Τρίτη 20 Ιουνίου 2023

Το Πρωτείο και την Συνοδικότητα στην Εκκλησία



Το Πρωτείο και την Συνοδικότητα στην Εκκλησία

Επιμέλεια κειμένων: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Εισαγωγικά

Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας φιλοξένησε φέτος τη συνάντηση της Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών, από τις 1 έως τις 7 Ιουνίου. Συμμετείχαν 24 Ορθόδοξοι και 18 παπικοί, κληρικοί και θεολόγοι

Σημειώνεται ότι η Διεθνής Επιτροπή είναι το ανώτατο επίσημο όργανο για τον «Διάλογο της Αγάπης» μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η προειρημένη Επιτροπή συνεδρίασε για πρώτη φορά στο ιερό νησί της Πάτμου το έτος 1980 και προοδευτικά συζήτησε σε διάφορα σημεία το κόσμου μια σειρά από κρίσιμα θεολογικά θέματα με ειλικρίνεια και πνεύμα αδελφικής αγάπης.

Οι Δηλώσεις-Κείμενα που εκδόθηκαν σε αυτές τις συναντήσεις αποτέλεσαν θεμέλιο και σημείο αναφοράς για τη συνεχιζόμενη παγκόσμια συνάντηση και τον διάλογο μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Η τελευταία συνεδρίαση της Επιτροπής πραγματοποιήθηκε στο Chieti της Ιταλίας το έτος 2016 με θέμα το Πρωτείο και την Συνοδικότητα στην Εκκλησία κατά την πρώτη χιλιετία. Η Επιτροπή συνεχίζει τις εργασίες της σχετικά με το ίδιο θέμα, κατά την δεύτερη χιλιετία.

Την πρώτη μέρα της συνάντησης, όπως συνηθίζεται, τα Ρωμαιοκαθολικά και Ορθόδοξα μέλη συναντήθηκαν χωριστά για να συντονίσουν τις εργασίες τους. Στη συνέχεια, η Επιτροπή συγκλήθηκε σε ολομέλεια στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου για να εξετάσει το σχέδιο κειμένου που συντάχθηκε από τη Συντονιστική Επιτροπή στις συνεδριάσεις του Bose (Ιταλία 2018 και 2019) και του Ρεθύμνου (Κρήτη 2022). Μια πρώτη ανάγνωση του κειμένου για αρκετές ημέρες έφερε πολλές προτεινόμενες τροποποιήσεις και αναθεωρήσεις, οι οποίες στη συνέχεια εφαρμόστηκαν από μια συντακτική επιτροπή, αποτελούμενη από τρία Ορθόδοξα και τρία Ρωμαιοκαθολικά μέλη. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης έγινε ανταλλαγή διαφόρων απόψεων. Στη συνέχεια, το αναθεωρημένο κείμενο υποβλήθηκε στην ολομέλεια, η οποία το συζήτησε λεπτομερώς και κατέληξε σε συμφωνία για το έγγραφο, με τίτλο «Συνοδικότητα και Πρωτοκαθεδρία στη δεύτερη χιλιετία και σήμερα». Διαφωνία με ορισμένες παραγράφους του εγγράφου εξέφρασε η αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου Γεωργίας.

Η συζήτηση επικεντρώθηκε στη συνοδικότητα και την πρωτοκαθεδρία σε Ανατολή και Δύση κατά τη διάρκεια της δεύτερης χιλιετίας, δίνοντας στο μέτρο του δυνατού μια κοινή ανάγνωση αυτής της ιστορίας και δίνοντας ο ένας στον άλλον την ευκαιρία να συζητήσουν με ευρύ πνεύμα, ώστε να «προαχθεί η αμοιβαία κατανόηση και εμπιστοσύνη που αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη συμφιλίωση στις αρχές της τρίτης χιλιετίας». Στο συμπέρασμά της, το έγγραφο που ενέκρινε η Επιτροπή ανέφερε ότι «η αλληλεξάρτηση της συνοδικότητας και της πρωτοκαθεδρίας είναι θεμελιώδης αρχή στη ζωή της Εκκλησίας» και ότι αυτή η αρχή «πρέπει να επικαλείται για να καλύψει τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της Εκκλησίας στην εποχή μας».

Ένα αξιόλογο σχετικό κείμενο για την Συνοδικότητα και το πρωτείο του Πάπα(με αφορμή το κείμενο της Ραβέννας το 2007) είναι το παρακάτω του μακαριστού Γέροντος Γεωργίου Καψάνη, που αξίζει να μελετηθεί.

 

 

Το κείμενο της Ραβέννας και το πρωτείο του Πάπα

του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους

Άγιον Όρος, 30 Δεκεμβρίου 2007

________________________________________

Στην Ι Συνέλευσί της στην Ραβέννα (Οκτώβριος 2007) η Διεθνής Μικτή Θεολογική Επιτροπή για τον Διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών υποστηρίζει ότι έθεσε «σταθερόν έρεισμα διά μελλοντικήν συζήτησιν του ερωτήματος του πρωτείου επί του παγκοσμίου επιπέδου εν τη Εκκλησία» (Κείμενο της Ραβέννας παράγρ. 461.

 Το «σταθερόν έρεισμα», όπως προκύπτει από τις 46 παραγράφους του ανωτέρω κειμένου, είναι η παραδοχή ότι κατά την πρώτη χιλιετία, πριν από το οριστικό σχίσμα του 1054, ο επίσκοπος της Ρώμης ανεγνωρίζετο πρώτος μεταξύ των πέντε πατριαρχών στο πλαίσιο της καλώς λειτουργούσης τότε συνοδικότητος. Προαγγέλλεται η περαιτέρω συζήτησις περί του Πρωτείου ως εξής:

 «Το ερώτημα περί του ρόλου του επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία πασών των εκκλησιών παραμένει προς μελέτην εις μεγαλύτερον βάθος. Ποία είναι η συγκεκριμένη λειτουργία του επισκόπου «της πρώτης καθέδρας» εν μια εκκλησιολογία κοινωνίας και υπό το πρίσμα όσων περί συνοδικότητος και αυθεντίας έχομεν αναφέρει εν τω παρόντι εγγράφω; Πως θα ήτο δέον να νοήται και να βιούται η διδασκαλία της πρώτης και της δευτέρας βατικανής συνόδου επί του παγκοσμίου πρωτείου υπό το φως της εκκλησιακής πρακτικής κατά την πρώτην χιλιετίαν; Ταύτα είναι κρίσιμα ερωτήματα διά τον ημέτερον διάλογον και διά τας ημετέρας ελπίδας περί αποκαταστάσεως της πλήρους μεταξύ ημών κοινωνίας» (παράγρ. 45).

Η σοβαρότης του θέματος είναι προφανής. Που προβλέπεται να καταλήξη ο διάλογος; Η εκτίμησις του διεθνούς Τύπου (Le Figaro 15/11/2007, The Times 16/11/2007), κυρίως όμως του ιταλικού, είναι ότι τα πράγματα οδηγούνται προς ένωσι των Εκκλησιών με αναγνώρισι του παπικού Πρωτείου επί θυσία ενδεχομένως κάποιων προνομίων του Πάπα. Η Δύσις με συγκρατημένη αισιοδοξία περιμένει την ένωσι Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων επί τη βάσει της αρξαμένης συμφωνίας. Στην καθ' ημάς Ορθόδοξο Ανατολή υπάρχει επιφυλακτικότης και αγωνία. Διερωτάται ο πιστός λαός: Θα διαφυλαχθή άραγε ανόθευτος η Ορθόδοξος Πίστις;

Σε πρόσφατο άρθρο μας είχαμε επισημάνει ότι ο Διάλογος Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, όπως μέχρι τώρα εξελίσσεται, δείχνει να οδηγεί σε ουνιτικού τύπου ένωση και μάλιστα βάσει σχεδίου που έχει εκπονήσει το Βατικανό. Είχαμε εκφράσει την ελπίδα ότι «οι Ορθόδοξοι δεν θα υποκύψουν στις προαιώνιες παπικές αξιώσεις, δεν θα αμνηστεύσουν την Ουνία, δεν θα αναγνωρίσουν στον Πάπα κάποια μορφή πρωτείου εξουσίας και παγκοσμίου δικαιοδοσίας, ούτε θα δεχθούν να συνεργασθούν στους Βατικάνειους σχεδιασμούς για ένωσι που άμεσα η έμμεσα θα παραθεωρή την ακαινοτόμητο Ορθόδοξο Πίστι»2.

Που όμως οδηγεί το «Κείμενο της Ραβέννας»;

Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύουμε ότι το «Κείμενο της Ραβέννας» επιβεβαιώνει τους φόβους, ότι οι Ορθόδοξοι υποχωρούμε στις παπικές αξιώσεις. Οι λόγοι είναι οι εξής:

α) Το κείμενο ομιλεί για «ρωμαιοκαθολική Εκκλησία». Δεν πρόκειται για τεχνικό όρο, του οποίου η χρησιμοποίησις θα διευκόλυνε τον διάλογο. Αντιθέτως, του έχει δοθή πλήρες θεολογικό περιεχόμενο, έτσι ώστε ο διάλογος να γίνεται με την προϋπόθεσι ότι η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είναι αληθινή, ορθοδοξούσα, Εκκλησία.

Η Ορθόδοξη αντιπροσωπεία στο σημείο αυτό έχει υποχωρήσει ανεπίτρεπτα. Με το κείμενο του Balamand (1993) είχε αναγνωρίσει την ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως Εκκλησία με την πλήρη σημασία του όρου: «Και από τις δυό πλευρές αναγνωρίζεται ότι αυτό που ο Χριστός ενεπιστεύθη στην Εκκλησία Του -ομολογία της αποστολικής πίστεως, συμμετοχή στα ίδια μυστήρια, προ πάντων στη μοναδική Ιερωσύνη που τελεί τη μοναδική θυσία του Χριστού, αποστολική διαδοχή των επισκόπων- δεν δύναται να θεωρήται ως η ιδιοκτησία της μίας μόνον από τις Εκκλησίες μας»3. Πρόκειται για ουσιαστική υποχώρησι από την πιο θεμελιώδη και αφετηριακή βάσι των θεολογικών διαπραγματεύσεων. Ενώ δηλαδή οι Ρωμαιοκαθολικοί, όταν αναγνωρίζουν ωρισμένα συστατικά στοιχεία της Εκκλησίας στην Ορθόδοξο Εκκλησία (έγκυρα Μυστήρια και αποστολική διαδοχή), μένουν πιστοί στην εκκλησιολογία της Β Βατικανείου, οι Ορθόδοξοι παραιτούνται από την διαχρονικώς μαρτυρουμένη υπό εγκρίτων Πατέρων και συνόδων πίστι μας, ότι λόγω των αιρετικών της δογμάτων η Εκκλησία της Ρώμης απεκόπη από το σώμα της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, δεν έχει τα στοιχεία που την καθιστούν αληθή Εκκλησία Χριστού, και πλέον είναι αιρετική Εκκλησία. Διστάζουν να εκφράσουν ακόμη και την ιστορική διαπίστωσι, όπως την διετύπωσε ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός: «προ χρόνων πολλών απεσχίσθη της Δυτικής Εκκλησίας, της Ρώμης, φαμέν, το περιώνυμον άθροισμα εκ της των ετέρων τεσσάρων αγιωτάτων Πατριαρχών κοινωνίας, αποσχοινισθέν εις έθη και δόγματα της Καθολικής Εκκλησίας και των Ορθοδόξων αλλότρια... (τα δε των Ορθοδόξων αλλότρια πάντως αιρετικά)»4.

β) Αλλά και αυτήν την, κακώς γενομένη, «αλληλοαναγνώριση» υπερκέρασε η Οδηγία του Βατικανού τον Ιούλιο του 2007 με τις γνωστές «Απαντήσεις»(5), με τις οποίες ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ χαρακτηρίζει «ελλειμματικές» τις Ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες, επειδή δεν έχουν κοινωνία με τον διάδοχο του Πέτρου! Σύμφωνα με την Οδηγία, η αληθινή Εκκλησία του Χριστού υφίσταται μόνο στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Αξιοσημείωτο είναι ότι η Οδηγία δόθηκε λίγους μήνες πριν από την Συνέλευσι της Ραβέννας, το οποίο κατά την εκτίμησί μας σημαίνει ότι το Βατικανό χαράσσει την γραμμή που πρέπει να ακολουθήση ο διάλογος. Και η γραμμή είναι ο ρωμαιοκεντρικός οικουμενισμός, όπως τον προσδιώρισε η Β Βατικάνειος Σύνοδος. Το επιβεβαιώνει το ίδιο το κείμενο της Οδηγίας του Βατικανού6, αλλά το επισημαίνει και ο Σεβ. Επίσκοπος πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέβτιτς: «το κείμενο αυτό [οι «Απαντήσεις»] φανερώνει την επιμονή του Πάπα Ράτσιγκερ να δείξη το πραγματικό πρόσωπο του ρωμαιοκαθολικού οικουμενισμού του, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν είναι αυτό που λέγει ο Πάπας αλλά αυτό που πιστεύει και κάνει»7. Τον έντονο προβληματισμό της για την ως άνω παπική Οδηγία εκφράζει και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τον Ορθόδοξο Συμπρόεδρο της Μικτής Επιτροπής του Διαλόγου, Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη, με την επιστολή της υπό ημερομηνία 8/10/2007.

Η υποσημείωσις της παραγρ. 1 του «Κειμένου της Ραβέννας», καρπός πιθανότατα της διαμαρτυρίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ακολουθεί δυστυχώς το πνεύμα της παπικής Οδηγίας. Σε αυτήν την υποσημείωσι οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι, παρότι διαβεβαιώνουν ότι η χρησιμοποίησις του όρου «Εκκλησία» δεν υπονομεύει την αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, δεν καταθέτουν εν τούτοις το επίσης βασικό στοιχείο της αυτοσυνειδησίας της, ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν παραδέχεται ότι στην ρωμαιοκαθολική Εκκλησία «υφίσταται» η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Είναι χαρακτηριστικό, και αποτελεί έλεγχο της ατολμίας των Ορθοδόξων αντιπροσώπων, το γεγονός ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί εδήλωσαν στην ίδια συνάφεια ότι δεν αναγνωρίζουν παρά μόνο στοιχεία της αληθινής Εκκλησίας έξω από την ρωμαιοκαθολική κοινωνία. Είναι σαφές ότι το «Κείμενο της Ραβέννας» οφείλει να αναγνωσθή και ερμηνευθή υπό την προϋπόθεσι ότι η ρωμαιοκαθολική πλευρά μένει πιστή και αμετακίνητη στα παπικά δόγματα.

γ) Οι αναφορές του «Κειμένου της Ραβέννας» στην αποστολική πίστη, στα εισαγωγικά Μυστήρια, στην Ιερωσύνη, στην Ευχαριστία και στην αποστολική διαδοχή γίνονται με τόση φυσικότητα για την ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ώστε να νομίζει κανείς ότι η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία σε όλα αυτά τα σημεία ορθοδοξεί. Αλλά διερωτώμεθα μαζί με τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό: «Πόθεν ούν ημίν ανεφάνησαν εξαίφνης όντες ορθόδοξοι, οι διά τοσούτων χρόνων και υπό τοσούτων Πατέρων και διδασκάλων κριθέντες αιρετικοί;»(8). Πράγματι, πότε οι Ρωμαιοκαθολικοί έδωσαν σαφείς ενδείξεις ότι απέβαλαν τις γνωστές ετεροδιδασκαλίες τους; Αντιθέτως μάλιστα, έχουν δώσει καλώς τεκμηριωμένες αποδείξεις επιμονής σε αυτές. Πως έχουν την αποστολική πίστη, εφ' όσον το Φιλιόκβε, η κτιστή Χάρις, το Πρωτείο ως προνόμιο παγκοσμίου δικαιοδοσίας, το Αλάθητο, η άσπιλος σύλληψη της Θεοτόκου κ.α. αποτελούν ακόμη βασικά και αδιαπραγμάτευτα δόγματά τους; Πως έχουν έγκυρα εισαγωγικά Μυστήρια (Βάπτισμα, Χρίσμα), Ιερωσύνη και Ευχαριστία, εφ' όσον κατά τον άγιο Μάρκο έχουν αποσχισθή από την Καθολική Εκκλησία του Χριστού; Άλλωστε τελεί εν ισχύι, επικυρωμένος από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο ο α Κανών του Μεγάλου Βασιλείου, ότι «οι της Εκκλησίας αποστάντες ουκ έτι έσχον την Χάριν του Αγίου Πνεύματος εφ' εαυτούς· επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπήναι την ακολουθίαν... απορραγέντες, λαικοί γενόμενοι, ούτε του βαπτίζειν, ούτε του χειροτονείν είχον εξουσίαν, ούτε ηδύναντο Χάριν Πνεύματος Αγίου παρέχειν, ης αυτοί εκπεπτώκασι». Πολλώ μάλλον, εφ' όσον δεν πρόκειται εδώ για εξοικονόμηση επιστρεφόντων από τον λατινισμό στην πίστη της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά για επιβεβαίωση εκ μέρους της Ορθοδόξου Εκκλησίας των λατινικών ετεροδιδασκαλιών. Πως επίσης έχουν αποστολική διαδοχή, εφ' όσον κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο η ορθοδοξία του φρονήματος βεβαιώνει την αποστολική διαδοχή και η ετεροδοξία την καταλύει; «Το μεν γαρ ομόγνωμον και ομόθρονον, το δε αντίδοξον και αντίθρονον· και η μεν προσηγορίαν, η δε αλήθειαν έχει διαδοχής», γράφει ο θείος Γρηγόριος9.

δ) Στο «Κείμενο της Ραβέννας» αναπτύσσονται δυο σημαντικές πτυχές του θεσμού της Εκκλησίας, η συνοδικότης και η αυθεντία. Συμφωνήθηκε (παράγρ. 40-41) ότι το εκκλησιολογικό περιεχόμενο της συνοδικότητος και της αυθεντίας βιώθηκαν από κοινού ορθοδόξως κατά την πρώτη χιλιετία της ζωής της Εκκλησίας σε Ανατολή και Δύσι. Όμως, όσο και αν θέλουμε να θεωρήσουμε θετική την συμφωνία αυτή, δεν μας επιτρέπει να εφησυχάσουμε η διευκρίνησις της ιδίας παραγράφου: «Διαφωνούσι, παρά ταύτα [Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί], επί της ερμηνείας των ιστορικών στοιχείων εκ της περιόδου ταύτης, θεωρούσαι τας προνομίας του επισκόπου Ρώμης ως πρώτου ζήτημα ήδη διαφοροτρόπως κατανοηθέν κατά την πρώτην χιλιετίαν» (παράγρ. 41). Με την διευκρίνισι αυτή έχουν τεθεί τα θεμέλια για μία αποδεκτή από τους Ορθοδόξους επανερμηνεία του παπικού Πρωτείου.

Αναμφιβόλως κατά την πρώτη χιλιετία η συνοδικότης λειτουργούσε και γι' αυτό δεν είχε αναπτυχθεί αυθεντία με την μορφή παγκοσμίου πρωτείου η δικαιοδοσίας. Η εκτροπή όμως στο παπικό Πρωτείο δεν έγινε σε μία στιγμή χρόνου. Λόγω του παπικού ηγεμονισμού επί της καθόλου Εκκλησίας, στην εκκλησία της Ρώμης επί αιώνες εκυοφορείτο μία διαδικασία υποβαθμίσεως της συνοδικότητος και αναδύσεως του παπικού Πρωτείου. Στην διαδικασία αυτή παραπέμπει ευθέως και σαφώς η ανωτέρω «διαφωνία» των Ορθοδόξων και των Ρωμαιοκαθολικών της Μικτής Επιτροπής στην Ραβέννα. Ενόσω όμως οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν παραιτούνται από την παποκεντρική ερμηνεία των θεσμών της συνοδικότητος και της αυθεντίας κατά την πρώτη χιλιετία της ζωής της Εκκλησίας, η «συμφωνία» του «Κειμένου της Ραβέννας» κλίνει υπέρ της αναγνωρίσεως ενός παγκοσμίου πρωτείου στον Πάπα. Μόνο εάν οι Ρωμαιοκαθολικοί δεχθούν να ερμηνεύσουν τα ιστορικά στοιχεία της πρώτης χιλιετίας όπως και οι Ορθόδοξοι, θα είναι βέβαιο ότι παραιτούνται των παπικών νεωτερισμών της δευτέρας χιλιετίας. Μόνο υπό την προϋπόθεση αυτή η ανακοινωθείσα συζήτησις, κατά τις επόμενες συνελεύσεις της Μικτής Επιτροπής, περί της ερμηνείας της συνοδικότητος και της αυθεντίας κατά την δεύτερη χιλιετία, και μάλιστα από τις Α και Β συνόδους του Βατικανού, θα αποδώσει Ορθόδοξα συμπεράσματα, δηλαδή θα κλίνη προς κατάργηση του παπικού Πρωτείου. Άλλως η αναγνώρισης ενός παπικού Πρωτείου δικαιοδοσίας (έστω και υπό την μορφή ενός λειτουργήματος διακονίας) εφ' όλης της Εκκλησίας είναι η βεβαία κατάληξις.

Γνωρίζοντες την στρατηγική του Βατικανού θεωρούμε ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν ημπορούν να αποβάλουν τον παποκεντρισμό τους, τον αρχαίο και τον νεότερο, διότι τον έχουν επισφραγίσει με τις αποφάσεις δεκατριών «οικουμενικών» τους συνόδων. Θυμίζουμε τις τελευταίες διακηρύξεις του Πάπα Ιωάννη Παύλου ΙΙ με την Εγκύκλιο Ut Unum Sint (1995)10: «Η Καθολική Εκκλησία έχει την πεποίθηση ότι διατήρησε τη διακονία του διαδόχου του Αποστόλου Πέτρου, του Επισκόπου Ρώμης, που ο Θεός ίδρυσε «ως παντοτεινή και ορατή αρχή και θεμέλιο της ενότητας»» (παράγρ. 88). Και, «Είμαι πεπεισμένος ότι έχω στο σημείο αυτό μια ιδιαίτερη ευθύνη... να βρίσκω μία μορφή άσκησης του πρωτείου, το οποίο, χωρίς ν' αποποιηθώ με κανένα τρόπο την ουσία της αποστολής του, ν' ανοίγεται σε μία νέα κατάσταση» (παράγρ. 95). Πρόσφατη άλλωστε είναι και η διακήρυξις του παπικού Πρωτείου από τον Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ στο Φανάρι το 2006.

Επιπλέον, και αν ακόμη συμβή σε ένα ειλικρινή διάλογο να μη ακολουθηθή η γραμμή του Βατικανού, η τακτική είναι να ανατρέπονται οι συμφωνίες των θεολόγων, οσάκις δεν είναι σύμφωνες με την γραμμή της κουρίας. Να θυμίσουμε την υποχώρηση των Ορθοδόξων στο θέμα της παρουσίας ουνιτών στον διάλογο, άμα τη ενάρξει του, παρά τις πανορθόδοξες συνοδικές διαβεβαιώσεις για ανυποχώρητη στάση στο θέμα αυτό. Να θυμίσουμε ακόμη την ανατροπή της πορείας του διαλόγου περί της ουνίας και την άτακτη υποχώρησή μας μέχρι της ταπεινωτικής γραμμής του κειμένου του Balamand. Να θυμίσουμε τέλος την σκαιά παπική παρέμβαση κατά την Θ Συνέλευσι της Μικτής Επιτροπής στην Βαλτιμόρη και το ναυάγιο των κατά της ουνίας Ορθοδόξων προσδοκιών. Και ας μη λησμονούμε την παπική Οδηγία του παρελθόντος Ιουλίου. Φοβούμεθα, όσον αφορά την συζήτησι περί Πρωτείου στις επόμενες συνελεύσεις της Μικτής Επιτροπής, ότι η γραμμή του Βατικανού θα επιβληθή με την αναγνώριση στον Πάπα της Ρώμης ενός είδους παγκοσμίου πρωτείου, ίσως υπό την δελεαστική μορφή (εν «υποχριστιανίζοντι κωδίω», κατά Μελέτιον Πηγάν), της διακονίας της καθόλου Εκκλησίας, αλλά πάντως αγνώστου και απαραδέκτου στην αρχαία Εκκλησία. Το φοβούμεθα, διότι ήδη κάτι αρχίζει αμυδρά να διαφαίνεται με την παράγρ. 41 του «Κειμένου της Ραβέννας».

ε) Ευχή και ελπίδα μας πάντως είναι να αποβάλουν οι Ρωμαιοκαθολικοί την παποκεντρική τους ερμηνεία επί των ιστορικών στοιχείων της πρώτης χιλιετίας, καθώς και το συνεπακόλουθο πρωτείο παγκοσμίου δικαιοδοσίας. Ίσως έτσι, αιρομένου του αιτίου, που είναι η παπική ηγεμονική διάθεσις, διορθωθούν και οι δογματικές συνέπειες. Ο μακαριστός π. Ιουστίνος Πόποβιτς συνδέει ως αίτιο με αιτιατό το παπικό πρωτείο με τις παπικές κακοδοξίες: «Το ορθόδοξον δόγμα, μάλλον δε το παν-δόγμα περί της Εκκλησίας, απερρίφθη και αντικατεστάθη διά του λατινικού αιρετικού παν-δόγματος περί του πρωτείου και του αλαθήτου του πάπα, δηλαδή του ανθρώπου. Εξ αυτής δε της παναιρέσεως εγεννήθησαν και γεννώνται συνεχώς άλλαι αιρέσεις: το Filioque, η αποβολή της Επικλήσεως, τα άζυμα, η εισαγωγή της κτιστής χάριτος, το καθαρτήριον πυρ, το θησαυροφυλάκιον των περισσών έργων...»(11).

Με την ευχή και την προοπτική να αποβάλουν οι Λατίνοι του 15ου αιώνος τους δογματικούς νεωτερισμούς τους, ο άγιος Μάρκος ο Εφέσου πήγε στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, αλλά προσέκρουσε στην παπική υπεροψία του Ευγενίου Δ. Με την ίδια ευχή και προοπτική, να αποβάλουν δηλαδή οι Πάπαι και οι θεολόγοι τους τον παποκεντρισμό τους, ο ιερός Δοσίθεος Ιεροσολύμων είχε συγγράψει την Δωκεκάβιβλο, η Ιστορία περί των εν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων,(12) όπως σημειώνει ο διάδοχός του στον θρόνο των Ιεροσολύμων και εκδότης της, ο αοίμιδος Χρύσανθος:

 «καν διά της παρούσης βίβλου ως διά των θεοκηρύκων Αποστόλων και των θεοφόρων Ανατολικών και Δυτικών Πατέρων ελθόντες εις αίσθησιν, και παρακινούμενοι και οίκοθεν οι της δυτικής Εκκλησίας Άρχοντες, τούτο αυτό κατορθώσωσι, και ενώσωσι τας Εκκλησίας, θείω ζήλω κινούμενοι, και παύσωσι τα σχίσματα και τα σκάνδαλα του διαβόλου τα όργανα»13. Μάλιστα ο Χρύσανθος παρατηρεί μετ' ελπίδος: «Ει δε και δέξεται διόρθωσιν η δυτική Εκκλησία, και ρίψει τους νεωτερισμούς, και όσα ουκ είχεν ότε ην σύμφωνος τη Ανατολική Εκκλησία, τότε και ο Ρώμης βέβαια αδεται ως εικός εις πάσαν την υφ' Ήλιον ως πρώτος τη τάξει των Πατριαρχών, και φημίζεται παρρησία παρά των μεγίστων Εκκλησιών και των της Οικουμένης Αρχιερέων πρώτος εν ταίς εκφωνήσεσι, και εν τοις διπτύχοις ταχθήσεται ως ην και ανέκαθεν προ του σχίσματος, αλλά δη και τα προνόμια και πρεσβεία αυτού τα δίκαια και την τιμήν η των Εκκλησιών ένωσις ανακαινίζει και αποδίδωσιν αυτώ μετά μεγάλης χαράς και ευχαριστήσεως»14. Αλλά ως γνωστόν η Α και η Β Σύνοδος του Βατικανού δογμάτισαν ένα αυστηρότερο παπικό θεσμό.

Ο θεολογικός διάλογος, όταν γίνεται με Ορθόδοξες εκ μέρους μας προϋποθέσεις, δεν είναι κακός. Θα μπορούσε να θεωρηθεί η ιδική μας ανθρωπίνη συνέργεια στο έργο του Θεού να επανακάμψουν, αν είναι δυνατόν, οι ετερόδοξοι στην πίστη και την κοινωνία της Καθολικής Εκκλησίας. Μεταξύ αυτών των προϋποθέσεων, σημαντική εν προκειμένω είναι η αταλάντευτη εμμονή μας στην συνοδικώς κατοχυρωμένη στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας έναντι του παπισμού, τόσον ως φορέως σωρείας ετεροδιδασκαλιών όσο και ως φορέως του παποκεντρικού ηγεμονισμού επί της καθόλου Εκκλησίας. Δυστυχώς στο «Κείμενο της Ραβέννας» δεν παρατηρείται η σαφής και αδιαμφισβήτητα πατερική και συνοδική Ορθόδοξος στάσις. Λείπει το πνεύμα, με το οποίο διαπραγματεύθηκε την ένωσι των Εκκλησιών ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, όταν προέβαλε ευθύς εξ αρχής ως βάσιν συζητήσεως το ακαινοτόμητον του Συμβόλου και την Ορθόδοξο ερμηνεία του. Λείπει το εκκλησιολογικό φρόνημα των συνοδικών αποφάσεων των Πατριαρχών της Ανατολής επί τουρκοκρατίας. Λείπει το πνεύμα της ευθύτητος, με το οποίο ομιλεί ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως στο έργο του Περί των αιτίων του σχίσματος.

 

Κυριαρχεί αντίθετα μία αμφίλογη «εκκλησιολογία της κοινωνίας», στην οποία η κοινωνία δεν νοείται μεταξύ των Ορθοδόξων κατά την Πίστη τοπικών Εκκλησιών αλλά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της ετεροδόξου Εκκλησίας της Ρώμης. Σημειωτέον μάλιστα ότι δεν γίνεται λόγος για «εκκλησιαστική κοινωνία» αλλά για «εκκλησιακή κοινωνία» (ecclesial communion). Στην ως άνω «εκκλησιολογία της κοινωνίας» υποβαθμίζεται η σημασία που έχουν, πρώτον το ακαινοτόμητον της αποστολικής Πίστεως, το οποίο στο «Κείμενο της Ραβέννας» μένει απλή αναφορά χωρίς την βαρύνουσα σημασία που έχει για την διάκριση της Ορθοδόξου Εκκλησίας από την ετεροδοξούσα Ρώμη, και δεύτερον η εντολή των ιερών Κανόνων περί ακοινωνησίας με τους αιρετικούς στα Μυστήρια και μάλιστα στην Ευχαριστία, εντολή η οποία εντελώς αποσιωπάται. Πάντως και τα δυό αυτά στοιχεία είναι θεμελιώδη στην Ορθόδοξο διδασκαλία περί της Εκκλησίας ως κοινωνίας.

Στο «Κείμενο της Ραβέννας» διαφαίνεται η τάσις να αντιμετωπισθή το ζήτημα του παπικού Πρωτείου ως «διακανονισμός» των παπικών προνομίων και όχι ως βαθύ θεολογικό πρόβλημα που αφορά αυτό τούτο το μυστήριο του Χριστού. Η παραδοχή πρωτείου δικαιοδοσίας επί της καθόλου Εκκλησίας, δηλαδή το να είναι ένας επίσκοπος κεφαλή και αρχή όλης της Εκκλησίας, έστω επιφορτισμένος με ένα ρόλο διακονίας, είναι βλασφημία κατά του Προσώπου του Χριστού ως μοναδικής Κεφαλής του σώματος της Εκκλησίας.
Το πρωτείο δικαιοδοσίας συνιστά ανατροπή της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας, σύμφωνα με την οποία υπεράνω πάντων των επισκόπων είναι η Οικουμενική Σύνοδος. Σε αυτήν προεκάθητο μεν εν αγάπη ο επίσκοπος Ρώμης ως ίσος των συνεπισκόπων του, εν τω μέσω όμως των επισκόπων ετοποθετείτο το ιερό Ευαγγέλιο ως σύμβολο της παρουσίας του Χριστού, της μοναδικής Κεφαλής της καθόλου Εκκλησίας. Το μοναδικό προνόμιο του επισκόπου Ρώμης (όταν σημειωτέον ήταν Ορθόδοξος), που είναι αποδεκτό από Ορθοδόξου απόψεως, είναι η εν συνόδοις πρωτοκαθεδρία (πρεσβεία τιμής) μεταξύ των πέντε Ορθοδόξων πατριαρχών και η συνεπεία αυτής μνημόνευσίς του πρώτου μεταξύ των λοιπών πατριαρχών στα Δίπτυχα. Αυτό βεβαιώνεται από το γράμμα και το πνεύμα του 28ου κανόνος της Δ
Οικουμενικής Συνόδου. Τα λοιπά προνόμια του επισκόπου Ρώμης και ο ρόλος τους δεν είναι αποδεκτά από την Εκκλησία. Χρειάζεται επομένως πολλή προσοχή στην νοηματοδότησι της φράσεως, που δεσπόζει στο «Κείμενο της Ραβέννας» και διατυμπανίσθηκε στην Εσπερία ως δήθεν αναγνώρισις για πρώτη φορά υπό των Ορθοδόξων του Πρωτείου του Πάπα (15). Η περίφημη φράσις λέγει: «οι πρώτοι δέον όπως αναγνωρίζωσι τις εστιν ο πρώτος μεταξύ αυτών» (παράγρ. 10). Η αμφιλογία της εκφράσεως είναι προφανής. Η Εκκλησία πάντοτε αναγνώριζε πρωτοκαθεδρία στον επίσκοπο Ρώμης, ενόσω βεβαίως αυτός ορθοδοξούσε, ουδέποτε όμως μέχρι σήμερα αποδέχθηκε κάποιο πρωτείο η αυθεντία του εφ' όλης της Εκκλησίας, πολλώ μάλλον εφ' όσον η Εκκλησία της Ρώμης επιμένει στα αιρετικά της δόγματα.

Κατά τις επόμενες συνελεύσεις της Μικτής Επιτροπής αναμένεται να συζητηθή ο ρόλος του επισκόπου Ρώμης και το είδος του πρωτείου του στην «κοινωνία των εκκλησιών»! Οι Ορθόδοξοι όμως δεν είναι δυνατόν να αποδεχθούμε μία παποκεντρική επανερμηνεία του πρωτείου του επισκόπου Ρώμης. Εξαιτίας της παποκεντρικής ερμηνείας του πρωτείου ο Πάπας περιεβλήθη εντελώς απαράδεκτα προνόμια, χωρίς την συγκατάθεσι των λοιπών Εκκλησιών της αρχαίας πενταρχίας και μάλλον εις ανατροπήν της κανονικής (συνοδικώς βεβαιωμένης) τάξεως της αρχαίας Εκκλησίας. Ωρισμένα από αυτά, τα οποία διεξοδικώς, με πολλή δύναμι λόγου και με ικανή θεολογική κατοχύρωση έχουν ελεγχθή από Ορθοδόξου πλευράς (εμείς παραπέμπουμε ενδεικτικώς στους αοιδίμους πατριάρχας Δοσίθεο Ιεροσολύμων και Μελέτιο Αλεξανδρείας τον Πηγά), είναι τα ακόλουθα:

1. Το πρωτείον εξουσίας, επειδή δήθεν ο απόστολος Πέτρος ήταν η κεφαλή του κολλεγίου των Αποστόλων και είχε επ' αυτών πρωτείον εξουσίας (16).

2. Το Αλάθητον του Πάπα (17).

3. Το να είναι ο Πάπας υπεράνω των συνόδων (18).

4. Το να υπερέχη ο Ρώμης των λοιπών Πατριαρχών (19).

5. Το να είναι ο θρόνος της Ρώμης κριτής πάντων και να μη υπόκειται εις την κρίσιν ουδενός (20).

6. Το να έχη ο θρόνος της Ρώμης το έκκλητον επί της καθόλου Εκκλησίας (21).

7. Το να θεωρήται ο Πάπας επίσκοπος της Καθολικής (δηλ. της ανά την οικουμένην) Εκκλησίας22. Υπενθυμίζουμε ότι ο Πάπας μέχρι σήμερα υπογράφει (αυτός μόνος!): Επίσκοπος της Καθολικής Εκκλησίας.

8. Το να είναι ο Πάπας η καθολική κεφαλή της Εκκλησίας με αποστολή διακονίας. Αυτό είναι ένα σημείο, στο οποίο επενδύει η ρωμαιοκαθολική πλευρά και σήμερα, αν θυμηθούμε την περίφημη έκφρασι, ότι ο Πάπας είναι «δούλος των δούλων του Θεού»! Το «Κείμενο της Ραβέννας» ομιλεί για πρωτείο διακονίας του Πάπα της Ρώμης και γι' αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Ο προσφάτως καταταγείς στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας, ο ιερώτατος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος ο Πηγάς, γράφει μεταξύ άλλων επ' αυτού:

«Αλλά, λέγουν, πρέπει κάποιος από τους επισκόπους και μεταξύ των επισκόπων να υπερέχη. Μάλιστα αυτόν τον ονομάζουν διακονική κεφαλή... Αλλά όλων αυτών των επισκόπων μόνον ο Χριστός είναι η αρχή και η κεφαλή... Αυτοί [σ.σ. οι Λατίνοι] παραχωρούν στην διακονική αυτή κεφαλή απεριόριστη εξουσία και επί της πίστεως και επί της Εκκλησίας... Ενώ δείχνουν ένα προσωπείο διακονικής κεφαλής, συμπεριφέρονται με μία τυραννία πιο αυταρχική από κάθε αυταρχική εξουσία» (23).

Από τα ανωτέρω γίνεται κατανοητό ότι η συμφωνία της Ραβέννας περί συνοδικότητος και αυθεντίας δεν πληροί τα Ορθόδοξα εκκλησιολογικά κριτήρια, ώστε να αποτελέση ασφαλή βάσιν περαιτέρω συζητήσεως περί του παπικού πρωτείου. Εν τούτοις, αν ακολουθήσει συζήτησις περί του πως ερμηνεύθηκε το παπικό πρωτείο κατά την δευτέρα χιλιετία και από τις Α και Β Βατικάνειες Συνόδους, αυτή οφείλει να γίνη εκ μέρους των Ορθοδόξων αντιπροσώπων με γνώμονα την Ορθοδοξία των Αγίων Πατέρων και όχι την συμβιβαστική νοοτροπία των καιρών η την ηγεμονική διάθεση του Βατικανού. Η αναγνώρισης κάποιου από τα ανωτέρω «προνόμια» του Πάπα ή  η συμφωνία σε κάποιο παρόμοιο, που αντίκειται στην Ορθόδοξο Εκκλησιολογία, αναμφίβολα σημαίνει ουνιτική ένωση, με την οποία δεν θα συμφωνήσουμε. Και τούτο επειδή οφείλουμε να διαφυλάξουμε τον εαυτό μας και τον Ορθόδοξο λαό από ένα σύγχρονης μορφής εξουνιτισμό, που πέραν των άλλων συνεπειών είναι διακινδύνευσις της αιωνίου σωτηρίας μας. Και επειδή οφείλουμε παραλλήλως να βοηθήσουμε, αν είναι δυνατόν, και τους «άρχοντας της δυτικής Εκκλησίας, να έλθωσιν εις αίσθησιν», όπως έλεγε ο αοίδιμος πατριάρχης Ιεροσολύμων Χρύσανθος, και να αποβάλουν τον παπισμό τους επί σωτηρία των ιδίων και του λαού των, ο οποίος αγνοεί την Ορθοδοξία.


* Περιοδικό «Παρακαταθήκη» Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2007.

1. Τα παρατιθέμενα αποσπάσματα από το κείμενο που συμφωνήθηκε στην Ραβέννα έχουν ληφθή από την μετάφρασι εκ του πρωτοτύπου αγγλικού, την οποία εξεπόνησαν οι υπηρεσίες της Εκκλησίας της Ελλάδος και δημοσιεύθηκε από την εφημ. Ορθόδοξος Κόσμος σε ειδικό ένθετο με τίτλο «Το κείμενο της Ραβέννας».

2. Αρχιμανδρίτου Γεωργίου, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Ανησυχία για την προετοιμαζόμενη από το Βατικανό ένωσι Ορθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικών, περιοδ. Παρακαταθήκη, τ. 54 (2007).

3. Επίσκεψις, τ. 496/1993.

4. Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Τοις απανταχού της γης..., εν Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τομ. Ι, Αθήναι 1960, σελ. 426.

5. Ο πλήρης τίτλος της Οδηγίας είναι «Απαντήσεις σε ερωτήσεις που αφορούν ορισμένες όψεις γύρω από τη διδασκαλία περί Εκκλησίας» (βλ. Επιστολή Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τον Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννην, 8/12/2007).

6. Βλ. σχολιασμό της Οδηγίας στην εφημ. Καθολική, φυλ. 3078/24-7-2007.

7. Αθανασίου, επισκόπου πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης, Περί του ρωμαιοκαθολικού οικουμενισμού (σερβιστί), περιοδ. Πραβοσλάβλιε, εκδ. του Πατριαρχείου της Σερβίας, τεύχη 969-970 (1-15/8/2007), σελ. 12.

8. Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Τοις απανταχού της γης..., ενθ' ανωτ., σελ. 426.

9. Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Εις τον μέγαν Αθανάσιον, η, ΡG 35, 1089.

10. Εγκύκλιος Επιστολή ΙΝΑ ΠΑΝΤΕΣ ΕΝ ΩΣΙΝ (UT UΝUΜ SΙΝΤ) του αγίου Πατρός Ιωάννου Παύλου ΙΙ για το οικουμενικό καθήκον, εκδ. Βατικανού, σελ. 106 και 114.

11. Αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς, Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, εκδ. Ορθοδόξου Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 224.

12. Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Δωδεκάβιβλος, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1982.

13. Ενθ' ανωτ. σελ. 14.

14. Ενθ' ανωτ. σελ. 13-14.

15. Βλ. π.χ. την αμφίλογη διατύπωση: «Η σημαντική εξέλιξις [στην Ραβέννα] είναι ότι για πρώτη φορά οι Ορθόδοξες Εκκλησίες είπαν: ναί, αυτό το παγκόσμιο επίπεδο της Εκκλησίας υπάρχει και επίσης ότι στο παγκόσμιο επίπεδο υπάρχει συνοδικότης και αυθεντία. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει επίσης ένα Πρωτείο. Σύμφωνα με την πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας, ο πρώτος επίσκοπος είναι ο επίσκοπος Ρώμης» (Βάλτερ Κάσπερ, VΙS 15/11/2007). Βλ. επίσης The Times, 16/11/2007.

16. Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Δωδεκάβιβλος, ενθ' ανωτ. σελ. 65-66 και 72.

17. Ενθ' ανωτ. σελ. 519.

18. Ενθ' ανωτ. σελ. 279, 343 και 132-133.

19. Ενθ' ανωτ. σελ. 301.

20. Ενθ' ανωτ. σελ. 188-190, 191 και 346.

21. Ενθ' ανωτ. σελ. 338-339 και 343.

22. Ενθ' ανωτ. σελ. 149-150.

23. Μελετίου Πηγά, Κατά της αρχής του Πάπα, εν Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Χαράς, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 493-497 (μετάφραση ιδική μας).


Δευτέρα 12 Ιουνίου 2023

ΜΙΑ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚA.


AΡXIKO KEIMENO

 

ΚΑΤΑΠΤΥΣΤΕΣ ΑΣΕΒΕΙΕΣ ΚΑΙ ΒΛΑΣΦΗΜΙΕΣ ΜΕΡΙΔΩΝ ΓΟΧ

-----------------------------------------------------------------

Κυκλοφορούν ακόμα στο διαδίκτυο δημοσιεύσεις που αμφισβητούν την αγιότητα του Αγίου Λουκά του ιατρού από μερίδα γοχ. Έναν άγιο που πολλοί πιστοί τον ευλαβούνται, ομολογούν τα θαύματά του και γιορτάζει σήμερα 11 Ιουνίου..

Ιδιαίτερη αλγεινή εντύπωση μας προκάλεσε το έγγραφο με αριθμό πρωτοκόλλου 2179 10/23-6-2015" /Συνόδου ΓΟΧ, που γράφει ότι οι Σεργιανιστές Σομπόλιεφ και ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΟΙ.

Όταν η εκκλησιαστική συνείδηση ανακηρύσσει και αποδέχεται Αγίους με ποιό δικαίωμα είτε μεμομονωμένα πρόσωπα, είτε Σύνοδοι, απορρίπτουν την αγιότητα; Μήπως πρέπει να επανεξετάσουν την θέση τους;

Γιατί εδώ έχουμε οφθαλμοφανέστατα ΑΓΙΟΜΑΧΙΑ που είναι ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.

Τα μαρτύρια που υπέφερε ο Άγιος Λουκάς δεν αποτελούν ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ;;;

Εάν  υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση ενός κράτους ή ένας εισβολέας σφάξει τον περισσότερο κλήρο και χειροτονήσει εγκάθετους και ανάξιους ιερείς με κανονική χειροτονία (γεμάτη η εκκλησιαστική ιστορία) δεν μολύνεται η μυστηριακή και σωτηριολογική δυνατότητα της εκκλησίας , ούτε μετατοπίζεται η υπόσταση της στους διωκόμενους και δεν επιτρέπεται η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ, ΕΦΌΣΟΝ ΔΕΝ ΘΙΓΕΤΑΙ Η ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

Χλευάζουν κάποιοι Γοχ με ευκολία τον Άγιο Λούκα, ως Σεργιανιστη, και σήμερα 

θεωρούνε ως τιμώμενα πρόσωπα (στα Θεοφανεια και σε πολλές άλλες εκδηλώσεις,

που εκείνοι μαγαριζουνε με την παρουσία τους..) τους πολίτικους της αντίχριστης 

εξουσίας. Με την οποία και συναγελάζονται, δεν αντιδρούν σε τίποτα, καμιά συγκέντρωση διαμαρτυρίας δεν γίνεται, με προθυμία υπαχθήκανε στο Θ. Ν. Π. κ. τ. λ. κ. τ. λ.
Ο  Άγιος  Λουκάς τουλάχιστον αγωνίστηκε πολυ΄σκληρα για κάποιο διάστημα 

(ενώ ακόμα και στα χρόνια της υπαγωγής του την Σεργιανιστικη αντιμετώπιζε 

διωγμούς, όμως ήτανε τεράστιο σφάλμα να υπαχθεί εκεί), ενώ κάποιοι άλλοι, απλά καπηλευτηκαν τους αγώνες των προγόνων μας, τους οποίους εκτροχίασαν πλήρως.

 


-------------------------------------------------------------------------------------------------

ΣΧΟΛΙΑ

1.Γράφτηκε ότι: "Ήξερε ο Λουκάς Κριμαίας διά την ύπαρξη της Εκκλησίας του Χριστού 

των  κατακομβών;" με ένα περιστατικό επειδή εκτελούσε εντολή χωρίς αποδεδειγμένα 

να γνωρίζει τα παρασκήνια και την προιστορία η ότι είχε την σωστή πληροφορία, δεν

 τον κάνει συνυπεύθυνο. Σε κάθε περίπτωση με αυτή την λογική, κάθε φορά που η 

κεφαλή (σύνοδος) συνεργαζόταν με τον αυτοκράτορα στο παρελθόν και τα αντίχριστα σχεδία του, σήμερα δεν θα είχαμε καμιά διάδοχη και εκκλησιά. Δεν μπορεί ο καθένας 

αυθαίρετα επειδή μια σύνοδος συνεργάζεται με εξουσία να ακυρώνει την εκκλησιά και 

να την ονομάζει του διαβόλου και ότι δεν σώζει. Ακόμα και πράκτορες δέχονται 

κανονικές χειροτονίες και έχουν μυστήρια και μεταδίδουν την διαδοχή. Και την εποχή 

των  αιρέσεων πριν μετανοήσουν όλοι σχεδόν είχαν ταχθεί με την αίρεση σε συνεργασία με δαιμονισμένους αυτοκράτορες.. Η εκκλησιά όμως δεν εξαλείφθηκε, ούτε θεωρήθηκε 

ανυπόστατη. Επίσης κάλο είναι αυτές οι θέσεις να δωθουν στην τωρινή Ρωσσική 

εκκλησιά για αξιολόγηση και απάντηση, αλλιώς ο καθένας λέει ότι θέλει. 

Το ότι υπήρξαν μεμονομένες αποτειχίσεις, δεν σημαίνει ότι η εκκλησιά μετατοπίστηκε.

Αν διαβάσεις δημοσιευμένα ιστορικά   κείμενα του ιστολογίου…. θα διαπιστώσεις ότι ο Πατριάρχης Τύχων πριν την κοίμηση του αποκατέστησε τον μετανοουντα Σέργιο .
Στη συνέχεια και μετά την κοίμηση του Πατριάρχη, οι ισχυρισμοί δεν είναι αρκετοί για να πείσουν ότι η εκκλησία μετατοπίστηκε. Μπορεί να υπήρξε σχίσμα και αποτοιχίσεις λόγω Δικαιοσύνης και διωγμού αλλά δεν σημαίνει ότι η συνεργασία και υποταγή της διοικούσας εκκλησίας σε άθεη κυβέρνηση καθιστούσε άκυρα τα μυστήρια της.
Συνεπώς οι νοητικές ακροβασίες περί σβησίματος μονοκονδυλιάς της εκκλησίας και "βαπτίσματος" της ως "τέτοια" εκκλησία με τους παρακάτω κοσμικούς διαλογισμούς είναι άκυρες. Όταν δεν υπάρχει δογματική αλλαγή δεν υπάρχει και Ανάθεμα.

…. δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η κρατούσα εκκλησία , παρά τα έκτροπα και την υποστήριξη στους άθεους κρατικούς δολοφόνους είναι με βάση τα εκκλησιαστικα σχισματική. Με δηλώσεις της ΡΟΕΔ περί ευλογίας απίστων κατηγορείς επίσης και άλλες ορθόδοξες τοπικές εκκλησίες που εύχονται στην μνημόνευση για τους άπιστους άρχοντες τους, αλλόδοξους κτλ. Ξεχνάς την δική μας περίοδο τουρκοκρατίας; Και αφού δεν είναι κάτι ξεκάθαρο , ούτε υπήρξε πανορθόδοξη απόφαση και καταδίκη της ρωσικής εκκλησίας, κατηγορείται ο Άγιος 20 έτη μετά τα έκτροπα και μετά τον Β ' παγκόσμιο πόλεμο ..Χωρίς να ξέρεις καν την εξήγηση, σωστή ή λάθος που μπορεί να του είχε δοθεί, την πιθανή εσωτερική αγιοπνευματικη πληροφορία κτλ..Φυσικά πιστεύεις ότι αυτόματα το 1055 κάποιος απομονωμένος γέροντας ασκητής που ανήκε στην έδρα της Ρώμης και εκδημουσε πήγαινε κατευθείαν στα χέρια του Βεελζεβούλ έτσι; Δεν μπορώ τις ακρότητες και ειδικά όταν γνωμοδοτουνται περί της κρίσης του Θεού και τα ελαφρυντικά που μπορεί να έχει ο κάθε άνθρωπος. Εμείς διδάσκουμε τον κανόνα της σωτηρίας , την μοναδικότητα της κιβωτού και την πίστη όπως μας παραδόθηκε. Δεν ξέρουμε ομως ποιος θα θεωρηθεί από Εκείνον ότι ανήκε στην κιβωτό. Δεν κρίνουμε ποιος θα σωθεί και γιατί και σίγουρα δεν μπορούμε να αμφιβάλουμε ποιος θα αγιάσει όταν υπάρχουν τόσες μαρτυρίες υπέρ.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------

2. Ο Σεργιανισμός είναι αίρεση και μάλιστα η χειρότερη
Ο Λουκάς ιατρος είναι καραμπινάτος αιρετικός σεργιανιστής ομοιως και ο Σομπόλιεφ (S.M)

3.Ο Σεργιανισμός είναι αίρεση μη καταδικασμένη, όπως και ο Οικουμενισμός. Την απορρίπτουμε και δεν κοινωνούμε με τους φορείς της, αγωνιζόμενοι για την συνοδική καταδίκη τους από Πανορθόδοξη Σύνοδο χωρίς να είμαστε αρμόδιοι να θεωρούμε ότι όλοι όσοι βρέθηκαν σε κοινωνία με αυτούς καταποντίστηκαν σύσσωμοι μαζί με ολόκληρη την Εκκλησία στην κόλαση!
Η Ρωσική Διασπορά επί Αγίου Φιλαρέτου στον κατάλογο των Ρώσων Νεομαρτύρων συμπεριέλαβε και κοινωνούντες με τους Σεργιανιστές!
Τον Άγιο Λουκά Κριμαίας τον δεχόμαστε, πολύ δε περισσότερο τον Αγιότατο Ομολογητή και θαυματουργό Σεραφείμ Σομπόλιεφ.
Αιρετικός είναι όποιος εξυψώνει σε Δόγμα Πίστεως τα "άκυρα Μυστήρια". Και μάλιστα όχι μόνο αιρετικός, αλλά και γελοίος. Και πως αποδεικνύεται το τελευταίο; Ας εξετάσουμε την Αποστολική Διαδοχή των οπαδών των "ακύρων Μυστηρίων" και εκεί θα γελάσει και το "παρδαλό κατσίκι"!

------------------------------------------------------------------------------

4. Ο Σεργιανισμος ναι είναι αίρεση Πλην όμως ο Αγιος Λουκάς ήταν αποτειχισμένος απο την αίρεση Αποτείχιση δεν είναι μόνο "φεύγω απο τον σατανά " ούτε απλά υψώνω αμυντικό τείχος ενάντια στον σατανά ΑΛΛΑ ΟΧΥΡΏΝΟΜΑΙ στην Ορθοδοξία = Χριστιανισμό .Κολλάω στον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Αυτό μόνο ΕΝ ΑΓΙΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ γίνεται .

------------------------------------------------------------------------------------------------------------

5. Η Σύνοδος των ΓΟΧ μας ενημέρωσε επίσημα με αριθμό πρωτοκόλλου 2179 ότι οι Σεργιανιστές Σόμπολιεφ και Λουκάς ο Ιατρός δεν είναι άγιοι. 10/23-6-2015(+ΙΓΖ).

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------

6.Υπέστη εξορίες σαφώς... αλλα το 1942 προσκύνησε τον Στάλιν και την κομμουνιστική εκκλησία του Σέργιου [ Σεργιανισμός] Το αντίδωρο ήταν ο επισκοπικός θρόνος Κριμαίας
------------------------------------------------------------------------------------------------------------

7.Για τον Λουκά  τον Ιατρό, ο οποίος υπέστη πλήθος βασανιστηρίων και διώξεων, δεν 

μπορώ να εκφέρω γνώμη και νομίζω πρέπει να είναι κάποιος 100% σίγουρος για να πάρει τέτοιο ΒΑΡΟΣ.Προσωπικά με θλίβει αυτή η συζήτηση, για ένα άνθρωπο που τουλάχιστον υπέφερε  τόσα.... η συζήτηση ίσως πρέπει να πάει άλλου. Η σκέψη μου, 

δεδομένου ότι γνωρίζω ότι πράγματι αρκετοί Επίσκοποι ΓΟΧ τον θεωρούν Σεργιανιστη,(δηλαδή υπάκουο αθεας εξουσίας), είναι η εξής:
Λένε λοιπόν αυτά τα πράγματα οι Επίσκοποι για έναν άνθρωπο που υπέστη όλα αυτά και σήμερα τι βλέπουμε; και μάλιστα ακινδύνως; Να μην υπάρχει ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΉ 

αντίδραση στην σημερινή άθεη εξουσία, η οποία προχωράει με γοργούς ρυθμούς τα 

σχέδια της Ν. Τ. Π.

8.Για μένα είναι πολύ δυσάρεστη αυτή η κουβέντα για έναν άνθρωπο που υπέφερε 

πολύ για την Πίστη του, αλλά τελικώς κοινώνησε για πολλά χρόνια με αυτή την 

Σεργιανιστικη Εκκλησιά, ενώ γνώριζε πολύ καλά και το παρελθόν της, αλλά και την 

ύπαρξη της πραγματικής, κατακομβικης Εκκλησίας, στην οποία τα στοιχειά που παρα-τέθηκαν δείχνουνε ότι της έβαζε κι εμπόδια.

Τα προβλήματα στα οποία θα πρέπει να εστιάσουμε είναι:
α) η διγλωσσία των ΓΟΧ, που θέλουνε να τους έχουνε όλους ευχαριστημένους, σε έναν Παλαιοημερολογητικο Οικουμενισμό (που ξεκίνησε με την ένωση του 2014)
έχουνε στα χεριά μας έγγραφο του αρχιγραμματεως Σεβασμιωτατου …. ,

 με ημερομηνία 06/2015, όπου ΔΕΝ αποδέχεται ως Άγιο τον Λούκα, ούτε και τον 

Σεραφείμ Σομπόλιεφ. Κι αναφέρει ότι πολλοί διώχθηκαν στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, αλλά δεν τιμούνται ως Άγιοι. Όμως, απ΄την άλλη, επιτρέπουνε να εορτάζεται ως Άγιος σε πολλούς ναούς ΓΟΧ και να προσκυνούνται ως Αγιά τα Λείψανα του (!!!)

β) ότι άλλοτε κάποιοι υπερζηλωτες χλεύαζαν με ευκολία τον Λουκά, ως Σεργιανιστη, 

και σήμερα θεωρούνε ως τιμώμενα πρόσωπα (στα Θεοφανεια και σε πολλές άλλες εκδηλώσεις, που εκείνοι μαγαριζουνε με την παρουσία τους..) τους πολίτικους της αντίχριστης εξουσίας. Με την οποία και συναγελάζονται, δεν αντιδρούν σε τίποτα, καμιά συγκέντρωση διαμαρτυρίας δεν γίνεται, με προθυμία υπαχθήκανε στο Θ. Ν. Π. κ. τ. λ. 
Ο Λουκάς τουλάχιστον αγωνίστηκε πολυ΄σκληρα για κάποιο διάστημα (ενώ ακόμα και στα χρόνια της υπαγωγής του την Σεργιανιστικη αντιμετώπιζε διωγμούς, όμως ήτανε τεράστιο σφάλμα να υπαχθεί εκεί), ενώ κάποιοι άλλοι, απλά καπηλευτηκαν τους αγώνες των προγόνων μας, τους οποίους εκτροχίασαν πλήρως. Και βλέπουμε σήμερα το χάλι των άλλοτε υπερζηλωτων, που κοκορεύονταν εκ του ασφαλούς...
Ένθερμοι υποστηρικτές (ορθά) της αποτειχισεως για το ημερολόγιο αλλά συκοφάντες και διαστρεβλωτες της θεάρεστης αποτειχισεως απέναντι σε όλα τα αιρετικά και βλάσφημα που εκιενοι αποδέχονται ή πράττουνε (!!!) πράγματι, οι συγκεκριμένοι κατάντησαν ημερολάτρες και δεκατρημεριτες

 

9."Θὰ ἀφήσουν οἱ Μπολσεβίκοι ὀρισμένες ἐκκλησίες νὰ λειτουργοῦν, ἀλλὰ δὲν θὰ 

εἶναι πλέον ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ,  ἀλλὰ ἐκκλησίες ποὺ θὰ εἶναι ὑπόδουλες στοὺς ἄθεους μὲ κληρικοὺς καὶ ἐπισκόπους πράκτορες τοῦ KGB.
Ὑπάρχει σωτηρία σὲ μία τέτοια «ἐκκλησία»; Εἶναι ἡ κιβωτὸς τῆς Σωτηρίας;
Ἴδρυσε ὁ Μητροπολίτης Σέργιος «ἐκκλησία» μὲ θεμέλιο τὸ ἄθεο καθεστώς.
Ἔπεσαν στὸ ἀνάθεμα τοῦ νομίμου καὶ ἁγίου Πατριάρχου Τύχωνος."

------------------------------------------------------------------------------

Ο άγιος Λουκάς ήταν χειροτονία της εκκλησίας των κατακομβών που είχε ευλογία από τον Πατριάρχη Τύχωνα να δρα αναλόγως των περιστάσεων με το ουκάζ(διάταγμα) του 1920. Δεν ήταν χειροτονημένος από τους σεργιανιστές. Στις τρεις εξορίες παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του κατα των σεργιανιστών. Στην τέταρτη όταν επέστρεψε ήταν αλλαγμένος και δεν μιλούσε κατά των σεργιανιστών. Στο γκουλάκ που τον είχαν εξορίσει υπήρχε ο ψυχίατρος Σεργκέι Ιβάνοβιτς Λιουγκάνωφ, που χορηγούσε φάρμακα στος έγκλειστους, σχεδόν όλοι ξαφνικά άλλαζαν και αγαπούσαν το καθεστώς και τους βασανιστές τους. Απόδειξη, ότι τις ίδιες μεθόδους χρησιμοποίησαν και στον π. Δημήτριο Ντούτκο και στον π. Όλεγκ Γιαγκούνιν αρχές δεκετίας του 1980. Αλλά και στον Πρωθιερέα π. Βαλεντίνο Βεντσίτσκι το 1928. Όταν κάποιοι είναι χωρίς ιστορική κατάρτιση και εκφράζουν άποψη το πιθανότερο είναι να βλασφημούν αγίους ανθρώπους του Θεού. Και όποιος βλασφημά το Πνεύμα το Άγιο που αγίασε τους ανθρώπους τούτους και πεθάνει αμετανόητος τον περιμένει φρικτή απολογία. Και την αγία Ματρώνα την τυφλή την έβγαλαν φωτογραφία με το πορτραίτο του στάλιν πίσω από το κρεβάτι της και έλεγαν οι άσχετοι ''να η ρωσίδα που την έχουν για αγία είχε τον στάλιν στο τοίχο της'', αλλά δεν σκέφτηκαν το εξής απλό για μη φανατισμένο χριστιανό, ήταν τυφλή... πώς να ήξερε ότι της έβαλαν τη φωτο του στάλιν στο τοίχο της; Λίγη ντροπή να έχουμε λοιπόν και σταματώ εδώ

ΕΠΊΛΟΓΟΣ
1) Ο Άγιος δεν είναι αλάθητος (ούτε στην ζωή ούτε στις απόψεις του). Αλήθεια θεωρείται ότι συμφωνούν μαζί όλοι οι Άγιοι.
2) Δυστυχώς η εκκλησία του Παλαιού  ημερολογίου στην προσπάθεια της να δείξει ότι εκτός αυτής δεν υπάρχει σωτηρία, αμφισβητεί συστηματικά άγιες μορφές που συνκοινωνούσαν με την Ελλαδική εκκλησία του νέου ημερολογίου.

Αυτή την αίσθηση έχουμε. Είναι λάθος κατά τη γνώμη μας. Δεν σώζει το ημερολόγιο (άλλο αν το επέβαλαν οι οικουμενιστές και είναι καλό να κρατάμε τις παραδόσεις μας, πάντως κάποιος μπορεί να σωθεί και στο νέο και στο παλιό ημερολόγιο).
3) Μετά την ψευδο-Σύνοδο της Κρήτης, δεν ξέρουμε αν πρέπει να θεωρούμε αγίους όσους συνεχίσουν να ακολουθούν την Ελλαδική εκκλησία. Γιατί τώρα δεν μπορούν να πουν ότι δεν ήξεραν. Υπάρχει ιερέας ή μητροπολίτης που μπορεί σήμερα να πει ότι δεν ήξερε, δεν είδε; Ομοίως για τους πιστούς που έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν είδε. Δεν είδαν τον Πάπα μαζί με τον Βαρθολομαίο και τον Ιερώνυμο στη Λέσβο;
4) Κατά την γνώμη μας υπάρχουν Άγιες μορφές και στο νέο και στο παλαιό ημερολόγιο
5) Δυστυχώς επειδή "λύκοι" έχουν καταλάβει δεσποτικούς θρόνους, δεν θα ταν κακοπροαίρετο να αμφισβητούμε τις αγιοποιήσεις που κάνουν πχ Χρυσόστομο Σμύρνης
6) Αντί να κολλάμε σε προσωπικές αντιπαραθέσεις και να διυλίζουμε τον κώνωπα, μήπως έφτασε η ώρα να συγκεντρωθούμε όλοι μαζί -οι αντιοικουμενιστές- σε ένα τραπέζι;;; Αν δεν δείξουμε πραγματικά καλή διάθεση, πως να μας συμπονέσει ο Θεός για τα χάλια μας;


Από την αναβίωση του θεσμού των Διακονισσών στην χειροτονία των γυναικών.


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου 

(χημικού-βιοχημικού)

Η  όψιμη αυτή στροφή προς την «αναβάθμιση» της γυναίκας στην Εκκλησία, με την αναβίωση του θεσμού των διακονισσών, που καλλιεργείται έχει ως απώτερο στόχο την προώθηση και καθιέρωση της γυναικείας Ιερωσύνης και στους δύο επόμενους βαθμούς, του Πρεσβυτέρου και του Επισκόπου, μέσα στο χώρο της Ορθοδοξίας, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα στον Προτεσταντισμό.

Ο προβληματισμός γύρω από το ζήτημα της ιερωσύνης των γυναικών αποτελεί μια ιδέα ξένη προς την ορθόδοξη εκκλησιαστική συνείδηση και εισάγεται στην ορθόδοξη θεολογική προβληματική μέσω των θεολογικών διαλόγων της σύγχρονης Οικουμενιστικής κίνησης.

Θεολόγοι διαφόρων προσανατολισμών επανεξετάζουν και επεξεργάζονται τις θέσεις τους. Όσον αφορά τους Ορθοδόξους και τους ΡΚαθολικούς, το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών μπορεί να γίνει ένα εμπόδιο που δύσκολα θα ξεπεραστεί, στο δρόμου του διαλόγου και της ενότητας της Εκκλησίας. Το ζήτημα γίνεται κατ’ εξοχήν επίκαιρο μέσα στα πλαίσια του διαλόγου με την Αγγλικανική Εκκλησία, καθώς συνάπτεται με το παλαιότερο θέμα της αναγνώρισης των χειροτονιών της Εκκλησίας αυτής.

Οι θεολογικές όμως  παραδοχές του Προτεσταντισμού όσο και του ευρύτερου χώρου του Αγγλικανισμού γύρω από το μυστήριο της ιερωσύνης είναι τελείως ξένες προς το περιεχόμενο της αντίστοιχης διδασκαλίας της Ορθόδοξης εκκλησίας και απορρέουν από διαφορετικές εκκλησιολογικές προϋποθέσεις αξιολόγησης της μυστηριακής εμπειρίας της Εκκλησίας. Στην θεολογία των Προτεσταντών ο όρος χειροτονία προσεγγίζει περισσότερο τους όρους εκλογή ή χειροθεσία του πιστού για την εκτέλεση ειδικών εκκλησιαστικών διακονιών, με σαφή και άμεση συσχέτιση με την γενική ιερωσύνη των πιστών, ενώ στην Ορθόδοξη εκκλησία ο όρος χειροτονία ταυτίζεται με την κανονική μυστηριακή χειροτονία για την μετάδοση της ειδικής ιερωσύνης, της ιερατικής εξουσίας. Η διαφορετική αυτή προσέγγιση και κατανόηση του μυστηρίου της Ιερωσύνης στους προτεσταντικούς κύκλους οφείλεται στην αποδυνάμωση της χριστοκεντρικής οντολογίας της Εκκλησίας που συνδυάζεται με την απόρριψη της χριστοκεντρικής οντολογίας της ιερωσύνης  και την ευρύτερη απόρριψη ολόκληρης της πατερικής παράδοσης γύρω από το μυστήριο της ιερωσύνης και της ιερατικής εξουσίας που οδηγεί και στην δυνατότητα απόρριψης της έννοιας της κανονικής μυστηριακής χειροτονίας.

Η ιερωσύνη υφίσταται μέσα στην Εκκλησία για την Εκκλησία αλλά δεν εξαρτάται από εκείνη παρά μόνον από τον ίδιο το Χριστό, που κατέχει τη μοναδική θέση του Μεγάλου Αρχιερέα ἐν Ἀγίῳ Πνεύματι. Η  προτεσταντική άποψη περί Εκκλησίας δεν αναγνωρίζει ουσιαστική διαφορά μεταξύ Κληρικών και Λαϊκών και διαπιστώνεται μια σύγχυση των πεδίων της Γενικής Ιερωσύνης των Λαϊκών και της Μυστηριακής Ιερωσύνης της Εκκλησίας.

Ανατρέχοντας στην εκκλησιαστική παράδοση των πρώτων χριστιανικών αιώνων, το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών ουδέποτε απασχολεί και προβληματίζει θεσμικά την εκκλησιαστική πράξη, πέρα από ορισμένες αιρετικές ή σχισματικές προκλήσεις. Κατά την αποστολική και μεταποστολική εποχή οι φορείς της ιερατικής εξουσίας και συνεχιστές της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής είναι μόνον άνδρες, χωρίς να τίθεται το ζήτημα της κανονικής δυνατότητας χειροτονίας ή μη των γυναικών. Εκείνοι οι οποίοι προβάλλουν την χειροτονία των γυναικών ως θέμα είναι κυρίως οι Γνωστικοί και οι σχισματικοί Μοντανιστές, καθώς και άλλες αιρετικές ή σχισματικές ομάδες όπως οι Κολλυριδιανοί,  οι Μαρκιωνίτες κ.α , που δίνουν στις γυναίκες τη δυνατότητα να ασκήσουν καθήκοντα τα οποία παρουσιάζουν κάποια αντιστοιχία με εκείνα των φορέων της ιερατικής εξουσίας. Η προσπάθεια αντιμετώπισης των καινοφανών αυτών πράξεων των αιρετικών οδηγεί στην αφύπνιση της εκκλησιαστικής συνείδησης κατά το β΄ μισό του 2ου αιώνα και στην παραγωγή συγκεκριμένων επιχειρημάτων τα οποία κωδικοποιούνται και διασώζονται μέχρι σήμερα, στη συριακή μετάφραση της Διδασκαλίας των Αποστόλων και στις Αποστολικές Διαταγές.

Τα κείμενα των Αποστολικών Διαταγών, αξιοποιούν την Διδασκαλία των Αποστόλων και εξαντλούν την αντιρρητική θεολογική και κανονική επιχειρηματολογία της εκκλησιαστικής παράδοσης και πράξης γύρω από τη σχέση της γυναίκας με την ιερωσύνη. Θεολογική βάση αποτελεί όλη η παύλεια διδασκαλία που καταδεικνύει τη θέση τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας εντός της Εκκλησίας, σε σχέση πάντοτε με τη σχετική διήγηση του βιβλίου της Γένεσης και του μυστηρίου της ἐν Χριστῷ θείας Οικονομίας. Όλα τα στοιχεία που παρατίθενται στα κείμενα των Αποστολικών Διαταγών, καθώς και στην Διδασκαλία των Αποστόλων παρουσιάζουν προγενέστερη θεολογική επεξεργασία επάνω στο ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών.

Σύμφωνα με την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση η αποστολή της γυναίκας δεν περιέχει την ιδιότητα του ιερέα. Η έλλειψη αγιογραφικών κειμένων που να αναφέρονται στην εισδοχή της γυναίκας στο μυστήριο της ιερωσύνης, καθώς και η έλλειψη αντίστοιχων αγιοπατερικών, επιβεβαιώνουν την παραπάνω θέση. Η γυναίκα απολαμβάνει πλήρη ισότητα ως προς τον άνδρα μπροστά στη σωτηρία και η ίδια μπορεί να είναι προφήτης, αγία, Απόστολος αλλά όχι ιερέας. Μέσα στα ιστορικά πλαίσια υπάρχουν γυναικείες μορφές που τιμητικά λαμβάνουν τον τίτλο της ισαποστόλου όπως η αγία Μαγδαληνή, η αγία Θέκλα, η αγία Ελένη η μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η αγία Νίνα η απόστολος της Γεωργίας αλλά καμία δεν εμφανίστηκε ως λειτουργός να ιερουργεί μυστήρια.

Ο Ιησούς Χριστός μέσα στην Καινή Διαθήκη εγκαθιδρύει την ιεραρχία, όπου εκλέγει και καλεί τους Δώδεκα Αποστόλους χωρίς να απευθυνθεί στην μητέρα Του ή σε κάποια άλλη γυναίκα αλλά τις επιτρέπει να Τον ακολουθήσουν.

Στις Πράξεις των Αποστόλων τοποθετεί ο ίδιος ο  Κύριος στη θέση του Ιούδα τον Ματθία ως Απόστολο· οι Απόστολοι στις αποστολικές κοινότητες που ιδρύουν εγκαθιστούν υπεύθυνους, προεστούς και «πρεσβυτέρους – επισκόπους», οι οποίοι χειροτονούνται μέσω της επιθέσεως των χειρών, ο απόστολος Παύλος τους προτείνει για την προεδρία και την ανάληψη των ευθυνών των νέων αποστολικών κοινοτήτων, όμως και στην περίπτωση αυτή όπως και στις προηγούμενες καλούνται αποκλειστικά άνδρες.

Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ιδρύοντας την Εκκλησία του για τη συνέχιση του απολυτρωτικού του έργου, ιδρύει και το μυστήριο της ιερωσύνης, παραδίδοντας το μοναδικό ιερατικό, λειτουργικό και ποιμαντικό αξίωμα στους Αποστόλους και μέσω αυτών στους διαδόχους τους, επισκόπους και λοιπούς κληρικούς. Η άσκηση του ιερού αυτού λειτουργήματος λοιπόν, γίνεται αποκλειστικά από άνδρες, οι οποίοι δέχονται το «χάρισμα τοῦ Θεοῦ» διαμέσου της επιθέσεως των επισκοπικών χειρών και της επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος. Οφείλεται να τονιστεί το γεγονός ότι ούτε κατά τον Μυστικό Δείπνο, που αποτελεί ουσιαστικά την ιδρυτική στιγμή του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, υπάρχει η παρουσία των γυναικών αλλά ούτε στον κύκλο των Δώδεκα καθώς και στον διευρυμένο κύκλο των εβδομήκοντα μαθητών του Κυρίου, αλλά και κατά την πλήρωση της θέσης του αποστολικού αξιώματος του Ιούδα, δεν προτείνονται γυναίκες. Στη συνέχεια ούτε οι διάδοχοι των Αποστόλων και η ευρύτερη αρχαία Καθολική Εκκλησία επιτρέπουν την είσοδο των γυναικών στον ιερό κλήρο, θεσπίζοντας ειδικές διατάξεις που τις κρατούσαν μακριά από το θυσιαστήριο. Ο περιορισμός της χειροτονίας στην ιερωσύνη μόνο στους άνδρες δεν υπονοεί την ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, τη στιγμή που η θεία χάρη οικονομείται δια και εντός των μυστηρίων και χορηγείται εξίσου σε κληρικούς και λαϊκούς, σε άνδρες και γυναίκες.

Οικουμενιστικές αντιλήψεις για την ιερωσύνη των γυναικών.

Στην ιστοσελίδα της Ακαδημίας θεολογικών σπουδών Βόλου ο Κωνσταντίνος Γιοκαρίνης Δρ. θεολογίας Α.Π.Θ., Διδάσκων στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών γράφει τα εξής:

«Είναι γνωστό ότι η Ορθόδοξη και Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τηρούν αρνητική στάση στο θέμα της χειροτονίας των γυναικών, ενώ η Αγγλικανική Εκκλησία και οι Εκκλησίες του ευρύτερου Προτεσταντικού χώρου έχουν προβεί στη χειροτονία γυναικών και στους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης.

Για την Εκκλησία όμως του Θεού της Αγάπης δεν υπάρχουν αδιέξοδα…..Είναι γεγονός ότι η προβαλλόμενη επιχειρηματολογία από μέρους της Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας δεν θεμελιώνεται σε αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων και η Εκκλησία σαφώς δεν αποφαίνεται εν συνεδρίοις, αλλά εν Οικουμενικαίς Συνόδοις. Η επίκληση μιας δισχιλιετούς πρακτικής της Εκκλησίας να επιλέγει μόνον άρρενα μέλη της, για να γίνουν φορείς της μυστηριακής ιερωσύνης, η οποία έτυχε νομοκανονικής κατοχύρωσης και οι αναφορές σε μη πράξεις του Κυρίου σχετικές με το θέμα δεν συνηγορούν αναγκαία υπέρ μιας σαφούς Consensus Ecclesiae, εφόσον δεν υπάρχει απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας των υπερασπιστών της «ανδρικής» ιερωσύνης είναι η πρόσληψη της ανδρώας μορφής του ανθρώπου από τον ενανθρωπήσαντα Θεό Λόγο, καθόσον η ιερωσύνη είναι του Χριστού και ο φορέας αυτής εικονίζει τον Μέγα Αρχιερέα Χριστό, γιατί επί του Σταυρού ο θεάνθρωπος κατέστη θύμα και θύτης. Για να είναι, λοιπόν, ο φορέας φυσικό σημείο μυστηριακής αναφοράς οφείλει ν’ ανταποκρίνεται σε μία φυσική ομοίωση του εικονιζόμενου. Η θέση αυτή εισάγει την έννοια της φυσικής μίμησης του Χριστού, αλλά το ερώτημα είναι κατά πόσον «ο ιερέας είναι ηθοποιός επί σκηνής». Έτσι, η σύνδεση του φύλου με την ιερωσύνη προσανατολίζει τη θεολογική σκέψη στην αναζήτηση των θεολογικών λόγων, που υπαγορεύουν στην Εκκλησία κατά τρόπο προστακτικό και απαράβατο να χρησιμοποιήσει τα βιολογικά γνωρίσματα του ομοούσιου και διφυλικού ανθρώπου, ως κριτήρια καταξίωσης ή απαξίωσης, καταλληλότητας ή μη για την πρόσληψη της Θείας Χάρης από μέρους του φορέα της ιερωσύνης. Και ενώ ο άνθρωπος, ο δημιουργημένος ως άρρην και θήλυς, έχει ένα, κοινό αρχέτυπο, το γνωστό στη θεολογική γλώσσα ως χριστολογικό, μόνο υπό την άρρενα μορφή του μπορεί να εικονίζει το αρχέτυπό του. Και το σημαντικότερο είναι ότι, ενώ στο πρόσωπο του Θεανθρώπου πραγματώνεται η αποκατάσταση της ενότητας του ανθρώπου και του κόσμου, ο εικονισμός Του τελεί υπό τους όρους της διαίρεσης. Άραγε πρόκειται για θεολογικές αντιφάσεις και ασυνέπειες ή για αποπροσανατολισμό λόγω κοινωνικοπολιτισμικών επιδράσεων;

Έτσι, παράγονται πλείστα όσα θεολογικά ερωτήματα, όπως: ποια είναι η φύση της ιερωσύνης; Πώς αυτή λειτουργεί; Τι εικονίζει ο φορέας της; Το πρόσωπο του Θεανθρώπου ή την ανδρώα μορφή της ανθρώπινης φύσης Του, καθ’ όσον παντός εικονιζομένου ουχ η φύσις, αλλ’ η υπόστασις εικονίζεται.

Ακόμη, θα ήταν κατανοητή και η διατύπωση ενός σημαντικότατου θεολογικού ερωτήματος. Για ποιους λόγους το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος προσέλαβε την άρρενα μορφή της ανθρώπινης φύσης; Και κατά προέκταση ποια η φύση του φύλου και η θεολογική σημασία του άρρενος φύλου στην πραγμάτωση της Θείας Οικονομίας; Ίσως ακόμη στο πλαίσιο μιας προβληματικής του είδους αυτού θα ήταν δυνατό να τεθεί το ερώτημα: πώς κατανοούμε τη χρήση των αγιοτριαδικών ονομάτων, Πατήρ, Υιός, που είναι φορτισμένα με άρρενα στοιχεία; Τα ανωτέρω ενδεικτικά ερωτήματα προβάλλουν το πολυδιάστατο χαρακτήρα του όλου θέματος και την αναμφισβήτητη σοβαρότητά του για την πραγμάτωση των στόχων της Βασιλείας του Θεού.

Εφ’ όσον, όμως το κριτήριο του φύλου προβάλλεται ως βασική προϋπόθεση για την επιλογή του φορέα, είναι προσδοκώμενη η αναζήτηση απαντήσεων στο δόγμα της Χαλκηδόνας, που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της Εκκλησίας. Μία προσεκτική ανάγνωσή του θα μας πείσει ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως αναφορά στο άρρεν φύλο, αλλά μόνο στην τέλεια ανθρώπινη φύση του. Αν το φύλο αποτελεί συστατικό στοιχείο της τελειότητας της ανθρώπινης φύσης, γιατί δεν συμπεριελήφθη στο δόγμα της Χαλκηδόνος; Η αποδιδόμενη έμφαση στο άρρεν φύλο οδηγεί κατ’ επέκταση στο ερώτημα της συμπερίληψης ή μη στην τέλεια ανθρώπινη φύση του Θεού Λόγου του θήλεος, γιατί σε αντίθετη περίπτωση, κατά την έκφραση του Γρηγορίου του Θεολόγου το απρόσληπτον και αθεράπευτον……..Είναι προφανές ότι το θέμα της ιερωσύνης των γυναικών εκτείνεται σε όλο το φάσμα της Θεολογίας, γι’ αυτό θα πρέπει να παραμείνει ανοικτό στη θεολογική έρευνα, ώστε στην Εκκλησία, με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος να εκδιπλωθούν νέες πτυχές της αποκαλυμμένης Αλήθειας ως προκοπή και πλουτισμός στην πίστη. Η συντηρούμενη μέχρι σήμερα, αρχές της τρίτης χιλιετίας, ανδροκρατική δομή των κοινωνιών, παρά τα όποια βήματα για την απάλειψη μορφών ανισότητας των δύο φύλων, δεν εκφράζει την ευχαριστιακή και εσχατολογική δομή της Εκκλησίας.

ΣΧΟΛΙΑ. Στις παραπάνω διατυπωμένες απόψεις  γίνεται ένα εσκεμμένο λάθος.Αυτό είναι η αγνόηση της  εκκλησιαστικής ιστορίας των Αποστολικών χρόνων που αποτελεί παράδοση και πίστη. Η προσπάθεια του αρθρογράφου να επιχειρηματολογήσει υπερ. της ιερωσύνης των γυναικών έχοντας ως βάση την ανυπαρξία αποφάσεων Οικουμενικών Συνόδων, ανατρέπεται πλήρως από την πρακτική του Χριστού και των Αποστόλων.

Εξετάζοντας τη ζωή και τη στάση της Παναγίας, συμπεραίνεται ότι αποτελεί το σημαντικότερο πρόσωπο του σχεδίου της θείας Οικονομίας για τη σωτηρίας του ανθρώπου και την διάνοιξη του δρόμου προς τη Βασιλεία του Θεού. Είναι η γυναίκα που δεν επιδιώκει ούτε λαμβάνει επισκοπικούς τίτλους μέσα στον πυρήνα της πρωτοχριστιανικής εκκλησίας, γιατί έχει γνώση της σπουδαιότητας της διακονίας της και τιμά την επιλογή του Υιού της να διορίσει Αποστόλους του, τους δώδεκα μαθητές Του. Η Παρθένος δεν είναι διόλου επίσκοπος, παρόλο που εικονογραφικά συχνά παριστάνεται με ωμοφόριο · αυτό αποτελεί σημείο μόνο της μητρικής της προστασίας χωρίς κανένα ίχνος ιερατικής εξουσίας. Η Θεοτόκος είναι η βοηθός του Χριστού στο λυτρωτικό έργο Του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας και ως Μητέρα του Σωτήρος δέχεται να πραγματοποιηθεί η Λύτρωση.

Επίλογος

Η χειροτονία των γυναικών αποτελεί ένα θέμα που διχάζει τις χριστιανικές εκκλησίες και δημιουργεί έντονους προβληματισμούς και σκεπτικισμό. Το παράδειγμα των λουθηρανικών εκκλησιών με την πρώτη χειροτονία στη Σουηδία το 1958 δεν αργούν να ακολουθήσουν και άλλες χριστιανικές κοινότητες, όπως η Αγγλικανική , προκαλώντας αναστάτωση και διχογνωμίες μεταξύ των πιστών τους και παράλληλα ανοίγοντας έναν ατέρμονα κύκλο συζητήσεων για τη λήψη αποφάσεων επί του θέματος.  Οι παγκόσμιες κοινωνικές και θεολογικές εξελίξεις έχουν αντίκτυπο στο Ορθόδοξο περιβάλλον, καθώς εδώ και αρκετά χρόνια βρίσκεται σε διομολογιακό διάλογο στα πλαίσια του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) και καλείται να λάβει ενεργό θέση.

Μέσα από μια σειρά θεολογικών σεμιναρίων, που ξεκίνησαν μέσα στους διορθόδοξους κόλπους, συγκεντρώθηκαν πολλά στοιχεία για τη θέση της γυναίκας μέσα στο σώμα της Εκκλησίας, σε όλη την πορεία της εκκλησιαστικής Παράδοσης, κατανοήθηκε η ανάγκη επανεξέτασης του ρόλου των λαϊκών στην ενεργό ζωή της Εκκλησίας και κατέστη σαφές πως το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών, που τόσο ένθερμα υποστηρίζουν οι δυτικές ομολογιακές χριστιανικές εκκλησίες, ξεκινά από τη θολή και ασαφή εικόνα που έχει δημιουργηθεί για τη γενική και ειδική ιερωσύνη.

Ο προβληματισμός γύρω από το ζήτημα της ιερωσύνης των γυναικών αποτελεί μια ιδέα ξένη προς την ορθόδοξη εκκλησιαστική συνείδηση και εισάγεται στην ορθόδοξη θεολογική προβληματική μέσω των θεολογικών διαλόγων της σύγχρονης Οικουμενιστικής κίνησης. Ανατρέχοντας στην εκκλησιαστική παράδοση των πρώτων χριστιανικών αιώνων, το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών ουδέποτε απασχολεί και προβληματίζει θεσμικά την εκκλησιαστική πράξη, πέρα από ορισμένες αιρετικές ή σχισματικές προκλήσεις.

Ο περιορισμός της χειροτονίας στην ιερωσύνη μόνο στους άνδρες δεν υπονοεί την ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, τη στιγμή που η θεία χάρη οικονομείται δια και εντός των μυστηρίων και χορηγείται εξίσου σε κληρικούς και λαϊκούς, σε άνδρες και γυναίκες. Από το γεγονός αυτό συνάγεται το συμπέρασμα πως η Εκκλησία είναι βαθιά μυσταγωγική και εισέρχεται στις διαστάσεις του χρόνου και του λειτουργικού διαστήματος με τη βοήθεια της θείας χάρης, όπου η εκκλησιαστική εμπειρία προσφέρεται αδιακρίτως σε όλους τους ανθρώπους.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Το αδύνατο της χειροτονίας των γυναικών στην ειδική Ιερωσύνη θεμελιώνεται επί της Αγίας Γραφής και της δισχιλιετούς σταθεράς Εκκλησιαστικής Παραδόσεως και εκδηλώνεται:

α. Εκ  της  φύσεως  της  γυναικός,  η  οποία  αντιβαίνει  στην  έννοια  της «πατρότητος», στην οποία εισέρχεται διά της Ιερωσύνης ο Κληρικός, ο οποίος εκλήθη όχι για να καταλάβη μία βιοποριστική εργασία εκ των υπαρχόντων στην κοινωνία, αλλά για να είναι μέτοχος της Ιερωσύνης του Χριστού, «εις τύπον και τόπον του Θεανδρικού αυτού Προσώπου».

β. επί του παραδείγματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο Οποίος δεν επέλεξε καμία γυναίκα ως μία των Αποστόλων Του.

γ. επί του παραδείγματος της Θεοτόκου, η οποία δεν άσκησε Ιερατικό λειτούργημα στην Εκκλησία, καίτοι αξιώθηκε να γίνη η μητέρα του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού.

δ. επί της Αποστολικής παραδόσεως, κατά την οποία οι Απόστολοι, στοιχούντες τω παραδείγματι του Κυρίου, ουδέποτε χειροτόνησαν γυναίκες στην ειδική Ιερωσύνη της Εκκλησίας.

ε. επί τινων θέσεων της Παυλείου διδασκαλίας, περί της θέσεως των γυναικών στην Εκκλησία και

στ. επί του κριτηρίου της αναλογίας, συμφώνως προς το οποίο, αν επετρέπετο η άσκησις Ιερατικού λειτουργήματος υπό γυναικών, τότε θα έπρεπε να έχη ασκήσει τέτοιο λειτούργημα πρωτίστως η Θεοτόκος.

 Ας μην ξεχνάμε ότι:

«Οι Μυροφόρες γυναίκες έμειναν ανεπανάληπτες στη ζωή της εκκλησίας γι αυτό το διακόνημα. Οι ίδιες όχι μόνον δέχτηκαν τη θεία χάρη, αλλά αντίκρισαν στον άδειο τάφο του Ιησού ,το φως της αναστημένης του δόξας και εξεθαμβήθησαν. Και ας μην είχαν χειροτονία!»….(Δ.Κουκουρα-καθηγήτρια θεολογίας)

Κυριακή 11 Ιουνίου 2023

Ο Θεσμός των Διακονισσών






πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.(χημικού-βιοχημικού).

Εισαγωγικά

Κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ΄80  στην οικουμενιστική κίνηση δέσποζε το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών  και η αναβάθμιση των ποικίλων ρόλων τους, για τα οποία και οι ορθόδοξοι καλούνταν να δώσουν τις απαντήσεις τους.

Μετά την «Σύνοδο» της Κρήτης, στις συνοδικές αποφάσεις της οποίας, ως γνωστόν, το έργο και η «θεολογική» παραγωγή του Π.Σ.Ε. καταφάσκεται και επαινείται, (αντί απορρίψεως), αναζωπυρώθηκε και πάλι το εν λόγω θέμα από γνωστούς κύκλους, στην προσπάθειά τους να φέρουν σε ακόμη μεγαλύτερη προσέγγιση την Ορθοδοξία με τον Προτεσταντισμό. Από τις 31 Ιανουαρίου έως 2 Φεβρουαρίου 2020  πραγματοποιήθηκε, στη Θεσσαλονίκη, ένα Διεθνές Συμπόσιο με τίτλο: «Διακόνισσες: Παρελθόν – Παρόν – Μέλλον». Συγκλήθηκε και πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία, (όχι τυχαία)  από το «Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών “Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου”» (CEMES) και σε συνεργασία με το, (επίσης όχι τυχαία), «Διορθόδοξο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα “Ορθόδοξη Οικουμενική Θεολογία”, και άλλων συνδιοργανωτών. Σύμφωνα με σχετική ανοικτή επιστολή της διοργανωτικής επιτροπής προς τις Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες: «Το συμπόσιο εξέτασε από επιστημονική και εκκλησιαστική προοπτική τον θεσμό των διακονισσών της Εκκλησίας, τόσο κατά τους πρώτους όσο και κατά τους επόμενους αιώνες, καθώς και τις σύγχρονες αντιδράσεις και επιφυλάξεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών και άλλων χριστιανικών παραδόσεων». Μάλιστα ως προοίμιο στην επιστολή τέθηκε το εξής χαρακτηριστικό συμπέρασμα του συμποσίου: «Δεν υπάρχει βιβλικός ή θεολογικός, κανονικός, ή λειτουργικός, πατερικός, ή ποιμαντικός λόγος που να δικαιολογεί την καθυστέρηση, ή την παρεμπόδιση της πλήρους αποκατάστασης του παραδοσιακού θεσμού των διακονισσών από την σύγχρονη Εκκλησία». Σε άλλη παράγραφο της επιστολής τονίζεται ότι: «Το συμπόσιο επικεντρώθηκε κατά κύριο λόγο στη διακονική φύση της χριστιανικής μαρτυρίας και της Ιερωσύνης, η οποία παραθεωρήθηκε από αιώνες πατριαρχικής νοοτροπίας και θεσμικού κληρικαλισμού. Και κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι «η Εκκλησία είναι ένα μυστήριο Ευχαριστίας και όχι μια πυραμίδα εξουσίας». Ακολουθούν στην επιστολή οι λόγοι, οι οποίοι καθιστούν την αναβίωση του θεσμού των διακονισσών ως «επείγουσα ανάγκη». Το συμπόσιο επικαλείται ακόμη τις αποφάσεις «της Διορθόδοξης Συνδιάσκεψης της Ρόδου, που καλούσαν την Εκκλησία να αντιμετωπίσει τις πρωτοφανείς προκλήσεις των καιρών».

Στο παρακάτω άρθρο γίνεται μια  εκλαϊκευμένη προσπάθεια προσέγγισης του θεσμού των διακονισσών. Συν Θεώ θα επανέλθουμε  εξετάζοντας το θεμα-ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΙΕΡΩΣΥΝΗ.

 

Τον 4ο αι μαρτυρείται από τις Αποστολικές Διαταγές η ύπαρξη και η ποιμαντική δραστηριότητα των διακονισσών, που είναι σύνολο γυναικών αφιερωμένων σε εκκλησιαστικά λειτουργήματα και διακονήματα. Στο κείμενο περιγράφεται η χειροτονία τους, αναφέρονται πολλοί τομείς της εργασίας τους και καθορίζεται η θέση τους στην εκκλησιαστική ιεραρχική κλίμακα. Οι Απόστολοι δεν έδωσαν ιερωσύνη στις γυναίκες αν και πολλές από αυτές είχαν διάφορα χαρίσματα, όπως της διδασκαλίας ή της προφητείας . Αντί της ιερωσύνης δόθηκε σ’ αυτές το λειτούργημα της διακόνισσας  για δύο λόγους σύμφωνα με τον καθηγητή Ε.Θεοδώρου ׃ α) για να επιτύχει η Εκκλησία να διεισδύσει στην κλειστή κοινωνική και εκκλησιαστική ζωή των γυναικών εκείνης της εποχής και β) για να βοηθούν τον ανώτερο κλήρο να ετοιμάζει τις ενήλικες γυναίκες που επρόκειτο να βαπτισθούν .

Η διακόνισσα κατατάσσεται, σύμφωνα με τις Αποστολικές Διαταγές στην τάξη των λεγόμενων κατώτερων κληρικών – υποδιάκονοι, αναγνώστες, ψάλτες – οι οποίοι δεν μετέχουν εξίσου με το διάκονο στη διανομή των «εὐλογιῶν», γιατί ουσιαστικά υπηρετούν το διάκονο και οφείλουν να περιορίζονται στα αναγκαία καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί. Η οποιαδήποτε τάση κατανόησης του λειτουργήματος των διακονισσών ως πραγματική ιερατική σχέση με το μυστήριο της ιερωσύνης αποκλείεται όχι μόνον από την απαγόρευση της τέλεσης ιερατικών καθηκόντων, αλλά και από τον ρητό αποκλεισμό ναπροαχθούν με κανονική μυστηριακή χειροτονία στο βαθμό του πρεσβυτέρου, δεδομένου ότι το μυστήριο της ιερωσύνης προϋποθέτει τη δυνατότητα κανονικής προαγωγής και στους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης.

«Εάν η χειροτονία των διακονισσών απετέλει είσοδον εις την ιερωσύνην, τότε θα ήτο άδιανόητος ο αποκλεισμός αυτών εκ της προαγωγής και εις τους άλλους βαθμούς του μυστηρίου» (B.Φειδά Βλ., «Το ανεπίτρεπτον της Ιερωσύνης των γυναικών κατά τους Ιερούς Κανόνας», στο «Η θέσις της γυναικός εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία και τα περί χειροτονίας των γυναικών», εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1994, σ. 282)

Η τάξη δε των διακονισσών, πιθανότατα έχει την αρχή της στην αποστολική εποχή και έπαιξε σημαντικό ρόλο στο ιεραποστολικό έργο του χριστιανισμού. Ο Απόστολος Παύλος μνημονεύει και συνιστά « την Φοίβην, την αδελφήν ημών, ούσαν διάκονον της Εκκλησίας της εν Κεγχρεαίς....», η οποία «προστάτις πολλών εγεννήθη» και αυτού ακόμη του Αποστόλου.( 5 Ρωμ.16,1).

Η Διακόνισσα εκλεγόμενη από κλήρο και λαό χειροτονούνταν μόνο από τον Επίσκοπο, με προσευχή και επίθεση των χειρών, μέσα στο άγιο Βήμα μπροστά στην αγία Τράπεζα  «παρεστώτος του πρεσβυτερίου και των διακόνων και των διακονισσών». Στις Αποστολικές Διαταγές, διασώζεται τυπική διάταξη για τη χειροτονία της διακόνισσας και η ειδική υπό του Επισκόπου «επίκλησις επί χειροτοτονίας διακονίσσης»  : «Ο Θεός ο αιώνιος, ο Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο ανδρός και γυναικός δημιουργός.....,ο μη απαξιώσας τον μονογενή σου Υιόν.....Αυτός και νυν έπιδε επί την δούλην σου τήνδε την προχειριζομένην εις διακονίαν και δος αυτή Πνεύμα άγιον και καθάρισον αυτήν από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος προς το επαξίως επιτελείν αυτήν το εγχειρισθέν αυτή έργον εις δόξαν σην και έπαινον του Χριστού σου.....αμήν»

Η διακόνισσα δεν μετείχε της ιερωσύνης, ούτε συμμετείχε στη διακονία του διακόνου στο θυσιαστήριο ׃ » Διακόνισσα ουκ ευλογεί, αλλ’ ουδέ τι ων ποιούσιν οι πρεσβύτεροι ή οι διάκονοι επιτελεί ....»(Αποστολικές διαταγές 62 8,28,PG 1,1125 A).

Δεν της επιτρεπόταν η τελεσιουργία ιερού Μυστηρίου ή το κήρυγμα σε λατρευτική συνάθροιση, καθώς αυτά ήταν δικαιώματα του ανώτερου κλήρου.

Ο σπουδαιότερος τομέας εργασίας των διακονισσών είναι η άσκηση έργων αγάπης διαμέσου των πράξεων φιλανθρωπίας σε ασθενείς, ενδεείς ανθρώπους που έχουν χτυπηθεί από τον πόνο, που ασκούν σε συνεργασία και επικοινωνία με τον επίσκοπο τον οποίο εκπροσωπούν κυρίως στις τάξεις του γυναικείου φύλου.

Ένα άλλο ξεχωριστό πεδίο δράσης είναι η ιεραποστολή μέσα στον κόσμο με αποδέκτες τις εθνικές γυναίκες που προσελκύουν στη χριστιανική πίστη, η διδασκαλία-κατηχητική των κατηχούμενων γυναικών, οι οποίες διδάσκονται τις αλήθειες του συμβόλου της πίστης, τον τρόπο απάντησης στις ερωτήσεις του εκκλησιαστικού λειτουργού κατά την ώρα του βαπτίσματος, τους κανόνες της χριστιανικής συμπεριφοράς πριν και μετά τη βάπτιση.

Οι διακόνισσες διενεργούν συζητήσεις με πολλές βαπτισμένες γυναίκες είτε ιδιαιτέρως είτε μέσα σε μικρές ομάδες γύρω από διάφορα θέματα ατομικής, οικογενειακής ή κοινωνικής ζωής, καθώς επίσης τα καθήκοντα μιας αφιερωμένης στο Θεό γυναίκας. Επιπλέον αναλαμβάνουν την εκπαίδευση των ορφανών και ορισμένες φορές τη διδασκαλία και κατήχηση των αγοριών και των νέων.

Το κυριότερο καθήκον τους βέβαια είναι η γενική επίβλεψη των χριστιανών γυναικών εντός του ναού, αλλά και εκτός αυτού οπότε συνδυάζεται με την εφαρμογή της εξατομίκευσης του ποιμαντικού έργου κατά την κατ’ οίκον επίσκεψη.

Η πνευματική αναδοχή των βαπτιζομένων γυναικών, η επίβλεψη των εκκλησιαστικών παρθένων και χηρών καθώς και η διεύθυνση οίκων παρθένων και οίκων διακονισσών, πλησίον των μεγάλων ναών αποτελούν επιπλέον λειτουργικούς ρόλους για τις διακόνισσες. Πολλές διακόνισσες ασκούν τα καθήκοντά τους μέσα σε μοναστήρια και συχνά μεγαλόσχημες μοναχές και ηγούμενες χειροτονούνται διακόνισσες και αντιστρόφως, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αγία Ολυμπιάδα, η οποία είναι ηγουμένη στην Κωνσταντινούπολη, σε μοναστήρι που η ίδια ιδρύει κοντά στο ναό της του Θεού Σοφίας. Κατά την ώρα της λατρευτικής συγκέντρωσης, οι διακόνισσες εποπτεύουν τις εκκλησιαζόμενες δίνοντάς τους παράλληλα το σύνθημα να συμμετάσχουν στην ψαλμωδία και να δώσουν το φίλημα της ειρήνης ·Αναμφίβολα εισέρχονται στο ιερό βήμα. Κατά τον Ματθαίο Βλάσταρη επίσης, γίνεται επιτρεπτό στις διακόνισσες να εισέλθουν στο ιερό θυσιαστήριο και στα «τῶν διακόνων ἀνδρῶν παραπλησίως μετιέναι», καταδεικνύοντας ότι η τάξη των διακονισσών έχει πολλά και ποικίλα δικαιώματα, αλλά κανένα έρεισμα που να στηρίζει την υπόθεση ότι οι διακόνισσες όπως και οι διάκονοι διακονούν ενεργά κοντά στο ιερό θυσιαστήριο κατά την τέλεση της αναίμακτης θυσίας. Συνεχίζει ο Βλάσταρης λέγοντας σχετικά ότι «Γυναῖκα δέ τῆς ἱερᾶς καί ἀναιμάκτου γίνεσθαι θυσίας διάκονον οὔ μοι δοκεῖ τό πιθανόν ἔχει».

Σημαντική επίσης η συνεισφορά των διακονισσών στην τελεσιουργία του βαπτίσματος, καθώς βοηθούν «τοῖς πρεσβυτέροις ἐν τῷ βαπτίζεσθαι τάς γυναίκας διά τό εὐπρεπές», καθώς στην αρχαία Εκκλησία δεν επικρατεί ο νηπιοβαπτισμός και λόγω της γυμνότητας του γυναικείου σώματος κατά την τριπλή κατάδυση στο νερό. Η παρουσία της διακόνισσας καθίσταται αναγκαία για την ευπρέπεια του μυστηρίου και την αποφυγή σκανδαλισμού των συνειδήσεων κατά την έκδυση και ένδυση των βαπτιζομένων γυναικών και για την χρίση με έλαιο και μύρο του σώματός τους, καθώς ο λειτουργός χρίει μόνο το μέτωπό τους. Άλλος τομέας της τελετουργικής εργασίας των διακονισσών είναι η μεταφορά και μετάδοση της θείας Κοινωνίας σε ασθενείς γυναίκες που αδυνατούν να μεταβούν στο ναό. Επίσης λαμβάνουν ενεργό ρόλο στο σαβάνωμα, τη διακόσμηση, την κηδεία και τον ενταφιασμό των νεκρών χριστιανών γυναικών.

Όσον αφορά την εκλογή των διακονισσών, η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος στον ιε΄ κανόνα αναφέρει ότι γίνεται «μετ΄ ἀκριβοῦς δοκιμασίας» και επιλέγονται γυναίκες από τις τάξεις των αφιερωμένων παρθένων και των χηρών οι οποίες είναι μονογαμικές, ή είναι σύζυγοι επισκόπων, καθώς επίσης εκλεκτές μεγαλόσχημες μοναχές ή ηγούμενες γυναικείων μοναστηριών. Η ηλικία των εκλεγόμενων διακονισσών, σύμφωνα με την αποστολική διάταξη περί χηρών κατά το Α΄ Τιμ. 5, 9-10 πρέπει να είναι μεγαλύτερη του εξηκοστού έτους, διάταξη η οποία αργότερα εγκαταλείπεται λόγω ύπαρξης εξαιρέσεων, όπως το παράδειγμα της αγίας Ολυμπιάδας η οποία αν και πολύ νέα «χήραν γενομένην…, διάκονον ἐχειροτόνησε Νεκτάριος» και λόγω της απαιτούμενης σωματικής δύναμης και ευκινησίας που απαιτεί η διακονική εργασία. Αργότερα η Πενθέκτη εν Τρούλλω Σύνοδος καθόρισε  σαν  ελάχιστη ηλικία των διακονισσών το τεσσαρακοστό έτος.

Ο θεσμός των διακονισσών (Β)

Ο θεσμός των διακονισσών σήμερα.

Το  Πατριαρχείο Αλεξανδρείας αποφάσισε στις 16 Νοεμβρίου 2016, μετά από την απαραίτητη διαβούλευση, να αναβιώσει η αρχαία τάξη των διακονισσών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν καλύτερα οι ποιμαντικές ανάγκες του συνεχώς αυξανόμενου αριθμού ιεραποστολικών ενοριών της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου, το οποίο διακονεί ολόκληρη ήπειρο της Αφρικής. Υπενθυμίζουμε ότι το ίδιο Πατριαρχείο απέρριψε την ιδέα περί χειροθεσίας διακονισσών, στην Ιερά Σύνοδο τον Οκτώβριο του 2009.Η  τότε σχετική ανακοίνωση ήταν:

«Δεν θεωρείται αναγκαίο και απαραίτητο να θεσμοθετηθεί κάτι τέτοιο στην πράξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Αφρικανική Ήπειρο»

 Στην συνέχεια δημοσιεύουμε κείμενο επιτροπής καθηγητών θεολογίας για το θέμα της αναβίωσης του θεσμού των διακονισσών, μετά την απόφαση του Πατριαρχείου τον Νοέμβριο του 2016.

«Εμείς, οι υπογράφοντες, εν ενεργεία και ομότιμοι Ορθόδοξοι καθηγητές λειτουργικής και λειτουργικής θεολογίας σε διάφορες θεολογικές σχολές και σεμινάρια στην Ελλάδα και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, επιθυμούμε να εκφράσουμε με σεβασμό την υποστήριξή μας προς τον Μακαριότατο Πατριάρχη κ. Θεόδωρο και την περί αυτόν Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, στην προσπάθειά τους να αναβιώσει με σύγχρονη μορφή ο θεσμός των διακονισσών εντός των ορίων του Πατριαρχείου.

Η ιστορική, θεολογική, κανονική και λειτουργική εγκυρότητα του θεσμού των  διακονισσών έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια από Ορθόδοξους ερευνητές και θεολόγους. Παρόλο που η τάξη των διακονισσών σταδιακά παρήκμασε από τα τέλη του 15ου αιώνα, εν τούτοις επέζησε στις Αρχαίες Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες και σε ορισμένες μοναστικές κοινότητες. Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία πριν από την Επανάσταση του 1917, αλλά και πρόσφατα, έχει θεωρήσει την αποκατάσταση της. Αλλά και ο Άγιος Νεκτάριος και άλλοι σύγχρονοι Έλληνες επίσκοποι έχουν χειροτονήσει διακόνισσες. Μάλιστα, η Εκκλησία της Ελλάδας δημιούργησε μια Σχολή Διακονισσών, η οποία τελικά εξελίχθηκε σε Σχολή Κοινωνικών Λειτουργών.

Η αναβίωση της γυναικείας διακονίας δεν αποτελεί καινοτομία, όπως μερικοί θα ήθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε, αλλά εκ νέου ενεργοποίηση μιας ζωντανής και αποτελεσματικής παραδοσιακής διακονίας, προκειμένου να δοθεί η ευκαιρία σε εξειδικευμένες γυναίκες να προσφέρουν στην υπηρεσία του λαού του Θεού την εποχή μας τα μοναδικά και ειδικά χαρίσματα, ως χειροτονημένοι και εξουσιοδοτημένοι εκπαιδευτές, ευαγγελιστές, ιεροκήρυκες, σύμβουλοι, κοινωνικοί λειτουργοί κ.α.

Αρχικά, ο λειτουργικός ρόλος της γυναικείας διακονίας, σύμφωνα με τις πηγές, φαίνεται ότι ήταν περιορισμένος. Οι ίδιες εκείνες πηγές μας πληροφορούν για την τελετή χειροτονίας διακονισσών, η οποία είναι εντυπωσιακά πανομοιότυπη με εκείνη των διακόνων. Εξ ίσου σημαντικό είναι, ότ και τα λειτουργικά άμφια είναι τα ίδια με αυτά των διακόνων. Η απόφαση για το ποιες πρόσθετες λειτουργικές διακονίες θα επιτελούν στην εποχή μας οι διακόνισσες, «παραμένει αποκλειστικά προνόμιο συνοδικών αποφάσεων των επισκόπων», όπως υποστηρίζει σύγχρονος θεολόγος.

Μάλιστα, η ίδια η διαδικασία αναβίωσης της γυναικείας διακονίας απαιτεί προσεκτική εξέταση πολλών άλλων παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της κατάλληλης προετοιμασίας και εκπαίδευσης των μελών των ενοριών, που θα κληθούν να υποδεχθούν, να τιμήσουν και να σεβαστούν τις διακόνισσες, οι οποίες θα υπηρετούν σ’ αυτές. Επίσης σημαντική για τη διαδικασία της αναβίωσης του θεσμού είναι η προσεκτική διατύπωση των αρετών και των χαρισμάτων των υποψηφίων για το λειτούργημα αυτό. Ο Απόστολος Παύλος στις Ποιμαντικές του Επιστολές παρέχει οδηγίες ως προς τα προσόντα που απαιτούνται από τις υποψήφιες. Οι Ιεροί Κανόνες ορίζουν ορισμένα προσόντα, όπως η ελάχιστη ηλικία της υποψηφίας. Ωστόσο, δεν γίνεται λόγος για άλλα προσόντα, όπως η εκπαίδευση και η οικογενειακή κατάσταση της υποψηφίας. Αυτά και άλλα θέματα, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας ενδυμασίας, της αμοιβής και της μεθόδου εκχώρησης και αφαίρεσης της γυναικείας διακονίας, είναι επίσης θέματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Πάνω από όλα, η διαδικασία απαιτεί τον εντοπισμό, τον σωστό καθορισμό και την σαφή αναφορά του ρόλου και των λειτουργιών των διακονισσών.

Η συζήτηση για την αναβίωση της τάξης των διακονισσών υπήρξε αντικείμενο συζητήσεών μας εδώ και αρκετές δεκαετίες. Στην πραγματικότητα, ένα από τα συμπεράσματα (VIII) του Δια-ορθόδοξου συμποσίου, «Ο ρόλος των γυναικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία», που πραγματοποιήθηκε στο νησί της Ρόδου το 1988, αφορούσε αυτό το θέμα. Συμπεριλαμβάνεται σε πολλά σημεία των συμπερασμάτων: «Η αποστολική τάξη των διακονισσών πρέπει να αναβιώσει…Η αναβίωση αυτής της αρχαίας τάξης θα πρέπει να εξεταστεί με βάση τα αρχαία πρότυπα που μαρτυρούνται σε πολλές πηγές … Μια τέτοια αναβίωση θα αποτελούσε θετική ανταπόκριση σε πολλές από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του σύγχρονου κόσμου σε πολλά επίπεδα … και ανταποκρίνεται στις αυξανόμενες ιδιαίτερες ανάγκες της εποχής μας…Η αναβίωση των διακονισσών στην Ορθόδοξη Εκκλησία θα τονίσει με ιδιαίτερο τρόπο την αξιοπρέπεια της γυναίκας και θα αναγνωρίσει τη συμβολή της στο έργο της Εκκλησίας στο σύνολό της».

Σε γενικές γραμμές, είναι απαραίτητο να πούμε ότι μόνο δογματικά κωλύματα και κοινώς αποδεκτά έγκυρα προηγούμενα μπορούν να εμποδίσουν μια αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία να θεσπίσει λειτουργικές μεταρρυθμίσεις εντός της δικαιοδοσίας της. Λειτουργικά και κανονικά ζητήματα που έχουν συνέπειες πέραν ​ των ορίων των τοπικών εκκλησιών, επιλύονται γενικά με συναίνεση όλων των αυτοκέφαλων εκκλησιών. Με την ανασύσταση, όμως, της τάξης των διακονισσών δεν διακυβεύονται ούτε δογματικά ζητήματα, ούτε κανονικά προηγούμενα. Αποτελεί αναζωογονητικό στοιχείο, το ότι μια τοπική Εκκλησία αντιμετώπισε την πρόκληση, μελέτησε προσεκτικά το θέμα, και πρότεινε μέτρα για την εφαρμογή μιας σημαντικής ρύθμισης, της αποκατάστασης της τάξης των διακονισσών, μέσω ενός προσεκτικά σχεδιασμένου προγράμματος.

Υπό το πρίσμα αυτό, υποστηρίζουμε με σεβασμό την απόφαση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας να αποκαταστήσει την γυναικεία διακονία, δίνοντας σάρκα και οστά σε μια ιδέα που έχει συζητηθεί και μελετηθεί από κληρικούς και θεολόγους εδώ και δεκαετίες.


Evangelos Theodorou, Theological School of the University of Athens

Alkiviadis Calivas, Holy Cross Greek Orthodox School of Theology

Paul Meyendorff, St. Vladimir’s Orthodox Theological Seminary

George Filias, Theological School of the University of Athens

Panagiotis Skaltsis, Theological School of the University of Thessaloniki

Stelyios S. Muksuris, Byzantine Catholic Seminary

Nicholas Denysenko, Valparaiso University

Phillip Zymaris, Holy Cross Greek Orthodox School of Theology

John Klentos, Graduate Theological Union

Στις 17 Φεβρουαρίου 2017 έγιναν από τον Πατριάρχη ΑΑλεξανδρείας οι πρώτες χειροθεσίες διακονισσών.

 

Χειροθέτησε την Κατηχήτρια γερόντισσα Θεανώ, από τα πρώτα στελέχη της Ιεραποστολής στο Κολουέζι, σε «Διακόνισσα της Ιεραποστολής» της Ιεράς Μητροπόλεως Κατάνγκα και ανέγνωσε την ευχή εις εισερχομένους «εις διακονίαν εκκλησιαστικήν» σε τρεις Μοναχές και δύο Κατηχήτριες, προκειμένου να εξυπηρετήσουν το ιεραποστολικό έργο της Ιεράς Μητροπόλεως, κυρίως στα Μυστήρια της Βαπτίσεως ενηλίκων και του Γάμου, καθώς και στον Κατηχητικό τομέα της Τοπικής Εκκλησίας. Σημειώνεται πως είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της Ιεραποστολής στην Αφρική που πραγματοποιούνται ανάλογες χειροθεσίες.