Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Πῶς λειτούργησε ἡ συνοδικότητα τῆς Ἐκκλησίας σὲ καιροὺς αἱρέσεων


Η ιστορία της Εκκλησίας μαρτυρεί ότι η συνοδικότητα δεν υπήρξε ποτέ ένα ιδανικό, αδιατάρακτο σύστημα διοικήσεως, αλλά ένας ζωντανός και θεραπευτικός τρόπος υπάρξεως του εκκλησιαστικού σώματος μέσα στον χρόνο. Ιδίως σε περιόδους αιρέσεων και γενικευμένης πνευματικής κρίσεως, η συνοδικότητα δεν καταργήθηκε, ούτε αντικαταστάθηκε από ατομικές ή ομαδικές πρωτοβουλίες, αλλά δοκιμάστηκε, τραυματίστηκε και τελικώς αποκαταστάθηκε.

Στους μεγάλους δογματικούς αγώνες – από τον Αρειανισμό και τον Νεστοριανισμό έως την Εικονομαχία – παρατηρούμε ότι συχνά η πλειονότητα των επισκόπων παρασύρθηκε στην πλάνη ή επέδειξε σιωπή και δειλία. Υπήρξαν σύνοδοι που εσφαλμένα επικύρωσαν αιρετικές θέσεις και άλλες που χαρακτηρίστηκαν από τους Πατέρες ως «ληστρικές». Παρ’ όλα αυτά, η Εκκλησία δεν θεώρησε ποτέ ότι η συνοδικότητα απέτυχε ως θεσμός, αλλά ότι οι φορείς της αστόχησαν. Η διάκριση αυτή είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία.

Κατά κανόνα, στους καιρούς των αιρέσεων, η ομολογία της πίστεως προηγήθηκε της συνοδικής δικαιώσεως. Λίγοι επίσκοποι, μοναχοί ή και απλοί λαϊκοί διαφύλαξαν ανόθευτη την αποστολική παράδοση, αποτελώντας το λεγόμενο «ορθόδοξο λείμμα». Το λείμμα αυτό δεν αυτοανακηρύχθηκε Εκκλησία ούτε συγκρότησε παράλληλες εκκλησιαστικές δομές, αλλά έμεινε εντός της Εκκλησίας, έστω και περιθωριοποιημένο, αναμένοντας τη θεραπεία διά της Συνόδου. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι δεν δημιούργησαν την αλήθεια, αλλά επικύρωσαν και σφράγισαν συνοδικά εκείνο που ήδη ζούσε η Εκκλησία διά των αγίων και ομολογητών της.

Ιδιαιτέρως αποκαλυπτική είναι η στάση των Αγίων σε περιόδους γενικευμένης εκτροπής του κλήρου. Ο Άγιος Αθανάσιος, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης και ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αντιστάθηκαν σθεναρά στην αίρεση, χωρίς όμως να καταργήσουν την εκκλησιαστική τάξη ή να αρνηθούν τη συνοδική προοπτική. Ουδέποτε ίδρυσαν μόνιμες «καθαρές εκκλησίες», ούτε θεώρησαν ότι η Εκκλησία ταυτίζεται με μια ομάδα «ορθώς φρονούντων». Η ομολογία τους ήταν σταυρός και μαρτύριο, όχι αφετηρία ανασχηματισμού της Εκκλησίας.

Η αποτείχιση, όπως θεσπίζεται από τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, εντάσσεται ακριβώς σε αυτήν την εκκλησιολογική λογική. Πρόκειται για έκτακτο και αμυντικό μέτρο, το οποίο αποσκοπεί στην προφύλαξη της πίστεως όταν ποιμένες κηρύττουν φανερά αίρεση, πριν από τη συνοδική κρίση. Δεν αποτελεί σχίσμα, ούτε θεμελιώνει νέα εκκλησιαστική κανονικότητα. Η πατερική συνείδηση την αντιλαμβάνεται ως προσωρινή κατάσταση, με σαφή προσανατολισμό προς τη συνοδική αποκατάσταση.

Το κρίσιμο όριο υπερβαίνεται όταν η έκτακτη αυτή κατάσταση μετατρέπεται σε μόνιμο εκκλησιαστικό μοντέλο, όταν η ιδιωτική κρίση υποκαθιστά τη συνοδική ευθύνη και όταν η Εκκλησία ταυτίζεται με κλειστές ομάδες «εκκλησιαστικής καθαρότητας». Τότε η ομολογία κινδυνεύει να μεταβληθεί σε εκκλησιολογική εκτροπή, συγγενή προς πρεσβυτεριανές ή προτεσταντικές αντιλήψεις, ξένες προς το επισκοποκεντρικό και συνοδικό φρόνημα της Ορθοδοξίας.

Η συνοδικότητα, ακόμη και πληγωμένη, παραμένει αναντικατάστατο στοιχείο της Εκκλησίας. Μια Σύνοδος δεν καθίσταται αληθινή ή οικουμενική απλώς και μόνο επειδή συγκλήθηκε, αλλά επειδή έγινε δεκτή από το πλήρωμα της Εκκλησίας και συμφώνησε με την αποστολική και πατερική παράδοση. Η αποδοχή αυτή προϋποθέτει χρόνο, αγώνα, διάκριση και συχνά μαρτυρικό φρόνημα.

Συμπερασματικώς, σε καιρούς αιρέσεων η Εκκλησία δεν σώζεται ούτε με την άκριτη υποταγή στην πλάνη ούτε με την αυτάρκεια απομονωμένων ομάδων. Σώζεται διά της ομολογίας της πίστεως, της υπομονής, της ταπεινώσεως και της αμετακίνητης προσδοκίας της συνοδικής θεραπείας. Η συνοδικότητα δεν αναιρείται από την κρίση· είναι το μέσο με το οποίο, εν καιρώ, η Εκκλησία θεραπεύεται και φανερώνει εκ νέου την ενότητά της «ἐν ἀληθείᾳ καὶ ἀγάπῃ».

πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου