και της συσκότισης του ορθόδοξου οράματος εντός του Π.Σ.Ε., εγκλωβίζοντας τους Ορθοδόξους σε χρονοβόρες και ατέρμονες γραφειοκρατικές διαδικασίες Στην ορθόδοξη πατερική παράδοση, ξεκαθαρίζεται ότι ο όρος «κοινωνία» δεν περιορίζεται στενά και μόνο στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας (δηλαδή στη συμμετοχή στο κοινό Ποτήριο), αλλά εκτείνεται σε κάθε είδους πνευματική επικοινωνία, συμπροσευχή ή ακόμη και στενή φιλία με ετεροδόξους και αιρετικούς. Για τον λόγο αυτό, οι Άγιοι Πατέρες και οι μοναχοί συνιστούσαν παραδοσιακά την πλήρη διακοπή κάθε τέτοιας κοινωνίας.
  • Η Μοναδική Λύση: Καμία δομική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να θεραπεύσει το Π.Σ.Ε.. Η μόνη συνεπής στάση για τη διάσωση της Ορθόδοξης Ταυτότητας είναι η πλήρης αποχώρηση και διακοπή της συμμετοχής σε αυτόν τον «ανθρωποπαγή και κοσμικό» οργανισμό.

(ΠΗΓΗ: ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΛΗΜΗ.Η δραματική κρίσις της Οικουμενικής κίνησης και η αφύπνισις του Ορθόδοξου Αντι-οικουμενισμού-Έκδοση 2000).

 

Γ. Η Σύνοδος της Κρήτης (2016): Η κορύφωση της υποχώρησης

Υποστηρίζεται σθεναρά ότι η Σύνοδος της Κρήτης δεν διόρθωσε, αλλά επικύρωσε την τροχιά που ξεκίνησε στην Καμπέρα και νομιμοποιήθηκε στο Χαράρε.

  • 1. Αναγνώριση αιρετικών ως «Εκκλησιών»: Το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» αποδέχεται «το ιστορικό όνομα άλλων μη Ορθοδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών».

Ενστάσεις: Επισημαίνεται ότι αυτό συνιστά εκκλησιολογική σύγχυση. Αν η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική», οι ετερόδοξοι δεν μπορούν να φέρουν τον τίτλο «Εκκλησία» χωρίς να διαστρέφεται η εκκλησιολογία των Οικουμενικών Συνόδων.

  • 2. Το ΠΣΕ ως αποδεκτός θεσμός: Παρά τις εμπειρίες της Καμπέρας και του Χαράρε, η Σύνοδος δηλώνει ότι το ΠΣΕ «εκπληροί σημαντική αποστολή προωθώντας την ενότητα του χριστιανικού κόσμου».

Αντίλογος: Ένας θεσμός που νομιμοποίησε τον συγκρητισμό της Καμπέρας και την «ισότητα Ομολογιών» δεν μπορεί να λειτουργεί ως όχημα ενότητας, παρά μόνο ως μέσο απομάκρυνσης από την αλήθεια.

  • 3. Η «Δήλωση του Τορόντο» ως άλλοθι: Η Σύνοδος επικαλείται τη Δήλωση του Τορόντο (1950) για να αποδείξει ότι το ΠΣΕ δεν είναι «Υπερ-Εκκλησία». Πρόκειται όμως για τυπικό επιχείρημα: στην πράξη, το ΠΣΕ ασκεί θεολογική, λειτουργική και διοικητική πίεση στις Εκκλησίες, ενώ η Δήλωση του Τορόντο δεν εμπόδισε ούτε τον συγκρητισμό της Καμπέρας ούτε την αποδοχή της «ισότητας Ομολογιών» από μεγάλο μέρος του προτεσταντικού χώρου.
  • 4. Η υιοθέτηση της «ομοφωνίας» (consensus): Η Σύνοδος επαινεί τα κριτήρια της Ειδικής Επιτροπής του Χαράρε και την «ομοφωνία» ως μέθοδο λήψης αποφάσεων. Η αντίθετη πλευρά αντιτείνει ότι η ομοφωνία σε ένα σώμα όπου συμμετέχουν Ορθόδοξοι και ετερόδοξοι σημαίνει υποβιβασμό της αλήθειας στο επίπεδο του συμβιβασμού. Η ορθόδοξη πίστη ούτε ψηφίζεται ούτε διαπραγματεύεται.
  • 5. Ο διαθρησκειακός διάλογος: Η Σύνοδος επεκτείνει τη λογική του ΠΣΕ και στον διαθρησκειακό διάλογο, θεωρώντας ότι η Ορθοδοξία οφείλει να «διαλέγεται και να συνεργάζεται με τον θρησκευτικώς και πολιτισμικώς άλλον».
  •   Υπόμνημα Αγίου Όρους (2008): «Υπόμνημα περί της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών». Εξετάζει κριτικά την πορεία από την Καμπέρα (1991) στο Χαράρε (1998) και αναλύει τις αποφάσεις της Διαορθόδοξης Συνάντησης της Θεσσαλονίκης (1998) και την παραβίασή τους κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης.
  •   Μελέτες για τη «Διαορθόδοξη Σύνοδο της Θεσσαλονίκης» (Μάιος 1998): Κείμενα και αναλύσεις που εξετάζουν την απόφαση των Ορθοδόξων πριν το Χαράρε να απέχουν από κοινές προσευχές/ψηφοφορίες και το πώς αυτή εφαρμόστηκε ή τροποποιήθηκε στην πράξη

Το Χαράρε ως σταθμός νομιμοποίησης του οικουμενισμού

Η  Συνέλευση του Χαράρε, παρά τις εντυπώσεις περί «νίκης» της Ορθοδοξίας μέσω της Ειδικής Επιτροπής, στην ουσία νομιμοποίησε την παραμονή των Ορθοδόξων σε έναν οργανισμό που θεμελιωδώς αντιτίθεται στην ορθόδοξη εκκλησιολογία. Η Διαορθόδοξη Συνάντηση Θεσσαλονίκης (1998) είχε ζητήσει «ριζική αναδιάρθρωση» ή αποχώρηση, λόγω γυναικείας χειροτονίας, δικαιωμάτων ΛΟΑΤΚΙ και συγκρητιστικών τάσεων. Αντί αυτού, στο Χαράρε συστάθηκε μια Επιτροπή που απλώς «βελτίωσε» τους όρους συμμετοχής, χωρίς να θίξει την ουσία: το ΠΣΕ συνέχισε να θεωρεί αιρετικές ομάδες ως «εκκλησίες»


Γ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Β. Ελληνικές Πηγές – Περιοδικά και Συλλογικοί Τόμοι

  • Βλ. Φειδάς, «Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Θ΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ», Θεολογία 76 (2005), 457-461.
  • Γ. Τσέτσης, «Χαράρε 1998. Χρονικό της Η΄ Γ.Σ. του Π.Σ.Ε.», Ενημέρωσις 14-1998/12, 1-10.
  • Εμμ. Κουμπαρέλης, «Σκέψεις για την Η΄ Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών», Σύναξις 69 (Ιαν.-Μάρ. 1999), 95-99.
  • Χρ. Τσιρώνης, «Π.Σ. των Ε. – Η΄ Γενική Συνέλευση – Χαράρε, Ζιμπάμπουε, 3-14.12.1998», Καθ' οδόν 15 (Μάιος 1999), 100-103.
  • Πληροφορία (έκδοση Συνοδικής Επιτροπής Διαχριστιανικών Σχέσεων Εκκλησίας Ελλάδος), τόμ. Γ΄, αρ. 1 (Ιαν.-Απρ. 1999), 6-10.
  • «Αξιολόγηση νέων δεδομένων στις σχέσεις Ορθοδοξίας και οικουμενικής κινήσεως» (Θεσσαλονίκη, 29 Απρ.-2 Μαΐου 1998), Ενημέρωσις 14-1998/5, 3-6.
  • Ορθόδοξη Θεολογία και Οικουμενικός Διάλογος: Προβλήματα και προοπτικές (Αθήνα: Αποστολική Διακονία, 2005).