Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ (Σχίσμα: Όχι πλάνη νού , επιμονή θελήσεως)



 

Του π. Διονυσίου (Σλιόνοφ)

 

Καθηγουμένου τῆς Σταυροπηγιακῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Στρατηλάτου Μόσχας, Καθηγητοῦ τῆς Ἕδρας Φιλολογίας τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας Μόσχας, Δρ. Θεολογίας

Εισαγωγικά.

Ο π. Διονύσιος Σλιόνοφ αποτελεί σημαντική φυσιογνωμία της σύγχρονης ρωσικής θεολογίας και κανονικής επιστήμης. Το κείμενο που δημοσιεύουμε  αποτελεί μέρος της ευρύτερης συμβολής του στον διάλογο περί του πρωτείου τιμής έναντι του πρωτείου εξουσίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς και στην ανάλυση των σχέσεων μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των άλλων τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ιδίως μετά την κρίση του 2018 στο Ουκρανικό ζήτημα.

Η προσέγγισή του χαρακτηρίζεται από:

  • Βαθιά γνώση της πατερικής και βυζαντινής γραμματείας
  • Εξειδίκευση στην εκκλησιαστική ιστορία και κανονικό δίκαιο
  • Κριτική στάση απέναντι σε θεωρίες που υποστηρίζουν την ανάδυση "πρωτείου εξουσίας" εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου
  • Έμφαση στην αρχή της αρμονίας ως θεμέλιο της εκκλησιαστικής ενότητας

 


Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βιώνει σήμερα ἕνα μεγάλο σχίσμα, ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ τὶς μονομερεῖς ἐνέργειες τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ὡστόσο ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, καὶ κόμη καὶ στὴν περίπτωση, ποὺ ἕνα τμῆμα ἀποκόπτεται ἀπ' αὐτή, δὲν χάνει τὴν ἑνότητά της.

Ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν (πρβλ. Ἰω. 17, 21), μᾶς διδάσκει ὁ Σωτὴρ Χριστός. Ἐπίσης ἀναγιγνώσκουμε καὶ ψάλλουμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Πιστεύω εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν».

Ἡ ἑνότητα εἶναι μία ἐκ τῶν κομβικῶν διοτήτων τῆς Ἐκκλησίας. Μία ἄλλη παρόμοια διότητα εἶναι ἡ καθολικότητα. Ἐκτὸς τῆς ἑνότητας καὶ τῆς καθολικότητας ἡ διάρθρωση τῆς Ἐκκλησίας δύναται νὰ περιγραφεῖ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας. Ἀπὸ αὐτὴς τῆς ἔννοιας θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὸ πλαίσιο αὐτῆς τῆς συντόμου ἐπισκοπήσεώς μας.

Ἡ ἁρμονία προβλέπει τὴν συνύπαρξη ἑνίων τμημάτων τοῦ συνόλου σὲ συμφωνία μεταξύ τους. Τὰ ἐν λόγῳ τμήματα δύνανται νὰ διαφέρουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μεταξύ τους, νὰ ἀγνοοῦν ἢ νὰ πολεμοῦν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Τὰ τμήματα τῆς ἁρμονίας ὀφείλουν νὰ συνυπάρχουν βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἀλληλοσυμπληρώσεως, καθὼς καὶ σὲ ἀλληλοβοήθεια καὶ σὲ ἀμοιβαία συμφωνία.

Σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ Liddell H.G., Scott R. ἡ λέξη «ἁρμονία» εἶναι ἄκρως πολυσήμαντη: μέσον πρὸς συναρμογή, συμφωνία, τάξις κ.ο.κ.¹

Ἡ ἁρμονία εἶναι ἀρχαία λέξη, ποὺ χρησιμοποιήθηκε στὴν Ὁμηρικὴ ποίηση², τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ποίηση³ καθὼς καὶ ὡς αἰσθητικὴ κατηγορία. Ἡ ποίηση ὡς πεδίο λεκτικῆς δημιουργίας κατὰ τὸ μέγιστο δυνατὸν προσεγγίζει τὴν μουσική. Ὁ Πυθαγόρας ἄκουσε τὴν «μελῳδικὴν ἁρμονίαν» ὅταν περιῆλθε σὲ κύστα σφαίρης⁴. Ὁ φιλόσοφος Ἐμπεδοκλῆς δίδασκε περὶ τῆς οἰκουμενικῆς ἁρμονίας τοῦ παντός, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἁρμονίας τῶν ἀστέρων⁵.

Ὁ Φιλόλαος προσδιόριζε τὴν ἁρμονία ὡς «συνδυασμὸν» ἢ «μεῖγμα» τῶν «ἐναντίων» ἀρχῶν⁶. Ὁ Πλάτων ὡς ἁρμονία κατανοοῦσε τὴν πνευματικὴ «θείαν» ἀρχὴ τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν (εἰδῶν), ἡ λύρα ποὺ ἦταν ὄργανο γιὰ τὴν παραγωγὴ χορδῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται σὲ ἁρμονία, ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς γήινης ἀρχῆς⁷.

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι συζητοῦσαν τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ψυχὴ ἦταν ἁρμονία καὶ δίναν ἀπ' αὐτὸ διαφορετικὰς ἀπαντήσεις⁸.

Στὸν Πλάτωνα ἀπαντᾶται ὁ ἄκρως σημαντικὸς ὁρισμὸς τῆς «ἁρμονίας» ὡς «συμφωνίας», ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καμία διαίρεση ἢ ἀντίθεση: «ἡ γὰρ ἁρμονία συμφωνία ἐστίν, συμφωνία δὲ ὁμολογία τις - ὁμολογίαν δὲ οὐ διαφερομένων, ὡς ἂν διαφέρωνται, δύνατον εἶναι· διαφερομένων δὲ οὐδ' ἂν εἰ μὴ ὁμολογοῖεν δύνατον ἁρμόσαι…»⁹.

Ὁ Ἀριστοτέλης ἐπίσης φαρμόζοντας τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἔναντι τῆς ψυχῆς γράφει ὅτι ἡ ἁρμονία εἶναι μίγμα ἐναντίων ἀρχῶν, ἀλλὰ στὴν ψυχὴ τέτοιες ἀρχαὶ δὲν ὑφίστανται¹⁰.

Στὴ χριστιανικὴ παράδοση ἡ ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἐφαρμοζόταν ἔναντι τοῦ συνδυασμοῦ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, γιὰ τὸν ὁποῖον ἕνας ἐκ τῶν πρώτων ἔγραψε ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυρας¹¹.

Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου ἐφάρμοσε τὸν ὅρο «ἁρμονία» ὡς πρὸς τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, χρησιμοποιῶντας τὴν ἔκφραση «ἁρμονία πατρός»¹².

Μὲ τὴ σειρὰ του ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρεὺς ἔγραψε ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ: «Τοῦτό ἐστι γώ, τοῦτο βούλεται ὁ θεός, τοῦτο συμφωνία ἐστί, τοῦτο ἁρμονία πατρός, τοῦτο υἱοῦ, τοῦτο Χριστός, τοῦτο ὁ λόγος τοῦ θεοῦ, βραχίων κυρίου, δύναμις τῶν ὅλων, τὸ θέλημα τοῦ πατρός»¹³.

Στοὺς μεταγενέστερους ἁγίους πατέρας καὶ χριστιανοὺς συγγραφεῖς ὁ ὅρος «ἁρμονία» χρησιμοποιεῖτο καὶ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς συνένωσης τῶν ἐναντίων καὶ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς πλήρους συμφωνίας τῶν στοιχείων ἢ τμημάτων, ποὺ συγκροτοῦν τὴν ἁρμονία.

Μετὰ τὴ σύντομη ἐπισκόπηση τῆς ἱστορίας τῆς ἔννοιας τῆς ἁρμονίας δύναται νὰ ἀναλυθεῖ μὲ παράδειγμα τὴ διάρθρωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατὰ τὴν α΄, τὴ β΄ καὶ στὶς ἀρχὰς τῆς γ΄ χιλιετίας.


Δύσις καἈνατολὴ τὴν α΄ χιλιετίαν (πρὸ τοῦ σχίσματος τοῦ 1054)

Στὶς σχέσεις τῆς Δυτικῆς (Ῥώμη) καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας (Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ λοιπὰ Πατριαρχεῖα) δύναται νὰ διαφανεῖ ὡρισμένη ἁρμονία. Τὴν πρώτη χιλιετία ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης στὴ Δύση, ὅπως καὶ ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως στὴν Ἀνατολὴ (ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν 4ο αἰ. μ.Χ.) πολάμβαναν συγκεκριμένα προνόμια, τὰ ὁποῖα δὲν παρεμπόδιζαν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα, ἀλλὰ συνέδραμαν στὴν ἐξασφάλιση τῆς ἐν λόγῳ ἑνότητας μέσα ἀπὸ τὸν ἀμοιβαῖον ἐμπλουτισμὸ (ἐν καὶ χωρὶς δυσκολίες).

Ὡς παριθμήσουμε τὰ πρεσβεῖα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ῥώμης:

  1. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης ἦταν ἀποστολικῆς προελεύσεως. Ὁ ἱδρυτὴς της ἀπόστολος Πέτρος, θεωρεῖται ἕνας ἐκ τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἠξιώθη μίας διαίτερης ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὸν Σωτῆρα Χριστό, ὅπως καταφαίνεται ἀπὸ τὰ ἑξῆς λόγια Του: «Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18). Ὅμως ὡς «πέτρα» οἱ ἀνατολικοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ χριστιανοὶ συγγραφεῖς κατανοοῦσαν οὐχὶ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀλλὰ τὴν κοινὴν ἀρετὴ τῆς πίστεως καὶ ἄλλες ἀρετές.
  2. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης εἶχε τὴν ἕδρα της στὴν πρωτεύουσα τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ μετὰ τὴ δημιουργία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὴν πρωτεύουσα τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (μέχρι τὴν ἅλωση τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 476). Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴ τῆς Συνόδου ἐν Χαλκηδόνι (451 μ.Χ.) ὁ αὐτοκράτορας τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας κατεῖχε τὸ πρωτεῖα στὶς ἐπίσημες ὑπογραφές, ἐν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τὸ δευτερεῖα¹⁴. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης στηριζόταν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ πρωτείου τῆς Ῥώμης καὶ τὴν περίοδο ποὺ ὑπῆρχε, καὶ τὴν περίοδο ποὺ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει.
  3. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καταλάμβανε τὴν πρώτη θέση στὰ δίπτυχα τῶν ἐκκλησιῶν, δηλαδὴ κατεῖχε τὸ πρωτεῖα τιμῆς.
  4. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης ὑπερασπιζόταν τὸ ἄμωμον τῆς πίστεως καὶ βοηθοῦσε τὴν ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν στὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων, ὅπως λ.χ. στὴν πολεμικὴ κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ ἀργότερα κατὰ τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ.
  5. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης διεκδικοῦσε τὸ πρωτεῖο οὐχὶ μόνον τιμῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξουσίας, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία ποὺ δίδετο στοὺς κανόνες τῆς ἐν Σαρδικῇ Συνόδου σχετικὰ μὲ τὴν ἔκκλητον πρὸς τὸν Πάπα τῆς Ῥώμης. Τὸ δικαστικὸ πρωτεῖο τῆς Ῥώμης λειτουργοῦσε ἐνίοτε πρὸς ὄφελος τῆς ἀνατολῆς, ὅπως, λ.χ. στὴν περίπτωση τῆς ἀθῳώσεως ἀπὸ τὸν Πάπα τῆς Ῥώμης Ἰούλιο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος διώκετο ἀπὸ τοὺς φιλοαρειανικοὺς ἐπισκόπους. Γενικότερα τόσο ἡ χριστιανικὴ ἀνατολή, ὅσο καὶ ἡ Δύση δὲν ἀναγνώρισαν τὸ πρωτεῖο τῆς Ῥώμης οὔτε θεωρητικά, ἀλλὰ οὔτε καὶ πρακτικῶς (ἂν θυμηθοῦμε τὴν αὐτοτελῆ θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καρθαγένης, ποὺ δὲν ὑπαγόταν σ' ἐκείνη τῆς Ῥώμης).

Ὅλες οἱ ἀνατολικὲς ἐκκλησίες, ποὺ συμμετεῖχαν τὴν λεγόμενη Πενταρχία ἢ Τετραρχία (χωρὶς τὴ Ῥώμη) κατεῖχαν σειρὰ ἀπὸ δικά τους πρεσβεῖα:

  1. Καθεμία ἐξ αὐτῶν εἶχε διαμφισβήτητο ἀποστολικὴ προέλευση, ἐκτὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ τελευταία μόνον τὸν 9ο αἰ. μ.Χ. συνέδεσε τὴν προέλευσή της μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου.
  2. Ἀπὸ τὸν 4ο – 5ο αἰ. μ.Χ. ἀναδείχθηκαν ὡς ἑπτὰ ἀνεξάρτητα Πατριαρχεῖα, τὰ ὁποῖα συνέπιπταν ἐν πολλοῖς μὲ τὶς διοικήσεις τῆς Ῥωμαϊκῆς/Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας (οὐχὶ ὅμως πλήρως).
  3. Κάθε Πατριαρχεῖο κατεῖχε τὴν οἰκεία αὐτοῦ θέση στὰ δίπτυχα τῶν ἐκκλησιῶν, ἐν καὶ οὐχὶ τὴν πρώτη, πάντως μία ἀναγνωρισμένη θέση, ποὺ τοῦ ἐξασφάλιζε κατ' οὐσίαν τὰ ἴσα δικαιώματα στὶς σχέσεις μὲ τὰ ἄλλα Πατριαρχεῖα.
  4. Οἱ ἀνατολικοὶ ἅγιοι Πατέρες ἐπέδειξαν στὰ θέματα τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως ζῆλον οὐχὶ μικρότερον τῶν δυτικῶν. Ἡ προτεραιότητα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης στὸν ἀρχαῖο πολιτισμὸ δήλωνε καὶ κατὰ κάποιο βαθμὸ ὑπέδειξε καὶ τὴν προτεραιότητα τῆς ἑλληνικῆς θεολογίας, ποὺ ἀποτελεῖ σε (τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν) τὸ πρωτότυπον ὡς πίνακα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον οἱ δυτικοὶ ζωγράφοι κατάφεραν νὰ ἀναπαράγουν ἕνα ποιοτικὸ ἀντίγραφο, ποὺ ἐν καὶ ἐμπλουτίσθηκε ἀπὸ τὴν δική τους ἐμπειρία, παρέμενε δευτερεύουσας σημασίας.
  5. Κάθε Πατριάρχης ἦσκει τὰς ἀνωτάτας δικαστικὰς ἀρμοδιότητας ἐντὸς τῆς οἰκείας του δικαιοδοσίας.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σὲ ἀντιδιαστολὴ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς, τῆς Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καὶ τῆς ἱερᾶς ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, διέθετε μερικὰ δικά της διαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἦταν πρωτεύουσα τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸ 324 καὶ ἐφεξῆς ἤρχισε νὰ θεωρεῖται τὸ προνομιοῦχον τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας, κόμη καὶ ὡς ἕδρα τοῦ μονάρχου κυβερνήτη (ἀπὸ τὸ 324 μ.Χ.), τοῦ αὐτοκράτορος ἁγίου Κωνσταντίνου. Ὡς ἐκκλησία τῆς πρωτευούσης ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἠλαύνε διαίτερης ὑποστήριξης τοῦ αὐτοκράτορος.
  2. Τὰ δικαστικά, δικαιοδοτικὰ καὶ «περίορια» δικαιώματα (τὸ ζήτημα περὶ τῶν τελευταίων θὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ χωριστά) τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως διατυπώθηκαν διαιτέρως στὸν 9ο, τὸν 17ο καὶ τὸν 28ο κανόνα τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου. Στὴν πραγματικότητα ἦταν ἀποκλειστικῶς ἐνδοδικαιοδοτικὰ δικαιώματα. Ὡστόσο ὑπῆρξε καὶ προηγούμενον περιόριων ἢ ἐξωδικαιοδοτικῶν πράξεων, ποὺ ἐγίνησαν μὲ συγκατάθεση τῶν πλευρῶν καὶ κατὰ κανόνα δὲν ἐπέφεραν ζημία στὴν ἐκκλησιαστικὴν ἑνότητα καὶ μόνοιαν.
  3. Στὸ κανονικὸ ἔδαφος τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως συνήλθαν καὶ οἱ ἑπτὰ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, ποὺ ἀποτελοῦν τὰ ἀνώτατα νομοθετικὰ καὶ διοικητικὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας. Καμία ἐκ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν συνήλθε οὔτε στὴ Ῥώμη, οὔτε στὸ ἔδαφος ἄλλου Πατριαρχείου, πρᾶγμα, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως ἀποδεικνύει μεταξὺ ἄλλων καὶ ἕνα ὡρισμένον κῦρος τῆς ἐκκλησίας τῆς πρωτευούσης τῆς αὐτοκρατορίας γιὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν γενικῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων.
  4. Μετὰ τὴν κατάκτηση ὑπὸ τῶν Περσῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ ὑπὸ τῶν Ἀράβων τοῦ ἐδάφους τῶν ἕδρων τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς τὸν 7ο αἰ. μ.Χ. ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρέμεινεν ἡ μόνη ἐλεύθερη ἐκκλησία στὸ Βυζάντιον.

Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καὶ ἐκείνη τῆς Κωνσταντινουπόλεως (μαζὶ μὲ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς) συγκροτοῦσαν ὡς ἕνα ἑνιαῖον σύνολο, δηλαδὴ τὴν «Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Ἡ Ῥώμη, ποὺ κατεῖχε τὸ πρωτεῖον τιμῆς, θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται σὲ ἁρμονικὰς σχέσεις μὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν ὡς πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου. Οἱ Πάπες τῆς Ῥώμης ἐμποροῦσαν νὰ θεωροῦν τὸν ἑαυτὸν τους εἰδικοὺς φύλακας τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔπρεπε εἰλικρινῶς νὰ δεχθοῦν ὅτι ἡ βασικὴ παράδοσις τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως διαμορφωνόταν οὐχὶ τόσον στὴ Δύσιν, ὅσον στὴν Ἀνατολήν. Ἀκριβῶς κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον ἐσκέπτετο ἀναμφίβολα ὁ ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως Πάπας Μαρτῖνος, ὁ ὁποῖος προσκάλεσε στὴ Σύνοδον τοῦ Λατερανοῦ τὸν ὅσιον Μάξιμον ὁμολογητήν, τὸν κορυφαῖον ὑπερασπιστὴν τῆς Ὀρθοδόξου χριστολογίας ἔναντιον τῶν αἱρέσεων τοῦ μονοενεργητισμοῦ καὶ τοῦ μονοθελητισμοῦ.

Ἐν καὶ ἡ Δύσις καὶ ἡ Ἀνατολὴ εἶχαν κατὰ διαστήματα τεταμένες σχέσεις, κυρίως λόγῳ τῆς ἐπιδιώξεως οὐχὶ μόνον τοῦ (ἀποδεκτοῦ) πρωτείου τιμῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ (παράδεκτου ὡς περίορια ἐπίπεδα ἐκτὸς τῆς οἰκείας δικαιοδοσίας) πρωτείου ἐξουσίας, γενικότερα εὑρίσκαν τὴν ἐσωτερικὴν δύναμιν νὰ ὑποχωροῦν, νὰ μὴ ἐπιμένουν ὑπερβολικῶς στὶς θέσεις τους καὶ νὰ διαφυλάσσουν τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἑνότητα.

Ἐν τούτοις μετὰ τὸ 1054 ἐχάθη αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ δὲν ἔχει μέχρι σήμερα ἀποκατασταθῇ.


Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μετὰ τὸ Μέγα Σχίσμα

Μετὰ τὴν ἀπόσχισιν τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν τὸ 1054 ἦλθε ἡ πνευματικὴ καταστροφή. Οἱ δυτικοὶ χριστιανοὶ κατὰ τὴν σκοπιὰν τῶν ἀνατολικῶν, περιῆλθαν οὐχὶ ἁπλῶς εἰς κατάστασιν σχίσματος, ἀλλὰ καὶ αἱρέσεως, διότι πρέσβευαν τὴν λεγομένην διδασκαλίαν τοῦ Filioque (περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ καὶ τοῦ Υἱοῦ), παράδεκτην ἀπὸ τὴν σκοπιὰν τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ ἠκολούθουν μερικὰς διαίτερας τελετουργικὰς πρακτικὰς (λ.χ. ἡ Θεία Μετάληψις μὲ ἄζυμα), οἱ ὁποῖες ἀπορρίπτονταν ὡς παράδεκται καὶ ἐγκυμονοῦσες τὸν κίνδυνον κιβδηλώσεως τῆς πίστεως¹⁵. Οἱ αὐταὶ αἱ ἀνατολικαὶ ὀρθόδοξες ἐκκλησίαι στὰς μεταξὺ τους σχέσεις ἐξακολουθοῦσαν νὰ ἐφαρμόζουν τὴν ἀρχὴν τῆς ἁρμονίας. Ταυτοχρόνως εἶχαν σὲ διατηρημένην τὴν πρώτην θέσιν στὸ ἱερὸν Δίπτυχα γιὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ῥώμης, ἡ ὁποία θὰ ἠμποροῦσε νὰ τὴν ἀνακτήσῃ σὲ περίπτωσιν ποὺ διορθωνόταν. Παρὰ τὸ προφανὲς πρεσβεῖον τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ἐκκλησίας τῆς αὐτοκρατορίας, αὐτὴ προσπαθοῦσε νὰ διαφυλάσσῃ ὁσότιμες σχέσεις μὲ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν ὑπεστήριζε καὶ τὰς νεοπαγεῖς σλαβικὰς ἐκκλησίας στὰ Βαλκάνια, δηλ. τὰς Βουλγαρίας καὶ Σερβίας, καὶ ἐν συνεχείᾳ καὶ τῆς Ῥωσίας. Ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως τόνιζε τὴν προτεραιότητά της ἔναντι αὐτῶν (ὡς ἐκκλησία ἔχουσα πρωτεῖον τιμῆς), ἀλλὰ προσπαθοῦσε τὴν διαστιγμὴ οὐχὶ τόσον νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν βοήθειάν τους, ὅσον νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ νὰ συνδράμῃ στὴν διάδοσιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν καὶ παραδόσεων.


Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καῬωσικὈρθόδοξος Ἐκκλησία

Μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Πόλεως τὸ 1453 ἔπαυσεν ἡ ὑποστήριξις τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας. Μποροῦμεν νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἔτος 1453 ἐσήμανε τὸ τέλος τοῦ κρατικοῦ καὶ αὐτοκρατορικοῦ χριστιανισμοῦ στὸ Βυζάντιον, ὅπως καὶ τοῦ Βυζαντίου καθεαυτοῦ.

Ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναδείχθηκε πρῶτα ἀνεξάρτητη μητρόπολις (ἀπὸ τὸ 1448) καὶ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ἐπομένου αἰῶνος καὶ Πατριαρχεῖον (ἀπὸ τὸ 1589 καὶ ὁριστικῶς ἀπὸ τὸ 1590/1593). Ἡ ἐν λόγῳ χρονολογία ἐπιβεβαιώνει ὡρισμένην διαδοχικότητα μεταξὺ τῶν δύο ἐκκλησιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ἀπώλεσε στὴν πράξει τὸ κρατικὸν στήριγμά της, ἐν ἡ δευτέρα τὸ ἀπέκτησε, ἐν ἑτοιμότητι νὰ συνεχίσουν τὴν ἁρμονία τῶν διαμορφωθεισῶν σχέσεών των.

Τὴν περίοδον τῆς λεγομένης τουρκοκρατίας συνέβαιναν οἱ ἑξῆς σημαντικὲς διαδικασίες.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐν τῇ ἥττῃ καὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῆς αὐτοκρατορικῆς της ταυτότητος, ἀπέκτησε νέα ἐπιπρόσθετα προνόμια καὶ δικαιώματα λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ Μωάμεθ ὁ Πορθητὴς τὸ 1454 οὐχὶ μόνον ἀπεκατέστησε τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ τὸν διόρισεν ἐθνάρχη, δηλαδὴ κοσμικὸν ἄρχοντα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους μὲ ἀρμοδιότητες ἐπὶ σειρᾶς ζητημάτων (δίκαιον γάμου, δικαιώματα διοκτησίας κ.τ.λ.). Ὡστόσο, τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως περιῆλθεν εἰς μίαν ἱκανῶς μειονεκτικὴν θέσιν καὶ θὰ ἔπρεπε μερικῶς νὰ «πληρώσῃ» γιὰ τὰ νέα του δικαιώματα μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς ἐκκλησίας. Ἀρχικῶς τὰ δικαιώματα τοῦ ἐθνάρχου Πατριάρχου ἴσχυαν μόνον ἔναντι τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῆς οἰκείας αὐτοῦ δικαιοδοσίας, ἐν μετὰ τὴν ὑποταγὴν τῆς Αἰγύπτου, τῆς Συρίας καὶ τῆς Παλαιστίνης στὸν ὀθωμανοὺς Τούρκους τὸ 1517, ἴσχυαν καὶ ἔναντι τῶν πολοιπῶν Πατριαρχείων τῆς ἀνατολῆς ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ ἑνιαίου «ῥωμαϊκοῦ γένους» (Rum Milleti) ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης¹⁶.

Ἔναντι τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀπέκτησε ὁλοένα καὶ περισσοτέραν, μεγαλυτέραν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία κατὰ τὸν 18ο-19ο αἰ. ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπόγειόν της. Ὡς πρῶτος τιμητικῶς στὴν «πολυπατριαρχικὴν» ἐκκλησίαν τῆς ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέστη στὴν πράξει πρῶτος καὶ τιμητικῶς καὶ ἐξουσιαστικῶς, μὲ τὴν προσωπικὴν ὑποστήριξιν τῶν Τούρκων σουλτάνων, οἱ ὁποῖοι ἐχρειάζοντο τὴν ἀτομικὴν ἐξουσίαν καὶ εὐθύνην του γιὰ τὸν χριστιανικὸν πληθυσμόν. Τὰ «προνόμια» ὑπὸ τῶν μουσουλμάνων κυβερνήτας ἦσαν ἕνα εἶδος ποικοδομήματος στὴν ἐκκλησιαστικὴν νομοθεσίαν, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπεν νὰ διαπιστωθῇ οὐχὶ τόσον ἡ ἐξασθένησις, ὅσον ἡ ἐνδυνάμωσις τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Αὐτὴ ἡ πανίσχυρος ἐξουσία τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ὅμως δὲν ἀπεκτείνετο ἐπὶ τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο ἐν ἐδάφεσιν ἀνεξαρτήτων ἀπὸ τὴν τουρκικὴν κυβέρνησιν κρατῶν.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴν σειρὰν της ἀπεδείχθη ὅτι κατέχει τὰ ἑξῆς διαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Στὴν Ῥωσία ἡ Ἐκκλησία ἠλαύνε διαίτερης ὑποστήριξης ἐξαρχῆς ὑπὸ τῶν μεγάλων πριγκίπων καὶ ἀργότερα ὑπὸ τῶν τσάρων καὶ τῶν αὐτοκρατόρων. Οἱ χριστιανοὶ τῆς ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, τὴν ὁποίαν διοικοῦσεν ἕνας μουσουλμάνος σουλτάνος, ἐγνώριζον ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἀνεξάρτητον ῥωσικὸν κράτος, τὸ ὁποῖον διοικεῖ ἕνας ὀρθόδοξος τσάρος. Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴν τοῦ ὑστεροῦ Μεσαίωνα καὶ κατὰ τὴν Νεωτέραν ἐποχὴν ἡ Ῥωσία ἦτο ἡ μόνη Ὀρθόδοξος Αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία οὐχὶ μόνον διεδέχθη, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ὡρισμένα κριτήρια ὑπερέβη τὸ Ὀρθόδοξον Βυζάντιον. Ἡ κατὰ τὸν Πατριάρχην Ἱεροσολύμων Δοσίθεον¹⁷ «Θεόστεπτος αὐτοκρατορία» ἔπρεπε νὰ διασώσῃ τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν δουλεία.
  2. Ἡ ἐδαφικὴ ἔκτασις τοῦ κράτους τῆς Ῥωσίας καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ Ῥωσικὴ Αὐτοκρατορία ὑπερέβη τὸ Βυζάντιον.
  3. Ἡ Ῥωσία ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ ῥωσικοῦ βασιλείου ἦτο πολυεθνικὸν κράτος, ποὺ δὲν περιοριζότο ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ῥωσικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον ὡστόσον διεδραμάτισε καθοριστικὸν ρόλον πολιτιστικὰ καὶ πνευματικά.
  4. Ὅπως καὶ ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οὕτω καὶ ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦτο βεβαία γιὰ τὴν ἀποστολικήν της προέλευσιν μέσῳ τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος κατέφθασεν οὐχὶ μόνον εἰς τὰ τείχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ Νόβγκοροντ.

Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἤρχισαν σταδιακῶς νὰ οἰκοδομῶνται αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς καὶ τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ τακτικαὶ ἐπισκέψεις τῶν ἱεραρχῶν τῆς ἀνατολῆς εἰς τὴν Γῆν τῶν Ρῶς, συνοδευόμεναι ὑπὸ παρόντος καὶ συλλογικῆς καθεδρᾶς οἰκονομικῆς βοηθείας, τὴν ὁποίαν τόσην ἀνάγκην εἶχεν ἡ Ὀρθόδοξος ἀνατολή.

Ἐν τῇ Γῇ τῶν Ρῶς ἀπεδέχοντο τὸ πρωτεῖον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὴν η΄ ἐρωταπόκρισιν τῶν Πατριαρχῶν τῆς ἀνατολῆς τὸ ἔτος 1663), ἀλλὰ μόνον τότε ὅταν ἦτο ἀπαραίτητον γιὰ τὴν ἀντιμετώπισιν ἐσωτερικῶν σκοπῶν καὶ ζητημάτων. Καὶ ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει ἀνεγνώριζον τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν δύναμιν τῆς Ῥωσίας, τὴν ὁποίαν ἀπεδείκνυον ἡρωικαὶ στοὺς λεγομένους ῥωσοτουρκικοὺς πολέμους (ἀνεξαρτήτως τοῦ πῶς ἐκτιμοῦν αὐτοὺς τοὺς πολέμους οἱ σύγχρονοι φιλοδυτικοὶ ἱστορικοί)¹⁸.


Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ Βαλκάνια

Σὲ δυσχερεῖς συνθήκας ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρέπει νὰ εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ οὐχὶ μόνον μὲ τὰς παλαίφατας ἀποστολικὰς ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλας τὰς λοιπάς, συμπεριλαμβανομένων κἀκείνων τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς σλαβικῆς. Οἱ ἐκκλησίαι Σερβίας καὶ Βουλγαρίας ἐθεωροῦντο παλαιόθεν Αὐτοκέφαλες. «Αὐτοκέφαλη» στὸ κανονικὸν δίκαιον θεωρεῖται μία ἐκκλησία μὲ πατριαρχικὸν τύπον, ἐν τῇ ἀρχικῇ της ἐννοίᾳ ὁ «αὐτοκέφαλος» σημαίνει «αὐτοτελής/ἐλεύθερος».

Οἱ παλαιαὶ ἐκκλησίαι ἐν τοῖς Βαλκανίοις, ἀρχιεπισκοπαὶ ἢ Πατριαρχεῖα, δὲν ἐθεωροῦντο ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ὁλοκληρωμέναι, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ σχετικὸν μήνυμα τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἁγίου Καλλίστου (14ος αἰ.) πρὸς τὸν ἱερὸν κλῆρον καὶ τοὺς μονάζοντας τῆς ἱερᾶς ἀρχιεπισκοπῆς Τυρνόβου¹⁹.

Οἱ αὐταὶ αἱ Βαλκανικαὶ ἐκκλησίαι ἐνόουν τὸν ἑαυτὸν τους οὐχὶ τόσον ὑποταγμένον, ὅσον ἐλεύθερον. Ἴσως, σὲ μίαν τοιαύτην προσέγγισιν ἐκρύβετο κάποια ὑπερβολικὴ φυγόκεντρος δύναμις. Ἀλλὰ γενικότερα τὰ προνόμια τῶν Βαλκανικῶν ἐκκλησιῶν οἰκοδομοῦντο ἐπὶ ἀγαθῶν θεμελίων.

Ἡ α΄ Ἰουστινιανή, ποὺ τὴν ἐδημιούργησεν ἐν τοῖς Βαλκανίοις ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανὸς κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ 6ου αἰ. μ.Χ., ἦτο ἡ πρώτη στὰ Βαλκάνια ἐκκλησία, ποὺ ἔλαβεν ἰσοτίμους μετὰ τὴν Ῥώμην καὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν δικαστικὰς ἀρμοδιότητας. Οἱ μεταγενέστερες ἐκκλησίαι Βουλγαρίας καὶ Μακεδονίας ἐθεωροῦν τὸν ἑαυτὸν τους διαδόχους τῆς α΄ Ἰουστινιανῆς, πρᾶγμα ποὺ ἀποτυπώνεται καὶ εἰς τοὺς τίτλους τῶν Προκαθημένων των.

Ἀπὸ τοῦ παρόντος οἱ κανονολόγοι, ἱστορικοὶ καὶ θεολόγοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς-νομικῆς θεωρίας τοῦ μητροπολίτου Περιστερίου Γρηγορίου Παπαθωμᾶ ἐπιμένουν ὅτι οἱ ὀρθόδοξες ἐκκλησίαι τῶν Βαλκανίων ἦσαν δευτέρας κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι τὸν 19ον αἰ. σὺν ἠναγκάσθησαν τὴν ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ ταῖς χορηγήσῃ αὐτοκέφαλον ἀπὸ τὴν ἐπίπεσιν πολιτικῶν συγκυριῶν. Ἐν τῇ πραγματικότητι τὰ αὐτοκέφαλά των εἶναι πολὺ παλαιότερα καὶ τὸν 19ον αἰ. ἁπλῶς συνέβη ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς τάξεως, ποὺ εἶχεν ἀπολεσθῇ λόγῳ περιπλόκων πολιτικῶν καὶ ἄλλων ἐξωτερικῶν παραγόντων.

Ὁ ὡς ἄνω, ὅλαι αἱ ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο τόσον ἐν τῷ ἐδάφει τῆς ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ὅσον καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων της, ἐτέλουν ἐν ἁρμονίᾳ, ἡ διατάραξις τῆς ὁποίας ὁδηγοῦσεν εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς πνευματικῆς ἑνότητος καὶ εἰς δυσθεράπευτα σχίσματα.


Ἡ διατάραξις τῆς ἁρμονίας τὸ 1872

Τὸ 1872 ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς κατεδίκασε τὴν συσταθεῖσαν τὸ 1870 Βουλγαρικὴν ἐξαρχίαν ὡς ἔνοχον γιὰ «φυλετισμόν» (προτίμησιν τῶν ἰδιωτικῶν, ἐθνικῶν συμφερόντων ἔναντι τῶν κοινῶν ἐκκλησιαστικῶν). Ἐν τῇ ἐν λόγῳ καταδίκῃ ἐπικεντρώθη ἡ χαρακτηριστικὴ γιὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς ἀνατολῆς μονομέρεια ἐπὶ πλέον μιᾶς ἄλλης φυλετικῆς βάσεως, τῆς ἑλληνικῆς.

Ἡ καταδίκη τοῦ φυλετισμοῦ κατέστη ταυτοχρόνως θρίαμβος τῶν οἰκείων δικαιωμάτων τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μὲ καθιέρωσιν τῆς πραγματικῆς καὶ ἐν δυνάμει δυνατότητος γιὰ κόμη μεγαλυτέραν ἀνάπτυξιν τῆς μονομέρειας, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον «ἰσχὺν οὐκ ἔχει»²⁰. Ὁ λόγιος ἀρχειονόμος τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στὰ τέλη τοῦ 19ου – ἀρχὰς τοῦ 20οῦ αἰ. Μανουὴλ Ἰω. Γεδεὼν ἐμφάνισε τὴν σύστασιν τῆς Βουλγαρικῆς ἐξαρχίας ὡς τὴν ἰσχυροτέραν πρόκλησιν γιὰ τὰ προνόμια τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἐν τῇ μακραίωνῃ ἱστορίᾳ του²¹.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσπαθοῦσε νὰ ἀποφύγῃ τὰς δύο ἀκρότητας καὶ νὰ παρουσιάσῃ μίαν ἐπίλυσιν τῆς διαφορᾶς βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς χρυσῆς τομῆς. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔπαιξε τὸν ρόλον τοῦ «κατέχοντος» καὶ συμφιλιωτοῦ, ἐν καὶ οἱ φιλικῶς πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν διακείμενοι θεολόγοι ἔβλεπαν στὴν συνδρομὴ τῆς Ῥωσίας πολὺ μεγαλυτέρας ἀπειλὰς παρ' ὅ,τι στὴν ἐξουσίαν τῶν Τούρκων²².


Τἀνώτατον ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον

Τὸ ζήτημα τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου εἶναι τῆς αὐτῆς κατηγορίας, ὅπως καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπονομῆς αὐτοκέφαλου καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς Συνάξεως Προκαθημένων τῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ θὰ ἐξετάζονται χωριστὰ ἐν τοῖς ἐπομένοις δημοσιεύμασι. Ἐν τῇ ἱστορικῇ ἀναδρομῇ αἱ περίοριαι πράξεις ἐπετρέποντο στὰς περιπτώσεις ἀποστολῆς καὶ ἐπὶ μεμονωμένων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων. Ὡστόσο, σὲ περίπτωσιν νομιμοποιήσεως τῆς λειτουργίας τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου ἐν τῷ προσώπῳ ἑνὸς καὶ μόνον τόμου – τοῦ ἐπικεφαλῆς τῆς ἐκκλησίας καὶ τιμητικῶς πρώτου – δημιουργεῖται μία ἄκρως ἐπικίνδυνος κατάστασις, ποὺ ἀπειλεῖ μὲ ἐπιπτώσεις τοῦ πλέον πωδυνοῦ σχίσματος.

Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως προσπαθεῖ νὰ καταδείξῃ τὰς ἀρχικὰς του δικαστικὰς ἀρμοδιότητας, αἱ ὁποῖαι δῆθεν ἐπιβεβαιώνονται εἰς τοὺς κανόνας 9, 17 καὶ 28 τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου καὶ στὴν προγενεστέραν (καὶ μεταγενεστέραν) πρακτικὴν τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ἐν τῇ πραγματικότητι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου δὲν εἶναι καὶ τόσον διαφιλονικούμενον, ὥστε νὰ δύναται νὰ φανῇ ἐκ πρώτης ψεύδους κόμη καὶ κατὰ τὸ ἀπόγειον τῆς ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Σὲ κάθε περίπτωσιν οἱ ἀνώτατοι πνευματικοὶ δικασταὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης Τοπικῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ οἰκεῖοι αὐτῶν Προκαθήμενοι. Αὐτὸς εἶναι ὁ παράγραφος κανὼν, ἄλλος δὲν ὑπάρχει, οὔτε μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ.

Οἱ παραπομπαὶ εἰς τὴν Χαλκηδόνα, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἑρμηνείας τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος²³ κ.τ.λ., γίνονται ὑπὸ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου ἐξουσίας χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ' ὄψιν ἡ πολύτως νέα ἐποχή, ποὺ ἡ ἰσότης τῶν ἐκκλησιῶν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς νομικῆς, εἶναι οὐσιῶδες θεμέλιον γιὰ τὴν παρουσίαν καὶ τὴν δράσιν των, κόμη καὶ ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς συνοδικῆς των ἑνότητος.

Ἐν τῇ οὐσίᾳ τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως διεμόρφωσε μίαν βάσιν ψευδῶν ἐπιχειρημάτων ἐκ μερικῶν κανόνων καὶ σχετικῶν ἑρμηνειῶν τους, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδίας ἀξιώσεις του ὡς πρώτου ἐν ἐξουσίᾳ ἐν τῇ ἀνατολῇ. Αὐτὴ ἡ «βάσις» ἀνταποκρίνεται θεωρητικῶς εἰς τὰς κραυγὰς σκέψεις, ποὺ ἐκτέθησαν ἐν τῇ «Ἐπαναγωγῇ» («Εἰσαγωγή»), ἕνα μνημεῖον τοῦ ἔτους 880 μ.Χ., τὸ ὁποῖον οὐδέποτε δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸν εἰς κοινὸν ἐκκλησιαστικὸν ἐπίπεδον²⁴.

Ἡ ἄσκησις τῶν περιόριων καὶ ἐξωδικαιοδοτικῶν δικαστικῶν ἀρμοδιοτήτων ἀποτελεῖ σήμερον τὴν πλέον ἰσχυρὰν ἔκδηλωσιν τοῦ πρωτείου ἐξουσίας, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν διαταραχὴν τῆς ἑνότητος, τῆς συνοδικότητος καὶ τῆς ἁρμονίας.


ἐκκλησιαστικἑνότης: ἀνεπίτευκτος ἢ πραγματική;

Σήμερον λοιπὸν ἔχει προκληθεῖ ἀπώλεια τῆς συμφωνίας καὶ τῆς ἁρμονίας μεταξὺ τῶν κατὰ τόπους ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν. Δυστυχῶς, ὡς ἀποτέλεσμα τῶν μονομερῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τὸ πρωτεῖον τιμῆς, ποὺ μετεξελίχθη εἰς πρωτεῖον ἐξουσίας, ὑπερέβη κάθε ἀποδεκτὸν ὅριον. Ἡ βαθιὰ πεποίθησις τῆς προφανοῦς δικαιούσης πλευρᾶς γιὰ τὸ δίκαιό της ὁδήγησεν εἰς τὴν συσπείρωσιν τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς νὰ καταβληθοῦν προσπάθειαι νὰ δοθῇ μία σοβαρὰ ἐπιστημονικὴ θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορικὴ θεμελίωσις, πρᾶγμα ποὺ ἐπὶ θέσει ἀρχῆς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.

Ἡ κοινὴ δεολογία τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐργαλείων τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς καὶ ἀμερικανικῆς ἐπιστήμης ἐξακολουθεῖ ὡστόσον νὰ διατυπώνεται μὲ ἀπόβαθρον τὴν ἐπιφανειακὴν ἀληθοφάνειαν.

Οἱ προσπάθειαι τῶν θεολόγων καὶ κανονολόγων τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀγνοοῦνται, δὲν εἰσακούονται, δὲν λαμβάνονται ὑπ' ὄψιν, παραμένουν ἀναπάντητοι ἢ λαμβάνουν μίαν τυπικὴν ἀπάντησιν, οὐχὶ τόσον βάσει τῆς ἐπιστήμης, ὅσον βάσει δεολογικῶν ἀρχῶν.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπεχώρησεν εἰς τὸ Σκοπιανὸν ζήτημα, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀποχωρήσῃ εἰς τὸ Οὐκρανικόν. Διατί; Ἡ ἀντικανονικότης τῶν ληφθέντων μέτρων εἶναι τοσοῦτον κραυγαλέα, ὥστε σὲ περίπτωσιν ἀναγνωρίσεώς των ὑφ' ὁιασδήποτε ἐκκλησίας, ἀπειλεῖ μὲ σοβαρὰν διαίρεσιν ἢ ἀπόσπασιν μερίδος πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς φετηρίαν ἔχουν τὴν διαφύλαξιν τῆς παραδόσεως καὶ τῶν παραδοσιακῶν πνευματικῶν ἀξιῶν.

Ἡ μοναδικὴ ὁδὸς γιὰ θεραπείαν τοῦ σχίσματος εἶναι ἡ ἀποποίησις τῶν περιόριων μέτρων καὶ τῶν συνεπειῶν των ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, γεγονὸς ποὺ μὲ ἀπόβαθρον τὴν ῥητορικήν του καὶ τὰς συγκεκριμένας μεταγενεστέρας ἐνεργείας κρίνεται ἀπίθανον. Ὡστόσο, ὁ πεζοπόρος εἶναι ποὺ περνικᾶ τὸν δρόμον. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς ἐκκλησίας συνέβησαν θρασέες προσχωρήσεις εἰς σχίσμα ἢ εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην αἵρεσιν, αἱ ὁποῖαι εἰς τελικὴν ἀνάλυσιν περικεράσθησαν.

Ὁ ὄψιμος βυζαντινὸς θεολόγος ἅγιος Νεῖλος Καβάσιλας ἔγραψεν ὅτι μὲ «κοινὰς» ὑποθέσεις τῆς ἐκκλησίας ὁ «πρῶτος» δύναται νὰ ἀσχοληθῇ σὲ συμφωνίᾳ μὲ ὅλους τοὺς λοιπούς, ἀλλὰ οὐχὶ ἐπὶ μόνος του²⁵. Εἶναι ἀποδεκτὸν τὸ πρωτεῖον τιμῆς, ἀλλὰ τὸ πρωτεῖον ἐξουσίας ἔρχεται νὰ πολεμήσῃ «τὴν κοινὴν εἰρήνην τῆς ἐκκλησίας»²⁶. Αὐταὶ αἱ σκέψεις εἶναι σήμερον ἐπίκαιραι ὅσον ποτὲ ἄλλοτε.

Ἡ ἐφεξῆς συγγραφὴ ἐκκλησιαστικῶν ἱστορικῶν καὶ κανονικῶν-θεολογικῶν μελετῶν ἐπὶ τοῦ ἐπίμαχου ζητήματος θὰ μπορέσῃ, ὅπως τὸ ὕδωρ ποὺ λαξεύει τὴν πέτραν, νὰ δημιουργήσῃ προϋποθέσεις γιὰ τὴν διευθέτησιν τῆς καταστάσεως καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀπολεσθείσης ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος.

Θα δημιουργήσω ένα ενιαίο κείμενο συνενώνοντας όλα τα αποσπάσματα που μου δώσατε, με σωστή μορφοποίηση και δομή.


ΕΝΙΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Εισαγωγή

Ἐπιθυμοῦμε ἕνα οὐσιαστικὸ διάλογο μὲ τοὺς Ῥώσους ἀδελφούς, προάγοντας μία δημιουργικὴ θεολογικὴ ἀντιπαράθεση μὲ τοὺς Ἕλληνες θεολόγους τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Σὲ μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία προωθεῖται ἡ προσέγγιση μὲ ἑτεροδόξους καὶ αἱρετικούς, ἐνῶ ὁ σχετικὸς διάλογος χαρακτηρίζεται ὡς «διάλογος ἀγάπης», θεωροῦμε ἀδιανόητο νὰ μὴ τίθεται μὲ τὴν ἴδια σοβαρότητα τὸ ζήτημα τῆς πανορθόδοξης ἑνότητας ἐν τῇ πίστει τῶν Πατέρων. Εἴθε οἱ στῆλες τῆς ἐφημερίδας νὰ συμβάλουν οὐσιαστικὰ στὴν προώθηση αὐτοῦ τοῦ θεάρεστου ἔργου.


Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βιώνει σήμερα ἕνα μεγάλο σχίσμα, ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ τὶς μονομερεῖς ἐνέργειες τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ὡστόσο ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, καὶ κόμη καὶ στὴν περίπτωση, ποὺ ἕνα τμῆμα ἀποκόπτεται ἀπ' αὐτή, δὲν χάνει τὴν ἑνότητά της.

Ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν (πρβλ. Ἰω. 17, 21), μᾶς διδάσκει ὁ Σωτὴρ Χριστός. Ἐπίσης ἀναγιγνώσκουμε καὶ ψάλλουμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Πιστεύω εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν».

Ἡ ἑνότητα εἶναι μία ἐκ τῶν κομβικῶν διοτήτων τῆς Ἐκκλησίας. Μία ἄλλη παρόμοια διότητα εἶναι ἡ καθολικότητα. Ἐκτὸς τῆς ἑνότητας καὶ τῆς καθολικότητας ἡ διάρθρωση τῆς Ἐκκλησίας δύναται νὰ περιγραφεῖ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας. Ἀπὸ αὐτὴς τῆς ἔννοιας θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὸ πλαίσιο αὐτῆς τῆς συντόμου ἐπισκοπήσεώς μας.

Ἡ ἁρμονία προβλέπει τὴν συνύπαρξη ἑνίων τμημάτων τοῦ συνόλου σὲ συμφωνία μεταξύ τους. Τὰ ἐν λόγῳ τμήματα δύνανται νὰ διαφέρουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μεταξύ τους, νὰ ἀγνοοῦν ἢ νὰ πολεμοῦν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Τὰ τμήματα τῆς ἁρμονίας ὀφείλουν νὰ συνυπάρχουν βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἀλληλοσυμπληρώσεως, καθὼς καὶ σὲ ἀλληλοβοήθεια καὶ σὲ ἀμοιβαία συμφωνία.

Σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ Liddell H.G., Scott R. ἡ λέξη «ἁρμονία» εἶναι ἄκρως πολυσήμαντη: μέσον πρὸς συναρμογή, συμφωνία, τάξις κ.ο.κ.¹

Ἡ ἁρμονία εἶναι ἀρχαία λέξη, ποὺ χρησιμοποιήθηκε στὴν Ὁμηρικὴ ποίηση², τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ποίηση³ καθὼς καὶ ὡς αἰσθητικὴ κατηγορία. Ἡ ποίηση ὡς πεδίο λεκτικῆς δημιουργίας κατὰ τὸ μέγιστο δυνατὸν προσεγγίζει τὴν μουσική. Ὁ Πυθαγόρας ἄκουσε τὴν «μελῳδικὴν ἁρμονίαν» ὅταν περιῆλθε σὲ κύστα σφαίρης⁴. Ὁ φιλόσοφος Ἐμπεδοκλῆς δίδασκε περὶ τῆς οἰκουμενικῆς ἁρμονίας τοῦ παντός, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἁρμονίας τῶν ἀστέρων⁵.

Ὁ Φιλόλαος προσδιόριζε τὴν ἁρμονία ὡς «συνδυασμὸν» ἢ «μεῖγμα» τῶν «ἐναντίων» ἀρχῶν⁶. Ὁ Πλάτων ὡς ἁρμονία κατανοοῦσε τὴν πνευματικὴ «θείαν» ἀρχὴ τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν (εἰδῶν), ἡ λύρα ποὺ ἦταν ὄργανο γιὰ τὴν παραγωγὴ χορδῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται σὲ ἁρμονία, ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς γήινης ἀρχῆς⁷.

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι συζητοῦσαν τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ψυχὴ ἦταν ἁρμονία καὶ δίναν ἀπ' αὐτὸ διαφορετικὰς ἀπαντήσεις⁸.

Στὸν Πλάτωνα ἀπαντᾶται ὁ ἄκρως σημαντικὸς ὁρισμὸς τῆς «ἁρμονίας» ὡς «συμφωνίας», ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καμία διαίρεση ἢ ἀντίθεση: «ἡ γὰρ ἁρμονία συμφωνία ἐστίν, συμφωνία δὲ ὁμολογία τις - ὁμολογίαν δὲ οὐ διαφερομένων, ὡς ἂν διαφέρωνται, δύνατον εἶναι· διαφερομένων δὲ οὐδ' ἂν εἰ μὴ ὁμολογοῖεν δύνατον ἁρμόσαι…»⁹.

Ὁ Ἀριστοτέλης ἐπίσης φαρμόζοντας τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἔναντι τῆς ψυχῆς γράφει ὅτι ἡ ἁρμονία εἶναι μίγμα ἐναντίων ἀρχῶν, ἀλλὰ στὴν ψυχὴ τέτοιες ἀρχαὶ δὲν ὑφίστανται¹⁰.

Στὴ χριστιανικὴ παράδοση ἡ ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἐφαρμοζόταν ἔναντι τοῦ συνδυασμοῦ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, γιὰ τὸν ὁποῖον ἕνας ἐκ τῶν πρώτων ἔγραψε ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυρας¹¹.

Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου ἐφάρμοσε τὸν ὅρο «ἁρμονία» ὡς πρὸς τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, χρησιμοποιῶντας τὴν ἔκφραση «ἁρμονία πατρός»¹².

Μὲ τὴ σειρὰ του ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρεὺς ἔγραψε ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ: «Τοῦτό ἐστι γώ, τοῦτο βούλεται ὁ θεός, τοῦτο συμφωνία ἐστί, τοῦτο ἁρμονία πατρός, τοῦτο υἱοῦ, τοῦτο Χριστός, τοῦτο ὁ λόγος τοῦ θεοῦ, βραχίων κυρίου, δύναμις τῶν ὅλων, τὸ θέλημα τοῦ πατρός»¹³.

Στοὺς μεταγενέστερους ἁγίους πατέρας καὶ χριστιανοὺς συγγραφεῖς ὁ ὅρος «ἁρμονία» χρησιμοποιεῖτο καὶ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς συνένωσης τῶν ἐναντίων καὶ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς πλήρους συμφωνίας τῶν στοιχείων ἢ τμημάτων, ποὺ συγκροτοῦν τὴν ἁρμονία.

Μετὰ τὴ σύντομη ἐπισκόπηση τῆς ἱστορίας τῆς ἔννοιας τῆς ἁρμονίας δύναται νὰ ἀναλυθεῖ μὲ παράδειγμα τὴ διάρθρωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατὰ τὴν α΄, τὴ β΄ καὶ στὶς ἀρχὰς τῆς γ΄ χιλιετίας.


Δύσις καἈνατολὴ τὴν α΄ χιλιετίαν (πρὸ τοῦ σχίσματος τοῦ 1054)

Στὶς σχέσεις τῆς Δυτικῆς (Ῥώμη) καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας (Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ λοιπὰ Πατριαρχεῖα) δύναται νὰ διαφανεῖ ὡρισμένη ἁρμονία. Τὴν πρώτη χιλιετία ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης στὴ Δύση, ὅπως καὶ ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως στὴν Ἀνατολὴ (ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν 4ο αἰ. μ.Χ.) πολάμβαναν συγκεκριμένα προνόμια, τὰ ὁποῖα δὲν παρεμπόδιζαν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα, ἀλλὰ συνέδραμαν στὴν ἐξασφάλιση τῆς ἐν λόγῳ ἑνότητας μέσα ἀπὸ τὸν ἀμοιβαῖον ἐμπλουτισμὸ (ἐν καὶ χωρὶς δυσκολίες).

Ὡς παριθμήσουμε τὰ πρεσβεῖα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ῥώμης:

  1. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης ἦταν ἀποστολικῆς προελεύσεως. Ὁ ἱδρυτὴς της ἀπόστολος Πέτρος, θεωρεῖται ἕνας ἐκ τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἠξιώθη μίας διαίτερης ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὸν Σωτῆρα Χριστό, ὅπως καταφαίνεται ἀπὸ τὰ ἑξῆς λόγια Του: «Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18). Ὅμως ὡς «πέτρα» οἱ ἀνατολικοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ χριστιανοὶ συγγραφεῖς κατανοοῦσαν οὐχὶ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀλλὰ τὴν κοινὴν ἀρετὴ τῆς πίστεως καὶ ἄλλες ἀρετές.
  2. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης εἶχε τὴν ἕδρα της στὴν πρωτεύουσα τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ μετὰ τὴ δημιουργία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὴν πρωτεύουσα τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (μέχρι τὴν ἅλωση τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 476). Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴ τῆς Συνόδου ἐν Χαλκηδόνι (451 μ.Χ.) ὁ αὐτοκράτορας τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας κατεῖχε τὸ πρωτεῖα στὶς ἐπίσημες ὑπογραφές, ἐν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τὸ δευτερεῖα¹⁴. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης στηριζόταν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ πρωτείου τῆς Ῥώμης καὶ τὴν περίοδο ποὺ ὑπῆρχε, καὶ τὴν περίοδο ποὺ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει.
  3. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καταλάμβανε τὴν πρώτη θέση στὰ δίπτυχα τῶν ἐκκλησιῶν, δηλαδὴ κατεῖχε τὸ πρωτεῖα τιμῆς.
  4. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης ὑπερασπιζόταν τὸ ἄμωμον τῆς πίστεως καὶ βοηθοῦσε τὴν ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν στὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων, ὅπως λ.χ. στὴν πολεμικὴ κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ ἀργότερα κατὰ τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ.
  5. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης διεκδικοῦσε τὸ πρωτεῖο οὐχὶ μόνον τιμῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξουσίας, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία ποὺ δίδετο στοὺς κανόνες τῆς ἐν Σαρδικῇ Συνόδου σχετικὰ μὲ τὴν ἔκκλητον πρὸς τὸν Πάπα τῆς Ῥώμης. Τὸ δικαστικὸ πρωτεῖο τῆς Ῥώμης λειτουργοῦσε ἐνίοτε πρὸς ὄφελος τῆς ἀνατολῆς, ὅπως, λ.χ. στὴν περίπτωση τῆς ἀθῳώσεως ἀπὸ τὸν Πάπα τῆς Ῥώμης Ἰούλιο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος διώκετο ἀπὸ τοὺς φιλοαρειανικοὺς ἐπισκόπους. Γενικότερα τόσο ἡ χριστιανικὴ ἀνατολή, ὅσο καὶ ἡ Δύση δὲν ἀναγνώρισαν τὸ πρωτεῖο τῆς Ῥώμης οὔτε θεωρητικά, ἀλλὰ οὔτε καὶ πρακτικῶς (ἂν θυμηθοῦμε τὴν αὐτοτελῆ θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καρθαγένης, ποὺ δὲν ὑπαγόταν σ' ἐκείνη τῆς Ῥώμης).

Ὅλες οἱ ἀνατολικὲς ἐκκλησίες, ποὺ συμμετεῖχαν τὴν λεγόμενη Πενταρχία ἢ Τετραρχία (χωρὶς τὴ Ῥώμη) κατεῖχαν σειρὰ ἀπὸ δικά τους πρεσβεῖα:

  1. Καθεμία ἐξ αὐτῶν εἶχε διαμφισβήτητο ἀποστολικὴ προέλευση, ἐκτὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ τελευταία μόνον τὸν 9ο αἰ. μ.Χ. συνέδεσε τὴν προέλευσή της μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου.
  2. Ἀπὸ τὸν 4ο – 5ο αἰ. μ.Χ. ἀναδείχθηκαν ὡς ἑπτὰ ἀνεξάρτητα Πατριαρχεῖα, τὰ ὁποῖα συνέπιπταν ἐν πολλοῖς μὲ τὶς διοικήσεις τῆς Ῥωμαϊκῆς/Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας (οὐχὶ ὅμως πλήρως).
  3. Κάθε Πατριαρχεῖο κατεῖχε τὴν οἰκεία αὐτοῦ θέση στὰ δίπτυχα τῶν ἐκκλησιῶν, ἐν καὶ οὐχὶ τὴν πρώτη, πάντως μία ἀναγνωρισμένη θέση, ποὺ τοῦ ἐξασφάλιζε κατ' οὐσίαν τὰ ἴσα δικαιώματα στὶς σχέσεις μὲ τὰ ἄλλα Πατριαρχεῖα.
  4. Οἱ ἀνατολικοὶ ἅγιοι Πατέρες ἐπέδειξαν στὰ θέματα τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως ζῆλον οὐχὶ μικρότερον τῶν δυτικῶν. Ἡ προτεραιότητα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης στὸν ἀρχαῖο πολιτισμὸ δήλωνε καὶ κατὰ κάποιο βαθμὸ ὑπέδειξε καὶ τὴν προτεραιότητα τῆς ἑλληνικῆς θεολογίας, ποὺ ἀποτελεῖ σε (τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν) τὸ πρωτότυπον ὡς πίνακα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον οἱ δυτικοὶ ζωγράφοι κατάφεραν νὰ ἀναπαράγουν ἕνα ποιοτικὸ ἀντίγραφο, ποὺ ἐν καὶ ἐμπλουτίσθηκε ἀπὸ τὴν δική τους ἐμπειρία, παρέμενε δευτερεύουσας σημασίας.
  5. Κάθε Πατριάρχης ἦσκει τὰς ἀνωτάτας δικαστικὰς ἀρμοδιότητας ἐντὸς τῆς οἰκείας του δικαιοδοσίας.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σὲ ἀντιδιαστολὴ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς, τῆς Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καὶ τῆς ἱερᾶς ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, διέθετε μερικὰ δικά της διαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἦταν πρωτεύουσα τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸ 324 καὶ ἐφεξῆς ἤρχισε νὰ θεωρεῖται τὸ προνομιοῦχον τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας, κόμη καὶ ὡς ἕδρα τοῦ μονάρχου κυβερνήτη (ἀπὸ τὸ 324 μ.Χ.), τοῦ αὐτοκράτορος ἁγίου Κωνσταντίνου. Ὡς ἐκκλησία τῆς πρωτευούσης ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἠλαύνε διαίτερης ὑποστήριξης τοῦ αὐτοκράτορος.
  2. Τὰ δικαστικά, δικαιοδοτικὰ καὶ «περίορια» δικαιώματα (τὸ ζήτημα περὶ τῶν τελευταίων θὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ χωριστά) τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως διατυπώθηκαν διαιτέρως στὸν 9ο, τὸν 17ο καὶ τὸν 28ο κανόνα τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου. Στὴν πραγματικότητα ἦταν ἀποκλειστικῶς ἐνδοδικαιοδοτικὰ δικαιώματα. Ὡστόσο ὑπῆρξε καὶ προηγούμενον περιόριων ἢ ἐξωδικαιοδοτικῶν πράξεων, ποὺ ἐγίνησαν μὲ συγκατάθεση τῶν πλευρῶν καὶ κατὰ κανόνα δὲν ἐπέφεραν ζημία στὴν ἐκκλησιαστικὴν ἑνότητα καὶ μόνοιαν.
  3. Στὸ κανονικὸ ἔδαφος τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως συνήλθαν καὶ οἱ ἑπτὰ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, ποὺ ἀποτελοῦν τὰ ἀνώτατα νομοθετικὰ καὶ διοικητικὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας. Καμία ἐκ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν συνήλθε οὔτε στὴ Ῥώμη, οὔτε στὸ ἔδαφος ἄλλου Πατριαρχείου, πρᾶγμα, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως ἀποδεικνύει μεταξὺ ἄλλων καὶ ἕνα ὡρισμένον κῦρος τῆς ἐκκλησίας τῆς πρωτευούσης τῆς αὐτοκρατορίας γιὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν γενικῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων.
  4. Μετὰ τὴν κατάκτηση ὑπὸ τῶν Περσῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ ὑπὸ τῶν Ἀράβων τοῦ ἐδάφους τῶν ἕδρων τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς τὸν 7ο αἰ. μ.Χ. ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρέμεινεν ἡ μόνη ἐλεύθερη ἐκκλησία στὸ Βυζάντιον.

Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης καὶ ἐκείνη τῆς Κωνσταντινουπόλεως (μαζὶ μὲ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς) συγκροτοῦσαν ὡς ἕνα ἑνιαῖον σύνολο, δηλαδὴ τὴν «Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Ἡ Ῥώμη, ποὺ κατεῖχε τὸ πρωτεῖον τιμῆς, θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται σὲ ἁρμονικὰς σχέσεις μὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν ὡς πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου. Οἱ Πάπες τῆς Ῥώμης ἐμποροῦσαν νὰ θεωροῦν τὸν ἑαυτὸν τους εἰδικοὺς φύλακας τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔπρεπε εἰλικρινῶς νὰ δεχθοῦν ὅτι ἡ βασικὴ παράδοσις τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως διαμορφωνόταν οὐχὶ τόσον στὴ Δύσιν, ὅσον στὴν Ἀνατολήν. Ἀκριβῶς κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον ἐσκέπτετο ἀναμφίβολα ὁ ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως Πάπας Μαρτῖνος, ὁ ὁποῖος προσκάλεσε στὴ Σύνοδον τοῦ Λατερανοῦ τὸν ὅσιον Μάξιμον ὁμολογητήν, τὸν κορυφαῖον ὑπερασπιστὴν τῆς Ὀρθοδόξου χριστολογίας ἔναντιον τῶν αἱρέσεων τοῦ μονοενεργητισμοῦ καὶ τοῦ μονοθελητισμοῦ.

Ἐν καὶ ἡ Δύσις καὶ ἡ Ἀνατολὴ εἶχαν κατὰ διαστήματα τεταμένες σχέσεις, κυρίως λόγῳ τῆς ἐπιδιώξεως οὐχὶ μόνον τοῦ (ἀποδεκτοῦ) πρωτείου τιμῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ (παράδεκτου ὡς περίορια ἐπίπεδα ἐκτὸς τῆς οἰκείας δικαιοδοσίας) πρωτείου ἐξουσίας, γενικότερα εὑρίσκαν τὴν ἐσωτερικὴν δύναμιν νὰ ὑποχωροῦν, νὰ μὴ ἐπιμένουν ὑπερβολικῶς στὶς θέσεις τους καὶ νὰ διαφυλάσσουν τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἑνότητα.

Ἐν τούτοις μετὰ τὸ 1054 ἐχάθη αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ δὲν ἔχει μέχρι σήμερα ἀποκατασταθῇ.


Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μετὰ τὸ Μέγα Σχίσμα

Μετὰ τὴν ἀπόσχισιν τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν τὸ 1054 ἦλθε ἡ πνευματικὴ καταστροφή. Οἱ δυτικοὶ χριστιανοὶ κατὰ τὴν σκοπιὰν τῶν ἀνατολικῶν, περιῆλθαν οὐχὶ ἁπλῶς εἰς κατάστασιν σχίσματος, ἀλλὰ καὶ αἱρέσεως, διότι πρέσβευαν τὴν λεγομένην διδασκαλίαν τοῦ Filioque (περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ καὶ τοῦ Υἱοῦ), παράδεκτην ἀπὸ τὴν σκοπιὰν τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ ἠκολούθουν μερικὰς διαίτερας τελετουργικὰς πρακτικὰς (λ.χ. ἡ Θεία Μετάληψις μὲ ἄζυμα), οἱ ὁποῖες ἀπορρίπτονταν ὡς παράδεκται καὶ ἐγκυμονοῦσες τὸν κίνδυνον κιβδηλώσεως τῆς πίστεως¹⁵. Οἱ αὐταὶ αἱ ἀνατολικαὶ ὀρθόδοξες ἐκκλησίαι στὰς μεταξὺ τους σχέσεις ἐξακολουθοῦσαν νὰ ἐφαρμόζουν τὴν ἀρχὴν τῆς ἁρμονίας. Ταυτοχρόνως εἶχαν σὲ διατηρημένην τὴν πρώτην θέσιν στὸ ἱερὸν Δίπτυχα γιὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ῥώμης, ἡ ὁποία θὰ ἠμποροῦσε νὰ τὴν ἀνακτήσῃ σὲ περίπτωσιν ποὺ διορθωνόταν. Παρὰ τὸ προφανὲς πρεσβεῖον τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ἐκκλησίας τῆς αὐτοκρατορίας, αὐτὴ προσπαθοῦσε νὰ διαφυλάσσῃ ὁσότιμες σχέσεις μὲ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν ὑπεστήριζε καὶ τὰς νεοπαγεῖς σλαβικὰς ἐκκλησίας στὰ Βαλκάνια, δηλ. τὰς Βουλγαρίας καὶ Σερβίας, καὶ ἐν συνεχείᾳ καὶ τῆς Ῥωσίας. Ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως τόνιζε τὴν προτεραιότητά της ἔναντι αὐτῶν (ὡς ἐκκλησία ἔχουσα πρωτεῖον τιμῆς), ἀλλὰ προσπαθοῦσε τὴν διαστιγμὴ οὐχὶ τόσον νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν βοήθειάν τους, ὅσον νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ νὰ συνδράμῃ στὴν διάδοσιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν καὶ παραδόσεων.


Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καῬωσικὈρθόδοξος Ἐκκλησία

Μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Πόλεως τὸ 1453 ἔπαυσεν ἡ ὑποστήριξις τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας. Μποροῦμεν νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἔτος 1453 ἐσήμανε τὸ τέλος τοῦ κρατικοῦ καὶ αὐτοκρατορικοῦ χριστιανισμοῦ στὸ Βυζάντιον, ὅπως καὶ τοῦ Βυζαντίου καθεαυτοῦ.

Ἀκριβῶς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναδείχθηκε πρῶτα ἀνεξάρτητη μητρόπολις (ἀπὸ τὸ 1448) καὶ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ἐπομένου αἰῶνος καὶ Πατριαρχεῖον (ἀπὸ τὸ 1589 καὶ ὁριστικῶς ἀπὸ τὸ 1590/1593). Ἡ ἐν λόγῳ χρονολογία ἐπιβεβαιώνει ὡρισμένην διαδοχικότητα μεταξὺ τῶν δύο ἐκκλησιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ἀπώλεσε στὴν πράξει τὸ κρατικὸν στήριγμά της, ἐν ἡ δευτέρα τὸ ἀπέκτησε, ἐν ἑτοιμότητι νὰ συνεχίσουν τὴν ἁρμονία τῶν διαμορφωθεισῶν σχέσεών των.

Τὴν περίοδον τῆς λεγομένης τουρκοκρατίας συνέβαιναν οἱ ἑξῆς σημαντικὲς διαδικασίες.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐν τῇ ἥττῃ καὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῆς αὐτοκρατορικῆς της ταυτότητος, ἀπέκτησε νέα ἐπιπρόσθετα προνόμια καὶ δικαιώματα λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ Μωάμεθ ὁ Πορθητὴς τὸ 1454 οὐχὶ μόνον ἀπεκατέστησε τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ τὸν διόρισεν ἐθνάρχη, δηλαδὴ κοσμικὸν ἄρχοντα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους μὲ ἀρμοδιότητες ἐπὶ σειρᾶς ζητημάτων (δίκαιον γάμου, δικαιώματα διοκτησίας κ.τ.λ.). Ὡστόσο, τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως περιῆλθεν εἰς μίαν ἱκανῶς μειονεκτικὴν θέσιν καὶ θὰ ἔπρεπε μερικῶς νὰ «πληρώσῃ» γιὰ τὰ νέα του δικαιώματα μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς ἐκκλησίας. Ἀρχικῶς τὰ δικαιώματα τοῦ ἐθνάρχου Πατριάρχου ἴσχυαν μόνον ἔναντι τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῆς οἰκείας αὐτοῦ δικαιοδοσίας, ἐν μετὰ τὴν ὑποταγὴν τῆς Αἰγύπτου, τῆς Συρίας καὶ τῆς Παλαιστίνης στὸν ὀθωμανοὺς Τούρκους τὸ 1517, ἴσχυαν καὶ ἔναντι τῶν πολοιπῶν Πατριαρχείων τῆς ἀνατολῆς ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ ἑνιαίου «ῥωμαϊκοῦ γένους» (Rum Milleti) ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης¹⁶.

Ἔναντι τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀπέκτησε ὁλοένα καὶ περισσοτέραν, μεγαλυτέραν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία κατὰ τὸν 18ο-19ο αἰ. ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπόγειόν της. Ὡς πρῶτος τιμητικῶς στὴν «πολυπατριαρχικὴν» ἐκκλησίαν τῆς ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέστη στὴν πράξει πρῶτος καὶ τιμητικῶς καὶ ἐξουσιαστικῶς, μὲ τὴν προσωπικὴν ὑποστήριξιν τῶν Τούρκων σουλτάνων, οἱ ὁποῖοι ἐχρειάζοντο τὴν ἀτομικὴν ἐξουσίαν καὶ εὐθύνην του γιὰ τὸν χριστιανικὸν πληθυσμόν. Τὰ «προνόμια» ὑπὸ τῶν μουσουλμάνων κυβερνήτας ἦσαν ἕνα εἶδος ποικοδομήματος στὴν ἐκκλησιαστικὴν νομοθεσίαν, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπεν νὰ διαπιστωθῇ οὐχὶ τόσον ἡ ἐξασθένησις, ὅσον ἡ ἐνδυνάμωσις τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Αὐτὴ ἡ πανίσχυρος ἐξουσία τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ὅμως δὲν ἀπεκτείνετο ἐπὶ τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο ἐν ἐδάφεσιν ἀνεξαρτήτων ἀπὸ τὴν τουρκικὴν κυβέρνησιν κρατῶν.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴν σειρὰν της ἀπεδείχθη ὅτι κατέχει τὰ ἑξῆς διαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Στὴν Ῥωσία ἡ Ἐκκλησία ἠλαύνε διαίτερης ὑποστήριξης ἐξαρχῆς ὑπὸ τῶν μεγάλων πριγκίπων καὶ ἀργότερα ὑπὸ τῶν τσάρων καὶ τῶν αὐτοκρατόρων. Οἱ χριστιανοὶ τῆς ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, τὴν ὁποίαν διοικοῦσεν ἕνας μουσουλμάνος σουλτάνος, ἐγνώριζον ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἀνεξάρτητον ῥωσικὸν κράτος, τὸ ὁποῖον διοικεῖ ἕνας ὀρθόδοξος τσάρος. Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴν τοῦ ὑστεροῦ Μεσαίωνα καὶ κατὰ τὴν Νεωτέραν ἐποχὴν ἡ Ῥωσία ἦτο ἡ μόνη Ὀρθόδοξος Αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία οὐχὶ μόνον διεδέχθη, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ὡρισμένα κριτήρια ὑπερέβη τὸ Ὀρθόδοξον Βυζάντιον. Ἡ κατὰ τὸν Πατριάρχην Ἱεροσολύμων Δοσίθεον¹⁷ «Θεόστεπτος αὐτοκρατορία» ἔπρεπε νὰ διασώσῃ τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν δουλεία.
  2. Ἡ ἐδαφικὴ ἔκτασις τοῦ κράτους τῆς Ῥωσίας καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ Ῥωσικὴ Αὐτοκρατορία ὑπερέβη τὸ Βυζάντιον.
  3. Ἡ Ῥωσία ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ ῥωσικοῦ βασιλείου ἦτο πολυεθνικὸν κράτος, ποὺ δὲν περιοριζότο ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ῥωσικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον ὡστόσον διεδραμάτισε καθοριστικὸν ρόλον πολιτιστικὰ καὶ πνευματικά.
  4. Ὅπως καὶ ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οὕτω καὶ ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦτο βεβαία γιὰ τὴν ἀποστολικήν της προέλευσιν μέσῳ τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος κατέφθασεν οὐχὶ μόνον εἰς τὰ τείχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ Νόβγκοροντ.

Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἤρχισαν σταδιακῶς νὰ οἰκοδομῶνται αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς καὶ τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ τακτικαὶ ἐπισκέψεις τῶν ἱεραρχῶν τῆς ἀνατολῆς εἰς τὴν Γῆν τῶν Ρῶς, συνοδευόμεναι ὑπὸ παρόντος καὶ συλλογικῆς καθεδρᾶς οἰκονομικῆς βοηθείας, τὴν ὁποίαν τόσην ἀνάγκην εἶχεν ἡ Ὀρθόδοξος ἀνατολή.

Ἐν τῇ Γῇ τῶν Ρῶς ἀπεδέχοντο τὸ πρωτεῖον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὴν η΄ ἐρωταπόκρισιν τῶν Πατριαρχῶν τῆς ἀνατολῆς τὸ ἔτος 1663), ἀλλὰ μόνον τότε ὅταν ἦτο ἀπαραίτητον γιὰ τὴν ἀντιμετώπισιν ἐσωτερικῶν σκοπῶν καὶ ζητημάτων. Καὶ ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει ἀνεγνώριζον τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν δύναμιν τῆς Ῥωσίας, τὴν ὁποίαν ἀπεδείκνυον ἡρωικαὶ στοὺς λεγομένους ῥωσοτουρκικοὺς πολέμους (ἀνεξαρτήτως τοῦ πῶς ἐκτιμοῦν αὐτοὺς τοὺς πολέμους οἱ σύγχρονοι φιλοδυτικοὶ ἱστορικοί)¹⁸.


Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ Βαλκάνια

Σὲ δυσχερεῖς συνθήκας ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρέπει νὰ εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ οὐχὶ μόνον μὲ τὰς παλαίφατας ἀποστολικὰς ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλας τὰς λοιπάς, συμπεριλαμβανομένων κἀκείνων τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς σλαβικῆς. Οἱ ἐκκλησίαι Σερβίας καὶ Βουλγαρίας ἐθεωροῦντο παλαιόθεν Αὐτοκέφαλες. «Αὐτοκέφαλη» στὸ κανονικὸν δίκαιον θεωρεῖται μία ἐκκλησία μὲ πατριαρχικὸν τύπον, ἐν τῇ ἀρχικῇ της ἐννοίᾳ ὁ «αὐτοκέφαλος» σημαίνει «αὐτοτελής/ἐλεύθερος».

Οἱ παλαιαὶ ἐκκλησίαι ἐν τοῖς Βαλκανίοις, ἀρχιεπισκοπαὶ ἢ Πατριαρχεῖα, δὲν ἐθεωροῦντο ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ὁλοκληρωμέναι, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ σχετικὸν μήνυμα τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἁγίου Καλλίστου (14ος αἰ.) πρὸς τὸν ἱερὸν κλῆρον καὶ τοὺς μονάζοντας τῆς ἱερᾶς ἀρχιεπισκοπῆς Τυρνόβου¹⁹.

Οἱ αὐταὶ αἱ Βαλκανικαὶ ἐκκλησίαι ἐνόουν τὸν ἑαυτὸν τους οὐχὶ τόσον ὑποταγμένον, ὅσον ἐλεύθερον. Ἴσως, σὲ μίαν τοιαύτην προσέγγισιν ἐκρύβετο κάποια ὑπερβολικὴ φυγόκεντρος δύναμις. Ἀλλὰ γενικότερα τὰ προνόμια τῶν Βαλκανικῶν ἐκκλησιῶν οἰκοδομοῦντο ἐπὶ ἀγαθῶν θεμελίων.

Ἡ α΄ Ἰουστινιανή, ποὺ τὴν ἐδημιούργησεν ἐν τοῖς Βαλκανίοις ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανὸς κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ 6ου αἰ. μ.Χ., ἦτο ἡ πρώτη στὰ Βαλκάνια ἐκκλησία, ποὺ ἔλαβεν ἰσοτίμους μετὰ τὴν Ῥώμην καὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν δικαστικὰς ἀρμοδιότητας. Οἱ μεταγενέστερες ἐκκλησίαι Βουλγαρίας καὶ Μακεδονίας ἐθεωροῦν τὸν ἑαυτὸν τους διαδόχους τῆς α΄ Ἰουστινιανῆς, πρᾶγμα ποὺ ἀποτυπώνεται καὶ εἰς τοὺς τίτλους τῶν Προκαθημένων των.

Ἀπὸ τοῦ παρόντος οἱ κανονολόγοι, ἱστορικοὶ καὶ θεολόγοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς-νομικῆς θεωρίας τοῦ μητροπολίτου Περιστερίου Γρηγορίου Παπαθωμᾶ ἐπιμένουν ὅτι οἱ ὀρθόδοξες ἐκκλησίαι τῶν Βαλκανίων ἦσαν δευτέρας κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι τὸν 19ον αἰ. σὺν ἠναγκάσθησαν τὴν ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ ταῖς χορηγήσῃ αὐτοκέφαλον ἀπὸ τὴν ἐπίπεσιν πολιτικῶν συγκυριῶν. Ἐν τῇ πραγματικότητι τὰ αὐτοκέφαλά των εἶναι πολὺ παλαιότερα καὶ τὸν 19ον αἰ. ἁπλῶς συνέβη ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς τάξεως, ποὺ εἶχεν ἀπολεσθῇ λόγῳ περιπλόκων πολιτικῶν καὶ ἄλλων ἐξωτερικῶν παραγόντων.

Ὁ ὡς ἄνω, ὅλαι αἱ ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο τόσον ἐν τῷ ἐδάφει τῆς ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ὅσον καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων της, ἐτέλουν ἐν ἁρμονίᾳ, ἡ διατάραξις τῆς ὁποίας ὁδηγοῦσεν εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς πνευματικῆς ἑνότητος καὶ εἰς δυσθεράπευτα σχίσματα.


Ἡ διατάραξις τῆς ἁρμονίας τὸ 1872

Τὸ 1872 ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς ἀνατολῆς κατεδίκασε τὴν συσταθεῖσαν τὸ 1870 Βουλγαρικὴν ἐξαρχίαν ὡς ἔνοχον γιὰ «φυλετισμόν» (προτίμησιν τῶν ἰδιωτικῶν, ἐθνικῶν συμφερόντων ἔναντι τῶν κοινῶν ἐκκλησιαστικῶν). Ἐν τῇ ἐν λόγῳ καταδίκῃ ἐπικεντρώθη ἡ χαρακτηριστικὴ γιὰ τὴν ἐκκλησίαν τῆς ἀνατολῆς μονομέρεια ἐπὶ πλέον μιᾶς ἄλλης φυλετικῆς βάσεως, τῆς ἑλληνικῆς.

Ἡ καταδίκη τοῦ φυλετισμοῦ κατέστη ταυτοχρόνως θρίαμβος τῶν οἰκείων δικαιωμάτων τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μὲ καθιέρωσιν τῆς πραγματικῆς καὶ ἐν δυνάμει δυνατότητος γιὰ κόμη μεγαλυτέραν ἀνάπτυξιν τῆς μονομέρειας, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον «ἰσχὺν οὐκ ἔχει»²⁰. Ὁ λόγιος ἀρχειονόμος τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στὰ τέλη τοῦ 19ου – ἀρχὰς τοῦ 20οῦ αἰ. Μανουὴλ Ἰω. Γεδεὼν ἐμφάνισε τὴν σύστασιν τῆς Βουλγαρικῆς ἐξαρχίας ὡς τὴν ἰσχυροτέραν πρόκλησιν γιὰ τὰ προνόμια τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἐν τῇ μακραίωνῃ ἱστορίᾳ του²¹.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσπαθοῦσε νὰ ἀποφύγῃ τὰς δύο ἀκρότητας καὶ νὰ παρουσιάσῃ μίαν ἐπίλυσιν τῆς διαφορᾶς βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς χρυσῆς τομῆς. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔπαιξε τὸν ρόλον τοῦ «κατέχοντος» καὶ συμφιλιωτοῦ, ἐν καὶ οἱ φιλικῶς πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν διακείμενοι θεολόγοι ἔβλεπαν στὴν συνδρομὴ τῆς Ῥωσίας πολὺ μεγαλυτέρας ἀπειλὰς παρ' ὅ,τι στὴν ἐξουσίαν τῶν Τούρκων²².


Τἀνώτατον ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον

Τὸ ζήτημα τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου εἶναι τῆς αὐτῆς κατηγορίας, ὅπως καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπονομῆς αὐτοκέφαλου καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς Συνάξεως Προκαθημένων τῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ θὰ ἐξετάζονται χωριστὰ ἐν τοῖς ἐπομένοις δημοσιεύμασι. Ἐν τῇ ἱστορικῇ ἀναδρομῇ αἱ περίοριαι πράξεις ἐπετρέποντο στὰς περιπτώσεις ἀποστολῆς καὶ ἐπὶ μεμονωμένων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων. Ὡστόσο, σὲ περίπτωσιν νομιμοποιήσεως τῆς λειτουργίας τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου ἐν τῷ προσώπῳ ἑνὸς καὶ μόνον τόμου – τοῦ ἐπικεφαλῆς τῆς ἐκκλησίας καὶ τιμητικῶς πρώτου – δημιουργεῖται μία ἄκρως ἐπικίνδυνος κατάστασις, ποὺ ἀπειλεῖ μὲ ἐπιπτώσεις τοῦ πλέον πωδυνοῦ σχίσματος.

Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως προσπαθεῖ νὰ καταδείξῃ τὰς ἀρχικὰς του δικαστικὰς ἀρμοδιότητας, αἱ ὁποῖαι δῆθεν ἐπιβεβαιώνονται εἰς τοὺς κανόνας 9, 17 καὶ 28 τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου καὶ στὴν προγενεστέραν (καὶ μεταγενεστέραν) πρακτικὴν τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ἐν τῇ πραγματικότητι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου δὲν εἶναι καὶ τόσον διαφιλονικούμενον, ὥστε νὰ δύναται νὰ φανῇ ἐκ πρώτης ψεύδους κόμη καὶ κατὰ τὸ ἀπόγειον τῆς ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Σὲ κάθε περίπτωσιν οἱ ἀνώτατοι πνευματικοὶ δικασταὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης Τοπικῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ οἰκεῖοι αὐτῶν Προκαθήμενοι. Αὐτὸς εἶναι ὁ παράγραφος κανὼν, ἄλλος δὲν ὑπάρχει, οὔτε μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ.

Οἱ παραπομπαὶ εἰς τὴν Χαλκηδόνα, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἑρμηνείας τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος²³ κ.τ.λ., γίνονται ὑπὸ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου ἐξουσίας χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ' ὄψιν ἡ πολύτως νέα ἐποχή, ποὺ ἡ ἰσότης τῶν ἐκκλησιῶν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς νομικῆς, εἶναι οὐσιῶδες θεμέλιον γιὰ τὴν παρουσίαν καὶ τὴν δράσιν των, κόμη καὶ ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς συνοδικῆς των ἑνότητος.

Ἐν τῇ οὐσίᾳ τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως διεμόρφωσε μίαν βάσιν ψευδῶν ἐπιχειρημάτων ἐκ μερικῶν κανόνων καὶ σχετικῶν ἑρμηνειῶν τους, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδίας ἀξιώσεις του ὡς πρώτου ἐν ἐξουσίᾳ ἐν τῇ ἀνατολῇ. Αὐτὴ ἡ «βάσις» ἀνταποκρίνεται θεωρητικῶς εἰς τὰς κραυγὰς σκέψεις, ποὺ ἐκτέθησαν ἐν τῇ «Ἐπαναγωγῇ» («Εἰσαγωγή»), ἕνα μνημεῖον τοῦ ἔτους 880 μ.Χ., τὸ ὁποῖον οὐδέποτε δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὸν εἰς κοινὸν ἐκκλησιαστικὸν ἐπίπεδον²⁴.

Ἡ ἄσκησις τῶν περιόριων καὶ ἐξωδικαιοδοτικῶν δικαστικῶν ἀρμοδιοτήτων ἀποτελεῖ σήμερον τὴν πλέον ἰσχυρὰν ἔκδηλωσιν τοῦ πρωτείου ἐξουσίας, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν διαταραχὴν τῆς ἑνότητος, τῆς συνοδικότητος καὶ τῆς ἁρμονίας.


ἐκκλησιαστικἑνότης: ἀνεπίτευκτος ἢ πραγματική;

Σήμερον λοιπὸν ἔχει προκληθεῖ ἀπώλεια τῆς συμφωνίας καὶ τῆς ἁρμονίας μεταξὺ τῶν κατὰ τόπους ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν. Δυστυχῶς, ὡς ἀποτέλεσμα τῶν μονομερῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τὸ πρωτεῖον τιμῆς, ποὺ μετεξελίχθη εἰς πρωτεῖον ἐξουσίας, ὑπερέβη κάθε ἀποδεκτὸν ὅριον. Ἡ βαθιὰ πεποίθησις τῆς προφανοῦς δικαιούσης πλευρᾶς γιὰ τὸ δίκαιό της ὁδήγησεν εἰς τὴν συσπείρωσιν τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς νὰ καταβληθοῦν προσπάθειαι νὰ δοθῇ μία σοβαρὰ ἐπιστημονικὴ θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορικὴ θεμελίωσις, πρᾶγμα ποὺ ἐπὶ θέσει ἀρχῆς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.

Ἡ κοινὴ δεολογία τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐργαλείων τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς καὶ ἀμερικανικῆς ἐπιστήμης ἐξακολουθεῖ ὡστόσον νὰ διατυπώνεται μὲ ἀπόβαθρον τὴν ἐπιφανειακὴν ἀληθοφάνειαν.

Οἱ προσπάθειαι τῶν θεολόγων καὶ κανονολόγων τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀγνοοῦνται, δὲν εἰσακούονται, δὲν λαμβάνονται ὑπ' ὄψιν, παραμένουν ἀναπάντητοι ἢ λαμβάνουν μίαν τυπικὴν ἀπάντησιν, οὐχὶ τόσον βάσει τῆς ἐπιστήμης, ὅσον βάσει δεολογικῶν ἀρχῶν.

Ἡ Ῥωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπεχώρησεν εἰς τὸ Σκοπιανὸν ζήτημα, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀποχωρήσῃ εἰς τὸ Οὐκρανικόν. Διατί; Ἡ ἀντικανονικότης τῶν ληφθέντων μέτρων εἶναι τοσοῦτον κραυγαλέα, ὥστε σὲ περίπτωσιν ἀναγνωρίσεώς των ὑφ' ὁιασδήποτε ἐκκλησίας, ἀπειλεῖ μὲ σοβαρὰν διαίρεσιν ἢ ἀπόσπασιν μερίδος πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς φετηρίαν ἔχουν τὴν διαφύλαξιν τῆς παραδόσεως καὶ τῶν παραδοσιακῶν πνευματικῶν ἀξιῶν.

Ἡ μοναδικὴ ὁδὸς γιὰ θεραπείαν τοῦ σχίσματος εἶναι ἡ ἀποποίησις τῶν περιόριων μέτρων καὶ τῶν συνεπειῶν των ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, γεγονὸς ποὺ μὲ ἀπόβαθρον τὴν ῥητορικήν του καὶ τὰς συγκεκριμένας μεταγενεστέρας ἐνεργείας κρίνεται ἀπίθανον. Ὡστόσο, ὁ πεζοπόρος εἶναι ποὺ περνικᾶ τὸν δρόμον. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς ἐκκλησίας συνέβησαν θρασέες προσχωρήσεις εἰς σχίσμα ἢ εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην αἵρεσιν, αἱ ὁποῖαι εἰς τελικὴν ἀνάλυσιν περικεράσθησαν.

Ὁ ὄψιμος βυζαντινὸς θεολόγος ἅγιος Νεῖλος Καβάσιλας ἔγραψεν ὅτι μὲ «κοινὰς» ὑποθέσεις τῆς ἐκκλησίας ὁ «πρῶτος» δύναται νὰ ἀσχοληθῇ σὲ συμφωνίᾳ μὲ ὅλους τοὺς λοιπούς, ἀλλὰ οὐχὶ ἐπὶ μόνος του²⁵. Εἶναι ἀποδεκτὸν τὸ πρωτεῖον τιμῆς, ἀλλὰ τὸ πρωτεῖον ἐξουσίας ἔρχεται νὰ πολεμήσῃ «τὴν κοινὴν εἰρήνην τῆς ἐκκλησίας»²⁶. Αὐταὶ αἱ σκέψεις εἶναι σήμερον ἐπίκαιραι ὅσον ποτὲ ἄλλοτε.

Ἡ ἐφεξῆς συγγραφὴ ἐκκλησιαστικῶν ἱστορικῶν καὶ κανονικῶν-θεολογικῶν μελετῶν ἐπὶ τοῦ ἐπίμαχου ζητήματος θὰ μπορέσῃ, ὅπως τὸ ὕδωρ ποὺ λαξεύει τὴν πέτραν, νὰ δημιουργήσῃ προϋποθέσεις γιὰ τὴν διευθέτησιν τῆς καταστάσεως καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀπολεσθείσης ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος.


Σημειώσεις

¹. Ἁρμονία // Liddell H.G., Scott R. A Greek-English Lexicon / ed. Jones H.S., McKenzie R. et al. Oxford, 1996. P. 244.

². Homerus. Ilias. 22:255.

³. Πρβλ. στὸν Πίνδαρο: Pindarus. Pythia. 8:68.

⁴. <Pythagoras>

⁵. Empedocles. Fragmenta. 129:2-4.

⁶. Philolaus. Testimonia Fr. 23:3-4.

⁷. Plato. Phaedo – Stephanus P. 85e:3-5 – 86a:3.

⁸. Ibid. P. 95a:1-2; Dicaearchus. Fragmenta Fr. 12d:1-2.

⁹. Plato. Symposium – Stephanus. P. 187b:1-7.

¹⁰. Aristoteles. De anima – Bekker. P. 407b:27-34.

¹¹. Βλ. Justinus Martyr. Dialogus cum Tryphone. 6, 2:2-8.

¹². Βλ. Irinaeus. Adversus haereses (libri 1-2) 2, 54, 1:8-14.

¹³. Clemens Alexandrinus. Protrepticus. 12, 120, 4:1-5.

¹⁴. Πρβλ. Καραγιαννόπουλος Ι. Τὸ Βυζαντινὸν κράτος. Θεσσαλονίκη, 1996. σ. 88.

¹⁵. Βλ. Дионисий (Шлёнов), игум. Догматическая сторона споров об опресноках // Православное учение о церковных таинствах. Т. 2: Евхаристия: Богословие. Священство. [Доклад на V международной богословской конференции]. Москва, 2009. σ. 154-168.

¹⁶. Βαλάκου-Θεοδωρούδη Μ. Τὸ νομικὸν περίγραμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς διεθνοῦς κοινότητος. Θεσσαλονίκη, 2001. σ. 195.

¹⁷. Dositheus. Historia 11 // Δωδεκάβιβλος. σ. 14:35.

¹⁸. Βλ. Ἀβύδου Κύριλλος Πρὸς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Πρακτορεῖον Εἰδήσεων Romfea.gr – Σχολιασμὸς συνεντεύξεως τοῦ Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίωνα. (26.01.21) // romfea.gr

¹⁹. Registrum patriarchatus Constantinopolitani (1350-1363) 264:30-31 // CFHB. SV. 19/3. S. 564, 566. «…ἐδωρήθη συγκαταβάσεως λόγῳ πρὸς τὸν Τρινόβου τὸ ὀνομάζεσθαι πατριάρχην Βουλγαρίας, οὐ μέντοι εἶναι καὶ συναρίθμιον τοῖς λοιποῖς ἁγιωτάτοις πατριάρχαις καὶ διατοῦτο μηδὲ μνημονεύεσθαι ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις…». Ibid. 264:54-66 // Op. cit. P. 566, 568. «Ἐπειδὴ πέντε πατριάρχαι ἐτάχθησαν τὸ καταρχὰς παρὰ τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ, μέχρις ἂν συνῆν ἡμῖν καὶ πάπας Ῥώμης, ἔκτοτε δὲ μέχρι τοῦ νῦν εἰσὶν ἡνωμένοι οἱ τέσσαρες, οἵτινες κοινωνίαν ἔχοντες ἀδιάσπαστον μνημονεύονται παρ' ἀλλήλων ἐν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς πάσαις συνάξεσιν, ἔδει γοῦν τὸν Τρινόβου πατριάρχην, ἅμα μὲν δι' ἥν ὤφειλεν ἔχειν ὑποταγὴν εἰς τὴν καθ' ἡμᾶς ἁγιωτάτην τοῦ Θεοῦ Μεγάλην Ἐκκλησίαν, παρ' ἧς εἴληφε καὶ τὸ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι πατριάρχης, ἅμα δὲ καὶ διὰ τὸ περιποιεῖσθαι ἑαυτῷ τιμὴν καὶ κοινωνίαν τῆς ἡμῶν μετριότητος καὶ τῶν ἄλλων πατριαρχῶν, ἀνάγκην ἔχειν ἀναφέρειν ἀεὶ τὴν τε ἡμῶν μετριότητα καὶ τοὺς ἄλλους πατριάρχας ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις καὶ οὕτως ἀποσώζειν καὶ αὐτὸν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ τὸν τύπον τῆς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως κἀντεῦθεν φαίνεσθαι ἡνωμένος καὶ συναρίθμιος ἡμῖν».

²⁰. Athanasius Alexandrinus. Apologia contra Arianos sive Apologia secunda. 23, 4:1.

²¹. Βλ. Μανουὴλ Ἰω. Γεδεών. Αἱ φάσεις τοῦ παρ' ἡμῖν ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος. Κωνσταντινούπολις, 1910.

²². Βλ. Ὁ Ἀβύδου Κύριλλος Πρὸς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Πρακτορεῖον Εἰδήσεων Romfea.gr – Σχολιασμὸς συνεντεύξεως τοῦ Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίωνα.

²³. Βλ. URL: romfea.gr

²⁴. Βλ. ἀναλυτικότερα: Дионисий (Шлёнов), игум. Первенство Константинопольского епископа в Византии и Поствизантии: канонический и богословский аспект // Эстонская Православная Церковь: 100 лет автономии. Таллин, 2021. σσ. 50-82.

²⁵. Nilus Cabasilas. De processione Spiritus Sancti. 15, 236:5-9. τῷ δὲ Ῥώμης ἐπισκόπῳ (5) μόνῳ πόθεν τὸ ταῦτα δύνασθαι; Εἰ δὲ λέγοιεν διὰ τὸ πρωτεῖον, ἀλλ' οὐ τοῦτο τοῖς ἀποστόλοις δοκεῖ· ἀπείρηται γὰρ τῷ πρώτῳ μηδὲν τι ποιεῖν τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κοινῶν, ἀγνοούντων τῶν ἄλλων, ὥσπερ δὴ καὶ τοῖς ἄλλοις, ἂν μὴ καὶ ὁ πρῶτος παρῇ.

²⁶. Ibid. 15, 241:1-4. (241) Τὸ δὲ λέγειν πρὸς τὸ τοῦτο προσθεῖναι ἤρκεσεν ἡ τοῦ τῆς Ῥώμης ἀρχιερέως ἐξουσία, παρ' ἧς καὶ τὰς ἀρχαίας συνόδους εὕρηται βεβαιουμένας, πῶς οὐ φορτικόν, καὶ πολέμιον μὲν ταῖς ἀποστολικαῖς διατάξεσι, πολέμιον δὲ τῇ κοινῇ τῆς Ἐκκλησίας εἰρήνῃ;

 

ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ 

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Η Στοχοποίηση , η Προσφορά η Μοναξιά και το Τίμημα της Επιλογής


Η υπόθεση του πατέρα Αντώνιου Παπανικολάου είναι από τις πιο σύνθετες περιπτώσεις κληρικού στη σύγχρονη ελληνική Εκκλησία. Ο  π.Αντώνιος Παπανικολάου βρέθηκε ανάμεσα σε έντονο θαυμασμό και βαριά κριτική.

Πέρα όμως από τις αντιδράσεις, πρόκειται για έναν άνθρωπο που γνώρισε τόσο την αναγνώριση όσο και την αμφισβήτηση.

 

Α. Η Προσφορά που Ενόχλησε

Όποιος επισκεφθεί την "Κιβωτό του Κόσμου"—ή ό,τι απέμεινε από αυτήν—δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει το εύρος του έργου. Εκατοντάδες παιδιά που αποκλείστηκαν από την κοινωνία βρήκαν στέγη, τροφή, εκπαίδευση. Άνθρωποι στο περιθώριο έγιναν άνθρωποι με όνομα. Και όλα αυτά χτίστηκαν όχι με κρατικά κονδύλια, αλλά με τον ιδρώτα χιλιάδων ανώνυμων δωρητών που πίστεψαν στο όραμα ενός ανθρώπου.

Ο π. Αντώνιος κατάφερε κάτι που η επίσημη Εκκλησία δυσκολεύεται να πετύχει: να κάνει το Ευαγγέλιο απτό, καθημερινό, ζωντανό. Τα παιδιά της Κιβωτού δεν άκουγαν για αγάπη—την έζησαν. Δεν διάβαζαν για θυσία—την είδαν μπροστά τους, σε μορφή ανθρώπινη, κουρασμένη, ακούραστη.

Αυτή η προσφορά δεν εξαλείφεται από κατηγορίες. Δεν ακυρώνεται από δικαστικές αποφάσεις. Θα μείνει ως μαρτυρία ενός ανθρώπου που αποφάσισε να μην μείνει αδρανής μπροστά στον πόνο.

Όμως, αυτό το ίδιο το έργο έγινε η αιτία της στοχοποίησης. Ο π. Αντώνιος έχει καταγγείλει ανοιχτά ότι η δίωξή του ξεκίνησε από την οικονομική επιτυχία της "Κιβωτού".  Σε συνέντευξή του ανέφερε χαρακτηριστικά: «Η "Κιβωτός" ενοχλούσε, γιατί οργανώσεις μαράζωσαν οικονομικά»

 

Β.  Η Ουσία: Ένας Μόνος Κληρικός Απέναντι στο Σύστημα

Γιατί στοχοποιήθηκε, λοιπόν, ο π. Αντώνιος; Στοχοποιήθηκε, γιατί το έργο του ενόχλησε οικονομικά συμφέροντα. Γιατί η χαρισματική του ηγεσία απειλούσε τα κατεστημένα. Γιατί η αυτονόμησή του τον έκανε εύκολο στόχο. Γιατί το ράσο του, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΥ  ΦΟΡΕΑ, ήταν απροστάτευτο.

Αλλά κυρίως στοχοποιήθηκε, γιατί απέδειξε ότι ένας κληρικός μπορεί να κάνει αυτό που το κράτος και οι θεσμοί αδυνατούν: να αγγίξει τον πόνο, να σώσει παιδιά, να κινητοποιήσει την κοινωνία. Και αυτό, σε έναν κόσμο που προτιμάει την αδράνεια, είναι η μεγαλύτερη πρόκληση.

Ο π. Αντώνιος το γνώριζε καλύτερα από πολλούς. Χρόνια πριν γίνει το όνομά του πρωτοσέλιδο, ήξερε ότι το έργο του τον έκανε ορατό. Η "Κιβωτός" δεν ήταν απλώς φιλανθρωπία—ήταν πρόκληση. Πρόκληση για το κράτος που αδυνατούσε να προστατέψει τα παιδιά. Πρόκληση για την Εκκλησία που δυσκολευόταν να αγγίξει τους περιθωριακούς. Πρόκληση για μια κοινωνία που προτιμούσε να κλείνει τα μάτια.

Και κάθε πρόκληση δημιουργεί εχθρούς. Όχι πάντα ορατούς. Όχι πάντα με ονοματεπώνυμο. Αλλά υπαρκτούς. Ανθρώπους που νιώθουν άβολα μπροστά στην αγάπη που δεν μπορούν να εξηγήσουν. Στη θυσία που δεν μπορούν να μιμηθούν. Στη χάρη που δεν μπορούν να αγοράσουν.

Έγινε στόχος όχι γιατί έκανε λάθη—αυτά ήρθαν αργότερα, ή μάλλον, αυτά ανακαλύφθηκαν αργότερα. Έγινε στόχος γιατί ήταν ορατός. Γιατί το ράσο του ήταν παρόν σε μέρη όπου κανονικά δεν θα έπρεπε να είναι.

 

Γ. Η Επιλογή της Μοναξιάς

Και εδώ έγκειται το τραγικό της υπόθεσης. Ο π. Αντώνιος, αντί να αναζητήσει προστασία από επίσημο εκκλησιαστικό φορέα, επέλεξε την αυτονόμηση. Ίσως από απογοήτευση.  Ίσως—και αυτό είναι το πιθανότερο—από την πεποίθηση ότι το έργο ήταν μεγαλύτερο από τους νόμους και τους κανόνες.

Η "Κιβωτός" ήταν δικό του δημιούργημα—όχι εκκλησιαστικού ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΥ  φορέα. Το έργο δεν στηριζόταν σε θεσμούς, αλλά σε ένα πρόσωπο. Ο π. Αντώνιος ήταν το πρόσωπο γύρω από το οποίο περιστρεφόταν τα πάντα. Αυτή η χαρισματική ηγεσία ενέπνεε, αλλά και εξάρτησε. Δημιούργησε μια "αυτοκρατορία", όπου η διαφάνεια έδινε τη θέση της στην αποδοχή, η λογοδοσία στην εμπιστοσύνη, η συλλογική διακυβέρνηση στην προσωπική εντολή.

Η εισαγγελέας στο Εφετείο Αθηνών χαρακτήρισε τον π. Αντώνιο «πρόσωπο αναφοράς» και «εν τοις πράγμασι κεντρικό πρόσωπο και ηγέτη» . Αυτή η περιγραφή, αν και επιχειρηματολογία κατηγορίας, αποτυπώνει ακριβώς το πρόβλημα: όταν όλα περνούν από ένα χέρι, αυτό το χέρι γίνεται στόχος.

Η στοχοποίηση δεν κάνει διακρίσεις. Δεν λέει "αυτός είναι αυτονομημένος, άρα τον αφήνω". Αντιθέτως, ευνοεί τους μόνους. Τους απομονωμένους. Αυτούς που δεν έχουν τείχος να κρυφτούν πίσω του.

Και όταν ήρθε η στοχοποίηση—όπως έρχεται πάντα, αργά ή γρήγορα, για κάθε κληρικό που ξεχωρίζει—δεν είχε πίσω του τίποτα. Μόνο το όνομά του. Μόνο το έργο του. Μόνο τα παιδιά που μεγάλωσε.

 

Δ. Η Πλεκτάνη και το Χρονοδιάγραμμα

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Αυτό που συνέβη στον π. Αντώνιο δεν είναι, απλώς, δικαστική υπόθεση. Είναι στοχοποίηση με όλη τη σημασία της λέξης.

Ο ίδιος ο π. Αντώνιος έχει μιλήσει ανοιχτά για «πλεκτάνη». Και τα δεδομένα δίνουν ερείσματα σε αυτή την άποψη:

Στη δίκη στα Ιωάννινα, οι τρεις βασικοί καταγγέλλοντες—πρώην φιλοξενούμενοι της Κιβωτού—παραιτήθηκαν των μηνύσεών τους και ανακάλεσαν πλήρως τις καταγγελίες . Ένας από αυτούς εμφανίστηκε μάλιστα στο μοναστήρι μετά την Ανάσταση, ζήτησε συγγνώμη με δάκρυα και εξιστόρησε «όλη την πλεκτάνη που στήθηκε εναντίον του» .

Στο Εφετείο Αθηνών, η εισαγγελέας ζήτησε τη διαβίβαση της δικογραφίας, για να διερευνηθεί το ενδεχόμενο «ψευδορκίας» από μάρτυρες και η ύπαρξη «ηθικών αυτουργών και συνεργών» . Οι ίδιοι οι μάρτυρες, σύμφωνα με τον π. Αντώνιο, «είπαν, ότι είπαν ψέματα» και «μίλησαν για χρηματισμό, κατονόμασαν πρόσωπα» .

Η στοχοποίηση δεν ήταν μόνο δικαστική—ήταν και δημοσιογραφική. Η επιλεκτική διαρροή στοιχείων, η μετατροπή κάθε λεπτομέρειας σε πρωτοσέλιδο, η καταδίκη στον Τύπο πριν από την καταδίκη στη Δικαιοσύνη—όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά της μεθόδου.

Ο π. Αντώνιος το έχει επισημάνει: «Για δύο χρόνια μας σταύρωναν λέγοντας ψέματα» . Και αυτό το "σταύρωμα" έγινε, ενώ το έργο της Κιβωτού συνεχιζόταν, ενώ χιλιάδες παιδιά εξυπηρετούνταν.

Η στοχοποίηση δεν χρειάζεται ψέματα. Χρειάζεται αλήθειες—αποσπασματικές, εκτός συμφρασμού, μεγεθυμένες. Και ο π. Αντώνιος έδωσε αφορμές. Όχι για τα εγκλήματα που του αποδίδονται—αυτά φαίνονται ότι είναι ολοφάνερη σκευωρία. Αλλά για την αδιαφάνεια, την αυτονόμηση, την άρνηση να λογοδοτήσει σε κάποιον άλλον πέρα από τον εαυτό του.

Η στοχοποίηση βρήκε έδαφος γιατί ο στόχος ήταν εκτεθειμένος.

Ευχόμαστε—και προσευχόμαστε—ο π. Αντώνιος να αθωωθεί σε ο.τι κατηγορειται.Η αθώωσή του θα είναι νίκη της αλήθειας. Όμως  είναι  δυνατόν κάποιος να είναι θύμα σκευωρίας ενώπιον των δικαστηρίων, αλλά συνυπεύθυνος για την κατάσταση που τον οδήγησε εκεί. Μπορεί ο π. Αντώνιος να είναι θύμα πλεκτάνης; Απολύτως. Τα ερωτηματικά για τη σκοπιμότητα της δίωξης, τους πρωταγωνιστές που εμφανίστηκαν ξαφνικά, δικαιολογούν την υποψία ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια καλοστημένη πλεκτάνη.

Αλλά ακόμη και αν δεχτούμε ότι είναι θύμα, παραμένει το ερώτημα: μήπως ο ίδιος έστρωσε το χαλί; Η αδιαφάνεια στα οικονομικά, η συγκέντρωση εξουσίας, η άρνηση ελέγχου—δεν είναι εγκλήματα, αλλά δημιουργούν ευπάθειες. Και όταν λειτουργείς στο σκοτάδι, κάποιος θα εκμεταλλευτεί το σκοτάδι.


Ο φόβος κι ο τρόμος των υπαιτίων ! Η κατάπτυστη εισαγγελική διάταξη περί εκταφών !



Μάρκος Μπόλαρης

Στα έσχατα σκαλοπάτια της απαξίωσης η Ελληνική Δικαιοσύνη μετά την προχθεσινή διάταξη της Εισαγγελίας Λαρίσης ! Εντέλλεται η προβληματική αυτή διάταξη την εκταφή των νεκρών παιδιών από την σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών, κάλλιον ειπείν , το έγκλημα των Τεμπών , με όρους απολύτως απαραδέκτους, με όρους που δεν συνάδουν ουδαμώς με την έννοια του Δικαίου , με όρους που εξευτελίζουν την έννοια της Δικαστικής λειτουργίας !

Τι πετυχαίνει τούτη η κατ’ εντολήν άνωθεν εκδοθείσα διάταξη ; Ακυρώνει στις ψυχές των Ελλήνων τα έσχατα αποθέματα εμπιστοσύνης που έχει που πρέπει να έχει ο Πολίτης για την σωστή λειτουργία του συστήματος Δικαιοσύνης στην Πατρίδα μας ! Χωρίς την στοιχειώδη εμπιστοσύνη του Λαού στο Δικαιικό μας Σύστημα δεν μπορεί να σταθεί το Κράτος, πολλώ δε μάλλον , το Κράτος Δικαίου !

Από την αρχή τα πράγματα : Ζήτησαν οι γονείς των αθώων θυμάτων την εκταφή των νεκρών ώστε με εξετάσεις βιοχημικές και χημικές να εξιχνιαστεί η αιτία του θανάτου των αγαπημένων τους! Υπάρχει κάτι παράλογο ; Τουναντίον ! Αυτό ήταν η ευθύνη του Κράτους ! Η Εισαγγελία, η Αστυνομία, η Πυροσβεστική, ο Ανακριτής, ο Άρειος Πάγος, ο Υπουργός Δικαιοσύνης ήταν αυτοί που είχαν υποχρέωση να σπεύσουν και να παραγγείλουν αυτές τις εξετάσεις ! Υπέρ του Δικαίου ! Υπέρ της Αληθείας ! Για να μάθουμε ποιός ο υπεύθυνος κι ο αίτιος του εγκλήματος, εννοώ, των εγκλημάτων !

Τρία ολόκληρα χρόνια πεισματικά το γελοίον Ελληνικό σύστημα, ντρέπομαι να πώ κράτος, τρία ολόκληρα χρόνια αρνείται να πράξει τα δέοντα και αυτονόητα για την εξιχνίαση του εγκλήματος και για την απόδοση των ευθυνών στους εγκληματίες ! Τρία ολόκληρα χρόνια αρνούνται , μετά την επείγουσα και μεθοδευμένη αλλοίωση του τόπου του εγκλήματος ώστε να χαθούν τα τεκμήρια τρία χρόνια αρνούνται τις τοξικολογικές και άλλες εξετάσεις των νεκρών σωμάτων των παιδιών! Αναίσχυντα ! Τρέμουν την αλήθεια ! Τρέμουν την αλήθεια των εξετάσεων !

Ποιός όμως φοβάται την αλήθεια ; Ποιός ; Ποιός είναι αυτός που ποδοπατεί κάθε ίχνος Κράτους Δικαίου για να μην αποκαλυφτεί η Αλήθεια των πραγμάτων που οδήγησε στην δημιουργία της τεράστιας πυρόσφαιρας, αυτής που σκότωσε όσους γλύτωσαν από την σφοδρότητα της σύγκρουσης ; Ποιός είναι αυτός που εξαφάνισε τα βίντεο της φόρτωσης της εμπορικής αμαξοστοιχίας ; Ποιός είναι αυτός που εξαφάνισε τα βίντεο των κατά τόπους σιδηροδρομικών σταθμών από τους οποίους διήλθε η εμπορική ; Ποιός είναι αυτός που χρησιμοποίησε βαποράκι - δικηγόρο με πλαστά βίντεο για να παραπλανήσει την Δικαιοσύνη ; Ποιός είναι ; Ο ιθύνων Νούς ; Που ακυρώνει την Δικαιοσύνη και το Κράτος Δικαίου !

Ποιός είναι αυτός που εξευτελίζει Εισαγγελείς και Ανακριτές και τους παραγγέλλει να εκδίδουν Διατάξεις ώστε να μην γίνουν οι μετά τις εκταφές εξετάσεις των σωμάτων των νεκρών παιδιών , προκειμένου να μην αποκαλυφτεί η ύπαρξη ξυλολίου ή άλλων σχετικών στοιχείων που θα πιστοποιήσουν την ύπαρξη λαθρεμπορικών φορτίων ! Γιαυτό ευτελίζεται η Εισαγγελία Λάρισας ! Διατάσσει , συμμορφούμενη στες υποδείξεις, μιά διαδικάσια ευτέλειας ! Απαγορεύει , άκουσον, την αποστολή των ευρημάτων της εκταφής στα εξειδικευμένα εργαστήρια της Ευρώπης ! Επιτρέπει τον έλεγχο μόνον από τα ημεδαπά εργαστήρια ! Πότε ; Όταν όλα τα Ιδρύματα και όλα τα Πανεπιστήμια έχουν γραπτώς ανακοινώσει ότι οι εξετάσεις που γραπτώς έχουν ζητήσει οι χαροκαμένοι γονείς μόνον σε εργαστήρια της Ευρώπης μπορούν να διεξαχθούν !

Τι γίνεται ηλίου φαεινότερον ; Φόβος και τρόμος στο υπαίτιο κυβερνοσύστημα ! Το έντρομο ! Αυτό που διατάσσει την εξέταση των ευρημάτων των εκταφών από τα εγχώρια εργαστήρια που όμως δηλώνουν εγγράφως την επιστημονική τους αδυναμία , λόγω ανεπάρκειας επιστημονικού εξοπλισμού γιά την εκτέλεση των εξειδικευμένων εξετάσεων - βιοχημικών και χημικών ! Ο Λαός με σοφία αποτυπώνει την κατάσταση : Μια εισαγγελική διάταξη που μοιάζει με … «Ρεζίλι των σκυλιών» ! Μιά εισαγγελική διάταξη κατά παραγγελία που επιχειρεί να μπαζώσει όσα στοιχεία διέφυγαν από το διαταχθέν μπάζωμα του χώρου τα στοιχεία που θάφτηκαν μαζί με τα παιδιά, δηλαδή , μιά εισαγγελική διάταξη αντιστρατευόμενη στην Αλήθεια και την Δικαιοσύνη ! Δεν θα το πετύχει ! Είναι συνευθύνη μας να μην το πετύχει ! Έγνοια μας !

 ΠΗΓΗ.fb


Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Η Αρχιέρεια του Ανθελληνισμού και το Τέλος μιας Κατασκευασμένης Αυθεντίας.


 


«Πέθανε η Ελένη Αρβελέρ και το κατεστημένο σπεύδει να την αγιοποιήσει. 

 Όμως η Ιστορία δεν γράφεται με δημόσιες σχέσεις, αλλά με τα πειστήρια της προδοσίας.

​Η Αρβελέρ δεν "φυτεύτηκε" τυχαία στη Σορβόνη. 

Ως μέρος ενός δικτύου συμφερόντων (με τη στήριξη του Εβραίου συζύγου της και τη διασύνδεση με κύκλους όπως της Simone Le Baron), ανέλαβε το συμβόλαιο της πνευματικής μας εξόντωσης.

 Το "Δούναι και Λαβείν" ήταν απλό: Διεθνής αναγνώριση με αντάλλαγμα τον απόλυτο ανθελληνισμό.

 Ακούστε τι μας δίδαξε η "μεγάλη διανοούμενη":

​Ότι οι 350.000 Πόντιοι απλώς "καταστράφηκαν" (σαν αντικείμενα), αρνούμενη τη σφαγή και τη γενοκτονία.

​Ότι στην Αμφίπολη θα βρουν μόνο "ψαροκόκαλα", υποτιμώντας προκλητικά την αρχαιολογική μας κληρονομιά.

​Ότι οι Μακεδόνες βασιλείς ήταν... Αρμένιοι, προσπαθώντας να αποκόψει τον Ελληνισμό από τη Μακεδονία.

 Ότι όποιος δηλώνει Έλληνας είναι "φασίστας ειδωλολάτρης", ενώ εμείς είμαστε απλώς ένα μείγμα "Αλβανών και Τούρκων", δηλαδή Ρωμιοί-υπήκοοι.

 Αυτή ήταν η αποστολή της: Να μας πείσει ότι η ταυτότητά μας ξεκινά και τελειώνει στο σκοτάδι της Νέας Ρώμης (Βυζάντιο). 

Ως μια σύγχρονη Σενέκας, χρησιμοποίησε τη λάμψη της για να ωραιοποιήσει τη σκλαβιά μας και να επιβάλει τον Σαουλισμό ως τη μόνη μας μοίρα.

 Δεν υπάρχει "συνέχεια" ανάμεσα στο Φως του Λόγου και στο σκοτάδι μιας αυτοκρατορίας που έκλεισε τις Φιλοσοφικές Σχολές. 

Η Αρβελέρ υπήρξε ο πνευματικός δεσμοφύλακας που μας εμπόδιζε να δούμε την πραγματική μας ρίζα. Γελούσε με την οικονομική πάντα ασφαλής μέσα στο "συμβόλαιο" του ανθελληνισμού της.

 Εμείς επιλέγουμε την επαφή με την αλήθεια της Λιλής Ζωγράφου, και της Simone de Baron.

Επιλέγουμε να είμαστε Έλληνες, όχι "Ρωμιοί" υπήκοοι. 

Ας κρατήσουν οι άλλοι τους επικηδείους για την πράκτορα της εθνοκτονίας. 

Εμείς κρατάμε τον Λόγο. 

Η Ιστορία τώρα αρχίζει να αποκαλύπτεται.»

Δείτε τη παραπάνω  φωτογραφία: 

Η Ελένη Αρβελέρ με τη Simone Le Baron. 

Δεν είναι μια τυχαία στιγμή. Είναι η οπτική απόδειξη της διασύνδεσης που επέβαλε το αφήγημα του "Βυζαντινού Ελληνισμού". 

Εδώ βλέπετε το πρόσωπο της στρατηγικής που "φύτεψε" την Αρβελέρ στη Σορβόνη, με το αδιαπραγμάτευτο αντάλλαγμα: την αποδόμηση της ελληνικής ταυτότητας και τη μετατροπή μας σε υπηκόους της Νέας Ρώμης.

ΠΗΓΗ. fb .Προφίλ Γ.Τσαν...


Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Το Φανάρι εξηγεί (;;;;;)την αναγνώριση χειροτονιών της UAPC με τον απατεώνα «ιεράρχη»




Στο Φανάρι, η συμμετοχή του απατεώνα Τσεκάλιν στις χειροτονίες της UAPC συγκρίθηκε με το μηδέν στα μαθηματικά: αν πολλαπλασιάσεις ή διαιρέσεις με το μηδέν, παίρνεις ένα.

Ο ιστορικός και θρησκευτικός μελετητής Σεργκέι Σουμίλο εξήγησε τη βάση πάνω στην οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο, πριν από την ίδρυση της OCU, αναγνώρισε τις πρώτες επισκοπικές «χειροτονίες» της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθοδόξου Εκκλησίας (UAPC) ως έγκυρες, παρά τη συμμετοχή ενός απατεώνα.

Όπως αφηγήθηκε ο Σουμίλο, ο Βικέντιος Τσεκάλιν, καθώς και ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης Μποντάρχουκ, ο οποίος καθαιρέθηκε το 1989, συμμετείχαν στις δύο πρώτες επισκοπικές χειροτονίες για την UAPC τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1990. Συγκεκριμένα, «χειροτόνησαν» τον Αντρίι Αμπράμτσουκ, ο οποίος είναι τώρα «Μητροπολίτης Ιβάνο-Φρανκίφσκ» στην OCU (σ.σ. δομή του Ντουμένκο).

Σύμφωνα με την έρευνα του Σουμίλο, ο Βικέντιος Τσεκάλιν (κοσμικό όνομα Βίκτωρ Τσεκάλιν) ήταν απατεώνας και όχι επίσκοπος. Το 1986, κατηγορήθηκε για σεξουαλική κακοποίηση μαθητών, μετά από καταγγελίες γονέων.

«Συνελήφθη και πέρασε περίπου ένα χρόνο στη φυλακή. Διεξήχθη έρευνα, ιατροδικαστική εξέταση, η οποία τον διαπίστωσε ψυχικά ασθενή. Και αφέθηκε ελεύθερος στις αρχές του 1987», είπε ο ιστορικός.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το 1989, ο Τσεκάλιν εμφανίστηκε απροσδόκητα στη Νέα Υόρκη στη Σύνοδο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Εξωτερικού, όπου άρχισε να παριστάνει τον επίσκοπο της Εκκλησίας των Κατακομβών. Σε συνεδρίαση της Συνόδου στις αρχές του 1990, αποδείχθηκε ότι ο Βικέντιος Τσεκάλιν δεν ήταν επίσκοπος, αλλά ένας απατεώνας που δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει τη χειροτονία του με κανένα έγγραφο.

Απροσδόκητα, ο Τσεκάλιν βρέθηκε στο Λβιβ μετά από αυτό. Στις 31 Μαρτίου 1990, στην περιοχή Ντρόχομπιτς, μαζί με τον Ιωάννη Μποντάρχουκ, «χειροτόνησε» τον πρώτο «επίσκοπο» της UAPC—τον Βασίλ Μποντάρχουκ, αδελφό του Ιωάννη—και στις 5 Απριλίου, τον Αντρίι Αμπράμτσουκ, τον νυν «μητροπολίτη» της OCU.

«Η ιστορία της αναβίωσης της επισκοπής της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ουκρανία ξεκίνησε με αυτές τις δύο χειροτονίες», σημείωσε ο Σουμίλο.

Ο ιστορικός ανέφερε ότι το 2018 έστειλε επιστολή-αναφορά στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο σχετικά με την απάτη του Τσεκάλιν. Το έγγραφο συντάχθηκε με την ευλογία του Μητροπολίτη Διοκλείας Κάλλιστου Γουέαρ, ενός από τους πιο έγκυρους Ορθόδοξους θεολόγους του 20ού αιώνα, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και επίτιμου προέδρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Αγιορειτικής Κληρονομιάς.

«Μετά την έκθεσή μου, ακολούθησε συζήτηση και είμαι πολύ ευγνώμων—ο Πατέρας Γρηγόριος (νυν Μητροπολίτης Άγκυρας, Τουρκία), Γενικός Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επικοινώνησε μαζί μου και είχαμε πολλές ώρες συζητήσεων. Έμεινα έκπληκτος με το πόσο διεξοδικά ο Γενικός Γραμματέας της Συνόδου μελέτησε αυτό και συζήτησε όλα αυτά τα σημεία μαζί μου», αφηγήθηκε ο ιστορικός.

Σύμφωνα με τον ίδιο, αφού εξέτασε όλα τα υλικά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Τσεκάλιν ήταν πράγματι απατεώνας και η επισκοπική του ιδιότητα δεν μπορούσε να αναγνωριστεί. Ταυτόχρονα, το Φανάρι δήλωσε ότι ο Ιωάννης Μποντάρχουκ, καθαιρεμένος από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, «ήταν, κατά τη στιγμή της χειροτονίας του, νόμιμος επίσκοπος του Πατριαρχείου Μόσχας, ο οποίος είχε αδιαμφισβήτητη αποστολική διαδοχή και του οποίου η διαδοχή ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας».

Σύμφωνα με τον ιστορικό, η Κωνσταντινούπολη αποφάσισε να θεωρήσει αυτές τις χειροτονίες ως ατομικές, που τελούνταν από έναν νόμιμο επίσκοπο (τον καθαιρεμένο Μποντάρχουκ).

Σύμφωνα με τον ιστορικό, ο Γενικός Γραμματέας της Συνόδου, πατέρας Γρηγόριος, εξήγησε τη θέση του Φαναρίου ως εξής: «Ο Τσεκάλιν είναι ένα μηδέν — δηλαδή, δεν είναι καθόλου επίσκοπος, είναι ένα τυχαίο άτομο που κατέληξε εκεί λόγω ορισμένων περιστάσεων. Είναι ένα μηδέν. Και στα μαθηματικά, είτε πολλαπλασιάζεις με το μηδέν, είτε διαιρείς με το μηδέν, είτε προσθέτεις μηδέν, είτε αφαιρείς μηδέν — δεν δημιουργεί τίποτα, δεν παράγει τίποτα ως αποτέλεσμα».

«Στην πραγματικότητα, η παρουσία ενός επισκόπου κατά τη διάρκεια της χειροτονίας που τέλεσε ο Ιωάννης Μποντάρχουκ, η παρουσία του, δεν πρόσθεσε τίποτα θετικό και δεν δημιούργησε το πρόβλημα που θα ακύρωνε εντελώς αυτές τις χειροτονίες. Δηλαδή, αν και οι δύο επίσκοποι ήταν νόθοι, όχι επίσκοποι, τότε πράγματι θα είχε αυτοχειροτονηθεί. Αλλά επειδή ο ένας επίσκοπος που στην πραγματικότητα προΐστατο, τελούσε τη λειτουργία και προΐστατο της χειροτονίας ήταν ένας νόμιμος επίσκοπος με κανονική διαδοχή, αποφάσισαν να την θεωρήσουν ως μοναδική χειροτονία», αφηγήθηκε ο Σουμίλο τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Σύμφωνα με τον ίδιο, σε αυτή την περίπτωση, το Φανάρι εφάρμοσε την αρχή της οικονομίας.

«Κάθε σχισματική κοινότητα είναι a priori μη κανονική και παραμένει εκτός Εκκλησίας μέχρι να επανενωθεί με την Εκκλησία. Εκείνη τη στιγμή, δηλαδή μέχρι να επανενωθεί με την πλήρη παγκόσμια Εκκλησία, κάθε σχισματική κοινότητα θεωρείται αποκομμένη από την Εκκλησία, ουσιαστικά στερημένη χάριτος. Είναι γεμάτη με χάρη τη στιγμή της επανένωσης, της κοινωνίας με την Εκκλησία, του εμβολιασμού. Και υπάρχουν διάφορες μορφές τέτοιου εμβολιασμού. Μία μορφή είναι μέσω της αποδοχής σε συλλείτουργο», εξήγησε ο Σουμίλο τη θέση της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης.

Να θυμίσουμε ότι, σύμφωνα με τον αείμνηστο Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο, οι χειροτονίες του Φιλάρετου Ντενισένκο «είναι άκυρες, κενές, στερημένες Θείας Χάρης και της δράσης του Αγίου Πνεύματος».


Το σώμα της γυναίκας και το όριο της ευθύνης της.(Αφήγηση ενός μαιευτήρα–γυναικολόγου)

 


 


"Έχω κρατήσει στα χέρια μου χιλιάδες νεογέννητα. Έχω ακούσει το πρώτο τους κλάμα, έχω δει μητέρες να λυγίζουν από συγκίνηση και φόβο μαζί. Έχω όμως σταθεί και σε άλλες στιγμές, σιωπηλές, δύσκολες, χωρίς χειροκρότημα. Στιγμές που δεν χωρούν σε συνθήματα ούτε σε τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις.

Η άμβλωση, για έναν μαιευτήρα–γυναικολόγο, δεν είναι πολιτική θέση. Είναι πρόσωπα. Είναι γυναίκες που κάθονται απέναντί σου, συχνά με κατεβασμένα μάτια, και προσπαθούν να πουν μια φράση που τους βαραίνει....«Δεν μπορώ».

Το σώμα που σηκώνει το βάρος

Το σώμα της γυναίκας είναι ο χώρος όπου όλα συμβαίνουν. Εκεί ξεκινά η κύηση, εκεί εξελίσσεται, εκεί βιώνεται κάθε αλλαγή. Ο πόνος, οι ορμόνες, η αγωνία, ο κίνδυνος, όλα αυτά καλοί μου φίλοι, περνούν από το δικό της σώμα. Ως γιατρός, δεν μπορώ και δεν δικαιούμαι να το αγνοήσω αυτό.

Καμία γυναίκα δεν έρχεται στο ιατρείο «ελαφριά». Ακόμη και εκείνες που μιλούν για επιλογή, κουβαλούν μέσα τους μια σύγκρουση. Το σώμα τους δεν είναι απλώς αντικείμενο απόφασης, είναι τόπος σύγκρουσης ανάμεσα σε αυτό που αντέχουν και σε αυτό που φοβούνται.

Και όμως, μέσα σε αυτό το σώμα, υπάρχει συχνά μια άλλη παρουσία. Όχι θεωρητική. Όχι αφηρημένη. Στον υπέρηχο, δεν βλέπεις ιδεολογία. Βλέπεις ρυθμό. Κίνηση. Ανάπτυξη. Βλέπεις χρόνο που κυλά.

Δεν χρειάζεται να πεις πολλά. Πολλές γυναίκες το αντιλαμβάνονται μόνες τους. Η σιωπή τους το μαρτυρά. Εκεί καταλαβαίνεις ότι το ερώτημα δεν είναι απλώς «έχω δικαίωμα;», αλλά «μέχρι πού φτάνει η ευθύνη μου;»

Η ευθύνη που μεγαλώνει μαζί με τον χρόνο

Η ευθύνη στην εγκυμοσύνη δεν είναι στιγμιαία. Μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Το βλέπεις στις αποφάσεις που καθυστερούν, στα ραντεβού που αναβάλλονται, στα μάτια που γεμίζουν δάκρυα όσο περνούν οι εβδομάδες.

Όσο το έμβρυο αναπτύσσεται, τόσο η απόφαση γίνεται βαρύτερη. Όχι επειδή το επιβάλλει ο νόμος, αλλά επειδή το επιβάλλει η συνείδηση. Και αυτή η συνείδηση δεν υπακούει πάντα σε πολιτικά πλαίσια ή κοινωνικά αφηγήματα.

Σε πολλές από αυτές τις ιστορίες, η γυναίκα μοιάζει μόνη. Ο πατέρας συχνά απών. Η οικογένεια σιωπηλή. Η κοινωνία απαιτητική. Η ευθύνη πέφτει σχεδόν αποκλειστικά πάνω της, στο σώμα της, στη ψυχή της, στη ζωή της.

Και τότε αναρωτιέσαι το εξής.... πόσο ελεύθερη είναι μια επιλογή όταν γίνεται μέσα στον φόβο της φτώχειας, της εγκατάλειψης, του κοινωνικού αποκλεισμού; Πόσο δίκαιο είναι να μιλάμε για «ατομική ευθύνη» όταν η συλλογική ευθύνη απουσιάζει;

Δεν υπάρχει καθαρή γραμμή. Δεν υπάρχει στιγμή που μπορείς να πεις: «εδώ τελειώνει το δικαίωμα, εδώ αρχίζει η ευθύνη». Υπάρχει μόνο μια γκρίζα ζώνη, όπου κινούνται άνθρωποι, όχι θεωρίες.

Ως γιατρός, έμαθα ότι ο ρόλος μου δεν είναι να κρίνω, αλλά να βλέπω ολόκληρη την εικόνα. Να μην μειώνω τη γυναίκα σε σώμα, αλλά ούτε και να κάνω αόρατη τη ζωή που αναπτύσσεται μέσα της.

Και κάπου εδώ, ως άνθρωπος πια και όχι μόνο ως επιστήμονας, έρχεται και η πίστη. Στην ορθόδοξη παράδοση, η ζωή δεν ανήκει απόλυτα σε κανέναν. Ούτε στη μητέρα, ούτε στον γιατρό, ούτε στο κράτος. Είναι δώρο και μυστήριο. Κι όταν στέκεσαι μπροστά σε ένα μυστήριο, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να χαμηλώσεις τη φωνή σου και να δείξεις σεβασμό, τόσο στη γυναίκα που πονά, όσο και στη ζωή που ζητά να υπάρξει".

Δεν μπορείς να κατηγορήσεις λοιπόν, μια γυναίκα η οποία αποφασίζει να κάνει έκτρωση. Δεν μπορείς να καταλογίσεις ευθύνη στον γιατρό, έτσι άμεσα, χωρίς εξέταση της περίπτωσης. Δεν μπορείς να χαρακτηρίσεις μια κατάσταση αβίαστα, επιδερμικά και προκατειλημένα.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΓΑΛΑΝΗΣ.

πηγη. ΕΟΔ 


Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Η Αποτείχιση του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς: Εκκλησιολογική Προσέγγιση



Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς (1894–1979) υπήρξε εξέχων Σέρβος θεολόγος, μοναχός και πνευματικός πατέρας του 20ού αιώνα. Η αποτείχισή του από την επίσημη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί καθοριστικό εκκλησιολογικό γεγονός, καθώς αναδεικνύει ζητήματα πίστεως, συνοδικότητας, πνευματικής συνείδησης και σχέσης με την Παράδοση.

Ιστορικό και Πνευματικό Υπόβαθρο

Από το 1931, ως ηγούμενος της μονής Τσέλιε, ο Όσιος Ιουστίνος δημιούργησε ένα πνευματικό κέντρο όπου η αυστηρή ορθόδοξη πίστη, η ασκητική ζωή και η πνευματική καθοδήγηση συνυπήρχαν με τη διαρκή κριτική προς κάθε μορφή συμβιβασμού με τον σύγχρονο κόσμο. Η θέση του στη Σερβική Εκκλησία τον τοποθέτησε σε κεντρικό ρόλο για την πνευματική ζωή των μοναχών και των πιστών, αλλά και για την κατανόηση της σχέσης Εκκλησίας και κόσμου.



Η Αποτείχιση του 1962.

Το 1962, ο Όσιος Ιουστίνος επέλεξε την αποτείχιση, μια πράξη διακριτικής ανυπακοής συνείδησης:

Λόγοι Αποτείχισης

  1. Αντίθεση στις Οικουμενιστικές Τάσεις: Ο Όσιος Ιουστίνος θεωρούσε τις προσπάθειες προσέγγισης με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και άλλες χριστιανικές ομολογίες συμβιβασμό της Ορθοδοξίας.
  2. Κριτική στη Σερβική Ιεραρχία: Καταλόγισε υποβάθμιση της πνευματικής ζωής, κοσμικοποίηση και απομάκρυνση από την Παράδοση των Αγίων Πατέρων.
  3. Αντιδράσεις στο Κομμουνιστικό Καθεστώς: Καταδίκασε περιορισμούς στην εκκλησιαστική ζωή και υποχωρήσεις της ιεραρχίας.

Μορφή Αποτείχισης

Η αποτείχιση αποτελούσε πράξη τόσο προσωπική όσο και πνευματικά υπεύθυνη. Στην πράξη αυτή, ο Όσιος διέκοψε  το μνημόσυνο του Πατριάρχη και των επισκόπων, τους οποίους θεωρούσε πλανημένους, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει τη ζωή της Εκκλησίας ως μυστηρίου. ΔΕΝ ΑΠΟΚΗΡΥΞΕ ΓΡΑΠΤΑ ΤΗΝ ΣΕΡΒΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ. Η λειτουργία, η πνευματική καθοδήγηση και τα μυστήρια συνέχιζαν να τελούνται στην Ιερά Μονή Τσέλιε, διασφαλίζοντας την κανονικότητα της πνευματικής ζωής. Παράλληλα, η συγγραφή θεολογικών έργων και η ποιμαντική δραστηριότητα προχωρούσαν κανονικά, ως μαρτυρία πίστης και υπακοής στον Θεό. Η στάση αυτή εκφράζει διακριτική ανυπακοή προς την εκκλησιαστική διοίκηση, χωρίς να αναγνωρίζεται ως σχίσμα, και διαφυλάσσει την αναγνώριση της Εκκλησίας ως μυστηρίου, ακόμη και εν μέσω διαφωνιών με τους επισκόπους.

 

Αντιδράσεις και Εκκλησιαστικές Συνέπειες

Η αποτείχιση προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις στην Εκκλησιαστική κοινότητα και στον πιστό λαό. Πολλοί μοναχοί και πιστοί θεώρησαν τον Όσιο φύλακα της ορθόδοξης παράδοσης, αναγνωρίζοντας στην πράξη του την ακεραιότητα της πίστης και την προάσπιση της αλήθειας των μυστηρίων. Παράλληλα, η επίσημη Εκκλησία και ορισμένοι θεολόγοι κριτικαρίσαν την αποτείχιση ως πράξη σχισματική, αμφισβητώντας την κανονικότητα της στάσης απέναντι στην ιεραρχία. Η Μονή Τσέλιε βρέθηκε σε κατάσταση σχετικής απομόνωσης, περιορίζοντας την επικοινωνία με την εκκλησιαστική διοίκηση, χωρίς όμως να εκλείψει η πνευματική ζωή, η λειτουργία των μυστηρίων και η ποιμαντική δραστηριότητα.

Η αντίθεση αυτή αναδεικνύει τη διαρκή ένταση μεταξύ πνευματικής συνείδησης και θεσμικής υπακοής, επιβεβαιώνοντας ότι η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού και μυστήριο, διατηρείται ζωντανή και ενιαία ακόμη και μέσα από την κρίση και τη διαφωνία. 

Θεολογική και Εκκλησιολογική Σημασία

Η αποτείχιση του Οσίου  αναδεικνύει την βαθύτερη εκκλησιολογική διάκριση μεταξύ της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού και της εκκλησιαστικής διοίκησης. Ο Όσιος αναγνωρίζει πάντοτε την Εκκλησία ως μυστήριο, ζωντανή και αδιάσπαστη, ακόμη και όταν η ιεραρχία πλανάται ή αποκλίνει από την Παράδοση. Η υπακοή στον Θεό και στην αλήθεια της Πίστης υπερβαίνει την τυπική υπακοή στα πρόσωπα, ενώ η πλάνη των επισκόπων, ειδικά σε ζητήματα οικουμενιστικής ή δογματικής φύσεως, κρίνεται με πνευματική διάκριση.

Η αποτείχιση λειτουργεί ως πνευματική πρακτική διακριτικής υπακοής: διαχωρίζει την αλήθεια από τον συμβιβασμό, την πίστη στην Παράδοση από την τυφλή προσκόλληση στην εκκλησιαστική διοίκηση. Δεν συνιστά σχίσμα ή αποστασία, αλλά εκφράζει την αυθεντική πνευματική συνείδηση, η οποία φυλάσσει την αγιότητα και την καθαρότητα του Σώματος Χριστού. Μέσω αυτής της στάσης, η Εκκλησία διατηρείται αναλλοίωτη ως μυστήριο ζωής και σωτηρίας, ενώ οι διαφωνίες με την διοίκηση γίνονται μέσο πνευματικής αγωγής και κανονικής διάκρισης, προς δόξαν Θεού και όφελος της πνευματικής κοινότητας.

Συνοδικότητα και Πνευματική Συνείδηση

Ο Όσιος Ιουστίνος ανέδειξε ότι η αληθινή συνοδικότητα δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την αριθμητική πλειοψηφία της ιεραρχίας:

  • Ακολούθησε το παράδειγμα του Αγίου Μάρκου του Εφέσου, αρνούμενος υπογραφή που θα συνιστούσε συμβιβασμό.
  • Θεωρούσε ότι η συνοδικότητα βασίζεται στην ταύτιση με την Παράδοση των Πατέρων, όχι στην πλειοψηφία.
  • Πάντοτε υπερασπιζόταν την ελπίδα επιστροφής της Εκκλησίας στην ορθή πίστη, παραμένοντας εντός του Σώματος Χριστού.

 

Μετά τον Θάνατο και Αγιοκατάταξη

Μετά το 1979, η μονή Τσέλιε διατήρησε τον πνευματικό της ρόλο. Η αγιοκατάταξη του Οσίου το 2010 αναγνωρίζει την οσιότητά του και τη θεολογική του συμβολή, επιβεβαιώνοντας ότι η αποτείχιση ήταν έκφραση πίστης και ακεραιότητας, όχι αποστασίας.


Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Νηπτική ερμηνεία της Παραβολής της Τελικής Κρίσης

1. Τα «πρόβατα» και τα «ἐρίφια»

Σύμφωνα με τη νηπτική παράδοση, η παραβολή της Κρίσεως δεν αναφέρεται απλώς σε εξωτερικές πράξεις ή κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά στη βαθιά εσωτερική κατάσταση της καρδιάς. Οι ψυχές χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

  • Στα πρόβατα:
    Είναι οι ψυχές που απέκτησαν καρδιά ταπεινή, γεμάτη «σπλάχνα» — δηλαδή εσωτερική αγάπη, συμπόνοια και αφοσίωση στον Χριστό που ζει μέσα σε κάθε άνθρωπο. Η ταπείνωση και η αγάπη τους δεν είναι εξωτερικά επιβεβλημένα, αλλά φυσική συνέπεια της καθαρής τους καρδιάς. Αναγνωρίζουν τον Χριστό στον κάθε συνάνθρωπο, ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση ή την προσωπική του συμπεριφορά.
  • Στα ερίφια:
    Είναι οι ψυχές που παραμένουν κλεισμένες στον εαυτό τους, κυριαρχούμενες από φιλαυτία, εγωισμό και αίσθηση ανεξαρτησίας. Δεν μπορούν να δουν το θείο φως, γιατί η καρδιά τους είναι «κλειδωμένη» σε προσωπικές επιθυμίες και αδυναμία να αγαπήσουν ανιδιοτελώς. Η τύφλωσή τους δεν προέρχεται από εξωτερικό κακό, αλλά από την αδυναμία να καθαρίσουν την καρδιά τους από τα πάθη.

Η διάκριση αυτή δεν έχει σχέση με το αν κάποιος φαίνεται καλός ή κακός στον κόσμο· εξωτερικά έργα μπορεί να υπάρχουν και στις δύο κατηγορίες, αλλά η εσωτερική διάκριση έγκειται στο αν η καρδιά βλέπει και αγαπά τον Χριστό εντός των ανθρώπων.


2. Τα «έργα» ως εκφράσεις της καθαρής καρδιάς

Η παραβολή αναφέρει συγκεκριμένα έργα: «Ἐπείνασα καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν», «Ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με», «Ξένος ἤμην», «Γυμνός», «Ἐν φυλακῇ». Στην νηπτική και ασκητική ερμηνεία, αυτά δεν είναι απλά κοινωνικές πράξεις ή ηθικές υποχρεώσεις, αλλά εκδηλώσεις της θεωμένης καρδιάς:

Ό άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος, ερμηνεύοντας αυτήν την περικοπή, λέγει ότι ο Χριστός αναφέρεται σε κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Το ότι ελέγχει τους αμαρτωλούς, επειδή πεινούσε και δεν τον έθρεψαν ή διψούσε και δεν του έδιναν νερό να πιει, σημαίνει ότι πεινούσε την σωτηρία τους και αυτοί δεν ανταποκρίνονταν. Ό άνθρωπος με την δημιουργία του από τον Θεό, ως κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση Του, και με την είσοδο του στην Εκκλησία, πού είναι το Σώμα του Χριστού, είναι στενά συνδεδεμένος με τον Θεό. Ιδίως με τα μυστήρια ο άνθρωπος γίνεται μέλος του Σώματος του Χριστού. Όταν λοιπόν, δεν ζει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού τότε είναι σαν να αφήνει πεινασμένο και διψασμένο τον Χριστό.

Αναλύοντας αυτήν την σκέψη του, ο άγιος Συμεών λέγει ότι ο Χριστός πείνασε την επιστροφή και μετάνοια του ανθρώπου και εκείνος δεν ικανοποίησε την πείνα Του. Έδίψησε την σωτηρία του, και δεν του έδωσε την δυνατότητα να την γευθεί. Ήταν γυμνός από τις ενάρετες πράξεις του, και δεν τον έντυσε, γιατί, αφού ο Χριστιανός είναι μέλος του Χριστού, όταν στερείται αυτών των αρετών είναι σαν να αφήνει γυμνά και έκθετα τα μέλη Του. Ήταν κλεισμένος στην στενή, ακάθαρτη και σκοτεινή φυλακή της καρδίας του, και δεν θέλησε να τον επισκεφθεί ή να τον εξαγάγει στο φως. Γνώριζε ο Χριστιανός ότι ο Χριστός ήταν ασθενής, λόγω της ραθυμίας και της απραξίας του (του Χριστιανού), και δεν τον διακόνησε δια των αγαθών έργων και πράξεων25.

Πραγματικά, ο Χριστός θέλει την σωτηρία του ανθρώπου, πού είναι δικό του δημιούργημα και από αγάπη έπαθε πολλά για την σωτηρία του. Συγχρόνως. με το άγιο Βάπτισμα ο Χριστιανός είναι μέλος του σώματος Του. Και όταν δεν ανταποκρίνεται σ' αυτήν την επιθυμία του Χριστού και παραμένει στο σκοτάδι της αμαρτίας, τότε αυτοκαταδικάζεται. Κάνει εντύπωση αυτό πού λέγει, ότι βρίσκεται μέσα στην στενή, σκοτεινή και βρωμερή φυλακή της καρδίας. Πραγματικά, με το άγιο Βάπτισμα, η Χάρη του Θεού παραμένει μέσα στο βάθος της καρδιάς του ανθρώπου. Με τις αμαρτίες όμως τις όποιες διαπράττουμε, μετά την είσοδο μας στην Εκκλησία, καλύπτεται η θεία Χάρη. Έτσι ο Χριστός μοιάζει σαν φυλακισμένος μέσα στην καρδιά. Αυτό ακριβώς θα είναι και η Κόλαση του ανθρώπου.

Κάθε έργο είναι φυσική εκδήλωση του φωτός μέσα στην καρδιά. Όπως το φως δεν μπορεί παρά να ακτινοβολεί, έτσι και η καθαρή ψυχή δεν μπορεί παρά να αγαπά αυθόρμητα.


3. Η όραση του Χριστού στον πλησίον

Ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος εξηγεί ότι η ικανότητα των «προβάτων» να δουν τον Χριστό στον πλησίον δεν είναι εξωτερική αλλά πνευματική όραση. Η καρδιά που έχει καθαριστεί βλέπει τον Χριστό όχι μόνο σε μυστικές εμπειρίες ή θεία αποκάλυψη, αλλά σε κάθε άνθρωπο που συναντά.

Τα «σπλάγνα» της ταπεινής καρδιάς — δηλαδή η εσωτερική συμπάθεια, η συγκατάβαση και η ανιδιοτελής αγάπη — επιτρέπουν στη ψυχή να αναγνωρίσει το Θείο σε κάθε πρόσωπο, ακόμα και στους εχθρούς ή στους φτωχούς, που συνήθως η κοινωνία αγνοεί. Αυτή η ικανότητα είναι η ουσία της νήπτικης θεολογίας: η σωτηρία εξαρτάται από την καθαρότητα και την αγάπη της καρδιάς, όχι από εξωτερικές επιδόσεις.


4. Η τύφλωση των εριφίων

Αντίθετα, τα «ερίφια» δεν βλέπουν τον Χριστό στον πλησίον. Η καρδιά τους παραμένει εγκλωβισμένη στη φιλαυτία: η αυτοδικαίωση, η αίσθηση ανεξαρτησίας και η εσωτερική κλειστότητα εμποδίζουν την αναγνώριση του θείου φωτός.

Οι ερίφιοι ρωτούν: «Κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα…;» Η ερώτηση αυτή δείχνει συνείδηση του εαυτού και έλλειψη εσωτερικής ευαισθησίας, όχι κακία. Είναι τυφλοί επειδή δεν έχουν μάθει να βλέπουν με τα «σπλάχνα», δηλαδή με την καρδιά. Το σκοτάδι των παθών τους κρύβει τον Χριστό ακόμα και όταν βρίσκεται μπροστά τους.


5. Τα κριτήρια της Κρίσης του Θεού

  • Ο Χριστός δεν ενδιαφέρεται απλώς για σωματικές ανάγκες, αλλά για την πνευματική επιστροφή και μετάνοια του ανθρώπου.
  • Οι αμαρτωλοί που δεν ανταποκρίνονται στην αγάπη Του “τον αφήνουν πεινασμένο και διψασμένο”.

Η έλλειψη μετάνοιας και αγαθών έργων σημαίνει ότι ο άνθρωπος αφήνει «γυμνά» τα μέλη του Χριστού. Η πνευματική αμέλεια κλείνει τον Χριστό στην «στενή, σκοτεινή και ακάθαρτη φυλακή της καρδιάς».

Με το άγιο Βάπτισμα, η Χάρη του Θεού εισχωρεί στην καρδιά του ανθρώπου. Οι αμαρτίες, όμως, καλύπτουν τη Χάρη, καθιστώντας τον Χριστό “φυλακισμένο” μέσα στην καρδιά.

 


6. Η μυστικότητα της σωτηρίας

Η σωτηρία είναι μυστήριο: οι πρόβατα δεν γνωρίζουν πότε έκαναν τα έργα τους. Η αγάπη τους δεν συνειδητοποιεί τον εαυτό της, και αυτή η άγνοια δείχνει την αυθεντικότητα της καρδιάς.

Τα ερίφια , αντίθετα, ερωτούν με αίσθηση αυτοδικαίωσης και παρατηρούν τα έργα τους, δείχνοντας εσωτερική εγκλειστικότητα. Η φιλαυτία τους τους εμποδίζει να δουν τον Χριστό στον πλησίον και να βιώσουν την αυθεντική σωτηρία.

 


Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Εσχατολογικές εικόνες τιμωρίας στην Αγία Γραφή (ή αλλιώς οι μορφές της Κολάσεως)


Οι εσχατολογικές εικόνες τιμωρίας που συναντώνται στην Αγία Γραφή και την εκκλησιαστική παράδοση δεν αποσκοπούν απλώς στην περιγραφή εξωτερικών βασάνων, αλλά κυρίως στην έκφραση βαθιών πνευματικών καταστάσεων. Πρόκειται για συμβολικές εικόνες που αποκαλύπτουν τις συνέπειες της απομάκρυνσης του ανθρώπου από τον Θεό, δηλαδή την απώλεια της κοινωνίας μαζί Του, που αποτελεί τον πυρήνα της ζωής και της ύπαρξης.

 

1. Εξώτερο σκότος (Ευαγγέλιο (Ματθ. 8:12, 22:13, 25:30)

Το «εξώτερο σκότος» αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες. Συμβολίζει την απομάκρυνση από το φως του Θεού, την κατάσταση πνευματικής αποξένωσης και την απώλεια της θείας παρουσίας. Στη θεολογική γλώσσα, το φως ταυτίζεται με τον ίδιο τον Θεό και την κοινωνία μαζί Του. Επομένως, το εξώτερο σκότος δεν είναι απλώς η απουσία φυσικού φωτός, αλλά η ύπαρξη χωρίς σχέση με τον Θεό. Πρόκειται για μια κατάσταση υπαρξιακής απομόνωσης, όπου ο άνθρωπος στερείται την πηγή της ζωής και της πληρότητάς του.

 

2.Ο σκώληκας ο ακοίμητος (Μάρκος 9:44, Ησαΐας 66:24)

Η εικόνα του «σκώληκα που δεν πεθαίνει» αναφέρεται στην αδιάκοπη εσωτερική φθορά και στις τύψεις της συνείδησης. Η πατερική ερμηνεία δεν τον κατανοεί ως κυριολεκτικό βιολογικό σκώληκα, αλλά ως σύμβολο του εσωτερικού ελέγχου που δεν παύει ποτέ. Είναι η βασανιστική μνήμη των πράξεων, η επίγνωση της απώλειας και η συνείδηση που κατηγορεί τον άνθρωπο, δημιουργώντας ένα εσωτερικό μαρτύριο.

 

3. Βρυγμός των οδόντων

Ο «βρυγμός των οδόντων» εκφράζει την έντονη ψυχική οδύνη, την απελπισία, αλλά και τον θυμό και τη μεταμέλεια χωρίς δυνατότητα αλλαγής. Η εικόνα παρουσιάζει τον άνθρωπο που υποφέρει, συνθλίβεται και οργίζεται για την απώλεια της κοινωνίας με τον Θεό. Δεν πρόκειται για απλό σωματικό πόνο, αλλά για βαθύ ψυχικό σπαραγμό και συνειδητοποίηση της απώλειας.

 

4. Η άβυσσος

Η άβυσσος, στη βιβλική και υμνολογική γλώσσα, συμβολίζει το απύθμενο βάθος, τον τόπο του χάους και την απόλυτη πνευματική πτώση. Εκφράζει την κατάσταση της πλήρους απομάκρυνσης από τον Θεό, όπου ο άνθρωπος χάνει κάθε στήριγμα, προσανατολισμό και ελπίδα. Είναι η εμπειρία της υπαρξιακής κενότητας και της απώλειας του νοήματος.

 

5. Η Γέεννα

Η έννοια της Γέεννας έχει ιστορική βάση στην κοιλάδα Εννόμ έξω από την Ιερουσαλήμ, η οποία ήταν τόπος καύσης απορριμμάτων, με διαρκή φωτιά, δυσωδία και καταστροφή. Στη θεολογική χρήση, η Γέεννα έγινε σύμβολο της τελικής πνευματικής απώλειας και της διαρκούς φθοράς. Δεν νοείται ως γεωγραφικός τόπος στη σημερινή πραγματικότητα, αλλά ως εικόνα μιας κατάστασης ύπαρξης χωρίς τη ζωή του Θεού.

 

6. Τα δεσμά

Τα δεσμά συμβολίζουν τη δέσμευση, την ακινησία και την αδυναμία αλλαγής της κατάστασης. Πνευματικά, εκφράζουν την παγίδευση του ανθρώπου στα πάθη και την οριστικότητα της κατάστασης μετά την κρίση. Δηλώνουν ότι ο άνθρωπος παραμένει δεμένος με αυτό που επέλεξε, χωρίς πλέον δυνατότητα μεταστροφής.

 

7. Η έξωση από τον Νυμφώνα ( Παραβολή των Δέκα Παρθένων)

Ο Νυμφώνας συμβολίζει τη Βασιλεία του Θεού και ο Νυμφίος τον Χριστό. Η έξωση από τον Νυμφώνα σημαίνει τον αποκλεισμό από τη χαρά, την απώλεια της κοινωνίας με τον Θεό και τη μετάνοια που έρχεται πολύ αργά. Είναι μία από τις πιο δραματικές εικόνες, διότι δεν εκφράζει μόνο τιμωρία, αλλά κυρίως μια χαμένη σχέση αγάπης και κοινωνίας.

Συνολικά, οι εσχατολογικές αυτές εικόνες δεν περιγράφουν απλώς εξωτερικές ποινές, αλλά εσωτερικές και υπαρξιακές καταστάσεις. Η κοινή τους συνισταμένη είναι η απώλεια της κοινωνίας με τον Θεό, που αποτελεί τη βαθύτερη μορφή πνευματικού πόνου. Η βιβλική και πατερική παράδοση χρησιμοποιεί αυτές τις εικόνες για να δείξει ότι η σωτηρία δεν είναι μόνο αποφυγή τιμωρίας, αλλά κυρίως συμμετοχή στη ζωή, το φως και την αγάπη του Θεού.


Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Ποια Σύνοδος καθαιρεί τους Οικουμενιστές;

Ποια Σύνοδος καθαιρεί τους Οικουμενιστές;

Στο ερώτημα αυτό απαντούν οι Οικουμενικές Σύνοδοι και η εκκλησιαστική ιστορία. Η θέση που προκύπτει είναι ότι, όταν μια αίρεση εξαπλώνεται και επηρεάζει ακόμη και ανώτερους εκκλησιαστικούς ηγέτες, η τελική κρίση και καθαίρεση γίνεται από Οικουμενική Σύνοδο.

Παραδείγματα από την ιστορία:

Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος – Νεστοριανισμός
Αν και ο Νεστοριανισμός είχε ήδη καταδικαστεί από τοπικές συνόδους στη Ρώμη και την Αλεξάνδρεια, η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος ήταν εκείνη που καθαίρεσε τον Νεστόριο και αναθεμάτισε επίσημα την αίρεση.

Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος – Μονοφυσιτισμός
Παρότι είχαν προηγηθεί τοπικές καταδίκες και καθαιρέσεις (όπως του Ευτυχή), η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος καθαίρεσε τον Διόσκορο, επικύρωσε τις προηγούμενες καθαιρέσεις και καταδίκασε οριστικά την αίρεση.

ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος – Μονοενεργητισμός και Μονοθελητισμός
Αν και πολλές τοπικές σύνοδοι είχαν ήδη καταδικάσει αυτές τις διδασκαλίες (με σημαντική εκείνη του Λατερανού το 649), η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος καθαίρεσε τους βασικούς εκπροσώπους τους και αναθεμάτισε επίσημα την αίρεση. Η διαμάχη είχε κρατήσει περίπου 50 χρόνια.

Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος – Εικονομαχία
Παρότι υπήρχαν τοπικές καταδίκες, η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος εξέτασε έναν-έναν τους εικονομάχους επισκόπους. Όσοι μετανοούσαν γίνονταν δεκτοί. Όσοι επέμεναν, καθαιρούνταν. Η αίρεση καταδικάστηκε συνοδικά. Η πρώτη φάση της είχε διαρκέσει περίπου 57 χρόνια.


Τι δείχνουν τα πρακτικά της Ζ΄ Συνόδου

Ο άγιος Ταράσιος, όταν ανέλαβε τον θρόνο της Κωνσταντινούπολης, ζήτησε να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος, επειδή έβλεπε ότι η Εκκλησία ήταν διχασμένη και υπήρχαν αμοιβαίοι αναθεματισμοί μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Θεωρούσε ότι μόνο μια Οικουμενική Σύνοδος μπορούσε να δώσει οριστική λύση.

Στα πρακτικά τονίζεται επίσης ότι ακόμη κι όταν υπήρχαν αυστηρές αποφάσεις από μεγάλους θρόνους (Ρώμης, Αλεξανδρείας κλπ.), αυτές δεν έλυναν οριστικά το θέμα μέχρι να αποφανθεί Οικουμενική Σύνοδος. Αυτό αναφέρεται για τις περιπτώσεις του Νεστορίου και του Ευτυχή.

Διατυπώνεται ξεκάθαρα και η αρχή:
όταν μια αίρεση εμφανιστεί και εξαπλωθεί, την τελική κρίση και καταδίκη την κάνει η Οικουμενική Σύνοδος· μετά από αυτήν ακολουθούν όλοι οι επίσκοποι.


Με βάση τα ιστορικά παραδείγματα, η τελική καθαίρεση αμετανόητων αιρετικών δεν γίνεται απλώς από τοπικές συνόδους, αλλά από Οικουμενική Σύνοδο, η οποία δίνει την οριστική και καθολικά δεσμευτική απόφαση. 

ΠΗΓΗ. ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ.Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ


Ρωμαιοκαθολικισμός ή Παπισμός;

 Περί της ορολογίας «Παπισμός» και της εκκλησιολογικής χρήσεως των όρων «Καθολική» και «Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία»

1. Ανάγκη θεολογικής διευκρινίσεως της ορολογίας

Απαιτείται κατ’ αρχάς μία ουσιώδης διευκρίνισις: ο χαρακτηρισμός του Δυτικού Χριστιανισμού, με διοικητικό και δογματικό κέντρο το Βατικανό και τον Πάπα, ως Παπισμού δεν αποτελεί εκδήλωσι μισαλλοδοξίας ή φανατισμού, αλλά θεολογική και εκκλησιολογική τοποθέτησι. Η χρήση του όρου δεν αποσκοπεί σε ηθική απαξίωση προσώπων, αλλά σε δογματικό προσδιορισμό εκκλησιαστικής ταυτότητος.

Στους κύκλους του συγχρόνου Οικουμενισμού έχει επικρατήσει η χρήση των όρων «Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία» ή «Καθολική Εκκλησία». Ωστόσο, η αυθεντική Ορθόδοξη Παράδοση δεν υιοθέτησε ποτέ αυτούς τους όρους για τον μετασχισματικό δυτικό χριστιανικό κόσμο, ακριβώς διότι οι όροι αυτοί έχουν συγκεκριμένο θεολογικό περιεχόμενο.


2. Η εκκλησιολογική σημασία του όρου «Καθολική»

Στην Πατερική Παράδοση, ο όρος Καθολική Εκκλησία δεν δηλώνει γεωγραφική εξάπλωση ή διοικητική οικουμενικότητα, αλλά την πληρότητα της Αληθείας και της Ζωής εν Χριστώ. Η καθολικότητα (καθ’ λου) αναφέρεται:

  • στην πληρότητα της αποστολικής πίστεως
  • στην ακεραιότητα της δογματικής παραδόσεως
  • στην ενότητα πίστεως και ζωής
  • στην παρουσία όλης της Εκκλησίας σε κάθε τοπική ευχαριστιακή σύναξη

Δια τούτο, η Καθολικότης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Ορθοδοξία. Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ταυτίζεται, κατά την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία, με την αδιάσπαστη συνέχεια της αποστολικής και πατερικής παραδόσεως.

Κατά συνέπειαν, εκκλησιαστικό σώμα το οποίο έχει εισαγάγει δογματικές καινοτομίες δεν δύναται, υπό την πατερική έννοια, να χαρακτηρίζεται «Καθολικό».


3. Το ιστορικό γεγονός της αποκοπής της Δύσεως

Οι δυτικοί χριστιανοί, οι οποίοι αποκόπηκαν βαθμιαία και τελικώς από την εκκλησιαστική κοινωνία της Ανατολής (με κορυφαίους σταθμούς τα έτη 1009/1014 και 1054), ακολούθησαν θεολογική και εκκλησιολογική πορεία διαφοροποιήσεως. Η αποδοχή δογμάτων και διδασκαλιών ξένων προς την προγενέστερη κοινή παράδοση (όπως το Filioque, η κτιστή χάρις, το καθαρτήριο πυρ κ.ά.) συνιστά, κατά την ορθόδοξη θεώρηση, απώλεια της δογματικής πληρότητος.

Εφόσον, λοιπόν, η καθολικότητα ταυτίζεται με την πληρότητα της αποστολικής πίστεως, δεν είναι θεολογικώς ακριβές —κατά την ορθόδοξη εκκλησιολογία— να αποδίδεται στον μετασχισματικό δυτικό χριστιανισμό ο τίτλος «Καθολική Εκκλησία».


4. Ο όρος «Παπισμός» ως δογματικός προσδιορισμός

Ο όρος Παπισμός χρησιμοποιείται για να δηλώσει το εκκλησιαστικό σύστημα που έχει ως θεμελιώδη αρχή τον παπικό θεσμό. Δεν πρόκειται απλώς για διοικητικό πρωτείο τιμής, αλλά —κατά την επίσημη ρωμαιοκαθολική διδασκαλία— για:

  • πρωτείο καθολικής δικαιοδοσίας
  • δογματικό αλάθητο
  • θεσμό θεωρούμενο ως θείας ιδρύσεως
  • αναγκαίο στοιχείο για την αυθεντική πίστη και σωτηρία

Η δογματοποίηση του παπικού αλαθήτου και του καθολικού πρωτείου δικαιοδοσίας από την Α΄ Βατικανή Σύνοδο (1870) και η περαιτέρω ενίσχυση του ρόλου του πάπα από τη Β΄ Βατικανή (1962–1965) συνιστούν, από ορθόδοξη σκοπιά, ουσιώδη μεταβολή του εκκλησιολογικού δόγματος περί της φύσεως της Εκκλησίας.

Κατά την ορθόδοξη εκκλησιολογία, κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός, και η συνοδικότητα αποτελεί τον θεμελιώδη τρόπο εκκλησιαστικής υπάρξεως και διοικήσεως. Η ανάδειξη ενός επισκόπου σε υπερ-εκκλησιαστικό, αλάθητο κέντρο εξουσίας θεωρείται εκκλησιολογική εκτροπή.


5. Πατερικές και νεώτερες ορθόδοξες τοποθετήσεις

Σημαντικοί ορθόδοξοι θεολόγοι έχουν χαρακτηρίσει τον παπικό θεσμό ως σοβαρή εκκλησιολογική αλλοίωση. Χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, ο οποίος θεωρεί το δόγμα του παπικού αλαθήτου ως ακραία μορφή εκκλησιολογικής παρεκκλίσεως, διότι μεταθέτει ιδιότητες της Εκκλησίας και του Χριστού σε έναν άνθρωπο-φορέα θεσμικής εξουσίας.

Η κριτική αυτή δεν στρέφεται κατά των προσώπων, αλλά κατά δογματικών διατυπώσεων που —κατά την ορθόδοξη θεώρηση— αλλοιώνουν το θεανθρώπινο κέντρο της Εκκλησίας.


6. Ιστορικο-φιλολογική διάσταση των όρων «Ρωμαίος» και «Ρωμαιοκαθολικός»

Ιστορικώς, στον ανατολικό ρωμαϊκό (βυζαντινό) κόσμο, οι όροι:

  • Ρωμαίος / Ρωμηός
  • Καθολικός

συνδέονταν με την ορθόδοξη εκκλησιαστική και πολιτισμική ταυτότητα. Μετά τη μεταφορά της πρωτευούσης στην Κωνσταντινούπολη (330), ο όρος «Ρωμαίος» δήλωνε τον πολίτη της χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλαδή τον ορθόδοξο.

Κατά την προσέγγιση αυτή, ο όρος «Ρωμαιο-Καθολικός» θα μπορούσε, από αυστηρά ιστορικο-εκκλησιολογική άποψη, να αποδοθεί μάλλον στους Ορθοδόξους και όχι στους μεταγενεστέρους δυτικούς χριστιανούς, οι οποίοι μετά το Σχίσμα οικειοποιήθηκαν την ορολογία.

Η χρήση του όρου Παπισμός αποτελεί, εντός της ορθοδόξου θεολογικής γλώσσης, δογματικό και εκκλησιολογικό προσδιορισμό και όχι υβριστικό χαρακτηρισμό. Αντιστοίχως, η επιφύλαξη έναντι του όρου «Καθολική» για τον δυτικό μετασχισματικό χριστιανισμό εδράζεται στη συγκεκριμένη πατερική κατανόηση της καθολικότητος ως πληρότητος πίστεως.