Τρίτη 27 Ιουνίου 2023

Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΟΧ




To Παπικό πρωτείο στους θεολογικούς διαλόγους Tο Παπικό πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)-Δ



πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου



Στους λεγόμενους θεολογικούς διαλόγους Ορθοδόξων- Παπικών συζητήθηκε και το θέμα του Παπικού πρωτείου και δημοσιεύτηκαν μέχρι τώρα δύο κείμενα

Α. Το κείμενο της Ραβέννας

Β. Το κείμενο του Κέϊτι 


Αναμένουμε το τελικό κείμενο του θεολογικού διαλόγου που έγινε πριν λίγες στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Στην συνέχεια θα δημοσιεύσουμε κριτικές για τα κείμενα της Ραβέννας και του Κέϊτι.

ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΡΑΒΒΕΝΑΣ (2007)
Εισαγωγικά


Η Ι΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής έλαβε χώρα μεταξύ 8 και 14 Οκτωβρίου 2007 στη Ραβέννα της Ιταλίας με θέμα τη συζήτηση του αναθεωρημένου κειμένου που προέκυψε επί τη βάσει των παρατηρήσεων και των σχολίων που έγιναν στο κείμενο της Μόσχας (1990) κατά τη διάρκεια της συζητήσεώς του στο Βελιγράδι.Από πλευράς της ορθοδόξου αντιπροσωπείας συμμετείχαν στη συνάντηση της Ραβέννας το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας και Γεωργίας, καθώς και οι Εκκλησίες της Κύπρου, της Ελλάδος, της Πολωνίας, της Αλβανίας, της Τσεχίας και Σλοβακίας, της Φιλλανδίας και για πρώτη φορά η Αποστολική Εκκλησία της Εσθονίας. Στη συνάντηση αυτή δεν εκπροσωπήθηκε και πάλι το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας. Από πλευράς της ρωμαιοκαθολικής αντιπροσωπείας συμμετείχαν 27 από τα 30 μέλη της. Και στις δύο αντιπροσωπείες συμμετείχαν ως μέλη εκτός των κληρικών και λαϊκοί θεολόγοι. Συμπρόεδροι και γραμματείς ήταν οι ίδιοι που ορίστηκαν κατά τη συνάντηση του Βελιγραδίου.

Σύντομη κριτική του κειμένου -συμπεράσματα

Ο καθηγητής Γ. Μαρτζέλος σημείωσε τα εξής;

Όσον αφορά το πρωτείο στα διάφορα επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής οι δύο πλευρές διαπιστώνουν ότι:

α) το πρωτείο σε όλα τα επίπεδα αποτελεί πρακτική που είναι σταθερά εδραιωμένη στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας, και β) καίτοι η έννοια του πρωτείου στο παγκόσμιο επίπεδο είναι αποδεκτή τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, εντούτοις υπάρχουν διαφορές κατανοήσεως ως προς τον τρόπο, με τον οποίο πρέπει αυτό να ασκείται, καθώς επίσης και ως προς τη βιβλική και θεολογική θεμελίωσή του (§ 43).


Όσον αφορά εις το πρωτείον επί των διαφόρων επιπέδων, επιθυμούμεν να βεβαιώσωμεν τα εξής σημεία:

1. Το πρωτείον εις όλα τα επίπεδα αποτελεί πρακτικήν σταθερώς εδραιωμένην εις την κανονικήν παράδοσιν της Εκκλησίας.

2. Καίτοι το γεγονός του πρωτείου εις το παγκόσμιον επίπεδον είναι αποδεκτόν τόσον υπό της Ανατολής όσον και υπό της Δύσεως, υφίστανται διαφοραί κατανοήσεως ως προς τον τρόπον, κατά τον οποίον πρέπει αυτό να ασκήται, καθώς επίσης και ως προς την βιβλικήν και θεολογικήν θεμελίωσίν του.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τονίζεται ότι το θέμα σχετικά με το ρόλο του επισκόπου Ρώμης στα πλαίσια της κοινωνίας όλων των Εκκλησιών θα πρέπει να μελετηθεί βαθύτερα. Τα κρίσιμα ερωτήματα που συνδέονται με το θέμα αυτό είναι: α) πώς νοείται η ιδιαίτερη λειτουργία του επισκόπου Ρώμης ως «πρώτου» μέσα στα πλαίσια μιας Εκκλησιολογίας της κοινωνίας και σε συνάρτηση με όσα έχουν διατυπωθεί για τη συνοδικότητα και την αυθεντία στο παρόν κείμενο; και β) πώς θα πρέπει να κατανοηθεί και να περάσει στη ζωή της Εκκλησίας η διδασκαλία της πρώτης και της δεύτερης βατικανής συνόδου για το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης σε παγκόσμιο επίπεδο υπό το φως της εκκλησιαστικής πρακτικής της πρώτης χιλιετίας; Οι απαντήσεις που θα δοθούν στα ερωτήματα αυτά θα καθορίσουν, όπως τονίζεται στο κείμενο και όπως είναι, πιστεύουμε, κατανοητό, την περαιτέρω πορεία του διαλόγου (§ 45). Ωστόσο αποτελεί κοινή πεποίθηση της Μικτής Επιτροπής ότι ήδη το παρόν κείμενο συνιστά σημαντική πρόοδο στο Θεολογικό Διάλογο, δεδομένου ότι πέραν της συμφωνίας των δύο πλευρών για την εκκλησιαστική κοινωνία, τη συνοδικότητα και την αυθεντία μέσα στην Εκκλησία, παρέχει και τη σταθερή βάση για τη μελλοντική συζήτηση του θέματος του «πρωτείου» εντός της Εκκλησίας στο παγκόσμιο επίπεδο (§ 46).

Είναι αλήθεια ότι η ορθόδοξη εκκλησιολογία δεν αμφισβήτησε ποτέ τη θέση του επισκόπου της Ρώμης στο σύστημα της Πενταρχίας του Βυζαντινού κράτους, αλλά η εξήγηση που έδινε ο παπισμός μετά το σχίσμα επί Φωτίου και απροκάλυπτα μετά το 1054, ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν που έδινε η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Οι παπικοί θεωρούσαν το πρωτείο της Ρώμης ως πρωτείο εξουσίας και κοσμοπνευματική επιβολή απέναντι σε όλη την εκκλησία, με το αυθαίρετο και ψευδές επιχείρημα ότι ο Πάπας είναι ο νομιμοποιημένος αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στη Γη (Vicarius Christi), ενώ η Ανατολή έβλεπε την Εκκλησία της Παλαιάς Ρώμης ως «προκαθημένη της αγάπης». Αυτές οι πρακτικές διαφορές δεν άλλαξαν ποτέ ούτε στη Β’ Βατικανή Σύνοδο ούτε δυστυχώς και σήμερα.

Είναι γνωστό ότι, η Β΄ Βατικανή Σύνοδος, μόνο κατ’ όνομα βέβαια είναι Σύνοδος, γιατί, όπως φαίνεται από τα πρακτικά της, υποστηρίζει ο Π. Τρεμπέλας, όχι μόνο δε μειώθηκε το πρωτείο εξουσίας του Πάπα, μέσα στην Παπική «Εκκλησία», αλλά και αυξήθηκε. Θεσμοθετήθηκε μάλιστα η σχέση του με τους λοιπούς επισκόπους σε νέα δεδομένα: Οι επίσκοποι είναι επίσκοποι στο βαθμό που δέχονται την αυθεντία του παπικού Πρωτείου και Αλαθήτου και στο βαθμό που πιστεύουν και θέλουν να εξαρτώνται πνευματικώς από τον Πάπα. Είναι εντελώς αντίθετη αυτή η «Εκκλησιολογία» από αυτήν της Ορθόδοξου Εκκλησίας.

Την ισότητα των επισκόπων μαρτυρεί το παράδειγμα της αρχαίας Εκκλησίας, η συγκρότηση των Οικουμενικών συνόδων και οι κανόνες αυτών.

Στα συγγράμματα των Αποστολικών και των μεταγενεστέρων Πατέρων Ανατολής και Δύσεως η ισότητα μαρτυρείται και κανένα στοιχείο περί πρωτείου απαντάται.

Την ισότητα σεβόμενοι και οι πάπες της αρχαίας Εκκλησίας, , προσηγόρευον τους άλλους επισκόπους Αδελφέ (Father) και ουδέποτε Υιέ (Fili). Οι πάπες Λέων Α΄ και Γρηγόριος Α΄ τον Χριστό κήρυτταν ως Κεφαλήν και Κέντρο ενότητος της Εκκλησίας και όχι τους εαυτούς.

Οι πιστοί δεν είναι πρόβατα, ούτε του Πέτρου ούτε των άλλων Αποστόλων αλλά του Ιησού Χριστού, ως αυτός ο Πέτρος ομολογεί: «ήτε γαρ ως πρόβατα πλανώμενα, αλλ’ επεστράφητε νυν επί τον ποιμένα και επίσκοπον των ψυχών ημών». (Α΄Πετρ. 2,25). Μόνος ο Χριστός είναι ο αληθής και αυτεξούσιος Ποιμήν, ο οποίος περί Εαυτού είπε: «εγώ ειμι ο ποιμήν ο καλός, ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων». (Ιωάν. 10,11). Διά τούτο δεν είπε εις τον Πέτρον, ποίμαινε τα πρόβατά σου, αλλά «ποίμαινε τα πρόβατά μου». (Ιωάν. 21,16). Ο Πέτρος και οι λοιποί Απόστολοι είναι υπηρετικοί ποιμένες και συγχρόνως λογικά πρόβατα της του Χριστού ποίμνης. Τοιαύτην συνείδησιν είχον περί εαυτών οι Απόστολοι, οι διάδοχοι αυτών και οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Ο Ιησούς Χριστός, ο Θεμέλιος λίθος και η Κεφαλή της Εκκλησίας, είναι και το Κέντρον ενότητος της Εκκλησίας». (σελ 16,17)

Είναι διατεθειμένος ο σημερινός Πάπας να δεχθεί αυτήν την εκκλησιολογία, που δέχεται τη Συνοδικότητα ως εικόνα της Τριαδικότητας, ή θα πρέπει τα ορθόδοξα μέλη της Μικτής Επιτροπής να εκπαιδευτούν, και να μάθουν να εκπαιδεύσουν και εμάς στην περίεργη «Παπική Συνοδικότητα»; Χρησιμοποιούμε δηλαδή τις ίδιες λέξεις, τους ίδιους όρους, με διαφορετικό περιεχόμενο, πράγμα που κάνει η νέα τάξη πραγμάτων, η νέα Εποχή, όχι μόνο στο θεολογικό επίπεδο αλλά και σε όλα τα επίπεδα έκφρασης και ζωής, δημιουργώντας μεγάλη σύγχυση.

Ο μακαριστός π.Γεώργιος Καψάνης έγραψε τα εξής σχετικά:

Στο «Κείμενο της Ραβέννας» διαφαίνεται η τάσις να αντιμετωπισθή το ζήτημα του παπικού Πρωτείου ως «διακανονισμός» των παπικών προνομίων και όχι ως βαθύ θεολογικό πρόβλημα που αφορά αυτό τούτο το μυστήριο του Χριστού. Η παραδοχή πρωτείου δικαιοδοσίας επί της καθόλου Εκκλησίας, δηλαδή το να είναι ένας επίσκοπος κεφαλή και αρχή όλης της Εκκλησίας, έστω επιφορτισμένος με ένα ρόλο διακονίας, είναι βλασφημία κατά του Προσώπου του Χριστού ως μοναδικής Κεφαλής του σώματος της Εκκλησίας. Το πρωτείο δικαιοδοσίας συνιστά ανατροπή της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας, σύμφωνα με την οποία υπεράνω πάντων των επισκόπων είναι η Οικουμενική Σύνοδος. Σε αυτήν προεκάθητο μεν εν αγάπη ο επίσκοπος Ρώμης ως ίσος των συνεπισκόπων του, εν τω μέσω όμως των επισκόπων ετοποθετείτο το ιερό Ευαγγέλιο ως σύμβολο της παρουσίας του Χριστού, της μοναδικής Κεφαλής της καθόλου Εκκλησίας. Το μοναδικό προνόμιο του επισκόπου Ρώμης (όταν σημειωτέον ήταν Ορθόδοξος), που είναι αποδεκτό από Ορθοδόξου απόψεως, είναι η εν συνόδοις πρωτοκαθεδρία (πρεσβεία τιμής) μεταξύ των πέντε Ορθοδόξων πατριαρχών και η συνεπεία αυτής μνημόνευσίς του πρώτου μεταξύ των λοιπών πατριαρχών στα Δίπτυχα. Αυτό βεβαιώνεται από το γράμμα και το πνεύμα του 28ου κανόνος της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου. Τα λοιπά προνόμια του επισκόπου Ρώμης και ο ρόλος τους δεν είναι αποδεκτά από την Εκκλησία. Χρειάζεται επομένως πολλή προσοχή στην νοηματοδότησι της φράσεως, που δεσπόζει στο «Κείμενο της Ραβέννας» και διατυμπανίσθηκε στην Εσπερία ως δήθεν αναγνώρισις για πρώτη φορά υπό των Ορθοδόξων του Πρωτείου του Πάπα15. Η περίφημη φράσις λέγει: «οι πρώτοι δέον όπως αναγνωρίζωσι τις εστιν ο πρώτος μεταξύ αυτών» (παράγρ. 10). Η αμφιλογία της εκφράσεως είναι προφανής. Η Εκκλησία πάντοτε ανεγνώριζε πρωτοκαθεδρία στον επίσκοπο Ρώμης, ενόσω βεβαίως αυτός ορθοδοξούσε, ουδέποτε όμως μέχρι σήμερα αποδέχθηκε κάποιο πρωτείο η αυθεντία του εφ' όλης της Εκκλησίας, πολλώ μάλλον εφ' όσον η Εκκλησία της Ρώμης επιμένει στα αιρετικά της δόγματα.


Ο Αποστολικός 34 κανόνας και το κείμενο της Ραβέννας

Επειδή ο ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ-34 είναι η μοναδική ιεροκανονική διάταξη επί της οποίας είναι δομημένο το Κείμενο της Ραβέννας, ας επιτραπεί στο σημείο αυτό σύντομος σχολιασμός του Κειμένου εν σχέσει προς τον κανόνα αυτό.

1. Το Κείμενο της Ραβέννας, ενώ επικαλείται «την κανονική παράδοση της Εκκλησίας» (§ 43), εν τούτοις υπάρχει πλημμελέστατη αναφορά σ’ αυτή. Είναι απορίας άξιο πώς ένα τόσο σημαντικό Κείμενο που αφορά στην εκκλησιαστική πρακτική της α΄ χιλιετίας και αναφέρεται στο κρίσιμο θέμα των εκκλησιαστικών και κανονικών συνεπειών της φύσεως της Εκκλησίας παραπέμπει μόνο στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 χωρίς ούτε καν να αναφερθεί σε άλλους σχετικούς με αυτόν κανόνες ! Τι συνέβη με τίς λοιπές κανονικές διατάξεις ;

2. Στήν § 43 του Κειμένου της Ραβέννας αναφέρεται επί λέξει:


43. Το πρωτείον και η συνοδικότης αλληλεξαρτώνται αμοιβαίως. Διά τούτο το πρωτείον εις τα διάφορα επίπεδα της ζωής της Εκκλησίας, τοπικόν, επαρχιακόν και παγκόσμιον, πρέπει να θεωρήται πάντοτε εις το πλαίσιον της συνοδικότητος, καθώς επίσης και η συνοδικότης εις το πλαίσιον του πρωτείου.

Όσον αφορά εις το πρωτείον επί των διαφόρων επιπέδων, επιθυμούμεν να βεβαιώσωμεν τα εξής σημεία:

1. Το πρωτείον εις όλα τα επίπεδα αποτελεί πρακτικήν σταθερώς εδραιωμένην εις την κανονικήν παράδοσιν της Εκκλησίας.

2. Καίτοι το γεγονός του πρωτείου εις το παγκόσμιον επίπεδον είναι αποδεκτόν τόσον υπό της Ανατολής όσον και υπό της Δύσεως, υφίστανται διαφοραί κατανοήσεως ως προς τον τρόπον, κατά τον οποίον πρέπει αυτό να ασκήται, καθώς επίσης και ως προς την βιβλικήν και θεολογικήν θεμελίωσίν του.


Επί πλέον, σε ολόκληρο το Κείμενο τίθεται παράλληλα το «πρωτείο» στο «τοπικό επίπεδο» με το «πρωτείο» στο «επαρχιακό επίπεδο» και το «πρωτείο» στο «παγκόσμιο επίπεδο».

H διατύπωση αυτή προκαλεί σύγχυση ως προς το περιεχόμενο του όρου «πρωτείον», αφού πρόκειται, κατά την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, για εντελώς διαφορετικά πράγματα :

το «πρωτείο» του «τοπικού επιπέδου», προβλέπει πλήρη και άμεση επισκοπική, κανονική δικαιοδοσία εφ’ όλης της τοπικής Εκκλησίας, ενώ το «πρωτείο» του «επαρχιακού» και «παγκοσμίου επιπέδου», δεν έχει ούτε πλήρη, ούτε άμεση επισκοπική κανονική δικαιοδοσία εφ’ όλης της επαρχίας ή της «παγκοσμίου» Εκκλησίας. Με άλλα λόγια το «πρωτείο» «τοπικού επιπέδου» δεν είναι «πρωτείο τιμής», αλλά «πρωτείο δικαιοδοσίας», ενώ το «πρωτείο» του «επαρχιακού» και «παγκοσμίου επιπέδου», είναι «πρωτείο τιμής» και όχι «πρωτείο δικαιοδοσίας». Η σύγχυση ασφαλώς επιτείνεται από το γεγονός ότι «ο παπικός θεσμός διαμόρφωσε ίδιον τύπον πρώτου εν τη Εκκλησία επί τη βάσει της περί του παπικού πρωτείου διδασκαλίας».

3. Η αποδοχή στο Κείμενο της Ραβέννας του όρου «πρωτείο», αφ’ ενός μεν για να δηλωθεί η υπεροχή της Αρχιερωσύνης του Επισκοπικού λειτουργήματος έναντι της ιερωσύνης των υπ’ αυτόν πρεσβυτέρων στο «τοπικό επίπεδο» (§§ 18-21), και αφ’ ετέρου για να περιγραφεί η σχέση του «πρώτου» και των λοιπών «ομοταγών» του στο «παγκόσμιο επίπεδο», όπου δεν υφίσταται απολύτως καμία υπεροχή ιερατικού βαθμού μεταξύ τους, προκαλεί οπωσδήποτε σύγχιση και οδηγεί σταδιακά σε μία παπική προσέγγιση του λειτουργήματος του «πρώτου».

4. Η χρήση από Ορθοδόξους του όρου «πρωτείο» στο επίπεδο της τοπικής Εκκλησίας (Επισκοπής) είναι μάλλον αδόκιμη, διότι στην παράδοσή μας ο «πρώτος» νοείται πάντοτε σε αναφορά με άλλους «συνθρόνους», ή «ομοτίμους» του (primus inter pares). Και ασφαλώς στο «τοπικό επίπεδο» δεν έχουμε «πρώτον» εν αυτή τη εννοία, διότι δεν υπάρχουν άλλοι «ομότιμοι» αυτού. Η παράγραφος αυτή προφανώς υπονοεί παπική περί «πρωτείου» αντίληψη.

5. Στο Κείμενο της Ραβέννας δε δίδεται απάντηση από τη Ρωμαιοκαθολική πλευρά στο ερώτημα : πώς είναι δυνατόν να υφίσταται στο «επαρχιακό επίπεδο» «πρωτείο» όπως περιγράφεται στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34, και ταυτόχρονα να λειτουργεί και «πρωτείο εξουσίας» στο «παγκόσμιο επίπεδο». Πώς συμβιβάζονται και συνυπάρχουν τα δύο «πρωτεία» ; Πώς λειτουργούν σε περίπτωση κρίσεως ;

6. Η κανονική παράδοση της ενωμένης Εκκλησίας στο «επαρχιακό επίπεδο» απαιτεί από τους Επισκόπους κάθε επαρχίας να αναγνωρίζουν ένα Επίσκοπο ως «πρώτον» και οριοθετεί επακριβώς τα δικαιώματά του («Τοὺς ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους εἰδέναι χρή τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καὶ ἠγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδὲν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» (ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ-34 και άλλοι συναφείς κανόνες). Όμως η ίδια η κανονική παράδοση για το «παγκόσμιο επίπεδο» αρνήθηκε να προβεί όχι μόνο σε καθορισμό των δικαιωμάτων κάποιου «πρώτου» της παγκόσμιας Εκκλησίας, αλλά ούτε καν σε αναγνώριση της υπάρξεως ενός Επισκόπου ως «πρώτου της παγκοσμίου Εκκλησίας». Είναι εντελώς αδιανόητη για την Εκκλησία της α΄ χιλιετηρίδος διάταξη που να προβλέπει: «τους Επισκόπους της παγκοσμίου Εκκλησίας ειδέναι χρη τον εν αυτοίς πρῶτον της παγκοσμίου Εκκλησίας, καὶ ἠγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδὲν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» ! Στην «παγκόσμια εκκλησία» τα δικαιώματα του «πρώτου» ουδέποτε καθορίστηκαν από κανονικές διατάξεις όπως έγινε για τον «πρώτο» του «επαρχιακού επιπέδου».

7. Το Κείμενο της Ραβέννας έρχεται να … «θεραπεύσει» την «έλλειψη» αυτή της εκκλησιαστικής παραδόσεως ! Στην § 10, μετά την αναφορά στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ κανόνα τίθεται η φράση «εις το επίπεδον τούτο (Σ.Σ. το παγκόσμιο), οι πρώτοι πρέπει να αναγνωρίζουν ποίος είναι ο πρώτος μεταξύ αυτών». Η χρήση της φράσεως αυτής, που ουσιαστικά αποτελεί παράφραση του ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ-34 που αφορά σε επαρχιακές συνόδους («τους επισκόπους … εἰδέναι χρή τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον»), αφήνει να εννοηθεί ότι και στο «παγκόσμιο επίπεδο» έχει κανονική ισχύ ο κανόνας αυτός. Έτσι, η σκέψη οδηγείται συνειρμικά στην προσομοίωση των πλήρως καθορισμένων δικαιωμάτων του «πρώτου» της επαρχιακής συνόδου, βάσει του ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ-34, με τα μη καθορισμένα από κανονικές διατάξεις δικαιώματα του «πρώτου» της «παγκοσμίου Εκκλησίας». Δηλαδή με αυτόν τον τρόπο εμέσως πλην σαφώς ο «πρώτος» του «παγκοσμίου επιπέδου» αποκτά τα κανονικά δικαιώματα που προβλέπονται με τον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 !

8. Παραμένουμε στη φράση της §10 του Κειμένου της Ραβέννας «εις το επίπεδον τούτο (Σ.Σ. το παγκόσμιο), οι πρώτοι πρέπει να αναγνωρίζουν ποιος είναι ο πρώτος μεταξύ αυτών». Η πρόταση αυτή υποδηλώνει παπική προβληματική, αλλά πρωτίστως έχει βατικάνεια προοπτική ! Διερωτώμαι όμως γιατί «πρέπει» ; ποιος είναι αυτός που καθορίζει αυτό το «πρέπει» ; γιατί δεν καθορίστηκε αυτό το «πρέπει» από τη μέχρι τώρα κανονική παράδοση, όπως ορίστηκε το «ειδέναι χρή» στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 για το «επαρχιακό επίπεδο» ;

Η Παπική νοοτροπία δίνει βαρύτητα στο ρόλο του Πρώτου επισκόπου χωρίς να τονίζεται επίσης η σημασία της συνεργασίας του με τους άλλους επισκόπους.
Η Ορθόδοξη νοοτροπία, δίνεται από τον Άγιο Νεκτάριο Ερωτά ο αγιος: «και εάν ο Πέτρος μεταξύ των Αποστόλων, και εάν κορυφαίος, και εάν θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας, και εάν κλειδούχος της βασιλείας των ουρανών, και εάν ποιμήν των προβάτων και των αρνίων του πνευματικού ποιμνίου του Σωτήρος, τι κοινόν μεταξύ των αξιωμάτων τούτων και των διαδόχων των υπ’ αυτού προχειρισθέντων επισκόπων; πως δε εκ των θείων αυτών χαρισμάτων το της ιεροκρατίας και κοσμοδεσποτείας ανεβλάστησε σύστημα; πως δε και αι κλείδες της των ουρανών βασιλείας ηνέωξαν τας θύρας της επιγείου βασιλείας; πως τα πνευματικά εις τα υλικά ήγαγον; πως ο ποιμήν εγένετο ηγεμών; πως αι κλείδες εις ξίφος μετεβλήθησαν; πως η πέτρα της πίστεως πέτρα εγένετο σκανδάλου; Αλλά διατί εις προνομιούχος διάδοχος και ουχί πάντες οι την διαδοχήν ομοιογενή έχοντες; μη ένα μόνον ο Πέτρος διά του Ευαγγελίου αυτού εγέννησε; μη μίαν Εκκλησίαν ίδρυσεν; μη ένα επίσκοπον εχειροτόνησεν; διατί εις αντιποιείται την του Πέτρου διαδοχήν;»

Για θέματα τόσο μεγάλα και σοβαρά και για θέματα πίστεως η Εκκλησία του Χριστού, μόνο των Οικουμενικών Συνόδων τις αποφάσεις δέχεται και επικυρώνει.

Εμείς βέβαια ως ορθόδοξοι χριστιανοί και ιερωμένοι λυπούμαστε αφάνταστα για τις εργασίες και τις αποφάσεις ή τα κοινά ανακοινωθέντα αυτών των Διαλόγων, γιατί η Εκκλησία του Χριστού γνωρίζει άλλα συγκεκριμένα θεσμικά διοικητικά όργανα, των οποίων τις αποφάσεις σέβεται, αναγνωρίζει και αποδέχεται ως θεόπνευστες. Για θέματα τόσο μεγάλα και σοβαρά, για θέματα πίστεως, μόνο των Οικουμενικών Συνόδων τις αποφάσεις δέχεται και επικυρώνει.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο εμπειρότατος και πλέον δόκιμος των νεότερων θεολόγων της Εκκλησίας μας, στο επιστημονικό, πρωτότυπο και θεόπνευστο έργο του, το ιερό Πηδάλιο, μας εξηγεί τα περί συστάσεως των Ιερών Συνόδων της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της Ορθόδοξου Εκκλησίας μας. Σ’ αυτές συμμετείχαν μόνο Ορθόδοξοι Ιεράρχες, πρεσβύτεροι και διάκονοι, εκπροσωπούντες τις τοπικές Εκκλησίες όλης της Οικουμένης.

Μολονότι τα μέσα μεταφοράς της εποχής εκείνης (4ου μ.Χ. αιώνος, χρονολογία της 1ης Οικουμενικής Συνόδου μέχρι και της 7ης , 8ου αιώνος μ.Χ.) ήταν δυσκολότερα των σημερινών, όμως όλοι οι επίσκοποι της απανταχού Αγίας Ορθοδοξίας μας, μετά ορισμένους πρεσβυτέρους και διακόνους συνήρχοντο πιστεύοντες ότι πρέπει να συναχθούν, γιατί μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο «πολλής συζητήσεως διεξαγομένης» δίδεται ο φωτισμός και η Θεία Χάρη για τη φανέρωση της εν Χριστώ αληθείας.

Συγκεκριμένα ο Άγιος Νικόδημος στα προλεγόμενα της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου πιστεύει ότι είναι τέσσερα τα συστατικά των Οικουμενικών Συνόδων:

Συναθροίζονται οι Επίσκοποι μετά των συνοδειών τους διά προσταγών όχι Παπικών ή Πατριαρχικών ,αλλά Βασιλικών.

Τα θέματα της Συνόδου πρέπει να είναι τα περί πίστεως. Να γίνεται συζήτηση ελεύθερη, να εκτίθεται απόφαση και όρος δογματικός. Να εξάγονται συγκεκριμένες αποφάσεις σε όλες τις Οικουμενικές με σαφή έκφραση των ιερών δογμάτων.

Οι αποφάσεις τους να είναι Ορθόδοξες, ευσεβείς, σύμφωνες με τις προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους. Πολυθρύλητο είναι το αξίωμα του Αγίου Μαξίμου «Τας γενομένας Συνόδους η ευσεβής πίστις κυροί» και πάλιν « η των δογμάτων ορθότης κρίνει τας Συνόδους».

Τα παρά των Οικουμενικών Συνόδων διορισθέντα και κανονισθέντα, άπαντες οι Ορθόδοξοι Πατριάρχαι και Αρχιερείς της Καθολικής Εκκλησίας, είτε δι’ αυτοπροσώπου παρουσίας αυτών, είτε διά των ιδίων τοποτηρητών ή και τούτων απόντων διά γραμμάτων αυτών αποδέχονται.

Εκ των τεσσάρων συστατικών στοιχείων των Οικουμενικών Συνόδων ο άγιος Νικόδημος εξάγει και τον ορισμό τους:

«Οικουμενική Σύνοδός εστιν η διά προσταγής Βασιλικής συναχθείσα, η περί πίστεως όρον δογματικόν εκθεμένη, η ευσεβή και ορθά και σύμφωνα ταίς αγίαις Γραφαίς, η ταίς προλαβούσαις Οικουμενικαίς διορίζουσα, ην η συμφωνία απάντων της Καθολικής Εκκλησίας Πατριαρχών και Αρχιερέων απεδέξατο είτε δι’ αυτοπροσώπου παρουσίας, είτε διά τοποτηρητών, ή και τούτων απόντων, διά γραμμάτων και υπογραφών αυτών». Αυτά για τις Οικουμενικές Συνόδους. 
 Μια επιτροπή σαν αυτή που διαχειρίζεται το σπουδαίο θέμα του διαλόγου με τους παπικούς, δεν θα πρέπει να διαθέτει κάποια από τα παραπάνω στοιχεία για να θεωρηθεί εκ των υστέρων «αείζωος, ανέκλειπτος, αλάνθαστος και αναμάρτητος» όπως υποστηρίζει ο Άγιος Νικόδημος; Η καθαρότητα των αποφάσεων των επιτροπών αυτών θα έχει τη δύναμη να διαλύει κάθε έριν και φιλονεικίαν των αποδεκτών.

Συμπεράσματα:

· Από το περιεχόμενο του «κειμένου » αποδεικνύεται η παπική μεροληψία. Έντεχνα, παπικώ τω τρόπω, καταβάλλεται η προσπάθεια να φανεί η ομοιότητα της διοίκησης και στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στην Παπική κατά την πρώτη χιλιετία.

· Πρέπει να γίνει σε όλους μας κατανοητή η βεβαιότητα που ιστορικά, επιστημονικά έχει αποδείξει ο άγιος Νεκτάριος και όχι μόνο, ότι ουδέποτε πήγε στη Ρώμη ο Απόστολος Πέτρος.

· Ποτέ η ενωμένη Εκκλησία του Χριστού της πρώτης χιλιετίας, ούτε μεταγενέστερα η Ανατολική Εκκλησία, δεν πίστεψε ότι διοικεί την Εκκλησία του Χριστού ένας πρώτος στην κορυφή κάποιας πυραμίδας.

· Ποτέ η έννοια του πρώτου, του Οικουμενικού στην Ανατολή δεν είχε την ίδια σημασία, όπως ιστορικά, θεσμικά και διοικητικά, διεκδικητικά η μοναρχική θέση του Πάπα στη Δύση. Κλήρος και λαός πολύ θα πρέπει να προσέχουμε για να μην εξισωθεί εκκοσμικευτικά ο παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης μας με την αντίστοιχη θέση, στάση, νοοτροπία του Ρωμαίου Ποντίφηκα, ανά την οικουμένη, μέσα στην οσημέραι παγκοσμιοποιούμενη νέα εποχή.

· Και στις τοπικές Συνόδους, αλλά κυρίως στις Οικουμενικές δεν διακρίνονταν τα τρία επίπεδα συνοδικότητας, το τοπικό, το επαρχιακό και το παγκόσμιο. Θεωρούσαν, όπως φαίνεται απαραίτητο ήδη από την 1η Οικουμενική Σύνοδο, οι κατά τόπους επίσκοποι να έχουν μαζί τους και πρεσβυτέρους και διακόνους για να νομιμοποιείται και να φανερώνεται υπό την ευρύτερη έννοια η καθολική Εκκλησία και να έχει τις προϋποθέσεις, πολλής συζητήσεως γιγνομένης, ελευθέρως του φωτισμού και της επιπνοίας του Αγίου Πνεύματος.

· Αντίθετα ο Παπισμός σκληρά και συστηματικά εργάστηκε για την αυστηρή οργάνωση των τριών επιπέδων διοίκησης της εκκλησίας, του τοπικού, του επαρχιακού και του παγκόσμιου για να δικαιολογεί στην κορυφή, τη συγκέντρωση της εξουσίας στο πρόσωπο του Πάπα. Αιώνες τώρα χαλκεύτηκε το συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης.

· Η καθαρότητα και η ορθότητα του Τριαδικού δόγματος στην Αγία Ορθοδοξία μας δημιούργησε την αληθινή Συνοδικότητα, που δεν έχει καμιά σχέση με την ονόματι μόνο παπική Συνοδικότητα που είναι αποτέλεσμα του παπικού δόγματος του filioque. Το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και ως τελείου Θεού και ως τελείου ανθρώπου ποτέ και πουθενά δεν επέβαλε το θέλημά Του. Σταυρώθηκε, μα δε σταύρωσε κανένα. Μόνο η Αγία Ορθοδοξία μας πολιτεύθηκε κατά το άγιο θέλημά Του.

Ο καθηγητής Σ.Ελευθεριάδης σημειώνει τα παρακάτω.

«Αν συνέβη όμως αυτό το απίθανο γεγονός, δηλαδή ο Πάπας παραιτείται από την εξουσιαστικότητά του πάνω σε όλες τις κατά τόπους εκκλησίες του Χριστού και υπάγεται στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, στις οποίες μετέχει ως Πρώτος μεταξύ ίσων Επίσκοπος, θα πρόκειται σίγουρα περί εξαισίου θαύματος ή, πράγμα που δεν θα ήθελε κανείς καλόπιστος ορθόδοξος να πιστέψει, ότι η Ορθοδοξία υπέστη μια ταπεινωτική ήττα, τουλάχιστον στα σημεία, στη Ραβέννα, αποδεχόμενη το Πρωτείο της Εξουσίας του Ποντίφικα. Οι σκέψεις μου αυτές και η επιφυλακτικότητα που δοκιμάζω θεμελιώνονται στα εξής δύο πρόσφατα γεγονότα: Πρώτον, η παραδοχή του Βατικανού και η νομοκανονική απόφανση του Προκαθημένου της Καθολικής Εκκλησίας, Βενεδίκτου 16ου, είναι ότι ο όρος «Πατριάρχης της Δύσεως» που αναφερόταν στο νομικό σύστημα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας στο παραδοσιακό θέσμιο της Πενταρχίας καταργείται. Έτσι, οι λεγόμενοι Πατριαρχικοί Ναοί της Ρώμης, όπως, για παράδειγμα, η Santa Maria Maggiore παύουν πια να ονομάζονται Chiese cathedrali patriarchali και σήμερα ονομάζονται «Καθεδρικοί παπικοί ναοί» (Chiese cathedrali papali). Και δεύτερον, νωπή είναι (29 Ιουνίου 2007) η «Οδηγία» του Βατικανού, με την οποία επαναλαμβάνεται η πάγια εκκλησιολογική θέση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ότι η Εκκλησία του Χριστού ταυτίζεται αποκλειστικά με την Καθολική Εκκλησία. Όταν ρωτήθηκε τότε ο Καρδινάλιος W. Levada «Πώς πρέπει να νοηθεί η διακήρυξη, κατά την οποία η Εκκλησία του Χριστού «υφίσταται» (subsistit) στην Καθολική Εκκλησία»; εκείνος, χωρίς περιστροφές, έδωσε την εξής απάντηση: «Ο Χριστός ίδρυσε πάνω στη γη μια και μόνη Εκκλησία ... Eίναι η μόνη Εκκλησία του Χριστού, που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως: μια, αγία, καθολική και αποστολική ... Αυτή η Εκκλησία που ιδρύθηκε και οργανώθηκε μέσα στον κόσμο ως κοινωνία «υφίσταται» (subsistit) μέσα στην Καθολική Εκκλησία, την οποία κυβερνά ο Διάδοχος του Πέτρου και οι Επίσκοποι εν κοινωνία με αυτόν...Ο πάπας της Ρώμης δεν είναι απλώς ο κορυφαίος επίσκοπος της Ρωμαϊκής εκκλησίας, ο Πατριάρχης της Δύσης, αλλά ο αρχηγός της οικουμενικής εκκλησίας. Το σώμα των επισκόπων δεν έχει εξουσία αν δεν βρίσκεται σε ενότητα με τον Ρωμαίο Ποντίφικα, διάδοχο του Πέτρου, ο οποίος διατηρεί ακέραια την ισχύ του πρωτείου του επί πάντων είτε ποιμένων είτε πιστών.

Κατά την Kαθολική διδασκαλία, ενώ μπορεί ορθώς να λεχθεί ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι παρούσα και ενεργεί και στις άλλες Εκκλησίες και εκκλησιαστικές Κοινότητες, οι οποίες δεν είναι ακόμη σε πλήρη κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία, χάρη στα στοιχεία αγιασμού και αλήθειας που υπάρχουν σε αυτές».

Αραγε, άρθηκαν οι λόγοι που οδήγησαν τον θεολογικό διάλογο Ορθοδόξων και Καθολικών σε παταγώδη αποτυχία στην τελευταία συνάντηση της Μικτής Επιτροπής στη Βαλτιμόρη (9-19 Ιουλίου 2000); Η συνάντηση αυτή απέδειξε με τον πιο απογοητευτικό τρόπο πόσο οι Ορθόδοξοι είχαν πλανηθεί ως προς τις πραγματικές προθέσεις του Βατικανού. Ενώ μέχρι τότε ο διάλογος είχε κάνει επιτυχή πορεία και οι αντιπροσωπείες είχαν φτάσει σε βαθμό αξιόλογης προσέγγισης, η Ρωμαϊκή Κούρια υπαναχώρησε από τις καίριες θεολογικές θέσεις στις οποίες είχε επέλθει συμφωνία. Όλοι είχαν δεχθεί να απορρίψουν από κοινού την «Ουνία» ως μεθόδο, σε αντιδιαστολή προς τους από αυτήν προκύψαντες ουνίτες, με την ελπίδα ότι η εν λόγω επιβαλλόμενη διάκριση θα διευκόλυνε τη λύση του ακανθώδους αυτού προβλήματος. Όλες οι πλευρές στο διάλογο πίστεψαν ότι με την επαρκή διευκρίνιση των ιστορικών και άλλων συνθηκών, από τις οποίες προέκυψαν οι ουνιτικές εκκλησιαστικές κοινότητες θα ήταν σήμερα ευχερέστερο να αποφασίσουν αυτές αν θα ενσωματωθούν στις Μητέρες εκκλησίες από τις οποίες αποσπάσθηκαν στην Ανατολή ή θα παραμείνουν στην λατινική εκκλησία. Και ενώ όλα πήγαιναν κατ΄ευχήν, λίγο πριν από τη συνάντηση της Βαλτιμόρης, ο πάπας Ιωάννης –Παύλος ο Β’ κυνικότατα έγραψε στον Συμπρόεδρο Καρδινάλιο Edward Cassidy: «πρέπει να δηλωθεί στους ορθοδόξους ότι οι Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες για την Εκκλησία της Ρώμης χαίρουν της αυτής εκτιμήσεως ως και κάθε άλλη Εκκλησία που βρίσκεται σε κοινωνία προς τη Ρώμη». Η στυγνή αυτή δήλωση του Πάπα όπως ήταν φυσικό δεν άφηνε πια κανένα περιθώριο στους Ορθοδόξους για τη συνέχιση ενός διαλόγου, ο οποίος μετά από είκοσι περίπου χρόνια ταλαιπωρίας ήταν πια αναγκαίο να περιοριστεί σε ένα μοναδικό θέμα, την Ουνία και τον συναφή προσηλυτισμό. Τώρα, ύστερα από έξι χρόνια, τι άλλαξε μεταξύ των ορθοδόξων και καθολικών θεολόγων στη συνάντηση της Ραβέννας; Δεν έπρεπε να συνεχίσουν τον πράγματι θεολογικό διάλογο που είχε σταματήσει το 2000; Ήταν άραγε προμελετημένο σχέδιο να νομιμοποιηθεί η παρουσία Ουνιτών Επισκόπων στον μελλοντικό διάλογο; Όλα είναι πιθανά. Η παπική διπλωματία είναι γνωστή σε μας τους Ορθοδόξους από την εποχή τουλάχιστον της Συνόδου Φεράρας- Φλωρεντίας.

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2023

Tο Παπικό πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)-Γ



MΕΡΟΣ -Γ

Το Πρωτείο Εξουσίας σύμφωνα με την Ρωμαιοκαθολική εκκλησιολογία


1.Ο επίσκοπος της Εκκλησίας της Ρώμης είναι ο βικάριος του Χριστού και ποιμήν της οικουμενικής Εκκλησίας στη γη, η αιώνια και ορατή αρχή και θεμέλιο της ενότητας (Κατήχηση § 882, LG § 23).

2.Ο Πάπας από θεϊκή σύσταση («θείω δικαίω»-de jure divino) (Κατήχηση, § 937, LG § 23) δυνάμει του αξιώματός του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και ποιμένας όλης της Εκκλησίας απολαμβάνει ανωτάτη, πλήρη, άμεση και παγκόσμια κανονική εξουσία στην Εκκλησία, που μπορεί πάντα ελεύθερα να ασκεί (Κατήχηση § 882, 936-937, LG § 22-23, κανόνας 331).

3.Λόγω του αξιώματός του διαθέτει το πρωτείο στη διοικητική εξουσία πάνω σε όλες τις επί μέρους εκκλησίες και ομάδες εκκλησιών (LG § 23, κανόνας 333, §1). Δεν υπάρχει έκκλητον, ούτε προσφυγή εναντίον μιας αποφάσεως ή διατάγματος του Ρωμαίου Ποντίφικος (κανόνας 333, §3), ούτε και σε Οικουμενική Σύνοδο.4.Ο Πάπας όταν ασκεί «το ύψιστο διδακτικό αξίωμα» και διακηρύσσει με οριστική πράξη μια διδασκαλία σχετική με την πίστη και την ηθική (cum ex cathedra loquitur (A΄Βατικανή) κατέχει το αλάθητο, που υποσχέθηκε ο Χριστός στην Εκκλησία (Κατήχηση § 891, LG § 25).

5. Ο πάπας είναι κεφαλή και «αρχηγός του συλλόγου των επισκόπων» (LG § 22, Κατήχηση § 936). «Ο σύλλογος ή το σώμα των επισκόπων δεν έχει εξουσία, αν δεν βρίσκεται σε κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης, ως αρχηγό του». Ο ίδιος αυτός σύλλογος «είναι επίσης φορέας της υπέρτατης και πλήρους εξουσίας μέσα στην παγκόσμια Εκκλησία, την οποία όμως δεν μπορεί να ασκεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του επισκόπου Ρώμης» (LG § 22, 24, Κατήχηση § 883).

6. «Μέλος του επισκοπικού σώματος γίνεται κανείς με την επισκοπική χειροτονία και με την ιεραρχική κοινωνία με την κεφαλή και τα μέλη του συλλόγου». ... Για την κανονική χειροτονία ενός επισκόπου [σε ολόκληρο τον κόσμο], απαιτείται σήμερα ειδική άδεια του επισκόπου Ρώμης,» (Κατήχηση § 1559).

7.Ο πάπας Πίος 12ος στην εγκύκλιό του Mystici corporis (29.1.1943) σημειώνει για τους επισκόπους ότι κατά την επιτέλεση της ποιμαντικής διακονίας τους «δεν ενεργούν εξ ολοκλήρου ιδίω δικαίω (suis juris), αλλ’ είναι υποτεταγμένοι εις την εξουσίαν του Ρωμαίος Ποντίφηκος, εφ’ όσον απολαύουσιν συνήθους εξουσίας δικαιοδοσίας, ήτις απορρέει εις αυτούς αμέσως εκ του πάπα».

Εδώ τίθεται το βασικό ερώτημα : χωρίς την άμεση παρέμβαση του Επισκόπου Ρώμης είναι ελλιπής και ανεπαρκής η κάθε τοπική Εκκλησία ; ή αντιθέτως κάθε τοπική Σύνοδος είναι αυτοτελής και «τελεία» στη διοίκηση των υποθέσεών της, με βασικότερες την εκλογή και κρίση των Επισκόπων της ακόμα και χωρίς την «ανωτάτη, πλήρη, άμεση και παγκόσμια κανονική εξουσία στην Εκκλησία» του πάπα της Ρώμης ; Ποια είναι επ’ αυτού η κανονική παράδοση της ενιαίας και αδιαιρέτου Εκκλησίας της α΄ χιλιετίας .

Ορθόδοξη εκκλησιολογική αξιολόγηση του Παπικού Πρωτείου Εξουσίας.

Τρία επιχειρήματα κατά του παπικού πρωτείου εξουσίας και του παπικού αλάθητου

1) «Εάν εβασίζετο το πρωτείον του Πάπα επί της Αγίας Γραφής και της γνησίας Ιεράς Παραδόσεως, δεν θα προήδρευεν ο Πάπας ή αντιπρόσωπος αυτού των Οικουμενικών συνόδων των οκτώ πρώτων αιώνων της ηνωμένης αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας;»[ Ξεξάκης Νικόλαος, «Πτυχαί τινες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησιολογίας εξ απόψεως Ορθοδόξου», ΕΕΘΣΑ, τμήμα Θεολογίας, τόμ. 29, Αθήνα 1994, σελ. 380.].



2) Δεν έλαβε ο Πάπας και ολόκληρη η Δύση το Ιερό Σύμβολο της Πίστεως από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο που έγινε στην Κων/πολη, και στην οποία συμμετείχαν 150 ανατολικοί επίσκοποι και ούτε ένας από τη Δύση, «αλλ’ ανεγνωρίσθη μετά ταύτα ως οικουμενική και υπό των Δυτικών;;;;»[ Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τόμ. Α', 2η έκδ., Αθήνα 1960, σελ. 125];

Μάλιστα, «εις την Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικήν Σύνοδον, ότε ετέθη το θέμα της αναγνωρίσεως της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου και του Συμβόλου της ομού μετά της Α΄, οι εκ Δύσεως εκπρόσωποι εν ταύτη υπερεθεμάτισαν υπέρ της οικουμενικότητος της Β΄ και του δογματικού της έργου, χωρίς καν να αντιπαρατηρήσουν ο,τιδήποτε αναφορικώς προς την τότε απουσίαν της Εκκλησίας των»[ Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης, «Αι ιστορικο-δογματικαί προϋποθέσεις της οικουμενικότητος της Αγίας Β΄ Οικουμενικής Συνόδου», περ. «Θεολογία», τχ. 4 (1981), σελ. 697.].

3) Δεν καταδίκασε η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος (680/1) τον Πάπα Ονώριο ως αιρετικό (Πράξις Ιστ΄, «Ονωρίω αιρετικώ ανάθεμα») και ως πρωτεργάτη της αίρεσης του Μονοθελητισμού και του Μονοενεργητισμού; Επικύρωση της καταδίκης καταγράφτηκε στον α΄ κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (691/2) και ο αναθεματισμός κατά του Πάπα Ονωρίου επαναλήφθηκε και στον Όρο Πίστεως της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου(.«Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Γ΄, έκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ιεράς Σκήτης Αγίας Άννης, Άγιον Όρος 1986, σελ. 141β-)Νικοδήμου Αγιορείτου, «Πηδάλιον» (ακριβής ανατύπωσις της γ' εκδόσεως του 1864), εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 21).

Σύμφωνα με την κανονική παράδοση, όπως έχει καταγραφεί και ρυθμιστεί μέσω των ι. Κανόνων των Οικουμενικών Συνόδων, «μία εκ των πλέον θεμελιωδών αρχών του Κανονικού Δικαίου της αρχαίας Εκκλησίας είναι ότι ουδείς Επίσκοπος δύναται να παρέμβει εις την διοίκησιν άλλης επισκοπής εκτός της ιδικής του».


«Ἕκαστον γὰρ ἐπίσκοπον ἐξουσίαν ἔχειν τῆς ἑαυτοῦ παροικίας, διοικεῖν τε κατὰ τὴν ἑκάστῳ ἐπιβάλλουσαν εὐλάβειαν, καὶ πρόνοιαν ποιεῖσθαι τῆς χώρας τῆς ὑπὸ τὴν ἑαυτοῦ πόλιν· ὡς καὶ χειροτονεῖν πρεσβυτέρους καὶ διακόνους, καὶ μετὰ κρίσεως ἕκαστα διαλαμβάνειν» (ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ-9). Μάλιστα σύμφωνα με τον κανόνα Α-5 (Αντιοχείας), η απόφαση Επισκόπου να αποβάλει κάποιον της εκκλησιαστικής κοινωνίας δεσμεύει τους λοιπούς επισκόπους.

Στις περιπτώσεις όμως που υπάρχουν θέματα που εκτείνονται πέραν των ορίων μιας Επισκοπής και αφορούν σε περισσότερες Εκκλησίες μιας Επαρχίας αρμοδιότητα έχουν οι τοπικές Σύνοδοι των επισκόπων μιας επαρχίας με τη συμμετοχή, ει δυνατόν, όλων των Επισκόπων της, σύμφωνα με τον ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ-9 Κανόνα : «περαιτέρω δὲ μηδὲν πράττειν ἐπιχειρεῖν, δίχα τοῦ τῆς μητροπόλεως ἐπισκόπου, μηδὲ αὐτὸν ἄνευ τῆς τῶν λοιπῶν γνώμης».

Οι κανόνες που αναφέρονται στις Συνόδους είναι λεπτομερείς : Ρυθμίζουν τον τόπο, το χρόνο, τα θέματα, τη σύνθεση, την αντιπροσώπευση, την αδικαιολόγητη απουσία, τον προσκαλούντα , και προεδρεύοντα, την εγκυρότητα, τον τρόπο λήψεως λήψη αποφάσεων, το ρόλο του «πρώτου». Από καμία κανονική διάταξη δεν προκύπτει ότι για την εγκυρότητα της συγκλίσεως, ή λήψεως αποφάσεως μιας Συνόδου, κατά την α΄ χιλιετηρίδα ήταν απαραίτητη η έγκριση, ή έστω η σύμφωνη γνώμη του Επισκόπου Ρώμης, ή ότι ο Ρώμης είχε τη δυνατότητα επεμβάσεως στην τοπική Σύνοδο. Οι Τοπικές Σύνοδοι δεν είχαν κάποια έλλειψη ή ανάγκη η οποία θα θεραπευόταν με την προσφυγή σε άλλη αυθεντία εκτός της ιδίας της Συνόδου. Ο ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ-16 χαρακτηρίζει ως «τελείαν δὲ ἐκείνην εἶναι σύνοδον, ᾗ συμπάρεστι καὶ ὁ τῆς μητροπόλεως», ενώ στον ΚΑΡΘΑΓΕΝΗΣ-26 η «πλήρης αυθεντία» μιας Συνόδου εξαρτάται αποκλειστικά από την προσωπική ή δι’ αντιπροσωπεύσεως συμμετοχή περισσοτέρων εκ των επισκόπων της επαρχίας αυτής. Συνεπώς, η απαίτηση του παπικού θεσμού για «ανωτάτη, πλήρη, άμεση και παγκόσμια κανονική εξουσία, που ελεύθερα μπορεί να ασκεί» στη διοίκηση των Τοπικών Εκκλησιών πάνω από την τοπική Σύνοδο ή έστω και παράλληλα προς αυτήν δεν έχει κανένα κανονικό έρεισμα με βάσει τους ι. Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων.

Η αυτοτέλεια και πληρότητα των τοπικών Εκκλησιών αποδεικνύεται από την κανονική δυνατότητά τους να εκλέγουν τους Επισκόπους μέσω των τοπικών Συνόδων εκάστης επαρχίας. Η εκλογή Επισκόπου είναι η ύψιστη στιγμή για το συνοδικό πολίτευμα της Εκκλησίας, ή κατά τον Ζωναρά από τη δικαιοδοσία της επαρχιακής συνόδου «το μείζον και κυριώτερον η των επισκόπων χειροτονία». Οι κανόνες προβλέπουν ομόφωνα, χωρίς καμία εξαίρεση, ότι η εκλογή Επισκόπου σε συγκεκριμένη Επισκοπή γίνεται αποκλειστικά και μόνο από τη Σύνοδο της Επαρχίας στην οποία υπάγεται η Επισκοπή.

Επίσης, η εκλογή Επισκόπου από κανονική σύνοδο και στη συνέχεια η χειροτονία του γίνεται για συγκεκριμένη Επισκοπή και όχι «απολελυμένως». Έτσι είναι αδιανόητη όχι μόνο για την κανονική πράξη, αλλά συνολικά για την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία η παραχώρηση μετά την εις Επίσκοπον χειροτονία αποκλειστικά από τον Πάπα της «missio canonica»(εκκλησιαστική αποστολή), που θεωρείται απαραίτητος, δια να δυνηθεί ο Επίσκοπος να ασκήσει κανονικώς το … τριπλούν αξίωμά του, η δε παροχή της τοιαύτης προσθέτου προϋποθέσεως θεωρείται υπόθεσις του Πάπα». Η απαίτηση λοιπόν για απευθείας διορισμό των Επισκόπων σε ολόκληρο τον κόσμο προσωπικά από τον Πάπα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί κανονικώς. Κατά συνέπεια, οι πρακτικές επιλογής ή διορισμού των Ρωμαιοκαθολικών Επισκόπων απ’ ευθείας από τον Επίσκοπο Ρώμης χωρίς την κυρίαρχη απόφαση της αρμοδίας Συνόδου της Τοπικής Εκκλησίας, ή έστω, η απαίτηση εγκρίσεως της αποφάσεως της Συνόδου για την εκλογή Επισκόπου από τον Πάπα είναι ξένες στην πρακτική της ενωμένης Εκκλησίας των Οικουμενικών Συνόδων και προσβάλλουν ευθέως την ίδια την ουσία της κανονικής υποστάσεως των Επισκόπων, ως μη κανονικώς εκλεγέντων. ! Συνεπώς, το όποιο δικαίωμα του Επισκόπου Ρώμης καθορίζεται «συνοδικώ δικαίω» από τους κανόνες αυτούς και δεν πηγάζει από κάποιο δήθεν «θείω δικαίω» παπικό πρωτείο δικαιοδοσίας εφ’ όλης της Εκκλησίας.

Εξέταση των περιστατικών που υποτίθεται ότι συνέβαλαν στη διαμόρφωση του παπικού πρωτείου εξουσίας:

Προσπάθεια εξάσκησης πρωτείου διαποίμανσης στην Εκκλησία: «Ο Θεός με διάλεξε από όλους εσάς να κηρύξω το ευαγγέλιο σ’ όλα τα έθνη» (Πράξ. 15. 7).


ΣΧΟΛΙΟ.

Αρχικά, καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε ότι στο εδάφιο Πράξ. 15,7 ο Πέτρος λέει: ο Θεός με εξέλεξε για «να ακούσουν διά του κηρύγματος μου οι εθνικοί τον λόγον του ευαγγελίου». Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε με ποιον τρόπο σχετίζεται το εδάφιο αυτό με απαιτήσεις πρωτείου εξουσίας αφού και ο απόστολος Παύλος ακριβώς το ίδιο λέει για τον εαυτό του: «ο Θεός μού έχει αναθέσει το κήρυγμα του ευαγγελίου στους εθνικούς [«το ευαγγέλιον της ακροβυστίας»]» (Γαλ. 2,7). Επίσης, και ο Βαρνάβας έχει την ίδια εξουσία να πάει «εις τα έθνη» (Γαλ. 2,9). Θα μπορούσαμε άραγε εξ’ αυτών να συμπεράνουμε ότι όλοι οι μαθητές απαιτούσαν πρωτεία;

Άλλωστε, την Εκκλησία την ίδρυσε ο Χριστός, και όχι ο Απόστολος Πέτρος, ούτε ο Κύριος τον όρισε ποτέ υπαρχηγό του, ούτε του είπε ότι θα είναι αρχηγός των άλλων Αποστόλων με πρωτείο εξουσίας επ’ αυτών. Χαρακτηριστικά είναι και τα γεγονότα της Αποστολικής Συνόδου (Πράξ. 15,1-31) για τα οποία σημειώνει ο Παναγιώτης Τρεμπέλας:

«Δεν ηξίωσε πρωτείον τι ή αρχηγίαν ο Πέτρος εν τη συνόδω. Ούτε κύριος της συνόδου ταύτης, ούτε πρόεδρος αυτής υπήρξε. Διότι δεν παρουσιάζεται ενταύθα ως πρώτος ομιλήσας, ίνα κηρύξη την έναρξιν της συνόδου, ούτε τελευταίος ωμίλησε διά να συναγάγη το πόρισμα της συζητήσεως, συλλέγων και τας ψήφους των συμμετεχόντων της συνόδου».

Επίσης, ένα άλλο κομβικό σημείο, όπου αν υπήρχε κάποιο πρωτείο εξουσίας του Πέτρου θα είχε φανεί, είναι η αντικατάσταση του νεκρού Ιούδα. Όπως βλέπουμε, τον αντικαταστάτη δεν τον επιλέγει ο Πέτρος, αλλά ρίχνουν κλήρο (Πράξ. 1,25-26). Αν ο Απόστολος Πέτρος είχε κάποιο πρωτείο εξουσίας και διοικήσεως, είτε θα όριζε εκείνος τον αντικαταστάτη του Ιούδα με πρωτοβουλία του, είτε οι Απόστολοι θα απηύθυναν στον Πέτρο σχετικό αίτημα.

Αξίζει ακόμα να προσθέσουμε και την περίπτωση όπου σύμφωνα με τον Παν. Τρεμπέλα, «ο Πέτρος δέχεται άνευ αντιλογιών και αντιρρήσεων τον δημόσιον έλεγχον του Παύλου»[11] ο οποίος λαμβάνει χώρα «έμπροσθεν πάντων» (Γαλ. 2,14)[12].

Κανείς λοιπόν δεν αναγνώριζε στον Πέτρο κάποιο πρωτείο εξουσίας, ούτε ο ίδιος διεκδίκησε κάτι τέτοιο.


Ρώμης άγιος Κλήμης Α΄ (90). Σε επιστολή του προς τον Ιεροσολύμων Ιάκωβο τον αδελφόθεο κηρύττει το πρωτείο του Πέτρου, την άφιξή του στη Ρώμη, την χειροτονία του απ’ αυτόν και τον μαρτυρικό θάνατό του. Η επιστολή αυτή αναφέρεται και στην εγκύκλιο της Πανορθοδόξου Συνόδου του 1722.

ΣΧΟΛΙΟ

Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι η επιστολή «Κλήμεντος προς Ιάκωβον» είναι ψευδεπίγραφηκαι εντάσσεται στα λεγόμενα «Ψευδοκλημέντια» έργα. Δεν είναι λοιπόν σωστό να εξάγουμε σαφή ιστορικά συμπεράσματα για συγκεκριμένα πρόσωπα από τέτοια κείμενα. Το γεγονός ότι η Σύνοδος του 1722 επέλεξε να απαντήσει ακόμα και σε παπικούς ισχυρισμούς που πηγάζουν από ψευδεπίγραφα ή «απόκρυφα» έργα[14], δεν σημαίνει ότι και εμείς σήμερα πρέπει να θέτουμε τέτοια κείμενα ως βάση συζήτησης. Χαρακτηριστικά, ο πατρολόγος Στυλ. Παπαδόπουλος γράφει:

«Ιδιαίτερα τα Ψευδο-κλημέντια έργα χρησιμοποιήθηκαν στον δυτικό Μεσαίωνα ευρύτατα, επειδή πρόβαλαν εξαιρετικά την δήθεν κυριαρχική στην Εκκλησία θέση του Πέτρου και το δήθεν γεγονός ότι ο Πέτρος διαβίβασε την εξουσία του επίσημα στον Κλήμη […] Είναι δηλαδή περίεργο, πώς κείμενα ιουδαιοχριστιανικά, τόσο ακραία και αφελή, χρησίμευσαν για την προβολή της θέσεως του επισκόπου Ρώμης»[ Παπαδόπουλος Γ. Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Β', έκδ. 2η, Αθήνα 1999, σελ. 410.].


Σύνοδος Σαρδικής (347). Καθιέρωση του εκκλήτου, ε΄ κανόνας: «ένας καταδικαθείς επίσκοπος μπορεί να καταφύγει στον επίσκοπο της Ρώμης, τον αρχηγό του επισκοπικού σώματος, στην έδρα του αγίου Πέτρου».


ΣΧΟΛΙΟ

Σχετικά με τους Κανόνες 3, 4 και 5 της Συνόδου της Σαρδικής, είναι γνωστό ότι «υπεστηρίχθη υπό ρωμαιοκαθολικών κυρίως θεολόγων, ότι διά των κανόνων τούτων δεν απονέμεται τω επισκόπω Ρώμης νέα τις δικαιοδοσία, αλλ’ αναγνωρίζεται εκπεφρασμένως η εκ του θείω δικαίω παπικού πρωτείου απορρέουσα διακεκριμένη εξουσία του επισκόπου Ρώμης, ως διαδόχου του κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου»[ Φειδάς Ιω. Βλάσιος, «Ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών», τόμ. Α΄, Αθήναι 1977, σελ. 107.].

Όμως ασφαλώς δεν είναι έτσι τα πράγματα, και τα πρακτικά της Συνόδου της Σαρδικής είναι κεφαλαιώδους σημασίας για να το κατανοήσουμε, ειδικά η περίφημη εισαγωγική φράση του δ΄ Κανόνα η οποία αναφέρει:

«Ει δοκεί αναγκαίον προστεθήναι ταύτη τη αποφάσει, ην τινα αγάπης ειλικρινούς πλήρη εξενήνοχας [...]».

Ακριβώς αυτή η εισαγωγή γκρεμίζει τις παπικές αξιώσεις:

«Είναι σαφές το βούλημα των τριών τούτων κανόνων, δι’ ων η εν Σαρδική σύνοδος παρέχει διά πρώτην φοράν εξαιρετικήν τινα αρμοδιότητα εις τον επίσκοπον Ρώμης […] Τούτο δείκνυται σαφώς εκ του γεγονότος, ότι τα προτεινόμενα τίθενται υπό την απόλυτον κρίσιν της συνόδου (si placet), ήτις θα ηδύνατο να δεχθή ή και να αποκρούση ταύτα. Εάν προύκειτο περί αναγνωρίσεως κεκτημένου δικαιώματος, η εισήγησις του θέματος θα ήτο όλως διάφορος και δεν θα ετίθετο υπό την κρίσιν των μελών της συνόδου. Η εισαγωγή του δ' κανόνος […] αποδεικνύει, ότι τα μέλη της εν Σαρδική συνόδου είχον πλήρη συνείδησιν, ότι η γενομένη διάκρισις εις τον επίσκοπον Ρώμης Ιούλιον ήτο κανονική απόφασις της συνόδου και ουχί απόρροια του θείω δικαίω παπικού πρωτείου εξουσίας»[23].

Κατά συνέπεια, τα πρακτικά της Σαρδικής διαψεύδουν την δήθεν εξαρχής και «θείω δικαίω» αναγνώριση κάποιου πρωτείου εξουσίας μέσα στην Εκκλησία. Και αυτό το είδαμε και από τις προηγούμενες απαντήσεις μας όπου ούτε ο Πέτρος φαίνεται να κατείχε κάποιο διοικητικό πρωτείο, ενώ και ο Διονύσιος Κορίνθου ασκούσε πρωτείο Αληθείας έναντι του Ρώμης κατά τον 2ο αιώνα.

Ο Πάπας λοιπόν δεν είχε κανένα απολύτως δικαίωμα από μόνος του. Η Σύνοδος της Σαρδικής είχε την εξουσία να δώσει ή να μην δώσει κάποια δικαιώματα στον Πάπα τα οποία μάλιστα δεν δόθηκαν γενικά και αόριστα αλλά είχαν άμεση σχέση με τα προβλήματα της Ανατολής όπου τότε επικρατούσε διά του ξίφους ο Αρειανισμός.

Όπως σημειώνει ο καθ. Σπ. Τρωιάνος:

«Οι σχετικοί κανόνες [3, 4 και 5] παρέσχον αφορμήν εις πλείστας αμφισβητήσεις […] Οι κανόνες της εν Σαρδική συνόδου δέον να ερμηνευθούν λαμβανομένων [υπ’ όψη] […] των κρατουσών εν τη Εκκλησία συνθηκών […] Οι Αρειανοί και Αρειανίζοντες την συμπαράστασιν των αυτοκρατόρων επέτυχον να κυριαρχούν εις πάσαν σχεδόν εν Ανατολή συνερχομένην σύνοδον, καταδικάζοντες και εκβάλλοντες πάντα επίσκοπον, όστις παρά ταύτα ηκολούθει την υπό της εν Νίκαια συνόδου ως ορθόδοξον αναγνωρισθείσαν πίστιν. Τούτο ηνάγκασε πολλούς εκ των εις διωγμόν υποβληθέντων επισκόπων να καταφύγουν εις Ρώμην ζητούντες προστασίαν και ένδικον βοήθειαν […]»[Τρωιάνος Σπύρος, «Η Εκκλησιαστική Δικονομία μέχρι του θανάτου του Ιουστινιανού», Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2004 (c1964), σελ. 144.].

Άρα, έχουμε μια έκτακτη κατάσταση, όπου η Δύση με τον αυτοκράτορα Κώνστα παραμένει Ορθόδοξη ενώ στην Ανατολή επικρατεί η βία του αρειανισμού που διώκει με ψευδοσυνόδους τους ορθόδοξους επισκόπους. Διαφορετικά, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα συνέβαινε.

Το σημαντικότερο όλων όμως, είναι ότι τελικά:

«Ουδέποτε εφηρμόσθησαν oι εν λόγω κανόνες της εν Σαρδική συνόδου εν Ανατολή, διότι η ανατολική εκκλησία αντέδρασε κατά μιας εις τόσον ευρείαν κλίμακα εκδηλουμένης αναμείξεως του επισκόπου Ρώμης, ήτις μοιραίως θα είχεν ως αποτέλεσμα να τεθή αύτη υπό τον έλεγχον της δυτικής εκκλησίας»[25].

Σύνοδος Καρθαγένης (418). Επελήφθη του Σχίσματος Ρώμης-Αλεξάνδρειας λόγω του αφορισμού του Ι. Χρυσοστόμου και απευθύνεται στον Ρώμης Ιννοκέντιο Α΄ (όχι στον Αλεξανδρείας) να επιβάλει την ειρήνη στην Εκκλησία.

ΣΧΟΛΙΟ

Εδώ υπάρχει κάποια παρανόηση από τον συντάκτη και θα μας βοηθήσει να το καταλάβουμε η μετάφραση του σχετικού Κανόνα της Καρθαγένης:

«Αποφασίστηκε ακόμη να στείλουμε γραπτή αναφορά στον αγιότατο πάπα Ιννοκέντιο σχετικά με τη διχόνοια της Ρωμαϊκής και Αλεξανδρινής εκκλησίας, ώστε καθεμιά από τις δύο εκκλησίες να τηρήσει την μεταξύ τους ειρήνη την οποία παραγγέλλει ο Κύριος»[].

Όπως βλέπουμε, όχι μόνο δεν επιδιώκεται κάποια δραστική παρέμβαση από τη Ρώμη, αλλά το αντίθετο, η Σύνοδος της Καρθαγένης δρα συμβιβαστικά ανάμεσα στις δύο εκκλησίες και ομοίως τις προτρέπει. Αυτό σημειώνει και ο άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης στην ερμηνεία του Κανόνα:

«Όρα δε ενταύθα την τοπικήν Σύνοδον διορθώνουσαν και συμβουλεύουσαν τον της Ρώμης Μονάρχην».

Δηλαδή η Καρθαγένη δρα συμβουλευτικά ακόμα και προς τον Πάπα.

Επίσης, σύμφωνα με τον καθ. Ι. Αναστασίου, ο ίδιος αυτός Κανόνας μας βοηθά να καταλάβουμε ότι η Σύνοδος της Καρθαγένης θεωρούσε την Εκκλησία της Ρώμης μία ακόμη τοπική Εκκλησία:

«Οι Πατέρες έκαμαν διάκρισιν μεταξύ Καθολικής και Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Λέγοντες Καθολικήν Εκκλησίαν εννόουν το σύστημα των ορθοδόξων Χριστιανών, απανταχού της οικουμένης, των διατηρούντων τα ευσεβή δόγματα ακίνητα και ασάλευτα. Λέγοντες Ρωμαϊκήν Εκκλησίαν εννόουν μίαν μερικήν εκκλησίαν προς αντιδιαστολήν των άλλων μερικών - τοπικών εκκλησιών της οικουμένης, ως διαλαμβάνει και ο ΚΔ΄κανών της συνόδου της Καρθαγένης, λέγων ‘’Ήρεσεν ώστε περί της διχονοίας της Ρωμαϊκής και Αλεξανδρινής Εκκλησίας προς τον αγιώτατον πάπαν Ιννοκέντιον γραφήναι, όπως εκατέρα Εκκλησία προς αλλήλας ειρήνην φυλάξωσιν, ην Κύριος παραγγέλλει’’. Ουδείς είπε ποτέ αντί της Ρωμαϊκής, Καθολική Εκκλησία»[ .Ε. Αναστασίου, «Βαρλαάμ του Καλαβρού περί της αρχής του Πάπα», περ. «Εκκλησιαστικός Φάρος», τόμ. 53 (1971), σελ. 117-118.]


Κατά συνέπεια, η Καρθαγένη απορρίπτει τον Πάπα ως εξουσιαστική αρχή επί όλης της Εκκλησίας.

Εδώ αξίζει να προσθέσουμε πως ούτε καν στη δύσκολη αυτή περίσταση αποδέχτηκε ο Χρυσόστομος κάποιο πρωτείο εξουσίας για τη Ρώμη. Όπως σημειώνει ο σημαντικός εκκλησιαστικός ιστορικός Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, σε καμία περίπτωση με τις επιστολές του «δεν ανεγνώριζεν ο Ιερός Χρυσόστομος παπικόν πρωτείον, διότι κατά τον αυτόν τρόπον και μετά των αυτών σχεδόν εκφράσεων απευθύνεται προς πάντας τους επισκόπους της Δύσεως. Τούτο έπραξε και προς τους της Ανατολής επισκόπους»[Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος» (μέρος β΄), περ. «Εκκλησιαστικός Φάρος», τόμ. 4 (1909), σελ. 50].


Αλεξανδρείας άγιος Κύριλλος (430). «Ο Κύριος θεμελίωσε την Εκκλησία του πάνω στον Πέτρο και τον κατέστησε ποιμένα της καθόλου Εκκλησίας».

ΣΧΟΛΙΟ

Νομίζουμε ότι ο άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας αδικείται, καθώς οι θέσεις του για τον Απόστολο Πέτρο δεν ευνοούν τις παπικές ερμηνείες:

1) Θεμέλιο της Εκκλησίας δεν είναι ο «Πέτρος» αλλά η ισχυρή σαν «πέτρα» πίστη:

«… πέτραν, οίμαι, παρωνύμως έτερον ουδέν ή την ακατάσειστον και εδραιοτάτην του μαθητού πίστιν αποκαλών, εφ’ η και αδιαπτώτως ερήρεισταί τε και διαπέπηγεν η Εκκλησία Χριστού..[32].

Μάλιστα, οι άγιοι Πατέρες γενικά, απορρίπτουν την παπική ερμηνεία του εδαφίου Ματθ. 16,18 κατά την οποία η «πέτρα» στην οποία θεμελιώνεται η Εκκλησία είναι δήθεν ο Απόστολος Πέτρος:

- Κύριλλος Αλεξανδρείας: «πέτραν την πίστιν αποκαλών», (PG 75,865C).

- Ιωάννης Χρυσόστομος: «πέτρα τουτέστι͵ τη πίστει της ομολογίας», (PG 58,534).

- Μέγας Φώτιος: «εν τη πέτρα των δεσποτικών ρημάτων στηριζομένης της Εκκλησίας», (PG 102, 800C).

2) Σύμφωνα με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας ο Πέτρος δεν ξεχωρίζει αλλά είναι ισότιμος με τους άλλους αποστόλους:

«… και γουν Πέτρος τε και Ιωάννης ισότιμοι μεν αλλήλοις καθό και απόστολοι και άγιοι μαθηταί».

(Πηγές: Κύριλλος Αλεξανδρείας, «Περί αγίας και ομοουσίου Τριάδος», PG 75, 865C. Προς Νεστόριον Κωνσταντινουπόλεως (περί της αγίας Παρθένου και Θεοτόκου)», PG 77, 112B.


Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος (431). Δέχτηκε, χωρίς καμία αντίρρηση, τη διατύπωση του πρωτείου διαποίμανσης του Πάπα άγιου Κελεστίνου Α΄.


ΣΧΟΛΙΟ

Εδώ υπάρχει ακόμα ένα σφάλμα διότι η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος ουδέποτε αποδέχτηκε κάτι τέτοιο, καθώς, όπως φαίνεται στα πρακτικά της Συνόδου, οι επίσκοποι ομόφωνα απέδωσαν το πρωτείο Αληθείας εξίσου και στον Κύριλλο και στον Κελεστίνο:

«Πάντες οι ευλαβέστατοι επίσκοποι άμα είπον· Αύτη δικαία κρίσις. Νέω Παύλω Κελεστίνω, νέω Παύλω Κυρίλλω. Κελεστίνω τω φύλακι της πίστεως, Κελεστίνω τω ομοψύχω της Συνόδου. Κελεστίνω ευχαριστεί πάσα η Σύνοδος. Εις Κελεστίνος, εις Κύριλλος, μία πίστις της συνόδου, μία πίστις της οικουμένης»«Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Α΄, ό.π., σελ. 603α.].

Σύμφωνα με τον Στυλ. Παπαδόπουλο:

Οι συνοδικοί, χαρακτήρισαν «εξίσου νέους Παύλους τους Καιλεστίνο και Κύριλλο και φύλακες της πίστεως. Μετά διακηρύξανε ότι ο Καιλεστίνος είναι σύμφωνος και ομόψυχος με την Σύνοδο και τον ευχαρίστησαν, διότι συμφώνησε μαζί τους. Οι συνοδικοί δηλαδή συνειδητά κρίνουνε τον Καιλεστίνο, αποφαίνονται για την ορθοδοξία του, τον ευχαριστούν και τον επαινούν όσο επαινούν και τον Κύριλλο»[Παπαδόπουλος Γ. Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, Γρηγόρης, Αθήνα 2010, σελ. 394.].



Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (451). Καθιέρωσε τον Πάπα άγιο Λέοντα, ως τον «αρχιεπίσκοπο πάσης της Οικουμένης, πατέρα τε και πατριάρχην» και «μακαριώτατο άνδρα πασών των εκκλησιών». Πράγματι, η προσαγόρευση του Πάπα, ως πατέρα, από τους Πατριάρχες ΚΠόλεως γινότανε μέχρι το Σχίσμα (1054). Ο Ρώμης Λέων Α΄ δεν υπογράφει τον κη΄ κανόνα περί των ίσων πρεσβείων τιμής με τον ΚΠόλεως. Στη Σύνοδο αυτή έχουμε τον πλήρη θρίαμβο του Παπισμού.

ΣΧΟΛΙΟ

Εδώ υπάρχουν τρία ζητήματα να απαντηθούν:

1) Ο ισχυρισμός ότι η «Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος καθιέρωσε τον Πάπα άγιο Λέοντα, ως μακαριώτατο άνδρα πασών των εκκλησιών» είναι ασφαλώς λάθος. Ο συντάκτης ίσως διάβασε κάπου τη φράση αυτή αλλά δεν κατανόησε την προέλευση της. Η επίμαχη φράση, («του μακαριωτάτου ανδρός πασών των εκκλησιών αρχιεπισκόπου Λέοντος») ανήκει μόνο στους παπικούς αντιπροσώπους που ο ίδιος ο άγ. Λέων Ρώμης όρισε, δηλ. στους Πασχασίνο, Λουκίνσιο (ή Λουκέντιο) και Βονιφάτιο. Άρα, η Σύνοδος δεν προσφώνησε έτσι τον Πάπα και κατά συνέπεια ουδέποτε καθιέρωσε αυτόν τον τίτλο.

(Η φράση εισάγεται με τα λόγια: «Πασκασίνος και Λουκίνσιος […] και Βονιφάτιος […] διά Πασκασίνου του ευλαβεστάτου είπον». Βλ. «Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Β΄, έκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ιεράς Σκήτης Αγίας Άννης, Άγιον Όρος 1982, σελ. 152β.)

2) Δεν φαίνεται από πού προκύπτει ο συλλογισμός ότι υπάρχει «πλήρης θρίαμβος του Παπισμού» σε μια Σύνοδο που με τις αποφάσεις της καταρρίπτει τις αξιώσεις του Πάπα για πρωτείο, θεσμοθετώντας με τον 28ο Κανόνα την απόλυτη ισοτιμία μεταξύ του Πάπα και του πατριάρχη Κων/πόλεως. Άλλωστε, ο Λέων δυσανασχέτησε με την απόφαση αυτή ακριβώς διότι η Σύνοδος αδιαφόρησε παντελώς για τη γνώμη του και το υποτιθέμενο πρωτείο του.

Μάλιστα, παρά τη διαφωνία του Πάπα για την εξουσία που έλαβε ο Επίσκοπος Κων/πόλεως, υπέγραψαν κανονικότατα «οι παπικοί αντιπρόσωποι, αφού σημείωσαν τις αντιρρήσεις τους στα πρακτικά»[37], και «ο Λέων έγραψε τις αντιρρήσεις του στον αυτοκράτορα και στον πατριάρχη, ο κανόνας όμως εξακολούθησε να ισχύει στην Ανατολή και μεταγενέστερες σύνοδοι τον επικύρωσαν»(. Αναστασίου, «Εκκλησιαστική Ιστορία», Α΄, ό.π., σελ. 457).

Επίσης, σύμφωνα με όσα εύστοχα σημειώνει ο Καλλίνικος Δελικανής σχετικά με τον 28ο Κανόνα, ο Πάπας Λέων παρά τις διαφωνίες του:

- Δεν κατηγόρησε τους Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου ως αιρετικούς.

- Δεν συγκάλεσε σύνοδο επισκόπων για να καταδικάσει την Δ΄ Οικουμενική.

- Δεν διέκοψε την Κοινωνία με την Ανατολή.

(Δελικανής Καλλίνικος, «Τα εν τοις κώδιξι του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακείου σωζόμενα επίσημα εκκλησιαστικά έγγραφα», τόμ. Γ΄, εν Κωνσταντινουπόλει 1905, σελ. 1019-1020, σημ. 2.).

Αυτά αποδεικνύουν με τον πιο επίσημο τρόπο πως όχι μόνο δεν υπήρξε ποτέ αναγνωρισμένο πρωτείο εξουσίας στην Εκκλησία, αλλά επιπλέον, ούτε ο ίδιος ο Πάπας δεν πίστευε στην αρχαιότητα του πρωτείου αυτού ώστε να το διεκδικήσει!

Θα λέγαμε λοιπόν ότι στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο έχουμε την πλήρη ήττα του παπισμού, και σε καμία περίπτωση τον «πλήρη θρίαμβο». Μάλιστα, για να το επιβεβαιώσουμε ακόμη περισσότερο, αξίζει να προσθέσουμε ότι η Σύνοδος απέρριψε την απαίτηση του Λέοντα να στηριχθεί ο Όρος της Χαλκηδόνας αποκλειστικά στη δογματική επιστολή που είχε γράψει το 449, ενώ η ίδια Σύνοδος αναβάθμισε τον αγ. Κύριλλο Αλεξανδρείας σε κριτήριο ορθοδοξίας! Όσα σημειώνει ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος είναι χαρακτηριστικά:

«Η Σύνοδος εθεώρει περιττόν να συμπεριληφθώσιν εν τω σχεδίω του όρου τα εν τη επιστολή του Λέοντος εκτιθέμενα. Υπήρξαν δε χαρακτηριστικοί αι περαιτέρω εκβοήσεις των επισκόπων […] ‘’Λέων είπε τα Κυρίλλου. Κελεστίνος τα Κυρίλλου εβεβαίωσε. Ξύστος τα Κυρίλλου εβεβαίωσεν’’»[ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Ο άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας …», ό.π., σελ. 349 ~ Βλ. και «Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Β΄, ό.π., σελ. 173β.].

Άρα λοιπόν, κάθε άλλο παρά «θρίαμβο του Παπισμού» αποτελεί η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία θεώρησε ότι τρεις Πάπες, «ο Λέων, ο Κελεστίνος και ο Ξύστος Ρώμης εγκρίνονται ως ορθόδοξοι, διότι συνεφώνουν προς τον Κύριλλον»

Tο Παπικό πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)-Β.




Έρευνα: Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου


ΜΕΡΟΣ -Β
Η γένεση των «πρεσβειών Τιμής»

Στις κανονικές διατάξεις της α΄ χιλιετίας δεν συναντάται ο όρος «πρωτείο», αλλά μόνο «πρεσβεία» ή «πρεσβεία τιμής», τα οποία συνδεόνταν με την ιδιαίτερη τιμή που αποδιδόταν σε ορισμένες Εκκλησίες λόγω του σημαντικού κύρους που είχαν στις διεκκλησιαστικές σχέσεις. Κατά τον καθηγητή Β.Φειδά «η θεωρητική αυτή τιμή προς τας αξιολόγους αποστολικάς ή και μητέρας-εκκλησίας απεδόθη διά του κανονικού όρου ‘πρεσβεία τιμής’ και εισήλθε διά του συνοδικού συσήματος εις την ζωήν της εκκλησίας, διότι οι επίσκοποι των τιμωμένων θρόνων προϊσταντο κατά την χειροτονίαν επισκόπου και προήδρευον των συγκαλουμένων συνόδων. Η αναγνωριζομένη εις την τοπικήν εκκλησίαν τιμή απενέμετο εν ταις συνόδοις και εις τον επίσκοπον αυτής. Τα «πρεσβεία τιμής» είχον βεβαίως αναφοράν εις την ενότητα της Εκκλησίας, αλλ’ ήσαν απαλλαγμένα πάσης εννοίας διοικητικής δικαιοδοσίας». Προσεγγίζοντας ιστορικά την εξέλιξη της εκκλησιαστικής διοικήσεως από την απλή Επισκοπή, στη Μητρόπολη, την Εξαρχεία και το Πατριαρχείο (Πενταρχία) γίνεται σαφές ότι η ανάδειξη κάποιων Επισκόπων ως εχόντων τα «πρεσβεία» έναντι άλλων ομοταγών τους, δεν θεμελιώνεται σε κάποιους θεολογικούς ή εκκλησιολογικούς λόγους, αλλά μόνο σε εκκλησιαστικούς.

Τα »Πρεσβεία Τιμής» της Εκκλησίας της Ρώμης

H Eκκλησία της Ρώμης συνδύαζε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά για να αποκτήσει τα λεγόμενα « Πρεσβεία Τιμής» επειδή

1. Η Ρώμη ήταν το κυριώτερο κέντρο πολιτισμού και προόδου σε όλη σχεδόν την Αυτοκρατορία, όντας μάλιστα και πρωτεύουσά της. Στη Δύση, ιδιαίτερα , δεν υπήρχαν άλλες πόλεις που έστω να πλησίαζαν την αίγλη της.

2. Η Εκκλησία της υπήρξε απ’ αρχής σημαίνουσα, έχοντας δεχθεί το αποστολικό κήρυγμα. Η Παύλεια «προς Ρωμαίους» επιστολή δείχνει ακμάζουσα κοινότητα που διακρινόταν για τη φιλανθρωπία της, πλούσια και πρόθυμη σε βοήθεια άλλων εμπεριστάτων Εκκλησιών («προκαθημένη της αγάπης» κατά τον Ιγνάτιο).

3. Παράλληλα, η Εκκλησία της Ρώμης στους μεταποστολικούς χρόνους παρουσίασε έντονη ιεραποστολική δράση στη Δύση, παράλληλα με τις χιλιάδες των μαρτύρων που προσέφερε στην Εκκλησία του Χριστού.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που όχι μόνο μεμονωμένες Πατερικές φράσεις δείχνουν το μεγαλείο της, αλλά ακόμα και στα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων συχνά απονέμεται η τιμή στην «αποστολική καθέδρα»,στον «αποστολικό θρόνο», «του αγίου και κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου» στην Εκκλησία της «μεγίστης Ρώμης» και στον επίσκοπό της που κάθεται επί της «Πέτρου καθέδρας».

Οι Πατέρες της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου θεωρώντας δεδομένα τα «πρεσβεία τιμής» της Ρώμης θέλησαν να παραχωρήσουν και στο Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, διατηρώντας την πρωτοκαθεδρία της Ρώμης : «Τὸν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετὰ τὸν τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπον, διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν νέαν Ῥώμην». Στην προκειμένη περίπτωση, οι Πατέρες αναφέρονται στην παραχώρηση των πρεσβείων στην Κωνσταντινούπολη λόγω της πολιτικής της σημασίας «διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν νέαν Ῥώμην», χωρίς όμως να αναφέρονται στην αιτία χορηγήσεως της πρωτοκαθεδρίας στη Ρώμη.

Τα πρεσβεία της Ρώμης δεν αποδίδονται τώρα για πρώτη φορά. Είναι εξ «έθους» αναγνωρισμένα και τώρα «η εν λόγω τιμή λαμβάνει διά του κανόνος τούτου εν είδος νομικής επικυρώσεως».

Σύμφωνα με την απόφαση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου τα πρεσβεία τιμής παραχωρήθηκαν στην Εκκλησία της Ρώμης όχι από τον Κύριο, αλλά από τους «Πατέρες» . Δεν εδράζονται επί Κυριακής εντολής, ή αγιογραφικού χωρίου ή αποστολικής παραδόσεως, έστω και προφορικής, αλλά στην σπουδαιότητα της πόλεως ως πρωτευούσης και στο συνεπαγόμενο αυξημένο κύρος και την επιρροή της τοπικής Εκκλησίας στην Καθολική Εκκλησία. Συνεπώς, δεν είναι «θείω δικαίω», αλλά εκκλησιαστικώ !

Από τα πρεσβεία Τιμής στο αλάθητο και στο πρωτείο εξουσίας

Είναι αλήθεια, ότι η όλη προσπάθεια των παπών της Ρώμης να μετατρέψουν το πρωτείο τιμής (primus inter pares), σε πρωτείο εξουσίας (primus) δεν ευδοκίμησε τελικά μέσα στους κόλπους της καθόλου Εκκλησίας, αν και υπήρξαν κατά καιρούς «καλοθελητές» και άγιοι ακόμη, που με περισσή ευκολία και ίσως αγαθότητα ήταν πρόθυμοι να το αποδώσουν στον προκαθήμενο της ρωμαϊκής Εκκλησίας, χωρίς να πονηρευτούν, ότι και η παραμικρή νύξη θα προσλαμβάνονταν από τη Ρώμη, ως απόδειξη της υπεροχής της αυθεντίας της έναντι της καθόλου Εκκλησίας. Διάφορες κατά καιρούς προσπάθειες της Ρώμης να θεμελιώσουν την αξίωση του πρωτείου, συνάντησαν πολλές φορές χλιαρές μόνον αντιδράσεις από τους Πατέρες της Ανατολής, οι οποίοι έθεταν ως πρώτη προτεραιότητα το ασάλευτον της Πίστης και θεωρούσαν αυτό ως το «κινδυνευόμενον» και σε δεύτερο βαθμό το πρωτείο. Από την άλλη, τόσον ο σεβασμός των Πατέρων προς την πρώτη αποστολική καθέδρα, όσο και η «φασιστικώ τω τρόπω» αντιμετώπιση του θέματος από την καθέδρα αυτή «έθετο φυλακήν τοις στόμασι» των Πατέρων (άγιος Νεκτάριος).

Μετά το Σχίσμα του 1054, η Ρώμη κυριολεκτικά «ξεσάλωσε» και έφτασε στο σημείο το παπικό πρωτείο να καταστεί, μαζί με το αλάθητο, επίσημη θέση της ΡΚαθολικής «εκκλησίας» στην Α΄ Βατικανή σύνοδο της Ρώμης το 1870 υπό τον Πάπα Πίο Θ΄.

Με την ανακήρυξη του παπικού πρωτείου και αλαθήτου ως δόγματος πίστεως από την Α΄ Βατικανή «Οικουμενική» Σύνοδο έκλεισε ο κύκλος της αμφισβητήσεως στη Δύση της θεωρίας του παπικού πρωτείου [Σύνοδοι Πίζας (1409), Κωνσταντίας με τα περίφημα διατάγματα Sacrosancta και Frequens (1414-1418), Βασιλείας (1431-1439), Τριδέντω (1545-1563]. Η αναγωγή του πρωτείου, ενός θέματος εκκλησιαστικής και κανονικής τάξεως, ως δόγματος πίστεως, ως θεμελιώδους δογματικής διδασκαλίας, απαραίτητης για τη σωτηρία, ενίσχυσε ασφαλώς τον παπικό θεσμό, αλλά εν τούτοις τον οδήγησε σε μία «ακαμψία» και ουσιαστικά τον εγκλώβισε στην εσωτερική αυταρέσκεια της παπικής αυθεντίας και ουσιαστικά έπληξε το πραγματικό εκκλησιαστικό κύρος του.

Εκεί, ο Πάπας αναφέρεται ως ο τοποτηρητής του Χριστού και μοναδικός αντιπρόσωπός του πάνω στη γη. Είναι ο αρχηγός και η ορατή κεφαλή της Εκκλησίας, δηλ. στο πρόσωπό του συνοψίζεται ολόκληρη η Εκκλησία, η θέση όμως αυτή είναι καθαρά αιρετική, αφού η αλήθεια είναι, ότι μόνον ο Χριστός είναι κεφαλή και αρχηγός της Εκκλησίας. Αυτό το βρίσκουμε στην προς Εφεσίους επιστολή: «και πάντα υπέταξεν (ο Πατέρας) υπό τους πόδας αυτού, και αυτόν (τον Χριστό) έδωκεν κεφαλήν υπέρ πάντα τη εκκλησία, ήτις εστί το σώμα αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (1. 22-23). Έτσι, ο Πατέρας καθιστά το Χριστό κεφαλή της Εκκλησίας του, που είναι το σώμα του και κανέναν άλλον.

Στη Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο (1962-1965) ο Παπισμός προσπάθησε να απεγκλωβιστεί από την απολυτοποίηση του πρωτείου-αλαθήτου, τονίζοντας ιδιαίτερα την καθολικότητα της τοπικής Εκκλησίας και τη διακονία του πρωτείου και αλαθήτου μέσα σε συνοδικά πλαίσια. Θα πρέπει όμως να τονιστεί ότι η Β΄ Βατικάνειος Οικουμενική Σύνοδος «καίτοι εδημιούργησεν νέον πνεύμα εις τας σχέσεις με τας άλλας εκκλησίας («αδελφές εκκλησίες», αναγνώριση της πνευματικότητος, της λατρείας κοκ), καίτοι εξ απόψεως διαθέσεως η ατμόσφαιρα άλλαξε δι’ αυτής, ουδέν το ουσιώδες εις το εκκλησιαστικό οικοδόμημα του Βατικανού τροποποίησε. Όπως άλλωστε είχε δηλωθεί επισήμως υπό του ανδρός, όστις συνεκάλεσεν την Β΄ Βατικάνειον Πάπα Ιωάννου 23ου «ουδέν νέον δόγμα θα διατυπωθεί και ουδέν παλαιόν θα επαναληφθή». Με τις Βατικάνειες λοιπόν Συνόδους δεν έχουμε στο εξής μια απλή ή σοβαρή, έντονη ή διακριτική διεκδίκηση, όπως στα χρόνια του ενωμένου Χριστιανισμού, αλλά δόγμα πίστεως, απαραίτητο πλέον για τη σωτηρία. Η τυχόν άρνησή του επισύρει τα τέσσερα «αναθέματα» της Α΄ Βατικανής «Οικουμενικής» Συνόδου.

Ακολούθως, στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως και του διμερούς Θεολογικού Διαλόγου με την Ορθόδοξη Εκκλησία γίνεται προσπάθεια για την αναζήτηση μιας άλλης ερμηνείας του παπικού πρωτείου, η οποία να διευκολύνει την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Ή για να χρησιμοποιήσω τα ίδια τα λόγια του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄ «ακούω την έκκληση που μου απευθύνεται να εύρω μία μορφή ασκήσεως του πρωτείου ανοικτή στη νέα πραγματικότητα, αλλά χωρίς παραίτηση από τα ουσιώδη της αποστολής του.

Συνεχίζεται.....

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2023

Tο Παπικό πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)-MEΡΟΣ-Α


visit counter

Tο Παπικό πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)

Έρευνα: Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Τί είναι το Παπικό Πρωτείο

Το παπικό πρωτείο είναι μια θεωρία, η οποία αναπτύχθηκε κυρίως από τον 5ο αιώνα στη Ρώμη (χωρίς να λείπουν και προγενέστερες προσπάθειες), για την εξαιρετική αυθεντία του Πάπα σε ολόκληρη την Εκκλησία. Ο Πάπας της Ρώμης είχε τιμηθεί με τα πρώτα «πρεσβεία τιμής» (κανόνες ς΄ της Α΄, γ΄ της Β΄, κη΄ της Δ΄ και λς΄ της Πενθέκτης) μεταξύ των πέντε πατριαρχών και χαρακτηριζόταν ως πρώτος μεταξύ ίσων (primus inter pares).

Η θεωρία του παπικού πρωτείου θεμελιώθηκε στην διαμόρφωση μιας νέας διδασκαλίας για το ιδιαίτερο «λειτούργημα του Πέτρου» (officium Petri) στο χορό των Αποστόλων. Σύμφωνα με την διδασκαλία αυτή, ο απόστολος Πέτρος παρέλαβε από το Χριστό το πλήρωμα της αποστολικής εξουσίας, την οποίαν μετεβίβασε και στους άλλους αποστόλους. Υπό το πνεύμα αυτό, ο Πάπας της Ρώμης ως διάδοχος του Πέτρου (successor Petri) προβλήθηκε και ως συνεχιστής του λειτουργήματος του Πέτρου στην Εκκλησία, ενεργώντας ως τοποτηρητής του (vicarius Petri) ή και ως ο ίδιος ο Πέτρος (Petrus ipse) και διαιωνίζοντας το λειτούργημα του Πέτρου στη ζωή της Εκκλησίας. Με τη θεωρία αυτή, ο Πάπας διεκδικούσε την υπεροχή της αυθεντίας του και έναντι της Οικουμενικής Συνόδου, ενώ από τον 11ο αιώνα επεξέτεινε την αξίωση αυτή και έναντι των φορέων της πολιτικής εξουσίας. Σύμφωνα με την εξουσία των δυο ξιφών, ο Πάπας παραλαμβάνει από τον Χριστό τόσο την ιερατική, όσο και την πολιτική εξουσία. Την μεν πρώτη, για να την ασκεί ο ίδιος στην Εκκλησία, την δε άλλη για να την αναθέτει στους κοσμικούς άρχοντες, με το δικαίωμα ελέγχου του τρόπου ασκήσεώς της (θεωρία των δυο ξιφών). Η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδοκίμαζε πάντοτε τη θεωρία του παπικού πρωτείου, η οποία υπήρξε η κύρια αιτία του Σχίσματος του 1054.

 

Ο Απόστολος Πέτρος και τα πρωτεία της Αποστολικότητας

Τα σπέρματα της θεωρίας αυτής του παπικού πρωτείου βρίσκονται στα Ευαγγέλια και στις Πράξεις των Αποστόλων. Ο απόστολος Πέτρος θεωρείται ο κορυφαίος των αποστόλων και από τον Παπισμό, ως ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Ρώμης. Απλός αγράμματος ψαράς με το όνομα Συμεών ή την ελληνική εκδοχή Σίμων, κλήθηκε από τον Χριστό να γίνει μαθητής του, ως δευτερόκλητος μετά τον αδελφό του απόστολο Ανδρέα. Υπήρξε η δεσπόζουσα μορφή της πρώτης Εκκλησίας ως το θάνατό του το 64 μ.Χ. Ο Χριστός τον ονόμασε Κηφά, δηλ. βράχο/λίθο, από όπου η ονομασία του Πέτρος στην ελληνική και Petrus στη λατινική, όπου η αραμαϊκή λέξη kepha αντιστοιχεί στη λέξη petra. Ήταν γιος του Ιωνά και νυμφευμένος και συνεργάτης με τους Ιάκωβο και Ιωάννη. Ήταν μια σύνθετη και πολύ ανθρώπινη προσωπικότητα, ταλαντευόμενος και ασταθής, παρορμητικός και βίαιος, ευερέθιστος και με συχνές εκρήξεις θυμού. Ευγενικός και ικανός για μεγάλη πίστη και αγάπη. Μάθαινε αργά και αρκετές φορές έσφαλλε, αργότερα όμως, όταν ανέλαβε ευθύνες, απέδειξε ωριμότητα και ικανότητα, η δε ισχυρή προσωπικότητά του πρέπει ασφαλώς να έπαιξε κάποιο ρόλο στο προβάδισμά του έναντι των άλλων Αποστόλων.

Τα συνοπτικά Ευαγγέλια γενικά συμφωνούν και τονίζουν με την ίδια έμφαση την πρωτοκαθεδρία του Πέτρου ανάμεσα στους δώδεκα Αποστόλους. Επίσης συμφωνούν στο γεγονός, ότι ο Πέτρος μιλούσε εξ ονόματος της ομάδας και απέλαυνε κάποιας πρωτοκαθεδρίας έναντι των άλλων μαθητών, το δε όνομά του αναφέρεται πρώτο στη σειρά. Ήταν ο εκπρόσωπος και ο συλλογικός εκφραστής των μαθητών. Η εντολή του Χριστού «ποίμενε τα πρόβατά μου» και «βόσκε τα αρνία μου» επιβεβαιώνει το μεγάλο κύρος του Πέτρου στην Αποστολική Εκκλησία, το οποίον διαφαίνεται στη Σύνοδο των Ιεροσολύμων. Σ’ αυτόν πρώτον από τους δώδεκα Αποστόλους εμφανίστηκε ο Χριστός μετά την Ανάσταση. Από τα Ευαγγέλια, τα τρία πρώτα τονίζουν ακριβώς αυτή την πρωτοκαθεδρία του Πέτρου, ενώ το τέταρτο του Ιωάννη έμμεσα την αμφισβητεί. Ο Ιωάννης καταγράφει, ότι ήταν αυτός που γνώρισε τον Πέτρο στο Μεσσία, αυτός ήταν ο μαθητής «ον ηγάπα» ο Ιησούς και τη στενή σχέση του με τον Χριστό. Παρ’ όλα αυτά, δεν αρνείται το μεγάλο κύρος του Πέτρου αναφέροντας τα λόγια του Χριστού «ποίμαινε τα πρόβατά μου» και «βόσκε τα αρνία μου» (Ιω. 21. 15-16), παρ’ όλον ότι σ’ ολόκληρο το ευαγγέλιο φαίνεται να μοιράζεται ο Πέτρος την πρωτοκαθεδρία  του με τον Ιωάννη .

Κήρυξε στη Σαμάρεια, στη Λύδδα, στην Ιόπη, στην Καισάρεια και στα Ιεροσόλυμα, όπου παρέδωσε αργότερα την εκεί διαποίμανση στον Ιάκωβο. Στην αποστολική του δραστηριότητα συνοδευόταν από τη σύζυγό του (Κορ. Α΄ 9. 5) αγία Περπέτουα (30 Ιουνίου). Ο ίδιος στην Α΄ επιστολή του αναφέρει αποστολική περιοδεία στον Πόντο, Γαλατία, Καππαδοκία, Ασία και Βιθυνία. Μαρτύρησε στη Ρώμη το 64, με το διωγμό του Νέρωνα, σταυρώθηκε δε με την κεφαλή προς τα κάτω, σύμφωνα με δική του θέληση, σαν ένδειξη σεβασμού προς τον Κύριό του. Η μνήμη του εορτάζεται στις 29 Ιουνίου μαζί με τον απόστολο Παύλο, η δε προσκύνηση των αλυσίδων του αποστόλου Πέτρου εορτάζεται στις 16 Ιανουαρίου. Επίσης, η θυγατέρα του αποστόλου Πέτρου, οσία Πετρονίλλα, εορτάζει στις 31 Μαΐου.

Σε κανένα βιβλίο της Κ. Διαθήκης δεν αναφέρεται σαφώς η παρουσία του Πέτρου στη Ρώμη. Όμως η αναφορά του ιδίου στην Α΄ επιστολή στους «εν Βαβυλώνι» είναι μια αρκετά αξιόπιστη ένδειξη, ότι ο Πέτρος κάποια περίοδο της ζωής του διέμεινε στη Ρώμη (Πέτρ. Α΄ 5. 13). Η ισχυρότερη ένδειξη σε ενίσχυση της θέσης, ότι ο Πέτρος μαρτύρησε στη Ρώμη βρίσκεται στην προς Ρωμαίους επιστολή του Ρώμης Κλήμη Α΄ το 96 (5. 1- 6. 4). Αλλά και μεταγενέστερες μαρτυρίες συνηγορούν στο ότι ο Πέτρος μαρτύρησε στη Ρώμη επί Νέρωνα, όπως: Στις Αποστολικές Διαταγές, στο Πασχάλιο Χρονικό της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, στην Επιστολή του Ρώμης Κλήμη Α΄ προς τον Ιεροσολύμων Ιάκωβο, στον Κύπρου Επιφάνιο, στον Ευσέβιο, στον  Λουγδούνου Ειρηναίο,  στον Κορίνθου άγιο Διονύσιο, στον Γάϊο τον πρεσβύτερο,  στον Συναξαριστή, στο  Απολυτίκιο του αγίου και στις ιστοσελίδες των Πατριαρχείων Αλεξανδρείας και Αντιοχείας.

Ο Πέτρος αναδείχθηκε, αμέσως μετά το θάνατο του Χριστού, ως ο ηγέτης της πρώτης Εκκλησίας. Επί 15 περίπου χρόνια μετά την Ανάσταση, η μορφή του Πέτρου κυριάρχησε στην κοινότητα. Προΐσταται στην εκλογή του Ματθία ως αποστόλου. Ήταν ο πρώτος που έλαβε το λόγο και κήρυξε την ημέρα της Πεντηκοστής. Επίσης μίλησε εξ ονόματος των αποστόλων στο ιουδαϊκό θρησκευτικό δικαστήριο, στην Ιερουσαλήμ. Ο Πέτρος οδήγησε τους δώδεκα στη διεύρυνση της Εκκλησίας «δια πάντων» (Πράξ. 9. 32).

Από την παράθεση στοιχείων, αγιογραφικών, αγιοπατερικών και ιστορικών, μάλλον οδηγούμεθα στο συμπέρασμα, ότι υπήρχε εκκλησιαστική (όχι απαραίτητα ρωμαϊκή) παράδοση, περί της καταφανούς ανωτερότητας του Πέτρου έναντι όλων των άλλων Αποστόλων και της παρουσίας του στη Ρώμη, στα οποία στηρίζονται οι παπικοί, για να θεμελιώσουν το πρωτείο τους.

Στα αγιογραφικά στοιχεία, πράγματι φαίνεται, ότι υπάρχει μια ιδιαίτερη προτίμηση στον Πέτρο, έναντι των άλλων αποστόλων. Π.χ. στο «συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής. Και δώσω σοι τας κλεις της βασιλείας των ουρανών…..» (Ματθ. 16. 18-19),  στο «ποίμαινε τα πρόβατά μου» (Ιω. 21. 15-17), στο «αλλ’ υπάγετε είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω…..» (Μάρκ. 16. 7) ή στο «και συ ποτε επιστρέψας στήριξον τους αδελφούς σου» (Λουκ. 22. 32), δείχνεται μια ιδιαίτερη προτίμηση προς τον Πέτρο, πράγμα που δεν δείχνεται στους άλλους μαθητές, όπως π.χ. στον Ιωάννη, τον μαθητή «ον ηγάπα». Στην προηγούμενη δε αποστροφή, η αναφορά ιδιαίτερα στον Πέτρο και συλλήβδην στους άλλους μαθητές, δείχνει αυτή την ιδιαιτερότητα. Εξ άλλου, η Εκκλησία θεωρεί τον Πέτρο ως τον κορυφαίο μαθητή και όχι μόνο. Επίσης αναφέρεται, ότι είναι εκείνος που αγάπησε το Θεό περισσότερο από κάθε άλλον: «Δεν είμαστε πιο δυνατοί από το Σαμψών, ούτε σοφώτεροι από τον Σολομώντα, ούτε πιο γνωστικοί από τον θεϊκό Δαβίδ, ούτε αγαπάμε τον Θεό περισσότερο από τον κορυφαίο Απόστολο Πέτρο…..» (αγίου Ησυχίου Ιεροσολύμων, Κεφάλαια Αντιρρητικά, Α΄ Εκατοντάς. ΕΠΕ – Φ 13. 471).

Αλλά και από την πλευρά του αποστόλου Πέτρου έχουμε προσπάθεια εξάσκησης πρωτείου (η οποία δεν ευδοκίμησε), στην περίφημη Σύνοδο των Ιεροσολύμων το 50 μ.Χ  για το θέμα της σωτηρίας ή μη των εξ εθνών Χριστιανών (μη περιτετμημένων), καθώς και κατά των αιρετικών Σίμωνα του μάγου και Κηρίνθου. Στη Σύνοδο αυτή συγκεντρώθηκαν όλοι οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι, ο Παύλος και ο Βαρνάβας. Αφού έγινε συζήτηση για τα θέματα αυτά σηκώθηκε ο Πέτρος και τους είπε: «Αδελφοί, εσείς ξέρετε καλά ότι ο Θεός από παλιά με διάλεξε από όλους μας εμένα, για ν’ ακούσουν οι εθνικοί από το στόμα μου το λόγο του ευαγγελίου και να πιστέψουν». (Πράξεις 15. 7). Ο Πέτρος λοιπόν είναι ο απόστολος των εθνών, κατά τα λεγόμενά του και όχι ο Παύλος, είναι αυτός που θα είναι ο ποιμένας όλων των εθνών, μιας και ο ίδιος ο Θεός του εμπιστεύθηκε αυτό το ρόλο μεταξύ όλων των αποστόλων, πράγμα που είναι απότοκο της εντολής του Κυρίου «ποίμαινε τα πρόβατά μου» (Ιω. 21. 16).         

Αλλ’ εκτός των αγιογραφικών παραπομπών, υπάρχουν και οι αγιοπατερικές και οι ιστορικές, που ανυψώνουν τον Πέτρο σε υψηλότερο βάθρο, δηλαδή μπορούμε να πούμε, σ’ αυτό του πρωτείου διαποίμανσης και διδασκαλίας και όχι μόνο του πρωτείου τιμής, δόθηκε δε αυτό το προνόμιο και στον εκάστοτε Πάπα με ένα ιδιάζοντα καταστατικό τρόπο, από Συνόδους, Αγίους και αυτοκράτορες: Από τον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη και το Μ. Βασίλειο, από τις Συνόδους  Σαρδικής,  Γ΄ Οικουμενική,  Δ΄ Οικουμενική, Καρθαγένης και την Ιγνατιανή. Επίσης υπάρχει νομοθετική κύρωση του πρωτείου με τον 131 νόμο του Ιουστινιανού Α΄. Το πρωτείο αναγνωρίζουν, άμεσα ή έμμεσα επίσης, οι άγιοι της Εκκλησίας μας:  πάπας Κλήμης Α΄, Αντιοχείας Ιγνάτιος, Λουγδούνου (Λυών) Ειρηναίος, πάπας Ανίκητος, πάπας Στέφανος Α΄, Ιερώνυμος, Ιππώνος Αυγουστίνος, πάπας Κελεστίνος Α΄, Αλεξανδρείας Κύριλλος Α΄, πάπας Λέοντας Α΄, Κων/πόλεως Ανατόλιος, πάπας Αγαπητός Α΄, πάπας Γρηγόριος Α΄ Διάλογος, πάπας Μαρτίνος Α΄, αυτοκράτορας Μαρκιανός, αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄, πάπας Αγάθωνας, άγιος Θεόδωρος Στουδίτης, άγιος Ιγνάτιος Κων/πόλεως, Μ. Φώτιος.

Συνεχίζεται