Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Σχόλια σε κείμενο των Αγιορειτών πατέρων για την παραλαβή της ηλεκτρονικής ταυτότητας και τον προσωπικό αριθμό.


Tο κείμενο των Αγιορειτών δημοσιεύεται στην  διεύθυνση:
https://apotixisi.blogspot.com/2026/09/27-2026.html
------------------------------------------------------------------

Εξετάζοντας τις θέσεις των  Αγιορειτών πατέρων  υπό το φως της Ορθόδοξης Θεολογίας, εντοπίζονται σοβαρά σφάλματα. Η απόδοση πνευματικής σημασίας σε έναν Προσωπικό Αριθμό συνιστά δεισιδαιμονία. Η Θεία Χάρις εξαρτάται από τη συνειδητή πίστη, όχι από κρατικά έγγραφα. Επιπλέον, η αντίληψη ότι μια ταυτότητα καταργεί το αυτεξούσιο αντιβαίνει στην πατερική διδασκαλία. Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας (όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής), η ελευθερία μας είναι ένα φυσικό δώρο από τον Θεό. Κανένας νόμος, καμία κάρτα και κανένα κρατικό χαρτί δεν μπορεί να μας πάρει την εσωτερική ελευθερία. Μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να τη χάσουμε, αν επιλέξουμε συνειδητά να κάνουμε το κακό.Η ελευθερία της συνειδήσεως είναι γνώρισμα που δεν ακυρώνεται από εξωτερικούς καταναγκασμούς.

Τέλος, η σύνδεση του αριθμού με το χάραγμα του Αντιχρίστου αγνοεί την αγιογραφική παράδοση. Το βιβλικό χάραγμα προϋποθέτει ρητή και ελεύθερη άρνηση του Χριστού. Κανείς δεν χάνει τη σωτηρία του ακούσια ή μηχανικά μέσω μιας διοικητικής πράξεως, όσο φασιστική πολιτικά και αν είναι αυτή.Η παραλαβή ή όχι της ηλεκτρονικής ταυτότητας αειναι ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΟΧΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΠΡΑΞΗ ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ.


ΠΗΓΗ.ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Σχόλια και Παρατηρήσεις επί της «Ανοικτής Επιστολής Οδύνης» των Βουλγάρων Ορθοδόξων προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη (23 Σεπτεμβρίου 2026)

 


Ομάδα  Βουλγάρων κληρικών και λαϊκών απέστειλαν στο Πατριάρχη Βαρθολομαίο «Ανοικτή επιστολή οδύνης» με αφορμή την επίσκεψή του τον Οκτώβριο στην Μονή Αγίου Ιωάννη της Ρίλας. Ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύεται στο link. https://orthodoxostypos.gr/%E1%BC%80%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CF%84%E1%BD%B4-%E1%BC%90%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%E1%BD%B4-%E1%BD%80%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B3%CE%B1%CF%81%CF%89%CE%BD/

 

Βασικά σημεία του περιεχομένου της επιστολής.

Οι συντάκτες της επιστολής  διατυπώνουν τρεις βασικές κατηγορίες:

  1. Κατηγορούν τον Πατριάρχη για συστηματική κήρυξη της καταδικασμένης «θεωρίας των κλάδων», μνημονεύοντας ρητώς πρόσφατες ομιλίες του στο Βίλνιους (8 Ιουνίου 2026) και τη Βουδαπέστη (4 Σεπτεμβρίου 2026) περί «αγωνίας του διηρημένου Χριστιανισμού». Του καταλογίζουν ότι διαστρέφει το ορθόδοξο βίωμα απορρίπτοντας τον δογματικό ζήλο ως «στεῖραν ὁμολογιακὴν περιχαράκωσιν», ενώ παράλληλα εισάγει έναν «νομικὸν οἰκουμενισμόν» που αναγνωρίζει το πρωτείο του Βατικανού χωρίς προηγούμενη δογματική μετάνοια της Ρώμης.
  2. Στηλιτεύουν δημόσια τοποθέτησή του στην Κωνσταντινούπολη (29 Ιουλίου 2025), διατείνοντες ότι εξίσωσε τη Θεία Αποκάλυψη με αλλότριες θρησκευτικές παραδόσεις μέσω της αναφοράς ότι το Ἱερόν εκφράζεται εξίσου δια του «Θεοῦ, τοῦ Ἀλλάχ, τοῦ Μπράχμαν ἢ τῆς Φωτεινῆς Κενότητος», ενέργεια την οποία χαρακτηρίζουν ως «βαρεῖα βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
  3. Αποδίδουν στον Οικουμενικό Θρόνο «ἀντικανονικὴν εἰσβολὴν εἰς ἀλλοτρίαν δικαιοδοσίαν» κατά το έτος 2019, υποστηρίζοντας ότι η χορήγηση της Αυτοκεφαλίας αποτέλεσε το υπόβαθρο για βίαιους διωγμούς, φυλακίσεις ιεραρχών και αρπαγές ναών σε βάρος της υπό τον Μητροπολίτη Ονούφριο κανονικής Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

4.      Οι συντάκτες του κειμένου ζητούν με αγωνία από τον Πατριάρχη να μην κάνει τη γιορτή αφορμή για διχασμό (σχίσμα) στην Εκκλησία και να προστατεύσει το ποίμνιό του από κακοτεχνίες και εντάσεις.

Η επιστολή τονίζει σωστά ότι η Θεία Λειτουργία απαιτεί απόλυτη ομονοία και αγάπη μεταξύ των πιστών. Ωστόσο, χρησιμοποιούν οι συντάκτες αυτή τη θέση για να δικαιολογήσουν  την άρνησή τους να συμπροσευχηθούν , στηριζόμενη σε απόφαση της Βουλγαρικής Εκκλησίας του 2016 (η οποία είχε απορρίψει τη Σύνοδο της Κρήτης και είχε δηλώσει ότι εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν υπάρχουν άλλες «εκκλησίες»).

Με βάση αυτή τη γραμμή, οι συντάκτες υποστηρίζουν ότι υπάρχει αγεφύρωτη διαφωνία ανάμεσα στις φιλικές σχέσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη με άλλες ομολογίες (οικουμενισμός) και στη γραμμή της Βουλγαρικής Εκκλησίας. Γι' αυτόν τον λόγο, θεωρούν ότι η παρουσία του Πατριάρχη στη Ρίλα προσβάλλει τη συνείδηση των Βουλγάρων πιστών.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Η αντικειμενική επιστημονική προσέγγιση της «Επιστολής Οδύνης» επιβάλλει μια σταθμισμένη ανάγνωση, η οποία συνεκτιμά την έκδηλη ποιμαντική αγωνία του λαϊκού και μοναστικού πληρώματος έναντι των ατοπημάτων κανονικής τάξεως.Η επιστολή αντικατοπτρίζει την υπαρκτή ποιμαντική αγωνία του πληρώματος απέναντι  σε θεολογικές διατυπώσεις που προκαλούν σύγχυση στην ορθόδοξη πίστη.

  1. Οι συντάκτες θεμελιώνουν την θέση τους  στην επίσημη στάση της Εκκλησίας της Βουλγαρίας. Ειδικότερη Παρατήρηση: Η Εκκλησία της Βουλγαρίας δεν συμμετείχε στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης (2016), χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε επίσημη αποκήρυξη ή δογματική καταδίκη της ως «αιρετικής» , αλλά τήρησε στάση επιφυλακτικότητας και απόρριψης των κειμένων της ως μη αντιπροσωπευτικών Πανορθοδόξως. Με βάση αυτή την πραγματικότητα, οι συντάκτες της επιστολής επιχειρούν να πιέσουν την τοπική τους Ιεραρχία, αξιοποιώντας την απουσία και την κριτική στάση του Πατριαρχείου Βουλγαρίας για να προσδώσουν κύρος στις δικές τους ενστάσεις.

Η στάση της Εκκλησίας της Βουλγαρίας για την Σύνοδο της Κρήτης

 Η Εκκλησία της Βουλγαρίας βασίστηκε σε συγκεκριμένες δογματικές και κανονικές θεολογικές ενστάσεις για να δικαιολογήσει την αποχή της από τη Σύνοδο της Κρήτης και την πλήρη απόρριψη των κειμένων της, εστιάζοντας κυρίως στην εκκλησιολογία και τις σχέσεις με τους ετερόδοξους.

Η μεγαλύτερη θεολογική διαφωνία αφορούσε το κείμενο σχετικά με τις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, με την Ιερά Σύνοδο της Βουλγαρίας να υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να αποδοθεί ο όρος «Εκκλησία» σε καμία άλλη χριστιανική ομολογία, καθώς για αυτήν μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ενώ κάθε άλλη ομάδα θεωρείται αίρεση ή σχίσμα.

Η Βουλγαρική Εκκλησία αντιτάχθηκε σθεναρά στη φράση των προσυνοδικών κειμένων περί αναζήτησης της χαμένης ενότητας των Χριστιανών, υποστηρίζοντας θεολογικά ότι η ενότητα της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού είναι αδιαίρετη, άρα δεν νοείται επανένωση μέσω συμβιβασμών αλλά μόνο επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθοδοξία.

Υπήρξε έντονη κριτική για τον τρόπο με τον οποίο η Σύνοδος της Κρήτης νομιμοποιούσε τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους, τους οποίους η Βουλγαρική Εκκλησία θεωρεί επικίνδυνους για δογματικό μινιμαλισμό και συγκρητισμό.

Η Βουλγαρική Εκκλησία τόνισε ότι τα κείμενα της Συνόδου έπρεπε να εκφράζουν την απόλυτη ομοφωνία όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών προτού ψηφιστούν, κρίνοντας ότι η άρνηση της Κρήτης να αναβάλει τη Σύνοδο παραβίαζε την πανορθόδοξη ενότητα.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέρριψε τα επιχειρήματα της Βουλγαρικής Εκκλησίας, υπενθυμίζοντας ότι όλα τα κείμενα είχαν ήδη συνδιαμορφωθεί και συνυπογραφεί από όλες τις Εκκλησίες (και την εκκλησία της Βουλγαρίας) κατά τις προσυνοδικές φάσεις.

Το Πατριαρχείο υποστήριξε ότι η απουσία ορισμένων Εκκλησιών δεν ακυρώνει τη Σύνοδο, ενώ σχετικά με τον όρο «Εκκλησία» διευκρινίστηκε ότι αναγνωρίστηκε απλώς η ιστορική ονομασία των άλλων ομολογιών, με την Ορθόδοξη Εκκλησία να διατηρεί ακέραιη την ταυτότητά της ως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

 

 

2.      Η χρήση χαρακτηρισμών όπως «θρασύτητα», «βαρεία βλασφημία» και «πονηρὸς λύκος» έρχεται σε αντίθεση με το ευαγγελικό ήθος και την πατερική σύνεση.

  1. Υπογραμμίζεται ορθά ότι η Θεία Ευχαριστία προϋποθέτει πλήρη δογματική ομοφροσύνη και δεν μπορεί να εργαλειοποιείται διπλωματικά.

4.      Το θεμελιώδες εκκλησιολογικό ολίσθημα των συντακτών συνίσταται στην απευθείας σύνταξη και επίδοση κειμένου-τελεσίγραφου προς τον Προκαθήμενο μιας άλλης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας (τον Οικουμενικό Πατριάρχη), προσπερνώντας πλήρως την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Βουλγαρίας .

 

5.      Το ζήτημα της κοινωνίας με «ακατακριτούς αιρετικούς» (Ο κανόνας «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ»):

Οι συντάκτες επικαλούνται εμμέσως την αρχή ότι όποιος κοινωνεί με κάποιον που θεωρούν αιρετικό καθίσταται και ο ίδιος κοινωνός της ακοινωνησίας (βάσει των κανόνων που προβλέπουν κυρώσεις για όσους συμπροσεύχονται ή κοινωνούν με καθαιρεμένους ή εκτός Εκκλησίας).

Οι συντάκτες που θεωρούν τον Οικουμενικό Πατριάρχη «αιρετικό» (ή αιρετίζοντα ) και επικαλούνται την αυστηρότητα των κανόνων περί αποχής από την κοινωνία, πέφτουν σε σοβαρή εκκλησιολογική αντίφαση: συνεχίζουν να μνημονεύουν και να βρίσκονται σε πλήρη ευχαριστιακή κοινωνία με τη δική τους Ιερά Σύνοδο και τον Πατριάρχη Βουλγαρίας, οι οποίοι με τη σειρά τους διατηρούν κανονική κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Κατά την αυστηρή ερμηνεία του κανόνα που οι ίδιοι επικαλούνται, εφόσον η τοπική τους Εκκλησία συνεχίζει να κοινωνεί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, θα έπρεπε –για να είναι συνεπείς προς τη λογική της αποτείχισης– να έχουν διακόψει την κοινωνία και με τους οικείους τους Ιεράρχες. Η παράλειψη αυτή αποκαλύπτει μια ημιτελή και προβληματική κανονικά στάση («επιλεκτική αποτείχιση»).

π.Δ.Α

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

Προς τους αναγνώστες του ιστολογίου-ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ



Ενημερώνουμε τους αναγνώστες του ιστολογίου ότι δημιουργήσαμε ένα άλλο αρχειο pdf με τίτλο «ΟΙ ΔΙΜΕΡΕΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ-ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ». Το αρχείο περιέχει τα παρακάτω σχετικά  άρθρα που δημοσιεύτηκαν στα ιστολόγια ΟΜΟΛΟΓΙΑ και ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.

1.      Σταθμοί των διμερών θεολογικών διαλόγων Ορθοδόξων–Ρωμαιοκαθολικών μετά την Σύνοδο της Κρήτης (Ιούνιος 2016 – Σεπτέμβριος 2026)-

2.      Κριτικός σχολιασμός των προβληματικών άρθρων του κειμένου του CHIETI (ΚΕΪΤΙ): «Συνοδικότητα και πρωτείο κατά την πρώτη χιλιετία: Προς μια κοινή κατανόηση στη διακονία της ενότητας της Εκκλησίας».

3.      Το κείμενο της Αλεξάνδρειας :( Συνοδικότητα καὶ πρωτεῖο στὴ δεύτερη χιλιετία καὶ σήμερα)

4.      Δύο κριτικές του κειμένου της Αλεξάνδρειας.

5.      Το Κείμενο της Αλεξανδρείας, το κείμενο του Kέϊτι  και οι ορθόδοξες αντιδράσεις.

6.      Αποκρυπτογραφώντας την ομιλία του Μητροπολίτη Περιστερίου « Ο Επίσκοπος της Ρώμης . Από τις αρχαίες παραδόσεις στους μελλοντικούς ορίζοντες για Καθολικούς και Ορθοδόξους

 

Όσοι επιθυμούν να αποκτήσουν το αρχείο αυτό, όπως και τα άλλα τέσσερα που αφορούν την Σύνοδο της Κρήτης, χωρίς καμία υποχρέωσή τους, μπορούν να μας στείλουν μήνυμα στο e-mail.

melitinisdometianos@gmail.com.

Eπίσης στο ίδιο  e-mail μπορείτε να στέλνετε κρίσεις και απόψεις για τα περιεχόμενα των παραπάνω αρχείων pdf.

πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου


Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΟ ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟ ΑΞΙΩΜΑ ΚΑΙ Ο ΙΕ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΒ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ.


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Εισαγωγικά.

Επειδή στον χώρο των αποτειχισμένων συμβαίνουν διάφορα σοβαρά και λυπηρά γεγονότα, τα οποία είναι αποτέλεσμα της έλλειψης ορθής εκκλησιολογικής κατήχησης σε κληρικούς και λαϊκούς, αναγκάζομαι να δημοσιεύσω το παρόν άρθρο, προκειμένου να απαντήσω γραπτά  σε σχετικές ερωτήσεις που μου υποβλήθηκαν.

Συγχρόνως, επιθυμώ, το άρθρο αυτό να αποτελέσει αφορμή προβληματισμού, ώστε να κατανοηθούν τα εξής. Εφόσον οι αποτειχισμένοι δεν αποτελούν αναγνωρισμένη  νομική θρησκευτική κοινότητα και ζουν σε ένα έννομο κράτος (με σεβασμό στους νόμους), θα έπρεπε να κινούνται με τους όρους της Εκκλησίας των Κατακομβών. (ο έχων νουν, νοείτω)

Το αρχιερατικό αξίωμα: ποιες ιδιότητες φέρει και ποιες «αφαιρεί» ο ΙΕ΄ Κανόνας

Για να κατανοηθεί πλήρως το νόημα του χαρακτηρισμού «ψευδεπίσκοπος και ψευδοδιδάσκαλος», είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί  τι ακριβώς περιλαμβάνει το αρχιερατικό αξίωμα. Στην Ορθόδοξη κανονική παράδοση, ο επίσκοπος δεν είναι, απλώς, ένας ανώτερος κληρικός· είναι ο κατ' εξοχήν φορέας της πληρότητας της Ιερωσύνης, ο «τύπος και εικόνα» του Χριστού εν τω οίκω αυτού. Όταν αναφερόμαστε στον Αρχιερέα (τον Επίσκοπο), η ύπαρξη και το έργο του συνδέονται άμεσα με τα τρία αξιώματα του Χριστού (το προφητικό, το αρχιερατικό και το βασιλικό), τα οποία εκφράζει με έναν ιδιαίτερο και ολοκληρωμένο τρόπο μέσα στην Εκκλησία:

1. Το Προφητικό Αξίωμα (Ο Διδάσκαλος της Αλήθειας)

Ως διάδοχος των Αποστόλων, ο Αρχιερέας έχει χρέος και εξουσία να κηρύττει το Θείο Λόγο. Είναι ο βασικός διδάσκαλος και θεματοφύλακας της ορθόδοξης πίστης στην επαρχία του, εξηγώντας τις Γραφές και καθοδηγώντας το ποίμνιο στην πνευματική αλήθεια.

2. Το Αρχιερατικό / Ιερατικό Αξίωμα (Ο Λειτουργός των Μυστηρίων)

Είναι η κορυφαία του ιδιότητα. Κατέχει την πληρότητα της ιερωσύνης.

Μόνος του μπορεί να τελέσει τις χειροτονίες των νέων κληρικών (διακόνων και ιερέων), να καθιερώνει ναούς, να αγιάζει τα Αντιμήνσια και να προΐσταται των μυστηρίων, αποτελώντας τον «τύπο και τόπο Χριστού» μέσα στη Θεία Λειτουργία.  Σύμφωνα με την Ορθόδοξη κανονική παράδοση και θεολογία, τα μυστήρια ενός ακατάκριτου αιρετικού επισκόπου είναι έγκυρα και έχουν θεία χάρη μέχρι τη στιγμή της επίσημης καθαιρέσεώς του από Σύνοδο.

3. Το Βασιλικό Αξίωμα (Ο Ποιμένας και Διοικητής)

Εκδηλώνεται μέσα από την πνευματική εξουσία και τη διακυβέρνηση της τοπικής Εκκλησίας (της Μητρόπολης ή της Επισκοπής). Δεν πρόκειται για κοσμική εξουσία τυραννικού τύπου, αλλά για διακονία αγάπης, προστασίας και τάξης, ώστε το σώμα της Εκκλησίας να οδηγείται με ασφάλεια στη Βασιλεία του Θεού, τιθασεύοντας τα πνευματικά εμπόδια και τις διχόνοιες.

Τι «αφαιρεί» λοιπόν ο ΙΕ΄ Κανόνας;

Καμία από τις παραπάνω ιδιότητες δεν αίρεται τυπικώς και δικανικώς με την πράξη της αποτείχισης. Ο ΙΕ΄ Κανόνας δεν είναι κανόνας καθαιρέσεως. Ο κανόνας, ωστόσο, αναγνωρίζει και βεβαιώνει μια ήδη συντελεσθείσα πνευματική απώλεια, η οποία εκτείνεται ως εξής:

•Αφαιρεί την αληθή ιδιότητα του ποιμένος. Ο επίσκοπος διατηρεί το όνομα — «τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον» — αλλά παύει να είναι αληθινός ποιμήν· γίνεται ψευδεπίσκοπος. Η χειροτονία του δεν χάνεται, χάνεται όμως η ουσία που την νοηματοδοτεί: η πίστη την οποία οφείλει να φυλάσσει.

•Αφαιρεί τη νομιμότητα της διδασκαλίας του. Από τη στιγμή που κηρύσσει αίρεση «δημοσίᾳ καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», κάθε διδασκαλία του καθίσταται πνευματικώς άκυρη· γίνεται ψευδοδιδασκαλία, έστω και αν προσφέρεται με τα εξωτερικά σημεία της επισκοπικής αξίωσης.

•Αφαιρεί το δικαίωμα  της εκκλησιαστικής  κοινωνίας. Οι συνειδητοί Ορθόδοξοι υποχρεούνται να μη μνημονεύουν αυτόν και να μη κοινωνούν μαζί του. Το μνημόσυνο, ως σημείο ενότητας, μετατρέπεται σε σημείο αποχωρισμού.

•ΔΕΝ ΑΦΑΙΡΕΙ, ωστόσο, τη δικαιοδοσία του — ακόμη. Η διοικητική εξουσία του επίσκοπου πάνω στην επαρχία παραμένει τυπικώς εν ισχύϊ μέχρι τη συνοδική καθαίρεση. Αυτή, ακριβώς, η διάκριση — όσα ο κανόνας αναγνωρίζει ως χαμένα πνευματικά και όσα δεν αίρει διοικητικά — συνιστά τον πυρήνα της ερμηνείας του και αποτρέπει τη μετατροπή της αποτείχισης σε αυτοδίκαιο καθαιρετικό δικαστήριο από μεμονωμένους κληρικούς.

Ο  ΙΕ΄ Κανόνας δεν αποσύρει από τον αιρετικό επίσκοπο τη χειροτονία του, ούτε τον θρόνο του.Τον απογυμνώνει, όμως, από τη μοναδική ιδιότητα που καθιστούσε το αξίωμά του πηγή ζωής για το ποίμνιο — την ορθή διδασκαλία της πίστεως και από τη  ιδιότητα του ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΠΟΙΜΕΝΑ.

.

Παράλληλα, εφόσον ο επίσκοπος δεν έχει καθαιρεθεί ακόμη συνοδικά, τυπικά διατηρεί το δικαίωμα να ελέγξει τον κληρικό που εισήλθε αυθαιρέτως στην επαρχία του. Φαινομενικά, αυτό φαντάζει αντίφαση — πώς ο αιρετικός ελέγχει τον ομολογητή; — όμως εξηγείται από την κανονική τάξη: ο εισερχόμενος χωρίς «γράμματα απολύσεως» παραβιάζει εκκλησιαστικούς  Κανόνες, και ο τοπικός επίσκοπος, έστω κατ' όνομα, κατέχει τη διοικητική δικαιοδοσία της περιοχής.

Εδώ έγκειται και η παγίδα. Ένας ακατάκριτος αιρετικός επίσκοπος μπορεί να χρησιμοποιήσει την τυπική διοικητική του ισχύ, για να τιμωρήσει κληρικούς όχι επειδή υπερασπίστηκαν την Ορθοδοξία, αλλά επειδή παραβίασαν την κανονική τάξη. Γι' αυτό η ορθόδοξη θεολογία τονίζει ότι η ομολογία και η αποτείχιση πρέπει να γίνονται με τεράστια προσοχή, ώστε να μη δίδεται στον εσφαλμένο επίσκοπο το πλεονέκτημα να ελέγξει τον ομολογητή σε επίπεδο κανονικής πειθαρχίας.


Ποιος ορίζει ΕΠΙΣΗΜΑ ότι η ηγεσία μιας τοπικής Εκκλησίας ή μια ΣΥΝΟΔΟΣ  είναι ΑΙΡΕΤΙΚΗ;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο και την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επίσημος φορέας αρμόδιος να κηρύξει ΕΠΙΣΗΜΑ  την εκκλησιαστική ηγεσία μιας τοπικής εκκλησίας ως ΑΙΡΕΤΙΚΗ ή να καταδικάσει επισήμως μια διδασκαλία ως αίρεση και –κατ' επέκταση– να διαπιστώσει ότι μια εκκλησιαστική κοινότητα ή ηγεσία έχει αποκοπεί λόγω κακοδοξίας είναι αποκλειστικά ΜΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ (Τοπική, Μείζων ή Οικουμενική).

Η περίπτωση του Νεστορίου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αποτελεί χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα εφαρμογής της εκκλησιαστικής τάξης, καθώς γύρω στο 428 μ.Χ. άρχισε να κηρύττει αιρετικές απόψεις διαχωρίζοντας τις δύο φύσεις του Χριστού και αρνούμενος τον όρο Θεοτόκος, ωστόσο, παρότι υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες, παρέμενε στον θρόνο του ως «ακατάκριτος» και όλα τα μυστήρια που τέλεσε τότε θεωρούνταν έγκυρα, μέχρις ότου το 431 μ.Χ. συγκλήθηκε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο, η οποία καταδίκασε τη διδασκαλία του και τον καθαίρεσε επίσημα, με αποτέλεσμα από τη στιγμή της καθαίρεσής του και μετά να παύσει να είναι επίσκοπος, κάθε μετέπειτα ιεροπραξία του στην εξορία να είναι παντελώς άκυρη και όσοι τον ακολούθησαν να αποκοπούν από την Εκκλησία δημιουργώντας δικό τους σχίσμα

Μέχρις ότου μια  ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ Σύνοδος αποφανθεί επίσημα και συνοδικά για μια τοπική Εκκλησία ή ηγεσία ότι είναι ΑΙΡΕΤΙΚΗ εφαρμόζονται πλήρως όλοι οι ιεροί κανόνες που αφορούν την ιερατική διακονία. Μέχρι την σύγκληση της Συνόδου  αν  ο τοπικός επίσκοπος η οι  επίσκοποι προωθούν  φανερά και απροκάλυπτα κακοδοξίες που έχουν ήδη καταδικαστεί από προηγούμενες Οικουμενικές ή Τοπικές Συνόδους και Πατέρες, οι πιστοί και οι κληρικοί έχουν όχι απλώς το δικαίωμα, αλλά και την κανονική υποχρέωση (βάσει του περίφημου 15ου Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου επί Φωτίου του Μεγάλου) να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία. Ωστόσο, η ενέργεια αυτή είναι ομολογιακή και προσωπική ευθύνη και δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία αυτή έχει αυτόματα κηρυχθεί συλλήβδην «ανυπόστατη» πριν από μια Πανορθόδοξη Συνοδικὴ απόφαση.

Ο  15ος Κανόνας δίνει το δικαίωμα της διακοπής μνημοσύνου για λόγους πίστης, αλλά δεν παρέχει κανονική άδεια αλλαγής δικαιοδοσίας, ούτε καταργεί τους κανόνες που απαγορεύουν την αυθαίρετη μετακίνηση κληρικών.

 

Τα όρια του ΙΕ΄ Κανόνα

Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η ιερωσύνη δεν αντλεί την εξουσία της από τον ίδιο τον κληρικό, ούτε λειτουργεί με όρους «ελεύθερου επαγγέλματος της πίστης». Ο ιερέας αποκτά την ιδιότητά του δια της χειροτονίας  από την Ιερωσύνη του Χριστού και ασκεί τη διακονία του αποκλειστικά με βάση τους Ιερούς Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων και των αναγνωρισμένων από αυτές τοπικών Συνόδων.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Εφόσον ένας κληρικός δεν αναγνωρίζει την εκκλησιαστική διοίκηση λόγω αποδοχής αιρετικών διδασκαλιών, γιατί απαιτείται να ζητήσει την άδειά της, για να φύγει από την επαρχία στην οποία ανήκει;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατ' αρχάς, οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε τη φύση του ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.  Στην  Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η διοικητική δομή και η μυστηριακή ζωή δεν είναι αποσπασμένα θέματα. Ο ΙΕ κανόνας δεν δίνει το δικαίωμα δημιουργίας προσωπικών, απομονωμένων ποιμνίων γύρω από ένα πρόσωπο. Αν υπήρχε σοβαρός λόγος πίστεως, η πατερική οδός ήταν η παραμονή στο πόστο με ομολογιακή σταθερότητα ή η προσφυγή στη συνοδική οδό ή η εκκλησιαστική κοινωνία με άλλη ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ και όχι η μετατροπή της αποτείχισης σε μέσο διαδικτυακής προβολής και αυτοδικίας. Η αυθαίρετη μετακίνηση σε ξένη επαρχία, η ίδρυση νέων ναών και η συγκρότηση αποκλειστικά «αποτειχισμένου» ποιμνίου αποτελεί ένα από τα πιο ακανθώδη και συζητημένα ζητήματα στο πεδίο του  εκκλησιαστικού  κανονικού δικαίου. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, μια τέτοια πρακτική αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, καθώς τέμνει τα όρια μεταξύ ομολογίας πίστεως και κανονικού παραπτώματος.

Ακόμη και αν η αρχική αφορμή για την αποτείχιση είναι θεολογικά ορθή —βάσει του ΙΕ΄ Κανόνα, λόγω κήρυξης αίρεσης «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»— η αυθαίρετη είσοδος κληρικών σε ξένη επαρχία ή δημιουργία ναών (χωρίς εκκλησιαστική και νομική κάλυψη) και η άσκηση ποιμαντικού έργου χωρίς την άδεια του τοπικού κανονικού επισκόπου (εφόσον παραμένουν οι αποτειχισμένοι στην Εκκλησία της Ελλάδος) συνιστούν σαφή παράβαση εκκλησιαστικών Κανόνων.

Η μετατροπή ενός ιδιωτικού χώρου σε ναό και η τέλεση μυστηρίων εν αγνοία του τοπικού Μητροπολίτη συνιστά κλασική περίπτωση παρασυναγωγής και αυθαίρετης δημιουργίας «ανεξάρτητου θυσιαστηρίου».

Ο ΛΑ΄ (31ος) Αποστολικός Κανόνας είναι καταπέλτης:

«Εἴ τις πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, χωρὶς ἐκκλησίας ποιήσῃ, καὶ τὸ θυσιαστήριον ἕτερον πήξῃ... καθαιρείσθωσαν ὡς  φίλαρχοι».

 

Παρόμοιες απαγορεύσεις περιέχονται στον ΣΤ΄ Κανόνα της Συνόδου της Γάγγρας και στους ΙΓ΄, ΙΔ΄ και ΙΕ΄ Κανόνες της Συνόδου της Αντιοχείας, οι οποίοι καθαιρούν όσους κληρικούς περιπλανώνται και προκαλούν διχοστασίες εκτός της κανονικής τάξης.

Οι κυριότεροι Iεροί Κανόνες που αφορούν ειδικά τους πρεσβυτέρους (καθώς και τους διακόνους και λοιπούς κληρικούς) και απαγορεύουν την αυθαίρετη εγκατάλειψη της ενορίας ή της επαρχίας τους, παρατίθενται παρακάτω.

1. Ο 15ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων

Κείμενο:

«Εἴ τις πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν κληρικῶν, ἀπολείψας τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν, εἰς ἑτέραν ἀπέλθῃ, καὶ παντελῶς μεταστὰς διατρίβῃ ἐν ἄλλῃ ἐκκλησίᾳ χωρὶς τῆς τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου γνώμης, μὴ λειτουργεῖν ἔτι κελεύομεν αὐτόν· μάλιστα μὲν εἰ καὶ τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου καλοῦντος αὐτὸν ἐπανελθεῖν, οὐχ ὑπήκουσεν, ἐμμένων τῇ ἀτάκτῳ διατριβῇ. Ὡς λαϊκὸς δὲ ἐκεῖ κοινωνείτω μόνον».

Ερμηνεία: Εάν κάποιος πρεσβύτερος ή διάκονος αφήσει την παροικία (ενορία/επαρχία) του και πάει σε άλλη χωρίς την άδεια του επισκόπου του, του απαγορεύεται να ιερουργεί. Αν μάλιστα ο επίσκοπός του τον καλέσει πίσω κι εκείνος αρνηθεί, τότε εκπίπτει πλήρως και περιορίζεται στην ιδιότητα του λαϊκού στη νέα του θέση.

2. Ο 15ος Κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Νίκαια)

Κείμενο:

«Διὰ τὴν πολλὴν ταραχὴν καὶ τὰς στάσεις τὰς γινομένας, ἔδοξε παντελῶς περιαιρεθῆναι τὴν συνήθειαν τὴν παρὰ τὸν κανόνα εὑρεθεῖσάν τισι, ὥστε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλεως μὴ μεταβαίνειν μήτε ἐπίσκοπον, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον. Εἰ δὲ μετὰ ταύτην τὴν ὁρισιωδίαν τῆς ἁγίας καὶ μεγάλῃς συνόδου, ἐπιχειρήσει τίς τι τοιοῦτον, ἢ ἐπιδῷ ἑαυτὸν τῇ τοιαύτῃ πράξει, ἄκυρος μὲν ἔσται παντελῶς ἡ τοιαύτη ἐπίθεσις, ἀποκατασταθήσεται δὲ τῇ ἐκκλησίᾳ, ἐν ᾗ περεχειροτονήθη τῆς παροικίας».

Ερμηνεία: Απαγορεύει ρητά τη «μετανάστευση» κληρικών από πόλη σε πόλη (από επαρχία σε επαρχία) για την αποφυγή συγκρούσεων και αταξίας. Οποιαδήποτε τέτοια αυθαίρετη κίνηση κρίνεται απολύτως άκυρη και ο κληρικός υποχρεούται να επιστρέψει στην αρχική Εκκλησία, όπου χειροτονήθηκε.

3. Ο 57ος (κατ' άλλους 56ος) Κανόνας της Συνόδου της Καρθαγένης

Κείμενο (σε μετάφραση/απόδοση από το Πηδάλιο):

«Ὥστε τοὺς πρεσβυτέρους, καὶ διακόνους, καὶ τοὺς λοιπούς κατωτέρους κληρικούς, μὴ ἀξιοῦν βοηθοὺς αἰτεῖν παρὰ τῶν ἰδίων ἐπισκόπων, οὐδὲ ἀποχωρίζειν ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν ἐκκλησιῶν αὐτῶν...».

(Σημείωση επί του περιεχομένου): Οι κανόνες της τοπικής αυτής Συνόδου (που ενσωματώθηκαν στο επίσημο Κανονικό Δίκαιο από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο) απαγορεύουν στους πρεσβυτέρους να εγκαταλείπουν αυθαιρέτως την εκκλησία στην οποία εντάσσονται, ούτε να επιδιώκουν αλλαγή ή μετάθεση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη και κανονική άδεια της εκκλησιαστικής αρχής

 

 

Η Εκκλησία είναι βασίλειο τάξεως: κάθε επίσκοπος και πρεσβύτερος έχει συγκεκριμένα γεωγραφικά και διοικητικά όρια. Η δημιουργία «παράλληλων» δικαιοδοσιών ή ανεξάρτητων ναών εντός της ίδιας μητρόπολης, (που ανήκει στην ίδια Σύνοδο της τοπικής εκκλησίας με τον αποτειχισμένο κληρικό π.χ. Εκκλησία της Ελλάδος) χωρίς κανονική άδεια, οδηγεί μαθηματικά σε αυτό που οι κανόνες καταδικάζουν ως παρασυναγωγή ή σχίσμα.

Πριν τη συνοδική καταδίκη των αιρετικών επισκόπων, οι κανόνες που απαγορεύουν την αυθαιρεσία, την εγκατάλειψη της θέσης ή τη δημιουργία σχισμάτων  ισχύουν αυστηρότερα από ποτέ.  Η μόνη άδεια που δίνει το ΟΡΘΟΔΟΞΟ Κανονικό Δίκαιο είναι η παύση μνημόνευσης (και όχι η αυτόνομη φυγή ή η αλλαγή επαρχίας) και μόνο εάν ο επίσκοπος έχει προβάλει ανοιχτά μια ήδη συνοδικώς καταδικασμένη αίρεση.

Ο ΙΕ΄ Κανόνας επιτρέπει —και επαινεί— τη διακοπή μνημονεύσεως για την προστασία από την αίρεση. Δεν δίδει όμως το δικαίωμα σε κανέναν κληρικό να λειτουργεί ως «αυτοκέφαλος» επίσκοπος ή να ιδρύει δικά του αυτόνομα θρησκευτικά μορφώματα, ναούς και ενορίες κατά το δοκούν. Όταν οι αποτειχισμένοι κληρικοί, αντί να ενταχθούν σε ευρύτερο υγιές ορθόδοξο σώμα ή να ακολουθήσουν την οδό της τοπικής μαρτυρίας εντός των ορίων τους, αρχίζουν να στήνουν «δικές τους» εκκλησίες, κινδυνεύουν να πέσουν στην κακοδοξία της αυτοδικίας και στη δημιουργία σχισματικών δομών.

Η αποτείχιση δύναται να λειτουργήσει αποκλειστικά ως έσχατο θεραπευτικό μέτρο ανάγκης —όπως η χειρουργική τομή για να σωθεί το σώμα από τη γάγγραινα. Αντίθετα, η αυθαίρετη ίδρυση παράλληλων ενοριών εντός ξένων επαρχιών δεν αποτελεί θεραπεία, αλλά βαρύ εκκλησιαστικό νόσημα (παρασυναγωγή ) που υπονομεύει θεμελιωδώς την ενότητα του Σώματος του Χριστού. Όταν ένας απλός πρεσβύτερος διακόπτει τη μνημόνευση του επισκόπου του λόγω αίρεσης δεν κηρύσσει αυθαίρετα την εποχή ως «περίοδο αίρεσης» με βάση τη δική του κρίση. Απλώς, διαπιστώνει ένα αντικειμενικό γεγονός, ότι δηλ. ο επίσκοπός του διδάσκει κάτι που ήδη η Εκκλησία (οι προηγούμενες Οικουμενικές Σύνοδοι) έχει επισήμως καταδικάσει ως αίρεση.

Ο  Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης και ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αντιμετώπισαν αιρετικές διοικήσεις διακόπτοντας το μνημόσυνο. Ποτέ όμως δεν εγκατέλειψαν αυθαιρέτως τη γεωγραφική τους περιοχή, για να ανοίξουν «εκκλησίες» και να ιδρύσουν αυτόνομα ποίμνια έξω από τη συνοδική δομή. Παρέμειναν αγωνιζόμενοι εντός των ορίων τους ή υπέστησαν το μαρτύριο με σταυρική υπομονή.

Ας αφήσουν στην  άκρη μερικοί αποτειχισμένοι κληρικοί και λαϊκοί  εκκοσμικευμένες πρακτικές, που αποσκοπούν στην ανάδειξη ορισμένων εξ αυτών ως «σύγχρονων ομολογητών του διαδικτύου», καταπατώντας έτσι βασικούς κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας.

Η σύγχρονη  εκκλησιαστική ιστορία μας διδάσκει ότι η ομολογία των σύγχρονων κληρικών —και μάλιστα επισκόπων— γινόταν πάντα εντός των εκκλησιολογικών  πλαισίων που ορίζουν οι ιεροί κανόνες, με σεβασμό στους νόμους του κράτους, ασκώντας παράλληλα αυστηρή κριτική σε ό,τι από αυτούς τους νόμους ερχόταν σε αντίθεση με την Ορθόδοξη Πίστη.

Τέλος, υπενθυμίζουμε για μια ακόμα φορά ποιοι είναι οι σκοποί της αποτείχισης.

Σύμφωνα με τη θεολογική έρευνα και τη διαχρονική συμφωνία των Πατέρων (consensus Patrum), η αποτείχιση (διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας και μνημοσύνου από ακατάκριτο αιρετίζοντα επίσκοπο) δεν αποτελεί μια απλή διοικητική διαμαρτυρία, αλλά εξυπηρετεί πρωτεύοντες σωτηριολογικούς και δευτερεύοντες εκκλησιαστικούς σκοπούς:

1. Ο Πρωτεύων και Άμεσος Σκοπός (Σωτηριολογικός)

Η αποφυγή του πνευματικού συμμολυσμού: Ο κύριος και άμεσος λόγος της αποτείχισης είναι η προστασία της ψυχής του πιστού από τον συμμολυσμό. Διά της εκκλησιαστικής κοινωνίας ή της μνημονεύσεως τίθεται σε ισχύ η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων», μέσω της οποίας ο ορθόδοξος καθίσταται συνυπεύθυνος και μέτοχος στην ασέβεια, στο σχίσμα και στην κατάκριση του αιρετικού, ακόμη κι αν ο ίδιος διατηρεί ορθόδοξο φρόνημα.

Η αυτοπροστασία από το σχίσμα και η διατήρηση της ενότητας με τον Χριστό: Το σχίσμα στην Εκκλησία το προκαλεί ο επίσκοπος που διδάσκει δημόσια την αίρεση, διασπώντας την ένωση με τον Χριστό. Διακόπτοντας την κοινωνία μαζί του, ο πιστός οχυρώνεται («αποτειχίζεται») και αυτοπροστατεύεται, διασώζοντας την οργανική του ενότητα με την αληθινή Κεφαλή της Εκκλησίας, τον Χριστό.

2. Οι Δευτερεύοντες και Παρεπόμενοι Σκοποί

Συναγερμός και αφύπνιση του ποιμνίου: Η αποτείχιση λειτουργεί ως πνευματική «σήμανση κινδύνου» προς όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας. Εμποδίζει την εδραίωση της αιρέσεως και προστατεύει τον λαό από το να συνηθίσει στην κακοδοξία λόγω της αδιαφορίας των ποιμένων.

Έλεγχος και πίεση προς τον αιρετίζοντα ποιμένα: Στοχεύει στην καταγγελία της κακοδοξίας και στην άσκηση θεραπευτικής πίεσης στον εκτραπέντα επίσκοπο, ώστε να συναισθανθεί το σφάλμα του και να οδηγηθεί σε μετάνοια.

Πρόκληση συγκροτήσεως Συνόδου: Αποτελεί μέσο πίεσης προς τα αρμόδια θεσμικά όργανα για την άμεση σύγκληση μιας Ορθόδοξης Συνόδου, η οποία θα δικάσει την αίρεση, θα θεραπεύσει το σχίσμα και είτε θα αποκαταστήσει τον μετανοημένο είτε θα καθαιρέσει τον αμετανόητο αιρεσιάρχη.

Έμπρακτη ομολογία πίστεως και παρρησία: Αποτελεί τη διακοπή της «ενόχου σιωπής» και τη φανέρωση παρρησίας και θάρρους ενώπιον Θεού και ανθρώπων για την υπεράσπιση των πατροπαράδοτων  δογμάτων.

 


Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΠΟΚΡΥΠΟΤΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ " –Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΩΜΗΣ" ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ


 

Το παρόν κείμενο αποτελεί Εισαγωγική εναρκτήρια ομιλία του 27ου Συνεδρίου ‘SLEC 2026-Βουδαπέστη’ με γενικό θέμα: “The Bishop of Rome[: From Ancient Traditions to Future Horizons for Catholics and Orthodox”

 

Ο Επίσκοπος Ρώμης, ο λόγιος και σπουδαίος θεολόγος, πατριάρχης και πάπας Βενέδικτος XVI, όχι πολύ πριν από την παραίτησή του, είπε μια χαρακτηριστική θεολογική ρήση που μας αφορά όλους. Είπε ότι «Η «Εκκλησία των ανθρώπων» να προσαρμόζεται στην Εκκλησία του Θεού, και όχι η Εκκλησία του Θεού να προσαρμόζεται στην «Εκκλησία των ανθρώπων»»! Η εύστοχη θεολογικά αυτή ρήση[1] υποδηλώνει επακριβώς ότι έχουμε εν τέλει πολλές «Εκκλησίες των ανθρώπων», αλλά μία Εκκλησία του Θεού. Η διαπίστωση αυτή μαρτυρεί επίσης ότι η Εκκλησία του Θεού μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι του κόσμου πάλευε, όπως και παλεύει αενάως, για να μην αφομοιωθεί ανθρωπομορφικά από «Εκκλησίες των ανθρώπων», ήτοι πάλευε ανάμεσα στον εκκλησιακό ανθρωπομορφισμό, δηλαδή την δημιουργία μιας «ανθρωπομορφικής Εκκλησίας» στα ανθρώπινα μέτρα, και στην οντολογική πρόσληψη του κόσμου, αυτό που επιτελεί ως μοναδική αποστολή η Εκκλησία του Θεού εντός του κόσμου και της Ιστορίας.

Σύμφωνα με το προτεινόμενο θέμα στο παρόν Συνέδριό μας, καλούμαστε όλοι να συσκεφθούμε μαζί, ρωμαιο-καθολικοί και ορθόδοξοι κανονολόγοι και ειδήμονες του Κανονικού Δικαίου, για «τον Επίσκοπο Ρώμης», τόσο διαχρονικά (Α΄ και Β΄ χιλιετία), ατενίζοντας το κοινό μέλλον, όσο και από την άποψη της θέασης των διαφορετικών Παραδόσεων που αναπτύχθηκαν ασύμμετρα κατά τους τελευταίους αιώνες μέχρι σήμερα. Με άλλα λόγια, καλούμαστε να εξετάσουμε το προτεινόμενο θέμα τόσο από την άποψη της κοινής Εκκλησιακής παράδοσης της Α΄ χιλιετίας όσο και από την άποψη των «αρχαίων και διαφορετικών Παραδόσεων», ρωμαιο-καθολικής και ορθόδοξης, της Β΄ χιλιετίας, στην προοπτική έρευνας τού πώς αυτές οι δύο εκκλησιο-κανονικές Παραδόσεις, που αμφότερες φέρουν σαφώς μέσα τους δομικά «τον Επίσκοπο Ρώμης», μπορούν ή θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προοπτικές σύγκλισης για το εκκλησιακό μέλλον.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.

Το παρατιθέμενο κείμενο, επιχειρώντας να γεφυρώσει το αγεφύρωτο μέσω μιας δήθεν «κοινής εκκλησιολογικής βάσης», αποκαλύπτει την υποκρισία και τα αντικανονικά θεμέλια του σύγχρονου οικουμενισμού. Ας εξετάσουμε τις θέσεις του υπό το αυστηρό φως της Ορθόδοξης Πατερικής Παράδοσης και των Ιερών Κανόνων.

1. Η Αντιφατική Επίκληση του Παπά Βενέδικτου XVI

  • Η πλάνη: Το κείμενο επικαλείται τη ρήση του Βενέδικτου XVI ότι «η Εκκλησία των ανθρώπων δεν πρέπει να προσαρμόζεται στην Εκκλησία του Θεού».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Ο Πάπας της Ρώμης είναι ο βασικός εκφραστής της «Εκκλησίας των ανθρώπων» και του κοσμικού συγκεντρωτισμού. Η παπική αξίωση του αλάθητου και της παγκόσμιας δικαιοδοσίας αποτελεί την έμπρακτη υποταγή της Εκκλησίας στα ανθρώπινα μέτρα, στην κοσμική εξουσία και στον απολυταρχισμό ενός θνητού. Το να χρησιμοποιείται ο Πάπας για να καταδικαστεί ο «ανθρωπομορφισμός» είναι ιστορικό και θεολογικό παράδοξο.

2. Η Ψευδαίσθηση της «Α΄ χιλιετίας» ως Γέφυρας

  • Η πλάνη: Ομιλεί για «κοινή Εκκλησιαστική παράδοση της Α΄ χιλιετίας» και καλεί σε σύγκλιση των «διαφορετικών Παραδόσεων» της Β΄ χιλιετίας.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Η Ρώμη εξέπεσε της αληθινής πίστης πολύ πριν από το 1054, με την εισαγωγή του Filioque, των αζύμων και την αλλοίωση του συνοδικού πολιτεύματος με το πρωτείο εξουσίας. Η πρώτη χιλιετία δεν προσφέρεται για συγκρητιστικές συνθέσεις, διότι η αίρεση του παπισμού υπέβοσκε και τελικά εκδηλώθηκε δογματικά. Η Ορθοδοξία δεν έχει «παράδοση» κοινή με τον παπικό δυτικισμό· έχει την Παράδοση των Αγίων Αποστόλων και των Οικουμενικών Συνόδων, την οποία ο παπισμός κατεπάτησε.

3. Το Αντικανονικό Άνοιγμα στους «Κανονολόγους»

  • Η πλάνη: Η πρόσκληση προς «ρωμαιο-καθολικούς και ορθόδοξους κανονολόγους» να βρουν προοπτικές σύγκλισης «δομικά για τον Επίσκοπο Ρώμης».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Οι Ιερό Κανόνες της Εκκλησίας (όπως ο 34ος Αποστολικός Κανόνας) δεν γνωρίζουν παγκόσμιο μονάρχη-επίσκοπο με υπερεξουσίες. Ο Επίσκοπος Ρώμης, σύμφωνα με την κανονική τάξη της Ορθοδοξίας, είναι αιρετικός και εκτός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, εφόσον εμμένει στα παπικά δόγματα. Οποιαδήποτε «συγκλιτική» συζήτηση χωρίς την άνευ όρων επιστροφή της Ρώμης στην Ορθόδοξη Πίστη και την αποκήρυξη των κακοδοξιών της είναι προδοσία της Αλήθειας.

Συμπέρασμα: Η Εκκλησία του Θεού είναι Μία, η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία. Δεν υπάρχουν «δύο ίσιες Παραδόσεις» που πρέπει να συγκλίνουν, αλλά η Αλήθεια από τη μία πλευρά και η πλάνη από την άλλη. Κάθε προσπάθεια ένωσης χωρίς κοινή ομολογία της Ορθόδοξης Πίστης συνιστά ψευδο-ένωση και εκκλησιολογική αυτοκτονία.

Πριν από όλα, ένα γενικό ερώτημα τίθεται ευρέως στην εποχή μας σε πολλά θεολογικά και εκκλησιαστικά περιβάλλοντα, και καλούμαστε κυρίως και πρωτίστως να το εξετάσουμε τόσο όλοι μαζί εδώ και σήμερα (hic et nunc), όσο και στην όποια ερευνητική συνέχεια. Το ερώτημα είναι διττό και παραμένει διαρκώς το εξής.

• Από την μία μεριά, «Ο Χριστός είναι ο ίδιος, χθες και σήμερον, ο αυτός και εις τους αιώνας»[2]. Μπορούμε όμως να πούμε το ίδιο και για την Εκκλησία Του, ότι «Αυτή είναι η ίδια, χθες και σήμερον, η αυτή και εις τους αιώνας», δηλ. η ίδια την Α΄ χιλιετία, αφότου ξεκίνησε, η ίδια κατά την Β΄ χιλιετία που ακολούθησε, και (θα είναι) η ίδια κατά την Γ΄ χιλιετία, που πριν από μία 30ετία ξεκίνησε και συνεχίζουμε, πρώτη γενιά εμείς, μαζί Της;

• Και το συνακόλουθο ερώτημα, από την άλλη μεριά, κατά πόσο η Εκκλησιολογία και το Κανονικό Δίκαιο μετά το 1054 είναι τα ίδια για την Ρωμαιο-καθολική Εκκλησία της εποχής μας με αυτά που ήταν και λειτουργούσαν στους κόλπους της Εκκλησίας της Α΄ χιλιετίας; Το ίδιο αυτό διπλό ερώτημα τίθεται εν παραλλήλω και για την Ορθόδοξη Εκκλησία του σήμερα, κατά πόσο δηλαδή η Εκκλησιολογία και το Κανονικό Δίκαιο, πέντε (5) αιώνες ακριβώς αργότερα μετά το 1054, ήτοι μετά την πτώση της ΚΠόλεως, μετά το 1453 και επέκεινα, είναι τα ίδια με αυτά που ήταν και λειτουργούσαν στους κόλπους της Εκκλησίας της Α΄ χιλιετίας; (Εξυπακούεται ότι το ίδιο ερώτημα τίθεται εν παραλλήλω και για τον Προτεσταντικό κόσμο, αλλά αυτό το θέμα είναι ένα ζήτημα για ένα άλλο Συνέδριο της Εταιρείας μας).

Αυτά τα δύο, η Εκκλησιολογία και το Κανονικό Δίκαιο, που αποτελούν τις δύο όψεις του αυτού νομίσματος και που, κατά την διάρκεια της Α΄ χιλιετίας, προσέφεραν συγκλίσεις στις Εδαφικές Εκκλησίες διαφορετικών τόπων και λειτουργικών πρακτικών, έχουν μάλλον υιοθετηθεί, κατά την διάρκεια της Β΄ χιλιετίας, με διαφορετικούς τρόπους στον εσωτερικό χώρο του καθενός Εκκλησιακού χώρου με εμφανείς πρισματικές αποκλίσεις τόσο κατά τους τελευταίους χρόνους όσο και στην εποχή μας (Πρισματική κανονικότητα). Αυτό εξηγεί γιατί στην εποχή μας υπάρχουμε πρισματικά, ετερότοπα και ομολογιακά και όχι κοινά, εκκλησια-κά και κοινωνιακά! Αυτό θα πρέπει να ληφθεί πρωταρχικά υπ’ όψιν μας στην μελέτη του σημαντικού θέματος που επιλέξαμε να εξετάσουμε στο παρόν Συνέδριο της Εταιρείας, καθώς η ηθελημένη αυτή επιλογή καλύπτει ένα μεγάλο εύρος που ξεκινάει από τις «Ancient Tradi-tions» και θέλει να οραματισθεί «Future Horizons τόσο for Catholics όσο and Orthodox».

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

1. Η Αναλλοίωτη Φύση της Ορθόδοξης Εκκλησίας vs. Των Πτώσεων της Β΄ Χιλιετίας

  • Η θέση του κειμένου: Διερωτάται αν η Εκκλησία παραμένει η ίδια «χθες, σήμερον και εις τους αιώνας» κατά τη διάρκεια των χιλιετιών, και εξετάζει τις αποκλίσεις στην Εκκλησιολογία και το Κανονικό Δίκαιο μετά το 1054 και το 1453.
  • Η ορθόδοξη απάντηση:
    • Ο Χριστός είναι αναλλοίωτος, και το Σώμα Του, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία (η Ορθοδοξία), παραμένει ουσιαστικά και δογματικά η ίδια στους αιώνες, διαφυλάττουσα ακέραια την Πίστη των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων.
    • Αντίθετα, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αλλοίωσε ριζικά την Εκκλησιολογία και το Κανονικό Δίκαιο με το Σχίσμα του 1054, θεσμοθετώντας τον παπικό απολυταρχισμό, το αλάθητο και καινοτομίες που την απομάκρυναν από το συνοδικό πολίτευμα της Α΄ χιλιετίας.

2. Το Ζήτημα της Ορθόδοξης Κανονικότητας μετά το 1453

  • Η θέση του κειμένου: Θέτει παράλληλο ερώτημα για την Ορθόδοξη Εκκλησία μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) και κατά πόσο η κανονικότητά της παρέμεινε απαράλλακτη.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Υπό το βάρος της Τουρκοκρατίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία υπέστη πράγματι διοικητικές δυσκολίες και αναγκάστηκε να λειτουργήσει κάτω από ιστορικές πιέσεις. Ωστόσο, ποτέ δεν άλλαξε το δόγμα της, ούτε θεσμοθέτησε αλλοίωση της συνοδικής φύσης της. Οι Ορθόδοξες Σύνοδοι (όπως οι επί Πατριαρχίας Ιερεμίου Β΄ ή οι Σύνοδοι κατά του Καλαβινισμού) επιβεβαίωσαν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία παρέμεινε πιστή στη διδασκαλία των Πατέρων, σε αντίθεση με τη Δύση που συστηματοποίησε την αίρεση.

3. Η «Πρισματική Κανονικότητα» και η Ψευδαίσθηση της Συγκλίσεως

  • Η θέση του κειμένου: Κάνει λόγο για «πρισματική κανονικότητα», ετερότοπη και ομολογιακή ύπαρξη, ζητώντας να βρεθούν προοπτικές σύγκλισης ανάμεσα στις «Ancient Traditions» και τα «Future Horizons».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Ο όρος «πρισματική κανονικότητα» ή η αποδοχή της «ομολογιακής πολυδιάσπασης» ως κανονικής πραγματικότητας αποτελεί προϊόν του προτεσταντικού και οικουμενιστικού συγκρητισμού. Η Εκκλησία δεν έχει «πρίσματα»· έχει την Αλήθεια. Οι δύο παραδόσεις δεν είναι απλώς «διαφορετικές», αλλά η μία (η Ορθόδοξη) διακρατεί την αποστολική παράδοση, ενώ η άλλη (η Παπική) έχει περιπέσει σε κακοδοξίες. Η μόνη οδός για το μέλλον δεν είναι η διπλωματική σύγκλιση επί χάρτου, αλλά η μετάνοια και η επιστροφή στην αδιαίρετη πίστη της Α΄ χιλιετίας.

Συμπέρασμα: Η Εκκλησία του Χristou δεν αναζητείται μέσω συμβιβαστικών «μελλοντικών οριζόντων» που ισοπεδώνουν τα δόγματα, αλλά φυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού στην ομολογία της μίας και αδιαίρετης Ορθόδοξης Αλήθειας.

Ας δούμε αυτό το τεθέν διπλό ερώτημα πιο αναλυτικά, για να είμαστε σε θέση, στο πλαίσιο του Συνεδρίου μας, να εξαγάγουμε στέρεα συμπεράσματα και να αναδείξουμε τυχόν πρόσθετα στοιχεία, δίπλα σε αυτά που γνωρίζουμε μέχρι τώρα σχετικά με το εξεταζόμενο θέμα, για περαιτέρω προβληματισμό τόσο σε προοπτική Διμερών Θεολογικών διαλόγων όσο και σε προοπτική θεολογικο-κανονικής μελέτης και έρευνας. Και αυτό, διότι γεννάται ένα ζήτημα οντολογικό και υψίστης ευθύνης για την Εκκλησία του Χριστού και για μας που την διακονούμε: «Εἰ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ἐλθών, εὑρήσει τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ἐπὶ τῆς γῆς;»[3], ήτοι την Εκκλησία του Θεού, ή έχουμε δημιουργήσει όλοι μας, συλλογικά και ξεχωριστά, από μία «Εκκλησία των ανθρώπων», με την δική της ξεχωριστή παράδοση, και νομίζουμε ότι είμαστε ή έχουμε και υπηρετούμε την Εκκλησία του Θεού; Μήπως ισχύει για μας ο χριστός λόγος: «Ἀφέντες γὰρ τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, κρατεῖτε τὰς παραδόσεις τῶν ἀνθρώπων»[4]; Γνωρίζουμε όλοι επίσης πολύ καλά τί εννοεί, όταν λέει: «Διατί καὶ ὑμεῖς παραβαίνετε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν [των ανθρώπων];»[5]· γιατί τηρείτε τις παραδόσεις των ανθρώπων και όχι την παράδοση του Θεού; Υπάρχουν επομένως παραδόσεις που δεν είναι του Θεού… Πόσο μας απασχολεί αυτό το τόσο σοβαρό ερώτημα σήμερα;

Δια μέσου των δύο (2) χιλιετιών Χριστιανισμού και Εκκλησίας, «ο Επίσκοπος Ρώμης» διήλθε διάφορους ιστορικούς σταθμούς εμφάνισης και εκκλησιαστικής προβολής με αναπροσαρμογές γεωπολιτικής μορφής και εκκλησιο-κανονικές μετατοπίσεις, για να φθάσουμε εμείς σήμερα εδώ, το 2026, στην αρχή της Γ΄ χιλιετίας, να συζητάμε επίσημα και εκκλησιο-κανονικά, επιστημονικά και συνεδριακά, για το είναι και την εκκλησιακή υπόστασή του.

Ωστόσο, κάποια στοιχεία ή χαρακτηριστικά της Β΄ χιλιετίας, παρόλο ότι είναι διαφορετικά και αποκλίνοντα σε σχέση με την Α΄ χιλιετία, χαρακτηρίζονται από μια κοινή βάση που παραμένει όντως κοινή και αναλλοίωτη, η οποία θα μας επιτρέψει, παρά την θεσμική και νοοτροπιακή διαφορετικότητα των προκυψασών παραδόσεων, να μελετήσουμε την υπαρξιακή εκκλησιακή εξέλιξη «του Επισκόπου Ρώμης» στην παρελθούσα Β΄ χιλιετία και στην μόλις εναρξάμενη Γ΄ χιλιετία. Και αυτό, σε σχέση με κάποια χαρακτηριστικά της Α΄ κοινής εκκλησιο-κανονικά χιλιετίας, και να ατενίσουμε «μελλοντικούς ορίζοντες» καταλλαγής και εκκλησιο-κανονικών λύσεων σε επίπεδο εκκλησιακό και οικουμενικό…

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Το τελευταίο απόσπασμα κορυφώνει τον προβληματισμό του κειμένου επικαλούμενο εσχατολογικά ερωτήματα και βιβλικές περικοπές («Εἰ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ἐλθών, εὑρήσει τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ἐπὶ τῆς γῆς;»), επιχειρώντας να δικαιολογήσει μια οικουμενιστική προσέγγιση καταλλαγής. Ας δούμε πώς η Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία απαντά σε αυτή την αγωνία.

1. Η Ορθή Ερμηνεία του Εσχατολογικού Ερωτήματος

  • Η θέση του κειμένου: Χρησιμοποιεί τον στίχο «Εἰ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ἐλθών, εὑρήσει τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ἐπὶ τῆς γῆς;» για να αφήσει υπόνοιες ότι η Εκκλησία μπορεί να έχει χαθεί μέσα από τη διαίρεση και τη δημιουργία «ανθρωπίνων εκκλησιών» από όλους μας.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Ο Χριστός υποσχέθηκε ότι η Εκκλησία Του «πύλαι Άδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. ιστ΄ 18). Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ποτέ δεν χάθηκε, ούτε έπαψε να υπάρχει. Εκείνοι που δημιούργησαν «Εκκλησίες των ανθρώπων» και υποτάχθηκαν στις «παραδόσεις των ανθρώπων» είναι όσοι απομακρύνθηκαν από την Ορθόδοξη Πίστη και την παράδοση των Οικουμενικών Συνόδων —πρώτιστα ο παπισμός με τις ανθρωποκεντρικές του θεσμίσεις και το αλάθητο.

2. Η Επίκληση των Παραδόσεων και η Παπική Πλάνη

  • Η θέση του κειμένου: Παραθέτει τους λόγους του Κυρίου περί «παραδόσεων των ανθρώπων» που ακυρώνουν την εντολή του Θεού, διερωτώμενο πόσο μας απασχολεί αυτό σήμερα.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Το ερώτημα αυτό στρέφεται αυτονόητα εναντίον του παπικού συστήματος. Η προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, τα άζυμα, το καθαρτήριο πυρ, η άσπιλη σύλληψη της Θεοτόκου και κυρίως το παπικό πρωτείο και το αλάθητο δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι κατ' εξοχήν «παραδόσεις των ανθρώπων» που καταπάτησαν την ιερή Παράδοση και την εντολή του Θεού. Η Ορθοδοξία είναι εκείνη που έμεινε πιστή στην Αρχαία Παράδοση της Α΄ χιλιετίας.

3. Η Ουτοπία των «Μελλοντικών Οριζόντων» Χωρίς Μετάνοια

  • Kείμενο και Προοπτική: Το κείμενο καταλήγει στην αναζήτηση «κοινής βάσης» και «μελλοντικών οριζόντων καταλλαγής» παρά τη θεσμική διαφορετικότητα της Β΄ χιλιετίας.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Καταλλαγή και ένωση στην Εκκλησιολογία δεν νοούνται με γεωπολιτικές αναπροσαρμογές, διπλωματικές υποχωρήσεις ή συμβιβασμούς της αλήθειας. Η μόνη οδός για τον Επίσκοπο Ρώμης και τη δυτική «παράδοση» δεν είναι η σύνθεση διαφορετικών θεωρήσεων, αλλά η επιστροφή στην ομολογία της Ορθόδοξης Πίστης και η αποκήρυξη των νεωτερισμών της Β΄ χιλιετίας. Χωρίς ομοφροσύνη στην Πίστη, κάθε «οικουμενικός ορίζοντας» είναι πνευχανεψιά και πλάνη.

Συμπέρασμα: Η Εκκλησία του Θεού παραμένει αναλλοίωτη, ζωντανή και φωτεινή στην Ορθοδοξία. Δεν αναζητούμε την αλήθεια σε νέες συνθέσεις, αλλά την ομολογούμε όπως μας παραδόθηκε από τους Αγίους Πατέρες.

Α΄ Εκκλησιακή χιλιετία

«Τὸ παρελθὸν ἀποκαλύπτει στὸ παρὸν αὐτὸ ποὺ τὸ παρὸν εἶναι ἱκανὸ νὰ δεῖ». (R. H. Tawnay).

            Ο Επίσκοπος Ρώμης, κατά την Α΄ εκκλησιακή χιλιετία, μεταξύ των άλλων, σε μια χρονική εξελικτική προοπτική, ήταν:

• ο επίσκοπος της πρωτεύουσας της πολιτειακής οντότητας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας,

• ο επίσκοπος της πόλης με τους περισσότερους μάρτυρες των τριών πρώτων αιώνων των διωγμών εναντίον της Εκκλησίας,

• ο επίσκοπος της «Πρώτης Καθέδρας», ο «Πρωτεύων» και «Πρώτος»[6], μεταξύ των άλλων Πρώτων επισκόπων της κάθε «Πρώτης [Μητροπολιτικής] Καθέδρας», που απέκτησε αυθεντία πίστης και πρόσκτησε εγγύηση αληθείας, και, κατ’ επέκταση,

• ο επίσκοπος που αποτελούσε τον πρώτο Μητροπολίτη επίσκοπο (σύμφωνα με τον κανόνα 34/Αποστολικός και 3, 4, 5/Σαρδικής-343), όπως και δίπλα πολλοί άλλοι πρώτοι Μητροπολίτες επίσκοποι των 15 Συνοδικών Μητροπόλεων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Μητροπολιτική Συνοδικότητα),

• ο επίσκοπος που αποτελούσε τον πρώτο Πατριάρχη επίσκοπο (σύμφωνα με τους κανόνες 4, 5, 6, 7 και 28/Δ΄-451), όπως και δίπλα οι 4 άλλοι πρώτοι συν-Πατριάρχες επίσκοποι των Συνοδικών Πατριαρχείων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ήτοι Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων (Πατριαρχική Συνοδικότητα και Πενταρχική Συνοδικότητα [Communio Patriarchorum]),

• ο επίσκοπος που ήταν «Πρώτος μεταξύ των Πρώτων» της Συνοδικής Πενταρχίας (Συνοδικότητα των Πρώτων συν-Προκαθημένων, Συνοδικότητα των 5 Πατριαρχών απέναντι στον Ρωμαίο αυτοκράτορα: «5 [ως Σύνοδος] « 1») και, κατ’ επέκταση, ο «Πρώτος μεταξύ Ίσων» (Primus inter Pares).

Από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451) και εντεύθεν, ήτοι μετά από τέσσερεις (4) αιώνες συνοδικής, προετοιμασίας, εμπειρίας και ολοκλήρωσης του Συνοδικού συστήματος της Εκκλησίας και της συνοδικής πράξης (49-451), αρχίζει να γίνεται πράξη και συνείδηση για έξι (6) ολόκληρους αιώνες (451-1054) ότι, για να λειτουργήσει η συνοδικότητα όλων των μερών, η Εκκλησία καταφάσκει την κοινωνία των Εκκλησιών[7] (Να επισημανθεί μόνον εδώ ότι έχουμε «Σύνοδο Τοπικών Εκκλησιών» δια της «Συνόδου των Επισκόπων [ανακεφαλαιωτικών προσωπικοτήτων]» τους, και όχι το αντίστροφο που μετατρέπει τους Επισκόπους σε ατομικότητες) ως την βάση στην οποία δομείται και στηρίζεται η εκκλησιακή συνοδικότητα της Α΄ χιλιετίας, αρνούμενη, πρωτίστως και ουσιαστικώς, ως ανύπαρκτη την όποια έκφραση και μορφή «μονοπρόσωπης, μονοδιάστατης και ασύμμετρης συνοδικότητας» (sic), όπερ σημαίνει την εκμηδένιση της Συνοδικότητας.

Αυτό είναι το συνοδικό αποτύπωμα των οκτώ (8) Οικουμενικών Συνόδων της Εκκλησίας της Α΄ εκκλησιακής χιλιετίας, το οποίο συμπεριλαμβάνει με κεντρικό τρόπο και τον Επίσκοπο Ρώμης[8].

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. 1. Ο Ρώμης ως «Πρώτος μεταξύ Ίσων» (Primus inter Pares)

  • Η θέση του κειμένου: Ο Επίσκοπος Ρώμης στην Α΄ χιλιετία ήταν ο «Πρώτος» μέσα στο συνοδικό πλαίσιο της Εκκλησίας (Μητροπολιτική, Πατριαρχική και Πενταρχική Συνοδικότητα), λειτουργώντας ως Primus inter Pares και όχι ως απόλυτος μονάρχης.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Αυτή ακριβώς είναι η βάση της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας. Το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης στην πρώτη χιλιετία ήταν πρωτείο τιμής και διακονίας εντός της συνοδικής κοινωνίας, ποτέ δε δικαιοδοσίας ή εξουσίας υπεράνω των άλλων Πατριαρχών και Συνόδων.

2. Η Απόρριψη της «Μονοπρόσωπης Συνοδικότητας»

  • Η θέση του κειμένου: Η Εκκλησία της Α΄ χιλιετίας αρνήθηκε κατηγορηματικά την όποια μορφή «μονοπρόσωπης, μονοδιάστατης και ασύμμετρης συνοδικότητας», η οποία οδηγεί στην εκμηδένιση της Συνοδικότητας.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Εδώ βρίσκεται το καίριο σημείο σύγκρουσης. Ο παπισμός της Β΄ χιλιετίας θεσμοθέτησε ακριβώς αυτή τη «μονοπρόσωπη συνοδικότητα» (ή καλύτερα, τον απολυταρχισμό), ταυτίζοντας τον Πάπα με ολόκληρη την Εκκλησία και υποτάσσοντας τις Οικουμενικές Συνόδους στη δική του αυθεντία. Έτσι, ο Ρώμης αυτοεξαιρέθηκε από το συνοδικό πολίτευμα της Α΄ χιλιετίας που ο ίδιος κάποτε διαφύλαττε.

3. Η Ιστορική Αλήθεια ως Κριτήριο του Παρόντος

  • Η θέση του κειμένου: Το συνοδικό αποτύπωμα των 8 Οικουμενικών Συνόδων της Α΄ χιλιετίας περιλαμβάνει κεντρικά τον Επίσκοπο Ρώμης.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Ο Επίσκοπος Ρώμης είχε θέση στην Εκκλησία όσο παρέμενε εντός της Ορθόδοξης Πίστης και της συνοδικής τάξης. Από τη στιγμή που απομακρύνθηκε από τα δόγματα και τους κανόνες της Α΄ χιλιετίας, εισάγοντας το παπικό πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο, έχασε και την κανονική του ιδιότητα ως «Πρώτου». Η επιστροφή στην Α΄ χιλιετία, την οποία επικαλούνται οι θεολόγοι, δεν μπορεί να γίνει με θεωρητικούς συμβιβασμούς, παρά μόνο με την ολική αποκήρυξη των παπικών καινοτομιών και την επ-ανάκαμψη στη συνοδική ομολογία της Ορθοδοξίας.

Συμπέρασμα: Η Α΄ χιλιετία δεν προσφέρει άλλοθι στον σύγχρονο παπισμό, αλλά αποτελεί το αδιάψευστο κανονικό μέτρο που καταδικάζει τις αυθαιρεσίες της Β΄ χιλιετίας.

Β΄ Εκκλησιακή χιλιετία

«Ὅταν τὸ συλλογικὸ σφάλμα ἔχει βάθος χρόνου,

δύσκολα διορθώνεται»…

Ο Επίσκοπος Ρώμης, κατά την Β΄ εκκλησιακή χιλιετία, αμέσως μετά την Διακοπή κοινωνίας του 1054 (σύμφωνα με τους Ορθοδόξους, με ό,τι αυτό συνεπάγετο) ή το Σχίσμα του 1054 (σύμφωνα με τους Ρωμαιο-Καθολικούς, με ό,τι αυτό επίσης συνεπάγετο), ήτοι μετά από αυτήν την πρώτη αξονική διαφοροποίηση επιλογής στο εξής πορείας των δύο υπαρχουσών παράλληλα Εκκλησιών και Παραδόσεων, χωρίς καμμία διάθεση πολεμικής (εξάλλου είμαστε εδώ για να μιλήσουμε αδελφικά, να συζητήσουμε και να διαλεχθούμε θεολογικο-κανονικά για τα θέματα-ζητήματα που μας διακρίνουν), αλλά με διάθεση καταλλαγής στην προοπτική μιας ενδεχόμενης κοινής απάντων εκκλησιο-κοινωνιακής πορείας και κοινού οράματος «της των πάντων ενώσεως»[9], μεταξύ των άλλων, σε μια εξελικτική αλλά φυγόκεντρη προοπτική, ήταν:

• ο επίσκοπος που, ως συν-πατριάρχης και πάπας Ρώμης, βρέθηκε άνευ εκκλησιακής σχέσης συνοδικού τύπου της Α΄ χιλιετίας με τους άλλους τέσσερεις (4) συν-Πατριάρχες της Συνοδικής Πενταρχίας (1054 και εντεύθεν), αναζητά νέα εκκλησιακή υπόσταση εκ των πραγμάτων και με νέο τρόπο θεσμικής εκκλησιο-κανονικής ύπαρξης μέσω των τεσσάρων (4) Συνόδων του Λατερανού (1123, 1139, 1179, 1215) –τις οποίες χαρακτηρίζει μάλιστα ως Οικουμενικές (sic), ενώ είναι μόνος πατριάρχης ως προκαθήμενος–, χωρίς τα χαρακτηριστικά της προγενέστερης συνοδικής ταυτότητας και πράξης,

• ο επίσκοπος που, μετά τις μεταρρυθμίσεις του πάπα Γρηγορίου του Ζ΄ (1075), αποκτά καινοφανή εκκλησιακά ιδιώματα εγκόσμιας εσχατολογίας, που προκαλούν σιγά-σιγά μετατοπίσεις και αποκλίσεις από την προγενέστερη χιλιετή κοινή εκκλησιακή και συνοδική εμπειρία και πορεία,

• ο επίσκοπος που, σύμφωνα με το προ-ανακηρυχθέν εκ μέρους του «Σχίσμα των Ανατολικών», με κανονική συνέπεια, κατά και μετά τις τέσσερεις (4) Σταυροφορίες (11ος-13ος αι.) και ειδικά με την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως (1204-1261), με την ιδιότητα του πολιτικού ταγού, και, παράλληλα, τις αντίστοιχες τέσσερεις (4) Συνόδους του Λατερανού (12ος-13ος αι.), με την ιδιότητα του εκκλησιαστικού ταγού, υποκατέστησε τους τέσσερεις (4) Πατριάρχες με ομώνυμους και όχι ίσους επισκόπους-πατριάρχες, μετατρέποντας την Συνοδική Πενταρχία (Primus inter pares) σε μονοπρόσωπη εκκλησιαστική αρχή πυραμιδοειδούς μορφής (Primus inter inferiores [sic]), προετοιμάζοντας τον δρόμο για την εκκλησιο-κανονικά άγνωστη μέχρι τότε Παγκόσμια Εκκλησία/Ecclesia Universa (Α΄ Σύνοδος του Βατικανού-1870). (Μια αντίστοιχη επινόηση άρχισαν να καλλιεργούν προσφάτως και οι Ορθόδοξοι με συναφές προσόμοιο Primus sine paribus (sic), παρά την εκκλησιο-κανονική αντίθετη παράδοση των δύο παρελθουσών χιλιετιών),

• ο επίσκοπος που, ενεργώντας ως η μόνη και η μοναδική αποκλειστική ανώτατη αρχή μέσα στην Εκκλησία, αρνήθηκε να εκχωρήσει την γνωστή στην Κανονική Παράδοση της Α΄ χιλιετίας εκκλησιακή αυτονομία-αυτοκεφαλία (πβ. το Αυτοκέφαλο της κατά τόπον Εδαφικής Εκκλησίας της Κύπρου-431) στις διαφοροποιούμενες κριτικά και ετεροτοπικά τότε κατά τόπους ρωμαιο-καθολικές ομάδες, οι οποίες προχώρησαν σε αποσχιστικές και αποτειχιζόμενες[10] κινήσεις προτεσταντικού τύπου αθεράπευτες από το 1517 μέχρι σήμερα,

• ο επίσκοπος που, θεσμικώς μετατόπισε, από εκκλησιο-κανονική άποψη, το Πατριαρχείο της Ρώμης από Συνοδική δομή (Οριζόντια Συνοδικότητα-Α΄ χιλιετία), μετατρέποντάς το σε Πυραμιδική δομή (Κάθετη Συνοδικότητα [μονοθάλαμη συνοδικότητα/sinodalità unicamerale]-Β΄ χιλιετία). Ωστόσο, για να υπάρχει συνοδικότητα, απαιτείται ομοείδεια προσώπων (συν-πατριάρχες, συν-επισκόπους).

Όλα αυτά είναι ιδιώματα επίκτητα που τα απέκτησε για γεωπολιτικούς περισσότερο και λιγότερο για εκκλησιο-κανονικούς λόγους –πρέπει να τονισθεί αυτό–, κατά την διάρκεια της Β΄ χιλιετίας[11], και που δεν υπήρχαν υποστατικά και εκκλησιο-κανονικά κατά την διάρκεια της Α΄ χιλιετίας ή, ακριβέστερα, που ήταν παντελώς διαφορετικά από αυτά της Α΄ χιλιετίας.

Αυτές είναι ενδεικτικά και συγκριτικά οι δύο διακριτές παραδόσεις των δύο (2) χιλιετιών «του Επισκόπου Ρώμης», που διασώθηκαν και έφθασαν μέχρι την εποχή μας. Το Συνέδριό μας καλείται σήμερα να μελετήσει εκκλησιο-κανονικά, λαμβάνοντας την δέουσα απόσταση σύμφωνα με την ακαδημαϊκή «αρχή των ίσων αποστάσεων», αυτό ακριβώς που λέει ο αξονικός τίτλος του Συνεδρίου μας: «From Ancient Traditions to Future, ειδικά, Horizons for Catholics and Orthodox», και όντως ελπίζουμε σε μια κατεύθυνση και προοπτική μιας εκκλησιο-κανονικής σύγκλισης…

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.

1. Η Απώλεια της Συνοδικότητας και η Γέννηση του Παπικού Απολυταρχισμού

  • Η θέση του κειμένου: Μετά το 1054 και τις μεταρρυθμίσεις του Γρηγορίου Ζ΄ (1075), ο Πάπας βρέθηκε εκτός συνοδικής κοινωνίας, καταργώντας την Πενταρχία και επιβάλλοντας τις Συνόδους του Λατερανού ως μονοπρόσωπη αρχή.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Αυτή ακριβώς είναι η ρίζα της αίρεσης του παπισμού. Η μετάβαση από την «οριζόντια συνοδικότητα» στην «κάθετη πυραμιδική δομή» κατέλυσε το πολίτευμα της Εκκλησίας. Ο Πάπας έπαυσε να είναι Επίσκοπος εντός Συνόδου και αυτοανακηρύχθηκε υπέρτερος της Συνόδου, οδηγώντας στην Ecclesia Universa του 1870 και το δόγμα του αλάθητου.

2. Η Επικίνδυνη Αναφορά στο Ορθόδοξο «Primus sine paribus»

  • Η θέση του κειμένου: Επισημαίνει ότι «μια αντίστοιχη επινόηση άρχισαν να καλλιεργούν προσφάτως και οι Ορθόδοξοι με συναφές προσόμοιο Primus sine paribus, παρά την εκκλησιο-κανονική αντίθετη παράδοση».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Εδώ το κείμενο αγγίζει μια καυτή πληγή της σύγχρονης Ορθοδοξίας. Οποιαδήποτε τάση απομιμήσεως του παπικού μοντέλου εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας —όπως οι αξιώσεις περί δήθεν «πρώτου χωρίς ἴσους» (Primus sine paribus) και υπερεξουσιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή άλλων Προκαθημένων— αποτελεί ξένο σώμα, εκκλησιολογική εκτροπή και οιονεί «ανατολικό παπισμό». Η Ορθοδοξία γνωρίζει αποκλειστικά τον Primus inter pares εντός του συνοδικού σώματος. Κάθε άλλη μονοκρατορική αξίωση καταδικάζεται από την ίδια την Παράδοση.

3. Η Ουτοπία της «Εκκλησιο-κανονικής Σύγκλισης»

  • Η θέση του κειμένου: Καταλήγει στην ελπίδα μιας «εκκλησιο-κανονικής σύγκλισης» και κοινής πορείας μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων, τηρώντας την «αρχή των ίσων αποστάσεων».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Η ακαδημαϊκή «αρχή των ίσων αποστάσεων» μπορεί να ταιριάζει σε διπλωματικά συνέδρια, αλλά δεν ισχύει στην αλήθεια της Πίστης. Δεν υπάρχουν «δύο ίσιες παραδόσεις» που απλώς απέκλιναν γεωπολιτικά. Υπάρχει η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία που διαφύλαξε την αποστολική παρακαταθήκη και ο παπισμός που εξέπεσε σε πλάνη λόγω της έπαρσης του πρωτείου εξουσίας. Κανονική σύγκλιση δεν μπορεί να υπάρξει εάν η Ρώμη δεν αποκηρύξει τον απολυταρχισμό της και δεν επιστρέψει στα όρια της Α΄ χιλιετίας.

Συμπέρασμα: Η ιστορική ανάλυση της Β΄ χιλιετίας αποδεικνύει ότι ο παπισμός αποτελεί ρίζα εκκλησιολογικής διαστρέβλωσης. Η Ορθοδοξία οφείλει να φυλάττεται τόσο από τον δυτικό παπισμό όσο και από οποιεσδήποτε νεοφανείς τάσεις «ανατολικού παπισμού» στο εσωτερικό της.

 

 

Γ΄ Εκκλησιακή χιλιετία

«Τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρὸν ἀποκαλύπτουν στὸ μέλλον αὐτὸ ποὺ τὸ μέλλον εἶναι ἱκανὸ νὰ δεῖ»… (Πβ. R. H. Tawnay).

Μετά τις ολοκληρωθείσες δύο χιλιετίες (Α΄ και Β΄ χιλιετία), έπεται και μία Γ΄ χιλιετία, στην οποία εμείς ήδη βρισκόμαστε και κατέχουμε με τον έναν τρόπο ή τον άλλον τα θεολογικά ηνία στην εποχή μας, με την συνεπαγόμενη ευθύνη που θα κληθούμε να αποδώσουμε μια μέρα ενώπιον του Θεού εν αληθεία. Στην προοπτική της φετινής συνάντησής μας, το παρόν Συνέδριο θέλει να θέσει ένα αξονικό διττό και καθοριστικό ερώτημα. Ποιος και πώς θα είναι «Ο Επίσκοπος Ρώμης», κατά την Γ΄ εκκλησιακή χιλιετία που μόλις πριν από ¼ του αιώνα ξεκίνησε, στο άμεσο μέλλον και στους μελλοντικούς εκκλησιακούς ορίζοντες; Στ’ αλήθεια, «ο Επίσκοπος Ρώμης» θα έχει σχέση περισσότερο με τον συν-πατριάρχη και πάπα της Α΄ κοινής εκκλησιακής χιλιετίας ή περισσότερο με τον πάπα της Β΄ διαφορετικής εκκλησιακής χιλιετίας; Για να έλθουμε στο παρόν και χωρίς να θεωρηθεί απλοποίηση, «ο Επίσκοπος Ρώμης» θα έχει σχέση περισσότερο με τον πάπα Βενέδικτο XVI «της Β΄ εκκλησιακής χιλιετίας» ή περισσότερο με τον πάπα Φραγκίσκο «της Α΄ εκκλησιακής χιλιετίας»; Να επισημάνουμε ότι αμφότεροι συνιστούν παράδειγμα «Επισκόπου Ρώμης» της Γ΄ χιλιετίας! Με περισσότερα λόγια, ο μελλοντικός «Επίσκοπος Ρώμης» θα έχει περισσότερο σχέση με τον πάπα Βενέδικτο XVI «της Β΄ εκκλησιακής χιλιετίας», ο οποίος θέλησε για πρώτη φορά στην Ιστορία της Εκκλησίας 2.000 ετών να Την αποκόψει οριστικά από την συνοδική εμπειρία «της Α΄ εκκλησιακής χιλιετίας», αποποιούμενος, ως άχρηστο («obsolète»), τον αρχέγονο τίτλο «Πατριάρχης της Ρώμης-Δύσεως» (2006), ή περισσότερο με τον πάπα Φραγκίσκο «της Α΄ εκκλησιακής χιλιετίας», ο οποίος θέλησε να την επανασυνδέσει με αυτήν καθ’ εαυτήν «την Α΄ εκκλησιακή χιλιετία», επανάγοντας τόσο τον αρχέγονο τίτλο «Πατριάρχης της Ρώμης-Δύσεως» (2024) όσο και την λησμονημένη πράξη της Συνοδικότητας στον συνολικό βίο της Εκκλησίας (2015 και εξής);

 

ΣΧΟΛΙΑ.

Το κείμενο κλείνει με την κρίσιμη προοπτική της Γ΄ χιλιετίας, θέτοντας το δίλημμα γύρω από το πρόσωπο και τη στάση των σύγχρονων Πάπων (Βενέδικτου ΙΣΤ΄ και Φραγκίσκου) σε σχέση με την Α΄ και τη Β΄ χιλιετία. Ας δούμε πώς οφείλει να τοποθετηθεί η Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία απέναντι σε αυτά τα διλήμματα.

1. Η Παραίτηση από τον Τίτλο του «Πατριάρχη» (Βενέδικτος ΙΣΤ΄)

  • Η θέση του κειμένου: Ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ το 2006 αποποιήθηκε τον τίτλο «Πατριάρχης της Δύσης», αποκοπτόμενος δήθεν από τη συνοδική εμπειρία της Α΄ χιλιετίας.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Η ενέργεια αυτή δεν ήταν απλώς μια τυπική αλλαγή, αλλά η έμπρακτη επιβεβαίωση της παπικής παντοδυναμίας. Ο Πάπας δεν θεωρεί πλέον τον εαυτό του «Πατριάρχη» (δηλαδή Επίσκοπο εντός της ισότιμης Πενταρχίας), διότι θεωρείται από το Βατικανό ως ο «Παγκόσμιος Ποιμένας» (Ecclesia Universa) ο οποίος βρίσκεται υπεράνω όλων των Πατριαρχείων. Αυτό ακριβώς συνιστά την πεμπτουσία της παπικής αίρεσης.

2. Ο «Συνοδικός» Πάπας Φραγκίσκος και η Ψευδαίσθηση της Επιστροφής

  • Η θέση του κειμένου: Ο Πάπας Φραγκίσκος επανέφερε τον τίτλο του «Πατριάρχη της Δύσης» (2024) και προωθεί τη «συνοδικότητα» (synodalità, από το 2015 και εξής), εμφανιζόμενος ως πιο κοντά στην Α΄ χιλιετία.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Εδώ κρύβεται η μεγαλύτερη παγίδα του σύγχρονου οικουμενισμού. Η «συνοδικότητα» που ευαγγελίζεται ο Πάπας Φραγκίσκος δεν είναι η παραδοσιακή ορθόδοξη συνοδικότητα των ισότιμων επισκόπων, αλλά μια συνοδικότητα πυραμιδοειδούς τύπου, όπου οι πάντες (λαϊκοί, κληρικοί, επίσκοποι) συζητούν και γνωμοδοτούν, αλλά ο Πάπας αποφασίζει τεقفτικά και δεσμευτικά λόγω του αλάθητου και του πρωτείου εξουσίας. Η επαναφορά του τίτλου του «Πατριάρχη» είναι προσχηματική, εφόσον δεν συνοδεύεται από την κατάργηση του παπικού πρωτείου και την αποδοχή των Οικουμενικών Συνόδων.

3. Η Ουσία της Γ΄ Χιλιετίας για την Ορθοδοξία

  • Η προοπτική: Το ερώτημα για το ποιος θα είναι ο Επίσκοπος Ρώμης στη Γ΄ χιλιετία δεν θα λυθεί με το αν ο εκάστοτε Πάπας υιοθετεί "προοδευτικές" ή "συντηρητικές" μεθόδους, ούτε με επικοινωνιακές αναβιώσεις αρχαίων τίτλων.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Ο Επίσκοπος Ρώμης θα έχει θέση στην Εκκλησία του Χριστού μόνο όταν αποκηρύξει τα δόγματα του αλάθητου και της παγκόσμιας δικαιοδοσίας και επιστρέψει στην κανονική τάξη της Α΄ χιλιετίας. Κάθε άλλη προσπάθεια «γεφύρωσης» μέσω μεταρρυθμίσεων του Βατικανού χωρίς δογματική μετανοια αποτελεί προσωποπαγή οικουμενιστική ουτοπία.

Συμπέρασμα: Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αναζητά την ταυτότητά της στις μεταβαλλόμενες τακτικές των Πάπων της Ρώμης, είτε αυτοί λέγονται Βενέδικτος είτε Φραγκίσκος, αλλά παραμένει αμετακίνητη στην πέτρα της αποστολικής αλήθειας και της συνοδικής παράδοσης των Αγίων Πατέρων.

 

«Επιστροφή προς το μέλλον»

Αναλυτικότερα, εάν οι χρονικά δύο τελευταίοι πάπες Βενέδικτος XVI και Φραγκίσκος, και ταυτόχρονα οι δύο πρώτοι πάπες της Γ΄ χιλιετίας, με την ετεροκεντρισμένη και αντιθετική στάση τους απέναντι στην ολικότητα του Πενταρχικού Πρωτείου (2006 « 2024) και την Συνοδικότητα (2015 και εντεύθεν), συνιστούν το ιστορικό μεταίχμιο και συνακόλουθα ένα πέρασμα σε μια νέα εποχή για την Παποσύνη και εν γένει την Ρωμαιο-καθολική Εκκλησία, τότε το σημερινό κεντρικό θέμα του Συνεδρίου μας συνιστά ανίχνευση αχαρτογράφητων υδάτων, διόλου δεδομένων, αλλά ζητούμενων, και θα συνιστά όντως μεγάλη συμβολή, εάν θα αποτελέσει αυτό απαρχή για έναν ευρύτερο γόνιμο προβληματισμό για τους Καθολικούς και τους Ορθοδόξους από κοινού, καθώς και για ολόκληρο το φάσμα της Χριστιανοσύνης ανά την Οικουμένη.

Πράγματι, ο πρώτος (πάπας Βενέδικτος XVI), καταργώντας τον εκκλησιο-κανονικό συνοδικό τίτλο «Πατριάρχης της Δύσεως» (2006), ενεργώντας με εσωστρέφεια, θεωρούσε ότι θα προχωρήσει προς το μέλλον, οπισθοδρομώντας ουσιαστικά προς το παρελθόν της Β΄ χιλιετίας της πυραμιδικής δομής και της μονο-εκκλησιακής παγκοσμιότητας. Ο δεύτερος (πάπας Φραγκίσκος), επαναφέροντας αυτόν τον αρχέγονο συνοδικό θεσμό και τίτλο «Πατριάρχης της Δύσεως», με έναν τίμιο εκκλησιακό ρεαλισμό μια 20ετία αργότερα (2024), φαινόταν ότι ‘οπισθοδρομούσε’ φαινομενικά προς το παρελθόν της απόμακρης Α΄ χιλιετίας της συνοδικής δομής των πέντε (5) Χαλκηδόνιων συν-Πατριαρχείων, θέλοντας να προχωρήσει ουσιαστικά προς το μέλλον της αρχέγονης συνοδικής δομής, που είναι συστατική της Εκκλησίας (πβ. η «Εκκλησία Συνόδου όνομα»[12]), και της ενδεδειγμένης και συγκλίνουσας εκκλησιακής συνοδικότητας, στο όνομα της αποκατάστασης αυτής της συνοδικότητας με το χριστό μέλημα «της των πάντων ενώσεως». Με άλλα λόγια, ο πρώτος πάπας προχωρά μπροστά, για να οπισθοδρομήσει τελικά, ενώ ο δεύτερος πάπας ‘οπισθοδρομεί’, για να προχωρήσει μπροστά και προς το μέλλον, και μάλιστα συνοδικά «για την ίδια την ζωή της Εκκλησίας»[13], για ένα ενδεχομένως κοινό συνοδικό μέλλον! Και αυτό, για έναν επιπλέον λόγο. Η συνοδικότητα, παρά την αρνητική και ανιστορική πρόσφατη διακήρυξη του Cardinal Raymond Burke, “Synodality has to be stopped”[14] (sic) [“Η συνοδικότητα πρέπει να σταματήσει”], αρχικά αναπτύχθηκε ευρέως και κατά προτεραιότητα στην Εκκλησιακή Δύση, στην ελεύθερη πόλη και την διευρυμένη λατινόφωνη περιοχή της Καρθαγένης, μακριά από τους διωγμούς των Ρωμαίων. Πρόκειται για μία μακρά συνοδική παράδοση τριών συναπτών αιώνων: Άγιος Κυπριανός Καρθαγένης/255 – 24 Τοπικές Σύνοδοι της Καρθαγένης/348-525. Εν τέλει, ο πρώτος πάπας πρότεινε απαλλαγή από το παρελθόν της Α΄ εκκλησιο-κανονικής χιλιετίας, επιστρέφοντας προς το παρελθόν της Β΄ χιλιετίας, ενώ ο δεύτερος πάπας καλεί εμφατικά για συνοδική επαναφορά με …επιστροφή προς το μέλλον!, ένα όμως μέλλον χαρακτηριζόμενο από ένα όραμα με κοινή εκκλησιακή συνοδικότητα! Φέρε στην επιφάνεια το παρελθόν μόνον για να το αξιοποιήσεις… Αυτό ακριβώς, επομένως, έκανε ο πάπας Φραγκίσκος στην τελευταία δεκαετία της ζωής του: ανακαλώντας το απώτερο εκκλησιακό παρελθόν, απηύθυνε συνοδικό κάλεσμα προς όλους για επιστροφή προς ένα κοινό συνοδικό μέλλον!…

Ας κάνουμε και μια απόπειρα εν Συνεδρίω να ερμηνεύσουμε τις δύο διαφορετικές αυτές παπικές αντιθετικές μεν, αλλά, κατά τα άλλα, συμπαθείς εκκλησιο-κανονικές ενέργειες. Το 2006, ο πάπας καταργεί  τον αρχικό και συστατικό τίτλο «Πατριάρχης της Ρώμης-Δύσεως» ως τίτλο άχρηστο («obsolète»). Το 2024, ο νέος πάπας τον επαναφέρει. Γιατί άραγε τον επαναφέρει; Είναι προφανές ότι προβαίνει σε αυτήν την αποκαταστατική ενέργεια, για να υποστηρίξει την επαναφερόμενη και παράλληλα οραματιζόμενη προοπτική της συνοδικότητας, καθώς κινητοποιεί σύνολη την Ρωμαιο-καθολική Εκκλησία, προετοιμάζοντάς την για αυτήν την επαναφορά, αρχίζοντας 10 χρόνια ακριβώς πριν από την κοίμησή του (2015) και εργαζόμενος συλλογικά για αυτήν την επαναφορά με μια σειρά ετήσιων, και για ένα μήνα κάθε φορά, συναντήσεων σχετικών με την συνοδικότητα. Επομένως, οι δύο επαναφορές, του πατριαρχικού τίτλου και της συνοδικότητας (διπλή επαναφορά), σχετίζονται αλληλένδετα και έχουν την ίδια στοχοθεσία. Διότι το πατριαρχικό ιδίωμα ως πρώτος μιας πατριαρχικής εκκλησιακής-πατριαρχικής οντότητας ήταν συστατικό στοιχείο της συνοδικότητας και της Συνοδικής Πενταρχίας. Καταργώντας τον, χανόταν η πρωταρχική βάση σύστασης και λειτουργίας της εν λόγω αναζητούμενης συνοδικότητας. Με άλλα λόγια, από την ώρα που ο ίδιος, με θεολογική επίγνωση, έκανε την αποκλειστική επιλογή επαναφοράς της συνοδικότητας (2015-2025), έπρεπε κάπου να στηριχθεί, κάπου να βασισθεί, για να την στηρίξει. Γι’ αυτό ακριβώς επανέφερε το συνοδικό ιδίωμα [συν-]«πατριάρχης» (2024). Είναι προφανές ότι δεν του έλειπαν οι τίτλοι, τα ιδιώματα και τα αξιώματα· είχε στο μεταξύ αποκτήσει τόσα άλλα… Το ιδίωμα «πατριάρχης» όμως είναι αυτό που τον συνδέει με σύνολη την Α΄ εκκλησιακή χιλιετία και την χαλκηδόνια πενταρχική συνοδικότητα, καθώς προέρχεται και αυτός, όπως και οι άλλοι τέσσερεις (4) συν-πατριάρχες, από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451), και με την επιζητούμενη συνοδικότητα: «Ο Επίσκοπος Ρώμης» είναι συν-πατριάρχης και πάπας από Οικουμενική Σύνοδο της Εκκλησίας και χρονικά από το 451 και επέκεινα –και όχι από πριν. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι εργαζόταν, για 10 συναπτά έτη (2015-2025), για την εκκλησιακή συνοδικότητα με σύνολη την Ρωμαιο-καθολική Εκκλησία του με αποκορύφωμα και την επαναφορά στο τέλος της 10ετίας του εκκλησιο-κανονικού υποστατικού ιδιώματος του συν-«πατριάρχη της Ρώμης-Δύσεως» (2024). Δεν γνωρίζω πόσα σπουδαία έργα εποίησε συνολικά[15], θεωρώ όμως ότι οι δύο αυτές επαναφορές (εκκλησιακή συνοδικότητα και πατριαρχικός τίτλος) συνιστούν τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα έργα του «Επισκόπου Ρώμης» της Γ΄ χιλιετίας, επιχειρώντας να δώσει στον «Επίσκοπο της Ρώμης» της συνέχειας και του μέλλοντος την πραγματική εκκλησιο-κανονική του διάσταση και αποστολή του, προσκαρτερούντες για τις επιλογές και την πορεία του νέου πάπα Λέοντος XIV στο προσεχές μέλλον. Ήδη, όπως γνωρίζετε, με την Apostolic Letter “Motu Proprio” μόλις δύο (2) ημέρες πριν (29-8-2026), αναθεωρώντας τους κανόνες 106 και 126 του Codex Canonum Ecclesiarum Orientalium[16], ο πάπας Λέων XIV κινείται στην κατεύθυνση  και στην προοπτική της αποκέντρωσης και της περισσότερο συνοδικότητας.

Για να γίνει κατανοητό αυτό, θα ήταν χρήσιμο ένα σύγχρονο παράλληλο παράδειγμα από τον δημόσιο πολιτικό χώρο της εποχής μας. Όλοι μιλούν για την ευρωπαϊκότητα και συμμετέχουν όλοι οι λαοί της Ευρώπης στην μία και Ενωμένη Ευρώπη. Η Μεγάλη Βρεττανία αποχώρησε από την Ενωμένη Ευρώπη και αποποιήθηκε την ευρωπαϊκότητα (Brexit). Θα μπορούσαμε άραγε να υποθέσουμε ότι, ξαφνικά, λαμβάνει αυτή μία πρωτοβουλία στο εσωτερικό της χώρας για την περαιτέρω ανάπτυξη της ευρωπαϊκότητας, όταν δεν μετέχει στην Ευρωπαϊκή Αμφικτιονία; Η ευρωπαϊκότητα είναι συστατικό στοιχείο της Ενωμένης Ευρώπης, όπως και η συνοδικότητα είναι συστατικό στοιχείο (α) της Αρχέγονης Εκκλησίας του Χριστού (1ος αι. και εντεύθεν), όπως την γνωρίσαμε και την γνωρίζουμε όλοι, καθώς όλοι προερχόμαστε από Αυτήν, καθώς και (β) της Συνοδικής Πενταρχίας των συν-Πατριαρχών (451) των κατά τόπους Εδαφικών Εκκλησιών της Α΄ χιλιετίας. Αυτό ακριβώς συνειδητοποίησε ο μακαριστός μέγας πάπας Φραγκίσκος και επανέφερε, 18 χρόνια μετά (2024), την άκριτη κατάργηση (2006) του ‘πατριαρχικού ιδιώματος’ του «πατριάρχη, πάπα και επισκόπου Ρώμης», η οποία προβλημάτισε πολύ πολλούς με επικριτικές σκέψεις και αντιδράσεις, και πολύ περισσότερο από όλους, τον Ορθόδοξο θεολογικό κόσμο[17].

Συνακόλουθα, το φετινό επιλεγέν θέμα θέτει εξ ορισμού και κατ’ επέκταση και στο παρόν Συνέδριό μας και τοπολυσυζητημένο ζήτημα του «Πρωτείου του Επισκόπου Ρώμης», το συναφές αυτό θέμα που αποτελεί κεντρικό αντικείμενο διαλόγου των Διμερών Διαχριστιανικών Διαλόγων από το 1980 και εντεύθεν, που εγκαινίασε ο πάπας Ιωάννης-Παύλος Β΄ (1978-2005) σχετικά με αυτό το ζήτημα. Έγιναν πολλές συναντήσεις και συντάχθηκαν πολλά κείμενα σχετικά με αυτό. Θα το αγγίξουμε και εμείς εδώ στο Συνέδριό μας με κάποιες εισηγήσεις συναδέλφων κανονολόγων, καθώς άπτεται του αξονικού θέματός μας.

Ας γίνει εδώ μια δομική και θεμελιώδης επισήμανση σχετικά με το θέμα του Πρωτείου του Επισκόπου Ρώμης, η οποία γίνεται πολύ εμφανής στους Διμερείς Διαλόγους. Η Ορθόδοξη πλευρά θέτει σταθερά και μόνιμα αυτό το ζήτημα με την μορφή «1-Συνοδικότητα και 2-Πρωτείο» (34/Αποστολικός), ενώ η Ρωμαιο-καθολική πλευρά προβαίνει σε χιαστί μετατόπιση, αντιστροφή και απόδοση: «1-Πρωτείο και 2-Συνοδικότητα» (CIC 1983). Ωστόσο, με την σειρά αυτή αυτονομείται το Πρωτείο και προκαλεί ζήτημα ταυτότητας και σύγχυση στην Συνοδικότητα. Από πλευράς ορθοδόξου, το Εκκλησιακό Πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης είναι απολύτως δεκτό ως Συνοδικό Πρωτείο και όχι ως αυτονομημένο Πρωτείο, και ο Πρώτος είναι απολύτως δεκτός ως Συνοδικός Πρώτος και όχι ως αυτονομημένος Πρώτος και υπεράνω πάντων σε εκκλησιακό σχήμα πυραμιδοειδές, αποκλείοντας κάθε έννοια και μορφή συνοδικότητας. Εξάλλου, είναι παγκοίνως γνωστό ότι ο «Επίσκοπος Ρώμης», κατά την διάρκεια της Α΄ χιλιετίας, ήταν «Πρώτος μεταξύ Πρώτων» της Συνοδικής Πενταρχίας[18] (Οριζόντια Συνοδικότητα), ενώ σήμερα ορίζεται ως «μη συνοδικός Πρώτος», καθώς αυτονομείται «άνευ άλλων συνοδικών συν-Πρώτων και ομο-Ίσων» (Κάθετη Συνοδικότητα). Επομένως, για να υπάρχει Πρωτείο του συνοδικού Πρώτου «Επισκόπου Ρώμης» χρειάζονται συνύπαρξη και συγκοινωνία ετέρων συνοδικών Πρώτων, απαιτείται δηλαδή οριζόντια συνοδική κοινωνία. Ένας Πρώτος μόνος δεν ορίζεται ως Πρώτος –άνευ ουδενός άλλου και άλλων κοινωνιακά δίπλα του και γύρω του–, αλλά ορίζεται ως μόνος!… Στην περίπτωση αυτή, εξ ορισμού, δεν μπορούμε να ομιλούμε για Πρώτο και Πρωτείο άνευ της σιαμαίας και αντίστοιχης Συνοδικότητας (Κάθετη Συνοδικότητα), αλλά καλούμαστε για Συνοδικότητα μέσα στην οποία αναδεικνύεται και καταξιώνεται ο εκάστοτε Πρώτος και το αντίστοιχο, σε πραγματική βάση, Πρωτείο (Οριζόντια Συνοδικότητα). Με άλλα λόγια, με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αυτά σημαίνουν ότι το Πρωτείο «του Επισκόπου Ρώμης» (καλείται να) τίθεται μονόδρομα μέσα στο εκκλησιο-κανονικό και συνοδικό πλαίσιο της Συνοδικότητας, καθώς το αντίθετο αμφίδρομα (θέση της Συνοδικότητας μέσα σε πυραμιδοειδές Πρωτείο) δεν μπορεί να υλοποιηθεί. Συνεπώς, σχετικά με τον «Επίσκοπο Ρώμης» του συνεδριακού θέματός μας, πρέπει αυτό να διερευνηθεί στην βάση έρευνας, μελέτης και διαλόγου με την μορφή δομής «Συνοδικότητα και Πρωτείο» και όχι με την μορφή δομής «Πρωτείο και Συνοδικότητα»…

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.

Το  κείμενο επιχειρεί μια βαθιά κανονική και ιστορική ανασκόπηση των πεπραγμένων των Παπών Βενέδικτου ΙΣΤ΄ και Φραγκίσκου, εστιάζοντας στην ένταση μεταξύ Συνοδικότητας και Πρωτείου. Ας δούμε την τελική ορθόδοξη αποτίμηση αυτής της προβληματικής.

1. Η Ψευδαίσθηση της «Επιστροφής» του Πάπα Φραγκίσκου

  • Η θέση του κειμένου: Ο Πάπας Φραγκίσκος, επαναφέροντας τον τίτλο του «Πατριάρχη της Δύσεως» (2024) και προωθώντας τη συνοδικότητα, φέρεται να «οπισθοδρομεί» στην Α΄ χιλιετία για να προχωρήσει στο μέλλον.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Όσο εντυπωσιακό κι αν φαίνεται επικοινωνιακά το άνοιγμα στη «συνοδικότητα», το θεμελιώδες δόγμα του Παπικού Πρωτείου Εξουσίας και του Αλάθητου (όπως ορίστηκε από την Α΄ Σύνοδο του Βατικανού το 1870) παραμένει ακέραιο και αμετάθετο στο ρωμαιοκαθολικό δίκαιο. Μια «συνοδικότητα» στην οποία ο Πάπας διατηρεί την τελική, δεσμευτική και υπερεπισκοπική εξουσία δεν είναι παρά μια πυραμίδα με ωραίο προσωπείο. Χωρίς την κατάργηση του ίδιου του παπικού δόγματος, οι τίτλοι παραμένουνεντυπωσιακά προσωπεία χωρίς αντίκρισμα.

2. Η Σειρά των Όρων: «Συνοδικότητα και Πρωτείο» vs «Πρωτείο και Συνοδικότητα»

  • Η θέση του κειμένου: Ορθώς επισημαίνεται ότι η Ορθόδοξη πλευρά θέτει τη δομή «Συνοδικότητα και Πρωτείο» (34ος Αποστολικός Κανόνας), ενώ η Ρωμαιοκαθολική αντιστρέφει την πυραμίδα σε «Πρωτείο και Συνοδικότητα», καθιστώντας τον Πρώτο αυτονομημένο και υπεράνω των άλλων.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της εκκλησιολογικής διαφοράς. Στην Ορθοδοξία, ο Πρώτος (Primus inter pares) υπάρχει μόνον εντός της Συνόδου, ως ίσος μεταξύ ίσων, και ποτέ ανεξάρτητα από αυτήν. Ο παπικός θεσμός, αντίθετα, θεμελιώνεται στον «μονοπρόσωπο Πρώτο» που επιβάλλεται καθέτως από τα πάνω. Κάθε προσπάθεια σύνθεσης ή σύγκλισης προσκρούει σε αυτό το ανυπέρβλητο οντολογικό εμπόδιο.

3. Η Αλήθεια πέρα από τα Ακαδημαϊκά Συνέδρια

  • Η προοπτική: Το κείμενο καλεί σε έναν ειλικρινή διάλογο και έρευνα για το μέλλον του Επισκόπου Ρώμης στη Γ΄ χιλιετία.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Οποιοσδήποτε διμελής ή πολυμελής θεολογικός διάλογος είναι καταδικασμένος σε αποτυχία ή σε έναν α, ήπιο συγκρητισμό, εάν δεν τεθεί ως αδιαπραγμάτευτη βάση η επιστροφή της Ρώμης στην ακέραια Ορθόδοξη Πίστη της Α΄ χιλιετίας. Η Ορθοδοξία δεν διαπραγματεύεται τα δόγματα των Οικουμενικών Συνόδων για χάρη μιας γεωπολιτικής ή θρησκευτικής «παγκόσμιας ενότητας».

Συμπέρασμα: Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι ζήτημα διπλωματικών συμβιβασμών ή τεχνικής αναδιάρθρωσης των θεσμών, αλλά θέμα κοινής ομολογίας της Αλήθειας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένει ο μοναδικός ασφαλής φάρος της Αποστολικής Παράδοσης.

 

Επίμετρο

«Εἴμαστε πάντα ἐλεύθεροι νὰ ἀλλάξουμε γνώμη καὶ πορεία,

καὶ νὰ διαλέξουμε ἄλλο μέλλον καὶ ἄλλο παρελθόν»…

Είμαστε εδώ και εν Συνεδρίω για να θέσουμε δυσεπίλυτα ακόμη θέματα και ζητήματα προκύψαντα κυρίως καθ’ όλη την διάρκεια της Β΄ χιλιετίας, της χιλιετίας της εκκλησιακής αποξένωσης, και να τα θέσουμε προς συζήτηση και προς πρόταση επίλυσής τους. Το πρώτο (θέση προβλήματος) δεν αρκεί, αν δεν ακολουθήσει διαδοχικά το δεύτερο (κοινή προσπάθεια επίλυσης).

Με αφορμή το αξονικό θέμα «Ο Επίσκοπος Ρώμης», τέτοια παρόμοια ζητήματα που τίθενται με τρόπο τόσο συγκριτικό μεταξύ των δύο Κανονικών Παραδόσεων, της Ρωμαιο-καθολικής και της Ορθόδοξης, όσο και με τρόπο αυτόνομο εντός των κόλπων της κάθε μίας από αυτές, καλούμαστε να τα συζητήσουμε στο παρόν Συνέδριό μας. Και αυτό θα το αποπειραθούμε μέσα από επιστημονικές, εμπειρικές και πρακτικές συγκλίσεις και αποκλίσεις με χρονικό παρελθοντικό ορίζοντα τις δύο, Α΄ και Β΄, εκκλησιακές χιλιετίες στην προοπτική του μέλλοντος της Γ΄ χιλιετίας. Έχουν έλθει σήμερα εδώ από όλο τον κόσμο έγκριτοι κανονολόγοι, ειδήμονες και επιστήμονες του Κανονικού Δικαίου, οι οποίοι με την προσήκουσα επιστημονική διάκριση, με θάρρος, με τόλμη και ερευνητική αντικειμενικότητα θα θέσουμε τα θέματα και τα ζητήματα, θα τα συζητήσουμε και θα κοινοποιήσουμε τα συμπεράσματά μας στις Θεολογικές Σχολές μας και στις Εκκλησίες μας, έτσι ώστε να συμβάλουμε με επιστημονικό λόγο και τεκμαρτό τρόπο στον Διμερή τόσο τον επίσημο Εκκλησιαστικό Διάλογο Ρωμαιο-καθολικής Εκκλησίας και Ορθοδόξου Εκκλησίας (1980 και εντεύθεν) όσο και τον ανεπίσημο αντίστοιχο και παράλληλο ομόλογο Θεολογικό Διάλογο Ρωμαιο-καθολικών και Ορθοδόξων Θεολόγων της Μικτής Επιτροπής «Saint Irénée» (2004 και εντεύθεν), συγκροτηθείς από τον καρδινάλιο Joseph Ratzinger, μεταγενέστερα πάπα Βενέδικτο XVI.

Το θέμα του Συνεδρίου μας «Ο Επίσκοπος Ρώμης» φαίνεται να είναι στρωτό και απλό. Αντιπροσωπεύει και κρύβει όμως μεγάλη και ποικιλόμορφη ιστορία με αντίστοιχη εκκλησιο-κανονική βεντάλια, που καθόρισαν καθοριστικά το εκκλησιακό γίγνεσθαι ανά τους αιώνες και ανά την Οικουμένη. Όπως κρίθηκαν πολλά από αυτόν τον Επίσκοπο κατά το εκκλησιαστικό παρελθόν των δύο χιλιετιών, με τον ίδιο αναλογικό τρόπο θα κριθούν πολλά και από αυτόν τόσο στο άμεσο όσο και στο απώτερο εκκλησιαστικό μέλλον της Γ΄ χιλιετίας. Και όπως ασφαλώς όλοι γνωρίζουμε, «είμαστε πάντοτε ελεύθεροι να αλλάξουμε γνώμη και να διαλέξουμε άλλο μέλλον και άλλο παρελθόν»… Το παρόν, ωστόσο, είναι αυτό που μας καλεί και απαιτεί ενέργειες, πριν να φθάσουμε στο μέλλον… Αυτό εμφατικά το επιχείρησε και το ξεκίνησε για μια 10ετία ο πρόσφατος μακαριστός πάπας Φραγκίσκος.

Συνοψίζοντας, «Ο Επίσκοπος Ρώμης» έχει ενώπιον του δύο διακριτά εκκλησιακά παρελθόντα: το παρελθόν της Α΄ χιλιετίας και το παρελθόν της Β΄ χιλιετίας, διαφορετικά και ετερόκλιτα μεταξύ τους, ιστορικά και εκκλησιο-κανονικά διαπιστωμένα, σήμερα. Στο Συνέδριό μας όσο και στην εποχή μας, καλούμαστε να δούμε με ποιο μέλλον θα ήταν ενδεδειγμένο να επιλέξει εκείνος, για να πορευθεί σε αυτό το μέλλον… Έτσι, το αξονικό θέμα του Συνεδρίου μας μάς καλεί να οραματισθούμε και να προτείνουμε δράσεις στην προοπτική της εκκλησιακής συνοδικότητας, όπως μας τις κληροδότησε ο προσφάτως κοιμηθείς πάπας Φραγκίσκος, και να μην μείνουμε άπαντες σε περιστροφές γύρω από ένα εφήμερο παρόν, αλλά να ατενίσουμε, στο μέτρο του δυνατού και του εφικτού, προς τις όποιες δυνατότητες συνοδικότητας και εκκλησιακής κοινωνίας, που θα μας προσφέρει ένα πιθανό κοινό μέλλον… Δεν έχουμε πολλές συνοδικότητες, αλλά μία εκκλησιακή συνοδικότητα, αυτήν που κάνει την Εκκλησία του Θεού να είναι Εκκλησία. Αυτήν θεωρώ ότι ο πάπας Φραγκίσκος εννοούσε και είχε κατά νουν, όταν πρότεινε την επαναγωγή της για το μέλλον της Εκκλησίας και για την διαποίμανση των λαών στο μέλλον. Ο κοινός πατέρας όλων μας, ο Μέγας Βασίλειος, μας εφιστά την προσοχή ως ποιμένων και ως θεολόγων, στον τρόπο διαποίμανσης των λαών μας: «Οἱ τὸ παρὸν διώκοντες καὶ οὐ πρὸς τὸ μέλλον ἐνατενίζοντες, μισθωτοὶ καὶ οὐ ποιμένες εἰσίν»[19].

Αν, τέλος, οι επιλογές του μέλλοντος θα είναι (και πάλι) εσωστρέφειας ως απομεινάρι του πρόσφατου χιλιετούς παρελθόντος, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι δεν θα τέμνονται πλέον και θα παραμένουν ασύμβατες οι τροχιές, όπως αυτό ουσιαστικά συνέβαινε καθ’ όλη την διάρκεια της Β΄ χιλιετίας. Αν όμως οι επιλογές του μέλλοντος είναι επιλογές συνοδικότητας και οριζόντιας συνοδικής κοινωνίας, όπως το οραματίστηκε και άρχισε να το υλοποιεί ο πάπας Φραγκίσκος για μια 10ετία (2015-2025), τότε οι εκκλησιαστικοί κύκλοι θα αρχίσουν να τέμνονται και θα τέμνονται στην προοπτική σαφώς της ταύτισης, όπως αυτό συνέβαινε κατά την διάρκεια της Α΄ χιλιετίας και όπως άρχισε επίσημα να το σκέφτεται σοβαρά η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Στο ξεκίνημα αυτό της Γ΄ χιλιετίας, μια πρώτη μορφή εκκίνησης της Συνοδικότητας θα μπορούσε να είναι η ενεργοποίηση και αποκατάσταση της απωλεσθείσας Πενταρχικής Συνοδικότητας σε επίπεδο αρχικά ευκαιριακών επίσημων συναντήσεων[20]… Και όλη αυτή η προσπάθεια γίνεται και θα γίνεται στην προοπτική «υπέρ της των πάντων ενώσεως»[21].

Η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι και να γίνει όμηρος της Ιστορίας! Ευτυχώς που υπάρχουν τα Έσχατα… Και εμείς, δεν είμαστε εδώ για να αποχαιρετήσουμε το παρελθόν… Είμαστε εδώ για να του δώσουμε, στο πλαίσιο του ιστορικού χρόνου, συνέχεια ως μεταμορφωμένου θεολογικά και εκκλησιο-κανονικά μέλλοντος… Η Ιστορία δεν περιμένει… Ο πάπας Φραγκίσκος «άλλαξε παρελθόν…, επιστρέφοντας στο μέλλον»!…

«Εἴμαστε πάντα ἐλεύθεροι νὰ ἀλλάξουμε γνώμη καὶ πορεία,

καὶ νὰ διαλέξουμε ἄλλο μέλλον καὶ ἄλλο παρελθόν»…

Laboremus!…

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.

Σκληρός Αντι-Οικουμενιστικός Σχολιασμός

Το επίμετρο του κειμένου επιχειρεί μια λυρική και ταυτόχρονα αγωνιώδη σύνθεση, καλώντας σε υπέρβαση της ιστορικής αποξένωσης της Β΄ χιλιετίας μέσω της «συνοδικότητας» και προτείνοντας ακόμα και την αναβίωση της «Πενταρχικής Συνοδικότητας». Ας δούμε την καταληκτική αποτίμηση αυτής της προτροπής υπό το αυστηρό φως της Ορθόδοξης Πατερικής Θεολογίας.

1. Η Ουτοπία της «Επαναφοράς» Χωρίς Δογματική Ομοφροσύνη

  • Η θέση του κειμένου: Καταλήγει ότι ο Επίσκοπος Ρώμης πρέπει να επιλέξει την οριζόντια συνοδικότητα του μέλλοντος, ακολουθώντας το όραμα του Πάπα Φραγκίσκου, ώστε οι «εκκλησιακοί κύκλοι να τέμνονται» και να οδηγηθούμε «υπέρ της των πάντων ενώσεως».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Η ενότητα των Εκκλησιών δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε συναισθηματικούς ή διπλωματικούς αυτοσχεδιασμούς, ούτε σε μια γενικόλογη επίκληση της «συνοδικότητας». Η «Πενταρχική Συνοδικότητα» της Α΄ χιλιετίας είχε υπόσταση διότι οι πέντε Πατριάρχες κοινωνούσαν στην ίδια και αδιάψευστη Ορθόδοξη Πίστη. Σήμερα, ο Επίσκοπος Ρώμης παραμένει προσκολλημένος σε δόγματα (αλάθητο, παγκόσμια δικαιοδοσία, Filioque) που συνιστούν εκκλησιολογική εκτροπή. Χωρίς την καθαρή και έμπρακτη ομολογία της Ορθόδοξης Πίστης, η τομή των κύκλων δεν οδηγεί στην αλήθεια, αλλά στον συγκρητισμό.

2. Το Πατερικό Κριτήριο: Ποιμένες ή Μισθωτοί;

  • Η θέση του κειμένου: Επικαλείται τον Μέγα Βασίλειο («Οἱ τὸ παρὸν διώκοντες καὶ οὐ πρὸς τὸ μέλλον ἐνατενίζοντες, μισθωτοὶ καὶ οὐ ποιμένες εἰσίν»), κατηγορώντας την εσωστρέφεια.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Ακριβώς το ίδιο πατερικό κριτήριο στρέφεται κατά εκείνων που θυσιάζουν την ακρίβεια των δογμάτων στο βωμό μιας ψευδεπίγραφης «κοινωνίας» του μέλλοντος. Αληθής ποιμένας κατά τον Μέγα Βασίλειο και τους Ομολογητές Πατέρες είναι εκείνος που δεν υποχωρεί ούτε κεραία από την Ιερά Παράδοση για χάρη της εγκόσμιας «ειρήνης» ή της γεωπολιτικής καταλλαγής. Η εσωστρέφεια στην οποία αναφέρεται το κείμενο, όταν πρόκειται για τη φύλαξη της Ορθόδοξης Πίστης απέναντι στην πλάνη, δεν είναι μισθωτισμός, αλλά ιερό χρέος και ομολογιακή αντίσταση.

3. Η Αλήθεια των Εσχάτων και η Ιστορική Πραγματικότητα

  • Η θέση του κειμένου: Υποστηρίζει ότι «η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι και να γίνει όμηρος της Ιστορίας! Ευτυχώς που υπάρχουν τα Έσχατα… Ο πάπας Φραγκίσκος άλλαξε παρελθόν… επιστρέφοντας στο μέλλον».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Τα Έσχατα δεν αποτελούν άλλοθι για την υπέρβαση ή την αποσιώπηση της δογματικής αλήθειας εντός του ιστορικού χρόνου. Η Εκκλησία ζει τα Έσχατα στο «Σήμερον» της Θείας Λειτουργίας, εντός της ακέραιης μυστηριακής και συνοδικής ζωής της Ορθοδοξίας. Το παρελθόν δεν «αλλάζει» με επικοινωνιακές ή διοικητικές αναπροσαρμογές των Πάπων, παρά μόνο με τη θεραπεία της πλάνης.

Συμπέρασμα: Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν καλείται να αναζητήσει «νέα μέλλοντα» σε συμπλέγματα με τον παπικό συγκεντρωτισμό, αλλά να σταθεί φρουρός της αιώνιας Αλήθειας, προσμένοντας την ενότητα όχι ως προϊόν ανθρώπινων συμβιβασμών,συνδιαλλαγών ή «συνοδικών» δομών επί χάρτου, αλλά ως καρπό της κοινής εν Αγίω Πνεύματι ομολογίας της Μίας Ορθόδοξης Πίστης.

 

Τα Βασικά Σημεία της Κριτικής Ολόκληρου του Κειμένου

Η κριτική ανάλυση του κειμένου υπό το πρίσμα της Ορθόδοξης Πατερικής Θεολογίας και των Ιερών Κανόνων συνοψίζεται στα ακόλουθα βασικά σημεία:

1. Η Πλάνη της «Κοινής Βάσης» και της Α΄ Χιλιετίας

  • Η θέση του κειμένου: Επιχειρεί να θεμελιώσει μια προοπτική σύγκλισης ανάμεσα σε Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς, αναζητώντας κοινά στοιχεία στην Α΄ χιλιετία και αξιοποιώντας τις σύγχρονες «συνοδικές» πρωτοβουλίες του Βατικανού.
  • Η ορθόδοξη κριτική: Η Ρώμη εξέπεσε της αληθινής πίστης πολύ πριν από το 1054 με την εισαγωγή δογματικών καινοτομιών (Filioque, αζύματα, παπικό αλάθητο). Η πρώτη χιλιετία δεν προσφέρεται για συγκρητιστικές συνθέσεις, διότι η Ορθοδοξία διατήρησε αναλλοίωτη την αποστολική παράδοση, ενώ ο παπισμός την αλλοίωσε.

2. Η Φύση της Συνοδικότητας vs. του Παπικού Απολυταρχισμού

  • Η θέση του κειμένου: Εγκωμιάζει τις προσπάθειες του Πάπα Φραγκίσκου για την επαναφορά του τίτλου του «Πατριάρχη της Δύσης» και την προώθηση της «συνοδικότητας» στη Γ΄ χιλιετία.
  • Η ορθόδοξη κριτική: Στην Ορθοδοξία, η συνοδικότητα βασίζεται στην ισότητα των επισκόπων (Primus inter pares εντός της Συνόδου). Στον Παπισμό, η «συνοδικότητα» παραμένει κενό γράμμα, καθώς η τελική, δεσμευτική και υπέρτατη εξουσία ανήκει αποκλειστικά στον Πάπα λόγω του δόγματος του αλάθητου (Α΄ Σύνοδος Βατικανού, 1870). Χωρίς την κατάργηση του παπικού πρωτείου εξουσίας, οι τίτλοι και οι μεταρρυθμίσεις είναι απλώς επικοινωνιακά προσωπεία.

3. Η Αναστροφή των Όρων: «Συνοδικότητα και Πρωτείο»

  • Η θέση του κειμένου: Αναγνωρίζει ορθώς ότι η Ορθόδοξη πλευρά θέτει τη δομή «Συνοδικότητα και Πρωτείο», ενώ η Ρωμαιοκαθολική την αντιστρέφει σε «Πρωτείο και Συνοδικότητα».
  • Η ορθόδοξη κριτική: Η αντιστροφή αυτή αυτονομεί τον Πρώτο και καταργεί τη συνοδική ισότητα, μετατρέποντας την Εκκλησία σε πυραμιδοειδή μοναρχία. Οποιαδήποτε συζήτηση για την επαναφορά της «Πενταρχικής Συνοδικότητας» με τη συμμετοχή του Παπισμού είναι θεολογικά ανέφικτη και οντολογικά άκυρη, εφόσον δεν προηγηθεί η έμπρακτη μετάνοια και η αποκήρυξη των παπικών δογμάτων της Β΄ χιλιετίας.

4. Η Ουτοπία των Διπλωματικών Συμβιβασμών και των «Νέων Οριζόντων»

  • Η θέση του κειμένου: Καλεί σε υπέρβαση της ιστορικής αποξένωσης, υποστηρίζοντας ότι μπορούμε να «διαλέξουμε άλλο μέλλον και άλλο παρελθόν» μέσω επιστημονικών και εκκλησιολογικών συγκλίσεων.
  • Η ορθόδοξη κριτική: Η αλήθεια της Εκκλησίας δεν υπόκειται σε γεωπολιτικές ή ακαδημαϊκές διαπραγματεύσεις. Η ενότητα δεν επιτυγχάνεται με διπλωματικές συνθέσεις και υποχωρήσεις της δογματικής ακρίβειας, αλλά αποκλειστικά επί τη βάσει της κοινής ομολογίας της Ορθόδοξης Πίστης. Κάθε άλλη οδός συνιστά υποχώρηση στον συγκρητισμό και απομάκρυνση από την Παράδοση των Αγίων Πατέρων.

 ΠΗΓΗ ΟΜΙΛΙΑΣ:ORTHODOXIA.INFO