Πέμπτη 6 Ιουλίου 2023

Η οικουμενιστική μοναστική κοινότητα Ταϊζέ

Οι μοναστικές κοινότητες Bose,Taize και Ιωνά ((Ιona community)

ως δρόμοι του διαχριστιανικου (οικουμενιστικού) μοναχισμού.

Έρευνα:Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ-Α

Η μοναστική κοινότητα Ταϊζέ. Κοινότητα Ταϊζέ: Ένα συνονθύλευμα χριστιανικών δογμάτων

Το Ταϊζέ είναι μια κοινότητα 181 κατοίκων, που ανήκει στο διαμέρισμα Saône-et-Loire (Σαόν ε Λουάρ), στην περιοχή της Βουργουνδίας, στην ανατολική Γαλλία. Πρόκειται για μια έκταση 3500 χιλιάδων στρεμμάτων, στην οποία εδρεύουν δύο εκκλησίες: μία ενοριακή και μία μεγαλύτερη, γνωστή ως η Εκκλησία της Συμφιλίωσης. Και οι δύο βρίσκονται υπό την εποπτεία της  οικουμενιστικής μοναστικής κοινότητας του Ταϊζέ, που ιδρύθηκε από τον ρωμαιοκαθολικό αδελφό Roger (Ροζέ).

Ημοναστική  Κοινότητα του Ταιζέ ιδρύθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και σήμερα απαριθμεί περισσότερους από εκατό αδελφούς Ρωμαιοκαθολικής και Προτεσταντικής παραδόσεως. Δίδει έμφαση στην ποιμαντική της νεολαίας και στη μελέτη της Βίβλου. Το Taizé δεν είναι τίποτε άλλο παρά Οικουμενιστικό  μόρφωμα που πρωτοστατεί, μαζί με την κοινότητα του Αγίου Αιγιδίου και τη διομολογιακή μικτή μοναστική κοινότητα Bose, σε παντοειδείς οικουμενιστικές πρακτικές με την συνεχή -δυστυχώς- συμμετοχή ορθοδόξων επισκόπων, άλλων κληρικών, μοναχών και λαικών.

Ιστορικό της ίδρυσης

Στη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, το 1940, ένας 25χρονος νέος, ο Ροζέ, έφυγε από την Ελβετία και μετακόμισε στην Βουργουνδία της Γαλλίας, στο μικρό χωριό Ταϊζέ, 10 χιλιόμετρα νότια του Κλυνί. Εκεί δημιούργησε μια κοινότητα, με σκοπό να φυγαδεύσει πρόσφυγες και δραπέτες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Το έτος 1949 ιδρύθηκε και επίσημα η μοναστική κοινότητα Ταϊζέ, με τη συνδρομή του αδερφού Ροζέ και άλλων επτά μοναχών.

«Είχε από την νεότητα του(ο Ροζέ) τη διαίσθηση ότι η κοινοβιακή ζωή μπορούσε να αποτελέσει ένα σημάδι ότι ο θεός είναι αγάπη και μόνο Αγάπη. Αναζητούσε ένα μέρος μέσα στην ταραχώδη περίοδο της  μοναρχίας του γερμανικού αυταρχισμού, για να εγκαινιάσει μια κοινοβιακή ζωή για αδελφούς: «αδελφούς αποφασισμένους να δώσουν την ζωή τους και οι οποίοι θα προσπαθούν πάντα να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον και να είναι συμφιλιωμένοι, μια κοινότητα, στην οποία η καλοσύνη της καρδιάς θα βιωνόταν πολύ συγκεκριμένα, και όπου η αγάπη θα ήταν το επίκεντρο των πάντων». Δεν είχε πολλά χρήματα και στις 28 Αυγούστου του 1940, έφτασε στο χωριό του Taizé, όπου ήταν ”κανονισμένο” να δει ένα σπίτι. Εκεί, υπήρχε μια γυναίκα που του ζήτησε να μείνει μαζί τους λίγο καιρό παραπάνω. Ο Roger αποφάσισε να αγοράσει ένα σπίτι εκεί και να αρχίσει μια ζωή κοινότητας, όπου οι λίγοι αδελφοί που τον συντρόφευαν να ακολουθούν τον Χριστό στην απλότητα, την αθλιότητα και την κοινότητα. Μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες του και συνάμα όραμα ήταν η ειρήνη μεταξύ των Χριστιανών από διαφορετικές ομολογίες και παραδόσεις, η οποία θα μπορούσε να συνιστά ένα ουσιώδες πρότυπο βεβαίωσης της ειρήνης στην ανθρωπότητα.

Έτσι ξεκινά το Taizé, μία μεγάλη θεολογική Κοινότητα  χωρίς συγκεκριμένη θεολογική δογματική ταύτιση, ανοιχτή σε όλους εκείνους που αναζητούν την κοινωνία με τον Θεό, μέσω κοινής προσευχής, κοινών ύμνων, κοινών προβληματισμών και κοινών συζητήσεων.

 

Η φιλοσοφία της κοινότητας Ταϊζέ

Πρόκειται για μια θεολογική Κοινότητα χωρίς ξεχωριστή θεολογική δογματική ταυτότητα, ανοιχτή σε όλους εκείνους που αναζητούν την κοινωνία με τον Θεό. Στο Ταϊζέ δεν υπάρχει κανενός είδους ιεραρχία, καθώς τέτοιες  σχέσεις απουσιάζουν από την μικρή καθημερινή πρακτική της λειτουργίας. Το σώμα είναι ένα και διακονεί.

Δίνεται έμφαση στην ποιμαντική της νεολαίας και στη μελέτη των Γραφών. Η καθημερινότητα περιλαμβάνει κοινή προσευχή, κοινούς εύληπτους ύμνους, μελέτη περικοπών ή κειμένων, συζητήσεις περί σύγχρονων προβλημάτων, διακονίες, και μια ειρηνική συμβίωση, με γνώμονα την Χαρά, την Απλότητα και το Έλεος που διδάσκει ο Κύριος στους Μακαρισμούς.

Όραμα του ιδρυτή της, το οποίο προσπαθεί να υλοποιεί καθημερινά η κοινότητα, είναι η ειρήνη μεταξύ των χριστιανών από διαφορετικές ομολογίες και παραδόσεις, η οποία θα μπορούσε να συνιστά ένα ουσιαστικό πρότυπο πιστοποίησης της ειρήνης σε όλο τον κόσμο.

Η μοναστική κοινότητα δέχεται επισκέψεις 100.000 και περισσοτέρων νέων προσκυνητών κάθε χρόνο, χριστιανών και μη. Έτσι, τα μέλη της έχουν τη   δυνατότητα να αλληλεπιδρούν με διαφορετικά δόγματα και να εξοικειώνονται και με άλλες παραδόσεις.
«Ο στόχος είναι, πρώτιστα, εν Αγίω Πνεύματι, να φιλοξενήσουμε άνευ όρων και διακρίσεων ανθρώπους και να τους βοηθήσουμε να ανακαλύψουν αυτό το μέρος, ανεξάρτητα των επαγγελμάτων που φέρουν∙ ωστόσο, χαιρόμαστε ιδιαιτέρως να φιλοξενούμε ακόμα νέους θεολόγους από διάφορες εκκλησίες, παραδόσεις και πανεπιστήμια. Όμως στο Taizé δεν αναλαμβάνονται ως καθήκοντα οι θεολογικές σπουδές. Bέβαια, στην ημερήσια διάρθρωση της μοναστικής ζωής και της κοινότητας υπάρχει χώρος για αυτές. Έχουν επίσης φιλοξενηθεί και μη χριστιανοί, εβραίοι και μουσουλμάνοι θεολόγοι, βουδιστές μοναχοί, οι οποίοι έχουν έρθει να μοιραστούν μαζί μας την εμπειρία τους και τα ερωτήματα τους» αναφέρει ο μοναχός  Ρίτσαρντ .

«Στο Ταιζέ δεν υπάρχουν επικεφαλής και ακόλουθοι, οι σχέσεις κυριαρχίας απουσιάζουν από την μικρή καθημερινή πρακτική της λειτουργίας, γιατί το σώμα είναι ένα. Βρισκόμαστε όλοι εδώ για να διακονήσουμε, όχι να διακονηθούμε. Το μοναστήρι του Taizé είναι ένα μέρος στο οποίο τραγουδούμε πολύ και προσευχόμαστε, διότι θα θέλαμε οι προσευχές μας να έχουν μια ομορφιά από την παρουσία του Θεού. Ο αδελφός Ροζέ ήθελε πάντα αυτό το μέρος να είναι όμορφο, να υπάρχει το κάλλος του Θεού. Υπάρχει μεγάλη ομορφιά όταν τραγουδάμε και προσευχόμαστε μαζί. Στα χρόνια της νεότητας του ο Ροζέ είχε επισκεφτεί τις ρωσικές ορθόδοξες εκκλησίες και πιστεύω ενδιαφερόταν για αυτήν την ομορφιά και την ακρίβεια της ορθόδοξης προσευχής »  προσθέτει ο μοναχός  Ρίτσαρντ.

Σήμερα, στο  Taizé, ζούνε μόνιμα  εκατό μοναχοί, ρωμαιοκαθολικοί και διαμαρτυρόμενοι, που προέρχονται  από τριάντα διαφορετικές χώρες, από διαφορετικές εκκλησίες, ωστόσο όλοι τους ακολουθούν το ίδιο μονοπάτι ζωής, με γνώμονα την απλότητα.

 

Οι οικουμενιστικές αντιλήψεις του Ρωμαιοκαθολικού ηγουμένου του Ταιζέ

Ο Ρωμαιοκαθολικός ηγούμενος Αλοίς, του οικουμενιστικού παπικού μοναστηριού Ταιζέ, έχει επισκεφθεί τον Πάπα Βενέδικτο 16ο, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο στην Κωνσταντινούπολη, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών στο Πόρτο Αλέγρε (Βραζιλία), τον Πατριάρχη Αλέξιο Β΄ στη Μόσχα, και τον Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρυ, δρ Ρόουαν Γουίλιαμς.

Ο ίδιος δηλώνει ότι :«Με αυτές τις επισκέψεις θα ήθελα να δείξω ότι μαζί με τους αδελφούς μου επιζητούμε με πάθος την κοινωνία μεταξύ των χριστιανών. Στο Ταιζέ θα θέλαμε να συνδράμουμε να γίνει πιο αντιληπτή η κοινωνία που, εν Χριστώ, υπάρχει ήδη μεταξύ όλων των βαπτισμένων.»

Οι επισκέπτες στο Ταϊζε

Ετησίως το Taizé, το επισκέπτονται εκατοντάδες θεολόγοι από όλο τον κόσμο,  ωστόσο το Ταιζέ  δεν είναι μια κοινότητα θεολόγων, αλλά ένα μοναστήρι που ανοίγει την αγκαλιά του σε όλους τους ανθρώπους ποικίλλων ομολογιακών, εθνικών, πολιτισμικών, γλωσσολογικών προελεύσεων. Όλοι μαζί όμως έχουν ένα κοινό στοιχείο, προσεύχονται με κοινούς ύμνους και εργάζονται μαζί για τη χρονική παραμονή τους στο μοναστικό κέντρο.



Μεταξύ των επισκεπτών και ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος επισκέφτηκε για πρώτη φορά την κοινότητα το 2017, με μεγάλη επιτυχία και πλήθος κόσμου, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Καθολικής Επισκοπής Σύρου. Αυτή ήταν και η πρώτη επίσκεψη Οικουμενικού Πατριάρχη στην κοινότητα, ενώ τα βήματά του ακολούθησε η Θεολογική σχολή του Α.Π.Θ., της οποίας οι φοιτητές εγκαταστάθηκαν για δύο μήνες στο πολυπολιτισμικό μοναστήρι.

Σε μια ομιλία του, μπροστά σε πλήθος 1500 ατόμων, ο Πατριάρχης  δήλωσε ότι η κοινότητα του Ταϊζέ μαρτυρεί πως το πέρασμα του χρόνου φέρνει πιο κοντά τους διαιρεμένους χριστιανούς, επιτρέποντάς τους να προχωρούν μαζί τον δρόμο της ενότητας. Επισήμανε ότι με τον όρο συμφιλίωση (όπως λέγεται η μία από τις δύο εκκλησίες της κοινότητας) αναφερόμαστε σε έναν παράγοντα ειρήνης, έναν μοχλό για να ξεπεραστούν ιστορικές αντιπαλότητες, ένα μέσο εξουδετέρωσης των πολώσεων του παγκόσμιου κοινωνικού τοπίου και των συγκρούσεων. Παρατήρησε ότι η συμφιλίωση είναι ένα παγκόσμιο ζήτημα για τις εκκλησίες μας και για τον κόσμο γενικότερα, και τόνισε ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης η ορθόδοξη εκκλησία πρέπει να είναι σε θέση να εξοπλιστεί με τα εργαλεία εκείνα για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που θέτει η ύστερη νεωτερικότητα.  

Τα μηνύματα του Πατριάρχη  Βαρθολομαίου στην Ταϊζέ το έτος 2021

Με την έναρξη του νέου έτους, ο Αρχιεπίσκοπος του Τορίνο Cesare Nosiglia αποφάσισε να εκθέσει την Ιερά Σινδόνη ως προσκύνημα για τους πιστούς της κοινότητας, με ηγούμενο τον αδελφό Alois και των γύρω περιοχών του Τορίνο. Την προσευχή μπροστά στο κειμήλιο των Ρωμαιοκαθολικών παρακολούθησαν διαδικτυακά χιλιάδες νέοι, ακόλουθοι της κοινότητας.

Μεταξύ των μηνυμάτων που έστειλαν ο καρδινάλιος Πιέτρο Παραλέν, εκ μέρους του Πάπα, και ο αιδεσιμότατος Κριστιάν Κρίγκερ, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εκκλησιών, αξιοσημείωτη ήταν και η παραίνεση του κ. Βαρθολομαίου προς τους νέους της Ταϊζέ να εξερευνήσουν σε βάθος τους ύμνους της –ρωμαιοκαθολικής και προτεσταντικής κατά κύριο λόγο- κοινότητας, τη ρυθμική τους ηρεμία και την μακρά σιωπή που συνθέτουν την προσευχή της κοινότητας, καθώς η προσδοκία ότι όλα θα συμβούν αμέσως “τροποποιεί βαθιά την ικανότητά μας να εκτιμούμε και να συλλογιζόμαστε την ομορφιά ενός κόσμου που, αν και ακίνητος, βρίσκεται ωστόσο σε συνεχή μεταμόρφωση“. Τόνισε οτι η υπερβολική αγάπη για τη δική μας δύναμη  είναι εντελώς αποσυνδεδεμένη από τη μόνη δύναμη που έχει σημασία: αυτή της αγάπης προς τον συνάνθρωπο και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: «Η ενότητα έχει τις ρίζες της στην ταπεινότητα. Είναι το τέλειο σκηνικό της, το σημάδι της ελπίδας με το οποίο θα αρθούν όλες οι διαιρέσεις μας”.

Απορίες

-Προς τι η εκλεκτική συμπάθεια του Πατριάρχη της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς μια κοινότητα που αποτελείται κατά κύριο λόγο από αλλόδοξα μέλη; (μάλιστα, στην κοινότητα υπάρχει και ένα Ορθόδοξο Παρεκκλήσι). Πότε οι Άγιοι της Εκκλησίας μας ενθάρρυναν τέτοιες συναναστροφές;

-Προς τι οι πατρικές νουθεσίες προς τους νέους της κοινότητας για εκμάθηση και προσήλωση σε ύμνους προτεσταντικής φύσεως;

-Από πότε ενθαρρύνεται η ανάμειξη των Ορθοδόξων σε ένα τουρλού δογμάτων  όταν, εδώ και αιώνες, γίνονται τιτάνιοι αγώνες από άξιους ιεράρχες ώστε να διαφυλαχτεί η ακεραιότητα της ορθόδοξης πίστης μας;

-Μήπως είναι τελικά ηλίου φαεινότερον πως ο κ. Βαρθολομαίος είναι φίλα προσκείμενος προς την ιδέα της Πανθρησκείας;

--------------------------------------------------------------------------

Ο Ολιβιέ Κλεμάν για την οικουμενιστική κοινότητα Ταιζέ

Ο Ολιβιέ Κλεμάν, Συγγραφέας και θεολόγος, υπήρξε καθηγητής στο ινστιτούτο Ορθόδοξης Θεολογίας του Αγίου-Σέργιου στο Παρίσι. Από το βιβλίο του με τίτλο «Ταιζέ : ένα νόημα για τη ζωή» (Bayard, 1997) παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα.

«Στο Ταιζέ, αδελφοί με διαφορετικό θρήσκευμα, εθνικότητα, μόρφωση, γλώσσα, όλα αυτά διαφορετικά και καμιά φορά αντίθετα, προσεύχονται και εργάζονται μαζί: ναι, είναι δυνατόν, ο Χριστός καταστρέφει κάθε χώρισμα. Αυτή η ιστορική και γεωγραφική διαφορετικότητα εξαλείφεται μπρος στη διαφορά των χαρισμάτων. Η κοινότητα είναι μια κυψέλη σε δραστηριότητα. Μερικοί δημιουργούν ομορφιά, ζωγραφίζουν πίνακες, καμιά φορά εικόνες, πλάθουν θαυμαστά πήλινα ικανά να εξευγενίσουν την καθημερινή ζωή. Μαθαίνουν επίσης διάφορες γλώσσες για να ανταποκριθούν στην παγκόσμια κλήση του Ταιζέ. Σεμνή αγγελία αλλά βαθιά ριζωμένη αυτής της συμφιλιωμένης , μεταμορφωμένης ανθρωπιάς, προς την οποία η ιστορία ψηλαφίζει με πόνο, μια ιστορία της οποίας το Πνεύμα, πάντα εν δράσει, απειλεί τις αδιαφάνειες, αλλά φωτίζει τις πραγματοποιήσεις, είτε πρόκειται για τέχνη, για επιστήμη η για πνευματικότητα. Οι σημερινοί νέοι είναι κουρασμένοι από τα λόγια ( αλλά και από τις φωνές), διψούν για αυθεντικότητα. Είναι μάταιο να τους μιλάει κανείς για κοινωνία εάν δεν μπορεί – «έλα και δες» - να τους δείξει ένα χώρο όπου δημιουργείται η κοινωνία. Ένα χώρο όπου να τους δέχονται όπως είναι, χωρίς να τους κρίνουν, όπου δεν τους ζητούν ένα δογματικό διαβατήριο, χωρίς όμως γι’ αυτό να κρύβουν το ότι συγκεντρώνονται γύρω από το Χριστό και ότι μια οδός – «είμαι η οδός», έχει πει – αρχίζει εκεί για όποιον το θέλει. (σελ.14-15)

Είναι ο σύνδεσμος μεταξύ μιας βαθειάς πνευματικής εμπειρίας και ενός δημιουργικού ανοίγματος στον κόσμο, που είναι στην καρδιά των εμψυχωμένων συναντήσεων στο Ταιζέ, οι οποίες διαρθρώνονται από πολλά χρόνια γύρω από το θέμα «εσωτερική ζωή και ανθρώπινη αλληλεγγύη». Και είναι αυτός ο χριστιανισμός που πρέπει να λαβαίνουμε υπ’ όψην μας, γιατί όσο περισσότερο γίνεται κανείς άνθρωπος προσευχής, τόσο περισσότερο γίνεται άνθρωπος υπευθυνότητας. Η προσευχή δεν απαλλάσσει από τα καθήκοντα αυτού του κόσμου: μας κάνει ακόμα πιο υπεύθυνους. Τίποτα δεν είναι πιο υπεύθυνο από το να προσεύχεται κανείς. Αυτό πρέπει αληθινά να το καταλάβουμε και να το δώσουμε και στους νέους να το καταλάβουν. Η προσευχή δεν είναι μια διασκέδαση, δεν είναι ένα είδος ναρκωτικού για τη Κυριακή, αλλά μας στρατολογεί στο μυστήριο του Πατέρα, μέσα στη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Γύρω από ένα Πρόσωπο που μας αποκαλύπτει κάθε πρόσωπο, και μας κάνει τελικά υπηρέτες κάθε προσώπου. (σελ.58-59)

Η «εμπιστοσύνη» είναι μια λέξη κλειδί στο Ταιζέ. Οι συναντήσεις που η κοινότητα εμψυχώνει, στην Ευρώπη και στις άλλες ηπείρους, είναι μέρος ενός προσκυνήματος εμπιστοσύνης πάνω στη γη. Η λέξη «εμπιστοσύνη» είναι ίσως μια από τις πιο ταπεινές λέξεις, τις πιο καθημερινές και τις πιο απλές που υπάρχουν, αλλά ταυτόχρονα ένα από τις πιο ουσιαστικές. Αντί να μιλάμε για «αγάπη», η ακόμη για «κοινωνία», που είναι βαριές λέξεις, θα μιλήσουμε για «εμπιστοσύνη», γιατί στην εμπιστοσύνη περικλείονται όλες αυτές οι πραγματικότητες. Στην εμπιστοσύνη, υπάρχει το μυστήριο της αγάπης, το μυστήριο της κοινωνίας, και τελικά το μυστήριο του Θεού ως Τριάδα. (σελ.87-88)

Σχέση της κοινότητας Ταϊζε με ορθοδοξες μοναστικές αδελφότητες

Ορθόδοξες μοναχές από την Ελλάδα συμμετείχαν στους εορτασμούς για την 75η επέτειο από την ίδρυση της Παπικής οικουμενιστικής κοινότητας Ταιζέ

 Η Γερόντισα Ιακώβη του Ιερού Ησυχαστηρίου του Τιμίου Προδρόμου Ακριτοχωρίου – Μητροπόλεως Σιδηροκάστρου νομού Σερρών, παραβρέθηκε και μίλησε στους εορτασμούς για την 75η επέτειο από την ίδρυση της Παπικής οικουμενιστικής κοινότητας Ταιζέ .

Η Γερόντισα μίλησε περί μοναχισμού και τόνισε την αγάπη του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου ο οποίος όπως χαρακτηριστικά ανέφερε “αγωνίζεται να εφαρμόσει την εντολή του Κυρίου για ενότητα και αδελφοσύνη”.

 Πνευματικός καθοδηγητής του Ιερού Ησυχαστηρίου του Τιμίου Προδρόμου Ακριτοχωρίου, είναι ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής Ξενοφώντος του Αγίου Όρους, Αρχιμανδρίτης Αλέξιος.

Σχέση της κοινότητας Ταϊζε με με το Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ

Ποια είναι όμως η σχέση της κοινότητας του Taizé με το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου;

«Μερικοί αδελφοί και εγώ, λέγει ο μοναχός  Ρίτσαρντ, είχαμε την ευκαιρία να επισκεφτούμε το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Γνωρίζω ορισμένους διδάσκοντες και έχω μελετήσει πολλά από τα άρθρα τους και τα έργα τους, μερικά από τα οποία με διευκόλυναν να κατανοήσω πολλές ορθόδοξες πτυχές και γενικά θεολογικές διαστάσεις. Με το να γνωρίσω το Πανεπιστήμιο αυτό, αντιλαμβανόμουν ότι η παρουσία των φοιτητών θα ερχόταν να εμπλουτίσει τις συναντήσεις στο εδώ. Είμαστε, λοιπόν, πολύ χαρούμενοι που εδώ και λίγα χρόνια φιλοξενούμε φοιτητές για το διάστημα λίγων μηνών του καλοκαιριού, και ελπίζω οι φοιτητές να από-λαμβάνουν κάτι από το Taizé. Η παρουσία τους βοήθησε πολύ, ώστε να εξοικειωθούμε με την ορθόδοξη εκκλησία και παράδοση» επισημαίνει ο μοναχός Ρίτσαρντ. Η ζωή στο μοναστήρι του Ταιζέ είναι βασισμένη σε τρείς κοινές προσευχές μέσα στον μεγάλο ναό της Συμφιλίωσης, οι οποίες δίνουν τον, ιδιαίτερο, παλμό της ημέρας.

 

Συμπεράσαματα

Η οικουμενιστική Κοινότητα Taizé εμπράκτως καθιστά την αλήθεια δευτερεύουσα. Έχει επεκτείνει τα οικουμενιστικά ολισθήματά της και σε διαθρησκειακό επίπεδο.

Παρουσιάζεται σάν ‘’μοναστική’’ κοινότητα. Έχει δολίως αποκληθεί ‘’μοναστική’’.  Είναι όμως μια από αυτές τις κοινότητες, που με βάση το Βατικάνειο «Κώδικα  Κανονικού Δικαίου» (Codise di Diritto Canonico), θεωρούνται «Ιδιωτικές ενώσεις πιστών» (Associazones private di fedeli). 

Δυστυχώς οι οικουμενιστικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται στην «Κοινότητα Taizé», σκοπό έχουν να καταδείξουν ότι οι δογματικές διαφορές αποτελούν απλά διαφορετικές παραδόσεις.  Τούτο άλλωστε υπονοείται και από τα κατά καιρούς παπικά κελεύσματα, όπου οι δογματικές διαφορές καλούνται σκοπίμως εκκλησιαστικά έθιμα.

Καθίσταται η αλήθεια της Πίστης δευτερεύουσα, χάριν της ανθρωπάρεσκης αγάπης.   Επακόλουθο λοιπόν και τούτο από  το ανθρωπάρεσκο των ελασσόνων στα οικουμενιστικά διαλογικά παίγνια.  Καθίστανται τοιουτοτρόπως η μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και η ομολογία της αλήθειας δευτερεύουσες.  Είναι ξεκάθαρο δείγμα παπικής δολιότητας η «Κοινότητα Taizé» και συνεπώς είναι απαράδεκτη η συμμετοχή Ορθοδόξων σ΄αυτές τις οικουμενιστικές συνάξεις.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι σαφέστατος.

Μας λέει: ’’Ουδέν όφελος βίου καθαρού, δογμάτων διεφθαρμένων’’.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει στην προς Τίτον, κεφ. 3, στ. 10:

’’Αρετικόν νθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτο’’.

Ο Μαθητής του Κυρίου μας Ιωάννης γράφει επίσης: (Β’ Ιωάννου, 10-11)

’’Ε τις ρχεται πρός μς καί ταύτην τήν διδαχήν (το Χριστο) ο φέρει, μή λαμβάνετε ατόν ες οκίαν, καί χαίρειν αυτ μή λέγετε. γάρ λέγων ατ χαίρειν, κοινωνε τος ργοις ατο τος πονηρος’’.

Εμείς, από πότε γίναμε ανώτεροι στην αγάπη, από τον Απόστολο Παύλο και από τον Ιωάννη, τον ηγαπημένο Μαθητή του Κυρίου μας;

Σε ολόκληρο το Ευαγγέλιο, Αγάπη και ψεύδος δεν συναπαντώνται πουθενά. Η αγάπη ποτέ δεν θυσιάζει την Αλήθεια. Αγάπη, που κρύβει και συγκαλύπτει την αίρεση, είναι εωσφορική.


Παρασκευή 30 Ιουνίου 2023

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ-ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ-ΠΑΠΙΚΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ.



Έρευνα: του πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου



Το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της Ένωσης Ορθοδόξων και Παπικών υπήρξε, ως γνωστόν η λεγόμενη «άρση των αναθεμάτων»,το 1965, ερήμην των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία παρουσιάστηκε σε παραποιημένες μεταφράσεις στους Ορθοδόξους ως «άρση των αναθεμάτων του 1054», ενώ στο πρωτότυπο κείμενο αναφέρεται ως «άρση της ακοινωνησίας»! Επακολούθησε ο περιβόητος «Διάλογος της αγάπης», (1965 έως 1980), που αποσκοπούσε να προλειάνει το έδαφος, ώστε να επιτευχθεί το κατάλληλο κλίμα για τον εν συνεχεία Θεολογικό Διάλογο μεταξύ των δύο πλευρών, Ορθοδόξων και παπικών. Στη συνέχεια φθάσαμε στην πλήρη αμοιβαία εκκλησιαστική αναγνώριση Ορθοδοξίας και Παπισμού, ως «Αδελφών Εκκλησιών» το 1993 στο Balamand, η οποία κατόπιν επισφραγίστηκε συνοδικά στη «Σύνοδο» της Κρήτης το 2016.
Όπως αποκαλύπτει ο μακαριστός καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης, και άλλες εκκλησιαστικές προσωπικότητες, η πορεία προς την «ένωση» προχώρησε επί τη βάσει ενός καλά μελετημένου σχεδίου, που εκπόνησε το Βατικανό:
«Ο Πάπας Παύλος ο ΣΤ΄ και οι περί αυτόν Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι εξεπόνησαν ενα καλώς μελετηθέν ευρύτατον πρόγραμμα ρωμαιοκεντρικού Οικουμενισμού, σύμφωνον προς την Λατινικήν Εκκλησιολογίαν»
Η Μικτή θεολογική επιτροπή για τον διάλογο Ορθοδόξων και Παπικών, που συνεδρίασε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τον Ιούνιο του 2023 ασχολήθηκε με το τελευταίο θέμα των διαχριστιανικών διαλόγων που είναι «Το Πρωτείο και η Συνοδικότητα στην Εκκλησία, κατά την δεύτερη χιλιετία»Απομένει να μελετήσουμε το τελικό κείμενο της συνάντησης, ώστε να δούμε το προτεινόμενο επίσημο σχέδιο της Ένωσης με τους Παπικούς. Μπορούμε όμως να προβλέψουμε όμως το μοντέλο αυτό αν ανατρέξουμε σε ιστορικά γεγονότα που σχετίζονται με τις προσπάθειες για την Ένωση Ορθοδόξων-Παπικών
-------------------------------------------------------
Μελετώντας γεγονότα που προηγήθηκαν και σχετίζονται με το θέματα της ένωσης Ορθοδόξην-Παπικών διαπιστώνουμε ότι δυστυχώς το Φανάρι, ερήμην του πιστού λαού, ενεργεί βήματα προς την ένωση –διάβαζε υποταγή– με τους παπικούς. Είναι χαρακτηριστικό της φαναριώτικης άποψης για την «ένωση» το κείμενο του Βορειοαμερικανικού Ορθοδόξου – Καθολικού Συμβουλίου, με τίτλο «Βήματα προς την κατεύθυνση μίας επανενωμένης Εκκλησίας: Σχέδιο για μία Ορθόδοξη – Καθολική θεώρηση περί του μέλλοντος». Το Συμβούλιο συνεδρίασε στο Georgetown University, Washington DC, στις 2 Οκτωβρίου 2010, και το κείμενο δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του USCCB (Συμβούλιο των Καθολικών Επισκόπων των Ηνωμένων Πολιτειών). Στο κείμενο και στο 7ο σημείο αναφέρεται ότι ο Επίσκοπος της Ρώμης, μετά την «ένωση», θα είναι «από αρχαίο έθιμο» ο «πρώτος» των επισκόπων όλου του κόσμου και των περιφερειακών πατριαρχών και τα «πρεσβεία τιμής» του δεν θα είναι τιμητικό προβάδισμα, αλλά πραγματική εξουσία, διά της οποίας θα μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις καθοριστικές για την Εκκλησία. Προφανώς όλα αυτά σύμφωνα με τις αποφάσεις της Α΄ Βατικανής Συνόδου, το 1870, μετά την οποία τα περί «αλαθήτου» του Πάπα αποτελούν δόγμα των Λατίνων…

Και εδώ το Βατικανό ρίπτει στους Ορθοδόξους το δέλεαρ, που έριψε παλαιότερα και έπιασε στους μονοφυσίτες της Μέσης Ανατολής. Λέγει ότι αν οι Ορθόδοξοι επίσκοποι αναγνωρίσουν το Πρωτείο του Πάπα και την απόλυτη εξάρτησή τους από το Βατικανό, θα μπορούν να αναφέρονται σ’ αυτόν όπως σήμερα στους Πατριάρχες και στους Προκαθημένους των τοπικών τους Ορθοδόξων Εκκλησιών…

Η Ιστορία αποδεικνύει πως με τη ριζωμένη επί αιώνες στο Βατικανό αιρετική κοσμική συνείδηση, όταν οι Ορθόδοξοι επίσκοποι αποδεχθούν την υποταγή τους στον Πάπα, τότε θα τους επιβάλει τη θέλησή του και θα τους μετατρέψει από υπεύθυνους για το ποίμνιό τους και για όλη την Εκκλησία Επισκόπους, σε βικαρίους του, σε άβουλα και πειθήνια δηλαδή όργανά του.
-----------------------------------------------------
Εκτός από τους Λατίνους επισκόπους των ΗΠΑ το παπικό μοναστήρι του Bose έχει αναλάβει την ευθύνη της προώθησης της «κοινωνίας» με τους Ορθοδόξους.

Το κέρδος για τους ρωμαιοκαθολικούς από τα συνέδρια του Bose είναι αφ᾽ ενός μεν οι οικουμενιστές Ορθόδοξοι να αισθάνονται οικεία, αφ᾽ ετέρου δε οι μη οικουμενιστές να γνωρίσουν μία «με κατανόηση και χωρίς αυταρχισμό και απολυτότητα» όψη ανθρώπων του Βατικανού… Φυσικά κανένα κέρδος δεν έχει η Ορθοδοξία. Ουδείς ρωμαιοκαθολικός όλα αυτά τα χρόνια έχει εμφανώς επηρεαστεί, ακόμη και από σημαντικές εισηγήσεις σημαντικών ορθοδόξων θεολόγων. Αντίθετα, ο οικουμενισμός προωθήθηκε στους ορθοδόξους…

…Η στρατηγική επιδίωξη του Βατικανού είναι παράλληλα με την προώθηση του Πρωτείου του Πάπα, να πείσει τους Ορθοδόξους πιστούς ότι τίποτε δεν τους χωρίζει από τους ρωμαιοκαθολικούς και επομένως είναι σε πορεία πλήρους κοινωνίας…
------------------------------------------------------
Το 2011 μήνυμα σε πολλούς αποδέκτες έστειλε με αφορμή το Πάσχα ο Ρωμαιοκαθολικός Αρχιεπίσκοπος Βελιγραδίου, Stanislav Hocevar. Ο Ρωμαιοκαθολικός Αρχιεπίσκοπος, στο μήνυμά του προς τους πιστούς, (Postojanom ljubavlju preobrazimo sebe) ανέφερε ότι η δύναμη του Χριστού μπορεί να ακυρώσει όλη την ενέργεια την οποία χρησιμοποιούσαμε ως τώρα στις εχθρότητές μας και όλες τις εντάσεις ανάμεσά μας, καθώς και να μετατρέψει αυτήν την ενέργεια σε ενέργεια για την ανάπτυξη της αμοιβαίας συνεργασίας. «Χάρη στην Ανάσταση του Ιησού Χριστού εμείς μπορούμε να αφήσουμε στην άκρη την αμοιβαία εχθρότητα και να βρούμε δρόμους ενότητας, διατηρώντας πάντα τις διαφορετικότητές μας».

Σύμφωνα με τα λόγια του αν μέχρι τώρα αισθανόμασταν μοναχοί, αιχμαλωτισμένοι η απομονωμένοι, τώρα, με την αγάπη του Χριστού, η οποία είναι υπεράνω όλων αυτών, μπορούμε να αρχίσουμε τη δημιουργία νέας κοινότητας, με νέα ελπίδα και σοφία». Κατά τον τρόπο αυτό δεν πρόκειται να χάσουμε την ταυτότητά μας, αλλά θα απαλλαγούμε από την καταστροφική επενέργεια του παρελθόντος, παράλληλα με την ανανέωση του πνεύματος, της πίστης και της δημιουργικότητάς μας». «Ας γίνει λοιπόν, αδελφοί και αδελφές, πραγματικότητα αυτό το Πάσχα η ελπίδα, η πίστη, η αγάπη, η ενότητα και συνεργασία», κατέληξε ο Ρωμαιοκαθολικός Αρχιεπίσκοπος Βελιγραδίου Stanislav Hocevar .

Δηλαδή με απλά λόγια ο Παπικός Αρχιεπίσκοπος του Βελιγραδίου μας προσκαλεί να γίνουμε Ουνίτες.!!! Ενότητα στη διαφορετικότητα, προτείνει. Ούτε για ένα δευτερόλεπτο δεν αφίστανται οι Παπικοί από τις αποφάσεις της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου για τις “Ανατολικές Εκκλησίες”, όπως ονομάζουν τις Ορθόδοξες και τις Μονοφυσιτικές Εκκλησίες.

. Η πρότασή του προς τους Ορθόδοξους είναι σαφέστατη. Γίνετε Ουνίτες! Κρατείστε και το “Σύμβολο της Πίστεως” χωρίς το Filioque. Συνεχίστε να έχετε τη μοναχική τάξη που έχετε. Τελείτε τα μυστήριά σας με τον τρόπο που τα τελείτε. Κρατείστε ο,τι άλλο έθιμο θέλετε.

Η διαφορετικότητα δεν ενοχλεί τον Παπισμό καθόλου. Η ποικιλία – ακόμη και σε θέματα δόγματος – ουδόλως ενοχλεί το Βατικανό. Οι εν Ελλάδι Παπικοί απαγγέλλουν το Σύμβολο της Πίστεως χωρίς το Filioque. Αφού και ο ίδιος ο Πάπας το απαγγέλλει – ορισμένες φορές – χωρίς το Filioque ως Σύμβολο της πίστεως μιάς αρχαίας μορφής!!! Οι Μαρωνίτες δέχονται μόνον πέντε Οικουμενικές Συνόδους. Και κάτι έγινε.!!! Το Βατικανό “αγρόν ηγόρασεν …”.

Ένα μόνον τους ενοχλεί. Σε ένα μόνον δεν δέχονται παζάρια η συμβιβασμό. Στο πρωτείο και στο αλάθητο. Στα παπικά δόγματα. Αν εμείς προδώσουμε την πίστη μας και δεχθούμε τα παπικά δόγματα τότε η ένωση θα γίνει αμέσως πραγματικότητα. Για τους Παπικούς από αυτό και μόνο εξαρτώνται όλα.
-----------------------------------------------------
Ουνίτες Επίσκοποι της Ευρώπης συναντήθηκαν, από τις 23 έως τις 26 Οκτωβρίου 2014, στο Λβοφ της δυτικής Ουκρανίας. Θέμα της σύναξής τους ήταν «Ο ρόλος της αποστολής (ιεραποστολής) των Ανατολικών Καθολικών Εκκλησιών, πρώτιστα στην οικουμενική κίνηση, όπως επίσης στις ευρωπαικές κοινωνίες»! Δηλαδή, με άλλα λόγια, η δράση της Ουνίας, εις βάρος των Ορθοδόξων!
-----------------------------------------------------

Στις 16 Δεκεμβρίου του 2019 ο καρδινάλιος Kurth Koch, υπεύθυνος για την προώθηση της ενότητας των χριστιανών έδωσε διάλεξη στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ της Γενεύης. Είπε μεταξύ άλλων «το έγγραφο της Ραβέννα αποτελεί σημαντική πρόοδο στον ορθόδοξο-καθολικό διάλογο, δεδομένου ότι για πρώτη φορά οι δύο εταίροι ήταν ικανοί να δηλώσουν από κοινού ότι η Εκκλησία χρειάζεται το πρωτείο σε όλα τα επίπεδά της, συμπεριλαμβανομένου του παγκόσμιου επιπέδου. Στη συνέχεια, η ολομέλεια στο Κέιτι ( Chieti) συνέταξε, το 2016, το κείμενο “Συνοδικότητα και πρωτείο κατά την πρώτη χιλιετία. Προς μια κοινή αντίληψη, στην υπηρεσία της ενότητας της Εκκλησίας”. Το επόμενο βήμα θα είναι η μελέτη του “Πρωτείου και της συνοδικότητας στη δεύτερη χιλιετία και σήμερα”».[…] Τελικός στόχος και σκοπός της Επιτροπής Διαλόγου είναι η αποκατάσταση κοινωνίας μεταξύ της Ορθοδόξου και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.[…]

Μία απόλυτα μεθοδευμένη παπική κυριαρχία περαίνεται μέσω αυτών των Μικτών Διαλόγων μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών, οι οποίοι άρχισαν επίσημα το 1980 στο ιερό νησί της Πάτμου.

Σε αυτούς τους διαλόγους οι παπικοί εισήλθαν αμετανόητοι μεν, με δολιότητα δε.

Στο βιβλίο του πατρός Θεοδώρου Ζήση «Ουνία Νεώτερες εξελίξεις» μεταξύ άλλων καταγράφεται η εναρκτήρια πρόθεση του Πάπα «Δια τούτο με το διάταγμα ‘Περί των Ανατολικών Καθολικών Εκκλησιών’ της Β’ Βατικανείου Συνόδου (1963-1965) αποφασίζετο η καλυτέρα οργάνωσις και επέκτασις των ουνιτικών εκκλησιών ως και η ίδρυσις νέων ουνιτικών πατριαρχείων».

Την φωτεινή σελίδα αυτών των ζοφερών διαλόγων που ήταν η καταδικαστική απόφαση της Ουνίας στην ΣΤ΄ ολομέλεια της Μικτής Επιτροπής Διαλόγου στο Freising του Μονάχου το 1990, αμαύρωσε και καταπόντισε η Ζ΄ Συνέλευση της Μικτής Επιτροπής του Διαλόγου Ορθοδόξων Παπικών στο Balamand του Λιβάνου το 1993, όπου αναιρέθηκε η καταδίκη της Ουνίας.

Κατά την 7η Γενική Συνέλευση στο Balamand (1993) οι Ορθόδοξοι εκπρόσωποι έκαναν ένα ασύλληπτο άλμα παρακάμπτοντας πλήθος αιρετικών διδασκαλιών του Παπισμού (Filioque, πρωτείο, κτιστή Χάρις, άζυμα, καθαρτήριο πυρ, Μαριολατρεία κλπ) και αναγνώρισαν τους Παπικούς ως αδελφή Εκκλησία, με έγκυρα μυστήρια, ταυτότητα πίστεως, με αποστολική διαδοχή (από κοινού υπευθύνους δια την τήρησιν της Εκκλησίας του Θεού εν τη πιστότητι προς την Θείαν Οικονομίαν,,, παρ. 13 και 14)
-----------------------------------------------------
Η Ι΄ Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής στη Ραβέννα τον Οκτώβριο του 2007 αποτελεί τη συνέχεια της παπικής επίθεσης και της ηττοπάθειας από πλευράς Ορθοδόξων συνέδρων. […] ο Διάλογος Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, όπως μέχρι τώρα εξελίσσεται, δείχνει να οδηγή σε ουνιτικού τύπου ένωσι και μάλιστα βάσει σχεδίου που έχει εκπονήσει το Βατικανό. Είχαμε εκφράσει την ελπίδα ότι «οι Ορθόδοξοι δεν θα υποκύψουν στις προαιώνιες παπικές αξιώσεις, δεν θα αμνηστεύσουν την Ουνία, δεν θα αναγνωρίσουν στον Πάπα κάποια μορφή πρωτείου εξουσίας και παγκοσμίου δικαιοδοσίας, ούτε θα δεχθούν να συνεργασθούν στους Βατικάνειους σχεδιασμούς για ένωση που άμεσα η έμμεσα θα παραθεωρή την ακαινοτόμητο Ορθόδοξο Πίστι» έγραφε σε κείμενο του ο μακαριστός Ηγούμενος της Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους π. Γεώργιος Καψάνης τον Δεκέμβριο του 2007.

Και συνεχίζει «Που όμως οδηγεί το «Κείμενο της Ραβέννας»; Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύουμε ότι το «Κείμενο της Ραβέννας» επιβεβαιώνει τους φόβους, ότι οι Ορθόδοξοι υποχωρούμε στις παπικές αξιώσεις. Οι λόγοι είναι οι εξής:

α) Το κείμενο ομιλεί για «ρωμαιοκαθολική Εκκλησία». Δεν πρόκειται για τεχνικό όρο, του οποίου η χρησιμοποίησις θα διευκόλυνε τον διάλογο. Αντιθέτως, του έχει δοθεί πλήρες θεολογικό περιεχόμενο, έτσι ώστε ο διάλογος να γίνεται με την προϋπόθεση ότι η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είναι αληθινή, ορθοδοξούσα, Εκκλησία. Η Ορθόδοξη αντιπροσωπεία στο σημείο αυτό έχει υποχωρήσει ανεπίτρεπτα. Με το κείμενο του Balamand (1993) είχε αναγνωρίσει την ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως Εκκλησία με την πλήρη σημασία του όρου: «Και από τις δυό πλευρές αναγνωρίζεται ότι αυτό που ο Χριστός ενεπιστεύθη στην Εκκλησία Του -ομολογία της αποστολικής πίστεως, συμμετοχή στα ίδια μυστήρια, προ πάντων στη μοναδική Ιερωσύνη που τελεί τη μοναδική θυσία του Χριστού, αποστολική διαδοχή των επισκόπων- δεν δύναται να θεωρείται ως η ιδιοκτησία της μίας μόνον από τις Εκκλησίες μας» 
Πρόκειται για ουσιαστική υποχώρηση από την πιο θεμελιώδη και αφετηριακή βάσι των θεολογικών διαπραγματεύσεων. Ενώ δηλαδή οι Ρωμαιοκαθολικοί, όταν αναγνωρίζουν ορισμένα συστατικά στοιχεία της Εκκλησίας στην Ορθόδοξο Εκκλησία (έγκυρα Μυστήρια και αποστολική διαδοχή), μένουν πιστοί στην εκκλησιολογία της Β´ Βατικανείου, οι Ορθόδοξοι παραιτούνται από την διαχρονικώς μαρτυρουμένη υπό εγκρίτων Πατέρων και συνόδων πίστη μας, ότι λόγω των αιρετικών της δογμάτων η Εκκλησία της Ρώμης απεκόπη από το σώμα της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, δεν έχει τα στοιχεία που την καθιστούν αληθή Εκκλησία Χριστού, και πλέον είναι αιρετική Εκκλησία. Διστάζουν να εκφράσουν ακόμη και την ιστορική διαπίστωσι, όπως την διετύπωσε ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός: «προ χρόνων πολλών απεσχίσθη της Δυτικής Εκκλησίας, της Ρώμης, φαμέν, το περιώνυμον άθροισμα εκ της των ετέρων τεσσάρων αγιωτάτων Πατριαρχών κοινωνίας, αποσχοινισθέν εις έθη και δόγματα της Καθολικής Εκκλησίας και των Ορθοδόξων αλλότρια… (τα δε των Ορθοδόξων αλλότρια πάντως αιρετικά)».

β) Αλλά και αυτήν την, κακώς γενομένη, «αλληλοαναγνώρισι» υπερκέρασε η Οδηγία του Βατικανού τον Ιούλιο του 2007 με τις γνωστές «Απαντήσεις», με τις οποίες ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ´ χαρακτηρίζει «ελλειμματικές» τις Ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες, επειδή δεν έχουν κοινωνία με τον διάδοχο του Πέτρου!

γ) Οι αναφορές του «Κειμένου της Ραβέννας» στην αποστολική πίστη, στα εισαγωγικά Μυστήρια, στην Ιερωσύνη, στην Ευχαριστία και στην αποστολική διαδοχή γίνονται με τόση φυσικότητα για την ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ώστε να νομίζη κανείς ότι η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία σε όλα αυτά τα σημεία ορθοδοξεί. Αλλά διερωτώμεθα μαζί με τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό: «Πόθεν ούν ημίν ανεφάνησαν εξαίφνης όντες ορθόδοξοι, οι διά τοσούτων χρόνων και υπό τοσούτων Πατέρων και διδασκάλων κριθέντες αιρετικοί;». 
Πράγματι, πότε οι Ρωμαιοκαθολικοί έδωσαν σαφείς ενδείξεις ότι απέβαλαν τις γνωστές ετεροδιδασκαλίες τους; Αντιθέτως μάλιστα, έχουν δώσει καλώς τεκμηριωμένες αποδείξεις επιμονής σε αυτές. Πως έχουν την αποστολική πίστι, εφ' όσον το Φιλιόκβε, η κτιστή Χάρις, το Πρωτείο ως προνόμιο παγκοσμίου δικαιοδοσίας, το Αλάθητο, η άσπιλος σύλληψις της Θεοτόκου κ.α. αποτελούν ακόμη βασικά και αδιαπραγμάτευτα δόγματά τους; Πως έχουν έγκυρα εισαγωγικά Μυστήρια (Βάπτισμα, Χρίσμα), Ιερωσύνη και Ευχαριστία, εφ' όσον κατά τον άγιο Μάρκο έχουν αποσχισθή από την Καθολική Εκκλησία του Χριστού; Άλλωστε τελεί εν ισχύι, επικυρωμένος από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο ο α´ Κανών του Μεγάλου Βασιλείου, ότι «οι της Εκκλησίας αποστάντες ουκ έτι έσχον την Χάριν του Αγίου Πνεύματος εφ' εαυτούς· επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπήναι την ακολουθίαν… απορραγέντες, λαικοί γενόμενοι, ούτε του βαπτίζειν, ούτε του χειροτονείν είχον εξουσίαν, ούτε ηδύναντο Χάριν Πνεύματος Αγίου παρέχειν, ης αυτοί εκπεπτώκασι».
-------------------------------------------------------
Τον Μαϊο 2021 ακούστηκαν απίστευτα πράγματα, ανείπωτες βλασφημίες από το στόμα του νέου Μητροπολίτη Ιταλίας Πολύκαρπου μετά την συνάντηση που είχε στο Βατικανό με τον πάπα.

Ιδού τι δήλωσε σύμφωνα με το vaticanews.

«Η συνάντηση με τον Πάπα Φραγκίσκο πήγε πολύ καλά. Ήταν μια πολύ εγκάρδια συνάντηση ενός υιού με τον αγαπημένο του πατέρα, μια συνάντηση ενός επισκόπου με τον προκαθήμενο και πατριάρχη του. Ο Άγιος Πατέρας έχει μεγάλη, γνήσια καρδιά. Τον ευχαρίστησα για το ενθαρρυντικό μήνυμα που μου έστειλε για την ενθρόνισή μου. Ζήτησα πάλι, και αυτήν την φορά στην Ιταλία ως επίσκοπος, την παπική ευλογία του για το έργο μου, και τον διαβεβαίωσα για τις θερμές μου προσευχές να του δώσει ο Θεός πολλά χρόνια σωματικής και πνευματικής υγείας για το καλό της παγκόσμιας (universal) Εκκλησίας και επίσης για το καλό του κάθε ανθρώπου καλής θελήσεως, για τον οποίο ο Άγιος Πατέρας έχει ιδιαίτερη ευαισθησία.»

Σε άλλο σημείο ανέφερε:

«Αυτό που προκαλεί έκπληξη είναι ότι η εγγύτητα, οι χειρονομίες, οι πρωτοβουλίες του Πάπα Φραγκίσκου και του Πατριάρχη Βαρθολομαίου είναι γνήσιες και μακριά από οποιαδήποτε κοσμική άποψη ή απόπειρα εντυπωσιασμού. Είναι δύο άνθρωποι που έχουν τις ίδιες σκέψεις και ευαισθησίες, που γνωρίζουν ότι πρέπει να ενεργούν μαζί για το καλό της ταραγμένης ανθρωπότητας, και πρόσφατα ακόμη πιο ταραγμένης από την υγειονομική κρίση και την οικονομική κρίση που προκάλεσε η πανδημία του κορωνοϊού. Το ταξίδι των Καθολικών και των Ορθόδοξων προς την πλήρη ενότητα βρίσκεται στο σωστό δρόμο υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος και κινείται προς την γραμμή του τερματισμού. Πιστεύω ότι ο στόχος αυτός έχει ήδη επιτευχθεί στο επίπεδο των πιστών, και αυτό είναι πιο σημαντικό από ό, τι σε θεσμικό επίπεδο.»

Τέλος, απαντώντας στο ερώτημα για το τι θα μπορούσε σήμερα να απειλήσει την πορεία προς την ενότητα.

«Ο σχετικισμός, η αδιαφορία, η αδράνεια, η απαισιοδοξία, η ιδέα μιας επιφανειακής ενότητας, μιας διοικητικής-θεσμικής ενότητας, ο σεκουλαρισμός, πιθανά γεωπολιτικά παίγνια: όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την ενότητα. Η Εκκλησία δεν είναι θεσμός αυτού του κόσμου, αλλά είναι το θεανθρώπινο μυστικό σώμα του Χριστού.»(Σημείωση.Σεκουλαρισμός είναι η άποψη πως το κράτος και οποιαδήποτε άλλη κοινωνική οντότητα πρέπει να είναι εντελώς διαχωρισμένη από τη θρησκεία και από διάφορους θρησκευτικούς θεσμούς και δόγματα.

Σχολιάζοντας τις δηλώσεις αυτές διάφοροι εκκλησιαστικοί αναλυτές επισήμαναν ότι οι δηλώσεις του Σεβ. Ιταλίας δεν είναι τυχαίες, αλλά τροχιοδεικτικές. Μας δείχνουν με αρκετή σαφήνεια, που οδηγούνται τα πράγματα και ποια σκοτεινά σχέδια «ενώσεως» υλοποιούνται σταδιακά. Ας μη λησμονούμε ότι και η «Σύνοδος» της Κρήτης (2016), έπαιξε τον δικό της καθοριστικό ρόλο, διότι «άνοιξε το δρόμο» προς την «ένωση» απροϋπόθετα, χωρίς την επάνοδο των ετεροδόξων στην Ορθοδοξία. Ο Σεβ. Ιταλίας δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να εκφράσει το «πνεύμα» της «Συνόδου» της Κρήτης και να προωθεί τις αποφάσεις της!

(Μητροπολίτης Θεοδόσιος της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας UOC)
----------------------------------------------------
Η χορήγηση Αυτοκεφαλίας από το Φανάρι στο «εκκλησιαστικό» μόρφωμα των σχισματικών της Ουκρανίας το 2018, έδωσε την ευκαιρία και τη δυνατότητα στους θιασώτες του Οικουμενισμού, αλλά και στο Βατικανό, να θέσουν σε εφαρμογή ένα νέο τρόπο υλοποίησης της «ενώσεως», σύμφωνα με τον οποίον, αυτή θα γίνει κατ’ αρχήν τμηματικά, προφανώς για να μετριαστεί η αναμενόμενη ισχυρή λαϊκή αντίδραση!

Το μεγάλο ζητούμενο, αλλά και δυσεπίλυτο πρόβλημα για τους θιασώτες του οικουμενισμού είναι να βρεθεί μια φόρμουλα της «ενώσεως των Εκκλησιών», αποδεκτή όχι μόνο από τους ιθύνοντες και σχεδιαστές της, αλλά και από τον πιστό λαό του Θεού.

Το τελικό μοντέλο της ένωσης θα επιτευχθεί ως εξής, σύμφωνα με σχετικό άρθρο του γραφείου Αιρέσεων της Μητροπόλεως Πειραιώς και με το οποίο συμφωνούμε.

«Σε πρώτη φάση επιδιώκεται η «ένωση» των σχισματικών του Επιφανίου με τους ουνίτες της Ουκρανίας, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια ενιαία τοπική «Εκκλησία», που θα περιλαμβάνει τους ουνίτες και όσους ακολουθούν τον Επιφάνιο.

Σε μια επόμενη φάση, θα επιδιωχθεί, κατά πάσαν πιθανότητα, η ενσωμάτωση όλων των Ορθόδοξων Εκκλησιών, που ακολουθούν το Οικουμενικό Πατριαρχείο με όλες τις ουνιτικές κατά τόπους «Εκκλησίες», οι οποίες θα υπάγονται στο πρωτείο εξουσίας του Οικουμενικού Πατριάρχου.

Και τέλος σε μια τρίτη και τελευταία φάση θα επιδιωχθεί η «ένωση» των ελληνοφώνων Ορθόδοξων Εκκλησιών, με τον αιρετικό Παπισμό μέσω όλων αυτών των εξουνιτισμένων υβριδικών «Εκκλησιών», που θα έχουν εν τω μεταξύ δημιουργηθεί. Όλοι αυτοί, («Ορθόδοξοι» και Παπικοί), θα υπάγονται μέσω του Οικουμενικού Πατριάρχου στον Πάπα. Ο πρώτος τη τάξει θα είναι ο Πάπας και αμέσως μετά από αυτόν ο Οικουμενικός Πατριάρχης.

Είναι γνωστό ότι οι ελληνόφωνες Ορθόδοξες Εκκλησίες, παρά τις ελάχιστες διαφορές τους με το Φανάρι, ακολουθούν «κατά πόδας» τις επιλογές του Φαναρίου, ενώ οι σλαβόφωνες έχουν δική τους πορεία και ακολουθούν κατά πόδας την Μόσχα ως «δορυφόροι» της. Απ’ ό,τι φαίνεται, με βάση τα σημερινά δεδομένα, η παγκόσμια Ορθοδοξία οδηγείται σταδιακά σε διάσπασή της σε ελληνόφωνες και σλαβόφωνες Εκκλησίες, πράγμα το οποίο διακαώς επιθυμεί το Βατικανό. Μάλιστα υπάρχουν βάσιμοι φόβοι, ότι αυτό το μέγα ανοσιούργημα θα πραγματοποιηθεί κατά την προετοιμαζόμενη «Οικουμενική Σύνοδο» του 2025, με την συμπλήρωση 1700 ετών από την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, (325 μ.Χ.). Θα αφορά δε την «ένωση» του Βατικανού με τις ελληνόφωνες Τοπικές Εκκλησίες, ενώ οι σλαβόφωνες θα απέχουν και δεν θα συμμετάσχουν».

Εννοείται ότι η Ένωση αυτή θα γίνει χωρίς να έχουν λυθεί οι μεγάλες δογματικές διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού.
Ο καθηγητής Π.Μπούμης προκειμένου να προωθήσει το μοντέλο της ένωσης παρά τις δογματικές διαφορές Ορθοδόξων και Παπικών έγραψε ότι οι δήθεν, γι’ αυτόν, δογματικές πλάνες του Παπισμού τελικά ήταν απλές παρεξηγήσεις του παρελθόντος! Το μεν Filioque ήταν «μεταφραστικό λάθος», το δε πρωτείο εξουσίας, (αλαθήτου), μπορεί να επιλυθεί, αν δεχθούμε ότι το πρωτείο δεν προέρχεται άμεσα από τον Πάπα, αλλά έμμεσα, μέσω δηλαδή της Οικουμενικής Συνόδου. 
Οι άγιοι Πατέρες της Η΄ Οικουμενικής Συνόδου, (879-880), οι οποίοι θεώρησαν το Filioque ως αιρετική και κακόδοξη διδασκαλία, πλανήθηκαν, όπως προκύπτει από την θέση του κ. καθηγητή, ο οποίος διορθώνοντας αυτούς, αποφαίνεται ότι το Filioque ήταν «μεταφραστικό λάθος»! Αρκεί λοιπόν τώρα να γίνουν κάποιες «συμφωνίες» εκατέρωθεν και στη συνέχεια «μία ειδική κοινή, αρχιερατική ακολουθία- λειτουργία των εκατέρωθεν προκαθημένων, όπου θα γίνει και μία επίσημη ομολογία συμφωνίας και επιλύσεως των δύο ουσιαστικών-βασικών διαφορών, δηλαδή του Filioque και του πρωτείου εξουσίας (αλαθήτου)».
 Και ω του θαύματος! Η πολυπόθητη ενότητα Ανατολής και Δύσεως είναι πλέον γεγονός! Όλες οι υπόλοιπες, (δεκάδες), πλάνες του Παπισμού αυτόματα εξαφανίστηκαν! !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Τι άλλο μένει τώρα να ρυθμιστεί; Το αν θα γίνει η ένωση με τους παπικούς διά μέσου της χρίσεώς των με το άγιο Μύρο, ή χωρίς αυτό. Αλλά και αυτό το θέμα το έχει επιλύσει ο κ. καθηγητής. 
Γράφει: «Και αν για την περίπτωση της εισδοχής μόνον των Ουκρανών χρειάζεται, είναι απαραίτητη, η χρίση τους με το άγιο μύρο, ωστόσο για μια φανερή-ολοκληρωμένη ενότητα του συνόλου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας με την Ορθόδοξη ίσως δεν είναι απαραίτητο ούτε αυτό (αυτή η χρίση)».!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2023

Η ιερωσύνη των Παπικών


visit counter


.

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Αποστολική διαδοχή και Παπισμός

Επειδή εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχουν μυστήρια, γι’ αυτό και οι Κληρικοί των Παπικών και αυτός ο Πάπας, για μας τους Ορθοδόξους, δεν έχουν ιεροσύνη, δηλαδή έχει διακοπεί σε αυτούς η Αποστολική Διαδοχή. Αυτό, βέβαια, μπορεί να ακούγεται λίγο παράξενα, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, βάσει της Ορθοδόξου Θεολογίας.

Η αποστολική διαδοχή δεν είναι απλώς μια σειρά χειροτονιών, αλλά συγχρόνως και μετοχή στην αποκαλυπτική αλήθεια. Όταν μια Εκκλησία αποκόπτεται από τον κορμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, λόγω δογματικών διαφορών, αυτό σημαίνει ότι υπολείπεται και στο μυστήριο της ιεροσύνης. Δηλαδή, όταν χάνεται η αποκαλυπτική αλήθεια και υιοθετούνται αιρετικές απόψεις, αυτό έχει συνέπειες και στην αποστολική διαδοχή. Διότι οι άγιοι Απόστολοι μετέδιδαν το χάρισμα της ιεροσύνης, αλλά ταυτόχρονα παρέδιδαν, δια της αναγεννήσεως, και όλη την αποκαλυπτική παράδοση. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε την διδασκαλία του αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λυώνος, στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία συνδέεται στενότατα με την Ορθοδοξία και την θεία Ευχαριστία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όταν χάνεται η Ορθόδοξη πίστη, τότε δεν υπάρχει ούτε Εκκλησία ούτε και θεία Ευχαριστία. Οπότε ο Κληρικός που χάνει την ορθόδοξη πίστη αποκόπτεται από την Εκκλησία και, βεβαίως, τότε δεν υφίσταται και η αποστολική παράδοση και αποστολική διαδοχή. Το ότι ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την αποστολική διαδοχή όχι μόνον με την χειροτονία, αλλά και με την διατήρηση της αληθούς πίστεως, φαίνεται από ένα χωρίο: «Δια τούτο τοις εν τη Εκκλησία πρεσβυτέροις υπακούειν δει, τοις την διαδοχήν έχουσιν από των αποστόλων, καθώς επεδείξαμεν, τοις συν τη επισκοπική διαδοχή το χάρισμα της αληθείας ασφαλές, κατά την ευδοκίαν του Πατρός ειληφόσι».       

Επειδή, λοιπόν, δεν υπάρχει ιεροσύνη στους Παπικούς, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν μυστήρια, και όσα τελούνται δεν είναι αγιαστικά μυστήρια.

 Φαίνεται τελικά πως η Σύνοδος της Κρήτης έχει αποδυθεί a priori σ’ έναν αγώνα της πάση θυσίας αναγνωρίσεως βαπτίσματος και ιερωσύνης των παπικών. Είναι ομολογουμένως άχαρο το  έργο να προσπαθείς ν’ αποδείξεις τα αυτονόητα στους ετσιθελικά επιμένοντας, οι οποίοι μάλιστα σεμνύνονται με βαρύγδουπους  θεολογικούς τίτλους και επισκοπικές θέσεις…

Η άρνηση ιερωσύνης στους πάσης φύσεως και αποχρώσεως αιρετικούς και κυρίως στους παπικούς, είναι έργο θεολογικής δικαιοσύνης, αφού αυτοί οι ίδιοι απέκοψαν εαυτούς από τους κρουνούς της θείας χάριτος που εκπηγάζουν από το Σώμα του ζώντος Χριστού την Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Αλλά είναι και έργο αγάπης διότι έτσι κεντούν την συνείδησή τους, ότι βρίσκονται σε λάθος κατεύθυνση και χρήζουνε θεραπείας και επιστροφής στην αρχέγονη αγάπη της εκκλησίας μας.

Εάν οι παπικοί έχουν ιερωσύνη τότε κάθε τους ιεροπραξία είναι έγκυρη. Αλλά μπορούν να μας υποδείξουν και αποδείξουν ότι ο αγιασμός τους των Θεοφανείων, ή και ένας καθημερινός «μικρός» αγιασμός παραμένει αναλλοίωτος και διαυγέστατος για πολλά χρόνια;

Εάν οι παπικοί έχουν ιερωσύνη και επομένως πλουσία την χάρη των μυστηρίων, που είναι τότε οι αγιασμένες και θεωμένες υπάρξεις οι διορατικοί και προορατικοί, οι ασώματοι ασκητές τους, τα ευωδιάζοντα χαριτόβρυτα λείψανα και το «νέφος» των μαρτύρων;

Σύμφωνα  δε την παρατήρηση του πατερικού θεολόγου Νικολάου Π. Βασιλειάδη «Μόνον η Ορθοδοξία έχει Μάρτυρες…διότι  μόνον οι Ορθόδοξοι Μάρτυρες ομολογούν άχραντη ανόθευτη, απαραχάρακτη την πίστη της ευαγγελικής αληθείας. Μόνον αυτοί χύνουν το αίμα τους, για να μένουν αμόλυντα τα θεοπαράδοτα Μυστήρια της Μιας Εκκλησίας». Οι παπικοί –όσο και εάν ενοχλεί η υπενθύμιση αυτή- οντολογικά και θεολογικά στερούνται ιερωσύνης. 

«Κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η υπό των ετεροδόξων τελουμένη θεία Ευχαριστία δεν θεωρείται ως τοιαύτη, η δε συμμετοχή εις αυτήν μελών της ορθοδόξου Εκκλησίας δεν είναι δυνατόν να θεωρηθή ουδέ ως «κατ’ οικονομίαν» επιτρεπομένη» (Ιερώνυμος Κοτσώνης).

Γενικότερα δε κατά τον καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα «…όσοι ενόθευσαν την διδασκαλία της Εκκλησίας παρεισάγοντες ιδικής των επινοήσεως διδάγματα και παρέμενον αμετακίνητοι εις τα εσφαλμένα δόγματά των, απεκόπτοντο και εξεβάλλοντο του σώματος της Εκκλησίας».

Αφελή ίσως για πολλούς τα ως άνω ερωτήματα. Όμως όλα αυτά και άλλα παραπλήσια συν Θεώ θα τα θεμελιώσουμε αποστολικοπατερικά, δογματικά, ηθικά και εκκλησιαστικά με το αιώνιο και αδιαπραγμάτευτο κύρος των Οικουμενικών μας Συνόδων.

Κομβικό σημείο επαναδιαπραγμάτευσης σχέσεων Ανατολής και Δύσεως, θεωρείται -η κατά το παρελθόν άγνωστος  ορολογία- η λεγόμενη βαπτισματική θεολογία. Κατά τους ισχυρισμούς των ενθέρμων ορθοδόξων οικουμενιστών, η αναγνώρισης του βαπτίσματος των παπικών και όχι μόνον, συνεπάγεται και αναγνώριση της ιεροσύνης. Οι σοφιστείες αυτές του βαπτίσματος απορρίπτονται ασυζητητί. Ο λόγος εμφανής και απλός. Το βάπτισμα είναι έγκυρο μόνο με την τριπλή κατάδυση-βύθισμα εις την κολυμβήθρα και την επίκληση της Αγίας Τριάδος. Αυτό είναι απαρασάλευτο και αδιαπραγμάτευτο ορθόδοξο δόγμα.

Όμως η αιρετική και βλάσφημη διδασκαλία του filioque ανατρέπει εκ βάθρων όλο το μυστήριο της αγίας Τριάδος και κάθε επομένως επίκλησή της είναι άκαιρη, άκυρη και αιρετική.
Ο καθηγητής κ. Βασίλειος Γιούλτσης βαθύτατος μελετητής του ιερού Φωτίου και της περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού διδασκαλίας γράφει: «Δια τον Φώτιον, ως και δι’ όλους τους ορθοδόξους, το δόγμα αποτελεί κυρίως έκφρασιν του περιεχομένου της πίστεως και κανόνα ζωής των ομολογούντων την πίστιν ταύτην. Όθεν απόκλισις εκ του ορθού δόγματος συνεπάγεται ουχί απλώς αλλοίωσιν των υπό της Εκκλησίας κηρυσσομένων αληθειών, αλλ’ εν ταυτώ διατάραξιν της ζωής των πιστών και διασάλευσιν των εν τη εκκλησιαστική κοινότητι διαμορφωθεισών σχέσεων…Η δυτική άποψις υποστηρίζουσα δια το άγιον Πνεύμα εκπόρευσιν εκ του Πατρός και του Υιού υποβιβάζει αυτό έναντι των ως άνω θείων προσώπων και διασπά ούτω την τριαδικήν ενότητα των ισαξίων και ισοσθενών υποστάσεων…Η ενότης δόγματος και ήθους απετέλει δια τους ορθοδόξους, γενικώς θεμελιώδη αρχήν, άνευ της οποίας ήτο αδιανόητος η θέσις του πιστού εντός του εκκλησιαστικού σώματος…». Επομένως δεν ημπορούν ατιμωρητί να παραβιάζονται τα δόγματα αφού κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη  οι ιεροί και θείοι Κανόνες είναι «αι πηγαί των πνευματικών και ζωηρρύτων υδάτων και τα νοητά θεμέλια, δια των οποίων η Παναγία Τριάς «συνέστησε και συνέπηξε» την Καθολικήν Εκκλησίαν.

Σχετικά με την ιερωσύνη των Παπικών παλιότερα ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου  ‘εγραψε;

«Σε ένα προηγούμενο κείμενό μου έγραφα ότι ο Πάπας και οι Παπικοί δεν έχουν Ιερωσύνη, γιατί με την αιρετική διδασκαλία του Filioque και τόσες άλλες αιρέσεις που δημιούργησαν, αποκόπηκαν από την Εκκλησία του Χριστού και, επομένως, διακόπηκε  η αποστολική παράδοση και διαδοχή. Αυτό ξένισε μερικούς που ισχυρίζονται ότι ο Πάπας έχει ιερωσύνη.

Θα ήθελα να κάνω μερικές συμπληρωματικές επεξηγήσεις πάνω στην άποψη αυτή.

Ο Μ. Βασίλειος αντιμετώπισε στην εποχή του διάφορα προβλήματα για το πώς θα δέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία στους κόλπους της τους αιρετικούς. Αφού κάνει την διάκριση μεταξύ αιρέσεως, σχίσματος και παρασυναγωγής, αναφερόμενος στους αιρετικούς που έχουν αποκλίνει, όπως λέγει ο Γεννάδιος Σχολάριος, “κατ’ ευθείαν ή πλαγίως”, “περί τι των άρθρων της πίστεως”, γράφει ότι “οι δε της Εκκλησίας αποστάντες, ουκ έτι έσχον την Χάριν του Αγίου Πνεύματος αφ’ εαυτούς· επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπήναι την ακολουθίαν”. Δηλαδή, όσοι απομακρύνθηκαν από την Εκκλησία, λόγω διαφοράς πίστεως, έχασαν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορούν να την μεταδώσουν, γιατί διακόπηκε η αποστολική διαδοχή. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης παρατηρεί: “Καθώς έν μέλος κοπή από το σώμα, νεκρούται παρευθύς με το να μη μεταδίδεται πλέον εις αυτό ζωτική δύναμις· τοιουτοτρόπως και αυτοί αφ’ ου μίαν φοράν εσχίσθηκαν παρευθύς και την πνευματικήν χάριν και ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος έχασαν, μη μεταδιδομένης ταύτης εις αυτούς δια των αφών και συνδέσμων, ήτοι δια της κατά Πνεύμα ενώσεως”.

Επομένως, εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν ενεργούν μυστήρια, ούτε υπάρχει ιερωσύνη, ούτε γίνεται αληθής θεία Λειτουργία. Σε αυτό το σημείο στηρίζονται και όλοι οι ιεροί Κανόνες για την απαγόρευση της συμπροσευχής με αιρετικούς.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τηρεί αυτήν την αρχή στην πράξη και αυτό φαίνεται από το εξής απλό γεγονός. Όταν ένας Παπικός “Ιερεύς” ή “Επίσκοπος” θέλει να γίνει Ορθόδοξος, δεν δεχόμαστε την “ιερωσύνη” που είχε, αλλά τον ξαναχειροτονούμε. ….Αυτό σημαίνει ότι εάν ο Πάπας μετανοήσει και θελήσει να γίνει Ορθόδοξος, τότε, επανερχόμενος στην Εκκλησία, πρέπει να ξαναχειροτονηθεί , αφού κατά τον Αριστηνό “αιρετικός, ο κατά την πίστιν αλλότριος· ο δε κατά τι ιάσιμον ζήτημα, σχισματικός”.

Αυτή είναι η βασική εκκλησιολογική θέση όπως την εκφράζει ο Μ. Βασίλειος και η όλη πρακτική της Εκκλησίας. Εφ’ όσον δεν δεχόμαστε την “ιερωσύνη” των αιρετικών, δεν δεχόμαστε και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την “ιερωσύνη” τους. Γι’ αυτόν τον λόγο και ο Πάπας δεν θεωρείται διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, έστω και αν στην σημαία του Βατικανού τίθενται τα κλειδιά της Βασιλείας των Ουρανών, με την παρερμηνεία που δίδουν οι Παπικοί στον σχετικό λόγο του Χριστού (Ματθ. ις’, 13-20).

 


Τρίτη 27 Ιουνίου 2023

Η ΟΥΝΙΑ

 

                      

Πρωτοπρσεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ-Α

         

          Η λέξη Ουνία είναι πολωνική με λατινική ρίζα και σημαίνει Ένωση και κάθε ένας που ανήκει στην Ουνία λέγεται Ουνίτης ή Ελληνοκαθολικός. Χρησιμοποιήθηκε από την ΡΚαθολική «εκκλησία», για να δηλώσει κυρίως τους Ορθόδοξους εκείνους, οι οποίοι αναγνώρισαν το πρωτείο του Πάπα στην Εκκλησία και έχουν εκκλησιαστική κοινωνία με την ΡΚαθολική «εκκλησία».

Είναι μια από τις κακοδοξίες του Παπισμού και μάλιστα η πιο ύπουλη και θεωρείται ο δούρειος ίππος του Παπισμού. Είναι η πραγμάτωση του πρωτείου εξουσίας του Πάπα σ’ ολόκληρη την Εκκλησία. Η επιδίωξη αυτή ξεκινάει ήδη από τον 1ο αιώνα και κορυφώνεται τον 5ο και 6ο αιώνα συχνά με την ανοχή της Εκκλησίας. Η επιδίωξη αυτή εντάθηκε μετά το Σχίσμα του 1054 και ειδικά στη σύνοδο του Λατερανού το 1215 και στην παπική βούλα του Πάπα Ιννοκέντιου Δ΄ και εφαρμόστηκε δυναστικά σε όλες τις φραγκοκρατούμενες περιοχές της περιόδου των Σταυροφοριών (12ος-14ος αιώνας). Η επίσημη όμως εφαρμογή της Ουνίας γίνεται μετά την «ενωτική» σύνοδο Φλωρεντίας του 1439, όπου δημιουργήθηκε η ομάδα εκείνη των «Ορθοδόξων», που δέχτηκαν το πρωτείο εξουσίας του Πάπα Ρώμης σ’ ολόκληρη την Εκκλησία. Τότε δημιουργήθηκε μια οργανωμένη λατινική προπαγάνδα, σύμφωνα με την οποίαν οι Ορθόδοξοι που προσχωρούσαν στην Ουνία μπορούσαν να διατηρήσουν την ιδιαιτερότητα των παραδοσιακών τους στοιχείων στην οργάνωση, στη θεία λατρεία, στα έθιμα και στην πνευματικότητα.

 Προκειμένου να παραπλανηθούν οι Ορθόδοξοι, οι ουνίτες «κληρικοί» λαμβάνουν το Ορθόδοξο σχήμα με ράσα και άμφια πανομοιότυπα με αυτά των Ορθοδόξων κληρικών. Χτίζουν ναούς βυζαντινού ρυθμού, τους αγιογραφούν με εικόνες αυστηρής βυζαντινής τεχνοτροπίας, ενώ  έχουν εξοβελίσει τα αγάλματα, τα οποία θυμίζουν παπικούς ναούς. Χρησιμοποιούν ιερά σκεύη Ορθόδοξα, ακολουθούν με ακρίβεια το Ορθόδοξο λειτουργικό τυπικό και  εορτάζουν τις εορτές των Ορθοδόξων  μαζί με αυτούς. Δεν διαφέρουν εξωτερικά σε τίποτε από τους Ορθοδόξους κληρικούς και μάλιστα παρουσιάζονται συχνά πιο παραδοσιακοί από αυτούς. Η μόνη διαφορά τους είναι, ότι αναγνωρίζουν τον πάπα ως πνευματικό τους ηγέτη και τον μνημονεύουν στις λατρευτικές τους συνάξεις. Παράλληλα ακολουθούν συγκεκαλυμμένα τα αιρετικά δόγματα και όλες τις κακοδοξίες του παπισμού.  Δυστυχώς η σατανική αυτή εφεύρεση απέδωσε καρπούς. Χιλιάδες Ορθόδοξοι έχουν πέσει στην παγίδα και προσχώρησαν σε αυτό το δόλιο και σατανικό τερατούργημα. Ο δόλος της Ουνίας έχει διπλό χαρακτήρα.

Πρώτον να προσελκύσει ανυποψίαστους Ορθοδόξους, οι οποίοι εκλαμβάνουν τους παπικούς «κληρικούς» ως Ορθοδόξους.

Δεύτερον να «ικανοποιεί» όσους πιστούς θεωρούν κώλυμα την ένωσή τους με την παπική «εκκλησία» την ορθόδοξη παράδοση. Ωστόσο, όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί, «οι τύποι και οι ρυθμοί, αποκοπτώμενοι από την πίστιν, χάνουν την ψυχήν των και παραμένουν νεκροί».  Τις δόλιες μεθόδους προσηλυτισμού της Ουνίας αναγνωρίζουν και ομολογούν και οι ίδιοι οι Ρωμαιοκαθολικοί. Ο Γάλλος θεολόγος Louis Bouyer, διατελέσας και μέλος της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, γράφει σχετικά με την Ουνία: «Τίποτε δεν αποδεικνύει καλύτερον την αθεράπευτον πονηρίαν εκείνων, που θέλουν να χρησιμοποιούν την βυζαντινήν λειτουργίαν χωριστά από το όλον σώμα της, διά να ελκύσουν τους Ανατολικούς εις τον λατινικόν Χρισταινισμόν. Τοιούτος χωρισμός είναι αδιανόητος. Δεν ημπορούμεν να πάρωμεν την λειτουργίαν του Βυζαντίου, χωρίς να πάρωμε ολόκληρο τον βυζαντινό Χριστιανισμό. Άλλως εκείνο που θα πάρωμε ομοιάζει τόσον ολίγον προς την λειτουργία  της Αγίας Σοφίας, ή των Αγίων Αποστόλων, όσον το ανδρείκελον προς τον άνθρωπον».

          Η Ουνία άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά στην Πολωνία ήδη από το 1587 και ειδικά μετά την ουνίτικη σύνοδο της Βρέστης (Brest-Litovsk) του 1596, οπότε έγινε αυτή το σύμβολο του αγώνα της Ουνίας να εξουδετερώσει με βίαιους και απαράδεκτους τρόπους την Ορθόδοξη ιεραρχία σε όλες τις ελεγχόμενες από το Πολωνο-Λιθουανικό βασίλειο ρωσικές περιοχές, η δε Ακαδημία του Κιέβου έγινε κέντρο της ουνίτικης θεολογικής προπαγάνδας στη Ρωσία κατά τον 17ο αιώνα. Η ουνίτικη δραστηριότητα επεκτάθηκε στη Μολδαβία με οδυνηρές συνέπειες για την Ορθοδοξία στην ευρύτερη περιοχή, καθώς επίσης και στη Λιθουανία και τη δυτική Ουκρανία, ενώ από τον 18ο αιώνα υπήρξε επέκταση στη Συρία, Παλαιστίνη και Αίγυπτο μεταξύ των Ορθοδόξων και των προχαλκηδόνιων «εκκλησιών» με συνέπεια την οργάνωση μικρών ουνίτικων «εκκλησιών».

Για τη συστηματικότερη ενεργοποίησή της, το 1622 εντάχθηκε στη διαβόητη Προπαγάνδα της Πίστεως (Propaganda Fidei), τον πρώτο στην ανθρώπινη ιστορία μηχανισμό ιδεολογικής προπαγάνδας και μεθοδικής «πλύσης εγκεφάλου» των μαζών.

Η εποπτεία και προώθηση της Ουνίας ανατέθηκε στους Ιησουίτες μοναχούς. Αυτοί, πιστοί στο δόγμα τους «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», εργάζονταν με ανένδοτο πείσμα, αναπτύσσοντας μια παροιμιώδη για τη δολιότητά της δράση: εκμεταλλεύονταν την ανέχεια εμπερίστατων ορθοδόξων πληθυσμών και ασκούσαν φιλανθρωπικό έργο, δημιουργούσαν αντιθέσεις και φανατισμούς, προσεταιρίζονταν δυσαρεστημένους ή φιλόδοξους κληρικούς, εξαγόραζαν συνειδήσεις κ.ά. αναφέρονται δε δυο παραδείγματα των ουνίτικων μεθοδεύσεων:

 

          α/ Το 1577 ιδρύεται στη Ρώμη το Ελληνικό Κολλέγιο του αγίου Αθανασίου, για την προσφορά ανώτερης παιδείας στα υπόδουλα Ελληνόπουλα. Οι απόφοιτοι του Κολλεγίου δηλώνουν υποταγή στον Πάπα και, στη συνέχεια, εργάζονται στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, για τον εξουνιτισμό των συμπατριωτών τους. 

 

          β/ Το 1596 (Σύνοδος του Μπρεστ), με την ισχυρή επιρροή ιησουιτών μοναχών, ο βασιλιάς της Πολωνίας επιβάλλει με τη βία την Ουνία στους ορθόδοξους Πολωνούς, Λιθουανούς και Ουκρανούς. Εκατομμύρια Ορθοδόξων έγιναν Ουνίτες, ενώ όσοι αρνήθηκαν υπέστησαν πρωτοφανείς διώξεις. Η Ουνίτικη Σύνοδος του Μπρεστ έγινε απαρχή απερίγραπτων δεινών για τους Ορθοδόξους, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα σε αρκετές περιοχές (Ουκρανία, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Μέση Ανατολή κ.ά.).

 

          Η Ουνία προβλήθηκε από τον Παπισμό ως μοντέλο ενώσεως των Χριστιανών. Οι Ορθόδοξοι λαοί, όμως, που γνώρισαν το αληθινό της πρόσωπο, την απέκρουσαν με βδελυγμία, ενώ σύσσωμη η Ορθόδοξη Εκκλησία την απέρριψε για τους εξής δυο λόγους:

 

          Α. Δεν δικαιολογείται εκκλησιολογικά η ύπαρξη των Ουνίτικων «εκκλησιών», γιατί, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν ένα τμήμα της Παπικής «εκκλησίας», θέλουν να εμφανίζονται ως επιμέρους Ανατολικές Εκκλησίες.

 

          Β. Πρόκειται για ύπουλη και ανέντιμη προσηλυτιστική μέθοδο, η οποία αποτελεί ένα Δούρειο Ίππο στα σπλάγχνα της Ορθοδοξίας με σκοπό την άλωσή της. Γι’ αυτό και η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1838 χαρακτηρίζει την Ουνία «μέθοδο απόκρυφη και όργανο καταχθόνιο» και τους Ουνίτες «προβατόσχημους λύκους, δόλιους και απατεώνες».

 

          Το Βατικανό επιμένει πεισματικά να ενισχύει και σήμερα την Ουνία. Κι αυτό γιατί η Ουνία αποδεικνύεται ο ευκολότερος τρόπος προσηλυτισμού των Ορθοδόξων. Επίσης, παρέχει στον Παπισμό μια ψευδαίσθηση καθολικότητας, αφού περιλαμβάνει στους κόλπους του Χριστιανούς, σε Δύση και Ανατολή, που χρησιμοποιούν είτε τον ορθόδοξο είτε τον λατινικό ρυθμό. Επιπλέον, διευκολύνει τη διεθνή πολιτική του Βατικανού και προωθεί τους πολιτικοοικονομικούς του στόχους. Τέλος, οι Ουνίτες, επειδή κυριαρχούνται νομοτελειακά από το σύνδρομο του γενιτσαρισμού, μισούν θανάσιμα τους πρώην ομοπίστους τους και αναδεικνύονται οι φανατικότεροι υποστηρικτές του παπικού θεσμού. Και αυτό, ιδιαίτερα σήμερα, το έχει ανάγκη ο Πάπας.

 

          Αντίθετα, η Ορθόδοξη Εκκλησία αγωνίστηκε με όλες της τις δυνάμεις και σε πολύ δύσκολους καιρούς (τουρκοκρατία κ.λπ.) καταδίκασε με σειρά μεγάλων συνόδων (ως ανωτέρω), την αθέμιτη άσκηση προσηλυτισμού σε βάρος των Ορθοδόξων και σκλήρυνε τη στάση της έναντι της ΡΚαθολικής «εκκλησίας» προβάλλοντας τις αιρετικές της κακοδοξίες, για να εμποδίσει την προσχώρηση των Ορθοδόξων στη λατινική Ουνία. Οι εξελίξεις αυτές επηρέασαν σοβαρά τις σχέσεις Ορθοδοξίας και Παπισμού, ιδιαίτερα δε τον διεξαγόμενο θεολογικό διάλογο μεταξύ των δυο. Εξ αυτού του λόγου, της ύπαρξης της Ουνίας, εμποδίζεται η αποκατάσταση της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

 

          Πάντως, η πραγματικότητα, ανεξάρτητα από τις επίσημες διακηρύξεις, είναι τελείως διαφορετική και δικαιολογεί την διατυπωθείσα ρήση, ότι «η εκδυτικοποίηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι σχεδόν συντελεσμένη». Πράγματι, αν κάποιος βρεθεί σε Ορθόδοξο χώρο, θα διαπιστώσει τόσες πολλές δυτικές επιδράσεις, ώστε, όταν γνωρίζει επακριβώς την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση, τότε θα αισθανθεί, ότι δεν βρίσκεται πραγματικά σε χώρο Ορθόδοξο, αλλά σε χώρο ουνίτικο (π.χ. Σύρος, κ.λπ.).

συνεχίζεται

 

 

ΜΕΡΟΣ-Β

          -------------------------------------------------------------------------

 

Η Ουνία στους Θεολογικούς Διαλόγους

Η Β΄ «Σύνοδος» του Βατικανού (1962-1965)  όχι μόνον  δεν κατεδίκασε αλλ’ απεναντίας επεκύρωσε και επεδοκίμασε τις ραδιουργίες και τα απιστεύτου ωμότητος διαπραχθέντα υπό της Ουνίας εγκλήματα. Με το γνωστό Διάταγμά της «Orientalium Ecclesiarum», το «Διάταγμα για τις Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες», (δηλαδή τις Ουνιτικές), αναβάθμισε το ρόλο και την αποστολή της μέ κάθε επισημότητα . Ο από το 1980 αρξάμενος Θεολογικός διάλογος μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών απεκάλυψε με τον πιό ξεκάθαρο τρόπο, ότι ο  Διάλογος αυτός απ την πλευρ του Βατικανού δεν είναι δυνατόν να έχει ως προοπτικ την αποκατάστασι της ενότητος των Εκκλησιών «κατ το πρότυπο της αρχαίας αδιαίρετης Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας» αλλ της Ουνίας! Τα ίδια τα γεγονότα μαρτυρούν του λόγου το ασφαλές: Την κατά την ΣΤ΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής στο Freising του Μονάχου (1990) επιτευχθείσα καταδίκη της Ουνίας και του προσηλυτισμού, δεν απεδέχθη το Βατικανό και εζήτησε την επανεξέταση του θέματος στην επόμενη Ζ΄ Γενική Συνέλευση (1993) στο Balamand του Λιβάνου. Στη Συνέλευση αυτή το Βατικανό επέτυχε να  ανατρέψει τις αποφάσεις του Freising με νέες αποφάσεις, στις οποίες η Ουνία πανηγυρικά αθωώνεται και επί πλέον οι Ουνίτες αποκτούν το δικαίωμα να συμμετέχουν στο διάλογο με εκπροσώπους τους. Το κείμενο του Balamand παρ᾿ ότι υποκριτικ «καταδικάζει» την Ουνία ως μέθοδο ενώσεως των Εκκλησιών (βλ.§1), την επιβεβαιώνει αναγνωρίζοντας την ύπαρξι των Ουνιτικών κοινοτήτων (βλ.§31), κα ενισχύοντας ποικιλοτρόπως την παρουσία και δραστηριοποίησή τους μέσα στα κανονικ όρια των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Επομένως λοιπόν «είναι ηλίου φαεινότερον ότι η Ουνία καταδικάζεται μεν διά των λόγων ως μέθοδος ενώσεως, επιβάλλεται όμως υπό των Ρωμαιοκαθολικών ως μοναδική οδός πραγματώσεως της ενώσεως, συμφώνως προς τας αρχάς της Β΄ Βατικανείου και γίνεται ανεκτή υπό των Ορθοδόξων».  Νέα συζήτησις επί του θέματος της Ουνίας στη Βαλτιμόρη το 2000, καταλήγει σε ναυάγιο, χάρη στην πεισματώδη αντίδραση του Βατικανού. Ο τότε Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β´ με εμπιστευτική του επιστολ στον τότε Ρωμαιοκαθολικ συμπρόεδρο του Διαλόγου Καρδινάλιο Edward Cassidy έγραφε: «Πρέπει (στη διάσκεψη της Βαλτιμόρης), ν δηλωθή εις τους Ορθοδόξους ότι ο Ανατολικς Καθολικς (=Ουνιτικς) Εκκλησίες μέσα στην Εκκλησία της Ρώμης χαίρουν της αυτής εκτιμήσεως ως και πάσα άλλη Εκκλησία, που τελεί εις κοινωνίαν προς την Ρώμην».  Το γεγονός αυτό επέφερε την δικαία αγανάκτησι και παραίτησι απ την συμπροεδρία του Σεβ. Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού, ο οποίος έκαμε την ιστορική διαπίστωση, ότι ο διεξαγόμενος Θεολογικός Διάλογος είναι ένα «ανούσιο παίγνιο». Το Βατικανό, μετά το ναυάγιο της Βαλτιμόρης, επιτυγχάνει νέα επανέναρξη του διαλόγου το 2006 με άλλη θεματολογία, χωρίς βέβαια να έχει λυθεί το πρόβλημα της Ουνίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες σύρονται κυριολεκτικά και πάλι στο διάλογο, αθετούντες την απόφαση της Γ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως, κατά την οποία: «Ουνία και Διάλογος είναι ασυμβίβαστα ταυτοχρόνως»   και διαψευδόμενοι με όσα εδήλωσαν  στο κοινό «Μήνυμά» τους το 1992 στο οποίο απερίφραστα καταδικάζουν την Ουνία .

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος (1972-1991) συγκάλεσε έκτακτη Σύσκεψη στο Φανάρι (11-12/12/1990), η οποία διαπίστωνε «καταστάσεις και γεγονότα εις βάρος των Ορθοδόξων διαδραματιζόμενα, τα οποία υπερβαίνουν πάσαν φαντασίαν», καθώς επίσης «κατάφωρον παραβίασιν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της θρησκευτικής ελευθερίας ... διά χρήσεως αμέσου βίας εναντίον ατόμων, διά της καταχρήσεως νομοθετικών ρυθμίσεων» κ.α. Ωστόσο, στην επόμενη Ζ΄ Ολομέλεια (Balamand 1993) η ρωμαιοκαθολική πλευρά πέτυχε την έκδοση κειμένου, το οποίο καταδίκαζε μεν την Ουνία ως μέθοδο του παρελθόντος, αλλά αναγνώριζε την εκκλησιαστική της υπόσταση και την ύπαρξή της στο παρόν. Το κείμενο του Balamand δεν έγινε αποδεκτό από πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες, η δε Ορθόδοξη πλευρά θεωρούσε το θέμα της Ουνίας ακόμη ανοικτό.

Στην επόμενη Η΄ Ολομέλεια στη Βαλτιμόρη των Η.Π.Α (2000), με προσωπική παρέμβαση του Πάπα Ιωάννου Παύλου Β΄ υπέρ των «Ανατολικών Καθολικών Εκκλησιών» (Ουνιτών), ο Διάλογος κατέληξε σε πλήρες ναυάγιο. Σε Δήλωσή της η Ορθόδοξη αντιπροσωπία θεωρούσε όσα συνέβησαν στο Balamand «ως μη γενόμενα» και ότι η συζήτηση για την Ουνία επιστρέφει «εις μηδενικήν βάσιν». Με την επανέναρξη του Διαλόγου έξι χρόνια μετά την πλήρη διακοπή του (2006) το ζήτημα της Ουνίας έπαψε πλέον να συζητείται τουλάχιστον αυτόνομα και ανεξάρτητα, η δε Ουνία συνεχίζει ανενόχλητη τη δράση της στις Ορθόδοξες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Η Ουνία ως μέθοδος ενώσεως

 Από τα παραπάνω διαπιστώνεται η επιμονή του Βατικανού να διατηρεί, αλλά και να ενισχύει, έναν θεσμό καθαρά προσηλυτιστικό, έναν μηχανισμό υποταγής Ορθοδόξων και άλλων πληθυσμών, μια μέθοδο επανειλημμένα καταδικασμένη ακόμη και από επιφανείς εκπροσώπους του στον Διάλογο με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η ύπαρξη της Ουνίας δεν έχει κανένα εκκλησιολογικό, κανονικό και δογματικό έρεισμα στην Παράδοση της αρχαίας

ενωμένης Εκκλησίας των δέκα πρώτων αιώνων, η δε χρήση κάθε μορφής βίας (χαρακτηριστικό γνώρισμα των ουνιτικών κοινοτήτων, με την ανοχή ή την υποκίνηση της Ρώμης μέχρι σήμερα) είναι εντελώς ασυμβίβαστη με τη χριστιανική ιδιότητα (ίσως για το Βατικανό να είναι θεμιτή, γιατί την έχει χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν!). Όπως έχει γίνει αποδεκτό και από τις δύο πλευρές, η Ουνία όχι μόνο δεν προσέφερε τίποτε στο ζήτημα της ενώσεως, αλλά, αντίθετα, προκάλεσε επιπλέον διαιρέσεις, σχίσματα και συγκρούσεις και πολλαπλασίασε τα προβλήματα. Βέβαια, ο κατ’ εξοχήν σκοπός της Ουνίας, η ένωση («ουνία» σημαίνει «ένωση»), είναι κοινός και για την Ορθοδοξία.

Η Εκκλησία μας συνεχώς εύχεται «υπέρ της των πάντων ενώσεως» και η προσευχή του Ιησού είναι «ίνα πάντες εν ώσι» (Ιω. 17,21). Όμως διαφορετικά θεωρεί το ζήτημα η Ορθόδοξη Εκκλησία και διαφορετικά, απ’ ο,τι φαίνεται, η ρωμαιοκαθολική πλευρά.

Κατά την Ορθοδοξία, αλλά και κατά την κοινή Παράδοση της πρώτης Εκκλησίας, η ένωση υπάρχει στη μία πίστη, στη μία Αλήθεια που δίδαξε ο Χριστός, και στη συνέχεια στο ένα Βάπτισμα, στη μία Θεία Ευχαριστία κ.λπ. Η αλλοίωση της πίστεως συνιστά την αίρεση, η οποία είναι κατάσταση που αποκόπτεται άμεσα από το Σώμα της Εκκλησίας και μέθοδος που δεν οδηγεί στη σωτηρία. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει ένωση με διαφορές στην πίστη, ένωση χωρίς κοινή πίστη, είναι δε γεγονός ότι μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού υπάρχουν όντως σημαντικές διαφορές στην ίδια την πίστη. Κοινή πίστη δεν υπάρχει! Από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά, αντίθετα, παρατηρείται η τάση να υποτιμηθούν αυτές οι διαφορές και να θεωρηθούν δυό θεμιτές όψεις του ίδιου πράγματος, ώστε σε μια ενδεχόμενη ένωση κάθε πλευρά να διατηρήσει την «παράδοσή της», ακόμη και τη δογματική! Αυτό, όμως, σημαίνει ότι το πρότυπο ενώσεως που έχει το Βατικανό και προβάλλει μέχρι σήμερα, δεν είναι άλλο από αυτό της Ουνίας.

 

 

Άλλα σημαντικά ιστορικά στοιχεία

Ο πρώην Πάπας Βενέδικτος ο ΙΣΤ´, ακολουθών την γραμμή των προκατόχων του, ευλογεί και συγχαίρει την Ουνιτικ «Εκκλησία» στην Ουκρανία. Με επιστολή του προς τον Ουνίτη «Αρχιεπίσκοπο» της Ουκρανίας Λιουμπομίρ Χούζαρ εγκωμιάζει τους αγώνες των Ουνιτών για την διατήρηση της ιδιοπροσωπίας τους και προσθέτει υπέρ της Ουνίας τα εξής: «Μέσα στην κοινωνία με τους Διαδόχους των Αποστόλων, των οποίων την ορατή ενότητα την εγγυάται ο Διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, η Ουκρανική Καθολική Κοινότητα, κατόρθωσε να διατηρήσει ζωντανή την Ιερή Παράδοση, στήν ακεραιότητά της. Για να παραμείνει άθικτη σε όλο της τον πλούτο η πολύτιμη αυτή κληρονομιά της “Παραδόσεως” επιβάλλεται να εξασφαλίσουμε την παρουσία και των δύο μεγάλων φορέων της μοναδικής Παραδόσεως του (λατινικού και του ανατολικού)… Διπλή είναι η αποστολή, που έχει ανατεθεί στην Ελληνοκαθολική Εκκλησία, που βρίσκεται σε πλήρη κοινωνία με τον διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου• από τη μία πλευρά να διατηρήσει ορατή μέσα στην Καθολική Εκκλησία την ανατολική παράδοση• από την άλλη πλευρά να ευνοήσει τη σύγκλιση των δύο παραδόσεων, μαρτυρώντας ότι αυτές όχι μόνο συνδυάζονται μεταξύ τους, αλλά και αποτελούν μία βαθιά ενότητα μέσα στην ποικιλία τους». 

-Ο ίδιος «Πάπας» κ. Βενέδικτος δέχθηκε τον εν Ελλάδι Ουνίτη «επίσκοπο» Γρατιανουπόλεως, κ. Δημήτριο Σαλάχα με την ομάδα των παπικών Ελλήνων επισκόπων, ο οποίος φωτογραφήθηκε μαζί τους με εμφάνιση Ορθοδόξου «αρχιερέως».  Επίσης, από την Έφεσο, κατά την επίσκεψη του κ. Βενεδίκτου τό 2006 στην Τουρκία και το Φανάρι, υποστήριξε την Ουνία, λέγοντας ότι: «κατ’ αυτόν ο καλύτερος τρόπος διά την ενότητα εις την Εκκλησίαν είναι αυτός της Ουνίας».  Η επιμονή του Παπισμού όχι μόνο να διατηρεί την Ουνία, αλλά και να την δραστηριοποιεί στην Αθήνα μέσω της Ουνιτικής «ενορίας» της Αγίας Τριάδος υπό την ηγεσία Ουνίτου «επισκόπου» (σαν να μην έφθανε ο Λατίνος «επίσκοπος» Αθηνών και ο νούντσιος του πάπα) αποτελεί σκάνδαλο γιά τους Ορθοδόξους, όχι μικρότερης σημασίας από το σκάνδαλο της Ιεράς Εξετάσεως και της συνυπάρξεως κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, παρά την ρητή εντολή του Κυρίου «απόδοτε ούν τα καίσαρος καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Μρκ.12,17).

Το γεγονός ότι ο Παπισμός εγκατέστησε Ουνιτικές «Εκκλησίες» και μεταξύ όλων των αρχαίων αιρετικών κοινοτήτων της Ανατολής (Κοπτών, Αρμενίων, Μελχιτών, Συροϊακωβιτών, Αβησσυνών, Ινδών του Μαλαμπάρ) αποδεικνύει, πέραν της δολιότητος των ιδρυσάντων και διατηρούντων την Ουνία, και την πρόθεση του Παπισμού να διατηρήσει την Ουνία ως μέθοδο, πρότυπο «ενώσεως» και επανόδου των Ορθοδόξων και των λοιπών ανατολικών Χριστιανών στην Ρώμη.  Αλλά και ο νυν «Πάπας» Φραγκίσκος ο Α΄ δεν ήταν δυνατόν να χαράξει άλλη γραμμή στο θέμα της Ουνίας, παρά αυτή των προκατόχων του. Η προκλητική συμμετοχή του Ουνίτου ψευδοδιακόνου και των Ουνιτών ψευδεπισκόπων, η ανάγνωση του Ευαγγελίου στα Ελληνικά από Ουνίτη «κληρικό», η παρουσία των Ουνιτών στην κατακόμβη της βασιλικής του Αγίου Πέτρου,  κατά τήν «ενθρόνισή» του, γιά μία εισέτι φορά επέρρωσαν το διαρκές έγκλημα της Ουνίας και τον αντίχριστο βιασμό της αμωμήτου μας Εκκλησίας.

-Γι να μη διακοπεί δήθεν ο Θεολογικς Διάλογος, έγιναν και γίνονται εκ μέρους Ορθοδόξων Προκαθημένων και θεολόγων απαράδεκτες υποχωρήσεις. Αναφέρουμε ένα σχετικά πρόσφατο παράδειγμα: Την ενέργεια του νυν Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου να προσφέρει στον Ουνίτη «επίσκοπο» των Αθηνών κ. Δημήτριο Σαλάχα τον Μάϊο του 2008 ένα άγιο Ποτήριο ως συμβολικό δώρο,  με το οποίο αποδεικνύει στην πράξη, ότι όχι μόνο αμνηστεύει αλλά και πανηγυρικά αναγνωρίζει την Ουνία.  

Συμπεράσματα

Το εκκλησιολογικό σχήμα της Ουνίας στην ουσία επιβεβαιώνει και στηρίζει το δόγμα του πρωτείου του «Πάπα» σε Ορθόδοξες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες. Το δόγμα αυτό, εδραιωμένο από δεκατέσσερες «Οικουμενικές Συνόδους» του Παπισμού και ενισχυμένο ακόμη περισσότερο από την τελευταία, την Β΄ «Σύνοδο» του Βατικανού,  παραμένει μέχρι σήμερα ο ακρογωνιαίος λίθος, που στηρίζει όλο το οικοδόμημα του Παπισμού. Δεν μας ξενίζει λοιπόν, ούτε μας ξαφνιάζει το γεγονός αυτό. Εκείνο που μας θλίβει και προξενεί πικρία και λύπη αφόρητη μέσα μας, είναι η μέχρι τώρα στάση της Ορθοδόξου εκκλησιαστικής Ηγεσίας, η στάση των ημετέρων «Ορθοδόξων» Οικουμενιστών Αρχιερέων. Οι αλλεπάλληλες υποχωρήσεις και συμβιβασμοί των και γενικά η οικουμενιστικ ανοχ των έναντι της Ουνίας είναι εκκλησιολογικώς άκρως προβληματική. 

Η Ουνία εξακολουθεί να ενισχύεται από το Βατικανό με ποικίλους τρόπους. Σημαντικός αριθμός εισηγήσεων αφιερώθηκε στην εξέταση της ιστορικής εξελίξεως και της σημερινής δράσεως της Ουνίας, με το συμπέρασμα ότι η Ρώμη δεν αφίσταται των προσηλυτιστικών και επεκτατικών της βλέψεων εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την οποία υποκριτικά ονομάζει και δέχεται ως «αδελφή εκκλησία». Δεν δέχθηκε την καταδίκη της Ουνίας που υπέγραψαν ομόφωνα Ορθόδοξοι και Παπικοί θεολόγοι μέλη της «Διεθνούς Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας» κατά την Στ' Συνέλευση της Ολομελείας στο Freising του Μονάχου (6-15 Ιουνίου 1990), απόδειξη περί του πόσο σέβεται και πόσο θα σεβασθεί τα αποτελέσματα του οποιουδήποτε διαλόγου, όταν θίγουν τις επιδιώξεις της. Για να εξαφανίσει δε τελείως αυτήν την καταδίκη, παρέσυρε τους Ορθοδόξους σε νέα συζήτηση του θέματος στο Balamand του Λιβάνου (17-24 Ιουνίου 1993), όπου αθωώθηκε και νομιμοποιήθηκε η Ουνία με τις υπογραφές αντιπροσώπων εννέα αυτο­κεφάλων και αυτονόμων εκκλησιών (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ρωσίας, Ρουμανίας, Κύπρου, Πολωνίας, Αλβανίας, Φινλανδίας), ενώ δεν έλαβαν μέρος αρνούμενες την μεθόδευση έξι εκκλησίες (Ιεροσολύμων, Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Ελλάδος, Τσεχοσλοβακίας).