Η ίδρυση του
ΠΣΕ και ο ρόλος των Συνεδρίων και Συνελεύσεών στην διαμόρφωση των τελικών κειμένων τησ Συνόδου της Κρήτης.
Η ενεργή συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο
Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) από την ίδρυσή του το 1948 συνέβαλε
καθοριστικά στην ανάγκη διαμόρφωσης κοινής ορθόδοξης γραμμής απέναντι στον
σύγχρονο κόσμο και τις άλλες χριστιανικές ομολογίες.
Το αρχικό
όραμα του ΠΣΕ
Το αρχικό όραμα της Οικουμενικής Κίνησης και του ΠΣΕ ήταν αμιγώς παγχριστιανικό, με κεντρικό άξονα την ένωση των διαιρεμένων Χριστιανών σε ολόκληρη την οικουμένη.
Ιστορικές
καταβολές και οργάνωση
Η προσπάθεια αυτή ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς
διεργασίας που ξεκίνησε στα μέσα του 19ου αιώνα ως κίνηση συνεργασίας μεταξύ
διαφόρων Προτεσταντικών Ομολογιών. Κατά τον 20ό αιώνα έλαβε οργανωμένη μορφή
μέσα από την Οικουμενική Κίνηση και το ΠΣΕ, όπου οι πρώιμες επαφές και οι
κοινές προσπάθειες σε κοινωνικοπολιτικά ζητήματα είχαν χαρακτήρα προετοιμασίας
για τη σταδιακή υπέρβαση των χριστιανικών διαιρέσεων.
Θεολογικές
προϋποθέσεις και κριτική
Το εγχείρημα βασίστηκε σε προτεσταντικές
θεολογικές προϋποθέσεις, οι οποίες θεωρούνται ετερόδοξες από την ορθόδοξη
σκοπιά, όπως η θεωρία της «Αόρατης Εκκλησίας» και η «Θεωρία των Κλάδων» που
θεωρεί την ενότητα της Εκκλησίας ως μελλοντικό ιδεώδες. Η ορθόδοξη συμμετοχή
επικρίνεται, καθώς η Ορθοδοξία ταυτίζεται με τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική
Εκκλησία, ενώ κατά τη διδασκαλία του πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς η ενότητα της
Εκκλησίας δεν διασπάστηκε ποτέ, παρά μόνο υπήρξε αποκοπή των αιρετικών από το
θεανθρώπινο σώμα της.
Ο σκοπός της
αποκατάστασης
Παρά τις ενστάσεις, οι ορθόδοξοι υποστηρικτές της
οικουμενικής κίνησης συνέχισαν να τονίζουν, όπως και στη Γενική Συνέλευση της Καμπέρας
το 1991, ότι ο κύριος σκοπός του ΠΣΕ οφείλει να είναι η αποκατάσταση της
ενότητας της Εκκλησίας, αν και στην πορεία το όραμα αυτό διευρύνθηκε τείνοντας
να συμπεριλάβει και άλλες θρησκείες, μετατρεπόμενο σε πανθρησκειακή κίνηση.
Οι αιρετικές
δοξασίες της Αόρατης Εκκλησίας
Η θεωρία της «Αόρατης Εκκλησίας» θεωρείται
αιρετική από την ορθόδοξη πλευρά επειδή αμφισβητεί την παρούσα ενότητα της
Εκκλησίας αντιμετωπίζοντάς την ως μελλοντικό στόχο, θεωρεί την αληθινή Εκκλησία
αόρατη και τις ορατές κοινότητες ως απλούς κλάδους, και απομακρύνεται από την
ορθόδοξη εκκλησιολογία που βλέπει την ενότητα ως θεανθρώπινη και αδιάσπαστη
reality.
Ορθόδοξη
κριτική των απόψεων
Όπως επισημαίνει ο πατέρας Ιουστίνος Πόποβιτς, η
αποδοχή τέτοιων θεωριών δημιουργεί πρόβλημα, διότι στην πραγματικότητα δεν
υπάρχει διαίρεση της Εκκλησίας αλλά μόνο αποκοπή των αιρετικών από αυτήν, ενώ η
αναζήτηση μιας αόρατης ενότητας αποτελεί μέρος ενός δογματικού μινιμαλισμού που
αλλοιώνει την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία.
Οι βασικές
πτυχές της διδασκαλίας της Αόρατης Εκκλησίας
Οι κύριες πτυχές αυτής της διδασκαλίας που
θεωρούνται προβληματικές είναι η αντιμετώπιση της ενότητας ως μελλοντικού
στόχου, η άρνηση του αδιασπάστου της Εκκλησίας, η καλλιέργεια ενός αντορθόδοξου
δογματικού, κανονικού και ηθικού μινιμαλισμού, καθώς και η ευθεία σύγκρουση με
την οντολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και
Αποστολικής Εκκλησίας.
Οι συνέπειες
του δογματικού μινιμαλισμού στην Ορθοδοξία
Ο δογματικός μινιμαλισμός προκαλεί διάβρωση της
ορθόδοξης εκκλησιολογίας μέσω μιας εκκλησιολογικής νεωτερικότητας, αλλοιώνει τη
θεώρηση προς τους ετεροδόξους, οδηγεί στην απομάκρυνση από θεμελιώδεις
χριστιανικές αλήθειες όπως η ομολογία του Χριστού ως Σωτήρα, προκαλεί θεολογική
σύγχυση γύρω από την Αγία Τριάδα, τη σωτηρία και τη φύση του ανθρώπου, επιφέρει
την υποκατάσταση του Αγίου Πνεύματος από το πνεύμα του κόσμου, και τελικά
απειλεί την ίδια την ορθόδοξη υπόσταση των πιστών οδηγώντας σε έναν νεφελώδη συγκρητισμό.
(Δογματικός μινιμαλισμός είναι η υποβάθμιση ή η σύμπτυξη των βασικών
αρχών/δογμάτων στο απολύτως «ελάχιστο» δυνατό, προκειμένου να διευκολυνθεί η
συμφωνία ή η συνεργασία)
Η Συνέλευση
του Άμστερνταμ (1948)
Η Συνέλευση του Άμστερνταμ αποτέλεσε την απαρχή
της ορθόδοξης παρουσίας στο ΠΣΕ και έθεσε τα θεμέλια για την ανάγκη εσωτερικής
συνεννόησης μεταξύ των Ορθόδοξων Εκκλησιών.
Οι
συμμετέχοντες στη Συνέλευση του Άμστερνταμ
Από το Οικουμενικό Πατριαρχείο συμμετείχαν ο
Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός (Στρηνόπουλος) ως επικεφαλής και ως ένας από
τους πρώτους Προέδρους του ΠΣΕ, ο Μητροπολίτης Ερμουπόλεως Ευάγγελος και ο
Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Φλωρόφσκι, ενώ από την Εκκλησία της Ελλάδος
συμμετείχαν ο Καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος ως επικεφαλής, καθώς και οι
Καθηγητές Παναγιώτης Μπρατσιώτης, Βασίλειος Ιωαννίδης και Δημήτριος Μωραΐτης,
την ίδια στιγμή που απουσίαζαν το Πατριαρχείο Μόσχας και οι Εκκλησίες της
Ανατολικής Ευρώπης λόγω του σοβιετικού πολιτικού κλίματος και των αποφάσεων της
Διάσκεψης της Μόσχας το 1948, οι οποίες εντάχθηκαν αργότερα στη Συνέλευση του
Νέου Δελχί το 1961.
Οι αποφάσεις
της Συνέλευσης του Άμστερνταμ
Εγκρίθηκε επίσημα το Καταστατικό του Συμβουλίου
με σύνθημα «Αποφασίζουμε να μείνουμε μαζί» ως δέσμευση διαλόγου μετά τον
Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με κεντρικό θέμα «Η αταξία του ανθρώπου και το σχέδιο
του Θεού» και έμφαση στην κοινωνική ευθύνη, την ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα
και την ενότητα, ενώ οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι κατέθεσαν ξεχωριστή Δήλωση
ξεκαθαρίζοντας ότι η συμμετοχή τους αποτελεί μαρτυρία της μιας Εκκλησίας και
όχι υποχώρηση στις εκκλησιολογικές τους αρχές, γεγονός που ανέδειξε την ανάγκη
για τις Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις.
Το Άμστερνταμ (1948) εγκαινίασε τη θεσμική εμπλοκή στον διαχριστιανικό διάλογο, ενώ η Κρήτη (2016) προσέφερε τη συνοδική «νομιμοποίηση» αυτής της τακτικής, εισάγοντας ουσιαστικά την «παναίρεση του Οικουμενισμού» στη ζωή της Εκκλησίας.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου