Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Η Πορεία προς την Σύνοδο της Κρήτης (2016-) Ιστορικοί σταθμοί-συμμετέχοντες και αποφάσεις (Γ)-Η ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΡΟΝΤΟ.



Εισαγωγικά:

ΜΕΡΟΣ Α: https://apotixisi.blogspot.com/2026/08/2016.html

 

ΜΕΡΟΣ Β: https://apotixisi.blogspot.com/2026/08/2016_0774462888.html

 

 

ΜΕΡΟΣ -Γ

Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ Π.Σ.Ε ΣΤΟ  ΤΟΡΟΝΤΟ (1950)

Με τίτλο «Η Εκκλησία, αι Εκκλησίαι και το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών», η δήλωση συντάχθηκε για να λύσει τις παρεξηγήσεις που είχαν δημιουργηθεί αμέσως μετά την ίδρυση του ΠΣΕ (1948) και να διασφαλίσει τη συμμετοχή των Εκκλησιών (ειδικά των Ορθοδόξων)  στη Συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ στο Τορόντο) ΤΟ 1950.

Τα βασικά σημεία της Δήλωσης του Τορόντο (1950) που θεωρούνται από τις πηγές ότι προάγουν τον Οικουμενισμό και αλλοιώνουν την Ορθόδοξη εκκλησιολογία επικεντρώνονται στην αναγνώριση εκκλησιαστικότητας εκτός της Ορθοδοξίας και στη σχετικοποίηση της «Μίας» Εκκλησίας.

Σύμφωνα με τις πηγές, τα κύρια σημεία είναι:

Α.  Η Δήλωση (παρ. 4.3) αναφέρει ότι το να είναι κάποιος μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι «περιεκτικώτερον»  από το να είναι μέλος της δικής του Εκκλησίας. Αυτό ερμηνεύεται ως αποδοχή μιας αόρατης «υπέρ-Εκκλησίας» που περιλαμβάνει όλες τις ομολογίες, υποσκάπτοντας την πίστη ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Β. Οι Εκκλησίες-μέλη αναγνωρίζουν στις άλλες ομολογίες «στοιχεία της αληθούς Εκκλησίας» (παρ. 4.5). Αυτή η παραδοχή θεωρείται η βάση για τη «θεωρία των ατελών εκκλησιών» και τη «θεωρία των κλάδων», καθώς υποστηρίζει ότι η χάρη και η αλήθεια υπάρχουν σε διάφορους βαθμούς και εκτός των ορίων της Ορθοδοξίας.

Γ. Η Δήλωση υποστηρίζει ότι η αναγνώριση του βαπτίσματος των άλλων ομολογιών ως έγκυρου (παρ. 4.3) συνεπάγεται την ύπαρξη μελών της Εκκλησίας «εκτός των τειχών» (ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ). Έτσι, τα όρια της Εκκλησίας ταυτίζονται με τα όρια του βαπτίσματος, ανεξαρτήτως δογματικής αλήθειας.

Δ.Η παρ. 4.8 (ή 8 σε κάποιες αναφορές) δηλώνει ότι οι Εκκλησίες-μέλη εισέρχονται σε «πνευματικές σχέσεις» για να «οικοδομηθή το Σώμα του Χριστού». Αυτό  αποτελεί  βλασφημία, καθώς προϋποθέτει ότι το Σώμα του Χριστού είναι διαιρεμένο και οικοδομείται μέσω της συνεργασίας της Ορθοδοξίας με αιρέσεις.

Ε.  Η Εισαγωγή της Δήλωσης αναφέρει ότι οι ομολογίες «βρίσκουν την ενότητά τους εν Χριστώ». Αυτό θεωρείται αιρετικό, καθώς υποδηλώνει ότι οι αιρετικοί είναι ήδη ενωμένοι με τον Χριστό παρά τις κακοδοξίες τους, και ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αναζητά μια ενότητα που υποτίθεται ότι δεν είχε.

ΣΤ. Η Δήλωση διακηρύσσει ότι το Π.Σ.Ε. δεν βασίζεται σε καμία συγκεκριμένη αντίληψη για την Εκκλησία (παρ. 3.3). Αυτό επιτρέπει έναν δογματικό μινιμαλισμό, όπου οι διαφορές στην πίστη αντιμετωπίζονται ως απλές «ποικιλίες» που δεν εμποδίζουν την ενότητα.

Ζ. Η Δήλωση ισχυρίζεται ότι οι Εκκλησίες «απέφυγαν να δώσουν λεπτομερείς και ακριβείς ορισμούς» για τη φύση της Εκκλησίας. Οι πηγές το χαρακτηρίζουν ως υποκρισία και πλήρη άρνηση του Ορθοδόξου δόγματος, το οποίο ορίζει με σαφήνεια την Εκκλησία ως κοινωνία ανθρώπων ενωμένων στην Ορθόδοξη Πίστη και τα Μυστήρια.

Η Δήλωση του Τορόντο (1950) ήταν μια προσπάθεια του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών να βρει τρόπο ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία να συμμετέχει μαζί με Προτεστάντες και άλλους χριστιανούς, χωρίς να χρειάζεται να πει ότι αυτοί είναι «Εκκλησίες» με την πλήρη έννοια του όρου.  Αυτή η «λύση» δημιούργησε έναν οργανισμό που λέγεται «Συμβούλιο Εκκλησιών» αλλά δεν ξέρει τι σημαίνει «Εκκλησία». Σαν να φτιάχναμε ένα «Συμβούλιο Γιατρών» όπου συμμετέχουν και όσοι έχουν διαβάσει βιβλία ιατρικής αλλά δεν είναι γιατροί — και να λέμε «δεν χρειάζεται να θεωρούμε ο ένας τον άλλον γιατρό με την πλήρη έννοια».

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία αυτό σημαίνει: Συμμετέχουμε σε έναν οργανισμό όπου η λέξη «Εκκλησία» χάνει το νόημά της. Αποδεχόμαστε ότι η ενότητα μπορεί να υπάρχει χωρίς κοινωνία στην αλήθεια. Η δική μας πίστη ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία μετατρέπεται από δογματική βεβαιότητα σε «προσωπική πεποίθηση που σεβόμαστε»

 

 

 

Οι συμμετέχοντες.

Οι αντιπροσωπείες της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου που συμμετείχαν στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΣΕ στο Τορόντο και συνέβαλαν στη διαμόρφωση και την αποδοχή της δήλωσης αποτελούνταν από κορυφαίες θεολογικές και εκκλησιαστικές προσωπικότητες της εποχής.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκπροσωπήθηκε από ιεράρχες και καθηγητές που έθεσαν τις βάσεις για τη μετέπειτα ορθόδοξη παρουσία στο Συμβούλιο:

 

Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός (Στρινόπουλος): Ήταν μία από τις κεντρικότερες μορφές της Οικουμενικής Κίνησης και εκ των Προέδρων του ΠΣΕ.

Μητροπολίτης Εφέσου Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης): Τότε νεαρός θεολόγος (μετέπειτα Μητροπολίτης Μύρων και έπειτα Εφέσου), ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη σύνταξη του κειμένου.

Καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος: Αν και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συμμετείχε ενεργά και στις διεργασίες της πατριαρχικής αντιπροσωπείας λόγω του διεθνούς κύρους του στο Κανονικό Δίκαιο.

Εκκλησία της Ελλάδος

 

Η Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσωπήθηκε κυρίως από διαπρεπείς καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι είχαν οριστεί ως επίσημοι σύνεδροι:

 

Καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος: Καθηγητής Κανονικού Δικαίου και Ποιμαντικής, εκ των κορυφαίων Ελλήνων θεολόγων με τεράστια συμβολή στις πρώτες δεκαετίες του ΠΣΕ.

Καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης: Καθηγητής Δογματικής, ο οποίος παρακολουθούσε στενά τα θεολογικά κείμενα για να διασφαλίσει ότι η Δήλωση θα ξεκαθάριζε πως το ΠΣΕ δεν είναι μια «Υπερ-εκκλησία» (κάτι που τελικά ενσωματώθηκε στο τελικό κείμενο).

Καθηγητής Βασίλειος Ιωαννίδης: Καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης, με συστηματική παρουσία στα διεθνή θεολογικά fora της εποχής.

 

 

Η Επικύρωση της Δήλωσης του Τορόντο από την Σύνοδο της Κρήτης

Η επικύρωση αυτών των σημείων από τη Σύνοδο της Κρήτης (2016) θεωρείται από τους συντάκτες των πηγών ως συνοδική νομιμοποίηση του Οικουμενισμού, καθώς η Δήλωση του Τορόντο χαρακτηρίστηκε ως «κεφαλαιώδους σημασίας» για την ορθόδοξη συμμετοχή στο Π.Σ.Ε

Στο επίσημο κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» (παράγραφος 19), η Σύνοδος αναφέρθηκε ρητά στη Δήλωση της Κεντρικής Επιτροπής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) στο Τορόντο το 1950, χαρακτηρίζοντας τις εκκλησιολογικές προϋποθέσεις του εν λόγω κειμένου ως «κεφαλαιώδους σημασίας» για την ορθόδοξη συμμετοχή στον διαχριστιανικό διάλογο. Η Δήλωση του Τορόντο είχε συνταχθεί αρχικά ως ένα πλαίσιο προστασίας, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η συμμετοχή στο Π.Σ.Ε. δεν συνεπάγεται την αναγνώριση των άλλων μελών ως «Εκκλησιών» με την πλήρη εκκλησιολογική έννοια, ούτε την αποδοχή μιας «ομοσπονδιακής» θεωρίας για την Εκκλησία. Ωστόσο, η συνοδική επιβεβαίωση της χρήσης της από την Ορθόδοξη Εκκλησία το 2016 θεωρήθηκε από σημαντική μερίδα θεολόγων ως μια βαθιά εκκλησιολογική τομή.

Τι Σημαίνει αυτό για την Ορθόδοξη Θεολογία

Από την σκοπιά της κριτικής θεολογικής θεώρησης, η υιοθέτηση αυτή συνεπάγεται ουσιαστικές μετατοπίσεις στην παραδοσιακή εκκλησιολογική αυτό-συνειδησία της Ορθοδοξίας:

A.Η Σύνοδος της Κρήτης  νομιμοποίησε θεσμικά και συνοδικά ένα κείμενο το οποίο δεν συντάχθηκε αποκλειστικά από Ορθοδόξους Πατέρες, αλλά διαμορφώθηκε σε συνεργασία με ετεροδόξους (Προτεστάντες, Αγγλικανούς κ.ά.).

B. Στην εκκλησιαστική ιστορία, οι Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι περιφρουρούσαν την αλήθεια συντάσσοντας δικούς τους Όρους και Κανόνες. Η θεσμική υιοθέτηση ενός κειμένου που προέρχεται από έναν διαχριστιανικό οργανισμό  αποτελεί πρωτοφανή αλλοίωση της συνοδικής ορθόδοξης  μεθοδολογίας.

Γ. Η Δήλωση του Τορόντο αντιμετωπίζεται πλέον όχι απλώς ως ένα τακτικό ή διπλωματικό εργαλείο διαλόγου, αλλά αναδεικνύεται σε θεμελιώδη «στύλο» του οικουμενισμού και σε «Magna Charta» (Κασταστατικό Χάρτη) της παρουσίας της Ορθοδοξίας στο Π.Σ.Ε.

 

Εκλαϊκευμένη κριτική της Δήλωσης του ΤΟΡΟΝΤΟ

Η μεγαλύτερη και πιο βαθιά παγίδα της Δήλωσης του Τορόντο βρίσκεται στην εκκλησιολογική σχετικοποίηση της Αλήθειας μέσω της διπλωματικής γλώσσας.

Αν έπρεπε να την απομονώσουμε σε μία φράση, η παγίδα είναι η εξής: Η Δήλωση επέτρεψε στα μέλη του ΠΣΕ να συνυπάρχουν, αναγνωρίζοντας ο ένας στον άλλον το δικαίωμα να αυτοαποκαλείται «Εκκλησία», χωρίς όμως να απαιτείται κοινή συμφωνία για το τι σημαίνει πραγματικά η λέξη «Εκκλησία».

Αυτή η κεντρική παγίδα αναλύεται σε τρία συγκεκριμένα επίπεδα, τα οποία εξηγούν γιατί πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι μιλούν για «θεολογική νάρκωση»:

Α. Το κείμενο λέει ότι κανένα μέλος δεν υποχρεούται να αναγνωρίσει τα άλλα μέλη ως «Εκκλησίες στην αληθινή και πλήρη έννοια».  Ενώ αυτό ακούγεται ως προστασία για την Ορθοδοξία (ώστε να μην αναγνωρίσει τους Προτεστάντες ως πραγματική Εκκλησία), στην πραγματικότητα δημιουργεί έναν χώρο όπου η ίδια η έννοια της Εκκλησίας υποβαθμίζεται. Αν κάθεσαι στο ίδιο τραπέζι ενός οργανισμού που λέγεται «Συμβούλιο Εκκλησιών», αλλά αποδέχεσαι ότι οι διπλανοί σου μπορεί να μην είναι καν Εκκλησία (ή αυτοί να θεωρούν εσένα απλώς ένα «κομμάτι» της Εκκλησίας), τότε αποδέχεσαι τη χρήση της λέξης «Εκκλησία» ως έναν απλό κοινωνιολογικό τίτλο και όχι ως τη μοναδική, σωστική κιβωτό.

Β. Στην Ορθόδοξη θεολογία, η Αλήθεια είναι απόλυτη, ιστορικά αποκαλυμμένη και βιώνεται ως πληρότητα. Το Τορόντο δημιούργησε ένα πλουραλιστικό μοντέλο όπου όλες οι απόψεις είναι ισότιμες. Όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία καταθέτει τη μαρτυρία της ότι «Εγώ είμαι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», μέσα στο περιβάλλον του Τορόντο αυτή η δήλωση δεν αντιμετωπίζεται ως η αντικειμενική αλήθεια, αλλά ως η «ιδιαιτερότητα» ή η «υποκειμενική πεποίθηση» των Ορθοδόξων. Έτσι, η δογματική βεβαιότητα υποβιβάζεται σε μια «θρησκευτική άποψη» ανάμεσα σε δεκάδες άλλες.

Γ. Η μεγαλύτερη παγίδα είναι ότι το Τορόντο νομιμοποίησε τη διαίρεση παρουσιάζοντάς την ως κάτι σχεδόν φυσιολογικό. Υποσχόμενο έναν «ασφαλή χώρο» όπου κανείς δεν θα πιέσει κανέναν να αλλάξει πίστη, το ΠΣΕ αφαίρεσε το κίνητρο για τον πραγματικό σκοπό του διαλόγου: την επιστροφή στην κοινή, αδιαίρετη πίστη των πρώτων αιώνων. Όταν όλοι είναι «ασφαλείς» και κανείς δεν ελέγχεται για τις αιρέσεις ή τις θεολογικές του αποκλίσεις, ο διάλογος σταματά να αναζητά την Αλήθεια και μετατρέπεται σε ένα αέναο διπλωματικό φόρουμ (έναν εκκλησιολογικό αγνωστικισμό), όπου η ειρηνική συνύπαρξη έγινε πιο σημαντική από τη δογματική ακρίβεια.

Η παγίδα του Τορόντο ήταν ότι έδωσε στην Ορθοδοξία ένα «πιστοποιητικό» ότι δεν κινδυνεύει η πίστη της εντός του Συμβουλίου, αλλά το τίμημα αυτού του πιστοποιητικού ήταν η αποδοχή ενός περιβάλλοντος όπου η ίδια η έννοια της μίας και μοναδικής Αλήθειας είχε ήδη τεθεί στο περιθώριο.

Μια φανταστική ιστορία

Για να καταλάβουμε το μέγεθος της παγίδας  ας δούμε μια φανταστική ιστορία που αφορά  μια κληρονομιά.

Υπάρχει μια  γνήσια, αληθινή  διαθήκη που άφησε ένας πατέρας (ο Χριστός) στα παιδιά του. Αυτή η διαθήκη λέει ποιος κληρονομεί το σπίτι. Εσύ (η Ορθοδοξία) κρατάς στα χέρια σου το αυθεντικό χαρτί, σφραγισμένο και υπογεγραμμένο.

Ξαφνικά, εμφανίζονται άλλοι δέκα άνθρωποι (οι ετερόδοξοι/αιρέσεις). Ο καθένας κρατάει από ένα φωτοαντίγραφο. Ο ένας έχει σβήσει μερικές σειρές. Ο άλλος έχει προσθέσει δικές του λέξεις. Ο τρίτος έχει αλλάξει τελείως το νόημα.

Όλοι μαζί μαζεύεστε σε ένα γραφείο (το ΠΣΕ) για να λύσετε το θέμα. Επειδή όμως όλοι φωνάζουν, ο δικηγόρος του γραφείου σού φέρνει να υπογράψεις ένα χαρτί (τη Δήλωση του Τορόντο) που λέει: «Υπέγραψε εδώ για να έχουμε ησυχία. Το χαρτί αυτό λέει ότι δεν είσαι υποχρεωμένος να παραδεχτείς ότι τα δικά τους χαρτιά είναι αληθινά. Εσύ μπορείς να πιστεύεις ότι μόνο το δικό σου είναι το γνήσιο».

Εσύ υπογράφεις, κάθεσαι στην καρέκλα σου και ηρεμείς. Πού είναι η τεράστια παγίδα;

Η παγίδα είναι ότι με αυτό το χαρτί δέχτηκες 3 πράγματα χωρίς να το καταλάβεις:

1. Με το να κάθεσαι στο ίδιο γραφείο και να υπογράφεις κοινά χαρτιά, δέχεσαι ότι οι παραποιημένες διαθήκες των άλλων έχουν το δικαίωμα να εξετάζονται δίπλα στη δική σου. Η γνησιότητα του δικού σου χαρτιού χάνει την ισχύ της, αφού αντιμετωπίζεται σαν «μία από τις πολλές εκδοχές».

2. Μέσα σε αυτό το γραφείο, αν σηκωθείς και πεις: «Αυτό είναι το μόνο αληθινό έγγραφο, τα δικά σας είναι πλαστά», ο δικηγόρος και οι άλλοι θα σου πουν: «Μα τι αγενής που είσαι! Εδώ υπογράψαμε να σεβόμαστε ο ένας την άποψη του άλλου. Κράτα τη γνώμη σου για τον εαυτό σου και μην μας προσβάλλεις». Έτσι, η αλήθεια υποβιβάζεται σε μια απλή ξεροκεφαλιά.

3. Ο σκοπός σου όταν πήγες εκεί ήταν να τους δείξεις το γνήσιο χαρτί για να καταλάβουν το λάθος τους και να σωθούν. Με το Τορόντο όμως, όλοι βολεύτηκαν. Οι άλλοι νιώθουν σίγουροι με τα πλαστά τους χαρτιά (αφού κανείς δεν τους ελέγχει) κι εσύ νιώθεις σίγουρος με το δικό σου. Η αναζήτηση της μίας αλήθειας σταμάτησε και απλώς πίνετε καφέ μαζί.

Η παγίδα του Τορόντο ήταν ότι αντάλλαξε την Αλήθεια με την Ευγένεια. Σου επέτρεψε να λες ότι έχεις δίκιο, αρκεί να μην ενοχλείς αυτούς που έχουν άδικο.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου