Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025

Η Ουκρανία ως πειραματικό πεδίο για μια νέα ουνία: απειλές και τρόποι λύσης


Εισήγηση του μητροπολίτη Ζαπορόζιε και Μελιτουπόλεως Λουκά στο συνέδριο με θέμα «Η επίδραση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην πορεία της Ορθοδοξίας στην Ουκρανία», που οργανώθηκε από το Κέντρο Ρωσικών Σπουδών της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου.

Τα γεγονότα, που συνδέονται με την αντικανονική ανάμειξη του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου και της περί αυτόν Ιεράς Συνόδου στην ουκρανική εκκλησιαστική κρίση και η δημιουργία της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» («ΟΕΟ») δικαιολογημένως εξετάζονται από πολλούς ορθοδόξους ιεράρχες και αναλυτές ως μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου με σκοπό την ενοποίηση του χριστιανικού κόσμου υπό την αιγίδα του Βατικανού και με εμπλοκή του Φαναρίου. Οι προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που αποβλέπουν στην προώθηση της ιδέας του «πρώτου άνευ ίσων», καθώς και ο δυναμικός οικουμενιστικός διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, οδήγησαν σε σοβαρές αλλοιώσεις στην οικουμενική Ορθοδοξία. Το σχέδιο της «ΟΕΟ» εμφανίζεται σε αυτό το πλαίσιο ως πειραματικό πεδίο για τη δοκιμή μεθόδων και πρακτικών καταστροφής της καθιερωμένης τάξεως στις σχέσεις μεταξύ των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών και τη διαστρέβλωση στον οικουμενιστικό διάλογο. Η παρούσα εισήγηση είναι αφιερωμένη στην ανάλυση αυτών των διαδικασιών, την αποτίμηση των επιπτώσεων, καθώς και στην εξέταση τρόπων υπεράσπισης της ιεροκανονικής τάξεως στην τρέχουσα εκκλησιαστική κατάσταση.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος τα τελευταία χρόνια προωθεί δυναμικά το δόγμα του «πρώτου άνευ ίσων», το οποίο προκαλεί πολλά ερωτήματα και ανησυχία μεταξύ των άλλων κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Αυτό το δόγμα χορηγεί στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ένα ιδιαίτερο καθεστώς εντός του ορθοδόξου κόσμου, το οποίο δεν προβλέπει ένα απλό πρωτείο τιμής, αλλά και το πρωτείο εξουσίας. Ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας ερμηνείας ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναλαμβάνει αρμοδιότητες, που δεν προβλέπονται από τους ιερούς κανόνες και την ιστορική πρακτική της Ορθοδοξίας.

Προωθώντας την ιδεά του πρωτείου του στην Ορθοδόξη Ανατολή, το Φανάρι επιδιώκει την προσέγγιση με το Βατικανό. Έχουν καταντήσει πλέον φαινόμενο ρουτίνας οι κοινές ακολουθίες και δοξολογίες των εκπροσώπων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Αξιοσημείωτες είναι οι δηλώσεις του ιδίου του Πατριάρχη Βαρθολομαίου σχετικά με την επιθυμία ενώσεως με τους ρωμαιοκαθολικούς. Λ.χ. το 2021 κατά τους εορτασμούς προς τιμήν του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου παρίστατο στην Κωνσταντινούπολη αντιπροσωπεία του Βατικανού με επικεφαλής τον καρδινάλιο Κουρτ Κοχ. Στο κήρυγμά του ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος τόνισε ότι οι συναντήσεις του με τον Πάπα Φραγκίσκο εντείνουν την επιδίωξη του «κοινού ευχαριστιακού ποτηρίου». Τούτο υποδεικνύει τις έντονες προσπάθειες προσέγγισης του Φαναρίου και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Παρόμοιες δηλώσεις έχουν επανειλημμένως επικυρωθεί, ιδίως τις παραμονές της επετείου των 1700 ετών της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου το 2025.

Σημαντικό είναι να υπογραμμισθεί σε αυτό το πλαίσιο ότι η ουνία είχε κατ’ επανάληψιν καταδικασθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ακόμη το 2003 η οικουμενική Ορθοδοξία διά στόματος των Προκαθημένων όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών διατύπωσε μια συντονισμένη θέση σχετικά με την ουνία και τις προσπάθειες να ιδρυθεί ουνιτικό Πατριαρχείο στην Ουκρανία. Αυτή η απάντηση δόθηκε στο μνημόνιο του καρδιναλίου Βάλτερ Κάσπερ, ο οποίος εκ μέρους της Αποστολικής Έδρας απευθύνθηκε στον Αγιώτατο Πατριάρχη Μόσχας και Πασών των Ρωσσιών Αλέξιο Β΄. Αφού έλαβαν το μνημόνιο, που είχε σταλεί από τον Πατριάρχη Αλέξιο, οι επικεφαλής των κατά τόπους Εκκλησιών απέστειλαν δικές τους απαντήσεις, συμπεριλαμβανομένου και του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου, ο οποίος έστειλε ειδική επιστολή στον Πάπα της Ρώμης. Σ’ εκείνες τις επιστολές η ουνία χαρακτηρίσθηκε ως εκκλησιολογική αίρεση, που δεν έχει δικαίωμα να υπάρχει στον χριστιανισμό, ενώ η ίδρυση του ουνιτικού Πατριαρχείου στην Ουκρανία ως άκρως εχθρική και μη φιλική κίνηση έναντι της Ορθοδοξίας. Επιπλέον, στην Κοινή Δήλωση, που υπεγράφη το 2016 από τον Πατριάρχη Μόσχας και Πασών των Ρωσσιών Κύριλλο και τον Πάπα της Ρώμης Φραγκίσκο, κατά τη συνάντησή τους στην Αβάνα, οι μέθοδοι του ουνιτισμού αναγνωρίσθηκαν ως απαράδεκτες.

Ωστόσο, παρά τη συντονισμένη διαμαρτυρία, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος εξακολουθεί να προωθεί το εκκλησιολογικό του δόγμα του «πρώτου άνευ ίσων» και να ετοιμάζει το έδαφος για μια καθολική ουνία. Διαφαίνεται πλέον από τώρα ότι αυτή η επιδίωξη της ένωσης θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε βαθιές μεταβολές κάθε πτυχής της ορθοδόξου ζωής, συμπεριλαμβανομένων των αρχών της δογματικής διδασκαλίας, της λατρευτικής πράξεως και της ιεροκανονικής τάξεως. Ιδιαιτέρως λαμβάνοντας υπόψη τα προσφάτως λεχθέντα από τον Πάπα Φραγκίσκο στις 13 Σεπτεμβρίου 2014 στη Σιγκαπούρη κατά τη συνάντηση με νέους, όπου παρέστησαν εκπρόσωποι πέντε διαφορετικών θρησκειών. Δήλωσε σ’ εκείνη τη συνάντηση ότι «όλες οι θρησκείες είναι δρόμος προς τον Θεό».

Στο παράδειγμα της Ουκρανίας το Φανάρι υλοποιεί τη στρατηγική της ένωσης, που μπορεί αργότερα να εφαρμοσθεί ευρύτερα. Αρχικός της στόχος να διαμορφωθεί μια νέα ουνία στη βάση της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» και της Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας της Ουκρανίας (Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας). Εάν εκπληρωθεί ο εν λόγω στόχος, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και το Βατικανό θα χρησιμοποιήσουν το «ουκρανικό προηγούμενο» ως απόδειξη τού ότι είναι επιτευκτή και ρεαλιστική η επανένωση ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών, χωρίς να αλλάξη η δογματική διδασκαλία καθενός.

Η ίδρυση το 2018 της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» και η απονομή σε αυτή του Τόμου της αυτοκεφαλίας στάθηκε αφετηρία για την έναρξη του αντίστοιχου πειράματος. Αυτό αποδεικνύουν και τα περαιτέρω τεκταινόμενα στην Ουκρανία, που ακολούθησαν εκείνη την καταστροφική κίνηση του Οικουμενικού Πατριάρχη.

Ένα εκ των βασικών στοιχείων εκείνης της πρωτοβουλίας αποτέλεσε η συνεργασία της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» με την Ελληνοκαθολική Εκκλησία της Ουκρανίας (Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας).

Από τη στιγμή του «Ευρομαϊντάν» και των γεγονότων του 2014 οι κοινές δοξολογίες και εκδηλώσεις των εκπροσώπων της δομής του Ντουμένκο και των ουνιτών έχουν πλέον γίνει ένα σύνηθες φαινόμενο στην Ουκρανία. Αυτές οι κοινές ενέργειες καλούνται να δείξουν τη μαζικότητα και να καταδείξουν τη δυνατότητα της συνενώσεως των δύο δογμάτων. Είναι όμως προφανές ότι παρόμοιες πρωτοβουλίες δεν υπαγορεύονται από την πνευματική ανάγκη, αλλά από την πολιτική συγκυρία και την επιθυμία να δημιουργηθεί μια ενότητα για το θεαθήναι.

Ο επικεφαλής της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» Επιφάνιος Ντουμένκο έχει κατ’ επανάληψιν εκφράσει την επιδίωξη της εμβάθυνσης των σχέσεων με την Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας, τονίζοντας ότι το ενδεχόμενο της ενώσεως θα εξαρτηθεί από τον παγκόσμιο διάλογο ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών. «Αυτό το κλειδί (το κλειδί για την ένωση των δύο ουκρανικών θρησκευτικών οργανώσεων – σ.τ.σ.) δεν ευρίσκεται στην Ουκρανία, αλλά στη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη, άλλωστε εκεί γίνεται η οικουμενιστική συναναστροφή. Στο μέλλον από αυτό θα εξαρτηθούν και οι σχέσεις μας εδώ, στην Ουκρανία. Αλλά αυτές οι σχέσεις είναι αγαθές και πιστεύω ότι στο μέλλον μόνον θα βελτιώνονται», ανέφερε ο επικεφαλής της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» στις 12 Σεπτεμβρίου 2018 κατά τη συνάντηση στο Εθνικό Πανεπιστήμιο «Πολυτεχνείο Λβοφ».

Η παρουσία των ρωμαιοκαθολικών στις ιερουργίες των «ιεραρχών» και «κληρικών» της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» αποτυπώνει ευθέως την περαιτέρω κίνηση προς την ουνία.

Όχι λιγότερα σημαντική κατεύθυνση για τη διάνοιξη «παραθύρων Όβερτον» υπέρ των ουνιτών αποτέλεσε η επιχείρηση για την έμπρακτη απορρόφηση και «χώνευση» από την Ουνιτική Εκκλησία ενός τμήματος που αποσχίσθηκε από την «Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκκλησία» (παλαιότερα η εκκλησιαστική επαρχία Χαρκόβου και Πολτάβας της «Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθοδόξου Εκκλησίας»). Η εν λόγω διαδικασία εξουσιοδοτήθηκε και ενεκρίθη από το Βατικανό, το οποίο εκ των πραγμάτων δημιουργήσε το πρώτο στην ιστορία της σύγχρονης Ουκρανίας προηγούμενο μεταπήδησης στην ουνία μιας δομής, που αυτοπροσδιοριζόταν ως ορθόδοξη. Κατά την άποψη των εμπειρογνωμώνων η ως άνω πρωτοβουλία θα πρέπει να θεωρηθεί ένα είδος τελικής δοκιμής της τεχνικής για την ενσωμάτωση της ουκρανικής Ορθοδοξίας στις ρωμαιοκαθολικές δομές. Ως εκ τούτου πρέπει εν τω μεταξύ να στρέψουμε την προσοχή μας και στο γεγονός ότι η διαδικασία συγχώνευσης της «Ουκρανικής Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας» με την «Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας» δεν ανακόπηκε ακόμη και μετά την ίδρυση της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» ως πόλου έλξεως διαφόρων οργανώσεων, που είχαν αποσχισθεί από την Ορθοδοξία και προσχώρησαν στο σχίσμα. Τούτο για άλλη μια φορά αποδεικνύει ότι οι ουνίτες δεν αντιμετωπίζουν τη συγκροτηθείσα από το Φανάρι δομή ως μακράς διάρκειας, αυτοτελή και ισότιμο παράγοντα στη θρησκευτική ζωή της Ουκρανίας. Επιπλέον, ετοιμάζουν για την «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας» ένα άλλο, πολύ λιγότερο σημαντικό και ευχάριστο ρόλο.

Από τη συντέντευξη του επικεφαλής της Ουνιτικής Εκκλησίας της Ουκρανίας Σβιατοσλάφ Σεφτσούκ στην έκδοση «Ομποζρεβάτελ» («Σχολιαστής»), που χρονολογείται στις 18 Μαρτίου 2019, μπορούμε να κρίνουμε για τα χαρακτηριστικά και το περίγραμμά της.

Πρώτον, ο επικεφαλής των Ουκρανών ουνιτών τόνισε ότι δέχθηκε τη συγκατάθεση του επικεφαλής της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» Ντουμένκο για τη διεξαγωγή τακτικών συναντήσεων, κατά τη διάρκεια των οποίων θα συζητούνται οι προοπτικές και οι παράμετροι προσέγγισης των δύο δομών. Δεύτερον, αυτή η διαδικασία θα πραγματοποιείται εντός του πλαισίου τού προσυμφωνηθέντος από τα μέρη οδικού χάρτη (παραλλήλως ο Σεφτσούκ υπογράμμισε ότι η Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας διαθέτει πλέον ένα τέτοιο οδικό χάρτη, που μπορεί να αναμορφωθεί συμφώνως προς τη θεώρηση της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας». Τούτο εκ των πραγμάτων σημαίνει ότι οι ουνίτες θα καταστήσουν το δικό τους δόγμα αφετηρία για τη σχετική συγχώνευση). Τρίτον, από τη συνέντευξη του Σεφτσούκ καθίσταται κατανοητό ότι η Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας θα έχει ως γνώμωνα μια ήπια και προσεγμένη απορρόφηση της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας». Επομένως, προτίθενται προς το παρόν να απέχουν από τη διαμόρφωση μιας κοινής δομής και να δώσουν κυρίως έμφαση στην αποκατάσταση της «ευχαριστιακής κοινωνίας» και της «δυνατότητας τελέσεως της Θείας Λειτουργίας στην ίδια Αγία Τράπεζα» με την υπό τον Ντουμένκο δομή. Τέταρτον, ο επικεφαλής των ουνιτών κατέστησε με σαφήνεια κατανοητό ποιον βλέπει πρεσβύτερο και ποιον νεώτερο συνέταιρο στη μελλοντική δυάδα. Κατά τα λεγόμενά του η Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας σε αντίθεση με την «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας» δεν είναι «τοπική Εκκλησία», της οποίας οι ενορίες ευρίσκονται αποκλειστικά εντός της Ουκρανίας. Και τούτο δίδει δικαίωμα στους ουνίτες όχι μόνον να εξασφαλίσουν το καθεστώς του Πατριαρχείου, αλλά και ως «παγκόσμια Εκκλησία, που εμπράκτως διαθέτει έτοιμες δομές πατριαρχικής διοίκησης» να οικειοποιηθεί τη διαποίμανση πάσης της ουκρανικής Διασποράς. Πέμπτον, σαφής είναι η επιδεικτική αποφυγή του Σεφτσούκ να απαντήσει στην ερώτηση εάν θα είναι η ενδεχόμενη συνένωση της Ουνιτικής Εκκλησίας της Ουκρανίας με την «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας» συνένωση «ισοτίμων»;

Η έμπρακτη απορρόφηση της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» από την Ουνιτική Εκκλησία θα γίνεται σε μια πολύ λεπτή και απαρατήρητη για το ευρύ κοινό μορφή. Όπως ανέφερε ο Σεφτσούκ οι ουνίτες δεν επιδιώκουν να δημιουργήσουν στην αρχική φάση κάποιες κοινές με την «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας» υπερδομές.

Λόγος γίνεται περί συνάψεως «ευχαριστιακής κοινωνίας και τελέσεως κοινής Θείας Λειτουργίας», πράγμα που θα καταστεί το απαραίτητο για τους ρωμαιοκαθολικούς αποτέλεσμα. Άλλωστε, εάν οι ουνίτες πείσουν τους εκπροσώπους της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» να συλλειτουργήσουν και ας πούμε να «κοινωνήσουν από το ίδιο Άγιο Ποτήριο», τούτο θα είναι σαφής αναγνώριση της πνευματικής εξουσίας του Πάπα της Ρώμης επί της δομής του Ντουμένκο. Μετά τα προαναφερθέντα μόνον μια μικρή απόσταση θα χωρίζει τους σχισματικούς από την έμπρακτη ενσωμάτωση της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας» στην Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας.

Στο πρακτικό επίπεδο ένας από τους σπουδαιότερους μηχανισμούς προώθησης της εν λόγω διαδικασίας θα καταστεί η αντίστοιχη ιδεολογική «πλύση εγκεφάλου» των «ιερωμένων» στελεχών της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας», καθώς και η διαμόρφωση ενός κοινού «θεολογικού» εδάφους, που θα δικαιολογεί μια νέα ουνία. Υπέρ αυτού του συμπεράσματος συνηγορούν ειδικότερα τα λεγόμενα του Ντουμένκο, όπως τα διατύπωσε στην εκπομπή του δικτύου ICTV αμέσως μετά την εκλογή του ως επικεφαλής της νέας θρησκευτικής δομής.

«Έχουμε χαράξει μια συγκεκριμένη πορεία της μελλοντικής μας συνεργασίας (με την Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας) και στο εξής θα αναζητούμε εκείνα τα σημεία επαφής, που θα μας ενώνουν. Τούτο αφορά και τον τομέα της θεολογικής παιδείας και άλλους τομείς του γίγνεσθαί μας», δήλωσε τότε ο επικεφαλής της «Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας».

Αξίζει επίσης να δώσουμε προσοχή και στην προσφάτως ανακοινωθείσα απόφαση περί του συνεορτασμού του Αγίου Πάσχα το 2025, η οποία αναγγέλθηκε στη Σύναξη της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου. Σύμφωνα με τη διαδικτυακή πύλη Romfea.gr τον Μάιο του 2025 θα τελεσθούν στη Νίκαια της Βιθυνίας οι εορτασμοί της επετείου των 1700 ετών της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου με τη συμμετοχή του Πάπα της Ρώμης Φραγκίσκου. Το Γραφείο Τύπου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ανακοίνωσε ότι εν πνεύματι Συνάξεως εκφράσθηκε η επιθυμία να συνεορτασθεί το Άγιο Πάσχα από την ανατολική και τη δυτική χριστιανοσύνη. Τούτο θα πρέπει να καταστεί αρχή του καθορισμού μιας κοινής ημερομηνίας του εορτασμού κάθε χρόνο. Αυτή η κίνηση τονίζει τη διάθεση του Φαναρίου να προχωρήσει προς την κατεύθυνση της ουνίας με τη Ρώμη.

Σημαντικό είναι στο εν λόγω πλαίσιο να καταλάβουμε τι κέρδος αποκομίζει το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως από την ένωση με τη Ρώμη.

Όπως επεσήμανε ο καθηγητής του εκκλησιαστικού δικαίου της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κυριάκος Κυριαζόπουλος, σκοπός του Βατικανού μέσω του οικουμενιστικού διαλόγου με το Φανάρι είναι να μετατρέψει τις Αυτοκέφαλες κατά τόπους Εκκλησίες σε ουνιτικές. Ο παπικός θρόνος επιθυμεί τον «Κώδικα των κανόνων των Εκκλησιών της Ανατολής», που εξεδόθη το 1990 από τον εκ Πολωνίας Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄, να εφαρμόζεται έναντι όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Άλλωστε, το εν λόγω κείμενο περιλαμβάνει τους δογματικούς κανόνες, που επιβάλλουν τον ποντίφικα ως επικεφαλής με πρωτείο εξουσίας.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου είναι δυνατή μόνον σε περίπτωση έμπρακτης μετεξελίξεως του Πατριάρχη Βαρθολομαίου σε «Πάπα της Ανατολής», ο οποίος θα μπορέσει μονομερώς να διευθύνει όλο τον ορθόδοξο κόσμο, επιβάλλοντάς του αποφάσεις, που συμφέρουν τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Αυτή την τεράστια εξουσία, που αναγνωρίζεται από το Βατικανό, αγωνίζεται να εξασφαλίσει ο επικεφαλής του Φαναρίου, καταστρέφοντας καθ’ οδόν προς αυτήν την εκκλησιαστική συνοδικότητα, νομιμοποιώντας σχισματικές δομές και αποδυναμώνοντας εκείνες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, οι οποίες θα αντιταχθούν στην καθολική μετατροπή των ορθοδόξων σε ουνίτες.

Οι αντίστοιχες διαδικασίες, που εκκίνησε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, έχουν ήδη οδηγήσει στην καταστροφή της πανορθοδόξου ενότητας και βαθιές ρήξεις εντός του ορθοδόξου κόσμου. Σήμερα είμαστε μάρτυρες της διαμόρφωσης ενός νέου προτύπου της οικουμενικής Ορθοδοξίας, με κεντρική θέση εντός της οποίας να κατέχει ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως με πρωτοφανείς αρμοδιότητες και προνόμια. Τούτο αλλοιώνει την ίδια τη φύση της ορθοδόξου εκκλησιαστικής διάρθρωσης και έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της συνοδικότητας, που κείται στη βάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Το κεντρικό πλήγμα στρέφεται κατά της Ρωσικής Εκκλησίας και των Εκκλησιών των Βαλκανίων, οι οποίες εμφανίζονται ως οι πλέον ισχυροί αντίπαλοι της ουνίας και των εξουσιαστικών φιλοδοξιών του Φαναρίου, που εισάγει «τὸν καπνώδη τύφον τοῦ κόσμου», όπως έγραψαν κάποτε στον Πάπα της Ρώμης Κελεστίνο οι πατέρες της εν Καρθαγένη Συνόδου. Σκοπός του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως είναι να αποδυναμώσει αυτές τις Εκκλησίες μέσω του διαμελισμού και της απομόνωσής τους στο διεθνές επίπεδο (ειδικότερα παρατηρούμε ήδη αυτή τη διαδικασία στις βαλτικές χώρες).

Η Ουκρανία σε αυτή τη στρατηγική εμφανίζεται ως το κορυφαίο πιλοτικό σχέδιο. Επόμενοι στόχοι μπορεί να καταστούν η Μολδαβία, η Λευκορωσία και το κανονικό έδαφος της Σερβικής Εκκλησίας, όπου προγραμματίζεται η ίδρυση επιμέρους «Εκκλησιών» με πρότυπο την «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας» («παρέλαση αυτοκεφάλων»).

Σε αυτό το πλαίσιο θα ήθελα χωριστά να δώσω ιδιαίτερη προσοχή στην υποστήριξη που παρέχουν η Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας και το Φανάρι στον επικεφαλής της σχισματικής δομής του Μαυροβουνίου Μπορίς Μπόγιοβιτς.

Έτσι, η Ουνιτική Εκκλησία της Ουκρανίας συνέδραμε στη νομιμοποίησή του προσκαλώντας τον επικεφαλής της «Ορθοδόξου Εκκλησίας του Μαυροβουνίου» στο συνέδριο με θέμα «Η κοινή πορεία μέσα από τους χαλεπούς χρόνους του πολέμου: η εμπειρία των χωρών της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Ουκρανίας» (Λβοφ, 17-18 Απριλίου 2024).

Στη συνέχεια οι ουνίτες παραχώρησαν στον Μπόγιοβιτς την πλατφόρμα πληροφοριών τους, τη διαδικτυακή πύλη τους RISU. Σε συνέντευξη προς αυτή την πύλη ο Μαυροβούνιος «ιεράρχης» διηγήθηκε ότι η δομή του έχει προσδοκίες να λάβει Τόμο Αυτοκεφαλίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Επίσης, δήλωσε ότι η υπό αυτόν δομή διατηρεί στενές επαφές με το Φανάρι, το οποίο σύμφωνα με τα λεγόμενά του, απέστειλε παρατηρητές «προς έρευνα της εσωτερικής διαρθρώσεως» της λεγόμενης Ορθοδόξου Εκκλησίας του Μαυροβουνίου.

Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι το 2019 σε συνέντευξη προς τη σερβική έκδοση «Κουρίρ» ο επικεφαλής του Φαναρίου διαβεβαίωνε ότι ουδέποτε δεν θα παραχωρήσει αυτοκέφαλο στην «ψεύτικη» (κατά τη διατύπωσή του) λεγόμενη Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου. Ερωτηθείς διευκρινιστικά εάν είναι δυνατή η απονομή του αυτοκεφάλου καθεστώτος σε περίπτωση εάν επικεφαλής της «Ορθοδόξου Εκκλησίας του Μαυροβουνίου» αναλάβει κάποιος άλλος (εκτός του Μιχαήλ Ντεντέιτς) ο Βαρθολομαίος απάντησε κατηγορηματικά: «Όχι, όχι και όχι! Η Εκκλησία στο Μαυροβούνιο είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας και ποτέ δεν θα υπάρξουν εκεί οιεσδήποτε αλλαγές».

Και να, μετά την πάροδο μερικών ετών προέκυψαν κάποιες «επαφές» με τους σχισματικούς του Μαυροβουνίου. Επομένως, το Φανάρι για άλλη μια φορά απέδειξε ότι δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι τα λεγόμενα και τις δηλώσεις του.

Όπως στην περίπτωση με την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία, όπου ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ισχυριζόταν επανειλημμένως ότι ως μόνον κανονικό επικεφαλής της Ουκρανικής Ορθοδοξίας αναγνωρίζει τον μητροπολίτη Ονούφριο, ωστόσο αργότερα εισπήδησε στο αλλότριο κανονικό έδαφος και παραχώρησε το αυτοκέφαλο στους Ουκρανούς σχισματικούς.

Ποιος εγγυάται ότι δεν θα αντιμετωπίσει αργότερα κατ’ αυτόν τον τρόπο και την Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας; Στο ουκρανικό σενάριο οι εκπρόσωποι της «Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Πατριαρχείου Κιέβου» διατηρούσαν επί πολλά χρόνια κρυφές επαφές με το Φανάρι και τελικά κατάφεραν να εξασφαλίσουν το ευκταίο, αφού άλλαξε η πολιτική συγκυρία. Η αντίφαση μεταξύ των δημοσίων δηλώσεων του Βαρθολομαίου και των ενεργειών του επισκιαζόταν από ένα ρεύμα σοφιστειών.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω ιδιαίτερη σημασία προσλαβάνει η προθυμία των κατά τόπους Εκκλησιών να υπερασπίζονται την άμωμο πίστη και την κανονική τάξη. Η συνοδική διάνοια της Οικουμενικής Εκκλησίας είναι υποχρεωμένη να αξιολογήσει τις ενέργειες του Φαναρίου, που συνδέονται με την προώθηση της ιδέας του «πρώτου άνευ ίσων» και την κίνηση προς την ουνία με το Βατικανό. Αυτές οι ενέργειες εξέρχονται των πλαισίων των διαμαχών για τη δικαιοδοσία και απαιτούν βαθιά εξέταση και συζήτηση σε κοινό εκκλησιαστικό επίπεδο.

Έχοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση προτείνω προς συζήτηση μερικά μέτρα κοινού εκκλησιαστικού χαρακτήρα για την υπεράσπιση της ενότητας, της κανονικής τάξεως και της δογματικής καθαρότητας της Ορθοδοξίας:

  1. Ενίσχυση του «σχήματος του Αμμάν»: η με πρωτοβουλία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων συνάντηση στο Αμμάν κατέστη ένα εκ των πρώτων βημάτων προς τη συζήτηση της διαμορφωθείσης κρίσεως στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτό το σχήμα δύναται να εξελίσσεται ως μόνιμος χώρος διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των κατά τόπους Εκκλησιών. Οι τακτικές συναντήσεις στο πλαίσιο αυτού του προτύπου θα βοηθήσουν στην εκπόνηση μιας κοινής θεώρησης και των μηχανισμών προστασίας της κανονικής τάξεως, καθώς και στην πρόληψη ενδεχομένων μελλοντικών σχισμάτων.

Εάν στην παρούσα φάση εμφανίζεται δυσχερής η εξασφάλιση της αντίστοιχης επικοινωνίας μεταξύ των Προκαθημένων των κατά τόπους Εκκλησιών, αξίζει να προσπαθήσουμε να εξετάσουμε άλλες λύσεις για τη σύναψη και τη διατήρηση διαρκούς επικοινωνίας. Λ.χ. το σχήμα διεξαγωγής των συστηματικών συναντήσεων των έμπιστων εντεταλμένων των Προκαθημένων των Εκκλησιών, οι οποίοι έχουν δικαίωμα να ομιλούν εκ μέρους των τελευταίων και να διαθέτουν άλλες σοβαρές αρμοδιότητες.

  1. Διεξαγωγή θεολογικών διαλόγων και συνεδρίων: σπουδαίο ρόλο στη διαφύλαξη της ενότητας διαδραματίζει η συζήτηση των θεολογικών προβλημάτων, που συνδέονται με τους ιερούς κανόνες, την εκκλησιολογία, τα ζητήματα πρωτείου και συνοδικότητας. Η οργάνωση θεολογικών επιτροπών, στις οποίες ως μέλη θα εντάσσονταν εκπρόσωποι διαφόρων κατά τόπους Εκκλησιών (λ.χ. εκείνων που συμμετέχουν στο «σχήμα του Αμμάν») για να προετοιμάζουν θέσεις επί των πλέον ευαίσθητων ζητημάτων για τις συναντήσεις των Προκαθημένων των κατά τόπους Εκκλησιών, θα επιτρέψει τη βαθύτερη μελέτη των υφισταμένων προβλημάτων και την εξεύρεση τεκμηριωμένων απαντήσεων στις θεολογικές προκλήσεις. Ειδικότερα, μια εκ των κατευθύνσεων της εργασίας αυτής θα μπορούσε να καταστεί η εξέταση και η συζήτηση σε πανορθόδοξο επίπεδο του κειμένου της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας «Σχετικά με την αλλοίωση της ορθοδόξου περί Εκκλησίας διδασκαλίας στις ενέργειες της ιεραρχίας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και στις παρεμβάσεις των εκπροσώπων αυτού».
  2. Ενίσχυση του ρόλου των Τοπικών Κληρικολαϊκών Συνάξεων: οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες δύνανται να διεξάγουν οικείες αυτών Συνάξεις για την εκπόνηση ενιαίων θέσεων επί θεμελιωδών ζητημάτων της κανονικής διαρθρώσεως και των αμοιβαίων σχέσεων με άλλες κατά τόπους Εκκλησίες. Συστάσεις και αποφάσεις αυτών των Συνάξεων δύνανται στη συνέχεια να παραπεμφθούν προς συζήτηση στο επίπεδο συμπάσης της Εκκλησίας.
  3. Συζήτηση σε επίπεδο συμπάσης της Εκκλησίας των σχισματικών ενεργειών: οι κατά τόπους Εκκλησίες στο πλαίσιο του ενιαίου μετώπου οφείλουν να αντιμετωπίζουν κανονικές παραβιάσεις και σχισματικές ενέργειες, καταδικάζοντάς τις δημοσίως. Τούτο θα βοηθήσει στην αποτροπή της διάδοσης των ψευδοδιδασκαλιών και τη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής τάξεως.
  4. Συνεργασία με τους λαϊκούς και τον ευαγή κλήρο: είναι απαραίτητο να ενισχύσουμε τις σχέσεις εντός της Εκκλησίας, να προσελκύσουμε στη συζήτηση περίπλοκων ζητημάτων τόσο τον ευαγή κλήρο, όσο και τους λαϊκούς. Ο ενδοεκκλησιαστικός διάλογος θα επιτρέψει τη διαμόρφωση μιας ενιαίας θέσεως επί ουσιωδών προβλημάτων και την εμπέδωση της εσωτερικής ενότητας. Σπουδαίο ρόλο εδώ διαδραματίζει το εκκλησιαστικό κήρυγμα, η επιμόρφωση και η επεξήγηση στο ποίμνιο σπουδαίων ζητημάτων της κανονικής διάρθρωσης και εκκλησιολογίας.
  5. Αντίσταση στην εξωτερική πίεση: Οι κατά τόπους Εκκλησίες οφείλουν να ενωθούν για την υπεράσπιση από την εξωτερική παρέμβαση, είτε πρόκειται περί πολιτικής πίεσης, είτε περί ενεργειών εξτρεμιστικών ομάδων ή οικουμενιστικών πρωτοβουλιών, που υπονομεύουν το δογματικό θεμέλιο και διασαλεύουν την ιεροκανονική τάξη. Η εκκλησιαστική διπλωματία στο διεθνές επίπεδο επίσης οφείλει να συνδράμει στην υπεράσπιση των εκκλησιαστικών συμφερόντων και παραδόσεων.
  6. Ενιαίος πληροφοριακός χώρος: Η δημιουργία ενός ενιαίου πληροφοριακού χώρου για σύμπασα την Εκκλησία, που θα καλύπτει και θα διευκρινίζει τη θέση των κατά τόπους Εκκλησιών επί επίμαχων ζητημάτων αποτελεί σπουδαίο εργαλείο για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και της χειραγώγησης. Τα επίσημα εκκλησιαστικά ΜΜΕ και οι διαδικτυακές πλατφόρμες δύνανται να συνδράμουν στην ευαισθητοποίηση των πιστών για τη θέση της Εκκλησίας και την ενίσχυση του κύρους της. Επιπλέον, θα μπορούσαμε ως λύση να εξετάσουμε τη δημιουργία μιας κοινής πηγής πληροφοριών, όπου θα εκπροσωπούνται οι θέσεις των κατά τόπους Εκκλησιών επί των πλέον σημαντικών ζητημάτων της πανορθοδόξου ημερήσιας διατάξεως, θα καλύπτονται τα πλέον κεντρικά γεγονότα από τη ζωή των Εκκλησιών και θα διεξάγεται ένας απευθείας διάλογος μεταξύ θεολογικών κύκλων και κύκλων εμπειρογνωμόνων των κατά τόπους Εκκλησίων εφ’ όλης της θεματολογίας που τους ενδιαφέρει (ένα σχήμα «Αμμάν» από εμπειρογνώμονες).

Η ανάπτυξη και η πορεία επί αυτών των οδών, φρονώ ότι θα επιτρέψει στην Ορθόδοξη Εκκλησία να διαφυλάξει την ενότητα και την ταυτότητά της, καθώς και να ανταποκρίνεται καταλλήλως στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής.

Μητροπολίτης Ζαπορόζιε και Μελιτουπόλεως Λουκάς Κοβαλένκο

22 Οκτωβρίου 2024

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2025

Ο Απόστολος Παύλος και η Νικόπολη. Σε ποια Νικόπολη πήγε;

«Όταν πέμψω Αρτεμάν προς σε ή  Τυχικόν, σπούδασον ελθείν προς με εις Νικόπολιν· εκεί γάρ κέκρικα παραχειμάσαι».( Τίτ. 3, 12) Eρμηνευτική ιστορική προσέγγιση)

 

Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου  Δημητρίου  Αθανασίου (χημικού-βιοχημικού)

Το παραπάνω απόσπασμα από την επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς τον Τίτο διαβάζεται την Κυριακή του Οκτωβρίου, που είναι αφιερωμένη στους Πατέρες της Ζ Οικουμενικής Συνόδου και φέτος (2025) είναι η ΚΥΡΙΑΚΗ 12 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ.

Στις ερμηνείες που δίνονται στο παραπάνω χωρίο ,μεταξύ των άλλων γράφονται και τα εξής:

«Η Νικόπολις είναι πόλις της Ηπείρου, όπως λέγει ο Μαρκιανός· υπάρχει και άλλη Νικόπολις της Βιθυνίας(η οποία τώρα λέγεται Μουντανία), υπάρχει και άλλη Νικόπολις της μικράς Αρμενίας. Λέγει ο Θεοδώρητος ότι έγραψε την Επιστολή αυτή ο Παύλος τον καιρό εκείνο, που ήταν στη Μακεδονία. Οπότε και αληθέστερο είναι ότι η Νικόπολις, για την οποία γράφει εδώ ο Παύλος, είναι πόλις της Θράκης. Ο Στράβων γράφει ότι η Νικόπολις της Ηπείρου Αμβρακία ονομαζόταν· την ονομάσε έτσι ο Σεβαστός, αφού καταναυμάχησε και νίκησε τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα, τη βασίλισσα των Αιγυπτίων(Βιβλίο Ζ΄).

Όμως ιστορικά υπάρχουν ΕΠΤΑ περιοχές  στην Ρωμαϊκή Οικουμένη με το όνομα ΝΙΚΟΠΟΛΙΣ. Αυτές είναι οι εξής;

α. Μία είναι η Νικόπολις η περί Νέστον, (=το σημερινό Άνω Νευροκόπι της Βουλγαρίας)·

β. Αλλη είναι η Νικόπολις η προς Ίστρω, ή εν Θράκη, ή της Μυσίας, δηλ. της σημερινής ανατολικής Βουλγαρίας. Όμως οι δύο αυτές Νικοπόλεις αποκλείονται, αφού ιστορικά είναι βέβαιο, ότι και οι δύο ιδρύθηκαν, ή μετονομάσθηκαν σε Νικοπόλεις, επί του αυτοκράτορος Τραϊανού (98-117 μ.Χ.), σε ανάμνηση νικών του κατά των Δακών.

γ. Μια άλλη Νικόπολη είναι η Νικόπολις η εν Παλαιστίνη (η βιβλική πόλη Εμμαούς). Αλλά τίθεται και αυτή εκτός συζήτησης, αφού το όνομα αυτό (Νικόπολη) της δόθηκε  στις αρχές του 3ου αιώνα.

δ. Άλλη είναι η Νικόπολις της Συρίας (στα σύνορα με την Κιλικία), που ιδρύθηκε  από τον Μέγα Αλέξανδρο σε ανάμνηση της νίκης του στην Ισσό (333 π.Χ.).

ε. Πέμπτη είναι η Νικόπολις της Αρμενίας (κοντά στην Κερασούντα), που ιδρύθηκε  από τον Ρωμαίο στρατηγό Πομπήϊο σε ανάμνηση της νίκης του κατά του βασιλιά της Αρμενίας Μιθριδάτη ΣΤ’ (63 π.Χ.).

στ. Έκτη είναι η Νικόπολις η εν Αιγύπτω· δηλαδή ένα προάστειο της Μεγάλης Αλεξάνδρειας· του δόθηκε  το όνομα αυτό σε ανάμνηση της εκεί νίκης του Οκταβίου Αυγούστου εναντίον του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας (30 π.Χ.).

Αλλά και οι τρεις αυτές (δ’-στ’) Νικοπόλεις πρέπει να τεθούν έξω από κάθε σχετική αναζήτηση· για τους εξής λόγους:

• Πρώτα, γιατί είναι λογικά απαράδεκτο να κινείται ο απόστολος μας μεταξύ Κορίνθου και Μακεδονίας και να κάνει λόγο για μετάβασή του με την έναρξη του χειμώνα στην Αρμενία, ή Συρία ή Αίγυπτο.

• Έπειτα, γιατί είναι ακόμη πιο απίθανο και απαράδεκτο, να αναφέρεται σε κάποια από τις μικρές και ασήμαντες και τόσο μακρινές αυτές πόλεις, χωρίς κάποιο πρόσθετο προσδιορισμό, που θα έδινε στον παραλήπτη της επιστολής Τίτο, να καταλάβει, για ποιά επρόκειτο.

• Και τέλος, γιατί είναι πολύ «δύσκολο» να απευθύνει κανείς επιστολή από τόπο, που για τους εκεί διαβιούντες μία είναι η γνωστή και κοντινή Νικόπολη, και να υπονοεί κάποια άλλη, και μάλιστα χωρίς μια κάποια ειδική επισήμανση.

ζ. Απομένει λοιπόν μόνο η Νικόπολη της Ηπείρου, ή (όπως αποκαλείται στις λατινικές πηγές) η Ακτία Νικόπολη. Η Νικόπολη αυτή ιδρύθηκε το 31 π.Χ. από τον Οκτάβιο Αύγουστο σε ανάμνηση της νίκης του στο Άκτιο κατά του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας.

Πρόκειται όμως γι’ αυτήν; Αναφέρεται οπωσδήποτε ο συγγραφέας της προς Τίτον επιστολής πανεύφημος απόστολος Παύλος σ’ αυτήν, και όχι σε κάποια άλλη;

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης κυρός Μελέτιος (Καλαμαράς) γράφει σχετικά:

«Ας ιδούμε, ποιες μαρτυρίες μας συνωθούν και μας αναγκάζουν να δεχθούμε, ότι η πόλη, για την οποία μας μιλάει το Τίτ. 3,12, δεν μπορεί να είναι άλλη από την Ακτία Νικόπολη, δηλαδή από την Νικόπολη της Ηπείρου.

α. Η Νικόπολη της Ηπείρου είχε πρόσφατα ανακηρυχθεί από τον καίσαρα αύγουστο Νέρωνα (54- 68 μ.Χ.) πρωτεύουσα μιας μεγάλης Διοίκησης, που άρχιζε από τα βόρεια παράλια του Κορινθιακού κόλπου, περιλάμβανε Αιτωλία, Ακαρνανία, Ήπειρο, Δαλματία και, προς ανατολάς, εκτεινόταν μέχρι την Λυχνιδό, τα σημερινά Σκόπια. Ήταν ένα μεγάλο διοικητικό κέντρο· όπως η Έφεσος· όπως η Θεσσαλονίκη· όπως η Καισάρεια της Παλαιστίνης. Ήταν λιμάνι-κόμβος ανάμεσα σε Ιταλία και Βαλκανική. Και ταυτόχρονα ήταν κέντρο πολιτισμού. Σε σύγκριση με την Νικόπολη της Ηπείρου όλες οι άλλες Νικοπόλεις ήσαν ασήμαντα πολιχνίδια. Ήταν λοιπόν φυσικό, να μη θέλει ο μεγάλος απόστολος να την αφήσει εκτός του ενδιαφέροντός του.

Παράλληλα η Νικόπολη ήταν και το καλύτερο χειμαδιό της Δυτικής Ελλάδος· και συνεπώς δικαίως επελέγη σαν τόπος παραχειμάσεως (Τίτ. 3,12).

β. Για όλους αυτούς τους λόγους ο Lorenz Oberlinner στο περισπούδαστο έργο του Kommentar zu Titusbrief αξιολογώντας θετικά μαρτυρίες των:

• F. J. Schierse·

• Α.Τ. Hanson· και

• Μ. Dibelius – Η. Conzelmann,

δέχεται, ότι οι μαρτυρίες αυτές πρέπει να γίνουν δεκτές σαν επιβεβαίωση της σχετικής παράδοσης. Με αυτές αποδεικνύεται, λέγει, ότι η παράδοση αυτή είναι επαρκώς τεκμηριωμένη σαν γνήσια ιστορική παράδοση (a piece of genuine historical tradition).

γ. Οι επιστολές A’ προς Τιμόθεον και προς Τίτον εγράφησαν σχεδόν ταυτόχρονα. Τόσο, ώστε πολλοί ερμηνευτές δυσκολεύονται να ειπούν, ποια από τις δύο προηγείται χρονικά. Για την έρευνά μας σημασία έχει μόνο, ότι και οι δύο εγράφησαν την άνοιξη ή το καλοκαίρι του 65 μ.Χ. από την Μακεδονία. Η εκδοχή, ότι η προς Τίτον επιστολή εγράφη από την Νικόπολη, δεν ευσταθεί. Γιατί τότε δεν θα έλεγε ο Παύλος «εκεί γάρ κέκρικα παραχειμάσω». Το «εκεί» αναφέρεται σε τόπο άλλον από εκείνον, στον οποίο ευρίσκεται ο ομιλών.

δ. Υπάρχει σαφής παράδοση, ότι ο Παύλος επήγε στην Νικόπολη.

 

4. Πήγε τελικά ο Παύλος στη Νικόπολη;

Όμως γεννάται το ερώτημα: Έλαβε τελικά χώραν η συνάντηση Τίτου και Αποστόλου στην Νικόπολη; Επήγε τελικά ο Παύλος στην Νικόπολη; Και «έσπευσε» εκεί προς συνάντησή του ο Τίτος πριν τον χειμώνα του 65 μ.Χ.;

Ποια η απάντηση;

Στην Β΄ προς Τιμόθεον επιστολή του, που εγράφη γύρω στους έξι μήνες μετά την προς Τίτον, δηλ. στα μέσα του 66 μ.Χ., ο απόστολος Παύλος μας πληροφορεί, ότι: ο Τίτος τότε ευρίσκετο και «έδρα» στη Δαλματία. Αυτό όμως μαρτυρεί, ότι η συνάντηση στην Νικόπολη επραγματοποιήθη. Και ότι «όντως ο Τίτος ολίγον βραδύτερον ευρίσκετο πλησίον του Παύλου και ότι εν συνεχεία απεστάλη υπ’ αυτού εις Δαλματίαν» (Γ. Γαλίτης).

 Επιβεβαίωση μιας λαϊκής παράδοσης: Ο Απ. Παύλος πέρασε από τη Νικόπολη

Μετά από αυτά, με βάση τα στοιχεία που έχομε υπ’ όψη μας, συμπεραίνομε ότι:

α. Μετά την απελευθέρωσή του (64 μ.Χ.) ο Παύλος επήγε στην Ισπανία. Από την Ισπανία επήγε στην Κρήτη. Από την Κρήτη επήγε στην Έφεσο. Από την γειτονική πόλη Λαοδίκεια της Φρυγίας έγραψε την προς Τιμόθεον Α΄ επιστολή (65 μ.Χ.). Από εκεί μετά σύντομη διέλευση από την Μίλητο, επήγε στην Κόρινθο. Και από την Κόρινθο στην Μακεδονία. Και από την Μακεδονία έγραψε την προς Τίτον επιστολή του (65 μ.Χ). Και συνεπώς μόνο από Μακεδονία, είναι και ιστορικά δεκτό να λέμε ότι, επήγε στην Νικόπολη.

β. Σε ανάλογα συμπεράσματα κατέληξαν και άλλοι μεγάλοι ερμηνευτές – ερευνητές των Γραφών, σε μελέτες τους γύρω από τις Ποιμαντικές Επιστολές:

• Οι Η. Conzelmann- Μ. Dibelius μας το ξεκαθαρίζουν. Μία είναι η Νικόπολις, για την οποία μιλάει το Τίτ. 3,12: η Νικόπολη της Ηπείρου. Και το τονίζουν: είναι η μόνη πιθανή εκδοχή· η μόνη που στέκει.

• Ο J. Ν. D. Kelly θεωρεί την εκδοχή αυτή ως μόνην probable (=μόνη δυνατή, μόνη άξια αποδοχής).

• Ο P. Dornier την βλέπει όχι απλά πιθανή, αλλά σαν σίγουρη (sure).

Η διέλευση του Αγιου αποστόλου Παύλου από την Νικόπολη, λέει ο Λ. Τ. Hanson, είναι όχι απλά μία ιστορική παράδοση, αλλά μία ελεγμένη και αξιόπιστη παράδοση (wohl glaublich).

γ. Έτσι ελέγχεται αβάσιμη η άποψη του Warnecke, ότι ο Παύλος κατά την μεταφορά του από την Καισάρεια της Παλαιστίνης στην Ρώμη (φθινόπωρο-χειμώνας 59-60 μ.Χ.) προσάραξε και στη Νικόπολη. Και δεν απομένει σε μας, παρά να προσυπογράψωμε την επισήμανση του L. Oberlinner, ότι «μόνο μία μετά το κεφ. 28 των Πράξεων αποστολική δραστηριότητα του Παύλου εξηγεί τις Ποιμαντικές Επιστολές». Την εκδοχή αυτή υποστηρίζει και ο Ε. Ε. Ellis.

δ. Μετά την επίσκεψή του στην Νικόπολη ευρίσκεται πάλι στην Ρώμη δέσμιος. Από την Ρώμη γράφει την Β΄ προς Τιμόθεον επιστολή του (66 μ.Χ.), που είναι γεμάτη πληροφορίες για την μεταξύ των δύο επισκέψεών του στην Ρώμη περίοδο δράσης του (64-66 μ.Χ.).

* * *

Συμπέρασμα

Όλα αυτά (που είπαμε πιο πάνω) μαρτυρούν, ότι ο απόστολος Παύλος επήγε στην Νικόπολη και πέρασε εκεί τον χειμώνα 65-66 μ.Χ.

Παρ’ όλα αυτά μερικοί επιμένουν στο ερώτημα: Άραγε υλοποιήθηκε το πρόγραμμα; Η μήπως και «ενέκοψεν αυτόν ο σατανάς», όπως είχε συμβή άλλοτε, τότε που εσκόπευε να πάει στην Θεσσαλονίκη (Α’ Θεσσαλ. 2:18);

Την όποια έλλειψη των όποιων ο καθένας μπορεί να επιθυμεί μαρτυριών συμπληρώνει η τοπική παράδοση, που έμεινε στην συνείδηση του λαού της Ηπείρου 2000 χρόνια απαραχάρακτη. Και, αντίθετα στις κατά καιρούς απόψεις των επιστημόνων ερμηνευτών, τονίζει ότι το πρώτο κήρυγμα του αποστόλου Παύλου στον δρόμο του για την Νικόπολη έγινε στο «Λιθάρι» (15 χιλιόμετρα ανατολικά της Νικόπολης) σε τόπο που δεν είναι δυνατή ούτε και ακούσια προσάραξη πλοίου· σε τόπο, που ήταν και είναι αγροτικός· γη ακαλλιέργητη· και, σε μεγάλη απόσταση ελώδης.

Το Λιθάρι δεν είναι ένα κάποιο μέρος με μία εκκλησία προς τιμήν του απ. Παύλου και με ένα κάποιο λαϊκό προσκύνημα! Αυτά είναι δυνατό να συμβούν παντού. Για το Λιθάρι είναι απόλυτα σαφής η τοπική λαϊκή παράδοση, ότι εκεί, ερχόμενος από την Μακεδονία και πριν φθάσει στην Νικόπολη, έγινε το πρώτο κήρυγμα του αποστόλου για τον Χριστό· και εκεί εδημιουργήθηκε η «απαρχή» της Ηπείρου. Κάποιοι από τους εκεί ακροατές του (πόσοι να ήσαν άραγε όλοι-όλοι; τρείς; πέντε;) επίστευσαν στον Κύριο της Δόξης.

 

Τελικό συμπέρασμα:

Απ’ όλα όσα είπαμε, για μια ακόμη φορά τεκμηριώνεται, ότι οι παλαιές λαϊκές παραδόσεις έχουν πολύ ισχυρό πυρήνα ιστορικής αλήθειας. Για ανάλογη περίπτωση ο G. G. Findlay παρατηρεί: here tradition should be at its strongest.

Τα τάχα πορίσματα μερικών περί διά θαλάσσης κατά την πορεία προς Ρώμη, σε συνδυασμό με την προσάραξη στην Μελίτη, διέλευση, ή και μή, του αποστόλου Παύλου και από την Νικόπολη, είναι συσχετισμοί αστήρικτοι.

Έτσι, σαν η μόνη σωστή και η μόνη δυνατή περίπτωση μας απομένει, ότι ο απόστολος επήγε στην Νικόπολη από την Θεσσαλονίκη διά ξηράς, ακολουθώντας ένα από τους δρόμους που οδηγούν και σήμερα από την Θεσσαλονίκη στα Ιωάννινα και από εκεί στην Νικόπολη.

Σημειώνομε εδώ ως εκ περισσού, ότι – κατά εκδοχή υποστηρίζει και ο πολύς W. Μ. Ramsay- ο Παύλος συνελήφθη στην Νικόπολη, εκεί εκήρυττε την απαγορευμένη θρησκεία του Ιησού και εστάλη στην Ρώμη, όπου και έλαβε το 67 μ.Χ. τον στέφανο του μαρτυρίου.


Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025

Ὁ Παπισμὸς εἶναι πρόδρομος τοῦ Ἀντιχρίστου!


  










 Ο ΑΓΙΑΣΜΕΝΟΣ Γέροντας π. Φιλόθεος Ζερβάκος ἤξερε πολὺ καλὰ τί εἶναι (καὶ) ὁ αἱρετικὸς Παπισμός. Ἔγραψε: «Καὶ τοῦτο διότι κυριευθεὶς ὁ πάπας ὑπὸ ἀλαζονείας καὶ ἐπάρσεως καὶ θέλων νὰ γίνη ἀνώτερος ἐξουσιαστὴς τῆς Ἐκκλησίας καὶ πολιτείας ἔσχισε τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ… Οἱ παπολάτραι ὑπέπεσαν εἰς πολλὰς κακοδοξίας καὶ αἱρέσεις μεταστρέψαντες ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. ἀντὶ τοῦ βαπτίσματος μεταχειρίζονται τὸ ράντισμα, Ἀντὶ τοῦ μυστηρίου τῆς μεταλήψεως μεταχειρίζονται ἑβραϊκὰ ἄζυμα. Ἀνέτρεψαν τὰς νηστείας, οὔτε εὐχέλαιον , οὔτε ἁγιασμὸν δύνανται νὰ ποιήσουν, διότι εἶναι ἀφορισμένοι, δι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἁγιασμός των δὲν διατηρεῖται…
 Δὲν παραλείπω δὲ νὰ ἀναφέρω καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶδον ἰδίοις ὄμμασιν ὅτε μετέβην εἰς Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως. Ὅτε ὁ αὐτοκράτωρ Κων/πόλεως Μιχαὴλ καὶ πατριάρχης Βέκκος παπολάτραι μετέβησαν κατὰ τὸ ἔτος 1170-1200 εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος ἐβίαζαν τοὺς μοναχοὺς νὰ δεχθοῦν τὸν παπισμὸν καὶ νὰ συλλειτουργήσουν μὲ τοὺς παπιστάς. Ὅσοι ἐδέχθησαν καὶ συλλειτούργησαν τὰ σώματά των μένουν ἄλυτα ὡς ἀφορισμένα πνέοντα δυσωδίαν· ὅσοι δὲ δὲν ἐδέχθησαν καὶ ἐθανατώθησαν ὑπὸ τῶν παπιστῶν, τούτων τὰ σώματα πνέουν ἄρρητον εὐωδίαν. Εὔχομαι ὅπως ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος φωτίση τὸν νοῦν σας, σᾶς ἐνισχύση καὶ ἀποτινάξητε τὸν ὕπνον τῆς πλάνης καὶ ραθυμίας καὶ προσέλθετε εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν οἱ σημερινοὶ Ἀρχιερεῖς δὲν σεβασθοῦν τὰς ἀποφάσεις, τοὺς κανόνας καὶ τὰς παραδόσεις τῶν θείων Ἀποστόλων καὶ Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τὰς καταφρονοῦν, ποῖος, ποὺ καλῶς φρονεῖ, θὰ σεβασθῆ τὰς ἰδικάς των;»! 
Ὁ ἀείμνηστος ἁγιασμένος Γέρων, ὑπῆρξε ἕνας μεγάλος ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἁγιοκαταταχθεῖ, διότι «δυσφημεῖ» τὸν «ἀγαπητὸ ἀδελφὸ» τοῦ Βαρθολομαίου, τὸν «Πάπα»!

Μέγα σχίσμα ἢ μέγα λάθος;;;Σύντομη απάντηση σε ένα παραπλανητικό κείμενο.




Εισαγωγικά

Με τον  εντυπωσιακόν  τίτλον «Μέγα σχίσμα ἢ μέγα λάθος;»δημοσιεύθηκε την 13ην Ιανουαρίου 2025 στο ιστολόγιον «fosfanariou.gr» άρθρο του γνωστού θεολόγου και πρώτου διευθυντού της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης (1962-2008) Αλεξάνδρου Κ. Παπαδερού.

Το κείμενο

 Συμφώνως προς τον κ. Παπαδερό: «Ο καθηγητής Γρηγόριος Λαρεντζάκης μετά από ενδελεχείς μελέτες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τότε, το 1054 στην Κωνσταντινούπολη δεν έγινε το λεγόμενο «Μέγα Σχίσμα» των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως, δηλ. δεν καταδίκασε με αναθεματισμό η μία Εκκλησία την άλλη, αλλά έγινε επιδείνωση των σχέσεών των και της αποξενώσεώς των. Οι αναθεματισμοί έγιναν από συγκεκριμένα πρόσωπα και αφορούσαν αυτά τα συγκεκριμένα πρόσωπα, δηλ. κυρίως τον Καρδινάλιο Ουμβέρτο και τον Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο και όχι τις Εκκλησίες. Το συμπέρασμα των ερευνών του Καθηγητού Γρηγορίου Λαρεντζάκη… κρίνεται ως αναγκαία αφετηρία νέας έρευνας των γεγονότων και απαρχή για την πορεία προς αναβίωση της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως, μετά από την λύση και των προβλημάτων που ακόμα υπάρχουν μεταξύ των». Έτσι «διοργανώνει ο Σύνδεσμος των καθηγητών της Εκκλησιαστικής Ιστορίας όλων των Θεολογικών Σχολών των Πανεπιστημίων της Αυστρίας σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Ιστορίας και Θεολογίας των Ανατολικών Εκκλησιών της Θεολογικής Σχολής της Βιέννης και με το Ίδρυμα ΠΡΟ ΟΡΙΕΝΤΕ… Διεθνές… Συμπόσιο στις 16 και 17 Ιανουαρίου 2025 στην Βιέννη… Το θέμα είναι: 1054 – έγινε πράγματι το “Σχίσμα” μεταξύ της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας;… Διότι, εάν γίνει γενικά αποδεκτό το συμπέρασμα των ερευνών του Λαρεντζάκη ότι δεν υπήρξε Σχίσμα του 1054, ο Οικουμενικός Διάλογος για την ενότητα των Εκκλησιών λαμβάνει εντελώς νέα προοπτική επιτυχίας».

 

Απάντηση.

Υπενθυμίζομεν, ότι το ανάθεμα του 1054 δεν ήτο καρπός προσωπικής εμπαθείας του Μιχαήλ Κηρουλαρίου κατά του Ουμβέρτου και της ακολουθίας του. '

Ο μακαριστός π.Σπυρίδων Μπιλάλης στο βιβλίο του ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ και Παπισμός γράφει τα εξής:

"Ο πατριάρχης Μιχαήλ τη 20η 'Ιουλίου 1054 συνεκάλεσεν εν Κωνσταντινουπόλει ενδημούσαν Σύνοδον και καθυπέβαλεν αναθέματι το επί της αγίας Τραπέζης της 'Αγίας Σοφίας «ριφθέν παρά των δυσσεβών ανόσιον έγγραφον και μυσαρόν», αναθεματίσας πάντας τους αποδεχομένους τας εν αυτώ   περιεχομένας παπικάς πλάνας περί πρωτείου και Filioque.

ΤΟ ΑΝΑΘΕΜΑ κατά των εμμενόντων εις τας πλάνας των παπικών εξεφωνήθη μεν εν Κωνσταντινουπόλει, την ενέργειαν όμως του Μιχαήλ Κηρουλαρίου ενέκριναν και τα άλλα 'Ορθόδοξα Πατριαρχεία της 'Ανατολικής 'Εκκλησίας. 'Αλλά και ο παπικός απεσταλμένος Ουμβέρτος ανεθεμάτισε τον Μιχαήλ και πάντας τους μη αποδεχομένους το Filioque και τας άλλας παπικάς καινοτομίας. 

Οι εκατέρωθεν αναθεματισμοί του 1054 δεν προήλθον εκ προσωπικών ανταγωνισμών, αλλ' εκ της συγκρούσεως της ορθοδόξου πίστεως προς την πεπλανημένην διδαχήν της παπικής 'Εκκλησίας. 'Επομένως, δεν ευσταθεί το επίσημον ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά το οποίον «τα αναθέματα εκατέρωθεν περιωρίσθησαν εις τα πρωταγωνιστήσαντα πρόσωπα και δεν ανεφέροντο εις τας δύο 'Εκκλησίας Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, αι οποίαι και μετά ταύτα δεν διέκοψαν την εκκλησιαστικήν κοινωνίαν, ουδέ υπήρξαν τα γεγονότα ταύτα η οριστική επισφράγισις του μεταξύ 'Ανατολής και Δύσεως Σχίσματος» . '

Η ρήξις μεταξύ 'Ανατολής και Δύσεως υπήρξεν οριστική τω 1054, αποτελεί δε καινοφανή θεωρίαν, μη ερειδομένην επί των πορισμάτων της 'Εκκλησιαστικής 'Ιστορίας, η γνώμη του Φαναρίου, ότι αι δύο 'Εκκλησίαι Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, «και μετά ταύτα δεν διέκοψαν την εκκλησιαστικήν κοινωνίαν». 'Η οριστική διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας φαίνεται και εκ των ατελευτήτων δραματικών αποπειρών ενώσεως των δύο 'Εκκλησιών. Πάντως, η ανιστόρητος αύτη πατριαρχική θεωρία περί εκκλησιαστικών σχέσεων μεταξύ 'Ανατολής και Δύσεως και μετά το Σχίσμα του 1054, εξηγεί την ευκολίαν μετά της οποίας ο πατριάρχης 'Αθηναγόρας έσπευσεν εις την άρσιν του κατά της Ρώμης αναθέματος προ της άρσεως των πλανών υπό της παπικής 'Εκκλησίας".

 ΤΟ ΛΑΤΙΝΙΚΟΝ κατά της 'Ορθοδόξου 'Εκκλησίας ανάθεμα, κρινόμενον από απόψεως ουσίας, ουδέποτε εβάρυνε την ορθόδοξον εκκλησιαστικήν συνείδησιν, εφ' όσον ο Μιχαήλ Κηρουλάριος, κατά του οποίου πρωτίστως εξετοξεύθη το ανάθεμα, υπήρξε Πατριάρχης κατά πάντα ορθόδοξος. 'Η 'Ορθοδοξία, διατηρούσα αλώβητον την πίστιν του Χριστού, ουδέποτε επτοήθη εκ του παπικού αναθέματος. 'Η μάχαιρα του ρωμαικού αναθέματος απεδείχθη ανίσχυρος να τραυματίση την 'Ορθόδοξον 'Εκκλησίαν του Χριστού, την προβάλλουσαν αείποτε «τον θώρακα της πίστεως» (Αʹ Θεσ. εʹ 8).

Και εάν ακόμη δεν υπήρχε το ανάθεμα του Μιχαήλ Κηρουλαρίου κατά της παπικής 'Εκκλησίας, η 'Εκκλησία αύτη, ως αλλοιώσασα την πίστιν των αγίων 'Αποστόλων και των θεοφόρων Πατέρων και διδάξασα την πλάνην του Filioque και άλλας καινοτομίας, υπόκειται αυτομάτως τω υπό των Οικουμενικών Συνόδων προβλεπομένω αναθέματι.

'Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός Βʹ γράφει εν προκειμένω: «Πρώτη και μεγίστη τόλμα των 'Ιταλών η εν τω αγίω Συμβόλω της πίστεως απηγορευμένη προσθήκη· όπερ, ίνα μη ποτε αποτολμηθή, αναθέματι αιωνίω αι Οικουμενικαί και άγιαι Σύνοδοι τους τολμήσαντας καθυπέβαλον» .

 Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι προβλέπουν αιώνιον ανάθεμα διά πάσαν τυχόν προσθήκην και νοθείαν του ιερού Συμβόλου της πίστεως.

' ΤΟ ΛΑΤΙΝΙΚΟΝ κατά της 'Ορθοδόξου 'Εκκλησίας ανάθεμα, κρινόμενον από απόψεως ουσίας, ουδέποτε εβάρυνε την ορθόδοξον εκκλησιαστικήν συνείδησιν, εφ' όσον ο Μιχαήλ Κηρουλάριος, κατά του οποίου πρωτίστως εξετοξεύθη το ανάθεμα, υπήρξε Πατριάρχης κατά πάντα ορθόδοξος. 'Η 'Ορθοδοξία, διατηρούσα αλώβητον την πίστιν του Χριστού, ουδέποτε επτοήθη εκ του παπικού αναθέματος. 'Η μάχαιρα του ρωμαικού αναθέματος απεδείχθη ανίσχυρος να τραυματίση την 'Ορθόδοξον 'Εκκλησίαν του Χριστού, την προβάλλουσαν αείποτε «τον θώρακα της πίστεως» (Αʹ Θεσ. εʹ 8). 'Ορθώς παρατηρεί εν προκειμένω ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός Βʹ (1222-1240), απευθυνόμενος προς τον πάπαν Ρώμης Γρηγόριον Θʹ: «'Ημείς οι Γραικοί άπληγές εσμεν και ατραυμάτιστοι εκ της μαχαίρας του αναθέματος· κατά δε 'Ιταλών και Λατίνων οξύτατα φέρεται...» . 'Ο Π. Τρεμπέλας, χαρακτηρίζων άξιον περιφρονήσεως το λατινικόν ανάθεμα του 1054, ερωτά: «Τι θα εσήμαινε, λοιπόν, διά την 'Εκκλησίαν μας, εάν δεν ήρετο ολοτελώς το κατ' αυτής υπό αυθάδους τινός καρδιναλίου εξαπολυθέν γελοίον τούτο και όλως αστήρικτον και ανεδαφικόν ανάθεμα;»

(πηγή; βιβλίο του π.Σπυρίδωνος Μπιλάλη  -«ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ  ΠΑΠΙΣΜΟΣ»)

 π.Δ.Α

Το Σχίσμα του 1054 και τα δύο άγνωστα Σχίσματα της Καθολικής και της Ορθόδοξης Εκκλησίας


Το Ακακιανό Σχίσμα (484-519), το Φωτίειον (ή Φώτειο) Σχίσμα (867-879) και το οριστικό Σχίσμα του 1054 – Οι προσπάθειες επανένωσης των Εκκλησιών

  

Τι είναι το Σχίσμα; - Οι διαφορές των δύο Εκκλησιών

Ο όρος Σχίσμα (αγγλ. Schism, γαλλ. Schisme, γερμαν. Schisma ή Schisma Kirchliche, Σχίσμα των Εκκλησιών) δηλώνει τη διάσπαση της ενότητας της Χριστιανικής Εκκλησίας. Κατά τους πρώτους αιώνες, ο όρος αυτός δήλωνε τις ομάδες που είχαν αποσχιστεί από τη Χριστιανική Εκκλησία και είχαν ιδρύσει άλλες, ανταγωνιστικές προς αυτή, διαφωνώντας όμως σε δευτερεύοντα ζητήματα και όχι σε θέματα ορθής πίστης.

Σταδιακά, άρχισαν να παρουσιάζονται διαφορές ανάμεσα στους Χριστιανούς της Δύσης και της Ανατολής, τόσο σε θέματα εκκλησιαστικής διοίκησης, ερμηνείας της Ιεράς Παράδοσης και, κυρίως, ως προς τον τρόπο τέλεσης της θείας λατρείας. Έτσι, ενώ στην Ανατολική Εκκλησία η δομή της διοίκησης αναπτύχθηκε δημοκρατικά (οι Επίσκοποι είναι ίσοι μεταξύ τους, ενώ ανώτατη εκκλησιαστική αρχή είναι η Οικουμενική Σύνοδος), στη Δυτική Εκκλησία αναπτύχθηκε σε πιο προσωποκεντρική, «μοναρχική» βάση (ο Πάπας θεωρείται η ανώτατη Αρχή και σ’ αυτόν υπάγονται όλοι οι Επίσκοποι και όλες οι Σύνοδοι). Αλλά και η χριστιανική διδασκαλία εξελίχθηκε διαφορετικά στη Δυτική Εκκλησία, ερμηνεύτηκαν διαφορετικά τα επακόλουθα του προπατορικού αμαρτήματος, ενώ προστέθηκε και η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό (Filioque). Αλλά και η εισαγωγή ορισμένων καινοτομιών στη Δυτική Εκκλησία (διαφορετικός τρόπος νηστείας, χρήση αγαλμάτων σε ναούς, υποχρεωτική αγαμία για όλο το ιερατικό Σώμα κ.ά.) δημιούργησε ένα κλίμα διαρκούς αντιπαράθεσης με την Ανατολική Εκκλησία.

Το Ακακιανό Σχίσμα (484-519)

Το Α’ Σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών, γνωστό και ως «Ακακιανό», από το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ακάκιου (471/472-488/489) έγινε το 484 μ.Χ. και διήρκεσε ως το 519 μ.Χ., όταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Ιουστίνος Α’. Όπως γράφει ο ομότιμος Καθηγητής Μεσαιωνικής και Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Αλέξιος Γ.Κ. Σαββίδης, στο περιοδικό «MESOGEIOS, Mediterranée», 38 (2023) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΗΡΟΔΟΤΟΣ, το Α’ Σχίσμα προκλήθηκε από την ασυνεννοησία των δύο πλευρών πάνω σε θρησκευτικά και δογματικά ζητήματα.

Ο Πάπας της Ρώμης, που μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στα «βαρβαρικά» γερμανικά φύλα, είχε βρεθεί ουσιαστικά έγκλειστος στη Ρώμη και αναγκάστηκε να αναπτύξει στενότερες σχέσεις με την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ωστόσο, επέμενε στην αναγνώριση από τον Πατριάρχη «Νέας Ρώμης» (Κωνσταντινουπόλεως) των «περί πρεσβειών πρωτείων» του ίδιου, αφού καθώς υποστήριζε ο Πάπας, η Δυτική ήταν αρχαιότερη της Ανατολικής Εκκλησίας, ενώ οι Πάπες ήταν ουσιαστικά οι διάδοχοι του Χριστού, διαμέσου των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (ο Πέτρος θεωρείται ο πρώτος Πάπας Ρώμης). Έτσι, σύμφωνα με τους Δυτικούς, ο προκαθήμενος Ποντίφικας (Pontifex) της Ρώμης θα έπρεπε να προΐσταται και των δύο Χριστιανικών Εκκλησιών.

 Το 484 μ.Χ. ο Πάπας Φήλιξ Γ’ αναμείχθηκε στις ενδοβυζαντινές θρησκευτικές διαμάχες Ορθοδόξων-Μονοφυσιτών, τις οποίες ο αυτοκράτορας Ζήνων είχε προσπαθήσει να γεφυρώσει με το «Ενωτικόν» διάταγμα του 482. Αυτό προκάλεσε το λεγόμενο «Ακακιανό» Σχίσμα. Η ρήξη αυτή στις εκκλησιαστικές σχέσεις Ανατολής-Δύσης άρθηκε μετά από 35 χρόνια, το 519, χωρίς να υπάρξουν συνέπειες στις σχέσεις των δύο Εκκλησιών.

 

Το «Φωτίειον» ή «Φώτειον» ή «Μικρό» Σχίσμα





Από τότε ως τα τέλη του 8ου μ.Χ. αιώνα, οι σχέσεις των δύο Εκκλησιών ήταν καλές. Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν από το 800 μ.Χ. Τα Χριστούγεννα του έτους αυτού, ο Πάπας Λέων Γ’ έστεψε στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης, τον Κάρολο τον Μέγα (Καρλομάγνο) ως πρώτο Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επρόκειτο ουσιαστικά για ενός είδους ανασύσταση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Πάπας πλέον τάχθηκε ανοιχτά με τους Φράγκους θέλοντας να ενισχύσει τη θέση του και να επιβληθεί ως πρωθιεράρχης της Χριστιανικής Εκκλησίας. Έτσι άρχισαν να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για τη ρήξη μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας.

Η αφορμή δεν άργησε να έρθει, με την απομάκρυνση από τον Πατριαρχικό Θρόνο Κωνσταντινουπόλεως του Ιγνάτιου και την άνοδο σε αυτόν του ευρυμαθή και σοφού Φώτιου. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιγνάτιος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τον Καίσαρα Βάρδα κατηγορούμενος για συνωμοσία εναντίον του ανήλικου τότε Μιχαήλ (857). Το 858 αντικαταστάθηκε από τον προερχόμενο από την τάξη των λαϊκών Φώτιο, ο οποίος μέσα σε λίγες μέρες «ανήλθε» όλα τα μεγάλα εκκλησιαστικά αξιώματα και το 858 χειροτονήθηκε Πατριάρχης από τον Μητροπολίτη Συρακουσών Γρηγόριο Ασβεστά. Το 859, ο αντιδυτικός Φώτιος συγκάλεσε Σύνοδο στην οποία αναθεμάτιζε τον Ιγνάτιο. Οι Ιγνατιανοί που τελούσαν υπό διωγμό, στράφηκαν στη Ρώμη. Ο τότε Πάπας Νικόλαος Α’ καταδίκασε την εκλογή του Φώτιου επειδή έγινε χωρίς την έγκρισή του και γιατί ήταν λαϊκός. Όμως η Πρωτοδευτέρα Σύνοδος της Κων/πολης (861) στην οποία συμμετείχαν και παπικοί αντιπρόσωποι αναγνώρισε την εκλογή του Φώτιου.

Το 863 ο Πάπας Νικόλαος Α’ συγκάλεσε νέα Σύνοδο στο Λατερανό (ανάκτορο της Ρώμης, κατοικία των Παπών τότε) που καταδίκασε τους παπικούς αντιπροσώπους που μετείχαν στη Σύνοδο του 861 και αναγνώρισε ως «κανονικό» Πατριάρχη τον Ιγνάτιο. Στο μεταξύ, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ’ περιόρισε τις κτήσεις του Πάπα στην Κάτω Ιταλία ενώ ο Φώτιος το 863/864 βοήθησε τους Κύριλλο και Μεθόδιο να εκχριστιανίσουν τους Σλάβους της Κεντρικής Ευρώπης και ενέταξε (864/865) τους Βούλγαρους στο Ορθόδοξο Χριστιανικό Δόγμα, λίγο πριν να προσχωρήσουν στους Δυτικούς. Το 867 ανέβηκε πραξικοπηματικά στον θρόνο ο Βασίλειος Α' ο ιδρυτής της Μακεδονικής Δυναστείας. Αυτός καθαίρεσε τον Φώτιο, με το πρόσχημα ότι αρνήθηκε να τον κοινωνήσει, καθώς δολοφόνησε τον Μιχαήλ Γ’ και επανέφερε τον Ιγνάτιο στον θρόνο. Ουσιαστικά όμως έκανε άνοιγμα προς τον Πάπα, θέλοντας να τον έχει σύμμαχο στις επεκτατικές ενέργειες των Φράγκων. Ο νέος Πάπας Αδριανός Β’ (867-872), αφού εξέτασε τα νέα δεδομένα ζήτησε από τον Βασίλειο τη σύγκληση μεγάλης Συνόδου. Πραγματικά, συγκλήθηκε η Δ’ Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως (869-870) την οποία η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία θεωρεί Οικουμενική. Αυτή έκαψε τα πρακτικά της Συνόδου που είχε συγκαλέσει το 867 ο Φώτιος και τον αναθεμάτισε. Ωστόσο σύντομα ο Βασίλειος χρειάστηκε τον Φώτιο και τον ανακάλεσε από την εξορία. Οι σχέσεις Φώτιου και Ιγνάτιου εξομαλύνθηκαν και ο πρώτος διαδέχτηκε τον δεύτερο στον θρόνο μετά τον θάνατό του (877).

 

Ο Βασίλειος ο Μακεδών συγκάλεσε νέα Σύνοδο στον ναό της Αγίας Σοφίας το 879. Σ’ αυτή συμμετείχαν και αντιπρόσωποι του νέου Πάπα Ιωάννη Η’ (877-882). Η Σύνοδος ανακάλεσε τις αποφάσεις της Συνόδου του 869 και αναγνώρισε ως Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον Φώτιο. Έτσι τελείωσε και το «Μικρό» Σχίσμα, την έναρξη του οποίου κάποιοι τοποθετούν στο 863 μ.Χ. και άλλοι, οι περισσότεροι, στο 867 μ.Χ.

 

Το «οριστικό» ή «Μεγάλο» Σχίσμα (1054 μ.Χ.)

Η «αντιπαράθεση» που διατηρείται μέχρι σήμερα είναι αυτή που χρονολογείται από το 1054 μ.Χ. Αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν τότε ο Κωνσταντίνος Θ’ Μονομάχος και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Μιχαήλ Κηρουλάριος (1043-1059). Αυτός θέλησε να αντιμετωπίσει δυναμικά τις προσπάθειες του Πάπα Λέοντα Θ’ (1049-1054) να επιβάλει τις «καινοτομίες» της Δυτικής Εκκλησίας στις βυζαντινές κτήσεις της Κάτω Ιταλίας που, εκτός των άλλων, κινδύνευαν από τους Νορμανδούς.

 

Ο Κηρουλάριος αντέδρασε δυναμικά και έστειλε μέσω του Αρχιεπισκόπου Αχρίδος Λέοντος, επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο Τρανίας Ιωάννη, με την οποία καταδίκαζε τις «καινοτομίες» της Δυτικής Εκκλησίας. Ο καρδινάλιος Ουμβέρτος ανέλαβε να ενημερώσει τον Λέοντα Θ’ που είχε φυλακιστεί από τους Νορμανδούς. Αυτός τον όρισε επικεφαλής αποστολής που πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να παραδώσει επιστολές στον αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη, με τις οποίες διεκδικούσε την υπαγωγή των Εκκλησιών Βουλγαρίας και Ιλλυρίας στη δικαιοδοσία του και αμφισβητούσε τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη που εκτιμούσε ότι είχε οικειοποιηθεί ο Κηρουλάριος. Όταν ο Ουμβέρτος έμαθε ότι ο Λέων Θ’ είχε πεθάνει, αποφάσισε να επισπεύσει τις κινήσεις του.

Στις 16 Ιουλίου 1054, παρουσία του Κωνσταντίνου Θ’ και του Κηρουλάριου, τοποθέτησε προκλητικά στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας, αφορισμό κατά του Κηρουλάριου και των υποστηρικτών του. Ο Πατριάρχης συγκάλεσε ενδημούσα Σύνοδο (επρόκειτο για Σύνοδο όπου συμμετείχαν και Αρχιερείς άλλων Μητροπόλεων που τύχαινε να βρίσκονται στην Κων/πολη), η οποία ανταφόρισε και αναθεμάτισε τους συντάκτες του αφορισμού του και όσους συμφωνούσαν μ’ αυτόν (24 Ιουλίου 1054). Έπειτα ζήτησε από τους Πατριάρχες της Ανατολής να αποδεχθούν τις αποφάσεις της ενδημούσας Συνόδου. Έτσι οριστικοποιήθηκε το Σχίσμα των δύο Εκκλησιών και μεγάλωσε το μίσος μεταξύ Βυζαντινών και Φράγκων. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1204 και τα αίσχη που έγιναν από αυτούς, έκαναν το μίσος αγεφύρωτο.

Οι προσπάθειες για άρση του Σχίσματος

Το 1261 ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος απελευθέρωσε την Κωνσταντινούπολη από τους Λατίνους. Ωστόσο, το μίσος μεταξύ Ανατολής-Δύσης παρέμενε άσβεστο. Αν και η Ένωση των δύο Εκκλησιών υπογράφτηκε το 1274 (Σύνοδος της Λιόν) από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο, παρέμεινε κενό γράμμα, καθώς οι Ορθόδοξοι ήταν αμετακίνητοι από τις θέσεις τους και μάλιστα ο Μιχαήλ τάφηκε στη Θράκη χωρίς να ψαλεί νεκρώσιμη λειτουργία. Είχε πεθάνει ως «λατινόφρων». Στη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) όταν αυτοκράτορας ήταν ο επίσης φιλοδυτικός Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος, υπογράφτηκε ξανά η ένωση όμως η αντίδραση των περισσότερων Ορθόδοξων κληρικών και της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ορθόδοξων πληθυσμών της αυτοκρατορίας, την απέτρεψε.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453, η παπική Εκκλησία μέσω της Ουνίας προσπάθησε να προσεταιριστεί ορθόδοξους πληθυσμούς, με προσηλυτιστικές ενέργειες μοναχών οι οποίοι είχαν σταλεί στην Ανατολή. Αλλά και στη Δυτική Εκκλησία τον 16ο αιώνα υπήρξε Σχίσμα με την απόσχιση των Προτεσταντών. Έτσι σήμερα η Χριστιανική Εκκλησία είναι χωρισμένη σε Ορθόδοξους, Ρωμαιοκαθολικούς και Προτεστάντες.

 

Το 1965 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ ανακάλεσαν τους αφορισμούς του Μιχαήλ Κηρουλάριου και του Πάπα Λέοντα Θ’ στα Ιεροσόλυμα. Προσπάθειες επανένωσης των δύο Εκκλησιών, Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής συνεχίζουν να γίνονται ίσως πιο εντατικά τα τελευταία χρόνια, ενώ οι Προτεστάντες μετέχουν ενεργά στο κίνημα του Οικουμενισμού, που επιδιώκει την ενότητα του χριστιανικού κόσμου.