Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Το κείμενο με τίτλο «Η σπουδαιότης της νηστείας και η τήρησις αυτής σήμερον» (Θεολογικός σχολιασμός)



Τα προβληματικά σημεία του κειμένου της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για τη νηστεία και θεολογικός σχολιασμός

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Το κείμενο με τίτλο «Η σπουδαιότης της νηστείας και η τήρησις αυτής σήμερον» αν και εμφανίζεται ως πατερικό και παραδοσιακό, περιέχει σοβαρές αποκλίσεις από την αυστηρότητα των ιερών κανόνων και την ασκητική παράδοση της Ορθοδοξίας. Παρακάτω εντοπίζουμε τα πλέον προβληματικά σημεία του.


Πρώτο πρόβλημα: Η δικαιολόγηση της χαλάρωσης μέσω της «οικονομίας»-αρθρο 7.

Το κείμενο αναφέρει:

Ἡ Ἐκκλησία ὅμως ἔθετο ἅμα, κατά ποιμαντικήν διάκρισιν, καί ὅρια φιλανθρώπου οἰκονομίας τοῦ καθεστῶτος τῆς νηστείας. Διό καί προέβλεψε τήν δι’ ἀσθένειαν τοῦ σώματος ἤ δι’ ἀδήριτον ἀνάγκην ἤ καί διά τήν χαλεπότητα τῶν καιρῶν ἀνάλογον ἐφαρμογήν τῆς ἀρχῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας κατά τήν ὑπεύθυνον κρίσιν καί ποιμαντικήν μέριμναν τοῦ σώματος τῶν ἐπισκόπων τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν.

 

Σχόλιο: Η οικονομία είναι θεσμός της Εκκλησίας, όταν εφαρμόζεται όμως με τόσο ευρεία και αόριστη βάση, καταλήγει να νομιμοποιεί την αμέλεια. Το κείμενο ανοίγει την πόρτα σε κάθε είδους δικαιολογία: ασθένεια, ανάγκη, «χαλεπότητα καιρών». Πού σταματάει αυτό; Σήμερα ο καθένας βρίσκει μια δικαιολογία για να μη νηστεύει. Το κείμενο δεν οριοθετεί σαφώς πότε η οικονομία γίνεται προφάσεις ευσεβείας.


Δεύτερο πρόβλημα: Η παραχώρηση εξουσίας στις τοπικές Εκκλησίες-Άρθρο 8

«..ἐπαφίεται εἰς τήν διάκρισιν τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν νά καθορίσουν τήν φιλάνθρωπον οἰκονομίαν καί ἐπιείκειαν, ἀπαλύνουσαι, κατά τάς εἰδικὰς ταύτας περιπτώσεις, τὸ τυχὸν «στυφόν» τῶν ἱερῶν νηστειῶν

 

Σχόλιο: Αυτό είναι σοβαρότατο. Η παράδοση της Εκκλησίας είναι ενιαία. Οι νηστείες δεν είναι τοπικό έθιμο που αλλάζει ανάλογα με τη χώρα. Όταν η κάθε τοπική Εκκλησία αποφασίζει μόνη της πόσο «στυφή» ή «γλυκειά» θα είναι η νηστεία, καταλύεται η ενότητα της παραδόσεως. Αυτό οδηγεί στο φαινόμενο οι μεν να νηστεύουν αυστηρά και οι δε να τρώνε κρέας «λόγω κλίματος». Πού είναι η ενότητα του σώματος της Εκκλησίας;


Τρίτο πρόβλημα: Η κοσμικοποίηση της νηστείας-Άρθρο 8

Το κείμενο αναφέρει:

Ὅθεν διά τούς ἔχοντας δυσκολίαν εἰς τήν τήρησιν τῶν ἰσχυουσῶν περί νηστείας διατάξεων εἴτε ἐκ λόγων ἀτομικῶν (ἀσθένεια, στράτευσις, συνθῆκαι ἐργασίας κ.λπ.) εἴτε γενικωτέρων (εἰδικαί συνθῆκαι ἐπικρατοῦσαι εἴς τινας χώρας ἀπό πλευρᾶς κλίματος, καθώς καί κοινωνικο-οἰκονομικαί ἰδιαιτερότητες τινῶν χωρῶν λ.χ. ἀδυναμία εὑρέσεως νηστησίμων τροφῶν) ἐπαφίεται εἰς τήν διάκρισιν τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν νά καθορίσουν τήν φιλάνθρωπον οἰκονομίαν καί ἐπιείκειαν, ἀπαλύνουσαι, κατά τάς εἰδικὰς ταύτας περιπτώσεις, τὸ τυχὸν «στυφόν» τῶν ἱερῶν νηστειῶν. Πάντα δέ ταῦτα ἐντός τῶν πλαισίων τῶν ὡς ἄνω λεχθέντων καί ἐπί τῷ σκοπῷ νά μή ἀτονήσῃ ποσῶς ὁ ἱερός θεσμός τῆς νηστείας.

 

Σχόλιο: Εδώ το κείμενο υιοθετεί πλήρως κοσμικά κριτήρια. «Κοινωνικοοικονομικές ιδιαιτερότητες» και «αδυναμία εύρεσης νηστίσιμων τροφών» παρουσιάζονται ως νόμιμοι λόγοι χαλάρωσης. Αυτό είναι απαράδεκτο. Οι Άγιοι Πατέρες νήστευαν σε ερήμους και σε πόλεις πολιορκημένες. Σήμερα υπάρχουν σούπερ μάρκετ σε κάθε γωνία. Η έλλειψη νηστίσιμων τροφών είναι πρόφαση. Το κείμενο νομιμοποιεί την τεμπελιά και την προσκόλληση στον κόσμο.


Τέταρτο πρόβλημα: Η απουσία σαφούς καταδίκης της παραβάσεως

Το κείμενο λέει:

 

«Εἶναι γεγονός, ὅτι σήμερον πολλοὶ πιστοὶ δὲν τηροῦν ἁπάσας τὰς περὶ νηστείας διατάξεις, εἴτε ἐξ ὀλιγωρίας εἴτε λόγῳ τῶν ὑπαρχουσῶν συνθηκῶν ζωῆς, οἱαιδήποτε κἂν ὦσιν αὗται. Ἅπασαι ὅμως αἱ περιπτώσεις αὗται τῆς χαλαρώσεως τῶν περὶ νηστείας ἱερῶν διατάξεων, εἴτε εἶναι γενικώτεραι, εἴτε ἀτομικαί, δέον ὅπως τυγχάνουν τῆς ποιμαντικῆς μερίμνης ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας».

 

Σχόλιο: Το κείμενο αναγνωρίζει ότι «πολλοὶ πιστοὶ δὲν τηροῦν» τη νηστεία, αλλά δεν τους ελέγχει. Μιλά για «ποιμαντική μέριμνα» αντί για μετάνοια και επανόρθωση. Οι Πατέρες της Εκκλησίας θα έλεγαν ότι όποιος περιφρονεί τη νηστεία περιφρονεί και τον Θεό. Εδώ όμως η παραβίαση παρουσιάζεται ως πρόβλημα που χρειάζεται «μέριμνα», σαν να είναι θέμα ψυχολογίας και όχι παρακοής θείας εντολής.


Πέμπτο πρόβλημα: Η παράθεση του Ιωάννη Δαμασκηνού εκτός πλαισίου

Το κείμενο παραθέτει:

 

«Καλὸν τὸ νηστεύειν πᾶσαν ἡμέραν, ἀλλ' ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω. Ἐν τοῖς τοιούτοις οὐ νομοθετεῖν, οὐ βιάζεσθαι, οὐκ ἀναγκαστικῶς ἄγειν τὸ ἐγχειρισθὲν προσήκει ποίμνιον, πειθοῖ δὲ μᾶλλον, καὶ ἠπιότητι, καὶ λόγῳ ἅλατι ἠρτυμένῳ».

 

Σχόλιο: Από την αυστηρή ορθόδοξη σκοπιά, το κείμενο θεωρείται πολύ χαλαρό. Η νηστεία και οι κανόνες της Εκκλησίας δεν είναι απλώς προσωπικές επιλογές για να κάνει καθένας ό,τι θέλει, αλλά βασικοί νόμοι της πνευματικής ζωής. Η προτροπή να μην κρίνουμε όσους δεν νηστεύουν φαίνεται εδώ σαν μια προσπάθεια να αγνοηθούν οι παραδόσεις χάριν μιας εύκολης ειρήνης. Η υπερβολική έμφαση στην καλοσύνη, την πειθώ και την «ηπιότητα» κινδυνεύει να μετατρέψει την Εκκλησία από χώρο πνευματικού αγώνα σε έναν τόπο όπου όλα επιτρέπονται. Οι πολέμιοι αυτής της στάσης πιστεύουν ότι χωρίς αυστηρούς κανόνες και πειθαρχία, ο πιστός χάνει τον προσανατολισμό του και συμβιβάζεται με τις αδυναμίες του κόσμου.


Η σιωπή για τις αιρέσεις και τον οικουμενισμό

Το κείμενο μιλά για νηστεία αλλά σιωπά για τον λόγο που σήμερα χαλαρώνουν οι πιστοί: την πνευματική νωθρότητα που προκαλεί ο οικουμενισμός. Όταν η Εκκλησία αντιμετωπίζει τους αιρετικούς ως «αδελφούς εν Χριστῷ» και συμπροσεύχεται μαζί τους, γιατί οι πιστοί να κοπιάσουν με τη νηστεία; Η νηστεία είναι όπλο κατά των παθών και των δαιμόνων. Όταν όμως η Εκκλησία αποδυναμώνεται θεολογικά μέσω του οικουμενισμού, η νηστεία φαίνεται «περιττή» στους πιστούς. Το κείμενο δεν τολμά να συνδέσει τη χαλάρωση της νηστείας με τη χαλάρωση της ορθοδόξου ομολογίας.

Το κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για τη νηστεία, αντί να αφυπνίσει τους πιστούς, τους ναρκοθετεί. Αντί να επαναφέρει την αυστηρότητα των ιερών κανόνων, νομιμοποιεί την οικονομία ως κανόνα. Αντί να καταδικάσει τη χαλάρωση, την παρουσιάζει ως αναγκαιότητα. Αυτό είναι χαρακτηριστικό του οικουμενιστικού πνεύματος: η αλήθεια δεν κηρύσσεται με παρρησία, αλλά «αλαφιάζεται» για να μην ενοχληθούν οι αμελείς.

Οι πιστοί οφείλουν να γνωρίζουν ότι η νηστεία δεν είναι προαιρετική άσκηση, αλλά θεία εντολή. Και η θεία εντολή δεν προσαρμόζεται στα κλιματικά δεδομένα ούτε στα σούπερ μάρκετ. Η παράδοση των Αγίων Πατέρων είναι μία και αδιαίρετη. Όποιος την παραβιάζει, όποιο κείμενο και αν υπογράφει, δεν εκφράζει την αλήθεια της Ορθοδοξίας.

 


Το κείμενο "Το Μυστήριον του Γάμου και τα Κωλύματα Αυτού» της Συνόδου της Κρήτης



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Ο Θεολογικός σχολιασμός επικεντρώνεται κυρίως στη θεολογική νομιμοποίηση των «Μικτών Γάμων» (Άρθρο ΙΙ.5.α) και στην αναγνώριση εκκλησιαστικότητας/βαπτίσματος σε ετεροδόξους (Άρθρο ΙΙ.5.β). Από παραδοσιακή  και αυστηρά Ορθόδοξη σκοπιά, αυτά τα άρθρα θεωρούνται ως υποχώρηση στον «οικουμενιστικό συγκρητισμό».

1. ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (α)

Το αυθεντικό κείμενο:

«Γάμος Ορθοδόξων μετά ετεροδόξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν (κανών 72 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).»

 

 

Σχόλια :

  • Υποβάθμιση του 72ου Κανόνα της Πενθέκτης:

ΚΕΙΜΕΝΟ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ.

Κανὼν ΟΒ´. Μὴ ἐξέστω ὀρθόδοξον ἄνδρα αἱρετικῇ συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μὴν αἱρετικῷ ἀνδρὶ γυναῖκα ὀρθόδοξον συζεύγνυσθαι· ἀλλ᾿ εἰ καὶ φανείη τι τοιοῦτον ὑπό τινος τῶν ἁπάντων γινόμενον, ἄκυρον εἶναι τὸ παράνομον συνοικέσιον, καὶ τὸν παράνομον γάμον διαλύεσθαι. Οὐ χρὴ γὰρ μίγνυσθαι τὰ ἀμίκτοις, οὐδὲ συνωδεύειν τῷ λύκῳ τὸ πρόβατον, καὶ τῷ Χριστοῦ κλήρῳ τὴν τῶν ἁμαρτωλῶν μερίδα. Εἰ δὲ παρά τινες τῶν παρ᾿ ἡμῶν ὁρισθέντων παραβήσονται, ἀφοριζέσθωσαν. Εἰ μέντοι τινὲς προأ τῆς ἐν ὀρθοδοξίᾳ αὐτῶν γενήσεως, ἀπιστοῦντες ἔτυχαν, εἶθ᾿ οὕτως ὁ ἕτερος μὲν εἵλετο ἐπὶ τὸ τῆς ἀληθείας φῶς ἐλθεῖν, ὁ δὲ ἕτερος τῷ τῆς ἀγνοίας σκότει συνείχετο, ὡς βούλεσθαι τὴν ἀσύμφωνον αὐτῷ συνοίκησιν, μὴ ἀπολλυμένων τῶν τῆς ἀγνοίας συζύγων διὰ τὴν τοῦ φωτὸς ἐπίφανειαν, εἴπερ αὐτῷ εὐδοκεῖ συνοικεῖν ὁ πιστός (φησὶ γὰρ ὁ θεῖος Ἀπόστολος· Ὅτι ἡγίασται ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί, καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί), ὁ μὲν ἀπιστῶν διὰ τοῦτο σῳζέσθω· οἱ δὲ συνοικοῦντες τοῖς πιστοῖς ἐξέρχέσθωσαν, κατὰ τὸν θεῖον ἀπόστολον παραιτούμενοι

Δεν επιτρέπεται ο Ορθόδοξος άνδρας να παντρεύεται γυναίκα αιρετική, ούτε όμως και η Ορθόδοξη γυναίκα να συνάπτει γάμο με άνδρα αιρετικό.

Αν δε φανεί ότι κάποιος από όλους τους χριστιανούς κάνει κάτι τέτοιο, ο παράνομος αυτός συνοικισμός να θεωρείται άκυρος και ο γάμος να διαλύεται. Διότι δεν πρέπει να αναμειγνύονται τα ασύμμεικτα, ούτε να συμπορεύεται ο λύκος με το πρόβατο και η μερίδα των αμαρτωλών με τον κλήρο του Χριστού.

Όσοι δε από τους πιστούς παραβούν αυτά που έχουν ορισθεί από εμάς, να αφορίζονται.

Αν όμως μερικοί, προτού ενταχθούν στην Ορθοδοξία (ενώ βρίσκονταν ακόμη στην πλάνη της απιστίας/αίρεσης), παντρεύτηκαν, και στη συνέχεια ο ένας από τους δύο αξιώθηκε να έρθει στο φως της αλήθειας (της Ορθοδοξίας), ενώ ο άλλος παρέμεινε στο σκοτάδι της άγνοιας, και ο άπιστος/αιρετικός σύζυγος επιθυμεί να συνεχίσουν τη συζυγία τους, να μη χωρίζονται, εφόσον ο άπιστος συναινεί να ζει μαζί με τον πιστό (καθώς λέει ο θεῖος Απόστολος: «Διότι αγιάζεται ο άπιστος άνδρας από τη γυναίκα και αγιάζεται η άπιστη γυναίκα από τον άνδρα» – Α΄ Κοδ. 7, 14). Σε αυτή την περίπτωση, ο μεν άπιστος σύζυγος ας σωθεί χάρη στον πιστό, εκείνοι δε που παντρεύονται εν γνώσει τους αιρετικούς μετά την ορθόδοξη πίστη τους, ας χωρίζουν, σύμφωνα με τον θείο Απόστολο.

 

 

 Ο 72ος Κανών της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου δεν θέτει απλώς έναν «παιδαγωγικό» ή «διακριτικό» κανόνα, αλλά ακυρώνει εντελώς το έγκυρο του γάμου μεταξύ Ορθοδόξου και ετεροδόξου («Μὴ ἐξέστω ὀρθόδοξον ἄνδρα αἱρετικῇ συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μὴν αἱρετικῷ ἀνδρὶ γυναῖκα ὀρθόδοξον συζεύγνυσθαι·»). Θεωρεί τέτοιες ενώσεις «άκυρες» και «πορνεία».

Ο Γάμος είναι Μυστήριο «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν». Η τέλεση Μυστηρίου με μέλος που ανήκει σε αιρετική/ετερόδοξη κοινότητα διασπά την ενότητα της Πίστεως στο ίδιο το ποτήριο της Ευχαριστίας και στην οικογενειακή εστία («κατ' οίκον Εκκλησία»).

2. ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (β)

Το αυθεντικό κείμενο:

«Δυνατότης ευλογίας των γάμων τούτων συγχωρείται κατ’ οικονομίαν και φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα τέκνα εκ του γάμου τούτου συλληφθησόμενα βαπτισθήσονται και ανατραφήσονται εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑ:

Εδώ έχουμε παραποίηση της «Εκκλησιαστικής Οικονομίας»: Η «Οικονομία» στην Παράδοση της Εκκλησίας εφαρμόζεται για τη θεραπεία και την επιστροφή των αιρετικών στην αλήθεια (όπως το να δεχτείς κάποιον με μετανοημένο βάπτισμα/χρίσμα), όχι για τη νομιμοποίηση της ετεροδοξίας εντός της θείας Λατρείας. Η ευλογία ενός γάμου με ετερόδοξο συνιστά κατάχρηση της οικονομίας, η οποία ακυρώνει την «ακρίβεια» και καθιστά την εξαίρεση κανόνα. Η  διατύπωση  «Δυνατότης ευλογίας των γάμων τούτων συγχωρείται κατ’ οικονομίαν και φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα τέκνα εκ του γάμου τούτου συλληφθησόμενα βαπτισθήσονται και ανατραφήσονται εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» αποτελεί

χαρακτηριστικό παράδειγμα υποχώρησης από τα δογματικά όρια.

 Η  αποδοχή της συνύπαρξης διαφορετικών ομολογιών εντός της οικογένειας προάγει στην πράξη τον συγκρητισμό, αποδυναμώνοντας την αίσθηση της αποκλειστικότητας της αλήθειας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ανεξάρτητα από τη νομική δέσμευση για τη βάπτιση των τέκνων.

Η επίσημη ποιμαντική πρακτική της φιλανθρωπίας και της οικονομίας ερμηνεύεται όχι ως αναγκαία λύση ποιμαντικής μέριμνας, αλλά ως υποχώρηση στις πιέσεις μιας εκκοσμικευμένης κοινωνίας που υπονομεύει την πατερική ακρίβεια.

3. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (γ) [Συνέχεια παραγράφου]

Το αυθεντικό κείμενο:

«Γάμος μεταξύ Ορθοδόξων και μη Χριστιανών κωλύεται απολύτως, κατά κανονικήν ακρίβειαν. Η δε εφαρμογή οικονομίας ως προς τας τοιαύτας περιπτώσεις εναπόκειται εις την τοπικήν Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν, αναλόγως της ποιμαντικής ανάγκης.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.

Η αόριστη παραπομπή στην «τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία» για άσκηση «οικονομίας» σε γάμους με μη-Χριστιανούς (Μουσουλμάνους, Ινδουιστές, Αθέους) θεωρείται πλήρης εκτροπή. Οι Κανόνες απαγορεύουν αυστηρά τη μυστηριακή σύζευξη με αλλοθρήσκους.

Επίσης  δημιουργεί εκκλησιολογικό χάος, καθώς αυτό που σε μία Αυτοκέφαλη Εκκλησία θεωρείται θανάσιμο αμάρτημα και άκυρο μυστήριο, σε μια άλλη μπορεί να «ευλογείται» λόγω «τοπικών ποιμαντικών αναγκών», διασπώντας την ενιαία κανονική τάξη της Ορθοδοξίας.

4. ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (δ) [Έμμεση αναγνώριση ετερόδοξου βαπτίσματος]

Το αυθεντικό κείμενο:

«Η προϋπόθεσις της βαπτίσεως των τέκνων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία αποτελεί απαραίτητον όρον διά την τέλεσιν του μικτού γάμου...»

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Η απαίτηση να βαπτίζονται και να ανατρέφονται τα τέκνα στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας μικτού γάμου (μεταξύ Ορθοδόξου και ετεροδόξου) στηρίζεται κυρίως στον 72ο Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (Εν Tρούλλω).

Ο κανόνας αυτός απαγορεύει ρητά τον γάμο μεταξύ Ορθοδόξου και αιρετικού, εκτός εάν ο ετερόδοξος υποσχεθεί ότι θα προσχωρήσει στην Ορθοδοξία. Σε περίπτωση δε που ο γάμος έχει ήδη γίνει, ορίζει ότι τα τέκνα πρέπει να ανατρέφονται ορθοδόξως. η ίδια η τέλεση μικτών γάμων αποτελεί υποχώρηση από την «ακρίβεια» των Ιερών Κανόνων (ιδίως του 10ου και 72ου Κανόνα της εν Τρούλλω ), οι οποίοι θεωρούνται απόλυτοι. Η αποδοχή των μικτών γάμων θεωρείται σύμπτωμα της «συγκρητιστικής» νοοτροπίας του Οικουμενισμού που αμβλύνει τα δογματικά όρια. Παρά την τυπική δέσμευση για βάπτιση των τέκνων στην Ορθοδοξία, οι μικτοί γάμοι συχνά οδηγούν στην πρακτική αδιαφορία, στον θρησκευτικό σχετικισμό και στην αποδυνάμωση της ορθόδοξης συνείδησης μέσα στην οικογένεια. Πολλές φορές η υπογραφή της υπεύθυνης δήλωσης για ορθόδοξη βάπτιση και ανατροφή δίνεται προσχηματικά από τον ετερόδοξο σύζυγο, χωρίς πραγματική πρόθεση τήρησης, γεγονός που οδηγεί σε καταστρατήγηση του μυστηρίου και σε ενδοοικογενειακές συγκρούσεις γύρω από το θρησκευτικό προσανατολισμό των παιδιών.

Για να επιτραπεί ο γάμος Ορθοδόξου με ετερόδοξο (π.χ. Παπικό ή Διαμαρτυρόμενο), η Σύνοδος προϋποθέτει ότι ο ετερόδοξος έχει έγκυρο Βάπτισμα. Αυτό εισάγει από την «πίσω πόρτα» τη θεωρία της «Βαπτισματικής Θεολογίας» , δηλαδή την αντικανονική παραδοχή ότι οι ετερόδοξες κοινότητες κατέχουν έγκυρα Μυστήρια και Χάρη έξω από τα όρια της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Η επίκληση της «οικονομίας» από τη διοικούσα Εκκλησία έχει καταντήσει πάγια «κανονική συνήθεια» (νόμος), με αποτέλεσμα να νομιμοποιούνται καταστάσεις που αντιβαίνουν στο πνεύμα της αποκλειστικότητας της αλήθειας της Ορθόδοξης Εκκλησίας

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ.

το κείμενο του Γάμου της Συνόδου της Κρήτης διαβρώνει τα δογματικά όρια μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των αιρέσεων, νομιμοποιεί τη συμπροσευχή και τη μυστηριακή επικοινωνία  με μη Ορθοδόξους και θυσιάζει την Ακρίβεια της Πίστεως στον βωμό των σύγχρονων κοσμικών και κοινωνικών συμβιβασμών.

 


Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Σχολιασμός


Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ -Α

Εισαγωγικά
Η Σύνοδος αυτοαποκαλείται «Μεγάλη» χωρίς να είναι Οικουμενική. Στην παράδοση, «Μεγάλη Σύνοδος» σημαίνει Οικουμενική Σύνοδος (όπως η Α΄-Ζ΄). Μια σύνοδος που συνεκλήθη με πρωτοβουλία μόνο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με απουσία 4 Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, και χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα για όλη την Ορθοδοξία, δεν δικαιούται να αυτοχαρακτηρίζεται «Μεγάλη». Αυτό συνιστά νομιμοποίηση εκ του μη όντος: η Σύνοδος επιχειρεί να αυτοθεσμοθετηθεί ως «Μεγάλη», επιβάλλοντας de facto ένα νέο είδος συνοδικότητας που δεν είναι ούτε Τοπική ούτε Οικουμενική .

Στα κείμενα που σχολιάζουμε διατηρούμε ακριβώς τους τίτλους, την γλώσσα και τον πολυτονισμό   των και επίσημων κειμένων.

---------------------------------------------------------------------------------------------

 

Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία και η ταύτιση Εκκλησίας — Θείας Ευχαριστίας (§1, §2, επίλογος)

1.      Ἡ μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, πρόγευσις καί βίωσις τῶν Ἐσχάτων ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί ἀποκάλυψις τῆς δόξης τῶν μελλόντων, καί ὡς διαρκής Πεντηκοστή, μία ἀσίγαστος προφητική φωνή ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ παρουσία καί μαρτυρία «τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυΐας ἐν δυνάμει» (Μάρκ. θ’, 1). Ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ, «ἐπισυνάγει» (Ματθ. κγ´, 37) ἐπ’ Αὐτόν, μεταμορφώνει καί ἐμποτίζει τόν κόσμον μέ «τό ὕδωρ, τό ἁλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ’, 14).

 

2.      Ἡ ἀποστολική καί πατερική παράδοσις, στοιχοῦσα τοῖς συστατικοῖς λόγοις τοῦ Κυρίου καί ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν Μυστικόν Δεῖπνον μετά τῶν μαθητῶν αὐτοῦ διά τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, προέβαλε τόν χαρακτηρισμόν τῆς Ἐκκλησίας ὡς «σώματος Χριστοῦ» (Ματθ. κστ´, 26· Μάρκ. ιδ´, 22· Λουκ. κβ´, 19· Α´Κορ. ι´, 16-17· ια´, 23-29) καί τόν συνέδεσε πάντοτε πρός τό μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἐτονίσθη πάντοτε ἡ ἄρρηκτος σχέσις τόσον τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας πρός τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον καί τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας πρός τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία βεβαιοῦται συνεχῶς εἰς τήν μυστηριακήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 

… Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ ἀνά τήν οἰκουμένην Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ ἐν Χριστῷ φανέρωσις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, βιοῖ τό ὅλον μυστήριον τῆς θείας Οἰκονομίας εἰς τήν μυστηριακήν ζωήν αὐτῆς, μέ ἐπίκεντρον πάντοτε τήν θείαν Εὐχαριστίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ προσφέρει εἰς ἡμᾶς οὐχί τροφήν ἐπίκηρον καί φθαρτήν, ἀλλ’ αὐτό τό ζωήρρυτον Δεσποτικόν Σῶμα, «τόν οὐράνιον Ἄρτον», «ὅς ἐστί φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτος τοῦ μή ἀποθανεῖν, ἀλλά ζῆν ἐν Θεῷ διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθαρτήριον ἀλεξίκακον» (Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Πρός Ἐφεσίους, Κ’. PG 5, 756). Ἡ θεία Εὐχαριστία ἀποτελεῖ τόν ἐσώτατον πυρῆνα καί τῆς συνοδικῆς λειτουργίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, καθώς καί τήν αὐθεντικήν βεβαίωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διακηρύττει καί ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λυῶνος: «Ἡμῶν δέ σύμφωνος ἡ γνώμη (= διδασκαλία) τῇ Εὐχαριστίᾳ, ἡ δέ Εὐχαριστία βεβαιοῖ τήν γνώμην» (Κατά αἱρέσεων Δ’, 18. PG 7, 1028).

 

 

Τα προβληματικά αποσπάσματα:

§1: «πρόγευσις καί βίωσις τῶν Ἐσχάτων ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ»

§2: «ἡ ἄρρηκτος σχέσις... τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας πρός τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας»

·         Επίλογος: «Ἡ θεία Εὐχαριστία ἀποτελεῖ τόν ἐσώτατον πυρῆνα καί τῆς συνοδικῆς λειτουργίας»

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Εδώ διακρίνεται σαφώς η επιρροή του Ιωάννη Ζηζιούλα και της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας». Η Εκκλησία δεν «προέρχεται» από την Ευχαριστία, ούτε η Ευχαριστία είναι ο «ἐσώτατος πυρήνας» της συνοδικότητας. Κατά τους Πατέρες, η Εκκλησία είναι το Σώμα Χριστού που συγκροτείται από την ενσάρκωση, το βάπτισμα και την πίστη — και εντός αυτού του Σώματος τελείται η Ευχαριστία. Η ταύτιση Εκκλησίας = Ευχαριστίας αντιστρέφει τη σχέση: η Ευχαριστία είναι μέσον κοινωνίας με το Σώμα, όχι η ουσία της Εκκλησίας.

Αυτή η εκκλησιολογία αποδυναμώνει την Εκκλησία ως θεσμό σωτηρίας (νοσούντες, αμαρτωλοί, μετανοούντες) και την μετατρέπει σε «χώρο κοινωνίας προσώπων». Επιπλέον, η ευχαριστιακή εκκλησιολογία διευκολύνει την κοινή προσευχή με αιρετικούς: αν η Εκκλησία «είναι» η Ευχαριστία, τότε όποιος «ευχαριστεί» συγκροτεί εκκλησία — πρόκειται για κρυφό οικουμενισμό.

Η «σχεσιακή»  εκκλησιολογία (§1)

Το προβληματικό απόσπασμα:
«
Ἡ μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος»

Σχολιασμός:
Ο όρος «κοινωνία»  εδώ δεν χρησιμοποιείται πατερικά, αλλά μεταπατερικά. Οι Πατέρες ομιλούν για Σ
ῶμα Χριστοῦ, Ποίμνιο, Μητέρα, Πόλη Θεού — όχι για «κοινωνία προσώπων». Η «κοινωνιακή» εκκλησιολογία είναι δανεική από την Β Βατικάνειο Σύνοδο  και από τον προτεσταντισμό.

Το πρόβλημα είναι ότι η «κοινωνία» είναι ασαφής έννοια: μπορεί να περιλάβει και τους αιρετικούς «εν μετρία κοινωνία». Η εκκλησιολογία του Σώματος είναι σαφής: είσαι μέλος ή αποκεκομμένος. Εδώ εντοπίζεται η  προσπάθεια να αντικατασταθεί η σωματική/ιεραρχική εκκλησιολογία με μια σχεσιακή, που διευκολύνει τους διαλόγους και τις «μερικές κοινωνίες» με τους αιρετικούς.

-----------------------------------------------------------------------------------------

Η σιωπή για το παπικό πρωτείο και τον Ουνιτισμό

3.      Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐν τῇ ἑνότητι καί καθολικότητι αὐτῆς, εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Συνόδων, ἀπό τήν Ἀποστολικήν ἐν Ἱεροσολύμοις σύνοδον (Πράξ. ιε´, 5-29) ἕως τῆς σήμερον. Ἡ Ἐκκλησία αὐτή καθ’ αὑτήν εἶναι Σύνοδος ὑπό τοῦ Χριστοῦ συνεστημένη καί ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθοδηγουμένη, συμφώνως πρός τό ἀποστολικόν «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν » (Πράξ. ιε’, 28). Διά τῶν Οἰκουμενικῶν καί τῶν Τοπικῶν συνόδων, ἡ Ἐκκλησία εὐηγγελίσατο καί εὐαγγελίζεται τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό ὁποῖον ἐφανερώθη διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Τό συνοδικόν ἔργον συνεχίζεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἀδιακόπως διά τῶν μεταγενεστέρων, καθολικοῦ κύρους, συνόδων – ὡς λ.χ. τῆς ἐπί Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μεγάλης συνόδου (879-880) καί τῶν ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκληθεισῶν Μεγάλων συνόδων (1341, 1351, 1368), διά τῶν ὁποίων ἐβεβαιώθη ἡ αὐτή ἀλήθεια τῆς πίστεως, ἐξαιρέτως δέ περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί περί τῆς μεθέξεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τάς ἀκτίστους θείας ἐνεργείας. Προσέτι δέ καί διά τῶν ἐν Κωσταντινουπόλει Ἁγίων καί Μεγάλων συνόδων τῶν ἐτῶν 1484 διά τήν ἀποκήρυξιν τῆς ἑνωτικῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας (1438-1439), τῶν ἐτῶν 1638, 1642, 1672 καί 1691 διά τήν ἀποκήρυξιν προτεσταντικῶν δοξασιῶν, ὡς καί τοῦ ἔτους 1872 διά τήν καταδίκην τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ ὡς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως.

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Παρότι η Σύνοδος καταδικάζει τη Σύνοδο Φλωρεντίας (§3), δεν κατονομάζει το παπικό filioque, το πρωτείο εξουσίας , και τον σύγχρονο Ουνιτισμό ως ενεργές αιρέσεις. Η αναφορά στην «
ἀποκήρυξιν τῆς ἑνωτικῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας» παραμένει ιστορική, όχι προφητική.
Μια «Μεγάλη Σύνοδος» που δεν τολμά να πει ότι «ο Πάπας δεν είναι επίσκοπος Ρώμης αλλά αιρετικός», και ότι «οι Ουνίτες δεν είναι Εκκλησία αλλά όργανο αφομοιώσεως», δεν είναι Σύνοδος αλλά συνέδριο διπλωματών. Η σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία: εξυπηρετεί τους διαλόγους με το Βατικανό (§20). Η εκκλησιολογία της Συνόδου είναι, de facto, διπλωματική και όχι αναθεματική, ασυμβίβαστη με το πνεύμα των Οικουμενικών Συνόδων.

Η «συνεταιριστική» εκκλησιολογία των «14 Αυτοκεφάλων Εκκλησιών» (§5)

5. Ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία ἀποτελεῖται ἐκ δεκατεσσάρων κατά τόπους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, πανορθοδόξως ἀνεγνωρισμένων. Ἡ ἀρχή τῆς αὐτοκεφαλίας δέν εἶναι δυνατόν νά λειτουργῇ εἰς βάρος τῆς ἀρχῆς τῆς καθολικότητος καί τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Θεωροῦμεν λοιπόν ὅτι ἡ δημιουργία τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Διασπορᾷ, ἀπαρτιζομένων ἐκ πάντων τῶν ἐν ἑκάστῃ ἐκ τῶν ὁρισθεισῶν περιοχῶν ὡς κανονικῶν ἀναγνωριζομένων ἐπισκόπων, οἵτινες ἐξακολουθοῦν νά ὑπάγωνται εἰς τάς κανονικάς δικαιοδοσίας, εἰς ἅς ὑπάγονται σήμερον, ἀποτελεῖ ἕν θετικόν βῆμα πρός τήν κατεύθυνσιν τῆς κανονικῆς ὀργανώσεως αὐτῶν, ἡ δέ συνεπής λειτουργία αὐτῶν ἐγγυᾶται τόν σεβασμόν τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀρχῆς τῆς συνοδικότητος.

 

Το προβληματικό απόσπασμα:
«Ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία ἀποτελεῖται ἐκ δεκατεσσάρων κατά τόπους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, πανορθοδόξως ἀνεγνωρισμένων.»

Σχολιασμός
Αυτή είναι ίσως η σοβαρότερη εκκλησιολογική παραχάραξη του κειμένου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποτελείται από 14 Εκκλησίες. Είναι μία Εκκλησία, η οποία εκφράζεται τοπικά μέσα σε 14 (ή όσες άλλες) αυτοδιοίκητες διοικητικές μονάδες. Η διατύπωση «ἀποτελεῖται ἐκ» εισάγει μοντέλο συνομοσπονδίας , όπου η «Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία» είναι το άθροισμα των μερών, αντί για το αντίστροφο: οι τοπικές Εκκλησίες είναι μέλη (μέλη του σώματος) της μίας και μόνης Εκκλησίας.

Αυτό είναι δανεικό από τη ρωμαιοκαθολική εκκλησιολογία της Κολλεγιότητας της Β Βατικάνειας Συνόδου  σύμφωνα με την οποία  η «Εκκλησία» είναι κοινωνία «Εκκλησιών». Η ορθόδοξη παράδοση γνωρίζει Αυτοκέφαλες Εκκλησίες ως διοικητικές επαρχίες, όχι ως συστατικά μέρη της μίας Εκκλησίας.

. Η υποβάθμιση της συνοδικής ιεραρχίας και η «δημοκρατική» συνοδικότητα (§3, §5)

Τα προβληματικά αποσπάσματα:

  • §3: «Ἡ Ἐκκλησία αὐτή καθ’ αὑτήν εἶναι Σύνοδος ὑπό τοῦ Χριστοῦ συνεστημένη καί ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθοδηγουμένη, συμφώνως πρός τό ἀποστολικόν «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν »»
  • §5: «ἡ δημιουργία τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Διασπορᾷ... ἀποτελεῖ ἕν θετικόν βῆμα»

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ:
Η φράση «
ἡ Ἐκκλησία... εἶναι Σύνοδος» είναι θεολογικά ατελής. Η Εκκλησία έχει Συνόδους, δεν είναι Σύνοδος. Η Σύνοδος είναι εργαλείο διακυβέρνησης, όχι ουσία της Εκκλησίας. Αυτή η διατύπωση εκλαϊκεύει την εκκλησιολογία, μετατρέποντάς την σε «συνέλευση» ή «δημοκρατικό σώμα» — κάτι που θυμίζει προτεσταντικές συνελεύσεις.

Παράλληλα, η αναφορά στις "Επισκοπικές Συνελεύσεις στη Διασπορά" καθιερώνει στην πράξη το καθεστώς των πολλαπλών δικαιοδοσιών, καταστρατηγώντας τον 28ό κανόνα της Χαλκηδόνας. Έτσι, δημιουργείται επικίνδυνο προηγούμενο για την αποδοχή σχισματικών ομάδων —με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ουκρανία— υπό το κάλυμμα μιας στρεβλής αντίληψης περί "συνοδικότητας"

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΜΕΡΟΣ Β-

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Η αποστολή της Εκκλησίας και η «πολιτιστική ταυτότητα» (§6)

 

6. Τό ἀποστολικόν ἔργον καί ἡ ἐξαγγελία τοῦ Εὐαγγελίου, γνωστή ὡς ἱεραποστολή, ἀνήκουν εἰς τόν πυρῆνα τῆς ταυτότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διαφύλαξις καί τήρησις τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη» (Ματθ. κη’, 19). Εἶναι ἡ πνοή ζωῆς, τήν ὁποίαν ἐμφυσᾷ ἡ Ἐκκλησία εἰς τήν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων καί ἐκκλησιοποιεῖ τόν κόσμον διά τῶν ἑκασταχοῦ νεοπαγῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, οἱ ὀρθόδοξοι πιστοί εἶναι καί ὀφείλουν νά εἶναι ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ κόσμῳ. Ἡ ἀποστολή αὐτή πρέπει νά ἐκπληροῦται ὄχι ἐπιθετικῶς, ἀλλ’ ἐλευθέρως, ἐν ἀγάπῃ καί ἐν σεβασμῷ πρός τήν πολιτιστικήν ταυτότητα ἀτόμων καί λαῶν. Εἰς τήν προσπάθειαν αὐτήν ὀφείλουν νά συμμετέχουν πᾶσαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι μέ τόν δέοντα σεβασμόν εἰς τήν κανονικήν τάξιν.

 

Προβληματικό απόσπασμα:
«
Ἡ ἀποστολή αὐτή πρέπει νά ἐκπληροῦται ὄχι ἐπιθετικῶς, ἀλλ’ ἐλευθέρως, ἐν ἀγάπῃ καί ἐν σεβασμῷ πρός τήν πολιτιστικήν ταυτότητα ἀτόμων καί λαῶν.»

Σχολια: Το Ευαγγέλιο δεν «διαπραγματεύεται» με την πολιτιστική ταυτότητα, αλλά μεταμορφώνει τον πολιτισμό. Ο όρος «σεβασμός στην πολιτιστική ταυτότητα» θεωρείται εισαγωγή συγκρητιστικής λογικής. Η  αποστολή δεν είναι «διακοινωνιακή συνάντηση», αλλά κήρυξη μετανοίας. Η διατύπωση αποδυναμώνει το ιεραποστολικό αίσθημα, παρουσιάζοντας την Ορθοδοξία ως έναν από τους «πολιτισμούς» που συνυπάρχουν.


Η Οικογένεια: σιωπή επί του ζητήματος του γάμου (§7)

7. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ τήν ἀκατάλυτον ἀγαπητικήν ἕνωσιν ἀνδρός καί γυναικός «μυστήριον μέγα... εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν», (Ἐφεσ. ε’, 32) καί τήν προκύπτουσαν ἐξ αὐτοῦ οἰκογένειαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τήν μόνην ἐγγύησιν τῆς γεννήσεως καί τῆς ἀνατροφῆς τῶν τέκνων, συμφώνως πρός τό σχέδιον τῆς θείας Οἰκονομίας, «Ἐκκλησίαν μικράν» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολήν, Κ’. PG 62, 143), παρέχουσα εἰς αὐτήν τήν κατάλληλον ποιμαντικήν στήριξιν.

Ἡ σύγχρονος κρίσις τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογενείας εἶναι ἀπότοκος τῆς κρίσεως τῆς ἐλευθερίας ὡς εὐθύνης, τῆς συρρικνώσεως αὐτῆς εἰς εὐδαιμονιστικήν αὐτοπραγμάτωσιν, τῆς ταυτίσεώς της μέ ἀτομικήν αὐταρέσκειαν, αὐτάρκειαν καί αὐτονομίαν, καί τῆς ἀπωλείας τοῦ μυστηριακοῦ χαρακτῆρος τῆς ἑνώσεως ἀνδρός καί γυναικός, ὡς καί τῆς λήθης τοῦ θυσιαστικοῦ ἤθους τῆς ἀγάπης. Ἡ σύγχρονος ἐκκοσμικευμένη κοινωνία προσεγγίζει τόν γάμον μέ ἀμιγῶς κοινωνιολογικά καί πραγματιστικά κριτήρια, θεωροῦσα αὐτόν ὡς μίαν ἁπλῆν μορφήν σχέσεως, μεταξύ ὅλων τῶν ἄλλων, αἱ ὁποῖαι δικαιοῦνται ἐξ ἴσου θεσμικῆς κατοχυρώσεως.

Ὁ γάμος εἶναι ἐκκλησιοτραφές ἐργαστήριον ζωῆς ἐν ἀγάπῃ καί ἀνυπέρβλητος δωρεά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἡ «ὑψηλή χείρ» τοῦ «συνδέτου» Θεοῦ «ἀοράτως πάρεστι, τούς συναπτομένους ἁρμόζουσα» μετά τοῦ Χριστοῦ καί μετ’ ἀλλήλων. Οἱ στέφανοι, οἱ ὁποῖοι τοποθετοῦνται ἐπί τῆς κεφαλῆς τοῦ νυμφίου καί τῆς νύμφης κατά τήν τέλεσιν τοῦ μυστηρίου, παραπέμπουν εἰς τήν διάστασιν τῆς θυσίας καί τῆς πλήρους ἀφιερώσεως εἰς τόν Θεόν καί εἰς ἀλλήλους, ἀναφέρονται δέ ἐπίσης καί εἰς τήν ζωήν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀποκαλύπτοντες τήν ἐσχατολογικήν ἀναφοράν τοῦ μυστηρίου τῆς ἀγάπης.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ .Αν και το κείμενο ορθώς υπερασπίζεται τον αδιάλυτο γάμο, αποφεύγει να κατονομάσει τις σύγχρονες μορφές αλλοίωσής του (σύμφωνο συμβίωσης, γάμοι ομοφυλοφίλων, μονογονεϊκές οικογένειες). Η   σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία. Η Σύνοδος απέφυγε συνειδητά να προκαλέσει τη «δυτική» κοινή γνώμη. Αυτό ερμηνεύεται ως προσαρμογή στην πολιτική ορθότητα, ασυμβίβαστη με τον προφητικό λόγο των Πατέρων.


4. Η παγκοσμιοποίηση και η «συναλληλία» με το κοσμικό κράτος (§16)

16. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀναμιγνύεται εἰς τήν πολιτικήν, ἐν τῇ στενῇ σημασίᾳ τοῦ ὅρου, ἀλλ’ ὅμως ἡ μαρτυρία αὐτῆς εἶναι οὐσιαστικῶς πολιτική, ὡς μέριμνα διά τόν ἄνθρωπον καί τήν πνευματικήν ἐλευθερίαν του. Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε πάντοτε διακριτός καί θά παραμείνῃ εἰς τό διηνεκὲς μία ὀφειλετική παρέμβασις ὑπὲρ τοῦ ἀνθρώπου. Αἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καλοῦνται σήμερον νά οἰκοδομήσουν μίαν νέαν ἐποικοδομητικήν συναλληλίαν μέ τό κοσμικόν κράτος δικαίου εἰς τό νέον πλαίσιον τῶν διεθνῶν σχέσεων, συμφώνως πρός τό βιβλικόν «Ἀπόδοτε τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. κβ’, 21). Ἡ συναλληλία αὕτη δέον ὅπως διασώζῃ τήν ἰδιοπροσωπίαν Ἐκκλησίας καί κράτους καί διασφαλίζῃ τήν εἰλικρινῆ συνεργασίαν αὐτῶν ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς προστασίας τῆς μοναδικῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν ἐντεῦθεν ἀπορρεόντων δικαιωμάτων αὐτοῦ, ὡς καί τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης.

Τά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου εὑρίσκονται σήμερον εἰς τό κέντρον τῆς πολιτικῆς ὡς ἀπάντησις εἰς τάς συγχρόνους κοινωνικάς καί πολιτικάς κρίσεις καί ἀνατροπάς καί διά τήν προστασίαν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Ἡ προσέγγισις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπικεντρώνεται εἰς τόν κίνδυνον ἐκπτώσεως τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος εἰς ἀτομοκεντρισμόν καί δικαιωματισμόν. Μία τοιαύτη ἐκτροπή λειτουργεῖ εἰς βάρος τοῦ κοινοτικοῦ περιεχομένου τῆς ἐλευθερίας, ὁδηγεῖ εἰς τήν αὐθαίρετον μετατροπήν τῶν δικαιωμάτων εἰς εὐδαιμονιστικάς διεκδικήσεις καί εἰς τήν ἀναγωγήν τῆς ἐπισφαλοῦς ταυτίσεως τῆς ἐλευθερίας μέ τήν ἀσυδοσίαν τοῦ ἀτόμου εἰς «οἰκουμενικήν ἀξίαν», ἡ ὁποία ὑποσκάπτει τά θεμέλια τῶν κοινωνικῶν ἀξιῶν, τῆς οἰκογενείας, τῆς θρησκείας, τοῦ ἔθνους καί ἀπειλεῖ θεμελιώδεις ἠθικάς ἀξίας.

Ἡ ὀρθόδοξος λοιπόν κατανόησις τοῦ ἀνθρώπου ἀντιτίθεται τόσον εἰς τήν ἀλαζονικήν ἀποθέωσιν τοῦ ἀτόμου καί τῶν δικαιωμάτων του, ὅσον καί εἰς τήν ταπεινωτικήν καταρράκωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου εἰς τάς συγχρόνους γιγαντιαίας οἰκονομικάς, κοινωνικάς, πολιτικάς καί ἐπικοινωνιακάς δομάς. Ἡ παράδοσις τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἀνεξάντλητος πηγή ζωτικῶν ἀληθειῶν διά τόν ἄνθρωπον. Οὐδείς ἐτίμησε τόν ἄνθρωπον καί ἐμερίμνησε δι’ αὐτόν τόσον, ὅσον ὁ Θεάνθρωπος Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία Του. Θεμελιῶδες ἀνθρώπινον δικαίωμα εἶναι ἡ προστασία τῆς ἀρχῆς τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ὑπό πάσας τάς προοπτικάς αὐτῆς, ἤτοι τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, τῆς πίστεως, τῆς λατρείας καί ὅλων τῶν ἀτομικῶν καί συλλογικῶν ἐκφράσεων θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ δικαιώματος ἑκάστου πιστοῦ νά τελῇ ἀκωλύτως ἀπό οἱανδήποτε κρατικήν παρέμβασιν τά θρησκευτικά του καθήκοντα, καθώς καί τῆς ἐλευθερίας δημοσίας διδασκαλίας τῆς θρησκείας καί τῶν προϋποθέσεων λειτουργίας τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων.

 

 

Προβληματικό απόσπασμα:
«Α
ἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καλοῦνται σήμερον νά οἰκοδομήσουν μίαν νέαν ἐποικοδομητικήν συναλληλίαν μέ τό κοσμικόν κράτος δικαίου...»
και η επίκληση: «
Ἀπόδοτε τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. κβ', 21).

ΣΧΟΛΙΟ: Η έννοια της συναλληλίας δεν απορρίπτεται συλλήβδην από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως νεωτερισμός, αλλά αντιθέτως αποτελεί ιστορικά το παραδοσιακό βυζαντινό πρότυπο αρμονικής συνεργασίας και ισוτιμίας μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, λειτουργώντας ως τα δύο χέρια ενός σώματος. Ωστόσο, η κριτική απέναντι στον όρο εντοπίζεται κυρίως σε δύο επίπεδα. Ως προς την ιστορική συγκυρία, επισημαίνεται ότι η συναλληλία γεννήθηκε σε μια περίοδο όπου ο αυτοκράτορας ήταν ορθόδοξος και η Εκκλησία ταυτιζόταν με τα όρια ενός χριστιανικού κράτους, καθιστώντας την εφαρμογή της αδύνατη ή παρεξηγήσιμη στη σύγχρονη πολυεθνοτική και κοσμική πραγματικότητα. Παράλληλα, αποφεύγονται εκδοχές της που εκφυλίζονται σε κρατισμό ή σε υποταγή της Εκκλησίας στις σκοπιμότητες της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας. Υπό αυτό το πρίσμα, υποστηρίζεται ότι η Εκκλησία οφείλει να διατηρεί την ελευθερία και την εσχατολογική της ταυτότητα, αποφεύγοντας συμβιβαστικά σχήματα συνύπαρξης με έναν αθρήσκο ή πολυθεϊστικό κόσμο που θαρρετά αναιρούν την πνευματική της αυτονομία.

 Η περίφημη ρήση του Χριστού «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22:21) αποτελεί έναν από τους πλέον πολυδιάστατους βιβλικούς στίχους στη σχέση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας. Η σύγχρονη προσέγγιση επικαλείται το χωρίο για να νομιμοποιήσει έναν εκ των πραγμάτων διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, εστιάζοντας στη διακριτότητα των σφαιρών όπου ο Καίσαρας εκπροσωπεί την κοσμική διοίκηση και ο Θεός την πνευματική ζωή. Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, τίθενται τα απαραίτητα όρια ώστε η πολιτεία να μην παρεμβαίνει στα θρησκευτικά ζητήματα και η Εκκλησία να μην ασκεί κοσμική εξουσία.

Αντιθέτως, η πατερική παράδοση ερμηνεύει το ίδιο χωρίο όχι ως ένδειξη διαχωρισμού, αλλά ως την απόλυτη υποταγή όλων, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής εξουσίας, στον Θεό. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν βλέπουν δύο παράλληλες και ισότιμες εξουσίες, καθώς θεωρούν ότι εφόσον τα πάντα δημιουργήθηκαν από τον Θεό, ακόμη και ο Καίσαρας και τα υλικά αγαθά του ανήκουν τελικά σε Εκείνον. Η πολιτική εξουσία γίνεται αποδεκτή μόνο στο μέτρο που δεν αντιστρατεύεται τον θείο νόμο, και όταν ο κοσμικός άρχοντας απαιτεί εκείνο που ανήκει αποκλειστικά στον Θεό, η υπακοή παύει. Έτσι, η πατερική γραμματεία υποτάσσει την πολιτική σφαίρα κάτω από την ηθική και πνευματική εποπτεία της βασιλείας του Θεού, αρνούμενη την αυτονομία ενός κράτους που δρα εντελώς ανεξάρτητα από τις θείες εντολές.

Επιπλέον, η αποδοχή της «θρησκευτικής ελευθερίας» ως «θεμελιώδους ανθρωπίνου δικαιώματος» εισάγει φιλελεύθερη ανθρωπολογία στη θέση της ορθοδόξου: το δικαίωμα στην πλάνη δεν είναι δώρο Θεού, αλλά ανθρώπινη επινόηση.

Τα «δικαιώματα του ανθρώπου» ως εκκοσμίκευση (§16)

Προβληματικό απόσπασμα:
«Τά δικαιώματα το
ῦ ἀνθρώπου εὑρίσκονται σήμερον εἰς τό κέντρον τῆς πολιτικῆς...» και η προσοχή στην «ἐκτροπή» τους σε ατομοκεντρισμό.

Κριτική: Αν και το κείμενο επιχειρεί να «ορθοδοξοποιήσει» τα ανθρώπινα δικαιώματα, το ίδιο το εννοιολογικό πλαίσιο θεωρείται δανεικό από τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948) και όχι από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Η αντικοινωμενιστική κριτική υποστηρίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται να μιλάει γλώσσα «δικαιωμάτων», αλλά γλώσσα αληθείας και σωτηρίας. Η υιοθέτηση της «δικαιωματικής» γλώσσας είναι ήδη υποχώρηση στη λογική της εκκοσμίκευσης που υποτίθεται ότι καταγγέλλεται.


Ο «διαθρησκειακός διάλογος» (§17) — Ίσως το κρισιμότερο σημείο

17. Βιοῦμεν σήμερον ἔξαρσιν νοσηρῶν φαινομένων βίας ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ. Αἱ ἐκρήξεις φονταμενταλισμοῦ εἰς τούς κόλπους τῶν θρησκειῶν κινδυνεύουν νά ὁδηγήσουν εἰς τήν ἐπικράτησιν τῆς ἀπόψεως ὅτι ὁ φονταμενταλισμός ἀνήκει εἰς τήν οὐσίαν τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι ὁ φονταμενταλισμός, ὡς «ζῆλος οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» (Ρωμ. ι’, 2), ἀποτελεῖ ἔκφρασιν νοσηρᾶς θρησκευτικότητος. Ὁ ἀληθής χριστιανός, κατά τό πρότυπον τοῦ σταυρωθέντος Κυρίου, θυσιάζεται καί δέν θυσιάζει, καί διά τόν λόγον αὐτόν εἶναι ὁ αὐστηρότερος κριτής τοῦ ὁποθενδήποτε προερχομένου φονταμενταλισμοῦ. Ὁ εἰλικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει εἰς τήν ἀνάπτυξιν ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, εἰς τήν προώθησιν τῆς εἰρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. Ἡ Ἐκκλησία ἀγωνίζεται διά νά καταστήσῃ αἰσθητοτέραν τήν «ἄνωθεν εἰρήνην» ἐπί τῆς γῆς. Ἡ ἀληθινή εἰρήνη δέν ἐπιτυγχάνεται μέ τήν δύναμιν τῶν ὅπλων, ἀλλά μόνον διά μέσου τῆς ἀγάπης, ἥτις «οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς» (Α’ Κορ. ιγ´, 5). Τό ἔλαιον τῆς πίστεως πρέπει νά χρησιμοποιῆται διά νά ἁπαλύνῃ καί νά θεραπεύῃ τάς παλαιάς πληγάς τῶν ἄλλων καί ὄχι νά ἀναρριπίζῃ νέας ἑστίας μίσους.

 

Προβληματικό απόσπασμα:
«
Ὁ εἰλικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει εἰς τήν ἀνάπτυξιν ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, εἰς τήν προώθησιν τῆς εἰρήνης καί τῆς καταλλαγῆς.»

Σχολιασμός: Αυτό είναι το πλέον αναθεματισμένο σημείο από αντικοινωμενιστές. Ο όρος «διαθρησκειακός διάλογος» συνδέεται άμεσα με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και τις συναντήσεις τύπου  Ασσίζης. Η πατερική παράδοση δεν γνωρίζει «διαθρησκειακό διάλογο» ως αξία, αλλά κήρυγμα μετανοίας προς τους αλλόθρησκους.

Η φράση «ἀμοιβαία ἐμπιστοσύνη» μεταξύ Ορθοδοξίας και, π.χ., Ισλάμ ή Βουδισμού, θεωρείται θεολογικά ασύστατη: η αλήθεια δεν «διαλέγεται» με την πλάνη ως ίση προς ίση. Η ειρήνη «διά μέσου τῆς ἀγάπης» ερμηνεύεται εδώ ως αγάπη χωρίς κήρυγμα αληθείας, δηλαδή ως συγκρητιστική ουδετερότητα.


7. Η «διαχριστιανική» συνάντηση και η μαρτυρία «διά του διαλόγου» (§20) — Το επίκεντρο της κριτικής

20. Ἡ Ἐκκλησία ἐπιδεικνύει εὐαισθησίαν ἔναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διέκοψαν τήν μετ’ αὐτῆς κοινωνίαν καί ἐνδιαφέρεται δι’ ὅσους δέν κατανοοῦν τήν φωνήν της. Ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῆς ὅτι ἀποτελεῖ τήν ζῶσαν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ κόσμῳ, μετατρέπει εἰς συγκεκριμένας πράξεις τήν θείαν Οἰκονομίαν δι’ ὅλων τῶν εἰς τήν διάθεσιν αὐτῆς μέσων, διά τήν ἀξιόπιστον μαρτυρίαν τῆς ἀληθείας, ἐν τῇ  ἀκριβείᾳ τῆς ἀποστολικῆς πίστεως. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό τῆς κατανοήσεως τοῦ χρέους μαρτυρίας καί προσφορᾶς, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνέκαθεν προσέδιδε μεγάλην σημασίαν εἰς τόν διάλογον, ἰδιαιτέρως δέ εἰς ἐκεῖνον μέ τούς ἑτεροδόξους χριστιανούς. Διά μέσου τοῦ διαλόγου αὐτοῦ, ὁ λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει πλέον καλύτερα τήν Ὀρθοδοξίαν καί τήν γνησιότητα τῆς παραδόσεως αὐτῆς. Ἐπίσης γνωρίζει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀπεδέχθη τόν θεολογικόν μινιμαλισμόν ἤ τήν ἀμφισβήτησιν τῆς δογματικῆς παραδόσεως καί τοῦ εὐαγγελικοῦ ἤθους της. Οἱ διαχριστιανικοί διάλογοι ἐλειτούργησαν ὡς εὐκαιρία διά τήν Ὀρθοδοξίαν, διά νά ἀναδείξῃ τό σέβας πρός τήν διδασκαλίαν τῶν Πατέρων καί διά νά δώσῃ τήν ἀξιόπιστον μαρτυρίαν τῆς γνησίας παραδόσεως τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διεξαγόμενοι διάλογοι οὐδέποτε ἐσήμαιναν, οὔτε σημαίνουν καί δέν πρόκειται νά σημάνουν ποτέ οἱονδήποτε συμβιβασμόν εἰς ζητήματα πίστεως. Οἱ διάλογοι αὐτοί εἶναι μαρτυρία περί τῆς Ὀρθοδοξίας, ἑδραζομένη ἐπί τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος «Ἔρχου καί ἴδε» (Ἰωάν. α’, 46), ὅτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Α’ Ἰωάν. δ’, 8)

 

Προβληματικά αποσπάσματα:

  • «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνέκαθεν προσέδιδε μεγάλην σημασίαν εἰς τόν διάλογον, ἰδιαιτέρως δέ εἰς ἐκεῖνον μέ τούς ἑτεροδόξους χριστιανούς.»
  • «Διά μέσου τοῦ διαλόγου αὐτοῦ, ὁ λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει πλέον καλύτερα τήν Ὀρθοδοξίαν...»
  • «Οἱ διαχριστιανικοί διάλογοι ἐλειτούργησαν ὡς εὐκαιρία διά τήν Ὀρθοδοξίαν...»

Σχολιασμός

α) Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται διαλόγους για να αποδείξει ποια είναι. Ως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, η αλήθεια της ζείται μέσα στα Μυστήριά της και δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

β) Ο όρος «ἑτερόδοξοι χριστιανοί» είναι ήδη υποχώρηση: οι αιρετικοί δεν είναι «ἄλλο δόξα» αλλά αποσχισμένοι από την Αλήθεια. Η κοινή χρήση του όρου «χριστιανοί» για τους παπικούς και προτεστάντες αποτελεί εκκλησιολογική σύγχυση.

γ) Η φράση «οὐδέποτε ἐσήμαιναν... οἰονδήποτε συμβιβασμόν» ερμηνεύεται ως άλλοθι. Αν οι διάλογοι δεν οδηγούν σε συμβιβασμό, γιατί γίνονται; Γιατί η Ορθοδοξία συμμετέχει στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών; Η απλή διακήρυξη «δεν συμβιβαζόμαστε» δεν ακυρώνει την ουσία της κοινής προσευχής και της κοινής μαρτυρίας που αναπτύσσεται στους διαλόγους.

δ) Το «Ἔρχου καί ἴδε» (Ιωάν. α', 46) χρησιμοποιείται εδώ ως πρόσκληση σε «βίωμα», ενώ στην πραγματικότητα ο Χριστός καλεί σε πίστη και υπακοή, όχι σε διαθρησκειακή συνάντηση.


 

ΜΕΡΟΣ Γ

8. Η απουσία αναθεματικού λόγου και η «γλώσσα της εποχής»

Γενική κριτική: Το κείμενο απουσιάζει πλήρως από αναθέματα κατά συγκεκριμένων αιρέσεων. Οι Πατέρες των Συνόδων (π.χ. Ζ΄ Οικουμενική) δεν αρκούνταν σε γενικόλογες διακηρύξεις, αλλά κατονόμαζαν: παπικό filioque, προτεσταντισμό, μονοφυσιτισμό κ.λπ.

Εδώ, η μόνη έμμεση αναφορά σε αίρεση είναι στο §3 (Φλωρεντία, Παλαμάς, εθνοφυλετισμός). Αλλά για τους σύγχρονους αιρετικούς (παπικούς, προτεστάντες, μονοφυσίτες) επικρατεί σιωπή ή «διπλωματική» γλώσσα. Η αντικοινωμενιστική κριτική θεωρεί ότι η Σύνοδος δεν τολμά να πει: «Ο Πάπας είναι αιρετικός» ή «Οι προτεστάντες δεν είναι Εκκλησία».


9. Η οικολογία ως αντικατάσταση της σωτηριολογίας (§14)

14. Αἱ ρίζαι τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως εἶναι πνευματικαί καί ἠθικαί, ἐνδιάθετοι εἰς τήν καρδίαν ἑκάστου ἀνθρώπου. Αὐτή ἡ κρίσις ἐπιδεινοῦται κατά τούς τελευταίους αἰῶνας ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων διχασμῶν προκαλουμένων ἀπό ἀνθρώπινα πάθη, ὅπως ἡ πλεονεξία, ἡ ἀπληστία, ὁ ἐγωισμός, ἡ ἁρπακτική διάθεσις καί ἀπό τάς ἐπιπτώσεις αὐτῶν ἐπί τοῦ πλανήτου, ὡς ἡ κλιματική ἀλλαγή, ἡ ὁποία πλέον ἀπειλεῖ εἰς μεγάλον βαθμόν τό φυσικόν περιβάλλον, τόν κοινόν ἡμῶν «οἶκον». Ἡ ρῆξις τῆς σχέσεως ἀνθρώπου καί κτίσεως εἶναι διαστρέβλωσις τῆς αὐθεντικῆς χρήσεως τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως ἀπαιτεῖ ὄχι μόνον μετάνοιαν διά τήν ἁμαρτίαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν φυσικῶν πόρων τοῦ πλανήτου, ἤτοι ριζικήν ἀλλαγήν νοοτροπίας καί συμπεριφορᾶς, ἀλλά καί ἀσκητισμόν, ὡς ἀντίδοτον εἰς τόν καταναλωτισμόν, εἰς τήν θεοποίησιν τῶν ἀναγκῶν καί εἰς τήν κτητικήν στάσιν. Προϋποθέτει ἐπίσης καί τήν μεγίστην εὐθύνην ἡμῶν νά παραδώσωμεν εἰς τάς ἐπερχομένας γενεάς βιώσιμον φυσικόν περιβάλλον καί τήν χρῆσιν αὐτοῦ κατά θείαν βούλησιν καί εὐλογίαν. Εἰς τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καταφάσκεται ἡ δημιουργία καί ὁ ἄνθρωπος ἐνδυναμώνεται διά νά λειτουργῇ ὡς οἰκονόμος, φύλαξ καί «ἱερεύς» αὐτῆς, προσάγων ταύτην δοξολογικῶς τῷ Δημιουργῷ – «Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα» – καί καλλιεργῶν εὐχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν. Ἡ ὀρθόδοξος αὐτή εὐαγγελική καί πατερική προσέγγισις στρέφει ἐπίσης τήν προσοχήν μας εἰς τάς κοινωνικάς διαστάσεις καί τάς τραγικάς ἐπιπτώσεις τῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.

 

Προβληματικό απόσπασμα:
Η εκτενής αναφορά στην «ο
ἰκολογικήν κρίσιν» και η χρήση όρων όπως «βιώσιμον περιβάλλον», «κλιματική ἀλλαγή».

Σχολιασμός: Αν και η φροντίδα της κτίσης είναι ορθή, η αντικοινωμενιστική κριτική εντοπίζει εδώ την εισαγωγή της «πράσινης» ατζέντας του ΟΗΕ στη συνοδική διδασκαλία. Η Εκκλησία μετατρέπεται από «σωματεμπορικός» οργανισμός σε «ΜΚΟ οικολογικού ενδιαφέροντος». Η μετάνοια για «τήν ἁμαρτίαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως» φέρνει τη Σύνοδο κοντά στη θεολογία της απελευθέρωσης, ενώ η Ορθοδοξία γνωρίζει μόνο τη μετάνοια για προσωπικά αμαρτήματα.

Η απουσία του μοναχισμού από την εκκλησιολογία
Σε ένα κείμενο 20 άρθρων για την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στον μοναχισμό ως εκκλησιολογικό στοιχείο. Ο μοναχισμός παρουσιάζεται μόνο περιθωριακά στο §13 («δέν
ἀφοροῦν μόνον εἰς τόν μοναχικόν βίον»).
Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τους ασκητικούς Πατέρες, ο μοναχισμός δεν είναι «επάγγελμα», αλλά η καρδιά της Εκκλησίας. Η απουσία του από την εκκλησιολογία της Συνόδου δείχνει μια εκκοσμικευμένη εκκλησιολογία, όπου η Εκκλησία ταυτίζεται με τη διοικητική δομή (14 Αυτοκέφαλες) και όχι με τη μυστηριακή ζωή. Η Σύνοδος μιλάει για «
Ἐκκλησία» ως θεσμό διαλόγου και πολιτικής παρέμβασης, όχι ως τόπο θεώσεως και ασκητικής πάλης.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Η Εγκύκλιος της Συνόδου της Κρήτης (2016) εμφανίζεται ως κείμενο ενότητας, όμως η εκκλησιολογία που προβάλλει αποκλίνει ουσιωδώς από την πατερική παράδοση της Ορθοδοξίας. Αντί για την Εκκλησία ως Σῶμα Χριστού, το κείμενο προτιμά μια «σχεσιακή» και «ευχαριστιακή» εκκλησιολογία, δανεισμένη από το Βατικανό Β΄ και τον προτεσταντισμό. Η Εκκλησία παρουσιάζεται ως «κοινωνία κατ’ εἰκόνα τῆς Τριάδος» και όχι ως ιεραρχημένο Σῶμα με κεφαλή τον Χριστό και μέλη τους πιστούς.

Το σοβαρότερο εκκλησιολογικό πρόβλημα βρίσκεται στο άρθρο 5: «Ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία ἀποτελεῖται ἐκ δεκατεσσάρων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν». Αυτή η διατύπωση εισάγει μοντέλο συνομοσπονδίας (confederation), όπου η μία Εκκλησία είναι το άθροισμα των μερών. Σύμφωνα με την παράδοση, όμως, η Εκκλησία είναι μία, και οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι διοικητικές επαρχίες της, όχι συστατικά της. Η «συνεταιριστική» αυτή εκκλησιολογία οδηγεί σε πρωτοβουλιάρχη αντίληψη, όπου κάθε Αυτοκέφαλη αποκτά de facto δικαίωμα βέτο, υπονομεύοντας την ενότητα του Σώματος.

Παράλληλα, η Σύνοδος αυτοαποκαλείται «Μεγάλη», χωρίς να είναι Οικουμενική. Συνεκλήθη με πρωτοβουλία μόνο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, παρουσία μειοψηφίας Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, και χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα. Ο τίτλος «Μεγάλη» παραμένει εκκλησιολογικά αδικαιολόγητος: στην ιστορία, «Μεγάλες» ήταν μόνο οι Οικουμενικές Σύνοδοι.

Ακόμη, η Εγκύκλιος αποσιωπά τον μοναχισμό ως εκκλησιολογικό στοιχείο — παρουσιάζει την Εκκλησία ως θεσμό διαλόγου και πολιτικής παρέμβασης, όχι ως τόπο θεώσεως. Αποφεύγει να κατονομάσει σύγχρονες αιρέσεις (παπικό πρωτείο, ουνιτισμό, φιλιόκβε), ενώ εισάγει όρους δανεικούς από τον οικουμενισμό («διαθρησκειακός διάλογος», «συναλληλία με το κράτος»). Τέλος, η σιωπή της για την Ουκρανία (2016) και η ουδετερότητα έναντι του σχίσματος προετοίμασαν την εκκλησιολογική κατάρρευση του 2018.

Συμπερασματικά, η εκκλησιολογία της Εγκυκλίου δεν είναι πατερική. Είναι μια σύγχρονη, διπλωματική και συγκρητιστική σύνθεση, που υποτάσσει την αλήθεια του Σώματος Χριστού στη λογική του διαλόγου και της παγκοσμιοποίησης.