7-
Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΣΤΗ ΛΙΜΑ (1982)- Η ΣΤ΄ ΓΕΝΙΚΗ
ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ Π.Σ.Ε (Βανκούβερ, 1983)
Έρευνα:
πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
Η Συνέλευση της Λίμα (Ιανουάριος 1982)
αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της σύγχρονης
Οικουμενικής Κίνησης.
Πρόκειται για την Ολομέλεια της
Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» (Faith and Order) του Παγκοσμίου Συμβουλίου
Εκκλησιών (ΠΣΕ), η οποία συνήλθε στη Λίμα του Περού με σκοπό την οριστικοποίηση
των δογματικών συγκλίσεων μεταξύ των Χριστιανικών ομολογιών.\
ΟΙ
ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ
|
Στην
Ολομέλεια της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» (Faith and Order) στη Λίμα
του Περού (Ιανουάριος 1982), η Ορθόδοξος Εκκλησία εκπροσωπήθηκε από
επιφανείς ιεράρχες και πανεπιστημιακούς θεολόγους. Ανάμεσα στους συνέδρους
που συνέβαλαν στη διαμόρφωση και έγκριση του ιστορικού κειμένου BEM (Βάπτισμα,
Ευχαριστία, Ιερωσύνη), οι εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου
και της Εκκλησίας της Ελλάδος διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο. 1. Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως Το
Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε ηγετική παρουσία στις θεολογικές διαβουλεύσεις,
εστιάζοντας κυρίως στη διαμόρφωση της Ευχαριστιακής Θεολογίας και της δομής
της Ιερωσύνης:
2. Εκκλησία της Ελλάδος Η Εκκλησία
της Ελλάδος εκπροσωπήθηκε από διακεκριμένους Καθηγητές των Θεολογικών Σχολών
Αθηνών και Θεσσαλονίκης, οι οποίοι συνέβαλαν στη διαμόρφωση των ορθόδοξων
παρατηρήσεων:
Γενικές Πηγές & Επίσημα Πρακτικά της Λίμα
|
Η Επιτροπή «Πίστη και Τάξη» και το
Κείμενο της Λίμας (1982)
Η Επιτροπή «Πίστη και Τάξη» (Faith and Order)
αποτελεί τον θεολογικό πυρήνα της Οικουμενικής Κίνησης. Το κείμενο που
συντάχθηκε στη Λίμα του Περού το 1982, με τίτλο «Βάπτισμα, Ευχαριστία,
Ιερωσύνη» (BEM), θεωρείται το πιο επιδραστικό οικουμενικό θεολογικό κείμενο του
20ού αιώνα.
To κείμενο BEM (Βάπτισμα, Ευχαριστία, Ιερωσύνη)
της Λίμα (1982) χωρίζεται σε 3 κύρια μέρη και αποτελείται συνολικά από 108
αριθμημένα άρθρα (paragraphs), συνοδευόμενα από επεξηγηματικά σχόλια
(commentaries).
|
ΑΡΘΡΑ
ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΒΕΜ ΜΕ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ Στο κείμενο BEM
(Βάπτισμα, Ευχαριστία, Ιερωσύνη) της Λίμα (1982), η
«οικουμενιστική λογική» αποτυπώνεται κυρίως μέσω της τεχνικής της
«θεολογικής σύγκλισης» (theological convergence) και της διφορούμενης ή
συμπεριληπτικής γλώσσας. Ο στόχος των
συντακτών ήταν να βρεθεί ένα κοινό λεκτικό πλαίσιο που θα επέτρεπε σε
διαμετρικά αντίθετες θεολογικές παραδόσεις (π.χ. Ορθόδοξοι, Ρωμαϊκοκαθολικοί,
Προτεστάντες, Βαπτιστές) να συνυπογράψουν το κείμενο. Αυτό οδήγησε
στη συμπερίληψη συγκεκριμένων άρθρων τα οποία επικρίθηκαν έντονα από
συντηρητικούς και ορθόδοξους θεολόγους ως «οικουμενιστικοί συμβιβασμοί»
ή τεχνητή εξίσωση ασύμβατων δογμάτων. ------------------------------------------------------------------------ 1. Άρθρα για
το Βάπτισμα με Οικουμενιστική Λογική
«Το βάπτισμα
τελείται με νερό στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος...»
«...τόσο το
βάπτισμα των νηπίων όσο και το βάπτισμα των πιστών (ενηλίκων) ενσαρκώνουν την
ίδια μυστηριακή πραγματικότητα...» (Άρθρο 12)
«Η δωρεά του
Αγίου Πνεύματος είναι εγγενής στο βάπτισμα... είτε εκφράζεται με το χρίσμα
είτε με την επίθεση των χειρών είτε με την αυξανόμενη εμπειρία της πίστης.»
2. Άρθρα για
την Ευχαριστία με Οικουμενιστική Λογική
«Η Ευχαριστία
είναι η ανάμνηση των μεγάλων έργων του Θεού... Η ανάμνηση δεν είναι απλή
ανάκληση του παρελθόντος, αλλά η παρούσα πραγματικότητα της θυσίας του
Χριστού...»
«Ο Χριστός
είναι αληθινά παρών στην Ευχαριστία... Ο τρόπος της παρουσίας του Χριστού
είναι μυστήριο...»
«Καθώς οι
Εκκλησίες αυξάνουν στην κοινή κατανόηση της Ευχαριστίας... ενθαρρύνονται να
ξεπεράσουν τα εμπόδια για την κοινή τράπεζα...»
3. Άρθρα για
την Ιερωσύνη με Οικουμενιστική Λογική
«Όλα τα μέλη
της Εκκλησίας καλούνται να ανακαλύψουν τα χαρίσματά τους... Η ειδική ιερωσύνη
υπάρχει για να υπηρετεί τη γενική ιερωσύνη των πιστών...»
«Η Αποστολική
Διαδοχή εκφράζεται πρωτίστως ως συνέχεια στην αποστολική διδασκαλία και
πίστη... Η ιστορική διαδοχή των επισκόπων είναι ένα πολύτιμο σημείο, αλλά όχι
η μόνη εγγύηση...»
«Οι Εκκλησίες
βρίσκονται σε διαφωνία όσον αφορά τη χειροτονία των γυναικών... Ορισμένες
βλέπουν σε αυτήν μια νέα δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ενώ άλλες θεωρούν ότι
αντιβαίνει την Αποστολική Παράδοση...»
Σύνοψη της
Κριτικής Η
«οικουμενιστική λογική» των παραπάνω άρθρων στηρίχθηκε στη χρήση «διφορούμενης
γλώσσας» (inclusive language). Αυτό سمπλώνει τη συνύπαρξη διαφορετικών
ομολογιών υπό το ίδιο κείμενο, αλλά σύμφωνα με την παραδοσιακή ορθόδοξη
κριτική:
|
ΣΧΟΛΙΑ
Το BEM ήταν κείμενο σύγκλισης και όχι δογματική απόφαση.
- Βάπτισμα:
Αναγνωρίστηκε η θεμελιώδης ενότητα του
βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδας και η σύνδεσή του με τη δωρεά του
Αγίου Πνεύματος. Ο Ιωάννης Ζηζιούλας υποστήριξε ότι τα όρια της Εκκλησίας
συμπίπτουν με τα όρια του Βαπτίσματος. Παρόλο που οι ετερόδοξοι βρίσκονται
σε κατάσταση σχίσματος ή αίρεσης και δεν απολαμβάνουν την πληρότητα
της εκκλησιαστικής ζωής (αφού λείπει η πλήρης ευχαριστιακή κοινωνία), το
Βάπτισμά τους στο όνομα της Τριάδας δεν είναι «κενό περιεχομένου».
Δημιουργεί μια «ελλειμματική» ή «τραυματισμένη» εκκλησιαστικότητα,
η οποία αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία πρέπει να στηριχθεί η προσπάθεια
αποκατάστασης της ενότητας. Οι υποστηρικτές του διαλόγου υπενθυμίζουν ότι
οι Ιεροί Κανόνες (π.χ. ο 7ος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου και ο 95ος της
Πενθέκτης) προέβλεπαν την αποδοχή ορισμένων αιρετικών/σχισματικών στην
Εκκλησία «δι' επιρίψεως μύρου» ή ακόμα και μόνο με λιβέλλο
(χειρόγραφη μετάνοια), χωρίς αναβάπτιση. Αυτό αποδεικνύει ότι η
Εκκλησία αναγνώριζε ιστορικά κάποια μορφή «εκκλησιαστικότητας» ή
εγκυρότητας στα μυστήρια των εκτός αυτής, κάνοντας χρήση της Ποιμαντικής
Οικονομίας.
- Ευχαριστία:
Υπογραμμίστηκε η ευχαριστιακή φύση της Εκκλησίας, με το μυστήριο να
νοείται ως ανάμνηση της θυσίας, επίκληση του Πνεύματος και κοινωνία των
πιστών. Η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία (Ζηζιούλας, Αφανάσιεφ κ.ά.) τονίζει
ότι η Εκκλησία φανερώνεται στην ολότητά της στη Θεία Ευχαριστία υπό τον
Επίσκοπο. Ο διάλογος δεν αποσκοπεί σε μια «συνομοσπονδία εκκλησιών» (όπως
φοβούνται οι επικριτές), αλλά στην υπέρβαση των ιστορικών διααιρέσεων,
ώστε να καταστεί δυνατή η κοινή μετοχή στο ίδιο Ποτήριο (Intercommunio),
που είναι ο μόνος τελικός κριτής της ενότητας.
- Ιερωσύνη:
Εντοπίστηκε η δομή της διακονίας (Επίσκοπος,
Πρεσβύτερος, Διάκονος) ως ιστορικά διαμορφωμένη και απαραίτητη για την
ενότητα.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στη
διαμόρφωση του κειμένου. Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία του Μητροπολίτη Περγάμου
Ιωάννη (Ζηζιούλα) επηρέασε καταλυτικά τα κεφάλαια για την Ευχαριστία και την
Ιερωσύνη. Επίσης, συνετέλεσαν ο Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος, ο
Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Μέγιεντορφ, ο Νίκος Νησιώτης και ο Ευάγγελος Θεοδώρου.
Η επίδραση του BEM στην πορεία προς την Κρήτη ήταν
διπλή: ενίσχυσε την ευχαριστιακή εκκλησιολογία, επαναφέροντας στο επίκεντρο την
πατερική παράδοση, και διαμόρφωσε άμεσα το προσυνοδικό κείμενο «Σχέσεις της
Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο», παρέχοντας σταθερό
επιχειρηματολογικό έδαφος στους υποστηρικτές της ορθόδοξης συμμετοχής στην
Οικουμενική Κίνηση
ΟΡΘΟΔΟΞΗ
ΚΡΙΤΙΚΗ
Τα κύρια σημεία στα οποία εστιάζει η κριτική αυτή
είναι τα εξής:
1. «Βαπτισματική Θεολογία» &
Μυστηριακός Συγκρητισμός
- Η
ένσταση: Η αναγνώριση ενός «κοινού
βαπτίσματος» μεταξύ όλων των Χριστιανών (ανεξαρτήτως δογματικών διαφορών)
θεωρείται θεολογικά απαράδεκτη. Η
αποδοχή του βαπτίσματος των ετεροδόξων θεωρείται ότι εισάγει μια «αόρατη
ενότητα» ή εξισώνει την αλήθεια με την αίρεση.
2. Δογματικός Μινιμαλισμός (Minimalism)
Η προσπάθεια εξεύρεσης μιας «κοινής συνισταμένης» ή
φράσεων «σύγκλισης» υποβαθμίζει τις
ουσιαστικές δογματικές διαφωνίες. Κείμενα τύπου BEM χρησιμοποιούν ασαφή ή
διφορούμενη θεολογική γλώσσα, ώστε να μπορούν να τα υπογράψουν ταυτόχρονα
Ορθόδοξοι, Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες, θυσιάζοντας την ακρίβεια του
δόγματος χάριν μιας επιφανειακής ενότητας.
3. Θεωρία των «Κλάδων» &
Εκκλησιολογική Αλλοίωση
Η συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ)
και η αποδοχή του ως χώρου «συνομιλίας Εκκλησιών» νομιμοποιεί έμμεσα τη
λεγόμενη «Θεωρία των Κλάδων» (Branch Theory). Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι απλώς «ένα τμήμα»
ή «ένας κλάδος» της διαιρεμένης Χριστιανοσύνης, αλλά η πλήρης και μόνη
αυθεντική Εκκλησία του Χριστού. Συνεπώς, η αντιμετώπιση άλλων ομολογιών ως
«ισότιμων εκκλησιών» θεωρείται εκκλησιολογική εκτροπή.
4. Παραβίαση των Ιερών Κανόνων
(Συμπροσευχές)
Η πρακτική πλευρά του οικουμενισμού περιλαμβάνει
κοινές προσευχές, λατρευτικές συνάξεις (όπως η «Λειτουργία της Λίμα») και
διαχριστιανικά συνέδρια. Οι Αποστολικοί
Κανόνες και οι αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων απαγορεύουν ρητά τη συμπροσευχή με
ετεροδόξους/αιρετικούςεπειδή οι πρακτικές αυτές αμβλύνουν το ορθόδοξο φρόνημα
των πιστών.
5. Υποβάθμιση της Πατερικής και
Μυστηριακής Ακρίβειας
Ειδικά για θέματα όπως η Ιερωσύνη και η Ευχαριστία,
υποστηρίζεται ότι οι προτεσταντικές ομολογίες στερούνται αποστολικής διαδοχής
και έγκυρης ιερωσύνης. Η προσπάθεια να περιγραφεί η διακονία (Επίσκοπος,
Πρεσβύτερος, Διάκονος) ως απλώς «ιστορικά διαμορφωμένη δομή» (όπως συχνά
διατυπώνεται σε οικουμενιστικά κείμενα) παραγνωρίζει τον μυστηριακό και
αδιάσπαστο θεοσύστατο χαρακτήρα της Ιερωσύνης στην Ορθόδοξη Παράδοση.
----------------------------------------------------------------------
Η ΣΤ΄ Γενική Συνέλευση (Βανκούβερ, 1983)
Η ΣΤ΄ Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου
Εκκλησιών (ΠΣΕ), που πραγματοποιήθηκε στο Βανκούβερ το καλοκαίρι του 1983,
χαρακτηρίστηκε —κατά κοινή σχεδόν ομολογία— από το εορταστικό κλίμα των
εκδηλώσεών της, την προσπάθεια για θεολογική θεμελίωση όλων των αποφάσεων,
καθώς και από την έκδηλη τάση να υπογραμμιστεί η κοινή πορεία των Εκκλησιών στο
προσκύνημα προς τη Βασιλεία του Θεού.
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε και σε αυτή τη Συνέλευση
η Ορθόδοξη συμβολή. Σε μια εποχή κατά την οποία η ζωή, σε όλες της τις
εκφάνσεις, απειλείται καθημερινά από βίαιο ή σταδιακό θάνατο, το ΠΣΕ κάλεσε τις
Εκκλησίες-Μέλη του να εμβαθύνουν στο κεντρικό θέμα: «Ιησούς Χριστός, η ζωή
του κόσμου», αναζητώντας τη σημασία αυτής της ομολογίας για τον σύγχρονο
άνθρωπο.
Οι δύο βασικές εισηγήσεις επί του κεντρικού θέματος
πραγματοποιήθηκαν από τον π. Θεόδωρο Στυλιανόπουλο, καθηγητή της Θεολογικής
Σχολής του Τιμίου Σταυρού στη Βοστόνη, και τον Δρ. Allan Boesak, Νοτιοαφρικανό
θεολόγο και πρόεδρο του Παγκοσμίου Συνδέσμου Μεταρρυθμισμένων Εκκλησιών. Οι
ομιλίες τους αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες και αλληλοσυμπληρούμενες.
Παρότι εκπροσωπούσαν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες θεολογικές παραδόσεις και
διέπονταν από διαφορετικό ύφος, μετέδωσαν ουσιαστικά το ίδιο μήνυμα: ο Θεός
δεν παρέχει απλώς ζωή, αλλά προσφέρει την αιώνια και αληθινή ζωή.
Κατά την πρώτη εβδομάδα των εργασιών, συζητήθηκαν τα
ακόλουθα τέσσερα θεματικά πεδία:
- α)
Η ζωή ως δώρο του Θεού,
- β)
Η ζωή αντιμέτωπη και νικήτρια του θανάτου,
- γ)
Η ζωή στην πληρότητά της,
- δ)
Ζωή εν τη ενότητι.
Στη συζήτηση συμμετείχαν με ομιλίες τους τρεις
Ορθόδοξοι εκπρόσωποι —ο πρωτοπρεσβύτερος Βιτάλιος Borovoy (Πατριαρχείο Μόσχας),
η μοναχή Ευφρασία (Πατριαρχείο Βουκουρεστίου) και η κ. Frieda Haddad
(Πατριαρχείο Αντιοχείας)— καθώς και άλλοι διακεκριμένοι εισηγητές εκτός του
Ορθόδοξου χώρου.
Τη δεύτερη εβδομάδα, μετά από μια σύντομη παρουσίαση
του προβληματισμού και των δραστηριοτήτων των Επιτροπών του Συμβουλίου, οι
σύνεδροι κατανεμήθηκαν σε ομάδες εργασίας. Στόχος ήταν η εις βάθος εξέταση οκτώ
τομέων προβληματισμού και ο καθορισμός νέων κατευθυντήριων γραμμών για τη
μελλοντική δράση του ΠΣΕ:
- Μαρτυρία
στον διχασμένο κόσμο: Η ομάδα που μελέτησε το θέμα
«Η μαρτυρία μέσα σε έναν διχασμένο κόσμο» εστίασε στην προβληματική των
Επιτροπών «Ιεραποστολής και Ευαγγελισμού» και «Διαθρησκειακού Διαλόγου».
Εξετάστηκε η σχέση Ευαγγελίου και πολιτισμού, ενώ υπογραμμίστηκε η ανάγκη
για θεολογική έρευνα που θα διευρύνει την αντίληψή μας για τον αυτόχθονα
πολιτισμό. Παράλληλα, τονίστηκε ότι η λατρεία πρέπει να βρίσκεται στο
επίκεντρο της ζωής, της αποστολής, της μαρτυρίας και της διακονίας της
Εκκλησίας, ανακτώντας τον χαρακτήρα της «δημόσιας μαρτυρίας». Όσον αφορά
τις σχέσεις με τους ετερόδοξους ή μη χριστιανικούς λαούς, επισημάνθηκε ότι
πρέπει να διέπονται αφενός από διάθεση για μαρτυρία (κήρυγμα του
Ευαγγελίου) και αφετέρου από διάθεση για ειλικρινή διάλογο στο πλαίσιο του
αμοιβαίου σεβασμού.
- Πορεία
προς τη Χριστιανική Ενότητα: Το ζήτημα της
ενότητας έλαβε νέα ώθηση με την αποδοχή του κειμένου «Βάπτισμα,
Ευχαριστία, Ιερωσύνη» (ΒΕΜ) από τη Β΄ ομάδα προβληματισμού
(«Αρχίζοντας βήματα προς την ενότητα»). Το κείμενο ΒΕΜ υπήρξε καρπός
εικοσαετούς υπομονετικής εργασίας της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» και
αποτελεί ένα κείμενο σύγκλισης μεταξύ Ορθοδόξων, Ρωμαιοκαθολικών και
Προτεσταντών θεολόγων, αποδεικνύοντας την ύπαρξη μιας κοινής χριστιανικής
κληρονομιάς. Η ομάδα υπογράμμισε ότι κάθε προσπάθεια για ενότητα
προϋποθέτει: 1) την από κοινού αναγνώριση της Αποστολικής Πίστης
(Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως), 2) την ερμηνεία της με όρους
κατανοητούς από τον σύγχρονο άνθρωπο, και 3) την κοινή ομολογία της
απέναντι στα σύγχρονα προβλήματα.
- Διακονία
και Κοινωνική Αποστολή: Η τρίτη ομάδα
βασίστηκε στην αρχή ότι η διακονία, ως «λειτουργία μετά τη Λειτουργία»,
αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εκκλησιαστικής αποστολής. Η Συνέλευση
διακήρυξε ότι το κοινωνικό έργο των Εκκλησιών οφείλει να αποβλέπει στην
οικοδομή της ανθρώπινης υπάρξεως στο σύνολό της, θεραπεύοντας υλικές,
σωματικές και πνευματικές ανάγκες. Παράλληλα, وجه
κάλεσμα στους Χριστιανούς να αντισταθούν σε κάθε μορφή απολυταρχικής
εξουσίας, πολιτικής βίας, φυλετικών διακρίσεων και αδικίας.
- Παιδεία
και Επικοινωνία: Η έβδομη ομάδα επικεντρώθηκε στον
ρόλο της Εκκλησίας για την ανάπτυξη μιας σύγχρονης, θύραθεν και θεολογικής
εκπαίδευσης, ενώ η όγδοη ομάδα ασχολήθηκε με την «υπεύθυνη και πειστική
ενημέρωση» ως μέσο προώθησης της Οικουμενικής Κίνησης.
Οι
Προτεραιότητες του ΠΣΕ
Με βάση τις παραπάνω διεργασίες, η Συνέλευση του
Βανκούβερ έθεσε τις εξής προτεραιότητες για τη μελλοντική δράση του ΠΣΕ:
- Κοινή
διατύπωση της Αποστολικής Πίστης στο σήμερα, ως
θεμέλιο για την ενότητα.
- Προώθηση
οικουμενικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα (μεταξύ
Εκκλησιών, κοινοτήτων και οργανισμών).
- Συντονισμός
και εντατικοποίηση της θεολογικής έρευνας
(σχέση Ευαγγελίου-πολιτισμού, θεολογική θεμελίωση κοινωνικής ηθικής).
- Υποστήριξη
των Εκκλησιών-Μελών στον ευαγγελισμό και σαφής
διακριτοποίηση από τον προσηλυτισμό.
- Καταπολέμηση
του ρατσισμού, της οικονομικής εκμετάλλευσης, του μιλιταρισμού
και της ηθικής εκτροπής της επιστήμης/τεχνολογίας.
- Διαμόρφωση
μίας νέας κοινωνικής δομής, όπου κλήρος,
λαός, άνδρες, γυναίκες, νέοι, ηλικιωμένοι και άτομα με αναπηρία θα
συνυπάρχουν ως ισότιμα μέλη μιας οικογένειας.
Με τις προτεραιότητες αυτές, η Συνέλευση επιδίωξε να
επιφέρει μια ουσιαστική ισορροπία στη δράση του ΠΣΕ, χωρίς να λείψουν και τα
ψηφίσματα για θέματα διεθνούς επικαιρότητας (Νότια Αφρική, Κεντρική Αμερική,
Ειρηνικός, Λίβανος, Παλαιστίνη, Ιεροσόλυμα, Αφγανιστάν, Κύπρος).
Η
Ορθόδοξη Παρουσία
Παρά τον αριθμητικά περιορισμένο ρόλο τους, οι
Ορθόδοξοι έκαναν αισθητή την παρουσία τους μέσω της σοβαρής θεολογικής τους
προσφοράς και της ανάληψης ηγετικών συλλογικών ευθυνών. Ιδιαίτερα σημαντική
υπήρξε η υιοθέτηση του «ευχαριστιακού οράματος», το οποίο κατέστησε την
Ορθόδοξη ευχαριστιακή θεολογία επίκεντρο του προβληματισμού ακόμα και στις
Προτεσταντικές Εκκλησίες.
Από το Βανκούβερ και εξής, η ορθόδοξη συμμετοχή στο
ΠΣΕ κατέστη πιο δυναμική, δημιουργική και ουσιαστική, με κορυφαίο επίτευγμα τη
συμβολή στην τελική διαμόρφωση, αποδοχή και προβολή του κειμένου ΒΕΜ
ΟΙ
ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ
|
Στη ΣΤ΄
Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) στο Βανκούβερ
(1983), η εκπροσώπηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπήρξε ιδιαίτερα ενεργή. Για τις δύο
συγκεκριμένες Εκκλησίες, οι κυριότερες προσωπικότητες και θεολόγοι που
συμμετείχαν (με σχετικές βιβλιογραφικές/ιστορικές παραπομπές) ήταν: 1. Οικουμενικό
Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως Το Οικουμενικό
Πατριαρχείο εκπροσωπήθηκε από ιεράρχες, πανεπιστημιακούς θεολόγους και
στελέχη της διασποράς (όπως η Αρχιεπισκοπή Αμερικής και Θυατείρων), οι οποίοι
διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των θεολογικών κειμένων.
2. Εκκλησία
της Ελλάδος Η Εκκλησία της
Ελλάδος απέστειλε επίσημη αντιπροσωπεία αποτελούμενη από Αρχιερείς και
διακεκριμένους Καθηγητές των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης:
Γενικές
Βιβλιογραφικές Παραπομπές για τη Συμμετοχή:
|
Οι
συνελεύσεις ΛΙΜΑ και ΒΑΝΚΟΥΒΕΡ και ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.
Η Σύνοδος στην Κρήτη (2016) επηρεάστηκε καταλυτικά
από τις εξελίξεις στον διαχριστιανικό διάλογο των δεκαετιών του 1980, με
επίκεντρο τη διάσκεψη της Λίμα (1982) και τη Ζ΄ Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου
Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) στο Βανκούβερ (1983).
Στη Λίμα του Περού διαμορφώθηκε το ιστορικό κείμενο
«Βάπτισμα, Ευχαριστία, Ιερωσύνη» (BEM - Baptism, Eucharist and Ministry), το
οποίο εισήγαγε την έννοια της «συγκλίσεως»
και της αμοιβαίας αναγνώρισης του βαπτίσματος μεταξύ των διαφόρων
χριστιανικών ομολογιών. Η ορθόδοξη θεολογική προετοιμασία για την Κρήτη έλαβε
σοβαρά υπόψη τη γλώσσα και τις παραδοχές της Λίμα, κάτι που αποτυπώθηκε στο
τελικό κείμενο της Συνόδου «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν
χριστιανικόν κόσμον», όπου επιχειρήθηκε η αναγνώριση της «ιστορικής ύπαρξης»
άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών χωρίς παράλληλα να υποχωρήσει η
Ορθοδοξία από τη δογματική της αποκλειστικότητα.
Στη συνέχεια, στο Βανκούβερ του Καναδά, το ΠΣΕ
υιοθέτησε σε μεγάλο βαθμό τα πορίσματα της Λίμα, προωθώντας τη λεγόμενη
«Βαπτισματική Θεολογία» (Baptismal Theology)—την ιδέα δηλαδή ότι όλα τα
βαπτισμένα μέλη διαφόρων ομολογιών μοιράζονται ήδη μια θεμελιώδη, αν και ατελή,
χριστιανική ενότητα. Η εξέλιξη αυτή καθόρισε το πλαίσιο συμμετοχής των
Ορθοδόξων στον διαχριστιανικό διάλογο και επηρέασε τη Σύνοδο της Κρήτης διπλά:
αφενός επικυρώθηκε η συνέχιση της συμμετοχής στο ΠΣΕ για τη μαρτυρία της
αλήθειας, αφετέρου ξεκαθαρίστηκε ότι η συμμετοχή αυτή δεν σημαίνει αποδοχή της
«Θεωρίας των Κλάδων» ή εξίσωση της Ορθοδοξίας με τις άλλες ομολογίες.
Τέλος, η γλώσσα που διαμορφώθηκε στη Λίμα και το
Βανκούβερ αποτελεί «δογματικός
μινιμαλισμός», καλλιεργώντας έντονη καχυποψία γύρω από τα προσυνοδικά κείμενα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου